<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:49-51</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:49-51</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="49"><p>49. Πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα ἐν ἰητρικῇ ἄν τις θεάσοιτο, ὧν τὰ μὲν <lb/>ἰσχυρὰ
                        ἀσινέα ἐστὶ, καὶ καθ᾿ ἑωυτὰ τὴν κρίσιν ὅλην λαμβάνοντα τοῦ <lb/>νουσήματος,
                        τὰ δὲ ἀσθενέστερα σινάμωρα, καὶ ἀποτόκους νοσημάτων <lb/>χρονίους ποιέοντα,
                        καὶ κοινωνέοντα τῷ ἄλλῳ σώματι ἐπὶ <lb/>πλέον. Ἐπεὶ καὶ πλευρέων κάτηξις
                        τοιοῦτόν τι πέπονθεν· οἷσι <lb/>μὲν γὰρ ἂν καταγῇ πλευρὴ, μία ἢ πλέονες, ὡς
                        τοῖσι πλείστοισι <pb n="218"/> κατάγνυται, μὴ διασχόντα τὰ ὀστέα ἐς τὸ ἔσω
                        μέρος, μηδὲ ψιλωθέντα, <lb/>ὀλίγοι μὲν ἤδη ἐπυρέτηναν· ἀτὰρ οὐδὲ αἷμα πολλοὶ
                        ἤδη ἔπτυσαν, <lb/>οὐδὲ ἔμπυοι πολλοὶ γίνονται, οὐδὲ ἔμμοτοι, οὐδὲ
                        ἐπισφακελίσιες <lb/>τῶν ὀστέων· δίαιτά τε φαύλη ἀρκέει· ἢν γὰρ μὴ πυρετὸς
                        ξυνεχὴς ἐπιλαμβάνῃ <lb/>αὐτοὺς, κενεαγγέειν κάκιον τοῖσι τοιούτοισιν, ἢ μὴ
                        κενεαγγέειν, <lb/>καὶ ἐπωδυνέστερον, καὶ πυρετωδέστερον, καὶ βηχωδέστερον·
                        <lb/>τὸ γὰρ πλήρωμα τὸ μέτριον τῆς κοιλίης, διόρθωμα τῶν πλευρέων
                        <lb/>γίνεται· ἡ δὲ κένωσις κρεμασμὸν τῇσι πλευρῇσι ποιέει· ὁ δὲ κρεμασμὸς,
                        <lb/>ὀδύνην. Ἔξωθέν τε οὖ φαύλη ἐπίδεσις τοῖσι τοιούτοισιν <lb/>ἀρκέει·
                        κηρωτῇ καὶ σπλήνεσι καὶ ὀθονίοισιν ἡσύχως ἐρείδοντα, ὁμαλὴν <lb/>τὴν
                        ἐπίδεσιν ποιέεσθαι, ἢ καὶ ἐριῶδές τι προσεπιθέντα. Κρατύνεται <lb/>δὲ πλευρὴ
                        ἐν εἴκοσιν ἡμέρῃσιν· ταχεῖαι γὰρ αἱ ἐπιπωρώσιες <lb/>τῶν τοιουτέων ὀστέων.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="50"><p>50. Ἀμφιφλασθείσης μέντοι τῆς σαρκὸς ἀμφὶ τῇσι πλευρῇσιν, ἢ <lb/>ὑπὸ πληγῆς,
                        ἢ ὑπὸ πτώματος, ἢ ὑπὸ ἀντερείσιος, ἢ ἄλλου τινὸς <lb/>τοιουτοτρόπου, πολλοὶ
                        ἤδη πουλὺ αἷμα ἔπτυσαν· οἱ γὰρ ὀχετοὶ οἱ <lb/>κατὰ τὸ λαπαρὸν τῆς πλευρῆς
                        ἑκάστης παρατεταμένοι, καὶ οἱ <lb/>τόνοι ἀπὸ τῶν ἐπικαιροτάτων τῶν ἐν τῷ
                        σώματι τὰς ἀφορμὰς <lb/>ἔχουσιν· πολλοὶ οὖν ἤδη βηχώδεες, καὶ φυματίαι, καὶ
                        ἔμπυοι <lb/>ἐγένοντο, καὶ ἔμμοτοι, καὶ ἡ πλευρὴ ἐπεσφακέλισεν αὐτοῖσιν. Ἀτὰρ
                        <lb/>καὶ οἷσι μηδὲν τοιοῦτον προσεγένετο, ἀμφιφλασθείσης τῆς <lb/>σαρκὸς
                        ἀμφὶ τῇσι πλευρῇσιν, ὅμως δὲ βραδύτερον ὀδυνώμενοι <lb/>παύονται οὗτοι, ἢ
                        οἷσιν ἂν πλευρὴ καταγῇ, καὶ ὑποστροφὰς μᾶλλον <pb n="220"/> ἴσχει ὀδυνημάτων
                        τὸ χωρίον ἐν τοῖσι τοιούτοισι τρώμασιν, ἢ τοῖσιν <lb/>ἑτέροισιν. Μάλα μὲν
                        οὖν μετεξέτεροι καταμελέουσι τῶν τοιούτων <lb/>σινέων, μᾶλλον ἢ ἢν πλευρὴ
                        κατεαγῇ αὐτέοισιν· ἀτὰρ καὶ ἰήσιος <lb/>σκεθροτέρης οἱ τοιοῦτοι δέονται, εἰ
                        σωφρονοῖεν· τῇ τε γὰρ διαίτῃ <lb/>ξυμφέρει ξυνεστάλθαι, ἀτρεμέειν τε τῷ
                        σώματι ὡς μάλιστα, <lb/>ἀφροδισίων τε ἀπέχεσθαι, βρωμάτων τε λιπαρῶν, καὶ
                        κερχνωδέων, <lb/>καὶ ἰσχυρῶν πάντων, φλέβα τε κατ᾿ ἀγκῶνα τέμνεσθαι,
                        <lb/>σιγᾷν τε ὡς μάλιστα, ἐπιδέεσθαί τε τὸ χωρίον τὸ φλασθὲν σπλήνεσι
                        <lb/>μὴ πολυπτύχοισι, συχνοῖσι δὲ καὶ πολὺ πλατυτέροισι πάντη <lb/>τοῦ
                        φλάσματος, κηρωτῇ τε ὑποχρίειν, ὀθονίοισί τε πλατέσι οὺν <lb/>ταινίῃσι
                        πλατείῃσι καὶ μαλθακῇσιν ἐπιδέειν, ἐρείδειν τε μετρίως, <lb/>ὥστε μὴ κάρτα
                        πεπιέχθαι φάναι τὸν ἐπιδεδεμένον, μηδ᾿ αὖ χαλαρόν· <lb/>ἄρχεσθαι δὲ τὸν
                        ἐπιδέοντα κατὰ τὸ φλάσμα, καὶ ἐρηρεῖσθαι <lb/>ταύτῃ μάλιστα, τὴν δὲ ἐπίδεσιν
                        ποιέεσθαι, ὡς ἀπὸ δύο ἀρχέων <lb/>ἐπιδέεται, ἵνα μὴ περιῤῥεπὲς τὸ δέρμα τὸ
                        περὶ τὰς πλευρὰς <lb/>ἔῃ, ἀλλ᾿ ἰσόῤῥοπον, ἐπιδέειν δὲ ἢ καθ᾿ ἑκάστην ἡμέρην,
                        ἢ <lb/>παρ᾿ ἑτέρην. Ἄμεινον δὲ καὶ τὴν κοιλίην μαλθάξαι κούφῳ τινὶ,
                        <lb/>ὅσον κενώσιος εἵνεκεν τοῦ σίτου, καὶ ἐπὶ μὲν δέκα ἡμέρας ἰσχναίνειν,
                        <lb/>ἔπειτα ἀναθρέψαι τὸ σῶμα, καὶ ἁπαλῦναι· τῇ δὲ ἐπιδέσει, <lb/>ἔστ᾿ ἂν
                        μὲν ἰσχναίνῃς, ἐρηρεισμένῃ μᾶλλον χρέεσθαι, ὁκόταν δὲ ἐς <lb/>τὸν ἁπαλυσμὸν
                        ἄγῃς, ἐπιχαλαρωτέρῃ· καὶ ἢν μὲν αἷμα ἀποπτύσῃ <pb n="222"/> καταρχὰς,
                        τεσσαρακονθήμερον τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐπίδεσιν <lb/>ποιέεσθαι χρή· ἢν δὲ μὴ
                        πτύσῃ τὸ αἷμα, ἀρκέει ἐν εἴκοσιν <lb/>ἡμέρῃσιν ἡ μελέτη ὡς ἐπὶ τὸ πολύ· τῇ
                        ἰσχύϊ δὲ τοῦ τρώματος <lb/>τοὺς χρόνους προτεκμαίρεσθαι χρή. Ὅσοι δ᾿ ἂν
                        ἀμελήσωσι <lb/>τῶν τοιουτέων ἀμφιφλασμάτων, ἢν καὶ ἄλλο μηδὲν <lb/>αὐτοῖσι
                        φλαῦρον μέζον γένηται, ὅμως τό γε χωρίον ἀμφιφλασθὲν <lb/>μυξωδεστέρην τὴν
                        σάρκα ἴσχει, ἢ πρόσθεν εἶχεν. Ὅκου <lb/>δέ τι τοιοῦτον ἐγκαταλείπεται, καὶ
                        μὴ εὖ ἐξιποῦται τῇ γε <lb/>ἀλθέξει, φαυλότερον μὲν, ἢν παρ᾿ αὐτὸ τὸ ὀστέον
                        ἐγκαταλειφθῇ <lb/>τὸ μυξῶδες· οὔτε γὰρ ἔτι ἡ σὰρξ ὁμοίως ἅπτεται τοῦ ὀστέου,
                        τό τε <lb/>ὀστέον νοσηρότερον γίνεται, σφακελισμοί τε χρόνιοι ὀστέου
                        πολλοῖσιν <lb/>ἤδη ἀπὸ τοιουτέων προφασίων ἐγένοντο. Ἀτὰρ καὶ ἢν μὴ
                        <lb/>παρὰ τὸ ὀστέον, ἀλλ᾿ αὐτὴ ἡ σὰρξ μυξώδης ἔῃ, ὅμως ὑποστροφαὶ
                        <lb/>γίνονται καὶ ὀδύναι ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε, ἤν τι τῷ σώματι <lb/>τύχῃ
                        πονήσας· καὶ διὰ τοῦτο τῇ ἐπιδέσει χρέεσθαι χρὴ, ἅμα μὲν <lb/>ἀγαθῇ, ἅμα δὲ
                        ἐπὶ πουλὺ προηκούσῃ, ἕως ἂν ξηρανθῇ μὲν καὶ <lb/>ἀναποθῇ τὸ ἐκχύμωμα τὸ ἐν
                        τῇ φλάσει γενόμενον, αὐξηθῇ δὲ <lb/>σαρκὶ ὑγιέϊ τὸ χωρίον, ἅψηται δὲ τοῦ
                        ὀστέου ἡ σάρξ. Οἷσι δ᾿ ἂν <lb/>ἀμεληθεῖσι χρονιωθῇ, καὶ ὀδυνῶδες τὸ χωρίον
                        γένηται, καὶ ἡ σὰρξ <lb/>ὑπόμυξος ἔῃ, τούτοισι καῦσις ἴησις ἀρίστη. Καὶ ἢν
                        μὲν αὐτὴ ἡ <lb/>σὰρξ μυξώδης ἔῃ, ἄχρι τοῦ ὀστέου καίειν χρὴ, μὴ μὴν
                        διαθερμανθῆναι <lb/>τὸ ὀστέον· ἢν δὲ μεσηγὺ τῶν πλευρέων ἔῃ, ἐπιπολῆς μὲν
                        <lb/>οὐδ᾿ οὕτω χρὴ καίειν, φυλάσσεσθαι μέντοι, μὴ διακαύσῃς πέρην. <pb n="224"/> Ἢν δὲ πρὸς τῷ ὀστέῳ δοκέῃ εἶναι τὸ φλάσμα, καὶ ἔτι νεαρὸν ἔῃ,
                        <lb/>καὶ μήπω σφακελίσῃ τὸ ὀστέον, ἢν μὲν κάρτα ὀλίγον ἔῃ, οὕτω <lb/>καίειν
                        χρὴ ὥσπερ εἴρηται· ἢν μέντοι παραμήκης ἔῃ ὁ μετεωρισμὸς <lb/>ὁ κατὰ τὸ
                        ὀστέον, πλείονας ἐσχάρας ἐμβάλλειν χρή· περὶ δὲ σφακελισμοῦ <lb/>πλευρῆς ἅμα
                        τῇ τῶν ἐμμότων ἰητρείῃ εἰρήσεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="51"><p>51. Ἢν δὲ μηροῦ ἄρθρον ἐξ ἰσχίου ἐκπέσῃ, ἐκπίπτει δὲ κατὰ <lb/>τέσσαρας
                        τρόπους, ἐς μὲν τὸ ἔσω πλειστάκις, ἐς δὲ τὸ ἔξω <lb/>τῶν ἄλλων πλειστάκις·
                        ἐς δὲ τὸ ὄπισθεν καὶ τὸ ἔμπροσθεν ἐκπίπτει <lb/>μὲν, ὀλιγάκις δέ· οἷσι μὲν
                        οὖν ἂν ἐκβῇ ἐς τὸ ἔσω, μακρότερον <lb/>τὸ σκέλος φαίνεται, παραβαλλόμενον
                        πρὸς τὸ ἕτερον, διὰ δισσὰς <lb/>προφάσιας εἰκότως· ἐπί τε γὰρ τὸ ἀπὸ τοῦ
                        ἰσχίου πεφυκὸς ὀστέον, <lb/>τὸ ἄνω φερόμενον πρὸς τὸν κτένα, ἐπὶ τοῦτο ἡ
                        ἐπίβασις τῆς κεφαλῆς <lb/>τοῦ μηροῦ γίνεται, καὶ ὁ αὐχὴν τοῦ ἄρθρου ἐπὶ τῆς
                        κοτύλης <lb/>ὀχέεται. Ἔξωθέν τε αὖ ὁ γλουτὸς κοῖλος φαίνεται, ἅτε ἔσω
                        ῥεψάσης <lb/>τῆς κεφαλῆς τοῦ μηροῦ, τό τε αὖ κατὰ τὸ γόνυ τοῦ μηροῦ ἄκρον
                        <lb/>ἀναγκάζεται ἔξω ῥέπειν, καὶ ἡ κνήμη καὶ ὁ ποὺς ὡσαύτως. Ἅτε <lb/>οὖν
                        ἔξω ῥέποντος τοῦ ποδὸς, οἱ ἰητροὶ δι᾿ ἀπειρίην τὸν ὑγιέα πόδα <lb/>πρὸς
                        τοῦτον προσίσχουσιν, ἀλλ᾿ οὐ τοῦτον πρὸς τὸν ὑγιέα· διὰ <lb/>τοῦτο πουλὺ
                        μακρότερον φαίνεται τὸ σιναρὸν τοῦ ὑγιέος· πολλαχῆ δὲ <pb n="226"/> καὶ ἄλλῃ
                        τὰ τοιαῦτα παραξύνεσιν ἔχει. Οὐ μὴν οὐδὲ ξυγκάμπτειν <lb/>δύνανται κατὰ τὸν
                        βουβῶνα ὁμοίως τῷ ὑγιέϊ· ἀτὰρ καὶ ψαυομένη <lb/>ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ κατὰ τὸν
                        περίνεον ὑπερογκέουσα εὔδηλός <lb/>ἐστιν. Τὰ μὲν οὖν σημήϊα ταῦτά ἐστιν,
                        οἷσιν ἂν ἔσω ἐκπεπτώκῃ ὁ <lb/>μηρός. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>