<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:52-54</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:52-54</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="52"><p>52. Οἷσι μὲν ἂν οὖν ἐκπεσὼν μὴ ἐμπέσῃ, ἀλλὰ καταπορηθῇ <lb/>καὶ ἀμεληθῇ, ἥ τε
                        ὁδοιπορίη περιφοράδην τοῦ σκέλεος ὥσπερ τοῖσι <lb/>βουσὶ γίνεται, καὶ ἡ
                        ὄχησις πλείστη αὐτέοισιν ἐπὶ τοῦ ὑγιέος <lb/>σκέλεός ἐστιν. Καὶ ἀναγκάζονται
                        κατὰ τὸν κενεῶνα καὶ κατὰ <lb/>τὸ ἄρθρον τὸ ἐκπεπτωκὸς κοῖλοι καὶ σκολιοὶ
                        εἶναι· κατὰ δὲ <lb/>τὸ ὑγιὲς ἐς τὸ ἔξω ὁ γλουτὸς ἀναγκάζεται περιφερὴς
                        εἶναι· εἰ γάρ τις <lb/>ἔξω τῷ ποδὶ τοῦ ὑγιέος σκέλεος βαίνοι, ἀπωθοίη ἂν τὸ
                        σῶμα τὸ ἄλλο <lb/>ἐς τὸ σιναρὸν σκέλος τὴν ὄχησιν ποιέεσθαι· τὸ δὲ σιναρὸν
                        οὐκ ἂν <lb/>δύναιτο ὀχέειν· πῶς γάρ; ἀναγκάζεται οὖν οὕτω κατὰ τοῦ ὑγιέος
                        <lb/>σκέλεος τῷ ποδὶ ἔσω βαίνειν, ἀλλὰ μὴ ἔξω· οὕτω γὰρ ὀχέει μάλιστα
                        <lb/>τὸ σκέλος τὸ ὑγιὲς, καὶ τὸ ἑωυτοῦ μέρος τοῦ σώματος, καὶ τὸ <lb/>τοῦ
                        σιναροῦ σκέλεος μέρος. Κοιλαινόμενοι δὲ κατὰ τὸν κενεῶνα καὶ κατὰ <lb/>τὰ
                        ἄρθρα, μικροὶ φαίνονται, καὶ τῷ ξύλῳ ἀναγκάζονται ἀντερείδεσθαι <lb/>πλάγιοι
                        κατὰ τὸ ὑγιὲς σκέλος· δέονται γὰρ ἀντικοντώσιος ταύτῃ· <pb n="228"/> ἐπὶ
                        τοῦτο γὰρ οἱ γλουτοὶ ῥέπουσι, καὶ τὸ ἄχθος τοῦ σώματος ὀχέεται <lb/>ἐπὶ
                        τοῦτο. Ἀναγκάζονται δὲ καὶ ἐπικύπτειν· τὴν γὰρ χεῖρα <lb/>τὴν κατὰ τὸ σκέλος
                        τὸ σιναρὸν ἀναγκάζονται κατὰ πλάγιον τὸν <lb/>μηρὸν ἐρείδειν· οὐ γὰρ δύναται
                        τὸ σιναρὸν σκέλος ὀχέειν τὸ σῶμα <lb/>ἐν τῇ μεταλλαγῇ τῶν σκελέων, ἢν μὴ
                        κατέχηται πρὸς τὴν γῆν <lb/>πιεζόμενον. Ἐν τούτοισιν οὖν τοῖσι σχήμασιν
                        ἀναγκάζονται ἐσχηματίσθαι, <lb/>οἷσιν ἂν ἔσω ἐκβὰν τὸ ἄρθρον μὴ ἐμπέσῃ, οὐ
                        προβουλεύσαντος <lb/>τοῦ ἀνθρώπου, ὅκως ἂν ῥήϊστα ἐσχηματισμένον ἔῃ,
                        <lb/>ἀλλ᾿ αὐτὴ ἡ ξυμφορὴ διδάσκει ἐκ τῶν παρεόντων τὰ ῥήϊστα αἱρέεσθαι.
                        <lb/>Ἐπεὶ καὶ ὁκόσοι ἕλκος ἔχοντες ἐν ποδὶ ἢ κνήμῃ οὐ κάρτα δύνανται
                        <lb/>ἐπιβαίνειν τῷ σκέλεϊ, πάντες, καὶ οἱ νήπιοι, οὕτως ὁδοιπορέουσιν·
                        <lb/>ἔξω γὰρ βαίνουσι τῷ σιναρῷ σκέλεϊ· καὶ δισσὰ κερδαίνουσι, <lb/>δισσῶν
                        γὰρ δέονται· τό τε γὰρ σῶμα οὐκ ὀχέεται ὁμοίως ἐπὶ <lb/>τοῦ ἔξω
                        ἀποβαινομένου, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ εἴσω· οὐδὲ γὰρ κατ᾿ <lb/>ἰθυωρίην αὐτῷ γίνεται
                        τὸ ἄχθος, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον ἐπὶ τοῦ ὑποβαινομένου· <lb/>κατ᾿ ἰθυωρίην γὰρ
                        αὐτῷ γίνεται τὸ ἄχθος ἔν τε αὐτῇ <lb/>τῇ ὁδοιπορίῃ καὶ τῇ μεταλλαγῇ τῶν
                        σκελέων. Ἐν τούτῳ τῷ σχήματι <lb/>τάχιστα ἂν δύναιτο ὑποτιθέναι τὸ ὑγιὲς
                        σκέλος, εἰ τῷ μὲν σιναρῷ <lb/>ἐξωτέρω βαίνοι, τῷ δὲ ὑγιέϊ ἐσωτέρω. Περὶ οὗ
                        οὖν ὁ λόγος, <lb/>ἀγαθὸν εὑρίσκεσθαι αὐτὸ ἑωυτῷ τὸ σῶμα [ἐς] τὰ ῥήϊστα τῶν
                            <pb n="230"/> σχημάτων. Ὅσοισι μὲν οὖν μήπω τετελειωμένοισιν ἐς αὔξησιν
                        <lb/>ἐκπεσὼν μὴ ἐμπέσοι, γυιοῦται ὁ μηρὸς καὶ ἡ κνήμη καὶ ὁ <lb/>πούς· οὔτε
                        γὰρ τὰ ὀστέα ἐς τὸ μῆκος ὁμοίως αὔξεται, ἀλλὰ βραχύτερα <lb/>γίνεται,
                        μάλιστα δὲ τὸ τοῦ μηροῦ, ἄσαρκόν τε ἅπαν τὸ <lb/>σκέλος καὶ ἄμυον καὶ
                        ἐκτεθηλυσμένον καὶ λεπτότερον γίνεται, <lb/>ἅμα μὲν, διὰ τὴν στέρησιν τῆς
                        χώρης τοῦ ἄρθρου, ἅμα δὲ, ὅτι ἀδύνατον <lb/>χρέεσθαί ἐστιν, ὅτι οὐ κατὰ
                        φύσιν κέεται· χρῆσις γὰρ μετεξετέρη <lb/>ῥύεται τῆς ἄγαν ἐκθηλύνσιος· ῥύεται
                        δέ τι καὶ τῆς ἐπὶ <lb/>μῆκος ἀναυξήσιος. Κακοῦται μὲν οὖν μάλιστα, οἷσιν ἂν
                        ἐν γαστρὶ <lb/>ἐοῦσιν ἐξαρθρήσῃ τοῦτο τὸ ἄρθρον, δεύτερον δὲ, οἷσιν ἂν ὡς
                        νηπιωτάτοισιν <lb/>ἐοῦσιν, ἥκιστα δὲ τοῖσι τετελειωμένοισιν. Τοῖσι μὲν
                        <lb/>οὖν τετελειωμένοισιν εἴρηται, οἵη τις ἡ ὁδοιπορίη γίνεται· οἷσι δ᾿
                        <lb/>ἂν νηπίοισιν ἐοῦσιν ἡ ξυμφορὴ αὕτη γένηται, οἱ μὲν πλεῖστοι
                        <lb/>καταβλακεύουσι τὴν διόρθωσιν τοῦ σώματος, ἀλλὰ κακῶς εἰλέονται <lb/>ἐπὶ
                        τὸ ὑγιὲς σκέλος, τῇ χειρὶ πρὸς τὴν γῆν ἀπερειδόμενοι τῇ <lb/>κατὰ τὸ ὑγιὲς
                        σκέλος· καταβλακεύουσι δὲ ἔνιοι τὴν ἐς τὸ ὀρθὸν <lb/>ὁδοιπορίην, καὶ οἷσιν
                        ἂν τετελειωμένοισιν αὕτη ἡ ξυμφορὴ γένηται. <lb/>Ὁκόσοι δ᾿ ἂν νήπιοι ἐόντες,
                        ταύτῃ τῇ ξυμφορῇ χρησάμενοι, <lb/>ὀρθῶς παιδαγωγηθῶσι, τῷ μὲν ὑγιέϊ σκέλεϊ
                        χρέονται ἐς ὐρθὸν, <lb/>ὑπὸ δὲ τὴν μασχάλην τὴν κατὰ τὸ ὑγιὲς σκέλος σκίπωνα
                        περιφέρουσι, <pb n="232"/> μετεξέτεροι δὲ, καὶ ὑπ᾿ ἀμφοτέρας τὰς χεῖρας· τὸ
                        δὲ σιναρὸν <lb/>σκέλος μετέωρον ἔχουσι, καὶ τοσούτῳ ῥηΐους εἰσὶν, ὅσῳ ἂν
                        <lb/>αὐτοῖσιν ἔλασσον τὸ σκέλος τὸ σιναρὸν ἔῃ· τὸ δὲ ὑγιὲς ἰσχύει αὐτέοισιν
                        <lb/>οὐδὲν ἧσσον, ἢ εἰ καὶ ἀμφότερα ὑγιέα ἦν. Θηλύνονται δὲ <lb/>πᾶσι τοῖσι
                        τοιούτοισιν αἱ σάρκες τοῦ σκέλεος, μᾶλλον δέ τι θηλύνονται <lb/>αἱ ἐκ τοῦ
                        ἔξω μέρεος, ἢ αἱ ἐκ τοῦ ἔσω ὡς ἐπὶ πολύ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="53"><p>53. Μυθολογοῦσι δέ τινες, ὅτι αἱ Ἀμαζονίδες τὸ ἄρσεν γένος τὸ <lb/>ἑωυτῶν
                        αὐτίκα νήπιον ἐὸν ἐξαρθρέουσιν, αἱ μὲν, κατὰ [τὰ] γούνατα, <lb/>αἱ δὲ, κατὰ
                        τὰ ἰσχία, ὡς δῆθεν χωλὰ γίνοιτο, καὶ μὴ <lb/>ἐπιβουλεύοι τὸ ἄρσεν γένος τῷ
                        θήλεϊ· χειρώναξιν ἄρα τουτέοισι <lb/>χρέονται, ὁκόσα ἢ σκυτείης ἔργα, ἢ
                        χαλκείης, ἢ ἄλλο ὅ τι ἑδραῖον <lb/>ἔργον. Εἰ μὲν οὖν ἀληθέα ταῦτά ἐστιν, ἐγὼ
                        μὲν οὐκ οἶδα· ὅτι δὲ <lb/>γίνοιτο ἂν τοιαῦτα, οἶδα, εἴ τις ἐξαρθρέοι αὐτίκα
                        νήπια ἐόντα. Κατὰ <lb/>μὲν οὖν τὰ ἰσχία μέζον τὸ διάφορόν ἐστιν ἐς τὸ ἔσω, ἢ
                        ἐς τὸ ἔξω <lb/>ἐξαρθρῆσαι· κατὰ δὲ τὰ γούνατα διαφέρει μέν τι, ἔλασσον δέ τι
                        <lb/>διαφέρει· τρόπος δὲ ἑκατέρου τοῦ χωλώματος ἴδιός ἐστιν· κυλλοῦται <pb n="234"/> γὰρ μᾶλλον, οἷσιν ἂν ἐς τὸ ἔξω ἐξαρθρήσῃ· ὀρθοὶ δὲ ἧσσον
                        <lb/>ἵστανται, οἷσιν ἂν ἐς τὸ ἔσω ἐξαρθρήσῃ. Ὡσαύτως δὲ καὶ ἢν <lb/>παρὰ τὸ
                        σφυρὸν ἐξαρθρήσῃ, ἢν μὲν ἐς τὸ ἔξω μέρος, κυλλοὶ μὲν <lb/>γίνονται, ἑστάναι
                        δὲ δύνανται· ἢν δὲ ἐς τὸ ἔσω μέρος, βλαισοὶ <lb/>μὲν γίνονται, ἧσσον δὲ
                        ἑστάναι δύνανται. Ἥ γε μὴν <lb/>ξυναύξησις τῶν ὀστέων τοιήδε γίνεται· οἷσι
                        μὲν ἂν τὸ κατὰ <lb/>τὸ σφυρὸν ὀστέον τὸ τῆς κνήμης ἐκστῇ, τούτοισι μὲν τὰ
                        τοῦ <lb/>ποδὸς ὀστέα ἥκιστα ξυναύξεται, ταῦτα γὰρ ἐγγυτάτω τοῦ <lb/>τρώματός
                        ἐστι, τὰ δὲ τῆς κνήμης ὀστέα αὔξεται μὲν, οὐ πολὺ δὲ <lb/>ἐνδεεστέρως, αἱ
                        μέντοι σάρκες μινύθουσιν. Οἷσι δ᾿ ἂν κατὰ μὲν <lb/>τὸ σφυρὸν μένῃ τὸ ἄρθρον
                        κατὰ φύσιν, κατὰ δὲ τὸ γόνυ ἐξεστήκῃ, <lb/>τούτοισι τὸ τῆς κνήμης ὀστέον οὐκ
                        ἐθέλει ξυναύξεσθαι ὁμοίως, <lb/>ἀλλὰ βραχύτατον γίνεται, τοῦτο γὰρ ἐγγυτάτω
                        τοῦ τρώματός ἐστιν· <lb/>τοῦ μέντοι ποδὸς τὰ ὀστέα μινύθει μὲν, ἀτὰρ οὐχ
                        ὁμοίως, ὥσπερ <lb/>ὀλίγον τι πρόσθεν εἴρηται, ὅτι τὸ ἄρθρον τὸ παρὰ τὸν πόδα
                        σῶόν <lb/>ἐστιν· εἰ δέ οἱ χρέεσθαι ἠδύναντο, ὥσπερ καὶ τῷ κυλλῷ, ἔτι ἂν
                        <lb/>ἧσσον ἐμινύθει τὰ τοῦ ποδὸς ὀστέα τούτοισιν. Οἷσι δ᾿ ἂν κατὰ <lb/>τὸ
                        ἰσχίον ἡ ἐξάρθρησις γένηται, τούτοισι τοῦ μηροῦ τὸ ὀστέον οὐκ <lb/>ἐθέλει
                        ξυναύξεσθαι ὁμοίως, τοῦτο γὰρ ἐγγυτάτω τοῦ τρώματός <lb/>ἐστιν, ἀλλὰ
                        βραχύτερον τοῦ ὑγιέος γίνεται· τὰ μέντοι τῆς κνήμης <lb/>ὀστέα οὐχ ὁμοίως
                        τούτοισιν ἀναυξέα γίνεται, οὐδὲ τὰ τοῦ <lb/>ποδὸς, διὰ τοῦτο δὲ, ὅτι τὸ τοῦ
                        μηροῦ ἄρθρον τὸ παρὰ τὴν <lb/>κνήμην ἐν τῇ ἑωυτοῦ φύσει μένει, καὶ τὸ τῆς
                        κνήμης τὸ παρὰ τὸν <pb n="236"/> πόδα· σάρκες μέντοι μινύθουσι παντὸς τοῦ
                        σκέλεος τούτοισιν· εἰ <lb/>μέντοι χρέεσθαι τῷ σκέλεϊ ἠδύναντο, ἔτι ἂν μᾶλλον
                        τὰ ὀστέα ξυνηυξάνετο, <lb/>ὡς καὶ πρόσθεν εἴρηται, πλὴν τοῦ μηροῦ, κἂν ἧσσον
                        <lb/>ἄσαρκα εἴη, ἀσαρκότερα δὲ πολλῷ ἢ εἰ ὑγιέα ἦν. Σημήϊον δὲ, <lb/>ὅτι
                        ταῦτα τοιαῦτά ἐστιν· ὁκόσοι γὰρ, τοῦ βραχίονος ἐκπεσόντος, <lb/>γαλιάγκωνες
                        ἐγένοντο ἐκ γενεῆς, ἢ καὶ ἐν αὐξήσει πρὶν τελειωθῆναι, <lb/>οὗτοι τὸ μὲν
                        ὀστέον τοῦ βραχίονος βραχὺ ἴσχουσι, τὸν δὲ πῆχυν <lb/>καὶ ἄκρην τὴν χεῖρα
                        ὀλίγῳ ἐνδεεστέρην τοῦ ὑγιέος, διὰ ταύτας τὰς <lb/>προφάσιας τὰς εἰρημένας,
                        ὅτι ὁ μὲν βραχίων ἐγγυτάτω τοῦ ἄρθρου <lb/>τοῦ τρώματός ἐστιν, ὥστε διὰ
                        τοῦτο βραχύτερος γέγονεν· ὁ δ᾿ αὖ <lb/>πῆχυς διὰ τοῦτο οὐχ ὁμοίως ἐνακούει
                        τῆς ξυμφορῆς, ὅτι τὸ τοῦ <lb/>βραχίονος ἄρθρον τὸ πρὸς τοῦ πήχεος ἐν τῇ
                        ἀρχαίῃ φύσει μένει, ἥ τε <lb/>αὖ χεὶρ ἄκρη ἔτι τηλοτέρω ἄπεστιν, ἢ ὁ πῆχυς,
                        ἀπὸ τῆς ξυμφορῆς. <lb/>Διὰ ταύτας οὖν τὰς εἰρημένας προφάσιας, τῶν ὀστέων τά
                        τε μὴ <lb/>ξυναυξανόμενα οὐ ξυναυξάνεται, τά τε ξυναυξανόμενα ξυν·
                        <lb/>αυξάνεται. Ἐς δὲ τὸ εὔσαρκον τῇ χειρὶ καὶ τῷ βραχίονι ἡ ταλαιπωρίη
                        <lb/>τῆς χειρὸς μέγα προσωφελέει· ὅσα γὰρ χειρῶν ἔργα ἐστὶ, τὰ <lb/>πλεῖστα
                        προθυμέονται οἱ γαλιάγκωνες ἐργάζεσθαι τῇ χειρὶ ταύτῃ, <lb/>ὅσα περ καὶ τῇ
                        ἑτέρῃ δύνανται, οὐδὲν ἐνδεεστέρως τῆς ἀσινέος· <lb/>οὐ γὰρ δεῖ ὀχέεσθαι τὸ
                        σῶμα ἐπὶ τῶν χειρῶν, ὡς ἐπὶ τῶν σκελέων, <lb/>ἀλλὰ κοῦφα αὐτέῃσι τὰ ἔργα
                        ἐστίν. Διὰ δὲ τὴν χρῆσιν οὐ μινύθουσιν <lb/>αἱ σάρκες αἱ κατὰ τὴν χεῖρα καὶ
                        τὸν πῆχυν τοῖσι γαλιάγκωσιν, <pb n="238"/> ἀλλὰ καὶ ὁ βραχίων τι
                        προσωφελέεται ἐς εὐσαρκίην διὰ ταῦτα· <lb/>ὅταν δὲ ἰσχίον ἐκπαλὲς γένηται ἐς
                        τὸ ἔσω μέρος ἐκ γενεῆς, ἢ καὶ <lb/>ἔτι νηπίῳ ἐόντι, μινύθουσιν αἱ σάρκες διὰ
                        τοῦτο μᾶλλον ἢ τῆς χειρὸς, <lb/>ὅτι οὐ δύνανται χρέεσθαι τῷ σκέλεϊ.
                        Μαρτύριον δέ τι ἓν ἔσται <lb/>καὶ ἐν τοῖσιν ὀλίγον ὕστερον εἰρησομένοισιν,
                        ὅτι ταῦτα τοιαῦτά ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="54"><p>54. Ὁκόσοισι δ᾿ ἂν ἐς τὸ ἔξω ἡ τοῦ μηροῦ κεφαλὴ ἐκβῇ, τούτοισι
                        <lb/>βραχύτερον μὲν τὸ σκέλος φαίνεται παρατεινόμενον παρὰ τὸ ἕτερον·
                        <lb/>εἰκότως· οὐ γὰρ ἐπ᾿ ὀστέον ἡ ἐπίβασις τῆς κεφαλῆς τοῦ μηροῦ ἐστιν,
                        <lb/>ὡς ὅτε ἔσω ἐκπέπτωκεν, ἀλλὰ παρ᾿ ὀστέον παρεγκεκλιμένην <lb/>τὴν φύσιν
                        ἔχον, ἐν σαρκὶ δὲ στηρίζεται ὑγρῇ καὶ ὑπεικούσῃ· διὰ <lb/>τοῦτο μὲν
                        βραχύτερον φαίνεται. Ἔσωθεν δὲ ὁ μηρὸς παρὰ τὴν <lb/>πλιχάδα καλεομένην
                        κοιλότερος καὶ ἀσαρκότερος φαίνεται· ἔξωθεν <lb/>δὲ ὁ γλουτὸς ὑποκυρτότερος,
                        ἅτε ἐς τὸ ἔξω τῆς κεφαλῆς τοῦ <lb/>μηροῦ ὠλισθηκυίης· ἀτὰρ καὶ ἀνωτέρω
                        φαίνεται ὁ γλουτὸς, ἅτε <lb/>ὑπειξάσης τῆς σαρκὸς τῆς ἐνταῦθα τῇ τοῦ μηροῦ
                        κεφαλῇ· τὸ δὲ <lb/>παρὰ τὸ γόνυ τοῦ μηροῦ ἄκρον ἔσω ῥέπον φαίνεται, καὶ ἡ
                        κνήμη, <lb/>αὶ ὁ πούς· ἀτὰρ οὐδὲ ξυγκάμπτειν ὥσπερ τὸ ὑγιὲς σκέλος
                        <lb/>δύνανται. Τὰ μὲν οὖν σημήϊα ταῦτα τοῦ ἔξω ἐκπεπτωκότος μηροῦ εἰσιν.
                    </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>