<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:67-69</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:67-69</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="67"><p>67. Ὅσοισι δὲ ἄρθρα δακτύλων, ἢ ποδὸς ἢ χειρὸς, ἐξαρθρήσαντα, <lb/>ἕλκος
                        ποιήσαντα, ἐξέσχε, μὴ κατεηγότος τοῦ ὀστέου, ἀλλὰ κατ᾿ αὐεὴν <lb/>τὴν
                        ξύμφυσιν ἀποσπασθέντος, τούτοισιν ἢν ἐμβληθέντα ἐμμείνῃ, <lb/>ἔνι μέν τις
                        κίνδυνος σπασμοῦ, ἢν μὴ χρηστῶς ἰητρεύωνται· ὅμως <lb/>δέ τι ἄξιον
                        ἐμβάλλειν, προειπόντα ὅτι φυλακῆς πολλῆς καὶ μελέτης <lb/>δέεται. Ἐμβάλλειν
                        μέντοι ῥήῖστον καὶ δυνατώτατον καὶ τεχνικώτατόν <lb/>ἐστι τῷ μοχλίσκῳ, ὥσπερ
                        καὶ πρόσθεν εἴρηται ἐν τοῖσι καταγνυμένοισι <lb/>καὶ ἐξίσχουσιν ὀστέοισιν·
                        ἔπειτα ἀτρεμέειν ὡς μάλιστα <lb/>χρὴ, καὶ κατακεῖσθαι, καὶ ὀλιγοσιτέειν·
                        ἄμεινον δὲ καὶ φαρμακεῦσαι <lb/>ἄνω κούφῳ τινὶ φαρμάκῳ· τὸ δὲ ἕλκος,
                        ἰητρεύειν μὲν ἢ ἐναίμοισι <lb/>τοῖσιν ἐπιτέγκτοισιν, ἢ πολυοφθάλμοισιν, ἢ
                        οἷσι κεφαλῆς ὀστέα <lb/>κατεηγότα ἰητρεύεται, κατάψυχρον δὲ κάρτα μηδὲν
                        προσφέρειν. <lb/>Ἥκιστα μὲν οὖν τὰ πρῶτα ἄρθρα κινδυνώδεά ἐστι, τὰ δὲ ἔτι
                        ἀνωτέρω <lb/>κινδυνωδέστερα. Ἐμβάλλειν δὲ χρὴ αὐθημερὸν, ἢ τῇ ὑστεραίῃ, <pb n="280"/> τριταίῳ δὲ ἢ τεταρταίῳ ἥκιστα· τεταρταῖα γὰρ ἐόντα,
                        ἐπισημαίνει <lb/>τῇσι παλιγκοτίῃσι μάλιστα. Οἷσιν ἂν οὖν μὴ αὐτίκα ἐγγένηται
                        <lb/>ἐμβάλλειν, ὑπερβαίνειν χρὴ ταύτας τὰς εἰρημένας ἡμέρας· ὅ <lb/>τι γὰρ
                        ἂν ἔσω δέκα ἡμερέων ἐμβάλλῃς, σπᾷν καταληπτέον. Ἢν δὲ <lb/>ἄρα ἐμβεβλημένῳ
                        σπασμὸς ἐπιγένηται, ἐκβάλλειν τὸ ἄρθρον δεῖ <lb/>ταχὺ, καὶ θερμῷ τέγγειν ὡς
                        πλειστάκις, καὶ τὸ ὅλον σῶμα θερμῶς <lb/>καὶ λιπαρῶς καὶ μαλθακῶς ἔχειν, καὶ
                        μάλιστα κατὰ τὰ ἄρθρα· κεκάμφθαι <lb/>δὲ μᾶλλον ἢ ἐκτετάσθαι πᾶν τὸ σῶμα
                        χρή. Προδέχεσθαι μέντοι <lb/>χρὴ κατὰ τοὺς δακτύλους τὰ ἄρθρα τὰ ἐμβαλλόμενα
                        ἀποστατικὰ <lb/>ἔσεσθαι· τὰ γὰρ πλεῖστα οὕτω γίνεται, ἢν καὶ ὁτιοῦν
                        φλεγμονῆς <lb/>ὑπογένηται, ὡς, εἰ μὴ δι᾿ ἀμαθίην τῶν δημοτέων ἐν αἰτίῃ
                        ἔμελλεν <lb/>ὁ ἰητρὸς ἔσεσθαι, οὐδὲν ἂν πάντως οὐδ᾿ ἐμβάλλειν ἔδει. Τὰ μὲν
                        <lb/>οὖν κατὰ τὰ ἄρθρα ὀστέα ἐξίσχοντα ἐμβαλλόμενα οὕτω κινδυνώδεά
                        <lb/>ἐστιν, ὡς εἴρηται. </p></div><pb n="282"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="68"><p>68. Ὅσα δὲ κατὰ τὰ ἄρθρα τὰ κατὰ τοὺς δακτύλους ἀποκόπτεται <lb/>τελείως,
                        ταῦτα ἀσινέα τὰ πλεῖστά ἐστιν, εἰ μή τις ἐν αὐτῇ <lb/>τῇ τρώσει λειποθυμήσας
                        βλαβείη· καὶ ἰητρείη φαύλη ἀρκέσει τῶν <lb/>τοιούτων ἑλκέων. Ἀτὰρ καὶ ὅσα μὴ
                        κατὰ τὰ ἄρθρα, ἀλλὰ κατ᾿ <lb/>ἄλλην τινὰ ἴξιν τῶν ὀστέων ἀποκόπτεται, καὶ
                        ταῦτα ἀσινέα ἐστὶ, <lb/>καὶ ἔτι εὐαλθέστερα τῶν ἑτέρων· καὶ ὅσα κατὰ τοὺς
                        δακτύλους ὀστέα <lb/>κατεηγότα ἐξίσχει μὴ κατὰ τὸ ἄρθρον, καὶ ταῦτα ἀσινέα
                        ἐστὶν <lb/>ἐμβαλλόμενα. Ἀποκόψιες δὲ τέλειαι ὀστέων καὶ κατὰ τὰ ἄρθρα καὶ
                        <lb/>ἐν ποδὶ, καὶ ἐν χειρὶ, καὶ ἐν κνήμῃ, τοῖσι παρὰ τὰ σφυρὰ, καὶ <lb/>ἐν
                        πήχεϊ, τοῖσι παρὰ τοὺς καρποὺς, τοῖσι πλείστοισιν ἀποκοπτομένοισιν
                        <lb/>ἀσινέα γίνεται, ὅσα ἂν μὴ αὐτίκα λειποθυμίη ἀνατρέψῃ, <lb/>ἢ
                        τεταρταίοισιν ἐοῦσι πυρετὸς ξυνεχὴς ἐπιγένηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="69"><p>69. Ἀποσφακελίσιες μέντοι σαρκῶν, καὶ ἐν τρώμασιν αἱμοῤῥόοισι
                        <lb/>γενομένοισιν ἀποσφιγχθεῖσιν ἰσχυρῶς, καὶ ἐν ὀστέων κατήγμασι
                        <lb/>πιεχθεῖσι μᾶλλον τοῦ καιροῦ, καὶ ἐν ἄλλοισι δεσμοῖσι <lb/>βιαίοισιν
                        ἀποληφθέντα ἀποπίπτει πολλοῖσι, καὶ οἱ πολλοὶ περιγίνονται <lb/>τῶν
                        τοιούτων, καὶ οἷσι μηροῦ μέρος τι ἀποπίπτει, καὶ τῶν <lb/>σαρκῶν καὶ τοῦ
                        ὀστέου, καὶ οἷσι βραχίονος, ἧσσον δέ· πήχεός τε <lb/>καὶ κνήμης ἀποπεσούσης,
                        καὶ ἔτι εὐφόρως περιγίνονται. Οἷσι μὲν <lb/>οὖν, κατεαγέντων τῶν ὀστέων,
                        ἀποσφίγξιες αὐτίκα ἐγένοντο <lb/>καὶ μελασμοὶ, τούτοισι μὲν ταχεῖαι αἱ
                        περιῤῥήξιες γίνονται τοῦ <pb n="284"/> σώματος, καὶ τὰ ἀποπίπτοντα ταχέως
                        ἀποπίπτει, ἤδη τῶν <lb/>ὀστέων προενδεδωκότων· οἷσι δὲ, ὑγιέων ἐόντων τῶν
                        ὀστέων, οἱ <lb/>μελασμοὶ γίνονται, αἱ μὲν σάρκες ταχέως θνήσκουσι καὶ
                        τούτοισι, τὰ <lb/>δὲ ὀστέα βραδέως ἀφίσταται, ᾗ ἂν τὰ ὅρια τοῦ μελασμοῦ
                        γένηται <lb/>καὶ ἡ ψίλωσις τοῦ ὀστέου. Χρὴ δὲ, ὅσα ἂν κατωτέρω τοῦ σώματος
                        <lb/>τῶν ὁρίων τοῦ μελασμοῦ ἔῃ, ταῦτα, ὅταν ἤδη πάμπαν τεθνήκῃ <lb/>καὶ
                        ἀναλγέα ἔῃ, ἀφαιρέειν κατὰ τὸ ἄρθρον, προμηθεόμενον <lb/>ὅκως μὴ τιτρώσκῃ·
                        ἢν γὰρ ὀδυνηθῇ ἀποταμνόμενος, καὶ μήπω κυρήσῃ <lb/>τὸ σῶμα τεθνεὸς ταύτῃ, ἧ
                        ἀποτέμνεται, κάρτα κίνδυνος ὑπὸ <lb/>τῆς ὀδύνης λειποθυμῆσαι· αἱ δὲ τοιαῦται
                        λειποθυμίαι πολλοὺς παραχρῆμα <lb/>ἤδη ἀπώλεσαν. Μηροῦ μὲν οὖν ὀστέον,
                        ψιλωθὲν ἐκ τοιούτου <lb/>τρόπου, ὀγδοηκοσταῖον εἶδον ἐγὼ ἀποστάν· ἡ μέντοι
                        κνήμη <lb/>τούτῳ τῷ ἀνθρώπῳ κατὰ τὸ γόνυ ἀφῃρέθη εἰκοσταίη, ἐδόκεε <lb/>δέ
                        μοι καὶ ἐγγυτέρω· οὐ γὰρ ἅμα, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὸ προμηθέστερον <lb/>ἔδοξέ μοί τι
                        ποιέειν. Κνήμης δὲ ὀστέα ἐκ τοιούτου μελασμοῦ, <lb/>μάλα κατὰ μέσην τὴν
                        κνήμην ἐόντα, ἑξηκοσταῖά μοι ἀπέπεσεν, <lb/>ὅσα ἐψιλώθη αὐτέων. Διενέγκοι
                        μὲν γὰρ ἄν τι καὶ ἰητρείη <lb/>ἰητρείης ἐς τὸ θᾶσσόν τε καὶ βραδύτερον τὰ
                        ὀστέα ψιλούμενα ἀποπίπτειν· <pb n="286"/> διενέγκοι δ᾿ ἄν τι καὶ πίεξις
                        πιέξιος, καὶ ἐπὶ τὸ ἰσχυρότερόν <lb/>τε καὶ ἀσθενέστερον, καὶ ἐς τὸ θᾶσσόν
                        τε καὶ βραδύτερον ἀπομελανθέντα <lb/>ἀποθανεῖν τὰ νεῦρα καὶ τὰς σάρκας καὶ
                        τὰς ἀρτηρίας καὶ τὰς φλέβασ· <lb/>ἐπεὶ ὅσα μὴ ἰσχυρῶς ἀποληφθέντων θνήσκει,
                        ἔνια τῶν τοιουτέων <lb/>οὐκ ἀφικνέεται ἐς ὀστέων ψιλώματα, ἀλλ᾿
                        ἐπιπολαιότερα <lb/>ἐκπίπτει· ἔνια δὲ οὐδὲ ἐς νεύρων ψιλώματα ἀφικνεῖται,
                        <lb/>ἀλλὰ ἐπιπολαιότερα ἐκπίπτει. Διὰ οὖν ταύτας τὰς εἰρημένας
                        <lb/>προφάσιας οὐκ ἐστὶν ἓν οὔνομα ἀριθμοῦ τῷ χρόνῳ θέσθαι, ἐν <lb/>ὁκόσῳ
                        ἕκαστα τούτων κρίνεται. Προσδέχεσθαι δὲ μάλα χρὴ <lb/>τὰ τοιαῦτα ἰήματα·
                        ἐσιδέειν γὰρ φοβερώτερά ἐστιν, ἢ <lb/>ἰητρεύειν· καὶ ἰητρείη πραείη ἀρκέει
                        πᾶσι τοιούτοισιν· αὐτὰ <lb/>γὰρ ἑωυτὰ κρίνει μοῦνον· τῆς δὲ διαίτης
                        ἐπιμελέεσθαι χρὴ, ὡς <lb/>κατὰ δύναμιν ἀπύρετος ἔῃ, καὶ ἐν σχήμασι
                        δικαίοισιν εὐθετίζειν τὸ <lb/>σῶμα· δίκαια δὲ ταῦτα, μηδὲ μετέωρον ποιέειν,
                        μηδὲ ἐς <lb/>τὸ κάτω ῥέπον, ἀλλὰ μᾶλλον ἐς τὸ ἄνω, ποτὶ καὶ ἔστ᾿ ἂν τελείως
                        <lb/>περιῤῥαγῇ· αἱμοῤῥαγιέων γὰρ ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ κίνδυνος· διὰ <lb/>τοῦτο
                        οὖν οὐ χρὴ κατάῤῥοπα τὰ τρώματα ποιέειν, ἀλλὰ τἀναντία. <lb/>Ἐπεὶ ὅταν γε
                        χρόνος ἐγγένηται πλείων, καὶ καθαρὰ τὰ <lb/>ἕλκεα γένηται, οὐκ ἔτι τὰ αὐτὰ
                        σχήματα ἐπιτήδειά ἐστιν, <pb n="288"/> ἀλλ᾿ ἡ εὐθεῖα θέσις, καὶ ἐνίοτε ἐπὶ
                        τὸ κατάῤῥοπον ῥέποντα· ἀνὰ <lb/>χρόνον γὰρ ἐνίοισι τουτέων ἀποστάσιες πύου
                        γίνονται, καὶ ὑποδεσμίδων <lb/>δέονται. Προσδέχεσθαι δὲ χρὴ τοὺς τοιούτους
                        ἀνὰ χρόνον <lb/>ὑπὸ δυσεντερίης πιέζεσθαι· καὶ γὰρ ἐπὶ τοῖσι μελαινομένοισι
                        <lb/>τοῖσι πλείστοισιν ἐπιγίνεται δυσεντερίη, καὶ ἐπὶ τῇσιν αἱμοῤῥαγίησιν
                        <lb/>ἐξ ἑλκέων· ἐπιγίνεται δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, κεκριμένων <lb/>ἤδη τῶν
                        μελασμῶν καὶ τῆς αἱμοῤῥαγίης, καὶ ὁρμᾶται μὲν λαύρως <lb/>καὶ ἰσχυρῶς· ἀτὰρ
                        οὔτε πολυήμερος γίνεται, οὔτε θανατώδης· <lb/>οὔτε γὰρ μάλα ἀπόσιτοι
                        γίνονται οἱ τοιοῦτοι, οὔτε ἄλλως ξυμφέρει <lb/>κενεαγγέειν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>