<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:58-60</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:58-60</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="58"><p>58. Ὅτεῳ μὲν οὖν ἂν τετελειωμένῳ ἤδη ἐκπεσὼν μὴ ἐμπέσῃ, <lb/>ὁδοιπορέειν μὲν
                        δύναται, ὅταν ὁ χρόνος ἐγγένηται, καὶ ἡ <lb/>ὀδύνη παύσηται, καὶ ἐθισθῇ τὸ
                        ἄρθρον ἐν τῇ σαρκὶ ἐνστροφᾶσθαι· <lb/>ἀναγκάζεται μέντοι ἰσχυρῶς ξυγκάμπτειν
                        κατὰ τοὺς βουβῶνας <lb/>ὁδοιπορέων, διὰ δισσὰς προφάσιας, ἅμα μὲν ὅτι πολλῷ
                        βραχύτερον <lb/>τὸ σκέλος γίνεται διὰ τὰ προειρημένα, καὶ τῇ μὲν πτέρνῃ καὶ
                        πάνυ <lb/>πολλοῦ δέεται ψαύειν τῆς γῆς· μόλις δὲ τῷ στήθεϊ τοῦ ποδὸς
                        <lb/>καθικνέεται, καὶ οὐδὲ οὕτως, ἢν μὴ κάμψῃ αὐτὸς ἑωυτὸν κατὰ τοὺς
                        <lb/>βουβῶνας, καὶ τῷ ἑτέρῳ σκέλεϊ κατὰ τὴν ἰγνύην ἐπιξυγκάμψῃ. <lb/>Ἐπὶ δὲ
                        τούτοισιν ἀναγκάζεται, ὥστε τῇ χειρὶ τῇ κατὰ τὸ σιναρὸν <lb/>σκέλος
                        ἐρείδεσθαι ἐς τὸ ἄνω τοῦ μηροῦ ἐφ᾿ ἑκάστῃ ξυμβάσει· <lb/>ἀναγκάζει οὖν τι
                        καὶ τοῦτο αὐτὸ, ὥστε κάμπτεσθαι κατὰ τοὺς βουβῶνας· <lb/>ἐν γὰρ τῇ μεταλλαγῇ
                        τῶν σκελέων ἐν τῇ ὁδοιπορίῃ οὐ δύναται <lb/>τὸ σῶμα ὀχέεσθαι ἐπὶ τοῦ σιναροῦ
                        σκέλεος, εἰ μὴ προσκατερείδεται <pb n="250"/> τὸ σιναρὸν πρὸς τὴν γῆν ὑπὸ
                        τῆς χειρὸς, άτε οὐχ ὑφεστεῶτος <lb/>τοῦ ἄρθρου ὑπὸ τῷ σῶματι, ἀλλ᾿ ἐς τὸ
                        ὄπισθεν ἐξεστεῶτος <lb/>κατὰ τὸ ἰσχίον· εἰ γὰρ πειρήσαιτο καὶ ἐπ᾿ ὀλίγον τοῦ
                        ποδὸς ὀχηθῆναι <lb/>μηδενὶ ἄλλῳ ἀντιστηριζόμενος, ἐς τὸ ὀπίσω ἂν πέσοι· ἡ
                        γὰρ <lb/>ῥοπὴ πολλὴ ἂν εἴη, τῶν ἰσχίων ἐπὶ πουλὺ ἐς τοὐπίσω ὑπερεχόντων
                        <lb/>ὑπὲρ τοῦ ποδὸς τῆς βάσιος, καὶ τῆς ῥάχιος ἐς τὰ ἰσχία ῥεπούσης.
                        <lb/>Ἄνευ μὲν οὖν ξύλου δύνανται ὁδοιπορέειν οἱ τοιοῦτοι, ἢν ἄλλως
                        <lb/>ἐθισθέωσιν· διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ βάσις τοῦ ποδὸς κατὰ τὴν ἀρχαίην
                        <lb/>ἰθυωρίην ἐστὶν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐς τὸ ἔξω ἐκκεκλιμένη, διὰ τοῦτο <lb/>οὐδὲ
                        δέονται τῆς ἀντικοντώσιος. Ὅσοι μέντοι βούλονται ἀντὶ τῆς <lb/>τοῦ μηροῦ
                        ἐπιλαβῆς ὑπὸ τὴν μασχάλην τὴν κατὰ τὸ σιναρὸν σκέλος <lb/>ὑποτιθέμενοι
                        σκίπωνα ἀντερείδειν, κεῖνοι, ἢν μὲν μακρότερον τὸν <lb/>σκίπωνα
                        ὑποτιθέοιντο, ὀρθότεροι μὲν ὁδοιπορήσουσι, τῷ δὲ ποδὶ πρὸς <lb/>τὴν γῆν οὐκ
                        ἐρείδονται· εἰ δ᾿ αὖ βούλοντι ἐρείδεσθαι τῷ ποδὶ, βραχύτερον <lb/>μὲν τὸ
                        ξύλον φορητέον, κατὰ δὲ τοὺς βουβῶνας ἐπιξυγκάμπτεσθαι <lb/>ἂν δέοι αὐτούς.
                        Τῶν δὲ σαρκῶν αἱ μινυθήσιες κατὰ λόγον <lb/>γίνονται καὶ τούτοισιν, ὥσπερ
                        πρόσθεν εἴρηται· τοῖσι μὲν γὰρ <lb/>μετέωρον ἔχουσι τὸ σκέλος καὶ μηδὲν
                        ταλαιπωρέουσιν, τούτοισι καὶ <lb/>μάλιστα μινύθουσιν· οἳ δ᾿ ἂν πλεῖστα
                        χρέωνται τῇ ἐπιβάσει, τούτοισιν <pb n="252"/> ἥκιστα μινύθουσιν. Τὸ μέντοι
                        ὑγιὲς σκέλος οὐκ ὠφελέεται, <lb/>ἀλλὰ μᾶλλον καὶ ἀσχημονέστερον γίνεται, ἢν
                        χρέωνται τῷ σιναρῷ <lb/>σκέλεϊ ἐπὶ τὴν γῆν· ξυνυπουργέον γὰρ ἐκείνῳ ἐξίσχιόν
                        τε <lb/>ἀπαναγκάζεται εἶναι, καὶ κατὰ τὴν ἰγνύην ξυγκάμπτειν· ἢν δὲ <lb/>μὴ
                        προσχρέηται τῷ σιναρῷ ἐπὶ τὴν γῆν, ἀλλὰ, μετέωρον ἔχων, <lb/>σκίπωνι
                        ἀντερείδηται, οὕτω δὲ καρτερὸν γίνεται τὸ ὑγιὲς σκέλος· <lb/>ἔν τε γὰρ τῇ
                        φύσει διαιτᾶται, καὶ τὰ γυμνάσια προσκρατύνει αὐτό. <lb/>Φαίη μὲν οὖν ἄν
                        τις, ἔξω ἰητρικῆς τὰ τοιαῦτα εἶναι· τί γὰρ δῆθεν <lb/>δεῖ περὶ τῶν ἤδη
                        ἀνηκέστων γεγονότων ἔτι προσξυνιέναι; πολλοῦ <lb/>δὲ δεῖ οὕτως ἔχειν· τῆς
                        γὰρ αὐτῆς γνώμης καὶ ταῦτα ξυνιέναι· οὐ <lb/>γὰρ οἷόν τε ἀπαλλοτριωθῆναι ἀπ᾿
                        ἀλλήλων. Δεῖ μὲν γὰρ ἐς τὰ <lb/>ἀκεστὰ μηχανάασθαι, ὅκως μὴ ἀνήκεστα ἔσται,
                        ξυνιέντα ὅκη <lb/>ἂν μάλιστα κωλυτέα ἐς τὸ ἀνήκεστον ἐλθεῖν· δεῖ δὲ τὰ
                        ἀνήκεστα <lb/>ξυνιέναι, ὡς μὴ μάτην λυμαίνηται· τὰ δὲ προῤῥήματα λαμπρὰ καὶ
                        <lb/>ἀγωνιστικὰ, ἀπὸ τοῦ διαγινώσκειν, ὅπη ἕκαστον, καὶ οἵως, <lb/>καὶ ὁκότε
                        τελευτήσει, ἤν τε ἐς τὸ ἀκεστὸν τράπηται, ἤν τε ἐς <lb/>τὸ ἀνήκεστον.
                        Ὁκόσοισι δ᾿ ἂν ἐκ γενεῆς, ἢ καὶ ἄλλως πως ἐν <lb/>αὐξήσει ἐοῦσιν, οὕτως
                        ὀλίσθῃ τὸ ἄρθρον ὀπίσω, καὶ μὴ ἐμπέσῃ, ἤν <lb/>τε βίῃ ὀλίσθῃ, ἤν τε καὶ ὑπὸ
                        νούσου (πολλὰ γὰρ τοιαῦτα ἐξαρθρήματα <lb/>γίνεται ἐν νούσοισιν· οἷαι δέ
                        τινές εἰσιν αἱ νοῦσοι, ἐν ᾗσιν <lb/>ἐξαρθρέεται τὰ τοιαῦτα, ὕστερον
                        γεγράψεται), ἢν οὖν ἐκστὰν μὴ <lb/>ἐμπέσῃ, τοῦ μὲν μηροῦ τὸ ὀστέον βραχὺ
                        γίνεται, κακοῦται δὲ καὶ <pb n="254"/> πᾶν τὸ σκέλος, καὶ ἀναυξέστερον
                        γίνεται καὶ ἀσαρκότερον πολλῷ διὰ <lb/>τὸ μηδὲν προσχρέεσθαι αὐτῷ· κακοῦται
                        γὰρ τούτοισι καὶ τὸ <lb/>κατὰ τὴν ἰγνύην ἄρθρον· τὰ γὰρ νεῦρα ἐντεταμένα
                        γίνεται διὰ τὰ <lb/>πρόσθεν εἰρημένα· διὸ οὐ δύνανται τὸ κατὰ τὴν ἰγνύην
                        ἄρθρον <lb/>ἐκτανύειν, οἷσιν ἂν οὕτως ἰσχίον ἐκπέσῃ. Ὡς γὰρ ἐν κεφαλαίῳ
                        <lb/>εἰπεῖν, πάντα τὰ ἐν τῷ σώματι ὁκόσα ἐπὶ χρήσει γέγονε, χρεομένοισι
                        <lb/>μὲν μέτρια καὶ γυμναζομένοισιν ἐν τῇσι ταλαιπωρίῃσιν, ἐν <lb/>ᾗσιν
                        ἕκαστα εἴθισται, οὕτω μὲν ὑγιεινὰ καὶ αὔξιμα καὶ εὔγηρα <lb/>γίνεται· μὴ
                        χρεομένοισι δὲ, ἀλλ᾿ ἐλινύουσι νοσηρότερα γίνεται καὶ <lb/>ἀναυξέα καὶ
                        ταχύγηρα. Ἐν δὲ τούτοισιν οὐχ ἥκιστα τὰ ἄρθρα τοῦτο <lb/>πέπονθε καὶ τὰ
                        νεῦρα, ἢν μή τις αὐτοῖσι χρέηται· κακοῦνται μὲν <lb/>οὖν διὰ ταύτας τὰς
                        προφάσιας μᾶλλόν τι ἐν τούτῳ τῷ τρόπῳ τοῦ <lb/>ὀλισθήματος, ἢ ἐν τοῖσιν
                        ἄλλοισιν· ὅλον γὰρ τὸ σκέλος ἀναυξὲς γίνεται, <lb/>καὶ τῇ ἀπὸ τῶν ὀστέων
                        φύσει, καὶ τῇ ἀπὸ τῶν σαρκῶν· οἱ οὖν <lb/>τοιοῦτοι ὁκόταν ἀνδρωθῶσι,
                        μετέωρον καὶ ξυγκεκαμμένον τὸ σκέλος <lb/>ἴσχουσιν, ἐπὶ δὲ τοῦ ἑτέρου
                        ὀχέονται, καὶ τῷ ξύλῳ ἀντισηριζόμενοι, <lb/>οἱ μὲν, ἑνὶ, οἱ δὲ, δυσίν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="59"><p>59. Οἷσι δ᾿ ἂν ἐς τοὔμπροσθεν ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ ἐκπέσῃ, <lb/>ὀλίγοισι δὲ
                        τοῦτο γίνεται, οὗτοι ἐκτανύειν μὲν τὸ σκέλος δύνανται <lb/>τελείως,
                        ξυγκάμπτειν δὲ ἥκιστα οὗτοι δύνανται τὰ κατὰ <lb/>τὸν βουβῶνα· πονέουσι δὲ,
                        καὶ ἢν κατὰ τὴν ἰγνύην ἀναγκάζωνται <lb/>ξυγκάμπτειν. Μῆκος δὲ τοῦ σκέλεος
                        παραπλήσιον φαίνεται, κατὰ <pb n="256"/> μὲν τὴν πτέρνην καὶ πάνυ· ἄκρος δὲ
                        ὁ ποὺς ἧσσόν τι προκύπτειν <lb/>ἐθέλει ἐς τοὔμπροσθεν· ὅλον δὲ τὸ σκέλος
                        ἔχει τὴν ἰθυωρίην τὴν <lb/>κατὰ φύσιν, καὶ οὔτε τῇ, οὔτε τῇ ῥέπει. Ὀδυνῶνται
                        δὲ αὐτίκα <lb/>οὗτοι μάλιστα, καὶ οὖρον ἴσχεται τὸ πρῶτον τούτοισι μᾶλλόν
                        τι, <lb/>ἢ τοῖσιν ἄλλοισιν ἐξαρθρήμασιν· ἐγκέεται γὰρ ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ
                        <lb/>ἐγγυτάτω τούτοισι τῶν τόνων τῶν ἐπικαίρων. Καὶ κατὰ μὲν τὸν βουβῶνα
                        <lb/>ἐξογκέον τε καὶ κατατεταμένον τὸ χωρίον φαίνεται, κατὰ δὲ τὸ
                        <lb/>πυγαῖον, στολιδωδέστερον καὶ ἀσαρκότερον. Ταῦτα μὲν οὖν <lb/>σημήϊά
                        ἐστι τὰ εἰρημένα, ὧν ἂν οὕτως ἐκπεπτώκῃ ὁ μηρός. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="60"><p>60. Ὁκόσοισι μὲν οὖν ἂν ἤδη ἠνδρωμένοισι τοῦτο τὸ ἄρθρον ἐκπεσὸν <lb/>μὴ
                        ἐμπέσῃ, οὗτοι, ὁκόταν αὐτοῖσιν ἡ ὀδύνη παύσηται καὶ τὸ <lb/>ἄρθρον ἐθισθῇ ἐν
                        τῷ χωρίῳ τούτῳ στροφᾶσθαι, ἵνα ἐξέπεσεν, οὗτοι <lb/>δύνανται σχεδὸν εὐθὺς
                        ὀρθοὶ ὁδοιπορέειν ἄνευ ξύλου, καὶ πάνυ μέντοι <lb/>εὐθέες, ἐπὶ δὲ τὸ
                        σιναρὸν, ἅτε οὔτε κατὰ τὸν βουβῶνα εὔκαμπτοι <lb/>ἐόντες, οὔτε κατὰ τὴν
                        ἰγνύην· διὰ οὖν τοῦ βουβῶνος τὴν <lb/>ἀκαμπίην εὐθυτέρῳ ὅλῳ τῷ σκέλεϊ ἐν τῇ
                        ὁδοιπορίῃ χρέονται, ἢ ὅτε <lb/>ὑγίαινον. Καὶ σύρουσι δὲ ἐνίοτε πρὸς τὴν γῆν
                        τὸν πόδα, ἅτε οὐ ῥηϊδίως <lb/>ξυγκάμπτοντες τὰ ἄνω ἄρθρα, καὶ ἅτε παντὶ
                        βαίνοντες τῷ ποδί· <lb/>οὐδὲν γὰρ ἧσσον τῇ πτέρνῃ οὗτοι βαίνουσιν, ἢ τῷ
                        ἔμπροσθεν· εἰ <lb/>δέ γε ἠδύναντο μέγα προβαίνειν, κἂν πάνυ πτερνοβάται
                        ἦσαν· καὶ <pb n="258"/> γὰρ οἱ ὑγιαίνοντες ὅσῳ ἂν μέζον προβαίνοντες
                        ὁδοιπορέωσι, τοσούτῳ <lb/>μᾶλλον πτερνοβάται εἰσὶ, τιθέντες τὸν πόδα,
                        αἴροντες δὲ τὸν <lb/>ἐναντίον. Ὁκόσοισι δὲ δὴ οὕτως ἐκπέπτωκε, καὶ ἔτι
                        μᾶλλον τῇ <lb/>πτέρνῃ προσεγχρίπτουσιν, ἢ τῷ ἔμπροσθεν· τὸ γὰρ ἔμπροσθεν
                        <lb/>τοῦ ποδὸς, ὅταν ἐκτεταμένον ἔῃ τὸ ἄλλο σκέλος, οὐχ ὁμοίως δύναται
                        <lb/>ἐς τὸ πρόσω καμπύλλεσθαι, ὥσπερ ὅταν ξυγκεκαμμένον ἔῃ τὸ <lb/>σκέλος·
                        οὔτ᾿ αὖ σιμοῦσθαι δύναται ὁ ποὺς, ξυγκεκαμμένου τοῦ <lb/>σκέλεος, ὡς ὅταν
                        ἐκτεταμένον ἔῃ τὸ σκέλος. Ὑγιαίνουσά τε οὖν ἡ φύσις <lb/>οὕτω πέφυκεν, ὥσπερ
                        εἴρηται· ὅταν δὲ ἐκπεσὸν μὴ ἐμπέσῃ τὸ <lb/>ἄρθρον, οὕτως ὁδοιπορέουσιν, ὡς
                        εἴρηται, διὰ τὰς προφάσιας ταύτας <lb/>τὰς εἰρημένας· ἀσαρκότερον μέντοι τὸ
                        σκέλος τοῦ ἑτέρου γίνεται, <lb/>κατά τε τὸ πυγαῖον, κατά τε τὴν
                        γαστροκνημίην, καὶ κατὰ τὴν <lb/>ὄπισθεν ἴξιν. Οἷσι δ᾿ ἂν νηπίοισιν ἔτι
                        ἐοῦσι τὸ ἄρθρον οὕτως ὀλισθάνον <lb/>μὴ ἐμπέσῃ, ἢ καὶ ἐκ γενεῆς οὕτω
                        γένηται, καὶ τούτοισι τὸ <lb/>τοῦ μηροῦ ὀστέον μᾶλλόν τι μινύθει, ἢ τὰ τῆς
                        κνήμης καὶ τὰ τοῦ <lb/>ποδός· ἥκιστα μὴν ἐν τούτῳ τῷ τρόπῳ τοῦ ὀλισθήματος ὁ
                        μηρὸς <lb/>μειοῦται. Μινύθουσι μέντοι αἱ σάρκες πάντη, μάλιστα δὲ κατὰ
                        <lb/>τὴν ὄπισθεν ἴξιν, ὥσπερ ἤδη καὶ πρόσθεν εἴρηται. Ὅσοι μὲν οὖν ἂν
                        <lb/>τιθηνηθῶσιν ὀρθῶς, οὗτοι μὲν δύνανται προσχρέεσθαι τῷ σκέλεϊ
                        <lb/>αὐξανόμενοι, βραχυτέρῳ μέν τινι τοῦ ἑτέρου ἐόντι, ὅμως δὲ ἐρειδόμενοι
                        <lb/>ξύλῳ ἐπὶ ταῦτα, ᾗ τὸ σιναρὸν σκέλος· οὐ γὰρ κάρτα δύνανται <lb/>ἄνευ
                        τῆς πτέρνης τῷ στήθεϊ τοῦ ποδὸς χρέεσθαι, ἐπικαθιέντες ὥσπερ <pb n="260"/>
                        ἐν ἑτέροισι χωλεύμασιν ἔνιοι δύνανται· αἴτιον δὲ τοῦ μὴ δύνασθαι <lb/>τὸ
                        ὀλίγῳ πρόσθεν εἰρημένον· διὰ οὖν τοῦτο προσδέονται ξύλου. <lb/>Ὅσοι δ᾿ ἂν
                        καταμεληθέωσι καὶ μηδὲν χρέωνται ἐπὶ τὴν γῆν τῷ <lb/>σκέλεϊ, ἀλλὰ μετέωρον
                        ἔχωσι, τούτοισι μινύθει μὲν τὰ ὀστέα ἐς <lb/>αὔξησιν μᾶλλον, ἢ τοῖσι
                        χρεομένοισιν· μινύθουσι δὲ καὶ αἱ σάρκες <lb/>πολὺ μᾶλλον, ἢ τοῖσι
                        χρεομένοισιν· κατὰ δὲ τὰ ἄρθρα ἐς τὸ εὐθὺ <lb/>πηροῦται τούτοισι τὸ σκέλος
                        μᾶλλόν τι, ἢ οἷσιν ἂν ἄλλως ἐκπεπτώκῃ. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>