<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:70-72</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:70-72</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="70"><p>70. Μηροῦ δὲ ὀλίσθημα κατ᾿ ἰσχίον ὧδε χρὴ ἐμβάλλειν, ἢν <lb/>ἐς τὸ ἔσω μέρος
                        ὠλισθήκῃ· ἀγαθὴ μὲν ἥδε καὶ δικαίη καὶ κατὰ <lb/>φύσιν ἡ ἐμβολὴ, καὶ δή τι
                        καὶ ἀγωνιστικὸν ἔχουσα, ὅστις γε τοῖσι <lb/>τοιούτοισιν ἥδεται κομψευόμενος.
                        Κρεμάσαι χρὴ τὸν ἄνθρωπον <lb/>τῶν ποδῶν πρὸς μεσόδμην δεσμῷ δυνατῷ μὲν,
                        μαλθακῷ δὲ <lb/>καὶ πλάτος ἔχοντι· τοὺς δὲ πόδας διέχειν χρὴ, ὅσον τέσσαρας
                        <lb/>δακτύλους ἀπ᾿ ἀλλήλων, ἢ καὶ ἔλασσον· χρὴ δὲ καὶ ἐπάνωθεν <lb/>τῶν
                        ἐπιγουνίδων προσπεριβεβλῆσθαι πλατεῖ ἱμάντι καὶ μαλθακῷ, <pb n="290"/>
                        ἀνατείνοντι ἐς τὴν μεσόδμην· τὸ δὲ σκέλος τὸ σιναρὸν <lb/>ἐντετάσθαι χρὴ ὡς
                        δύο δακτύλους μᾶλλον τοῦ ἑτέρου· ἀπὸ δὲ <lb/>τῆς γῆς τὴν κεφαλὴν ἀπεχέτω ὡς
                        δύο πήχεας, ἢ ὀλίγῳ πλέον, <lb/>ἢ ἔλασσον· τὰς δὲ χεῖρας παρατεταμένας παρὰ
                        τὰς πλευρὰς προσδεδεμένος <lb/>ἔστω μαλθακῷ τινι· πάντα δὲ ταῦτα ὑπτίῳ
                        κατακειμένῳ <lb/>κατασκευασθήτω, ὡς ὅτι ἐλάχιστον χρόνον κρέμηται. <lb/>Ὅταν
                        δὲ κρεμασθῇ, ἄνδρα χρὴ εὐπαίδευτον καὶ μὴ ἀσθενέα, ἐνεί· <lb/>ραντα τὸν
                        πῆχυν μεσηγὺ τῶν μηρῶν, εἶτα θέσθαι τὸν πῆχυν <lb/>μεσηγὺ τοῦ περινέου καὶ
                        τῆς κεφαλῆς τοῦ μηροῦ τῆς ἐξεστηκυίης, <lb/>ἔπειτα ξυνάψαντα τὴν ἑτέρην
                        χεῖρα πρὸς τὴν διῃρμένην, παραστάντα <lb/>ὀρθὸν παρὰ τὸ σῶμα τοῦ κρεμαμένου,
                        ἐξαπίνης ἐκκρεμασθέντα, <lb/>μετέωρον αἰωρηθῆναι ὡς ἰσοῤῥοπώτατον. Αὕτη δὲ ἡ
                        <lb/>ἐμβολὴ παρέχεται πάντα, ὅσα χρὴ κατὰ φύσιν· αὐτό τε γὰρ τὸ <lb/>σῶμα,
                        κρεμάμενον, τῷ ἑωυτοῦ βάρεϊ κατάτασιν ποιέεται, ὅ <lb/>τε ἐκκρεμασθεὶς ἅμα
                        μὲν τῇ κατατάσει ἀναγκάζει ὑπεραιωρέεσθαι <pb n="292"/> τὴν κεφαλὴν τοῦ
                        μηροῦ ὑπὲρ τῆς κοτύλης, ἄμα δὲ τῷ ὀστέῳ <lb/>τοῦ πήχεος ἀπομοχλεύει καὶ
                        ἀναγκάζει ἐς τὴν ἀρχαίην φύσιν <lb/>ὀλισθάνειν. Χρὴ δὲ παγκάλως μὲν τοῖσι
                        δεσμοῖσιν ἐσκευάσθαι, <lb/>φρονέοντα δὲ καὶ ὡς ἐχυρώτατον τὸν ἐξαιωρούμενον
                        εἶναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="71"><p>71. Ὡς μὲν οὖν καὶ πρόσθεν εἴρηται, μέγα τὸ διαφέρον ἐστὶ <lb/>τῶν φυσίων
                        τοῖσιν ἀνθρώποισιν ἐς τὸ εὐέμβλητα εἶναι, καὶ <lb/>δυσέμβλητα· καὶ διότι
                        μέγα διαφέρει, εἴρηται πρόσθεν ἐν τοῖσι <lb/>περὶ ὤμου. Ἐνίοισι γὰρ ὁ μηρὸς
                        ἐμπίπτει ἀπ᾿ οὐδεμιῆς παρασκευῆς, <lb/>ἀλλ᾿ ὀλίγης μὲν κατατάσιος, ὅσον τῇσι
                        χερσὶ κατιθῦναι, <lb/>βραχείης δὲ κιγκλίσιος· πολλοῖσι δὲ ξυγκάμψασι τὸ
                        σκέλος <lb/>κατὰ τὸ ἄρθρον, ἐνέπεσεν, ἤδη ἀμφίσφαλσιν ποιησάμενον. Ἀλλὰ
                        <lb/>γὰρ τὰ πουλὺ πλείω οὐκ ἐνακούει τῆς τυχούσης παρασκευῆς· διὰ <lb/>τοῦτο
                        ἐπίστασθαι μὲν χρὴ τὰ κράτιστα περὶ ἑκάστου ἐν πάσῃ <lb/>τῇ τέχνῃ· χρέεσθαι
                        δὲ, οἷσιν ἂν δόξῃ ἑκάστοτε. Εἴρηνται μὲν <lb/>οὖν τρόποι κατατασίων καὶ ἐν
                        τοῖσιν ἔμπροσθεν γεγραμμένοισιν, <lb/>ὥστε χρέεσθαι τούτων, ὅστις ἂν
                        παρατύχῃ. Δεῖ γὰρ ἀντικατατετάσθαι <lb/>ἰσχυρῶς, ἐπὶ θάτερα μὲν τοῦ σκέλεος,
                        ἐπὶ θάτερα δὲ τοῦ <pb n="294"/> σώματος· ἢν γὰρ εὖ καταταθῇ,
                        ὑπεραιωρηθήσεται ἡ κεφαλὴ τοῦ <lb/>μηροῦ ὑπὲρ τῆς ἀρχαίης ἕδρης· καὶ ἢν μὲν
                        ὑπεραιωρηθῇ οὕτως, <lb/>οὐδὲ κωλύσαι ἔτι ῥηΐδιον ἵζεσθαι αὐτὴν ἐς τὴν ἑωυτῆς
                        ἕδρην, <lb/>ὥστε ἤδη πᾶσα ἀρκέει μόχλευσίς τε καὶ κατόρθωσις· ἀλλὰ <lb/>γὰρ
                        ἐλλείπουσιν ἐν τῇ κατατάσει· διὰ τοῦτο ὄχλον πλείω παρέχει <lb/>ἡ ἐμβολή.
                        Χρὴ οὖν οὐ μόνον παρὰ τὸν πόδα τὰ δεσμὰ ἐξηρτῆσθαι, <lb/>ἀλλὰ καὶ ἄνωθεν τοῦ
                        γούνατος, ὅκως μὴ κατὰ τὸ τοῦ γούνατος <lb/>ἄρθρον ἐν τῇ τανύσει ἡ ἐπίδεσις
                        ἔῃ μᾶλλον, ἢ κατὰ τὸ τοῦ ἰσχίου <lb/>ἄρθρον. Οὕτω μὲν οὖν χρὴ τὴν κατάτασιν,
                        τὴν πρὸς τὸ τοῦ ποδὸς μέρος, <lb/>ἐσκευάσθαι· ἀτὰρ καὶ τὴν ἐπὶ θάτερα
                        κατάτασιν, μὴ μοῦνον <lb/>ἐκ τῆς περὶ τὸ στῆθος καὶ τὰς μασχάλας περιβολῆς
                        ἀντιτείνεσθαι, <lb/>ἀλλὰ καὶ ἱμάντι μακρῷ, διπτύχῳ, ἰσχυρῷ, προσηνεῖ, παρὰ
                        <lb/>τὸν περίνεον βεβλημένῳ, παρατεταμένῳ ἐπὶ μὲν τὰ ὄπισθεν <lb/>παρὰ τὴν
                        ῥάχιν, ἐπὶ δὲ τὰ ἔμπροσθεν παρὰ τὴν κληῗδα, προσηρτημένῳ <lb/>πρὸς τὴν ἀρχὴν
                        τὴν ἀκτικατατείνουσαν, οὕτω διαναγκάζεσθαι, <lb/>τοῖσι μὲν ἔνθα
                        διατεινομένοισι, τοῖσι δὲ ἔνθα, ὅκως δὲ ὁ <lb/>ἱμὰς ὁ παρὰ τὸν περίνεον μὴ
                        περὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ <lb/>παρατεταμένος ἔσται, ἀλλὰ μεσηγὺ τῆς κεφαλῆς
                        καὶ τοῦ περινέου· ἐν δὲ τῇ κατάτασει, κατὰ μὲν τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ ἐρείσας
                            <pb n="296"/> τὴν πυγμὴν, ἐς τὸ ἔξω ὠθεέτω· ἢν δὲ μετεωρίζηται
                        ἑλκόμενος, <lb/>διέρσας τὴν χεῖρα καὶ ἐπιξυνάψας τῇ ἑτέρῃ χειρὶ, ἅμα μὲν
                        <lb/>συγκατατεινέτω, ἅμα δὲ ἐς τὸ ἔξω ξυναναγκαζέτω· ἄλλος δέ <lb/>τις τὸ
                        παρὰ τὸ γόνυ τοῦ μηροῦ ἡσύχως ἐς τὸ ἔσω μέρος κατορθούτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="72"><p>72. Εἴρηται δὲ καὶ πρόσθεν ἤδη, ὅτι ἐπάξιον, ὅστις ἐν πόλει <lb/>πολυανθρώπῳ
                        ἰητρεύει, ξύλον κεκτῆσθαι τετράγωνον, ὡς ἑξάπηχυ <lb/>ἢ ὀλίγῳ μέζον, εὖρος
                        δὲ, ὡς δίπηχυ, πάχος δὲ, ἀρκέει <lb/>σπιθαμιαῖον· ἔπειτα κατὰ μῆκος μὲν,
                        ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐντομὴν ἔχειν <lb/>χρὴ, ὡς μὴ ὑψηλοτέρη τοῦ καιροῦ ἡ
                        μηχάνησις ἔῃ· ἔπειτα <lb/>φλιὰς βραχείας, ἰσχυρὰς, καὶ ἰσχυρῶς ἐνηρμοσμένας,
                        ὀνίσκον <lb/>ἔχειν ἑκατέρωθεν· ἔπειτα ἀρκέει μὲν ἐν τῷ ἡμίσεϊ τοῦ ξύλου <pb n="298"/> (οὐδὲν δὲ κωλύει καὶ διὰ παντὸς) ἐντετμῆσθαι ὡς καπέτους
                        <lb/>μακρὰς πέντε ἢ ἓξ, διαλείπουσας ἀπ᾿ ἀλλήλων ὡς τέσσαρας δακτύλους,
                        <lb/>αὐτὰς δὲ ἀρκέει εὖρος τριδακτύλους εἶναι, καὶ βάθος οὕτως. <lb/>Ἔχειν
                        δὲ κατὰ μέσον τὸ ξύλον καὶ καταγλυφὴν χρὴ βαθυτέρην, ἐπὶ <lb/>τετράγωνον, ὡς
                        τριῶν δακτύλων, καὶ ἐς μὲν τὴν καταγλυφὴν ταύτην, <lb/>ὅταν δοκέῃ προσδεῖν,
                        ξύλον ἐμπηγνύναι ἐναρμόζον τῇ καταγλυφῇ, <lb/>τὸ δὲ ἄνω στρογγύλον,
                        ἐμπηγνύναι δὲ, ἐπήν ποτε δοκέῃ <lb/>ξυμφέρειν, μεσηγὺ τοῦ περινέου καὶ τῆς
                        κεφαλῆς τοῦ μηροῦ. <lb/>Τοῦτο τὸ ξύλον ἑστεὸς κωλύει τὴν ἐπίδοσιν ἐπιδιδόναι
                        τὸ σῶμα <lb/>τοῖσι πρὸς ποδῶν ἕλκουσιν· ἐνίοτε γὰρ ἀρκέει αὐτὸ τὸ ξύλον
                        τοῦτο <lb/>ἀντὶ τῆς ἄνωθεν ἀντικατατάσιος· ἐνίοτε δὲ καὶ, κατατεινομένου τοῦ
                        <lb/>σκέλεος ἔνθεν καὶ ἔνθεν, αὐτὸ τὸ ξύλον τοῦτο, χαλαρὸν ἐγκείμενον <lb/>ἢ
                        τῇ ἢ τῇ, ἐκμοχλεύειν ἐπιτήδειον ἂν εἴη τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ <lb/>ἐς τὸ ἔξω
                        μέρος. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ αἱ κάπετοι ἐντετμέαται, <lb/>ὡς, καθ᾿ ὁκοίην ἂν
                        αὐτέων ἁρμόσῃ, ἐμβαλλόμενος ξύλινος μοχλὸς <lb/>μοχλεύοι, ἢ παρὰ τὰς κεφαλὰς
                        τῶν ἄρθρων, ἢ κατὰ τὰς <lb/>κεφαλὰς τελέως ἐρειδόμενος ἅμα τῇ κατατάσει, ἤν
                        τε ἐς τὸ ἔξω <lb/>μέρος ξυμφέρῃ ἐκμοχλεύεσθαι, ἤν τε ἐς τὸ ἔσω, καὶ ἤν τε
                        <lb/>στρογγύλον τὸν μοχλὸν ξυμφέρῃ εἶναι, ἤν τε πλάτος ἔχοντα· <lb/>ἄλλος
                        γὰρ ἄλλῳ τῶν ἄρθρων ἁρμόζει. Εὔχρηστος δέ ἐστιν ἐπὶ <lb/>πάντων τῶν ἄρθρων
                        ἐμβολῆς, τῶν κατὰ τὰ σκέλεα, αὕτη ἡ <pb n="300"/> μόχλευσις ξὺν τῇ
                        κατατάσει. Περὶ οὗ οὖν ὁ λόγος ἐστὶ, <lb/>στρογγύλος ἁρμόζει ὁ μοχλὸς εἶναι·
                        τῷ μέντοι ἔξω ἐκπεπτωκότι <lb/>ἄρθρῳ πλατὺς ἁρμόσει εἶναι. Ἀπὸ τουτέων τῶν
                        μηχανέων καὶ <lb/>ἀναγκέων οὐδὲν ἄρθρον μοι δοκέει οἷόν τε εἶναι ἀπορηθῆναι
                        <lb/>ἐμπεσεῖν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>