<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:55-57</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:55-57</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="55"><p>55. Οἷσι μὲν οὖν ἂν τετελειωμένοισιν ἤδη ἐκπεσὸν τὸ ἄρθρον <pb n="240"/> μὴ
                        ἐμπέσῃ, τούτοισι βραχύτερον μὲν φαίνεται τὸ ξύμπαν σκέλος, <lb/>ἐν δὲ τῇ
                        ὁδοιπορίῃ τῇ μὲν πτέρνῃ οὐ δύνανται καθικνέεσθαι ἐπὶ τῆς <lb/>γῆς, τῷ δὲ
                        στήθεϊ τοῦ ποδὸς βαίνουσιν ἐπὶ τὴν γῆν· ὀλίγον δὲ ἐς <lb/>τὸ ἔσω μέρος
                        ῥέπουσι τοῖσι δακτύλοισιν ἄκροισιν. Ὀχέειν δὲ δύναται <lb/>τὸ σῶμα τὸ
                        σιναρὸν σκέλος τούτοισι πολλῷ μᾶλλον, ἢ οἷσιν ἂν ἐς <lb/>τὸ ἔσω μέρος
                        ἐκπεπτώκῃ, ἅμα μὲν, ὅτι ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ, καὶ ὁ <lb/>αὐχὴν τοῦ ἄρθρου
                        πλάγιος φύσει πεφυκὼς, ὑπὸ συχνῷ μέρεϊ τοῦ <lb/>ἰσχίου τὴν ὑπόστασιν
                        πεποίηται, ἅμα δὲ, ὅτι ἄκρος ὁ ποὺς οὐκ ἐς τὸ <lb/>ἔξω μέρος ἀναγκάζεται
                        ἐκκεκλίσθαι, ἀλλ᾿ ἐγγύς ἐστι τῆς ἰθυωρίης <lb/>τῆς κατὰ τὸ σῶμα, καὶ τείνει
                        καὶ ἐσωτέρω. Ὅταν οὖν τρίβον μὲν <lb/>λάβῃ τὸ ἄρθρον ἐν τῇ σαρκὶ, εἰς ἣν
                        ἐξεκλίθη, ἡ δὲ σὰρξ γλισχρανθῇ, <lb/>ἀνώδυνον τῷ χρόνῳ γίνεται· ὅταν δὲ
                        ἀνώδυνον γένηται, δύνανται <lb/>μὲν ὁδοιπορέειν ἄνευ ξύλου, ἢν ἄλλως
                        βούλωνται· δύνανται δὲ ὀχέειν <lb/>τὸ σῶμα ἐπὶ τὸ σιναρὸν σκέλος. Δι᾿ οὖν
                        τὴν χρῆσιν ἧσσον τοῖσι <lb/>τοιούτοισιν ἐκθηλύνονται αἱ σάρκες, ἢ οἷσιν
                        ὀλίγον πρόσθεν εἴρητκι· <lb/>ἐκθηλύνονται δὲ ἢ πλεῖον, ἢ ἔλασσον· μᾶλλον δέ
                        τι ἐκθηλύνονται <lb/>κατὰ τὸ ἔσω μέρος, ἢ κατὰ τὸ ἔξω, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. Τὸ
                        μέντοι ὑπόδημα <lb/>μετεξέτεροι τούτων ὑποδέεσθαι οὐ δύνανται διὰ τὴν
                        ἀκαμπίην <lb/>τοῦ σκέλεος, οἱ δέ τινες καὶ δύνανται. Οἷσι δὲ ἂν ἐν γαστρὶ
                        ἐοῦσιν <lb/>ἐξαρθρήσῃ τοῦτο τὸ ἄρθρον, ἢ ἔτι ἐν αὐξήσει ἐοῦσι βίῃ ἐκπεσὸν
                        ἤδη <lb/>μὴ ἐμπέσῃ, ἢ καὶ ὑπὸ νούσου ἐξαρθρήσῃ τοῦτο τὸ ἄρθρον καὶ ἐκπαλήσῃ
                        <lb/>(πολλὰ γὰρ τοιαῦτα γίνεται, καὶ ἐνίων μὲν τῶν τοιούτων <lb/>ἢν
                        ἐπισφακελίσῃ ὁ μηρὸς, ἐμπυήματα χρόνια καὶ ἔμμοτα γίνεται, <lb/>καὶ ὀστέων
                        ψιλώσιες ἐνίοισιν), ὁμοίως δὲ καὶ οἷσιν ἐπισφακελίζει, <pb n="242"/> καὶ
                        οἶσι μὴ ἐπισφακελίζει, τοῦ μηροῦ τὸ ὀστέον πολλῷ βραχύτερον <lb/>γίνεται,
                        καὶ οὐκ ἐθέλει ξυναύξεσθαι, ὥσπερ τοῦ ὑγιέος· τὰ μέντοι <lb/>τῆς κνήμης
                        βραχύτερα μὲν γίνεται, ἢ τὰ τῆς ἑτέρης, ὀλίγῳ δὲ, <lb/>διὰ τὰς αὐτὰς
                        προφάσιας, αἳ καὶ πρόσθεν εἴρηνται· ὁδοιπορέειν τε <lb/>δύνανται οἱ
                        τοιοῦτοι, οἱ μέν τινες αὐτῶν τοῦτον τὸν τρόπον, ὥσπερ <lb/>οἷσι
                        τετελειωμένοισιν ἐξέπεσε καὶ μὴ ἐνέπεσεν, οἱ δὲ καὶ βαίνουσι <lb/>μὲν παντὶ
                        τῷ ποδὶ, διαῤῥέπουσι δὲ ἐν τῇσιν ὁδοιπορίῃσιν, ἀναγκαζόμενοι <lb/>διὰ τὴν
                        βραχύτητα τοῦ σκέλεος. Ταῦτα δὲ τοιαῦτα γίνεται, <lb/>ἢν ἐπιμελέως μὲν
                        παιδαγωγηθῶσιν ἐν τοῖσι σχήμασι καὶ ὀρθῶς, ἐν <lb/>οἷσι δεῖ, πρὶν
                        κρατυνθῆναι ἐς τὴν ὁδοιπορίην, ἐπιμελέως δὲ καὶ <lb/>ὀρθῶς, ἐπὴν
                        κρατυνθῶσιν· πλείστης δὲ ἐπιμελείης δέονται, οἷσιν <lb/>ἂν νηπιωτάτοισιν
                        ἐοῦσιν αὕτη ἡ ξυμφορὴ γένηται· ἢν γὰρ ἀμεληθῶσι <lb/>νήπιοι ἐόντες, ἀχρήϊον
                        παντάπασι καὶ ἀναυξὲς ὅλον τὸ σκέλος <lb/>γίνεται. Αἱ δὲ σάρκες τοῦ
                        ξύμπαντος σκέλεος μινύθουσι μᾶλλον, <lb/>ἢ τοῦ ὑγιέος· πάνυ μὴν πολλῷ ἧσσον
                        τούτοισι μινύθουσιν, ἢ οἷσιν <lb/>ἂν ἔσω ἐκπεπτώκῃ, διὰ τὴν χρῆσιν καὶ τὴν
                        ταλαιπωρίην, οἷον <lb/>εὐθέως δύνασθαι χρέεσθαι τῷ σκέλεϊ, ὡς καὶ πρόσθεν
                        ὀλίγῳ περὶ <lb/>τῶν γαλιαγκώνων εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="56"><p>56. Εἰσὶ δέ τινες, ὧν τοῖσι μὲν ἐκ γενεῆς αὐτίκα, τοῖσι δὲ καὶ <lb/>ὑπὸ
                        νούσου ἀμφοτέρων τῶν σκελέων ἐξέστη τὰ ἄρθρα ἐς τὸ ἔξω μέρος· <lb/>τούτοισιν
                        οὖν τὰ μὲν ὀστέα ταὐτὰ παθήματα πάσχει· αἱ μέντοι <pb n="244"/> σάρκες
                        ἥκιστα ἐκθηλύνονται τοῖσι τοιούτοισιν· εὔσαρκα δὲ καὶ τά <lb/>σκέλεα
                        γίνεται, πλὴν εἴ τι ἄρα κατὰ τὸ εἴσω μέρος ἐλλείποι ὀλίγον· <lb/>διὰ τοῦτο
                        δὲ εὔσαρκά ἐστιν, ὅτι ἀμφοτέροισι τοῖσι σκέλεσιν <lb/>ὁμοίως ἡ χρῆσις
                        γίνεται· ὁμοίως γὰρ σαλεύουσιν ἐν τῇ ὁδοιπορίῃ <lb/>ἔνθα καὶ ἔνθα·
                        ἐξεχέγλουτοι δὲ οὗτοι ἰσχυρῶς φαίνονται διὰ <lb/>τὴν ἔκστασιν τῶν ἄρθρων. Ἢν
                        δὲ μὴ ἐπισφακελίσῃ αὐτοῖσι τὰ ὀστέα, <lb/>μηδὲ κυφοὶ ἀνωτέρω τῶν ἰσχίων
                        γένωνται (ἐνίους γὰρ καὶ τὰ <lb/>τοιαῦτα καταλαμβάνει), ἢν οὖν μὴ τοιοῦτόν
                        τι γένηται, ἱκανῶς <lb/>ὑγιηροὶ τἄλλα διαφέρονται· ἀναυξέστεροι μέντοι τὸ
                        πᾶν σῶμα <lb/>οὗτοι γίνονται, πλὴν τῆς κεφαλῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="57"><p>57. Ὅσοισι δ᾿ ἂν ἐς τοὔπισθεν ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ ἐκπέσῃ, <lb/>ὀλίγοισι δὲ
                        ἐκπίπτει, οὗτοι ἐκτανύειν οὐ δύνανται τὸ σκέλος, <lb/>οὔτε κατὰ τὸ ἄρθρον τὸ
                        ἐκπεσὸν, οὔτε τι κάρτα κατὰ τὴν ἰγνύην· <lb/>ἀλλ᾿ ἥκιστα τῶν ἐκπαλέων οὗτοι
                        ἐκτανύουσι καὶ τὸ κατὰ τὸν <lb/>βουβῶνα, καὶ τὸ κατὰ τὴν ἰγνύην ἄρθρον.
                        Προσξυνιέναι μὲν οὖν <lb/>καὶ τόδε χρὴ (εὔχρηστον γὰρ καὶ πολλοῦ ἄξιόν ἐστι,
                        καὶ τοὺς πλείστους <lb/>λήθει), ὅτι οὐδ᾿ ὑγιαίνοντες δύνανται κατὰ τὴν
                        ἰγνύην ἐκτανύειν <pb n="246"/> τὸ ἄρθρον, ἢν μὴ ξυνεκτανύωσι καὶ τὸ κατὰ τὸν
                        βουβῶνα <lb/>ἄρθρον, πλὴν ἢν μὴ πάνυ ἄνω ἀείρωσι τὸν πόδα, οὕτω δ᾿ ἂν
                        δύναιντο· <lb/>οὐ τοίνυν οὐδὲ ξυγκάμπτειν δύνανται τὸ κατὰ τὴν ἰγνύην
                        <lb/>ἄρθρον ὁμοίως, ἀλλὰ πολὺ χαλεπώτερον, ἢν μὴ ξυγκάμψωσι καὶ τὸ <lb/>κατὰ
                        τὸν βουβῶνα ἄρθρον. Πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα κατὰ τὸ σῶμα τοιαύτας <lb/>ἀδελφίξιας
                        ἔχει, καὶ κατὰ νεύρων ξυντάσιας, καὶ κατὰ μυῶν <lb/>σχήματα, καὶ πλεῖστά τε
                        καὶ πλείστου ἄξια γινώσκεσθαι, ἢ ὥς τις <lb/>οἴεται, καὶ κατὰ τὴν τοῦ
                        ἐντέρου φύσιν, καὶ τὴν τῆς ξυμπάσης <lb/>κοιλίης, καὶ κατὰ τὰς τῶν ὑστερέων
                        πλάνας καὶ ξυντάσιας· ἀλλὰ <lb/>περὶ μὲν τούτων ἑτέρωθι λόγος ἔσται,
                        ἠδελφισμένος τοῖσι νῦν <lb/>λεγομένοισιν. Περὶ οὗ δὲ ὁ λόγος ἐστὶν, οὔτε
                        ἐκτανύειν δύνανται, <lb/>ὥσπερ ἤδη εἴρηται· βραχύτερόν τε τὸ σκέλος φαίνεται
                        διὰ δισσὰς <lb/>προφάσιας, ὅτι τε οὐκ ἐκτανύεται, ὅτι τε πρὸς τὴν σάρκα
                        ὠλίσθηκε <lb/>τὴν τοῦ πυγαίου· ἡ γὰρ φύσις τοῦ ἰσχίου τοῦ ὀστέου ταύτῃ, ᾗ
                        καὶ <lb/>ἡ κεφαλὴ καὶ ὁ αὐχὴν τοῦ μηροῦ γίνεται, ὅταν δὲ ἐξαρθρήσῃ,
                        <lb/>καταφερὴς πέφυκεν ἐπὶ τοῦ πυγαίου τὸ ἔξω μέρος. Ξυγκάμπτειν <lb/>μέντοι
                        δύνανται, ὅταν μὴ ἡ ὀδύνη κωλύῃ· καὶ ἡ κνήμη τε <lb/>καὶ ὁ ποὺς ὀρθὰ
                        ἐπιεικέως φαίνεται, καὶ οὔτε τῇ, οὔτε τῇ πολὺ <lb/>ἐκκεκλιμένα· κατὰ δὲ τὸν
                        βουβῶνα δοκέει τι ἡ σὰρξ λαπαρωτέρη <lb/>εἶναι, ποτὶ καὶ ψαυομένη, ἅτε τοῦ
                        ἄρθρου ἐς τὰ ἐπὶ θάτερα μέρη <pb n="248"/> ὠλισθηκότος· κατὰ δὲ αὐτὸ τὸ
                        πυγαῖον διαψαυομένη ἡ κεφαλὴ τοῦ <lb/>μηροῦ δοκέει ἐξογκέειν μᾶλλον. Τὰ μὲν
                        οὖν σημήϊα ταῦτα, ᾧ <lb/>ἂν ἐς τὸ ὄπισθεν ἐκπεπτώκῃ ὁ μηρός. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>