<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:41-60</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:41-60</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><p>41. Σπόνδυλοι δὲ οἱ κατὰ ῥάχιν, ὅσοισι μὲν ὑπὸ νοσημάτων <lb/>ἕλκονται ἐς τὸ
                        κυφὸν, τὰ μὲν πλεῖστα ἀδύνατα λύεσθαι, ποτὶ καὶ <lb/>ὅσα ἀνωτέρω τῶν φρενῶν
                        τῆς προσφύσιος κυφοῦται. Τῶν δὲ κατωτέρω <lb/>μετεξέτερα λύουσι κιρσοὶ
                        γενόμενοι ἐν τοῖσι σκέλεσι, μᾶλλον <lb/>δέ τι ἐγγινόμενοι κιρσοὶ ἐν τῇ κατ᾿
                        ἰγνύην φλεβί· οἷσι δ᾿ ἂν τὰ <pb n="178"/> κυφώματα λύηται, ἐγγίνονται δὲ καὶ
                        ἐν τῇ κατὰ βουβῶνα· ἤδη <lb/>δέ τισιν ἔλυσε καὶ δυσεντερίη πολυχρόνιος
                        γενομένη. Καὶ οἷσι <lb/>μὲν κυφοῦται ῥάχις παισὶν ἐοῦσι, πρὶν ἢ τὸ σῶμα
                        τελειωθῆναι <lb/>ἐς αὔξησιν, τουτέοισι μὲν οὐδὲ ξυναύξεσθαι ἐθέλει κατὰ τὴν
                        ῥάχιν <lb/>τὸ σῶμα, ἀλλὰ σκέλεα μὲν καὶ χεῖρες τελειοῦνται· ταῦτα δὲ
                        ἐνδεέστερα <lb/>γίνεται. Καὶ ὅσοισιν ἂν ᾖ ἀνωτέρω τῶν φρενῶν τὸ κῦφος,
                        <lb/>τούτοισι μὲν αἵ τε πλευραὶ οὐκ ἐθέλουσιν ἐς τὸ εὐρὺ αὔξεσθαι, ἀλλ᾿
                        <lb/>ἐς τοὔμπροσθεν, τό τε στῆθος ὀξὺ γίνεται, ἀλλ᾿ οὐ πλατὺ, αὐτοί τε
                        <lb/>δύσπνοοι γίνονται, καὶ κερχώδεες· ἧσσον γὰρ εὐρυχωρίην <lb/>ἔχουσιν αἱ
                        κοιλίαι αἱ τὸ πνεῦμα δεχόμεναι καὶ προπέμπουσαι. <lb/>Καὶ μέντοι καὶ
                        ἀναγκάζονται κατὰ τὸν μέγαν σπόνδυλον λορδὸν <lb/>τὸν αὐχένα ἔχειν, ὡς μὴ
                        προπετὴς ἔῃ αὐτέοισιν ἡ κεφαλή· στενοχωρίην <lb/>μὲν οὖν πολλὴν τῇ φάρυγγι
                        παρέχει καὶ τοῦτο, ἐς τὸ <lb/>ἔσω ῥέπον· καὶ γὰρ τοῖσιν ὀρθοῖσι φύσει
                        δύσπνοιαν παρέχει <pb n="180"/> τοῦτο τὸ ὀστέον, ἢν ἔσω ῥέφῃ, ἔστ᾿ ἂν
                        ἀναπιεχθῇ. Δι᾿ οὖν τὸ <lb/>τοιοῦτον σχῆμα ἐξεχέβρογχοι οἱ τοιοῦτοι τῶν
                        ἀνθρώπων μᾶλλον <lb/>φαίνονται, ἢ οἱ ὑγιέες· φυματίαι τε ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ κατὰ
                        τὸν <lb/>πλεύμονά εἰσιν οἱ τοιοῦτοι σκληρῶν φυμάτων καὶ ἀπέπτων· καὶ
                        <lb/>γὰρ ἡ πρόφασις τοῦ κυφώματος καὶ ἡ ξύντασις τοῖσι πλείστοισι <lb/>διὰ
                        τοιαύτας ξυστροφὰς γίνεται, ᾗσιν ἂν κοινωνήσωσιν οἱ τόνοι <lb/>οἱ ξύνεγγυς.
                        Ὅσοισι δὲ κατωτέρω τῶν φρενῶν τὸ κύφωμά ἐστι, <lb/>τούτοισι νοσήματα μὲν
                        ἐνίοισι προσγίνεται νεφριτικὰ, καὶ κατὰ <lb/>κύστιν· ἀτὰρ καὶ ἀποστάσιες
                        ἐμπυήματι καὶ κατὰ κενεῶνας, <lb/>καὶ κατὰ βουβῶνας, χρόνιαι καὶ δυσαλθέες,
                        καὶ τουτέων οὐδετέρη <lb/>λύει τὰ κυφώματα· ἰσχία δὲ τοῖσι τοιουτέοισιν ἔτι
                        ἀσαρκότερα <lb/>γίνεται, ἢ τοῖσιν ἄνωθεν κυφοῖσιν· ἡ μέντοι ξύμπασα ῥάχις
                        <lb/>μακροτέρη τουτέοισιν, ἢ τοῖσιν ἄνωθεν κυφοῖσιν· ἥβη δὲ καὶ <lb/>γένειον
                        βραδύτερα καὶ ἀτελέστερα, καὶ ἀγονώτεροι οὗτοι τῶν <lb/>ἄνωθεν κυφῶν. Οἷσι
                        δ᾿ ἂν ηὐξημένοισιν ἤδη τὸ σῶμα ἡ κύφωσις <lb/>γένηται, τούτοισιν ἀπαντικρὺ
                        μὲν τῆς νούσου τῆς τότε παρεούσης <lb/>κρίσιν ποιέει ἡ κύφωσις· ἀνὰ χρόνον
                        μέντοι ἐπισημαίνει τι τῶν <lb/>αὐτέων, ὥσπερ καὶ τοῖσι νεωτέροισιν, ἢ πλέον,
                        ἢ ἔλασσον· ἧσσον <pb n="182"/> δὲ κακοήθως ὡς τὸ ἐπίπαν μὴν τοιαῦτα πάντα
                        ἐστίν. Πολλοὶ <lb/>μέντοι ἤδη καὶ εὐφόρως ἤνεγκαν καὶ ὑγιεινῶς τὴν κύφωσιν
                        ἄχρι <lb/>γήρως, μάλιστα δὲ οὗτοι, οἷσιν ἂν ἐς τὸ εὔσαρκον καὶ πιμελῶδες
                        <lb/>προτράπηται τὸ σῶμα· ὀλίγοι μὴν ἤδη καὶ τῶν τοιούτων ὑπὲρ <lb/>ἑξήκοντα
                        ἔτη ἐβίωσαν· οἱ δὲ πλεῖστοι βραχυβιώτεροί εἰσιν. Ἔστι <lb/>δ᾿ οἷσι καὶ ἐς τὸ
                        πλάγιον σκολιοῦνται σπόνδυλοι ἢ τῇ, ἢ τῇ· <lb/>πάντα μὴν ἢ τὰ πλεῖστα τὰ
                        τοιαῦτα γίνεται διὰ ξυστροφὰς τὰς <lb/>ἔσωθεν τῆς ῥάχιος· προσξυμβάλλεται δὲ
                        ἐνίοισι ξὺν τῇ νούσῳ καὶ <lb/>τὰ σχήματα, ἐφ᾿ ὁκοῖα ἂν ἐθισθέωσι κεκλίσθαι.
                        Ἀλλὰ περὶ μὲν <lb/>τούτων ἐν τοῖσι χρονίοισι κατὰ πλεύμονα νοσήμασιν
                        εἰρήσεται· <lb/>ἐκεῖ γάρ εἰσιν αὐτῶν χαριέσταται προγνώσιες περὶ τῶν
                        μελλόντων <lb/>ἔσεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><p>42. ὅσοισι δὲ ἐκ καταπτώσιος ῥάχις κυφοῦται, ὀλίγα δὴ <lb/>τούτων ἐκρατήθη,
                        ὥστε ἐξιθυνθῆναι. Τοῦτο μὲν γὰρ, αἱ ἐν τῇ κλίμακι <lb/>κατασείσιες οὐδένα πω
                        ἐξίθυναν, ὧν γε ἐγὼ οἶδα· χρέονται <lb/>δὲ οἱ ἰητροὶ μάλιστα αὐτῇ οὗτοι οἱ
                        ἐπιθυμέοντες ἐκχαυνοῦν <lb/>τὸν πολὺν ὄχλον· τοῖσι γὰρ τοιούτοισι ταῦτα
                        θαυμάσιά ἐστιν, ἢν <lb/>ἢ κρεμάμενον ἴδωσιν, ἢ ῥιπτεόμενον, ἢ ὅσα τοῖσι
                        τοιούτοισιν <lb/>ἔοικε, καὶ ταῦτα κληΐζουσιν αἰεὶ, καὶ οὐκέτι αὐτοῖσι μέλει,
                        ὁκοῖόν <lb/>τι ἀπέβη ἀπὸ τοῦ χειρίσματος, εἴτε κακὸν, εἴτε ἀγαθόν. Οἱ μέντοι
                        <lb/>ἰητροὶ οἱ τὰ τοιαῦτα ἐπιτηδεύοντες, σκαιοί εἰσιν, οὓς ἔγωγε ἔγνων·
                        <lb/>τὸ μὲν γὰρ ἐπινόημα ἀρχαῖον, καὶ ἐπαινέω ἔγωγε σφόδρα τὸν πρῶτον
                        <lb/>ἐπινοήσαντα καὶ τοῦτο καὶ ἄλλο πᾶν, ὅ τι μηχάνημα κατὰ φύσιν <pb n="184"/> ἐπενοήθη· οὐδὲν γάρ μοι ἄελπτον, εἴ τις καλῶς σκευάσας καλῶς
                        <lb/>κατασείσειε, κἂν ἐξιθυνθῆναι ἔνια. Αὐτὸς μέντοι κατῃσχύνθην <lb/>πάντα
                        τὰ τοιουτότροπα ἰητρεύειν οὕτω, διὰ τοῦτο ὅτι πρὸς ἀπατεώνων <lb/>μᾶλλον οἱ
                        τοιοῦτοι τρόποι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="43"><p>43. Ὅσοισι μὲν οὖν ἐγγὺς τοῦ αὐχένος ἡ κύφωσις γίνεται, ἧσσον <lb/>εἰκὸς
                        ὠφελέειν τὰς κατασείσιας ταύτας τὰς ἐπὶ κεφαλὴν· σμικρὸν <lb/>γὰρ τὸ βάρος ἡ
                        κεφαλὴ καὶ τὰ ἀκρώμια καταῤῥέποντα· ἀλλὰ <lb/>τούς γε τοιούτους εἰκὸς ἐπὶ
                        τοὺς πόδας κατασεισθέντας μᾶλλον <lb/>ἐξιθυνθῆναι· μέζων γὰρ οὕτως ἡ
                        καταῤῥοπίη ἡ ἐπὶ ταῦτα. <lb/>Ὅσοισι δὲ κατωτέρω τὸ ὕβωμα, τουτέοισιν εἰκὸς
                        μᾶλλον ἐπὶ <lb/>κεφαλὴν κατασείεσθαι. Εἰ οὖν τις ἐθέλοι κατασείειν, ὀρθῶς ἂν
                        ὧδε <lb/>σκευάζοι· τὴν μὲν κλίμακα χρὴ σκυτίνοισιν ὑποκεφαλαίοισι
                        <lb/>πλαγίοισιν, ἢ ἐρινέοισι, καταστρῶσαι εὖ προσδεδεμένοισιν, ὀλίγῳ
                        <lb/>πλέον καὶ ἐπὶ μῆκος καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ἢ ὅσον ἂν τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου
                        <lb/>κατάσχοι· ἔπειτα τὸν ἄνθρωπον ὕπτιον κατακλῖναι ἐπὶ τὴν <lb/>κλίμακα
                        χρή· κἄπειτα προσδῆσαι μὲν τοὺς πόδας παρὰ τὰ σφυρὰ <lb/>πρὸς τὴν κλίμακα μὴ
                        διαβεβῶτας, δεσμῷ εὐόχῳ μὲν, μαλθακῷ <lb/>δέ· προσδῆσαι δὲ κατωτέρω ἑκάτερον
                        τῶν γουνάτων, καὶ ἀνωτέρω· <lb/>προσδῆσαι δὲ καὶ κατὰ τὰ ἰσχία· κατὰ δὲ τοὺς
                        κενεῶνας καὶ κατὰ <lb/>τὸ στῆθος χαλαρῇσι ταινίῃσι περιβαλέειν οὕτως, ὅκως
                        μὴ κωλύωσι <pb n="186"/> τὴν κατάσεισιν· τὰς δὲ χεῖρας παρὰ τὰς πλευρὰς
                        παρατείναντα <lb/>προσκαταλαβεῖν πρὸς αὐτὸ τὸ σῶμα, καὶ μὴ πρὸς τὴν κλίμακα.
                        <lb/>Ὅταν δὲ ταῦτα κατασκευάσῃς οὕτως, ἀνέλκειν τὴν κλίμακα <lb/>ἢ πρὸς
                        τύρσιν τινὰ ὑψηλὴν, ἢ πρὸς ἀέτωμα οἴκου· τὸ δὲ <lb/>χωρίον, ἵνα κατασείεις,
                        ἀντίτυπον ἔστω· τοὺς δὲ ἀνατείνοντας <lb/>εὐπαιδεύτους χρὴ εἶναι, ὅκως
                        ὁμαλῶς καὶ ἰσοῤῥόπως καὶ ἐξαπιναίως <lb/>ἀφήσουσι, καὶ μήτε ἡ κλίμαξ
                        ἑτερόῤῥοπος ἐπὶ τὴν γῆν <lb/>ἀφίξεται, μήτε αὐτοὶ προπετέες ἔσονται. Ἀπὸ
                        μέντοι τύρσιος ἀφιεὶς <lb/>ἢ ἀπὸ ἱστοῦ καταπεπηγότος καρχήσιον ἔχοντος, ἔτι
                        κάλλιον ἄν τις <lb/>σκευάσαιτο, ὥστε ἀπὸ τροχιλίης τὰ χαλώμενα εἶναι ὅπλα, ἢ
                        ἀπὸ <lb/>ὄνου. Ἀηδὲς μὴν καὶ μακρολογέειν περὶ τούτων· ὅμως δὲ ἐκ τουτέων
                        <lb/>ἂν τῶν κατασκευῶν κάλλιστ᾿ ἄν τις κατασεισθείη. </p></div><pb n="188"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="44"><p>44. Εἰ μέντοι κάρτα ἄνω εἴη τὸ ὕβωμα, δέοι δὲ κατασείειν <lb/>πάντως, ἐπὶ
                        πόδας κατασείειν λυσιτελέει, ὥσπερ ἤδη εἴρηται· <lb/>πλείων γὰρ οὕτω γίνεται
                        ἡ καταῤῥοπίη ἐπὶ ταῦτα. Ἑρμάσαι <lb/>δὲ χρὴ, κατὰ μὲν τὸ στῆθος πρὸς τὴν
                        κλίμακα προσδήσαντα <lb/>ἰσχυρῶς, κατὰ δὲ τὸν αὐχένα ὡς χαλαρωτάτῃ ταινίῃ,
                        ὅσον τοῦ <lb/>κατορθοῦσθαι εἵνεκα· καὶ αὐτὴν τὴν κεφαλὴν κατὰ τὸ μέτωπον
                        <lb/>προσδῆσαι πρὸς τὴν κλίμακα· τὰς δὲ χεῖρας παρατανύσαντα πρὸς <lb/>τὸ
                        σῶμα προσδῆσαι, καὶ μὴ πρὸς τὴν κλίμακα· τὸ μέντοι ἄλλο <lb/>σῶμα ἄδετον
                        εἶναι χρὴ, πλὴν, ὅσον τοῦ κατορθοῦσθαι εἵνεκα, <lb/>ἄλλῃ καὶ ἄλλῃ ταινίῃ
                        χαλαρῇ περιβεβλῆσθαι· ὅκως δὲ μὴ κωλύωσιν <lb/>οὗτοι οἱ δεσμοὶ τὴν
                        κατάσεισιν, σκοπέειν· τὰ δὲ σκέλεα <lb/>πρὸςμὲν τὴν κλίμακα μὴ προσδεδέσθω,
                        πρὸς ἄλληλα δὲ, ὡς κατὰ <lb/>τὴν ῥάχιν ἰθύῤῥοπα ἔῃ. Ταῦτα μέντοι
                        τοιουτοτρόπως ποιητέα, εἰ <lb/>πάντως δέοι ἐν κλίμακι κατασεισθῆναι· αἰσχρὸν
                        μέντοι καὶ ἐν πάσῃ <lb/>τέχνῃ καὶ οὐχ ἥκιστα ἐν ἰητρικῇ πουλὺν ὄχλον, καὶ
                        πολλὴν <lb/>ὄψιν, καὶ πουλὺν λόγον παρασχόντα, ἔπειτα μηδὲν ὠφελῆσαι. </p></div><pb n="190"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="45"><p>45. Χρὴ δὲ πρῶτον μὲν γινώσκειν τὴν φύσιν τῆς ῥάχιος, οἵη τίς <lb/>ἐστιν· ἐς
                        πολλὰ γὰρ νουσήματα προσδέοι ἂν αὐτῆς. Τοῦτο μὲν γὰρ, <lb/>τὸ πρὸς τὴν
                        κοιλίην ῥέπον, οἱ σπόνδυλοι ἕντο ἄρτιοί εἰσιν ἀλλήλοισι, <lb/>καὶ δέδενται
                        πρὸς ἀλλήλους δεσμῷ μυξώδεῖ καὶ νευρώδεϊ, <lb/>ἀπὸ χόνδρων ἀποπεφυκότι ἄχρι
                        πρὸς τὸν νωτιαῖον. Ἄλλοι δέ τινες <lb/>τόνοι νευρώδεες διανταῖοι, πρόσφυτοι,
                        παρατέτανται ἔνθεν <lb/>καὶ ἔνθεν αὐτῶν. Αἱ δὲ φλεβῶν καὶ ἀρτηριῶν κοινωνίαι
                        ἐν ἐτέρῳ λόγῳ <lb/>δεδηλώσονται, ὅσαι τε καὶ οἷαι, καὶ ὅθεν ὡρμημέναι, καὶ
                        ἐν οἵοισιν <lb/>οἷα δύνανται, αὐτὸς δὲ ὁ νωτιαῖος οἷσιν ἐλύτρωται ἐλύτροισι,
                        <lb/>καὶ ὅθεν ὡρμημένοισι, καὶ ὅπη κραίνουσιν, καὶ οἷσι κοινωνέουσι,
                        <lb/>καὶ οἷα δυναμένοισιν. Ἐν δὲ τῷ ἐπέκεινα, ἐν ἄρθροισι γεγιγγλύμωνται
                        <lb/>πρὸςἀλλήλους οἱ σπόνδυλοι. Τόνοι δε κοινοὶ παρὰ πάντας, <lb/>καὶ ἐν
                        τοῖσιν ἔξω μέρεσι, καὶ ἐν τοῖσιν ἔσω παρατέτανται. Ἀπόφυσις <lb/>δέ ἐστιν
                        ὀστέου ἐς τὸ ἔξω μέρος ἀπὸ πάντων τῶν σπονδύλων, <lb/>μία ἀπὸ ἑνὸς ἑκάστου,
                        ἀπό τε τῶν μειζόνων, ἀπό τε τῷν <lb/>ἐλασσόνων· ἐπὶ δὲ τῇσιν ἀποφύσει
                        ταύτῃσι χονδρίων ἐπιφύσιες, καὶ <pb n="192"/> ἀπ᾿ ἐκείνων νεύρων
                        ἀποβλάστησις ἠδελφισμένη τοῖσιν ἐξωτάτω <lb/>τόνοισιν. Πλευραὶ δὲ
                        προσπεφύκασιν, ἐς τὸ εἴσω μέρος τὰς κεφαλὰς <lb/>ῥέπουσαι μᾶλλον, ἢ ἐς τὸ
                        ἔξω· καθ᾿ ἕνα δὲ ἕκαστον τῶν σπονδύλων <lb/>προσήρθρωνται· καμπυλώταται δὲ
                        πλευραὶ ἀνθρώπου εἰσὶ <lb/>ῥαιβοειδέα τρόπον. Τὸ δὲ μεσηγὺ τῶν πλευρέων καὶ
                        τῶν ὀστέων <lb/>τῶν ἀποπεφυκότων ἀπὸ τῶν σπονδύλων, ἀποπληρέουσιν ἑκατέρωθεν
                            <pb n="194"/> οἱ μύες ἀπὸ τοῦ αὐχένος ἀρξάμενοι, ἄχρι τῆς προσφύσιος.
                        Αὐτὴ <lb/>δὲ ἡ ῥάχις κατὰ μῆκος ἰθυσκόλιός ἐστιν· ἀπὸ μὲν τοῦ ἱεροῦ
                        <lb/>ὀστέου ἄχρι τοῦ μεγάλου σπονδύλου, παρ᾿ ὃν προσήρτηται τῶν <lb/>σκελέων
                        ἡ πρόσφυσις, ἄχρι μὲν τούτου κυφή· κύστις τε γὰρ, καὶ <lb/>γοναὶ, καὶ ἀρχοῦ
                        τὸ χαλαρὸν ἐν τουτέῳ ἔκτισται. Ἀπὸ δὲ <lb/>τούτου ἄχρι φρενῶν προσαρτήσιος,
                        ἰθυλόρδη· καὶ παραφύσιας ἔχει <lb/>μυῶν τοῦτο μοῦνον τὸ χωρίον ἐκ τῶν
                        εἴσωθεν μερῶν, ἃς δὴ καλέουσι <lb/>ψόας. Ἀπὸ δὲ τούτου ἄχρι τοῦ μεγάλου
                        σπονδύλου τοῦ <lb/>ὑπὲρ τῶν ἐπωμίδων, ἰθυκύφη· ἔτι δὲ μᾶλλον δοκέει ἢ ἐστίν·
                        ἡ γὰρ <lb/>ἄκανθα κατὰ μέσον ὑψηλοτάτας τὰς ἐκφύσιας τῶν ὀστέων ἔχει,
                        <lb/>ἔνθεν δὲ καὶ ἔνθεν ἐλάσσους. Αὐτὸ δὲ τὸ ἄρθρον τοῦ αὐχένος λορδόν
                        <lb/>ἐστιν. </p></div><pb n="196"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="46"><p>46. Ὁκόσοισι μὲν οὖν κυφώματα γίνεται κατὰ τοὺς σπονδύλους, <lb/>ἔξωσις μὲν
                        μεγάλη ἀποῤῥαγεῖσα ἀπὸ τῆς ξυμφύσιος ἢ ἑνὸς <lb/>σπονδύλου, ἢ καὶ πλειόνων,
                        οὐ μάλα πολλοῖσι γίνεται, ἀλλ᾿ ὀλίγοισιν. <lb/>Οὐδὲ γὰρ τὰ τρώματα τὰ
                        τοιαῦτα ῥηΐδιον γίνεσθαι· οὔτε γὰρ <lb/>ἐς τὸ ἔξω ἐξωσθῆναι ῥηΐδίον ἐστιν,
                        εἰ μὴ ἐκ τοῦ ἔμπροσθεν ἰσχυρῷ <lb/>τινι τρωθείη διὰ τῆς κοιλίης (οὕτω δ᾿ ἂν
                        ἀπόλοιτο), ἢ εἴ τις ἀφ᾿ <lb/>ὑψηλοῦ τοῦ χωρίου πεσὼν ἐρείσειε τοῖσιν
                        ἰσχίοισιν ἢ τοῖσιν ὤμοισιν <lb/>(ἀλλὰ καὶ οὕτως ἂν ἀποθάνοι, παραχρῆμα δὲ
                        οὐκ ἂν ἀποθάνοι)· <lb/>ἐκ δὲ τοῦ ὄπισθεν οὐ ῥηΐδιον τοιαύτην ἔξαλσιν
                        γενέσθαι ἐς τὸ <lb/>ἔσω, εἰ μὴ ὑπέρβαρύ τι ἄχθος ἐμπέσοι· τῶν τε γὰρ ὀστέων
                        τῶν ἐκπεφυκότων <lb/>ἔξω ἓν ἕκαστον τοιοῦτόν ἐστιν, ὥστε πρόσθεν ἂν αὐτὸ
                        καταγῆναι, <lb/>πρὶν ἢ μεγάλην ῥοπὴν εἴσω ποιῆσαι, τούς τε ξυνδέσμους βιη·
                        <lb/>σάμενον, καὶ τὰ ἄρθρα τὰ ἐνηλλαγμένα. Ὅ τε αὖ νωτιαῖος πονοίη <lb/>ἂν,
                        εἰ ἐξ δλίγου χωρίου τὴν περικαμπὴν ἔχοι, τοιαύτην ἔξαλσιν <lb/>ἐξαλλομένου
                        σπονδύλου· ὅ τ᾿ ἐκπηδήσας σπόνδυλος πιέζοι ἂν τὸν <lb/>νωτιαῖον, εἰ μὴ καὶ
                        ἀποῤῥήξειεν· πιεχθεὶς δ᾿ ἂν καὶ ἀπολελαμμένος, <lb/>πολλῶν ἂν καὶ μεγάλων
                        καὶ ἐπικαίρων ἀπονάρκωσιν ποιήσειεν· <lb/>ὥστε οὐκ ἂν μέλοι τῷ ἰητρῷ, ὅκως
                        χρὴ τὸν σπόνδυλον <lb/>κατορθῶσαι, πολλῶν καὶ βιαίων ἄλλων κακῶν παρεόντων.
                        Ὥστε <pb n="198"/> δὴ οὐδ᾿ ἐμβαλεῖν οἷόν τε πρόδηλον τὸν τοιοῦτον οὕτε
                        κατασείσει, οὔτε <lb/>ἄλλῳ τρόπῳ οὐδενὶ, εἰ μή τις διαταμὼν τὸν ἄνθρωπον,
                        ἔπειτα <lb/>ἐσμασάμενος ἐς τὴν κοιλίην, ἐκ τοῦ εἴσωθεν τῇ χειρὶ ἐς τὸ ἔξω
                        <lb/>ἀντωθέοι· καὶ ταῦτα νεκρῷ μὲν οἷόν τε ποιέειν, ζῶντι δὲ οὐ πάνυ.
                        <lb/>Διὰ τί οὖν ταῦτα γράφω; Ὅτι οἴονταί τινες ἰητρευκέναι ἀνθρώπους,
                        <lb/>οἷσιν ἔσωθεν ἔπεσον σπόνδυλοι, τελέως ὑπερβάντες τὰ ἄρθρα· <lb/>καίτοι
                        γε ῥηΐστην ἐς τὸ περιγενέσθαι τῶν διαστροφέων ταὐτην <lb/>ἔνιοι νομίζουσι,
                        καὶ οὐδὲν δέεσθαι ἐμβολῆς, ἀλλ᾿ αὐτόματα ὑγιέα <lb/>γίνεσθαι τὰ τοιαῦτα.
                        Ἀγνοέουσι δὲ πολλοὶ, καὶ κερδαίνουσιν, ὅτι <lb/>ἀγνοέουσιν· πείθουσι γὰρ
                        τοὺς πέλας, Ἐξαπατῶνται δὲ διὰ τόδε· <lb/>οἴονται γὰρ τὴν ἄκανθαν τὴν
                        ἐξέχουσαν κατὰ τὴν ῥάχιν ταύτην τοὺς <lb/>σπονδύλους αὐτοὺς εἶναι, ὅτι
                        στρογγύλον αὐτῶν ἕκαστον φαίνεται <lb/>ψαυόμενον, ἀγνοεῦντες ὅτι τὰ ὀστέα
                        ταῦτά ἐστι τὰ ἀπὸ τῶν <lb/>σπονδύλων πεφυκότα, περὶ ὧν ὁ λόγος ὀλίγῳ πρόσθεν
                        εἴρηται· οἱ <lb/>δὲ σπόνδυλοι πολὺ προσωτέρω ἄπεισιν· στενοτάτην γὰρ
                        <lb/>πάντων τῶν ζώων ὥνθρωπος κοιλίην ἔχει, ὡς ἐπὶ τῷ μεγέθει, <lb/>ἀπὸ τοῦ
                        ὄπισθεν ἐς τὸ ἔμπροσθεν, ποτὶ καὶ κατὰ τὸ στῆθος. <lb/>Ὅταν οὖν τι τούτων
                        τῶν ὀστέων τῶν ὑπερεχόντων ἰσχυρῶς καταγῇ, <lb/>ἤν τε ἓν, ἤν τε πλείω, ταύτῃ
                        ταπεινότερον τὸ χωρίον γίνεται, ἢ <lb/>τὸ ἔνθεν καὶ ἔνθεν, καὶ διὰ τοῦτο
                        ἐξαπατῶνται, οἰόμενοι τοὺς <lb/>σπονδύλους ἔσω οἴχεσθαι. Προσεξαπατᾷ δὲ ἔτι
                        αὐτοὺς καὶ <pb n="200"/> τὰ σχήματα τῶν τετρωμένων· ἢν μὲν γὰρ πειρῶνται
                        καμπύλλεσθαι, <lb/>ὀδυνῶνται, περιτενέος γινομένου ταύτῃ τοῦ δέρματος, ᾗ
                        <lb/>τέτρωνται· καὶ ἅμα τὰ ὀστέα τὰ κατεηγότα ἐνθράσσει οὕτω <lb/>μᾶλλον τὸν
                        χρῶτα· ἢν δὲ λορδαίνωσι, ῥᾴους εἰσίν· χαλαρώτερον <lb/>γὰρ τὸ δέρμα κατὰ τὸ
                        τρῶμα ταύτῃ γίνεται, καὶ τὰ ὀστέα ἧσσον <lb/>ἐνθράσσει· ἀτὰρ καὶ ἤν τις ψαύῃ
                        αὐτῶν, κατὰ τοῦτο ὑπείκουσι <lb/>λορδοῦντες, καὶ τὸ χωρίον κενεὸν καὶ
                        μαλθακὸν ψαυόμενον ταύτῃ <lb/>φαίνεται. Ταῦτα πάντα τὰ εἰρημένα προσεξαπατᾷ
                        τοὺς ἰητρούς· <lb/>Ὑγιέες δὲ ταχέως καὶ ἀσινέες αὐτόματοι οἱ τοιοῦτοι
                        γίνονται· ταχέως <lb/>γὰρ πάντα τὰ τοιαῦτα ὀστέα ἐπιπωροῦται, ὅσα χαῦνά
                        ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="47"><p>47. Σκολιαίνεται μὲν οὖν ῥάχις, καὶ ὑγιαίνουσι, κατὰ πολλοὺς <lb/>τρόπους καὶ
                        γὰρ ἐν τῇ φύσει καὶ ἐν τῇ χρήσει οὕτως ἔχει· ἀτὰρ καὶ <lb/>ὑπὸ γήραος καὶ
                        ὑπὸ ὀδυνημάτων ξυνδοτική ἐστιν. Αἱ δὲ δὴ <lb/>κυφώσιες, αἱ ἐν τοῖσι
                        πτώμασιν, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ γίνονται, ἢν ἢ <lb/>τοῖσιν ἰσχίοισιν ἐρείσῃ, ἢ ἐπὶ
                        τοὺς ὤμους πέσῃ. Ἀνάγκη γὰρ ἔξω <lb/>φαίνεσθαι ἐν τῷ κυφώματι ἕνα μέν τινα
                        ὑψηλότερον τῶν σπονδύλων, <pb n="202"/> τοὺς δὲ ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ἐπὶ ἧσσον·
                        οὔκουν εἷς ἐπὶ πουλὺ <lb/>ἀποπεπηδηκὼς ἀπὸ τῶν ἄλλων ἐστὶν, ἀλλὰ μικρὸν
                        ἕκαστος ξυνδιδοῖ, <lb/>ἀθρόον δὲ πολὺ γίνεται. Διὰ οὖν τοῦτο καὶ ὁ νωτιαῖος
                        μυελὸς <lb/>εὐφόρως φέρει τὰς τοιαύτας διαστροφὰς, ὅτι κυκλώδης αὐτῷ ἡ
                        διαστροφὴ <lb/>γίνεται, ἀλλ᾿ οὐ γωνιώδης. Χρὴ δὲ τὴν κατασκευὴν τοῦ
                        <lb/>διαναγκασμοῦ τοιήνδε κατασκευάσαι· ἔξεστι μὲν ξύλον ἰσχυρὸν <lb/>καὶ
                        πλατὺ, ἐντομὴν παραμήκεα ἔχον, κατορύξαι· ἔξεστι δὲ καὶ <lb/>ἀντὶ τοῦ ξύλου
                        ἐν τοίχῳ ἐντομὴν παραμήκεα ἐνταμεῖν, ἢ πήχεῖ <lb/>ἀνωτέρω τοῦ ἐδάφεος, ἢ
                        ὅκως ἂν μετρίως ἔχῃ· ἔπειτα οἷον στύλον <lb/>δρύϊνον, τετράγωνον, πλάγιον
                        παραβάλλειν, ἀπολείποντα ἀπὸ <pb n="204"/> τοῦ τοίχου, ὅσον παρελθεῖν τινα,
                        ἢν δέῃ· καὶ ἐπὶ μὲν τὸν στύλον <lb/>ἐπιστορέσαι ἢ χλαίνας, ἢ ἄλλο τι, ὃ
                        μαλθακὸν μὲν ἔσται, ὑπείξει <lb/>δὲ μὴ μέγα· τὸν δὲ ἄνθρωπον πυριῆσαι, ἢν
                        ἐνδέχηται, ἢ πολλῷ <lb/>θερμῷ λοῦσαι· κἄπειτα πρηνέα κατακλῖναι
                        κατατεταμένον, καὶ <lb/>τὰς μὲν χεῖρας αὐτοῦ παρατείναντα κατὰ φύσιν
                        προσδῆσαι πρὸς τὸ <lb/>σῶμα· ἱμάντι δὲ μαλθακῷ, ἱκανῶς πλατέϊ τε καὶ μακρῷ,
                        ἐκ δύο <lb/>διανταίων ξυμβεβλημένῳ, μέσῳ, κατὰ μέσον τὸ στῆθος δὶς
                        περιβεβλῆσθαι <lb/>χρὴ ὡς ἐγγυτάτω τῶν μασχαλέων· ἔπειτα τὸ περισσεῦον
                        <lb/>τῶν ἱμάντων κατὰ τὴν μασχάλην, ἑκάτερον περὶ τοὺς ὤμους
                        <lb/>περιβεβλήσθω· ἔπειτα αἱ ἀρχαὶ πρὸς ξύλον ὑπεροειδές τι προσδεδέσθωσαν,
                        <lb/>ἁρμόζουσαι τὸ μῆκος τῷ ξύλῳ τῷ ὑποτεταμένῳ, <lb/>πρὸς ὅ τι προσβάλλον
                        τὸ ὑπεροειδὲς ἀντιστηρίζοντα κατατείνειν. <lb/>Τοιούτῳ δέ τινι ἑτέρῳ δεσμῷ
                        χρὴ ἄνωθεν τῶν γουνάτων δήσαντα <lb/>καὶ ἄνωθεν τῶν πτερνέων, τὰς ἀρχὰς τῶν
                        ἱμάντων πρὸς τοιοῦτό <lb/>τι ξύλον προσδῆσαι· ἄλλῳ δὲ ἱμάντι πλατέϊ, καὶ
                        μαλθακῷ, καὶ δυνατῷ, <lb/>ταινιοειδέϊ, πλάτος ἔχοντι καὶ μῆκος ἱκανὸν,
                        ἰσχυρῶς περὶ <lb/>τὰς ἰξύας κύκλῳ περιδεδέσθαι ὡς ἐγγύτατα τῶν ἰσχίων·
                        ἔπειτα τὸ <pb n="206"/> περισσεῦον τοῦ ταινιοειδέος, ἅμα ἀμφοτέρας τὰς ἀρχὰς
                        τῶν ἱμάντων, <lb/>πρὸς τὸ ξύλον προσδῆσαι τὸ πρὸς τῶν ποδῶν· κἄπειτα
                        <lb/>κατατείνειν ἐν τούτῳ τῷ σχήματι ἔνθα καὶ ἔνθα, ἅμα μὲν ἰσοῤῥόπως,
                        <lb/>ἅμα δὲ ἐς ἰθύ. Οὐδὲν γὰρ ἂν μέγα κακὸν ἡ τοιαύτη κατάτασις
                        <lb/>ποιήσειεν, εἰ χρηστῶς σκευασθείη, εἰ μὴ ἄρα ἐξεπίτηδές τις βούλοιτο
                        <lb/>σίνεσθαι. Τὸν δὲ ἰητρὸν χρὴ ἢ ἄλλον, ὅστις ἰσχυρὸς καὶ μὴ <lb/>ἀμαθὴς,
                        ἐπιθέντα τὸ θέναρ τῆς χειρὸς ἐπὶ τὸ ὕβωμα, καὶ τὴν <lb/>ἑτέρην χεῖρα
                        προσεπιθέντα ἐπὶ τὴν ἑτέρην, καταναγκάζειν, προσξυνιέντα, <lb/>ἤν τε ἐς ἰθὺ
                        ἐς τὸ κάτω πεφύκῃ καταναγκάζεσθαι, ἤν <lb/>τε πρὸς τῆς κεφαλῆς, ἤν τε πρὸς
                        τῶν ἰσχίων. Καὶ ἀσινεστάτη μὲν <lb/>αὕτη ἡ ἀνάγκη· ἀσινὲς δὲ καὶ
                        ἐπικαθίζεσθαί τινα ἐπὶ τὸ κύφωμα, <lb/>αὐτοῦ ἅμα κατατεινομένου, καὶ
                        ἐνσεῖσαι μετεωρισθέντα. Ἀτὰρ καὶ <lb/>ἐπιβῆναι τῷ ποδὶ, καὶ ὀχηθῆναι ἐπὶ τὸ
                        κύφωμα, ἡσύχως τε ἐπενσεῖσαι <lb/>οὐδὲν κωλύει· τὸ τοιοῦτο δὲ ποιῆσαι
                        μετρίως ἐπιτήδειος ἄν <lb/>τις εἴη τῶν ἀμφὶ παλαίστρῃ εἰθισμένων. Δυνατωτάτη
                        μέντοι τῶν <lb/>ἀναγκέων ἐστὶν, εἰ ὁ μὲν τοῖχος, ᾗ ἐντέτμηται, ἢ τὸ ξύλον τὸ
                        κα. <lb/>τορωρυγμένον, ᾗ ἐντέτμηται, κατωτέρω εἴη τῆς ῥάχιος τοῦ ἀνθρώπου,
                        <lb/>ὁκόσῳ ἂν δοκέῃ μετρίως ἔχειν, σανὶς δὲ φιλυρίνη, μὴ λεπτὴ, <lb/>ἐνείη,
                        ἢ καὶ ἄλλου τινὸς ξύλου· ἔπειτα ἐπὶ τὸ ὕβωμα ἐπιτεθείη ἢ <lb/>τρύχιόν τι
                        πολύπτυχον, ἢ σμικρόν τι σκύτινον ὑποκεφάλαιον· ὡς <lb/>ἐλάχιστα μὴν
                        ἐπικεῖσθαι ξυμφέρει, μόνον προμηθεόμενον, ὡς <pb n="208"/> μὴ ἡ σανὶς ὑπὸ
                        σκληρότητος ὀδύνην παρὰ καιρὸν προσπαρέχη· <lb/>κατ᾿ ἴξιν δὲ ἔστω ὡς μάλιστα
                        τῇ ἐντομῇ τῇ ἐς τὸν τοῖχον, τὸ ὕβωμα, <lb/>ὡς ἂν ἡ σανὶς, ᾗ μάλιστα
                        ἐξέστηκε, ταύτῃ μάλιστα πιέζῃ <lb/>ἐπιτεθεῖσα. Ὅταν δὲ ἐπιτεθῇ, τὸν μέν τινα
                        καταναγκάζειν χρὴ τὸ <lb/>ἄκρον τῆς σανίδος, ἤν τε ἕνα δέῃ, ἤν τε δύο, τοὺς
                        δὲ κατατείνειν <lb/>τὸ σῶμα κατὰ μῆκος, ὡς πρόσθεν εἴρηται, τοὺς μὲν τῇ,
                        τοὺς δὴ τῇ. <lb/>Ἔξεστι δὲ καὶ ὀνίσκοισι τὴν κατάτασιν ποιέεσθαι, ἢ
                        παρακατορύξαντα <lb/>παρὰ τὸ ξύλον, ἢ ἐν αὐτῷ τῷ ξύλῳ τὰς φλιὰς τῶν ὀνίσκων
                        ἐντεκτηνάμενον, <lb/>ἤν τε ὀρθὰς ἐθέλῃς ἑκατέρωθεν σμικρὸν ὑπερεχούσας,
                        <lb/>ἤν τε κατὰ κορυφὴν τοῦ ξύλου ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Αὗται αἱ ἀνάγκαι
                        εὐταμίευτοί <lb/>εἰσι καὶ ἐς τὸ ἰσχυρότερον καὶ ἐς τὸ ἧσσον, καὶ ἰσχὺν
                        <lb/>ἔχουσι τοιαύτην, ὥστε, καὶ εἴ τις ἐπὶ λύμῃ βούλοιτο, ἀλλὰ μὴ ἐπὶ
                        <lb/>ἰητρείῃ, ἐς τοιαύτας ἀνάγκας ἀγαγεῖν, κἂν τούτῳ ἰσχυρῶς δύνασθαι·
                        <lb/>καὶ γὰρ ἂν κατατείνων κατὰ μῆκος μοῦνον ἔνθεν καὶ ἔνθεν οὕτω, καὶ
                        <lb/>ἄλλην ἀνάγκην οὐδεμίην προστιθεὶς, ὅμως κατατείνειεν ἄν τις
                        <lb/>ἱκανῶς· καὶ εἰ μὴ κατατείνων, αὐτῇ δὲ μοῦνον τῇ σανίδι οὕτως <lb/>ἰποίη
                        τις, καὶ οὕτως ἂν ἱκανῶς καταναγκάσειεν. Καλαὶ οὖν αἱ <lb/>τοιαῦται ἰσχύες
                        εἰσὶν, ᾗσιν ἔξεστι καὶ ἀσθενεστέρῃσι καὶ ἰσχυροτέρῃσι <lb/>χρέεσθαι αὐτὸν
                        ταμιεύοντα. Καὶ μὲν δὴ καὶ κατὰ φύσιν γε ἀναγκάζουσιν· <pb n="210"/> τὰ μὲν
                        γὰρ ἐξεστεῶτα ἐς τὴν χώρην ἀναγκάζει ἡ ἴπωσις ἰέναι, <lb/>τὰ δὲ ξυνεληλυθότα
                        κατὰ φύσιν κατατείνουσιν αἱ κατὰ <lb/>φύσιν κατατάσιες. Οὔκουν ἐγὼ ἔχω
                        τουτέων ἀνάγκας καλλίους, <lb/>οὐδὲ δικαιοτέρας· ἡ γὰρ κατ᾿ αὐτὴν τὴν
                        ἄκανθαν ἰθυωρίη τῆς κατατάσιος <lb/>κάτωθέν τε καὶ κατὰ τὸ ἱερὸν ὀστέον
                        καλεόμενον οὐκ ἔχει <lb/>ἐπιλαβὴν οὐδεμίην· ἄνωθεν δὲ κατὰ τὸν αὐχένα καὶ
                        κατὰ τὴν κεφαλὴν, <lb/>ἐπιλαβὴν μὲν ἔχει, ἀλλ᾿ ἐσιδέειν γε ἀπρεπὴς ταύτῃ τοι
                        γινομένη <lb/>ἡ κατάτασις, καὶ ἄλλας βλάβασ ἂν προσπαρέχοι πλεονασθεῖσα.
                        <lb/>Ἐπειρήθην δὲ δή ποτε, ὕπτιον τὸν ἄνθρωπον κατατείνας, ἀσκὸν
                        <lb/>ἀφύσητον ὑποθεῖναι ὑπὸ τὸ ὕβωμα, κἄπειτα αὐλῷ ἐκ χαλκείου ἐς <lb/>τὸν
                        ἀσκὸν τὸν ὑποκείμενον ἐνιέναι φῦσαν. Ἀλλά μοι οὐκ εὐπορεῖτο· <lb/>ὅτε μὲν
                        γὰρ εὖ κατατείνοιμι τὸν ἄνθρωπον, ἡσσᾶτο ὁ ἀσκὸς, <lb/>καὶ οὐκ ἠδύνατο ἡ
                        φῦσα ἐσαναγκάζεσθαι· καὶ ἄλλως ἕτοιμον περιολισθάνειν <lb/>ἦν, ἅτε ἐς τὸ
                        αὐτὸ ἀναγκαζόμενον, τό τε τοῦ ἀνθρώπου <pb n="212"/> ὕβωμα, καὶ τὸ τοῦ ἀσκοῦ
                        πληρουμένου κύρτωμα. Ὅτε δ᾿ αὖ <lb/>μὴ κάρτα κατατείνοιμι τὸν ἄνθρωπον, ὁ
                        μὲν ἀσκὸς ὑπὸ τῆς φύσης <lb/>ἐκυρτοῦτο, ὁ δὲ ἄνθρωπος πάντη μᾶλλον
                        ἐλοφδαίνετο ἢ ᾗ ξυνέφερεν. <lb/>Ἔγραψα δὲ ἐπίτηδες τοῦτο· καλὰ γὰρ καὶ ταῦτα
                        τὰ μαθήματά <lb/>ἐστιν, ἃ, πειρηθέντα, ἀπορηθέντα ἐφάνη, καὶ δι᾿ ἅσσα
                        ἠπορήθη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="48"><p>48. Ὅσοισι δὲ ἐς τὸ εἴσω σκολιαίνονται οἱ σπόνδυλοι ὑπὸ <lb/>πτώματος, ἢ καὶ
                        ἐμπεσόντος τινὸς βαρέος, εἷς μὲν οὐδεὶς τῶν <lb/>σπονδύλων μέγα ἐξίσταται
                        κάρτα ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐκ τῶν ἄλλων, <lb/>ἢν δὲ ἐκστῇ μέγα ἢ εἷς, ἢ πλείονες,
                        θάνατον φέρουσιν· ὥσπερ <lb/>δὲ καὶ πρόσθεν εἴρηται, κυκλώδης καὶ αὕτη, καὶ
                        οὐ γωνιώδης <lb/>γίνεται ἡ παραλλαγή. Οὖρα μὲν οὖν τούτοισι καὶ ἀπόπατος
                        μᾶλλον <lb/>ἴσχεται, ἢ τοῖσιν ἔξω κυφοῖσι, καὶ πόδες καὶ ὅλα τὰ σκέλεα
                        ψύχεται <lb/>μᾶλλον, καὶ θανατηφόρα ταῦτα μᾶλλον ἐκείνων· καὶ ἢν
                        περιγένωνται <lb/>δὲ, ῥυώδεες τὰ οὖρα μᾶλλον οὗτοι, καὶ τῶν σκελέων
                        ἀκρατέστεροι <lb/>καὶ ναρκωδέστεροι· ἢν δὲ καὶ ἐν τῷ ἄνω μέρεϊ μᾶλλον τὸ
                        λόρδωμα <lb/>γένηται, παντὸς τοῦ σώματος ἀκρατέες καὶ κατανενρκωμένοι
                        <lb/>γίνονται. Μηχανὴν δὲ οὐκ ἔχω οὐδεμίην ἔγωγε, ὅκως χρὴ τὸν <pb n="214"/>
                        τοιοῦτον ἐς τὸ αὐτὸ καταστῆσαι, εἰ μή τινα ἡ κατὰ τῆς κλίμακος
                        <lb/>κατάσεισις ὠφελέειν οἵη τε εἴη, ἢ καὶ ἄλλη τις τοιαύτη ἴησις, <lb/>ἢ
                        κατάτασις, οἵηπερ ὀλίγῳ πρόσθεν εἴρηται. Κατανάγκασιν δὲ σὺν τῇ
                        <lb/>κατατάσει οὐδεμίην ἔχω, ἥτις ἂν γίνοιτο, ὥσπερ τῷ κυφώματι τὴν
                        <lb/>κατανάγκασιν ἡ σανὶς ἐποιέετο. Πῶς γὰρ ἄν τις ἐκ τοῦ ἔμπροσθεν διὰ
                        <lb/>τῆς κοιλίης ἀναγκάσαι δύναιτο; οὐ γὰρ οἷόν τε. Ἀλλὰ μὴν οὔτε βῆχες,
                        <lb/>οὔτε πταρμοὶ οὐδεμίην δύναμιν ἔχουσιν, ὥστε τῇ κατατάσει ξυντιμωρέειν·
                        <lb/>οὐ μὴν οὐδ᾿ ἔνεσις φύσης ἐνιεμένη ἐς τὴν κοιλίην <lb/>οὐδὲν ἂν
                        δυνασθείη. Καὶ μὴν αἱ μεγάλαι σικύαι προσβαλλόμεναι <lb/>ἀνασπάσιος εἵνεκα
                        δῆθεν τῶν ἔσω ῥεπόντων, σπονδύλων, μεγάλη <lb/>ἁμαρτὰς γνώμης ἐστίν·
                        ἀπωθέουσι γὰρ μᾶλλον, ἢ ἀνασπῶσιν· καὶ <lb/>οὐδ᾿ αὐτὸ τοῦτο γινώσκουσιν οἱ
                        προσβάλλοντες· ὅσῳ γὰρ ἄν τις <lb/>μέζω προσβάλλῃ, τοσούτῳ μᾶλλον λορδοῦνται
                        οἱ προσβληθέντες, <lb/>ξυναναγκαζομένου ἄνω τοῦ δέρματος. Τρόπους δὲ ἄλλους
                        κατασεισίων, <lb/>ἢ οἷοι πρόσθεν εἴρηνται, ἔχοιμι ἂν εἰπεῖν, ἁρμόσαι
                        <lb/>οὓς ἄν τις δοκέοι τῷ παθήματι μᾶλλον· ἀλλ᾿ οὐ κάρτα πιστεύω
                        <lb/>αὐτοῖσιν· διὰ τοῦτο οὐ γράφω. Ἀθρόον δὲ ξυνιέναι χρὴ περὶ <pb n="216"/>
                        τούτων, ὧν ἐν κεφαλαίῳ εἴρηται, ὅτι τὰ μὲν ἐς τὸ λορδὸν ῥέψαντα <lb/>ὀλέθριά
                        ἐστι καὶ σινάμωρα, τὰ δὲ ἐς τὸ κυφὸν ἀσινέα θανάτου, <lb/>καὶ οὔρων σχεσίων,
                        καὶ ἀποναρκωσίων τὸ ἐπίπαν· οὐ γὰρ ἐντείνει <lb/>τοὺς ὀχετοὺς τοὺς κατὰ τὴν
                        κοιλίην, οὐδὲ κωλύει εὐρόους εἶναι ἡ <lb/>ἐς τὸ ἔξω κύφωσις· ἡ δὲ λόρδωσις
                        ταῦτά τε ἀμφότερα ποιέει, καὶ <lb/>ἐς τὰ ἄλλα πολλὰ προσγίνεται. Ἐπείτοι
                        πολὺ πλείονες σκελέων τε <lb/>καὶ χειρῶν ἀκρατέες γίνονται, καὶ
                        καταναρκοῦνται τὸ σῶμα, καὶ <lb/>οὖρα ἴσχεται αὐτέοισιν. οἷσιν ἂν μὴ ἐκστῇ
                        μὲν τὸ ὕβωμα <lb/>μήτε ἔξω, μήτε ἔσω, σεισθέωσι δὲ ἰσχυρῶς ἐς τὴν ἰθυωρίην
                        τῆς <lb/>ῥάχιος· οἷσι δὲ ἂν ἐκστῇ τὸ ὕβωμα, ἧσσον τοιαῦτα πάσχουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="49"><p>49. Πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα ἐν ἰητρικῇ ἄν τις θεάσοιτο, ὧν τὰ μὲν <lb/>ἰσχυρὰ
                        ἀσινέα ἐστὶ, καὶ καθ᾿ ἑωυτὰ τὴν κρίσιν ὅλην λαμβάνοντα τοῦ <lb/>νουσήματος,
                        τὰ δὲ ἀσθενέστερα σινάμωρα, καὶ ἀποτόκους νοσημάτων <lb/>χρονίους ποιέοντα,
                        καὶ κοινωνέοντα τῷ ἄλλῳ σώματι ἐπὶ <lb/>πλέον. Ἐπεὶ καὶ πλευρέων κάτηξις
                        τοιοῦτόν τι πέπονθεν· οἷσι <lb/>μὲν γὰρ ἂν καταγῇ πλευρὴ, μία ἢ πλέονες, ὡς
                        τοῖσι πλείστοισι <pb n="218"/> κατάγνυται, μὴ διασχόντα τὰ ὀστέα ἐς τὸ ἔσω
                        μέρος, μηδὲ ψιλωθέντα, <lb/>ὀλίγοι μὲν ἤδη ἐπυρέτηναν· ἀτὰρ οὐδὲ αἷμα πολλοὶ
                        ἤδη ἔπτυσαν, <lb/>οὐδὲ ἔμπυοι πολλοὶ γίνονται, οὐδὲ ἔμμοτοι, οὐδὲ
                        ἐπισφακελίσιες <lb/>τῶν ὀστέων· δίαιτά τε φαύλη ἀρκέει· ἢν γὰρ μὴ πυρετὸς
                        ξυνεχὴς ἐπιλαμβάνῃ <lb/>αὐτοὺς, κενεαγγέειν κάκιον τοῖσι τοιούτοισιν, ἢ μὴ
                        κενεαγγέειν, <lb/>καὶ ἐπωδυνέστερον, καὶ πυρετωδέστερον, καὶ βηχωδέστερον·
                        <lb/>τὸ γὰρ πλήρωμα τὸ μέτριον τῆς κοιλίης, διόρθωμα τῶν πλευρέων
                        <lb/>γίνεται· ἡ δὲ κένωσις κρεμασμὸν τῇσι πλευρῇσι ποιέει· ὁ δὲ κρεμασμὸς,
                        <lb/>ὀδύνην. Ἔξωθέν τε οὖ φαύλη ἐπίδεσις τοῖσι τοιούτοισιν <lb/>ἀρκέει·
                        κηρωτῇ καὶ σπλήνεσι καὶ ὀθονίοισιν ἡσύχως ἐρείδοντα, ὁμαλὴν <lb/>τὴν
                        ἐπίδεσιν ποιέεσθαι, ἢ καὶ ἐριῶδές τι προσεπιθέντα. Κρατύνεται <lb/>δὲ πλευρὴ
                        ἐν εἴκοσιν ἡμέρῃσιν· ταχεῖαι γὰρ αἱ ἐπιπωρώσιες <lb/>τῶν τοιουτέων ὀστέων.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="50"><p>50. Ἀμφιφλασθείσης μέντοι τῆς σαρκὸς ἀμφὶ τῇσι πλευρῇσιν, ἢ <lb/>ὑπὸ πληγῆς,
                        ἢ ὑπὸ πτώματος, ἢ ὑπὸ ἀντερείσιος, ἢ ἄλλου τινὸς <lb/>τοιουτοτρόπου, πολλοὶ
                        ἤδη πουλὺ αἷμα ἔπτυσαν· οἱ γὰρ ὀχετοὶ οἱ <lb/>κατὰ τὸ λαπαρὸν τῆς πλευρῆς
                        ἑκάστης παρατεταμένοι, καὶ οἱ <lb/>τόνοι ἀπὸ τῶν ἐπικαιροτάτων τῶν ἐν τῷ
                        σώματι τὰς ἀφορμὰς <lb/>ἔχουσιν· πολλοὶ οὖν ἤδη βηχώδεες, καὶ φυματίαι, καὶ
                        ἔμπυοι <lb/>ἐγένοντο, καὶ ἔμμοτοι, καὶ ἡ πλευρὴ ἐπεσφακέλισεν αὐτοῖσιν. Ἀτὰρ
                        <lb/>καὶ οἷσι μηδὲν τοιοῦτον προσεγένετο, ἀμφιφλασθείσης τῆς <lb/>σαρκὸς
                        ἀμφὶ τῇσι πλευρῇσιν, ὅμως δὲ βραδύτερον ὀδυνώμενοι <lb/>παύονται οὗτοι, ἢ
                        οἷσιν ἂν πλευρὴ καταγῇ, καὶ ὑποστροφὰς μᾶλλον <pb n="220"/> ἴσχει ὀδυνημάτων
                        τὸ χωρίον ἐν τοῖσι τοιούτοισι τρώμασιν, ἢ τοῖσιν <lb/>ἑτέροισιν. Μάλα μὲν
                        οὖν μετεξέτεροι καταμελέουσι τῶν τοιούτων <lb/>σινέων, μᾶλλον ἢ ἢν πλευρὴ
                        κατεαγῇ αὐτέοισιν· ἀτὰρ καὶ ἰήσιος <lb/>σκεθροτέρης οἱ τοιοῦτοι δέονται, εἰ
                        σωφρονοῖεν· τῇ τε γὰρ διαίτῃ <lb/>ξυμφέρει ξυνεστάλθαι, ἀτρεμέειν τε τῷ
                        σώματι ὡς μάλιστα, <lb/>ἀφροδισίων τε ἀπέχεσθαι, βρωμάτων τε λιπαρῶν, καὶ
                        κερχνωδέων, <lb/>καὶ ἰσχυρῶν πάντων, φλέβα τε κατ᾿ ἀγκῶνα τέμνεσθαι,
                        <lb/>σιγᾷν τε ὡς μάλιστα, ἐπιδέεσθαί τε τὸ χωρίον τὸ φλασθὲν σπλήνεσι
                        <lb/>μὴ πολυπτύχοισι, συχνοῖσι δὲ καὶ πολὺ πλατυτέροισι πάντη <lb/>τοῦ
                        φλάσματος, κηρωτῇ τε ὑποχρίειν, ὀθονίοισί τε πλατέσι οὺν <lb/>ταινίῃσι
                        πλατείῃσι καὶ μαλθακῇσιν ἐπιδέειν, ἐρείδειν τε μετρίως, <lb/>ὥστε μὴ κάρτα
                        πεπιέχθαι φάναι τὸν ἐπιδεδεμένον, μηδ᾿ αὖ χαλαρόν· <lb/>ἄρχεσθαι δὲ τὸν
                        ἐπιδέοντα κατὰ τὸ φλάσμα, καὶ ἐρηρεῖσθαι <lb/>ταύτῃ μάλιστα, τὴν δὲ ἐπίδεσιν
                        ποιέεσθαι, ὡς ἀπὸ δύο ἀρχέων <lb/>ἐπιδέεται, ἵνα μὴ περιῤῥεπὲς τὸ δέρμα τὸ
                        περὶ τὰς πλευρὰς <lb/>ἔῃ, ἀλλ᾿ ἰσόῤῥοπον, ἐπιδέειν δὲ ἢ καθ᾿ ἑκάστην ἡμέρην,
                        ἢ <lb/>παρ᾿ ἑτέρην. Ἄμεινον δὲ καὶ τὴν κοιλίην μαλθάξαι κούφῳ τινὶ,
                        <lb/>ὅσον κενώσιος εἵνεκεν τοῦ σίτου, καὶ ἐπὶ μὲν δέκα ἡμέρας ἰσχναίνειν,
                        <lb/>ἔπειτα ἀναθρέψαι τὸ σῶμα, καὶ ἁπαλῦναι· τῇ δὲ ἐπιδέσει, <lb/>ἔστ᾿ ἂν
                        μὲν ἰσχναίνῃς, ἐρηρεισμένῃ μᾶλλον χρέεσθαι, ὁκόταν δὲ ἐς <lb/>τὸν ἁπαλυσμὸν
                        ἄγῃς, ἐπιχαλαρωτέρῃ· καὶ ἢν μὲν αἷμα ἀποπτύσῃ <pb n="222"/> καταρχὰς,
                        τεσσαρακονθήμερον τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐπίδεσιν <lb/>ποιέεσθαι χρή· ἢν δὲ μὴ
                        πτύσῃ τὸ αἷμα, ἀρκέει ἐν εἴκοσιν <lb/>ἡμέρῃσιν ἡ μελέτη ὡς ἐπὶ τὸ πολύ· τῇ
                        ἰσχύϊ δὲ τοῦ τρώματος <lb/>τοὺς χρόνους προτεκμαίρεσθαι χρή. Ὅσοι δ᾿ ἂν
                        ἀμελήσωσι <lb/>τῶν τοιουτέων ἀμφιφλασμάτων, ἢν καὶ ἄλλο μηδὲν <lb/>αὐτοῖσι
                        φλαῦρον μέζον γένηται, ὅμως τό γε χωρίον ἀμφιφλασθὲν <lb/>μυξωδεστέρην τὴν
                        σάρκα ἴσχει, ἢ πρόσθεν εἶχεν. Ὅκου <lb/>δέ τι τοιοῦτον ἐγκαταλείπεται, καὶ
                        μὴ εὖ ἐξιποῦται τῇ γε <lb/>ἀλθέξει, φαυλότερον μὲν, ἢν παρ᾿ αὐτὸ τὸ ὀστέον
                        ἐγκαταλειφθῇ <lb/>τὸ μυξῶδες· οὔτε γὰρ ἔτι ἡ σὰρξ ὁμοίως ἅπτεται τοῦ ὀστέου,
                        τό τε <lb/>ὀστέον νοσηρότερον γίνεται, σφακελισμοί τε χρόνιοι ὀστέου
                        πολλοῖσιν <lb/>ἤδη ἀπὸ τοιουτέων προφασίων ἐγένοντο. Ἀτὰρ καὶ ἢν μὴ
                        <lb/>παρὰ τὸ ὀστέον, ἀλλ᾿ αὐτὴ ἡ σὰρξ μυξώδης ἔῃ, ὅμως ὑποστροφαὶ
                        <lb/>γίνονται καὶ ὀδύναι ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε, ἤν τι τῷ σώματι <lb/>τύχῃ
                        πονήσας· καὶ διὰ τοῦτο τῇ ἐπιδέσει χρέεσθαι χρὴ, ἅμα μὲν <lb/>ἀγαθῇ, ἅμα δὲ
                        ἐπὶ πουλὺ προηκούσῃ, ἕως ἂν ξηρανθῇ μὲν καὶ <lb/>ἀναποθῇ τὸ ἐκχύμωμα τὸ ἐν
                        τῇ φλάσει γενόμενον, αὐξηθῇ δὲ <lb/>σαρκὶ ὑγιέϊ τὸ χωρίον, ἅψηται δὲ τοῦ
                        ὀστέου ἡ σάρξ. Οἷσι δ᾿ ἂν <lb/>ἀμεληθεῖσι χρονιωθῇ, καὶ ὀδυνῶδες τὸ χωρίον
                        γένηται, καὶ ἡ σὰρξ <lb/>ὑπόμυξος ἔῃ, τούτοισι καῦσις ἴησις ἀρίστη. Καὶ ἢν
                        μὲν αὐτὴ ἡ <lb/>σὰρξ μυξώδης ἔῃ, ἄχρι τοῦ ὀστέου καίειν χρὴ, μὴ μὴν
                        διαθερμανθῆναι <lb/>τὸ ὀστέον· ἢν δὲ μεσηγὺ τῶν πλευρέων ἔῃ, ἐπιπολῆς μὲν
                        <lb/>οὐδ᾿ οὕτω χρὴ καίειν, φυλάσσεσθαι μέντοι, μὴ διακαύσῃς πέρην. <pb n="224"/> Ἢν δὲ πρὸς τῷ ὀστέῳ δοκέῃ εἶναι τὸ φλάσμα, καὶ ἔτι νεαρὸν ἔῃ,
                        <lb/>καὶ μήπω σφακελίσῃ τὸ ὀστέον, ἢν μὲν κάρτα ὀλίγον ἔῃ, οὕτω <lb/>καίειν
                        χρὴ ὥσπερ εἴρηται· ἢν μέντοι παραμήκης ἔῃ ὁ μετεωρισμὸς <lb/>ὁ κατὰ τὸ
                        ὀστέον, πλείονας ἐσχάρας ἐμβάλλειν χρή· περὶ δὲ σφακελισμοῦ <lb/>πλευρῆς ἅμα
                        τῇ τῶν ἐμμότων ἰητρείῃ εἰρήσεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="51"><p>51. Ἢν δὲ μηροῦ ἄρθρον ἐξ ἰσχίου ἐκπέσῃ, ἐκπίπτει δὲ κατὰ <lb/>τέσσαρας
                        τρόπους, ἐς μὲν τὸ ἔσω πλειστάκις, ἐς δὲ τὸ ἔξω <lb/>τῶν ἄλλων πλειστάκις·
                        ἐς δὲ τὸ ὄπισθεν καὶ τὸ ἔμπροσθεν ἐκπίπτει <lb/>μὲν, ὀλιγάκις δέ· οἷσι μὲν
                        οὖν ἂν ἐκβῇ ἐς τὸ ἔσω, μακρότερον <lb/>τὸ σκέλος φαίνεται, παραβαλλόμενον
                        πρὸς τὸ ἕτερον, διὰ δισσὰς <lb/>προφάσιας εἰκότως· ἐπί τε γὰρ τὸ ἀπὸ τοῦ
                        ἰσχίου πεφυκὸς ὀστέον, <lb/>τὸ ἄνω φερόμενον πρὸς τὸν κτένα, ἐπὶ τοῦτο ἡ
                        ἐπίβασις τῆς κεφαλῆς <lb/>τοῦ μηροῦ γίνεται, καὶ ὁ αὐχὴν τοῦ ἄρθρου ἐπὶ τῆς
                        κοτύλης <lb/>ὀχέεται. Ἔξωθέν τε αὖ ὁ γλουτὸς κοῖλος φαίνεται, ἅτε ἔσω
                        ῥεψάσης <lb/>τῆς κεφαλῆς τοῦ μηροῦ, τό τε αὖ κατὰ τὸ γόνυ τοῦ μηροῦ ἄκρον
                        <lb/>ἀναγκάζεται ἔξω ῥέπειν, καὶ ἡ κνήμη καὶ ὁ ποὺς ὡσαύτως. Ἅτε <lb/>οὖν
                        ἔξω ῥέποντος τοῦ ποδὸς, οἱ ἰητροὶ δι᾿ ἀπειρίην τὸν ὑγιέα πόδα <lb/>πρὸς
                        τοῦτον προσίσχουσιν, ἀλλ᾿ οὐ τοῦτον πρὸς τὸν ὑγιέα· διὰ <lb/>τοῦτο πουλὺ
                        μακρότερον φαίνεται τὸ σιναρὸν τοῦ ὑγιέος· πολλαχῆ δὲ <pb n="226"/> καὶ ἄλλῃ
                        τὰ τοιαῦτα παραξύνεσιν ἔχει. Οὐ μὴν οὐδὲ ξυγκάμπτειν <lb/>δύνανται κατὰ τὸν
                        βουβῶνα ὁμοίως τῷ ὑγιέϊ· ἀτὰρ καὶ ψαυομένη <lb/>ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ κατὰ τὸν
                        περίνεον ὑπερογκέουσα εὔδηλός <lb/>ἐστιν. Τὰ μὲν οὖν σημήϊα ταῦτά ἐστιν,
                        οἷσιν ἂν ἔσω ἐκπεπτώκῃ ὁ <lb/>μηρός. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="52"><p>52. Οἷσι μὲν ἂν οὖν ἐκπεσὼν μὴ ἐμπέσῃ, ἀλλὰ καταπορηθῇ <lb/>καὶ ἀμεληθῇ, ἥ τε
                        ὁδοιπορίη περιφοράδην τοῦ σκέλεος ὥσπερ τοῖσι <lb/>βουσὶ γίνεται, καὶ ἡ
                        ὄχησις πλείστη αὐτέοισιν ἐπὶ τοῦ ὑγιέος <lb/>σκέλεός ἐστιν. Καὶ ἀναγκάζονται
                        κατὰ τὸν κενεῶνα καὶ κατὰ <lb/>τὸ ἄρθρον τὸ ἐκπεπτωκὸς κοῖλοι καὶ σκολιοὶ
                        εἶναι· κατὰ δὲ <lb/>τὸ ὑγιὲς ἐς τὸ ἔξω ὁ γλουτὸς ἀναγκάζεται περιφερὴς
                        εἶναι· εἰ γάρ τις <lb/>ἔξω τῷ ποδὶ τοῦ ὑγιέος σκέλεος βαίνοι, ἀπωθοίη ἂν τὸ
                        σῶμα τὸ ἄλλο <lb/>ἐς τὸ σιναρὸν σκέλος τὴν ὄχησιν ποιέεσθαι· τὸ δὲ σιναρὸν
                        οὐκ ἂν <lb/>δύναιτο ὀχέειν· πῶς γάρ; ἀναγκάζεται οὖν οὕτω κατὰ τοῦ ὑγιέος
                        <lb/>σκέλεος τῷ ποδὶ ἔσω βαίνειν, ἀλλὰ μὴ ἔξω· οὕτω γὰρ ὀχέει μάλιστα
                        <lb/>τὸ σκέλος τὸ ὑγιὲς, καὶ τὸ ἑωυτοῦ μέρος τοῦ σώματος, καὶ τὸ <lb/>τοῦ
                        σιναροῦ σκέλεος μέρος. Κοιλαινόμενοι δὲ κατὰ τὸν κενεῶνα καὶ κατὰ <lb/>τὰ
                        ἄρθρα, μικροὶ φαίνονται, καὶ τῷ ξύλῳ ἀναγκάζονται ἀντερείδεσθαι <lb/>πλάγιοι
                        κατὰ τὸ ὑγιὲς σκέλος· δέονται γὰρ ἀντικοντώσιος ταύτῃ· <pb n="228"/> ἐπὶ
                        τοῦτο γὰρ οἱ γλουτοὶ ῥέπουσι, καὶ τὸ ἄχθος τοῦ σώματος ὀχέεται <lb/>ἐπὶ
                        τοῦτο. Ἀναγκάζονται δὲ καὶ ἐπικύπτειν· τὴν γὰρ χεῖρα <lb/>τὴν κατὰ τὸ σκέλος
                        τὸ σιναρὸν ἀναγκάζονται κατὰ πλάγιον τὸν <lb/>μηρὸν ἐρείδειν· οὐ γὰρ δύναται
                        τὸ σιναρὸν σκέλος ὀχέειν τὸ σῶμα <lb/>ἐν τῇ μεταλλαγῇ τῶν σκελέων, ἢν μὴ
                        κατέχηται πρὸς τὴν γῆν <lb/>πιεζόμενον. Ἐν τούτοισιν οὖν τοῖσι σχήμασιν
                        ἀναγκάζονται ἐσχηματίσθαι, <lb/>οἷσιν ἂν ἔσω ἐκβὰν τὸ ἄρθρον μὴ ἐμπέσῃ, οὐ
                        προβουλεύσαντος <lb/>τοῦ ἀνθρώπου, ὅκως ἂν ῥήϊστα ἐσχηματισμένον ἔῃ,
                        <lb/>ἀλλ᾿ αὐτὴ ἡ ξυμφορὴ διδάσκει ἐκ τῶν παρεόντων τὰ ῥήϊστα αἱρέεσθαι.
                        <lb/>Ἐπεὶ καὶ ὁκόσοι ἕλκος ἔχοντες ἐν ποδὶ ἢ κνήμῃ οὐ κάρτα δύνανται
                        <lb/>ἐπιβαίνειν τῷ σκέλεϊ, πάντες, καὶ οἱ νήπιοι, οὕτως ὁδοιπορέουσιν·
                        <lb/>ἔξω γὰρ βαίνουσι τῷ σιναρῷ σκέλεϊ· καὶ δισσὰ κερδαίνουσι, <lb/>δισσῶν
                        γὰρ δέονται· τό τε γὰρ σῶμα οὐκ ὀχέεται ὁμοίως ἐπὶ <lb/>τοῦ ἔξω
                        ἀποβαινομένου, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ εἴσω· οὐδὲ γὰρ κατ᾿ <lb/>ἰθυωρίην αὐτῷ γίνεται
                        τὸ ἄχθος, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον ἐπὶ τοῦ ὑποβαινομένου· <lb/>κατ᾿ ἰθυωρίην γὰρ
                        αὐτῷ γίνεται τὸ ἄχθος ἔν τε αὐτῇ <lb/>τῇ ὁδοιπορίῃ καὶ τῇ μεταλλαγῇ τῶν
                        σκελέων. Ἐν τούτῳ τῷ σχήματι <lb/>τάχιστα ἂν δύναιτο ὑποτιθέναι τὸ ὑγιὲς
                        σκέλος, εἰ τῷ μὲν σιναρῷ <lb/>ἐξωτέρω βαίνοι, τῷ δὲ ὑγιέϊ ἐσωτέρω. Περὶ οὗ
                        οὖν ὁ λόγος, <lb/>ἀγαθὸν εὑρίσκεσθαι αὐτὸ ἑωυτῷ τὸ σῶμα [ἐς] τὰ ῥήϊστα τῶν
                            <pb n="230"/> σχημάτων. Ὅσοισι μὲν οὖν μήπω τετελειωμένοισιν ἐς αὔξησιν
                        <lb/>ἐκπεσὼν μὴ ἐμπέσοι, γυιοῦται ὁ μηρὸς καὶ ἡ κνήμη καὶ ὁ <lb/>πούς· οὔτε
                        γὰρ τὰ ὀστέα ἐς τὸ μῆκος ὁμοίως αὔξεται, ἀλλὰ βραχύτερα <lb/>γίνεται,
                        μάλιστα δὲ τὸ τοῦ μηροῦ, ἄσαρκόν τε ἅπαν τὸ <lb/>σκέλος καὶ ἄμυον καὶ
                        ἐκτεθηλυσμένον καὶ λεπτότερον γίνεται, <lb/>ἅμα μὲν, διὰ τὴν στέρησιν τῆς
                        χώρης τοῦ ἄρθρου, ἅμα δὲ, ὅτι ἀδύνατον <lb/>χρέεσθαί ἐστιν, ὅτι οὐ κατὰ
                        φύσιν κέεται· χρῆσις γὰρ μετεξετέρη <lb/>ῥύεται τῆς ἄγαν ἐκθηλύνσιος· ῥύεται
                        δέ τι καὶ τῆς ἐπὶ <lb/>μῆκος ἀναυξήσιος. Κακοῦται μὲν οὖν μάλιστα, οἷσιν ἂν
                        ἐν γαστρὶ <lb/>ἐοῦσιν ἐξαρθρήσῃ τοῦτο τὸ ἄρθρον, δεύτερον δὲ, οἷσιν ἂν ὡς
                        νηπιωτάτοισιν <lb/>ἐοῦσιν, ἥκιστα δὲ τοῖσι τετελειωμένοισιν. Τοῖσι μὲν
                        <lb/>οὖν τετελειωμένοισιν εἴρηται, οἵη τις ἡ ὁδοιπορίη γίνεται· οἷσι δ᾿
                        <lb/>ἂν νηπίοισιν ἐοῦσιν ἡ ξυμφορὴ αὕτη γένηται, οἱ μὲν πλεῖστοι
                        <lb/>καταβλακεύουσι τὴν διόρθωσιν τοῦ σώματος, ἀλλὰ κακῶς εἰλέονται <lb/>ἐπὶ
                        τὸ ὑγιὲς σκέλος, τῇ χειρὶ πρὸς τὴν γῆν ἀπερειδόμενοι τῇ <lb/>κατὰ τὸ ὑγιὲς
                        σκέλος· καταβλακεύουσι δὲ ἔνιοι τὴν ἐς τὸ ὀρθὸν <lb/>ὁδοιπορίην, καὶ οἷσιν
                        ἂν τετελειωμένοισιν αὕτη ἡ ξυμφορὴ γένηται. <lb/>Ὁκόσοι δ᾿ ἂν νήπιοι ἐόντες,
                        ταύτῃ τῇ ξυμφορῇ χρησάμενοι, <lb/>ὀρθῶς παιδαγωγηθῶσι, τῷ μὲν ὑγιέϊ σκέλεϊ
                        χρέονται ἐς ὐρθὸν, <lb/>ὑπὸ δὲ τὴν μασχάλην τὴν κατὰ τὸ ὑγιὲς σκέλος σκίπωνα
                        περιφέρουσι, <pb n="232"/> μετεξέτεροι δὲ, καὶ ὑπ᾿ ἀμφοτέρας τὰς χεῖρας· τὸ
                        δὲ σιναρὸν <lb/>σκέλος μετέωρον ἔχουσι, καὶ τοσούτῳ ῥηΐους εἰσὶν, ὅσῳ ἂν
                        <lb/>αὐτοῖσιν ἔλασσον τὸ σκέλος τὸ σιναρὸν ἔῃ· τὸ δὲ ὑγιὲς ἰσχύει αὐτέοισιν
                        <lb/>οὐδὲν ἧσσον, ἢ εἰ καὶ ἀμφότερα ὑγιέα ἦν. Θηλύνονται δὲ <lb/>πᾶσι τοῖσι
                        τοιούτοισιν αἱ σάρκες τοῦ σκέλεος, μᾶλλον δέ τι θηλύνονται <lb/>αἱ ἐκ τοῦ
                        ἔξω μέρεος, ἢ αἱ ἐκ τοῦ ἔσω ὡς ἐπὶ πολύ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="53"><p>53. Μυθολογοῦσι δέ τινες, ὅτι αἱ Ἀμαζονίδες τὸ ἄρσεν γένος τὸ <lb/>ἑωυτῶν
                        αὐτίκα νήπιον ἐὸν ἐξαρθρέουσιν, αἱ μὲν, κατὰ [τὰ] γούνατα, <lb/>αἱ δὲ, κατὰ
                        τὰ ἰσχία, ὡς δῆθεν χωλὰ γίνοιτο, καὶ μὴ <lb/>ἐπιβουλεύοι τὸ ἄρσεν γένος τῷ
                        θήλεϊ· χειρώναξιν ἄρα τουτέοισι <lb/>χρέονται, ὁκόσα ἢ σκυτείης ἔργα, ἢ
                        χαλκείης, ἢ ἄλλο ὅ τι ἑδραῖον <lb/>ἔργον. Εἰ μὲν οὖν ἀληθέα ταῦτά ἐστιν, ἐγὼ
                        μὲν οὐκ οἶδα· ὅτι δὲ <lb/>γίνοιτο ἂν τοιαῦτα, οἶδα, εἴ τις ἐξαρθρέοι αὐτίκα
                        νήπια ἐόντα. Κατὰ <lb/>μὲν οὖν τὰ ἰσχία μέζον τὸ διάφορόν ἐστιν ἐς τὸ ἔσω, ἢ
                        ἐς τὸ ἔξω <lb/>ἐξαρθρῆσαι· κατὰ δὲ τὰ γούνατα διαφέρει μέν τι, ἔλασσον δέ τι
                        <lb/>διαφέρει· τρόπος δὲ ἑκατέρου τοῦ χωλώματος ἴδιός ἐστιν· κυλλοῦται <pb n="234"/> γὰρ μᾶλλον, οἷσιν ἂν ἐς τὸ ἔξω ἐξαρθρήσῃ· ὀρθοὶ δὲ ἧσσον
                        <lb/>ἵστανται, οἷσιν ἂν ἐς τὸ ἔσω ἐξαρθρήσῃ. Ὡσαύτως δὲ καὶ ἢν <lb/>παρὰ τὸ
                        σφυρὸν ἐξαρθρήσῃ, ἢν μὲν ἐς τὸ ἔξω μέρος, κυλλοὶ μὲν <lb/>γίνονται, ἑστάναι
                        δὲ δύνανται· ἢν δὲ ἐς τὸ ἔσω μέρος, βλαισοὶ <lb/>μὲν γίνονται, ἧσσον δὲ
                        ἑστάναι δύνανται. Ἥ γε μὴν <lb/>ξυναύξησις τῶν ὀστέων τοιήδε γίνεται· οἷσι
                        μὲν ἂν τὸ κατὰ <lb/>τὸ σφυρὸν ὀστέον τὸ τῆς κνήμης ἐκστῇ, τούτοισι μὲν τὰ
                        τοῦ <lb/>ποδὸς ὀστέα ἥκιστα ξυναύξεται, ταῦτα γὰρ ἐγγυτάτω τοῦ <lb/>τρώματός
                        ἐστι, τὰ δὲ τῆς κνήμης ὀστέα αὔξεται μὲν, οὐ πολὺ δὲ <lb/>ἐνδεεστέρως, αἱ
                        μέντοι σάρκες μινύθουσιν. Οἷσι δ᾿ ἂν κατὰ μὲν <lb/>τὸ σφυρὸν μένῃ τὸ ἄρθρον
                        κατὰ φύσιν, κατὰ δὲ τὸ γόνυ ἐξεστήκῃ, <lb/>τούτοισι τὸ τῆς κνήμης ὀστέον οὐκ
                        ἐθέλει ξυναύξεσθαι ὁμοίως, <lb/>ἀλλὰ βραχύτατον γίνεται, τοῦτο γὰρ ἐγγυτάτω
                        τοῦ τρώματός ἐστιν· <lb/>τοῦ μέντοι ποδὸς τὰ ὀστέα μινύθει μὲν, ἀτὰρ οὐχ
                        ὁμοίως, ὥσπερ <lb/>ὀλίγον τι πρόσθεν εἴρηται, ὅτι τὸ ἄρθρον τὸ παρὰ τὸν πόδα
                        σῶόν <lb/>ἐστιν· εἰ δέ οἱ χρέεσθαι ἠδύναντο, ὥσπερ καὶ τῷ κυλλῷ, ἔτι ἂν
                        <lb/>ἧσσον ἐμινύθει τὰ τοῦ ποδὸς ὀστέα τούτοισιν. Οἷσι δ᾿ ἂν κατὰ <lb/>τὸ
                        ἰσχίον ἡ ἐξάρθρησις γένηται, τούτοισι τοῦ μηροῦ τὸ ὀστέον οὐκ <lb/>ἐθέλει
                        ξυναύξεσθαι ὁμοίως, τοῦτο γὰρ ἐγγυτάτω τοῦ τρώματός <lb/>ἐστιν, ἀλλὰ
                        βραχύτερον τοῦ ὑγιέος γίνεται· τὰ μέντοι τῆς κνήμης <lb/>ὀστέα οὐχ ὁμοίως
                        τούτοισιν ἀναυξέα γίνεται, οὐδὲ τὰ τοῦ <lb/>ποδὸς, διὰ τοῦτο δὲ, ὅτι τὸ τοῦ
                        μηροῦ ἄρθρον τὸ παρὰ τὴν <lb/>κνήμην ἐν τῇ ἑωυτοῦ φύσει μένει, καὶ τὸ τῆς
                        κνήμης τὸ παρὰ τὸν <pb n="236"/> πόδα· σάρκες μέντοι μινύθουσι παντὸς τοῦ
                        σκέλεος τούτοισιν· εἰ <lb/>μέντοι χρέεσθαι τῷ σκέλεϊ ἠδύναντο, ἔτι ἂν μᾶλλον
                        τὰ ὀστέα ξυνηυξάνετο, <lb/>ὡς καὶ πρόσθεν εἴρηται, πλὴν τοῦ μηροῦ, κἂν ἧσσον
                        <lb/>ἄσαρκα εἴη, ἀσαρκότερα δὲ πολλῷ ἢ εἰ ὑγιέα ἦν. Σημήϊον δὲ, <lb/>ὅτι
                        ταῦτα τοιαῦτά ἐστιν· ὁκόσοι γὰρ, τοῦ βραχίονος ἐκπεσόντος, <lb/>γαλιάγκωνες
                        ἐγένοντο ἐκ γενεῆς, ἢ καὶ ἐν αὐξήσει πρὶν τελειωθῆναι, <lb/>οὗτοι τὸ μὲν
                        ὀστέον τοῦ βραχίονος βραχὺ ἴσχουσι, τὸν δὲ πῆχυν <lb/>καὶ ἄκρην τὴν χεῖρα
                        ὀλίγῳ ἐνδεεστέρην τοῦ ὑγιέος, διὰ ταύτας τὰς <lb/>προφάσιας τὰς εἰρημένας,
                        ὅτι ὁ μὲν βραχίων ἐγγυτάτω τοῦ ἄρθρου <lb/>τοῦ τρώματός ἐστιν, ὥστε διὰ
                        τοῦτο βραχύτερος γέγονεν· ὁ δ᾿ αὖ <lb/>πῆχυς διὰ τοῦτο οὐχ ὁμοίως ἐνακούει
                        τῆς ξυμφορῆς, ὅτι τὸ τοῦ <lb/>βραχίονος ἄρθρον τὸ πρὸς τοῦ πήχεος ἐν τῇ
                        ἀρχαίῃ φύσει μένει, ἥ τε <lb/>αὖ χεὶρ ἄκρη ἔτι τηλοτέρω ἄπεστιν, ἢ ὁ πῆχυς,
                        ἀπὸ τῆς ξυμφορῆς. <lb/>Διὰ ταύτας οὖν τὰς εἰρημένας προφάσιας, τῶν ὀστέων τά
                        τε μὴ <lb/>ξυναυξανόμενα οὐ ξυναυξάνεται, τά τε ξυναυξανόμενα ξυν·
                        <lb/>αυξάνεται. Ἐς δὲ τὸ εὔσαρκον τῇ χειρὶ καὶ τῷ βραχίονι ἡ ταλαιπωρίη
                        <lb/>τῆς χειρὸς μέγα προσωφελέει· ὅσα γὰρ χειρῶν ἔργα ἐστὶ, τὰ <lb/>πλεῖστα
                        προθυμέονται οἱ γαλιάγκωνες ἐργάζεσθαι τῇ χειρὶ ταύτῃ, <lb/>ὅσα περ καὶ τῇ
                        ἑτέρῃ δύνανται, οὐδὲν ἐνδεεστέρως τῆς ἀσινέος· <lb/>οὐ γὰρ δεῖ ὀχέεσθαι τὸ
                        σῶμα ἐπὶ τῶν χειρῶν, ὡς ἐπὶ τῶν σκελέων, <lb/>ἀλλὰ κοῦφα αὐτέῃσι τὰ ἔργα
                        ἐστίν. Διὰ δὲ τὴν χρῆσιν οὐ μινύθουσιν <lb/>αἱ σάρκες αἱ κατὰ τὴν χεῖρα καὶ
                        τὸν πῆχυν τοῖσι γαλιάγκωσιν, <pb n="238"/> ἀλλὰ καὶ ὁ βραχίων τι
                        προσωφελέεται ἐς εὐσαρκίην διὰ ταῦτα· <lb/>ὅταν δὲ ἰσχίον ἐκπαλὲς γένηται ἐς
                        τὸ ἔσω μέρος ἐκ γενεῆς, ἢ καὶ <lb/>ἔτι νηπίῳ ἐόντι, μινύθουσιν αἱ σάρκες διὰ
                        τοῦτο μᾶλλον ἢ τῆς χειρὸς, <lb/>ὅτι οὐ δύνανται χρέεσθαι τῷ σκέλεϊ.
                        Μαρτύριον δέ τι ἓν ἔσται <lb/>καὶ ἐν τοῖσιν ὀλίγον ὕστερον εἰρησομένοισιν,
                        ὅτι ταῦτα τοιαῦτά ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="54"><p>54. Ὁκόσοισι δ᾿ ἂν ἐς τὸ ἔξω ἡ τοῦ μηροῦ κεφαλὴ ἐκβῇ, τούτοισι
                        <lb/>βραχύτερον μὲν τὸ σκέλος φαίνεται παρατεινόμενον παρὰ τὸ ἕτερον·
                        <lb/>εἰκότως· οὐ γὰρ ἐπ᾿ ὀστέον ἡ ἐπίβασις τῆς κεφαλῆς τοῦ μηροῦ ἐστιν,
                        <lb/>ὡς ὅτε ἔσω ἐκπέπτωκεν, ἀλλὰ παρ᾿ ὀστέον παρεγκεκλιμένην <lb/>τὴν φύσιν
                        ἔχον, ἐν σαρκὶ δὲ στηρίζεται ὑγρῇ καὶ ὑπεικούσῃ· διὰ <lb/>τοῦτο μὲν
                        βραχύτερον φαίνεται. Ἔσωθεν δὲ ὁ μηρὸς παρὰ τὴν <lb/>πλιχάδα καλεομένην
                        κοιλότερος καὶ ἀσαρκότερος φαίνεται· ἔξωθεν <lb/>δὲ ὁ γλουτὸς ὑποκυρτότερος,
                        ἅτε ἐς τὸ ἔξω τῆς κεφαλῆς τοῦ <lb/>μηροῦ ὠλισθηκυίης· ἀτὰρ καὶ ἀνωτέρω
                        φαίνεται ὁ γλουτὸς, ἅτε <lb/>ὑπειξάσης τῆς σαρκὸς τῆς ἐνταῦθα τῇ τοῦ μηροῦ
                        κεφαλῇ· τὸ δὲ <lb/>παρὰ τὸ γόνυ τοῦ μηροῦ ἄκρον ἔσω ῥέπον φαίνεται, καὶ ἡ
                        κνήμη, <lb/>αὶ ὁ πούς· ἀτὰρ οὐδὲ ξυγκάμπτειν ὥσπερ τὸ ὑγιὲς σκέλος
                        <lb/>δύνανται. Τὰ μὲν οὖν σημήϊα ταῦτα τοῦ ἔξω ἐκπεπτωκότος μηροῦ εἰσιν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="55"><p>55. Οἷσι μὲν οὖν ἂν τετελειωμένοισιν ἤδη ἐκπεσὸν τὸ ἄρθρον <pb n="240"/> μὴ
                        ἐμπέσῃ, τούτοισι βραχύτερον μὲν φαίνεται τὸ ξύμπαν σκέλος, <lb/>ἐν δὲ τῇ
                        ὁδοιπορίῃ τῇ μὲν πτέρνῃ οὐ δύνανται καθικνέεσθαι ἐπὶ τῆς <lb/>γῆς, τῷ δὲ
                        στήθεϊ τοῦ ποδὸς βαίνουσιν ἐπὶ τὴν γῆν· ὀλίγον δὲ ἐς <lb/>τὸ ἔσω μέρος
                        ῥέπουσι τοῖσι δακτύλοισιν ἄκροισιν. Ὀχέειν δὲ δύναται <lb/>τὸ σῶμα τὸ
                        σιναρὸν σκέλος τούτοισι πολλῷ μᾶλλον, ἢ οἷσιν ἂν ἐς <lb/>τὸ ἔσω μέρος
                        ἐκπεπτώκῃ, ἅμα μὲν, ὅτι ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ, καὶ ὁ <lb/>αὐχὴν τοῦ ἄρθρου
                        πλάγιος φύσει πεφυκὼς, ὑπὸ συχνῷ μέρεϊ τοῦ <lb/>ἰσχίου τὴν ὑπόστασιν
                        πεποίηται, ἅμα δὲ, ὅτι ἄκρος ὁ ποὺς οὐκ ἐς τὸ <lb/>ἔξω μέρος ἀναγκάζεται
                        ἐκκεκλίσθαι, ἀλλ᾿ ἐγγύς ἐστι τῆς ἰθυωρίης <lb/>τῆς κατὰ τὸ σῶμα, καὶ τείνει
                        καὶ ἐσωτέρω. Ὅταν οὖν τρίβον μὲν <lb/>λάβῃ τὸ ἄρθρον ἐν τῇ σαρκὶ, εἰς ἣν
                        ἐξεκλίθη, ἡ δὲ σὰρξ γλισχρανθῇ, <lb/>ἀνώδυνον τῷ χρόνῳ γίνεται· ὅταν δὲ
                        ἀνώδυνον γένηται, δύνανται <lb/>μὲν ὁδοιπορέειν ἄνευ ξύλου, ἢν ἄλλως
                        βούλωνται· δύνανται δὲ ὀχέειν <lb/>τὸ σῶμα ἐπὶ τὸ σιναρὸν σκέλος. Δι᾿ οὖν
                        τὴν χρῆσιν ἧσσον τοῖσι <lb/>τοιούτοισιν ἐκθηλύνονται αἱ σάρκες, ἢ οἷσιν
                        ὀλίγον πρόσθεν εἴρητκι· <lb/>ἐκθηλύνονται δὲ ἢ πλεῖον, ἢ ἔλασσον· μᾶλλον δέ
                        τι ἐκθηλύνονται <lb/>κατὰ τὸ ἔσω μέρος, ἢ κατὰ τὸ ἔξω, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. Τὸ
                        μέντοι ὑπόδημα <lb/>μετεξέτεροι τούτων ὑποδέεσθαι οὐ δύνανται διὰ τὴν
                        ἀκαμπίην <lb/>τοῦ σκέλεος, οἱ δέ τινες καὶ δύνανται. Οἷσι δὲ ἂν ἐν γαστρὶ
                        ἐοῦσιν <lb/>ἐξαρθρήσῃ τοῦτο τὸ ἄρθρον, ἢ ἔτι ἐν αὐξήσει ἐοῦσι βίῃ ἐκπεσὸν
                        ἤδη <lb/>μὴ ἐμπέσῃ, ἢ καὶ ὑπὸ νούσου ἐξαρθρήσῃ τοῦτο τὸ ἄρθρον καὶ ἐκπαλήσῃ
                        <lb/>(πολλὰ γὰρ τοιαῦτα γίνεται, καὶ ἐνίων μὲν τῶν τοιούτων <lb/>ἢν
                        ἐπισφακελίσῃ ὁ μηρὸς, ἐμπυήματα χρόνια καὶ ἔμμοτα γίνεται, <lb/>καὶ ὀστέων
                        ψιλώσιες ἐνίοισιν), ὁμοίως δὲ καὶ οἷσιν ἐπισφακελίζει, <pb n="242"/> καὶ
                        οἶσι μὴ ἐπισφακελίζει, τοῦ μηροῦ τὸ ὀστέον πολλῷ βραχύτερον <lb/>γίνεται,
                        καὶ οὐκ ἐθέλει ξυναύξεσθαι, ὥσπερ τοῦ ὑγιέος· τὰ μέντοι <lb/>τῆς κνήμης
                        βραχύτερα μὲν γίνεται, ἢ τὰ τῆς ἑτέρης, ὀλίγῳ δὲ, <lb/>διὰ τὰς αὐτὰς
                        προφάσιας, αἳ καὶ πρόσθεν εἴρηνται· ὁδοιπορέειν τε <lb/>δύνανται οἱ
                        τοιοῦτοι, οἱ μέν τινες αὐτῶν τοῦτον τὸν τρόπον, ὥσπερ <lb/>οἷσι
                        τετελειωμένοισιν ἐξέπεσε καὶ μὴ ἐνέπεσεν, οἱ δὲ καὶ βαίνουσι <lb/>μὲν παντὶ
                        τῷ ποδὶ, διαῤῥέπουσι δὲ ἐν τῇσιν ὁδοιπορίῃσιν, ἀναγκαζόμενοι <lb/>διὰ τὴν
                        βραχύτητα τοῦ σκέλεος. Ταῦτα δὲ τοιαῦτα γίνεται, <lb/>ἢν ἐπιμελέως μὲν
                        παιδαγωγηθῶσιν ἐν τοῖσι σχήμασι καὶ ὀρθῶς, ἐν <lb/>οἷσι δεῖ, πρὶν
                        κρατυνθῆναι ἐς τὴν ὁδοιπορίην, ἐπιμελέως δὲ καὶ <lb/>ὀρθῶς, ἐπὴν
                        κρατυνθῶσιν· πλείστης δὲ ἐπιμελείης δέονται, οἷσιν <lb/>ἂν νηπιωτάτοισιν
                        ἐοῦσιν αὕτη ἡ ξυμφορὴ γένηται· ἢν γὰρ ἀμεληθῶσι <lb/>νήπιοι ἐόντες, ἀχρήϊον
                        παντάπασι καὶ ἀναυξὲς ὅλον τὸ σκέλος <lb/>γίνεται. Αἱ δὲ σάρκες τοῦ
                        ξύμπαντος σκέλεος μινύθουσι μᾶλλον, <lb/>ἢ τοῦ ὑγιέος· πάνυ μὴν πολλῷ ἧσσον
                        τούτοισι μινύθουσιν, ἢ οἷσιν <lb/>ἂν ἔσω ἐκπεπτώκῃ, διὰ τὴν χρῆσιν καὶ τὴν
                        ταλαιπωρίην, οἷον <lb/>εὐθέως δύνασθαι χρέεσθαι τῷ σκέλεϊ, ὡς καὶ πρόσθεν
                        ὀλίγῳ περὶ <lb/>τῶν γαλιαγκώνων εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="56"><p>56. Εἰσὶ δέ τινες, ὧν τοῖσι μὲν ἐκ γενεῆς αὐτίκα, τοῖσι δὲ καὶ <lb/>ὑπὸ
                        νούσου ἀμφοτέρων τῶν σκελέων ἐξέστη τὰ ἄρθρα ἐς τὸ ἔξω μέρος· <lb/>τούτοισιν
                        οὖν τὰ μὲν ὀστέα ταὐτὰ παθήματα πάσχει· αἱ μέντοι <pb n="244"/> σάρκες
                        ἥκιστα ἐκθηλύνονται τοῖσι τοιούτοισιν· εὔσαρκα δὲ καὶ τά <lb/>σκέλεα
                        γίνεται, πλὴν εἴ τι ἄρα κατὰ τὸ εἴσω μέρος ἐλλείποι ὀλίγον· <lb/>διὰ τοῦτο
                        δὲ εὔσαρκά ἐστιν, ὅτι ἀμφοτέροισι τοῖσι σκέλεσιν <lb/>ὁμοίως ἡ χρῆσις
                        γίνεται· ὁμοίως γὰρ σαλεύουσιν ἐν τῇ ὁδοιπορίῃ <lb/>ἔνθα καὶ ἔνθα·
                        ἐξεχέγλουτοι δὲ οὗτοι ἰσχυρῶς φαίνονται διὰ <lb/>τὴν ἔκστασιν τῶν ἄρθρων. Ἢν
                        δὲ μὴ ἐπισφακελίσῃ αὐτοῖσι τὰ ὀστέα, <lb/>μηδὲ κυφοὶ ἀνωτέρω τῶν ἰσχίων
                        γένωνται (ἐνίους γὰρ καὶ τὰ <lb/>τοιαῦτα καταλαμβάνει), ἢν οὖν μὴ τοιοῦτόν
                        τι γένηται, ἱκανῶς <lb/>ὑγιηροὶ τἄλλα διαφέρονται· ἀναυξέστεροι μέντοι τὸ
                        πᾶν σῶμα <lb/>οὗτοι γίνονται, πλὴν τῆς κεφαλῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="57"><p>57. Ὅσοισι δ᾿ ἂν ἐς τοὔπισθεν ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ ἐκπέσῃ, <lb/>ὀλίγοισι δὲ
                        ἐκπίπτει, οὗτοι ἐκτανύειν οὐ δύνανται τὸ σκέλος, <lb/>οὔτε κατὰ τὸ ἄρθρον τὸ
                        ἐκπεσὸν, οὔτε τι κάρτα κατὰ τὴν ἰγνύην· <lb/>ἀλλ᾿ ἥκιστα τῶν ἐκπαλέων οὗτοι
                        ἐκτανύουσι καὶ τὸ κατὰ τὸν <lb/>βουβῶνα, καὶ τὸ κατὰ τὴν ἰγνύην ἄρθρον.
                        Προσξυνιέναι μὲν οὖν <lb/>καὶ τόδε χρὴ (εὔχρηστον γὰρ καὶ πολλοῦ ἄξιόν ἐστι,
                        καὶ τοὺς πλείστους <lb/>λήθει), ὅτι οὐδ᾿ ὑγιαίνοντες δύνανται κατὰ τὴν
                        ἰγνύην ἐκτανύειν <pb n="246"/> τὸ ἄρθρον, ἢν μὴ ξυνεκτανύωσι καὶ τὸ κατὰ τὸν
                        βουβῶνα <lb/>ἄρθρον, πλὴν ἢν μὴ πάνυ ἄνω ἀείρωσι τὸν πόδα, οὕτω δ᾿ ἂν
                        δύναιντο· <lb/>οὐ τοίνυν οὐδὲ ξυγκάμπτειν δύνανται τὸ κατὰ τὴν ἰγνύην
                        <lb/>ἄρθρον ὁμοίως, ἀλλὰ πολὺ χαλεπώτερον, ἢν μὴ ξυγκάμψωσι καὶ τὸ <lb/>κατὰ
                        τὸν βουβῶνα ἄρθρον. Πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα κατὰ τὸ σῶμα τοιαύτας <lb/>ἀδελφίξιας
                        ἔχει, καὶ κατὰ νεύρων ξυντάσιας, καὶ κατὰ μυῶν <lb/>σχήματα, καὶ πλεῖστά τε
                        καὶ πλείστου ἄξια γινώσκεσθαι, ἢ ὥς τις <lb/>οἴεται, καὶ κατὰ τὴν τοῦ
                        ἐντέρου φύσιν, καὶ τὴν τῆς ξυμπάσης <lb/>κοιλίης, καὶ κατὰ τὰς τῶν ὑστερέων
                        πλάνας καὶ ξυντάσιας· ἀλλὰ <lb/>περὶ μὲν τούτων ἑτέρωθι λόγος ἔσται,
                        ἠδελφισμένος τοῖσι νῦν <lb/>λεγομένοισιν. Περὶ οὗ δὲ ὁ λόγος ἐστὶν, οὔτε
                        ἐκτανύειν δύνανται, <lb/>ὥσπερ ἤδη εἴρηται· βραχύτερόν τε τὸ σκέλος φαίνεται
                        διὰ δισσὰς <lb/>προφάσιας, ὅτι τε οὐκ ἐκτανύεται, ὅτι τε πρὸς τὴν σάρκα
                        ὠλίσθηκε <lb/>τὴν τοῦ πυγαίου· ἡ γὰρ φύσις τοῦ ἰσχίου τοῦ ὀστέου ταύτῃ, ᾗ
                        καὶ <lb/>ἡ κεφαλὴ καὶ ὁ αὐχὴν τοῦ μηροῦ γίνεται, ὅταν δὲ ἐξαρθρήσῃ,
                        <lb/>καταφερὴς πέφυκεν ἐπὶ τοῦ πυγαίου τὸ ἔξω μέρος. Ξυγκάμπτειν <lb/>μέντοι
                        δύνανται, ὅταν μὴ ἡ ὀδύνη κωλύῃ· καὶ ἡ κνήμη τε <lb/>καὶ ὁ ποὺς ὀρθὰ
                        ἐπιεικέως φαίνεται, καὶ οὔτε τῇ, οὔτε τῇ πολὺ <lb/>ἐκκεκλιμένα· κατὰ δὲ τὸν
                        βουβῶνα δοκέει τι ἡ σὰρξ λαπαρωτέρη <lb/>εἶναι, ποτὶ καὶ ψαυομένη, ἅτε τοῦ
                        ἄρθρου ἐς τὰ ἐπὶ θάτερα μέρη <pb n="248"/> ὠλισθηκότος· κατὰ δὲ αὐτὸ τὸ
                        πυγαῖον διαψαυομένη ἡ κεφαλὴ τοῦ <lb/>μηροῦ δοκέει ἐξογκέειν μᾶλλον. Τὰ μὲν
                        οὖν σημήϊα ταῦτα, ᾧ <lb/>ἂν ἐς τὸ ὄπισθεν ἐκπεπτώκῃ ὁ μηρός. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="58"><p>58. Ὅτεῳ μὲν οὖν ἂν τετελειωμένῳ ἤδη ἐκπεσὼν μὴ ἐμπέσῃ, <lb/>ὁδοιπορέειν μὲν
                        δύναται, ὅταν ὁ χρόνος ἐγγένηται, καὶ ἡ <lb/>ὀδύνη παύσηται, καὶ ἐθισθῇ τὸ
                        ἄρθρον ἐν τῇ σαρκὶ ἐνστροφᾶσθαι· <lb/>ἀναγκάζεται μέντοι ἰσχυρῶς ξυγκάμπτειν
                        κατὰ τοὺς βουβῶνας <lb/>ὁδοιπορέων, διὰ δισσὰς προφάσιας, ἅμα μὲν ὅτι πολλῷ
                        βραχύτερον <lb/>τὸ σκέλος γίνεται διὰ τὰ προειρημένα, καὶ τῇ μὲν πτέρνῃ καὶ
                        πάνυ <lb/>πολλοῦ δέεται ψαύειν τῆς γῆς· μόλις δὲ τῷ στήθεϊ τοῦ ποδὸς
                        <lb/>καθικνέεται, καὶ οὐδὲ οὕτως, ἢν μὴ κάμψῃ αὐτὸς ἑωυτὸν κατὰ τοὺς
                        <lb/>βουβῶνας, καὶ τῷ ἑτέρῳ σκέλεϊ κατὰ τὴν ἰγνύην ἐπιξυγκάμψῃ. <lb/>Ἐπὶ δὲ
                        τούτοισιν ἀναγκάζεται, ὥστε τῇ χειρὶ τῇ κατὰ τὸ σιναρὸν <lb/>σκέλος
                        ἐρείδεσθαι ἐς τὸ ἄνω τοῦ μηροῦ ἐφ᾿ ἑκάστῃ ξυμβάσει· <lb/>ἀναγκάζει οὖν τι
                        καὶ τοῦτο αὐτὸ, ὥστε κάμπτεσθαι κατὰ τοὺς βουβῶνας· <lb/>ἐν γὰρ τῇ μεταλλαγῇ
                        τῶν σκελέων ἐν τῇ ὁδοιπορίῃ οὐ δύναται <lb/>τὸ σῶμα ὀχέεσθαι ἐπὶ τοῦ σιναροῦ
                        σκέλεος, εἰ μὴ προσκατερείδεται <pb n="250"/> τὸ σιναρὸν πρὸς τὴν γῆν ὑπὸ
                        τῆς χειρὸς, άτε οὐχ ὑφεστεῶτος <lb/>τοῦ ἄρθρου ὑπὸ τῷ σῶματι, ἀλλ᾿ ἐς τὸ
                        ὄπισθεν ἐξεστεῶτος <lb/>κατὰ τὸ ἰσχίον· εἰ γὰρ πειρήσαιτο καὶ ἐπ᾿ ὀλίγον τοῦ
                        ποδὸς ὀχηθῆναι <lb/>μηδενὶ ἄλλῳ ἀντιστηριζόμενος, ἐς τὸ ὀπίσω ἂν πέσοι· ἡ
                        γὰρ <lb/>ῥοπὴ πολλὴ ἂν εἴη, τῶν ἰσχίων ἐπὶ πουλὺ ἐς τοὐπίσω ὑπερεχόντων
                        <lb/>ὑπὲρ τοῦ ποδὸς τῆς βάσιος, καὶ τῆς ῥάχιος ἐς τὰ ἰσχία ῥεπούσης.
                        <lb/>Ἄνευ μὲν οὖν ξύλου δύνανται ὁδοιπορέειν οἱ τοιοῦτοι, ἢν ἄλλως
                        <lb/>ἐθισθέωσιν· διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ βάσις τοῦ ποδὸς κατὰ τὴν ἀρχαίην
                        <lb/>ἰθυωρίην ἐστὶν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐς τὸ ἔξω ἐκκεκλιμένη, διὰ τοῦτο <lb/>οὐδὲ
                        δέονται τῆς ἀντικοντώσιος. Ὅσοι μέντοι βούλονται ἀντὶ τῆς <lb/>τοῦ μηροῦ
                        ἐπιλαβῆς ὑπὸ τὴν μασχάλην τὴν κατὰ τὸ σιναρὸν σκέλος <lb/>ὑποτιθέμενοι
                        σκίπωνα ἀντερείδειν, κεῖνοι, ἢν μὲν μακρότερον τὸν <lb/>σκίπωνα
                        ὑποτιθέοιντο, ὀρθότεροι μὲν ὁδοιπορήσουσι, τῷ δὲ ποδὶ πρὸς <lb/>τὴν γῆν οὐκ
                        ἐρείδονται· εἰ δ᾿ αὖ βούλοντι ἐρείδεσθαι τῷ ποδὶ, βραχύτερον <lb/>μὲν τὸ
                        ξύλον φορητέον, κατὰ δὲ τοὺς βουβῶνας ἐπιξυγκάμπτεσθαι <lb/>ἂν δέοι αὐτούς.
                        Τῶν δὲ σαρκῶν αἱ μινυθήσιες κατὰ λόγον <lb/>γίνονται καὶ τούτοισιν, ὥσπερ
                        πρόσθεν εἴρηται· τοῖσι μὲν γὰρ <lb/>μετέωρον ἔχουσι τὸ σκέλος καὶ μηδὲν
                        ταλαιπωρέουσιν, τούτοισι καὶ <lb/>μάλιστα μινύθουσιν· οἳ δ᾿ ἂν πλεῖστα
                        χρέωνται τῇ ἐπιβάσει, τούτοισιν <pb n="252"/> ἥκιστα μινύθουσιν. Τὸ μέντοι
                        ὑγιὲς σκέλος οὐκ ὠφελέεται, <lb/>ἀλλὰ μᾶλλον καὶ ἀσχημονέστερον γίνεται, ἢν
                        χρέωνται τῷ σιναρῷ <lb/>σκέλεϊ ἐπὶ τὴν γῆν· ξυνυπουργέον γὰρ ἐκείνῳ ἐξίσχιόν
                        τε <lb/>ἀπαναγκάζεται εἶναι, καὶ κατὰ τὴν ἰγνύην ξυγκάμπτειν· ἢν δὲ <lb/>μὴ
                        προσχρέηται τῷ σιναρῷ ἐπὶ τὴν γῆν, ἀλλὰ, μετέωρον ἔχων, <lb/>σκίπωνι
                        ἀντερείδηται, οὕτω δὲ καρτερὸν γίνεται τὸ ὑγιὲς σκέλος· <lb/>ἔν τε γὰρ τῇ
                        φύσει διαιτᾶται, καὶ τὰ γυμνάσια προσκρατύνει αὐτό. <lb/>Φαίη μὲν οὖν ἄν
                        τις, ἔξω ἰητρικῆς τὰ τοιαῦτα εἶναι· τί γὰρ δῆθεν <lb/>δεῖ περὶ τῶν ἤδη
                        ἀνηκέστων γεγονότων ἔτι προσξυνιέναι; πολλοῦ <lb/>δὲ δεῖ οὕτως ἔχειν· τῆς
                        γὰρ αὐτῆς γνώμης καὶ ταῦτα ξυνιέναι· οὐ <lb/>γὰρ οἷόν τε ἀπαλλοτριωθῆναι ἀπ᾿
                        ἀλλήλων. Δεῖ μὲν γὰρ ἐς τὰ <lb/>ἀκεστὰ μηχανάασθαι, ὅκως μὴ ἀνήκεστα ἔσται,
                        ξυνιέντα ὅκη <lb/>ἂν μάλιστα κωλυτέα ἐς τὸ ἀνήκεστον ἐλθεῖν· δεῖ δὲ τὰ
                        ἀνήκεστα <lb/>ξυνιέναι, ὡς μὴ μάτην λυμαίνηται· τὰ δὲ προῤῥήματα λαμπρὰ καὶ
                        <lb/>ἀγωνιστικὰ, ἀπὸ τοῦ διαγινώσκειν, ὅπη ἕκαστον, καὶ οἵως, <lb/>καὶ ὁκότε
                        τελευτήσει, ἤν τε ἐς τὸ ἀκεστὸν τράπηται, ἤν τε ἐς <lb/>τὸ ἀνήκεστον.
                        Ὁκόσοισι δ᾿ ἂν ἐκ γενεῆς, ἢ καὶ ἄλλως πως ἐν <lb/>αὐξήσει ἐοῦσιν, οὕτως
                        ὀλίσθῃ τὸ ἄρθρον ὀπίσω, καὶ μὴ ἐμπέσῃ, ἤν <lb/>τε βίῃ ὀλίσθῃ, ἤν τε καὶ ὑπὸ
                        νούσου (πολλὰ γὰρ τοιαῦτα ἐξαρθρήματα <lb/>γίνεται ἐν νούσοισιν· οἷαι δέ
                        τινές εἰσιν αἱ νοῦσοι, ἐν ᾗσιν <lb/>ἐξαρθρέεται τὰ τοιαῦτα, ὕστερον
                        γεγράψεται), ἢν οὖν ἐκστὰν μὴ <lb/>ἐμπέσῃ, τοῦ μὲν μηροῦ τὸ ὀστέον βραχὺ
                        γίνεται, κακοῦται δὲ καὶ <pb n="254"/> πᾶν τὸ σκέλος, καὶ ἀναυξέστερον
                        γίνεται καὶ ἀσαρκότερον πολλῷ διὰ <lb/>τὸ μηδὲν προσχρέεσθαι αὐτῷ· κακοῦται
                        γὰρ τούτοισι καὶ τὸ <lb/>κατὰ τὴν ἰγνύην ἄρθρον· τὰ γὰρ νεῦρα ἐντεταμένα
                        γίνεται διὰ τὰ <lb/>πρόσθεν εἰρημένα· διὸ οὐ δύνανται τὸ κατὰ τὴν ἰγνύην
                        ἄρθρον <lb/>ἐκτανύειν, οἷσιν ἂν οὕτως ἰσχίον ἐκπέσῃ. Ὡς γὰρ ἐν κεφαλαίῳ
                        <lb/>εἰπεῖν, πάντα τὰ ἐν τῷ σώματι ὁκόσα ἐπὶ χρήσει γέγονε, χρεομένοισι
                        <lb/>μὲν μέτρια καὶ γυμναζομένοισιν ἐν τῇσι ταλαιπωρίῃσιν, ἐν <lb/>ᾗσιν
                        ἕκαστα εἴθισται, οὕτω μὲν ὑγιεινὰ καὶ αὔξιμα καὶ εὔγηρα <lb/>γίνεται· μὴ
                        χρεομένοισι δὲ, ἀλλ᾿ ἐλινύουσι νοσηρότερα γίνεται καὶ <lb/>ἀναυξέα καὶ
                        ταχύγηρα. Ἐν δὲ τούτοισιν οὐχ ἥκιστα τὰ ἄρθρα τοῦτο <lb/>πέπονθε καὶ τὰ
                        νεῦρα, ἢν μή τις αὐτοῖσι χρέηται· κακοῦνται μὲν <lb/>οὖν διὰ ταύτας τὰς
                        προφάσιας μᾶλλόν τι ἐν τούτῳ τῷ τρόπῳ τοῦ <lb/>ὀλισθήματος, ἢ ἐν τοῖσιν
                        ἄλλοισιν· ὅλον γὰρ τὸ σκέλος ἀναυξὲς γίνεται, <lb/>καὶ τῇ ἀπὸ τῶν ὀστέων
                        φύσει, καὶ τῇ ἀπὸ τῶν σαρκῶν· οἱ οὖν <lb/>τοιοῦτοι ὁκόταν ἀνδρωθῶσι,
                        μετέωρον καὶ ξυγκεκαμμένον τὸ σκέλος <lb/>ἴσχουσιν, ἐπὶ δὲ τοῦ ἑτέρου
                        ὀχέονται, καὶ τῷ ξύλῳ ἀντισηριζόμενοι, <lb/>οἱ μὲν, ἑνὶ, οἱ δὲ, δυσίν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="59"><p>59. Οἷσι δ᾿ ἂν ἐς τοὔμπροσθεν ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ ἐκπέσῃ, <lb/>ὀλίγοισι δὲ
                        τοῦτο γίνεται, οὗτοι ἐκτανύειν μὲν τὸ σκέλος δύνανται <lb/>τελείως,
                        ξυγκάμπτειν δὲ ἥκιστα οὗτοι δύνανται τὰ κατὰ <lb/>τὸν βουβῶνα· πονέουσι δὲ,
                        καὶ ἢν κατὰ τὴν ἰγνύην ἀναγκάζωνται <lb/>ξυγκάμπτειν. Μῆκος δὲ τοῦ σκέλεος
                        παραπλήσιον φαίνεται, κατὰ <pb n="256"/> μὲν τὴν πτέρνην καὶ πάνυ· ἄκρος δὲ
                        ὁ ποὺς ἧσσόν τι προκύπτειν <lb/>ἐθέλει ἐς τοὔμπροσθεν· ὅλον δὲ τὸ σκέλος
                        ἔχει τὴν ἰθυωρίην τὴν <lb/>κατὰ φύσιν, καὶ οὔτε τῇ, οὔτε τῇ ῥέπει. Ὀδυνῶνται
                        δὲ αὐτίκα <lb/>οὗτοι μάλιστα, καὶ οὖρον ἴσχεται τὸ πρῶτον τούτοισι μᾶλλόν
                        τι, <lb/>ἢ τοῖσιν ἄλλοισιν ἐξαρθρήμασιν· ἐγκέεται γὰρ ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ
                        <lb/>ἐγγυτάτω τούτοισι τῶν τόνων τῶν ἐπικαίρων. Καὶ κατὰ μὲν τὸν βουβῶνα
                        <lb/>ἐξογκέον τε καὶ κατατεταμένον τὸ χωρίον φαίνεται, κατὰ δὲ τὸ
                        <lb/>πυγαῖον, στολιδωδέστερον καὶ ἀσαρκότερον. Ταῦτα μὲν οὖν <lb/>σημήϊά
                        ἐστι τὰ εἰρημένα, ὧν ἂν οὕτως ἐκπεπτώκῃ ὁ μηρός. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="60"><p>60. Ὁκόσοισι μὲν οὖν ἂν ἤδη ἠνδρωμένοισι τοῦτο τὸ ἄρθρον ἐκπεσὸν <lb/>μὴ
                        ἐμπέσῃ, οὗτοι, ὁκόταν αὐτοῖσιν ἡ ὀδύνη παύσηται καὶ τὸ <lb/>ἄρθρον ἐθισθῇ ἐν
                        τῷ χωρίῳ τούτῳ στροφᾶσθαι, ἵνα ἐξέπεσεν, οὗτοι <lb/>δύνανται σχεδὸν εὐθὺς
                        ὀρθοὶ ὁδοιπορέειν ἄνευ ξύλου, καὶ πάνυ μέντοι <lb/>εὐθέες, ἐπὶ δὲ τὸ
                        σιναρὸν, ἅτε οὔτε κατὰ τὸν βουβῶνα εὔκαμπτοι <lb/>ἐόντες, οὔτε κατὰ τὴν
                        ἰγνύην· διὰ οὖν τοῦ βουβῶνος τὴν <lb/>ἀκαμπίην εὐθυτέρῳ ὅλῳ τῷ σκέλεϊ ἐν τῇ
                        ὁδοιπορίῃ χρέονται, ἢ ὅτε <lb/>ὑγίαινον. Καὶ σύρουσι δὲ ἐνίοτε πρὸς τὴν γῆν
                        τὸν πόδα, ἅτε οὐ ῥηϊδίως <lb/>ξυγκάμπτοντες τὰ ἄνω ἄρθρα, καὶ ἅτε παντὶ
                        βαίνοντες τῷ ποδί· <lb/>οὐδὲν γὰρ ἧσσον τῇ πτέρνῃ οὗτοι βαίνουσιν, ἢ τῷ
                        ἔμπροσθεν· εἰ <lb/>δέ γε ἠδύναντο μέγα προβαίνειν, κἂν πάνυ πτερνοβάται
                        ἦσαν· καὶ <pb n="258"/> γὰρ οἱ ὑγιαίνοντες ὅσῳ ἂν μέζον προβαίνοντες
                        ὁδοιπορέωσι, τοσούτῳ <lb/>μᾶλλον πτερνοβάται εἰσὶ, τιθέντες τὸν πόδα,
                        αἴροντες δὲ τὸν <lb/>ἐναντίον. Ὁκόσοισι δὲ δὴ οὕτως ἐκπέπτωκε, καὶ ἔτι
                        μᾶλλον τῇ <lb/>πτέρνῃ προσεγχρίπτουσιν, ἢ τῷ ἔμπροσθεν· τὸ γὰρ ἔμπροσθεν
                        <lb/>τοῦ ποδὸς, ὅταν ἐκτεταμένον ἔῃ τὸ ἄλλο σκέλος, οὐχ ὁμοίως δύναται
                        <lb/>ἐς τὸ πρόσω καμπύλλεσθαι, ὥσπερ ὅταν ξυγκεκαμμένον ἔῃ τὸ <lb/>σκέλος·
                        οὔτ᾿ αὖ σιμοῦσθαι δύναται ὁ ποὺς, ξυγκεκαμμένου τοῦ <lb/>σκέλεος, ὡς ὅταν
                        ἐκτεταμένον ἔῃ τὸ σκέλος. Ὑγιαίνουσά τε οὖν ἡ φύσις <lb/>οὕτω πέφυκεν, ὥσπερ
                        εἴρηται· ὅταν δὲ ἐκπεσὸν μὴ ἐμπέσῃ τὸ <lb/>ἄρθρον, οὕτως ὁδοιπορέουσιν, ὡς
                        εἴρηται, διὰ τὰς προφάσιας ταύτας <lb/>τὰς εἰρημένας· ἀσαρκότερον μέντοι τὸ
                        σκέλος τοῦ ἑτέρου γίνεται, <lb/>κατά τε τὸ πυγαῖον, κατά τε τὴν
                        γαστροκνημίην, καὶ κατὰ τὴν <lb/>ὄπισθεν ἴξιν. Οἷσι δ᾿ ἂν νηπίοισιν ἔτι
                        ἐοῦσι τὸ ἄρθρον οὕτως ὀλισθάνον <lb/>μὴ ἐμπέσῃ, ἢ καὶ ἐκ γενεῆς οὕτω
                        γένηται, καὶ τούτοισι τὸ <lb/>τοῦ μηροῦ ὀστέον μᾶλλόν τι μινύθει, ἢ τὰ τῆς
                        κνήμης καὶ τὰ τοῦ <lb/>ποδός· ἥκιστα μὴν ἐν τούτῳ τῷ τρόπῳ τοῦ ὀλισθήματος ὁ
                        μηρὸς <lb/>μειοῦται. Μινύθουσι μέντοι αἱ σάρκες πάντη, μάλιστα δὲ κατὰ
                        <lb/>τὴν ὄπισθεν ἴξιν, ὥσπερ ἤδη καὶ πρόσθεν εἴρηται. Ὅσοι μὲν οὖν ἂν
                        <lb/>τιθηνηθῶσιν ὀρθῶς, οὗτοι μὲν δύνανται προσχρέεσθαι τῷ σκέλεϊ
                        <lb/>αὐξανόμενοι, βραχυτέρῳ μέν τινι τοῦ ἑτέρου ἐόντι, ὅμως δὲ ἐρειδόμενοι
                        <lb/>ξύλῳ ἐπὶ ταῦτα, ᾗ τὸ σιναρὸν σκέλος· οὐ γὰρ κάρτα δύνανται <lb/>ἄνευ
                        τῆς πτέρνης τῷ στήθεϊ τοῦ ποδὸς χρέεσθαι, ἐπικαθιέντες ὥσπερ <pb n="260"/>
                        ἐν ἑτέροισι χωλεύμασιν ἔνιοι δύνανται· αἴτιον δὲ τοῦ μὴ δύνασθαι <lb/>τὸ
                        ὀλίγῳ πρόσθεν εἰρημένον· διὰ οὖν τοῦτο προσδέονται ξύλου. <lb/>Ὅσοι δ᾿ ἂν
                        καταμεληθέωσι καὶ μηδὲν χρέωνται ἐπὶ τὴν γῆν τῷ <lb/>σκέλεϊ, ἀλλὰ μετέωρον
                        ἔχωσι, τούτοισι μινύθει μὲν τὰ ὀστέα ἐς <lb/>αὔξησιν μᾶλλον, ἢ τοῖσι
                        χρεομένοισιν· μινύθουσι δὲ καὶ αἱ σάρκες <lb/>πολὺ μᾶλλον, ἢ τοῖσι
                        χρεομένοισιν· κατὰ δὲ τὰ ἄρθρα ἐς τὸ εὐθὺ <lb/>πηροῦται τούτοισι τὸ σκέλος
                        μᾶλλόν τι, ἢ οἷσιν ἂν ἄλλως ἐκπεπτώκῃ. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>