<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:7-9</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:7-9</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Κρατίστη μέντοι πασέων τῶν ἐμβολέων ἡ τοιήδε· ξύλον <lb/>χρὴ εἶναι, πλάτος
                        μὲν ὡς πενταδάκτυλον, ἢ τετραδάκτυλον τὸ ἐπίπαν, <lb/>πάχος δὲ ὡς
                        διδάκτυλον, ἢ καὶ λεπτότερον, μῆκος δὲ δίπηχυ, <lb/>ἢ ὀλίγῳ ἔλασσον· ἔστω δὲ
                        ἐπὶ θάτερα τὸ ἄκρον περιφερὲς καὶ <lb/>στενότατον ταύτῃ καὶ λεπτότατον·
                        ἄμβην δὲ ἐχέτω, σμικρὸν <pb n="90"/> ὑπερέχουσαν, ἐπὶ τῷ ὑστάτῳ τοῦ
                        περιφερέος, ἐν τῷ μέρεϊ, μὴ <lb/>τῷ πρὸς τὰς πλευρὰς, ἀλλὰ τῷ πρὸς τὴν
                        κεφαλὴν τοῦ βραχίονος <lb/>ἔχοντι, ὡς ὑφαρμόσειε τῇ μασχάλῃ παρὰ τὰς πλευρὰς
                        ὑπὸ τὴν <lb/>κεφαλὴν τοῦ βραχίονος ὑποτιθέμενον· ὀθονίῳ δὲ ἢ ταινίῃ μαλθακῇ
                        <lb/>κατακεκολλήσθω ἄκρον τὸ ξύλον, ὅκως προσηνέστερον ἔῃ. Ἔπειτα <lb/>χρὴ
                        ὑπώσαντα τὴν κεφαλὴν τοῦ ξύλου ὑπὸ τὴν μασχάλην ὡς <lb/>ἐσωτάτω μεσηγὺ τῶν
                        πλευρέων καὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ βραχίονος, τὴν <lb/>δὲ ὅλην χεῖρα πρὸς τὸ ξύλον
                        κατατείναντα, προσκαταδῆσαι κατά <lb/>τε τὸν βραχίονα, κατά τε τὸν πῆχυν,
                        κατά τε τὸν καρπὸν τῆς χειρὸς, <lb/>ὡς ἂν ἀτρεμέῃ ὅτι μάλιστα· περὶ παντὸς
                        δὲ χρὴ ποιέεσθαι, ὅκως <lb/>τὸ ἄκρον τοῦ ξύλου ὡς ἐσωτάτω τῆς μασχάλης
                        ἔσται, ὑπερβεβηκὸς <lb/>τὴν κεφαλὴν τοῦ βραχίονος. Ἔπειτα χρὴ μεσηγὺ δύο
                        στύλων <lb/>στρωτῆρα πλάγιον εὖ προσδῆσαι, ἔπειτα ὑπερενεγκεῖν τὴν χεῖρα
                        <lb/>ξὺν τῷ ξύλῳ ὑπὲρ τοῦ στρωτῆρος, ὅκως ἡ μὲν χεὶρ ἐπὶ θάτερα <lb/>ἔῃ, ἐπὶ
                        θάτερα δὲ τὸ σῶμα, κατὰ δὲ τὴν μασχάλην ὁ στρωτήρ· <lb/>κἄπειτα ἐπὶ μὲν
                        θάτερα τὴν χεῖρα καταναγκάζειν ξὺν τῷ ξύλῳ περὶ <lb/>τὸν στρωτῆρα, ἐπὶ
                        θάτερα δὲ τὸ ἄλλο σῶμα. Ὕψος δὲ ἔχων ὁ <lb/>στρωτὴρ προσδεδέσθω, ὥστε
                        μετέωρον τὸ ἄλλο σῶμα εἶναι ἐπ᾿ <lb/>ἄκρων τῶν ποδῶν. Οὗτος ὁ τρόπος
                        παραπολὺ κράτιστος ἐμβολῆς <lb/>ὤμου· δικαιότατα μὲν γὰρ μοχλεύει, ἢν μοῦνον
                        ἐσωτέρω ἔῃ τὸ <lb/>ξύλον τῆς κεφαλῆς τοῦ βραχίονος· δικαιόταται δὲ αἱ
                        ἀντιῤῥοπαὶ, <pb n="92"/> ἀσφαλέες δὲ τῷ ὀστέῳ τοῦ βραχίονος. Τὰ μὲν οὖν
                        νεαρὰ ἐμπίπτει <lb/>θᾶσσον, ἢ ὡς ἄν τις οἴοιτο, πρὶν ἢ καὶ κατατετάσθαι
                        δοκέειν· ἀτὰρ <lb/>καὶ τὰ παλαιὰ μούνη αὕτη τῶν ἐμβολέων οἵη τε ἐμβιβάσαι,
                        ἢν <lb/>μὴ ἤδη ὑπὸ χρόνου σὰρξ μὲν ἐπεληλύθῃ ἐπὶ τὴν κοτύλην, ἡ δὲ κεφαλὴ
                        <lb/>τοῦ βραχίονος ἤδη τρίβον ἑωυτῇ πεποιημένη ἔῃ ἐν τῷ χωρίῳ, <lb/>ἵνα
                        ἐξεκλίθη· οὐ μὴν ἀλλ᾿ ἐμβάλλειν γάρ μοι δοκέει καὶ οὕτω πεπαλαιωμένον
                        <lb/>ἔκπτωμα τοῦ βραχίονος (τί γὰρ ἂν δικαίη μόχλευσις <lb/>οὐχὶ κινήσειε;),
                        μένειν μέντοι οὐκ ἄν μοι δοκέοι κατὰ χώρην, ἀλλ᾿ <lb/>ὀλισθάνοι ἂν ὡς τὸ
                        ἔθος. Τὸ αὐτὸ δὲ ποιέει καὶ περὶ κλιμακτῆρα <lb/>καταναγκάζειν, τοῦτον τὸν
                        τρόπον σκευάσαντα. Πάνυ μὴν ἱκανῶς <lb/>ἔχει, καὶ περὶ μέγα ἕδος θεσσαλικὸν
                        ἀναγκάζειν, ἢν νεαρὸν ἔῃ τὸ <lb/>ὀλίσθημα· ἐσκευάσθαι μέντοι χρὴ τὸ ξύλον
                        οὕτως, ὥσπερ εἴρηται· <lb/>ἀτὰρ τὸν ἄνθρωπον καθίσαι πλάγιον ἐπὶ τῷ δίφρῳ·
                        κἄπειτα τὸν <lb/>βραχίονα ξὺν τῷ ξύλῳ ὑπερβάλλειν ὑπὲρ τοῦ ἀνακλισμοῦ, καὶ
                        ἐπὶ <lb/>μὲν θάτερα τὸ σῶμα καταναγκάζειν, ἐπὶ δὲ θάτερα τὸν βραχίονα
                        <lb/>σὺν τῷ ξύλῳ. Τὸ αὐτὸ δὲ ποιέει καὶ ὑπὲρ δίκλειδος θύρης <pb n="94"/>
                        ἀναγκάζειν. Χρέεσθαι δὲ χρὴ αἰεὶ τούτοισιν, ἃ ἂν τύχῃ παρεόντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Εἰδέναι μὲν οὖν χρὴ, ὅτι φύσιες φυσίων μέγα διαφέρουσιν <lb/>ἐς τὸ ῥηϊδίως
                        ἐμπίπτειν τὰ ἐκπίπτοντα· διενέγκοι μὲν γὰρ ἄν τι καὶ <lb/>κοτύλη κοτύλης, ἡ
                        μὲν εὐυπέρβατος ἐοῦσα, ἡ δὲ ἧσσον· πλεῖστον <lb/>δὲ διαφέρει καὶ τῶν νεύρων
                        ὁ σύνδεσμος, τοῖσι μὲν ἐπιδόσιας ἔχων, <lb/>τοῖσι δὲ ξυντεταμένος ἐών. Καὶ
                        γὰρ ἡ ὑγρότης τοῖσιν ἀνθρώποισι <lb/>γίνεται ἡ ἐκ τῶν ἄρθρων, διὰ τῶν νεύρων
                        τὴν ἀπάρτισιν, ἢν χαλαρά <lb/>τε ἔῃ φύσει, καὶ τὰς ἐπιτάσιας εὐφόρως φέρῃ·
                        συχνοὺς γὰρ ἄν <lb/>τις ἴδοι, οἳ οὕτως ὑγροί εἰσιν, ὥστε, ὁπόταν ἐθέλωσι,
                        τότε αὐτοῖσι <lb/>τὰ ἄρθρα ἐξίσταται ἀνωδύνως, καὶ καθίσταται ἀνωδύνως.
                        Διαφέρει <lb/>μέντοι τι καὶ σχέσις τοῦ σώματος· τοῖσι μὲν γὰρ εὖ ἔχουσι τὸ
                        <lb/>γυῖον καὶ σεσαρκωμένοισιν ἐκπίπτει τε ἧσσον, ἐμπίπτει τε
                        <lb/>χαλεπώτερον· ὅταν δὲ αὐτοὶ σφέων αὐτῶν λεπτότεροι καὶ ἀσαρκότεροι
                        <lb/>ἔωσι, τότε ἐκπίπτει τε μᾶλλον, ἐμπίπτει τε ῥᾷον. Σημήϊον <lb/>δὲ, ὅτι
                        ταῦτα οὕτως ἔχει, καὶ τόδε· τοῖσι γὰρ βουσὶ τότε <lb/>ἐκπίπτουσι μᾶλλον οἱ
                        μηροὶ ἐκ τῆς κοτύλης, ἡνίκα ἂν αὐτοὶ σφέων <pb n="96"/> αὐτῶν λεπτότατοι
                        ἔωσιν· γίνονται δὲ βόες λεπτότατοι, τοῦ χειμῶνος <lb/>τελευτῶντος· τότε οὖν
                        καὶ ἐξαρθρέουσι μάλιστα, εἰ δή τι καὶ <lb/>τοιοῦτο δεῖ ἐν ἰητρικῇ γράψαι·
                        δεῖ δέ· καλῶς γὰρ Ὅμηρος καταμεμαθήκει, <lb/>ὅτι πάντων τῶν προβάτων βόες
                        μάλιστα πονέουσι <lb/>ταύτην τὴν ὥρην, καὶ βοῶν οἱ ἀρόται, ὅτι κατὰ τὸν
                        χειμῶνα ἐργάζονται. <lb/>Τούτοισι τοίνυν ἐκπίπτει μάλιστα· οὗτοι γὰρ μάλιστα
                        λεπτύνονται. <lb/>Τὰ μὲν γὰρ ἄλλα βοσκήματα δύναται βραχείην τὴν ποίην
                        <lb/>βόσκεσθαι· βοῦς δὲ οὐ μάλα, πρὶν βαθεῖα γένηται· τοῖσι μὲν γὰρ
                        <lb/>ἄλλοισίν ἐστι λεπτὴ ἡ προβολὴ τοῦ χείλεος, λεπτὴ δὲ ἡ ἄνω γνάθος·
                        <lb/>βοῒ δὲ παχείη μὲν ἡ προβολὴ τοῦ χείλεος, παχείη δὲ καὶ <lb/>ἀμβλεῖα ἡ
                        ἄνω γνάθος· διὰ ταῦτα ὑποβάλλειν ὑπὸ τὰς βραχείας <lb/>ποίας οὐ δύναται. Τά
                        τε αὖ μώνυχα τῶν ζώων, ἅτε ἀμφόδοντα <lb/>ἐόντα, δύναται μὲν σαρκάζειν,
                        δύναται δὲ ὑπὸ τὴν βραχείην <lb/>ποίην ὑποβάλλειν τοὺς ὀδόντας, καὶ ἥδεται
                        τῇ οὕτως ἐχούσῃ ποίῃ <lb/>μᾶλλον, ἢ τῇ βαθείῃ· καὶ γὰρ τὸ ἐπίπαν ἀμείνων καὶ
                        στερεωτέρη ἡ <lb/>βραχείη ποίη τῆς βαθείης, ποτὶ καὶ πρὶν ἐκκαρπεῖν τὴν
                        βαθείην. <pb n="98"/> Διὰ τοῦτο οὖν ἐποίησεν ὧδε τάδε τὰ ἔπη· [Ὡς δ᾿ ὁπότ᾿
                        <lb/>ἀσπάσιον ἔαρ ἤλυθε βουσὶν ἕλιξιν], ὅτι ἀσμενωτάτη αὐτοῖσιν <lb/>ἡ
                        βαθείη ποίη φαίνεται. Ἀτὰρ καὶ ἄλλως ὁ βοὺς χαλαρὸν φύσει τὸ <lb/>ἄρθρον
                        τοῦτο ἔχει μᾶλλον τῶν ἄλλων ζώων· διὰ τοῦτο καὶ εἰλίπουν <lb/>ἐστὶ μᾶλλον
                        τῶν ἄλλων ζώων, καὶ μάλιστα ὅταν λεπτὸν καὶ <lb/>γηραλέον ἔῃ. Διὰ ταῦτα
                        πάντα καὶ ἐκπίπτει βοῒ μάλιστα· πλείω <lb/>δὲ γέγραπται περὶ αὐτέου, ὅτι
                        πάντων τῶν προειρημένων ταῦτα <lb/>μαρτύριά ἐστιν. Περὶ οὗ οὖν ὁ λόγος,
                        τοῖσιν ἀσάρκοισι μᾶλλον <lb/>ἐκπίπτει, καὶ θᾶσσον ἐμπίπτει, ἢ τοῖσι
                        σεσαρκωμένοισιν· καὶ <lb/>ἧσσον ἐπιφλεγμαίνει τοῖσιν ὑγροῖσιν καὶ τοῖσιν
                        ἀσάρκοισιν, ἢ τοῖσι <lb/>σκελιφροῖσι καὶ σεσαρκωμένοισιν, καὶ ἧσσόν γε
                        δέδεται ἐς τὸν <lb/>ἔπειτα χρόνον· ἀτὰρ καὶ ἡ μύξα πλείων ὑπείη τοῦ μετρίου
                        μὴ <lb/>ξὺν φλεγμονῇ, καὶ οὕτως ἂν ὀλισθηρὸν εἴη· μυξωδέστερα γὰρ τοὐπίπαν
                        <lb/>τὰ ἄρθρα τοῖσιν ἀσάρκοισιν, ἢ τοῖσι σεσαρκωμένοισίν ἐστιν· <lb/>καὶ γὰρ
                        αὗται αἱ σάρκες τῶν μὴ ἀπὸ τέχνης ὀρθῶς λελιμαγχημένων, <lb/>αἱ τῶν λεπτῶν,
                        μυξωδέστεραί εἰσιν, ἢ αἱ τῶν παχέων. <lb/>Ὅσοισι μέντοι ξὺν φλεγμονῇ μύξα
                        ὑπογίνεται, ἡ φλεγμονὴ δήσασα <lb/>ἔχει τὸ ἄρθρον· διὰ τοῦτο οὐ μάλα
                        ἐκπίπτει τὰ ὑπόμυξα, <lb/>ἐκπίπτοντα ἂν, εἰ μή τι ἢ πλέον, ἢ ἔλασσον
                        φλεγμονῆς ὑπεγένετο. </p></div><pb n="100"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Οἷσι μὲν οὖν, ὅταν ἐμπέσῃ τὸ ἄρθρον, μὴ ἐπιφλεγμαίνει τὰ <lb/>περιέχοντα,
                        χρῆσθαί τε ἀνωδύνως αὐτίκα τῷ ὤμῳ δύνανται, οὗτοι <lb/>μὲν οὐδὲν νομίζουσι
                        δεῖν ἑωυτῶν ἐπιμελέεσθαι· ἰητροῦ μήν ἐστι <lb/>καταμαντεύσασθαι τῶν
                        τοιούτων· τοῖσι τοιούτοισι γὰρ ἐκπίπτει <lb/>καὶ αὖθις μᾶλλον, ἢ οἷσιν ἂν
                        ἐπιφλεγμήνῃ τὰ νεῦρα. Τοῦτο κατὰ <lb/>πάντα τὰ ἄρθρα οὕτως ἔχει, καὶ μάλιστα
                        κατ᾿ ὦμον καὶ κατὰ γόνυ· <lb/>μάλιστα γὰρ οὖν ὀλισθάνει ταῦτα. Οἷσι δ᾿ ἂν
                        ἐπιφλεγμήνῃ τὰ <lb/>νεῦρα, οὐ δύνανται χρέεσθαι τῷ ὤμῳ· κωλύει γὰρ ἡ ὀδύνη
                        καὶ ἡ <lb/>ξύντασις τῆς φλεγμονῆς. Τοὺς οὖν τοιούτους ἰῆσθαι χρὴ κηρωτῇ
                        <lb/>καὶ σπλήνεσι καὶ ὀθονίοισι πολλοῖσιν ἐπιδέοντα· ὑποτιθέναι δὲ ἐς
                        <lb/>τὴν μασχάλην εἴριον μαλθακὸν, καθαρὸν ξυνειλίσσοντα, ἐκπλήρωμα <lb/>τοῦ
                        κοίλου ποιέοντα, ἵνα ἀντιστήριγμα μὲν τῇ ἐπιδέσει ἔῃ, ἀνακωχέῃ <lb/>δὲ τὸ
                        ἄρθρον· τὸν δὲ βραχίονα ἐς τὸ ἄνω ῥέποντα ἴσχειν χρὴ <lb/>τὰ πλεῖστα· οὕτω
                        γὰρ ἂν ἑκαστάτω εἴη τοῦ χωρίου, ἐς ὃ ὤλισθεν <lb/>ἡ κεφαλὴ τοῦ ὤμου. Χρὴ δὲ,
                        ὅταν ἐπιδήσῃς τὸν ὦμον, ἔπειτα <lb/>προσκαταδεῖν τὸν βραχίονα πρὸς τὰς
                        πλευρὰς ταινίῃ τινὶ, κύκλῳ <lb/>περὶ τὸ σῶμα περιβάλλοντα. Χρὴ δὲ καὶ
                        ἀνατρίβειν τὸν ὦμον ἡσυχαίως <lb/>καὶ λιπαρῶς. Πολλῶν δὲ ἔμπειρον δεῖ εἶναι
                        τὸν ἰητρὸν, <lb/>ἀτὰρ δὴ καὶ ἀνατρίψιος· ἀπὸ γὰρ τοῦ αὐτέου ὀνόματος οὐ
                        τωὐτὸ <pb n="102"/> ἀποβαίνει· καὶ γὰρ ἂν δήσειεν ἄρθρον ἀνάτριψις,
                        χαλαρώτερον τοῦ <lb/>καιροῦ ἐὸν, καὶ λύσειεν ἄρθρον, σκληρότερον τοῦ καιροῦ
                        ἐόν· ἀλλὰ <lb/>διοριεῖται ἡμῖν περὶ ἀνατρίψιος ἐν ἄλλῳ λόγῳ. Τὸν γοῦν
                        τοιοῦτον <lb/>ὦμον μαλθακῇσι ξυμφέρει τῇσι χερσὶν ἀνατρίβειν, καὶ ἄλλως
                        <lb/>πρηέως· τὸ δὲ ἄρθρον διακινέειν μὴ βίῃ, ἀλλὰ τοσοῦτον, ὅσον
                        <lb/>ἀνωδύνως κινῆσαι. Καθίσταται δὲ πάντα, τὰ μὲν ἐν πλείονι <lb/>χρόνῳ, τὰ
                        δ᾿ ἐν ἐλάσσονι. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>