<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:37-39</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:37-39</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><p>37. Ὁκόσοισι μὲν οὖν ῥὶς ἐς τὸ κάτω καὶ ἐς τὸ σιμὸν ῥέπουσα <lb/>κατεαγῇ, ἢν
                        μὲν ἐκ τοῦ ἔμπροσθεν μέρεος κατὰ τὸν χόνδρον ἵζηται, <lb/>οἷόν τέ ἐστι καὶ
                        ἐντιθέναι τι διόρθωμα ἐς τοὺς μυκτῆρας· ἢν δὲ <lb/>μὴ, ἀνορθοῦν μὲν χρὴ
                        πάντα τὰ τοιαῦτα, τοὺς δακτύλους ἐς τοὺς μυκτῆρας <lb/>ἐντιθέντα, ἢν
                        ἐνδέχηται· ἢν δὲ μὴ, παχὺ ὑπάλειπτρον <pb n="164"/> μὴ ἐς τὸ ἔμπροσθεν τῆς
                        ῥινὸς ἀνάγοντα τοῖσι δακτύλοισιν, ἀλλ᾿ ᾗ <lb/>ἵδρυται· ἔξωθεν δὲ τῆς ῥινὸς
                        ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἀμφιλαμβάνοντα τοῖσι <lb/>δακτύλοισι, ξυναναγκάζειν τε ἅμα
                        καὶ ἀναφέρειν ἐς τὸ ἄνω. Καὶ <lb/>ἢν μὲν πάνυ ἐν τῷ ἔμπροσθεν τὸ κάτηγμα ἔῃ,
                        οἷόν τέ τι καὶ ἔσω <lb/>τῶν μυκτήρων ἐντιθέναι, ὥσπερ ἤδη εἴρηται, ἢ ἄχνην
                        τὴν ἀφ᾿ <lb/>ἡμιτυβίου, ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον ἐν ὀθονίῳ εἱλίσσοντα, μᾶλλον δὲ
                        ἐν <lb/>καρχηδονίῳ δέρματι ἐῤῥάψαντα, σχηματίσαντα τὸ ἁρμόσσον <lb/>σχῆμα τῷ
                        χωρίῳ, ἵνα ἐγκείσεται. Ἢν μέντοι πρωσωτέρω ἔῃ τὸ <lb/>κάτηγμα, οὐδὲν οἷόν τε
                        ἔσω ἐντιθέναι· καὶ γὰρ εἰ ἐν τῷ ἔμπροσθεν <lb/>ἀσηρὸν τὸ φόρημα, πῶς γε δὴ
                        οὐκ ἐν τῷ ἐσωτέρω; Τὸ μὲν οὖν πρῶτον, <lb/>καὶ ἔσωθεν ἀναπλάσσεσθαι καὶ
                        ἔξωθεν ἀφειδήσαντα, χρὴ <lb/>ἀναγαγεῖν ἐς τὴν ἀρχαίην φύσιν, καὶ
                        διορθώσασθαι. Κάρτα γὰρ <lb/>οἵη τε ῥὶς καταγεῖσα ἀναπλάσσεσθαι, μάλιστα μὲν
                        αὐθήμερος, <lb/>ἢν δὲ μὴ, ὀλίγῳ ὕστερον· ἀλλὰ καταβλακεύουσιν οἱ ἰητροὶ, καὶ
                        <lb/>ἁπαλωτέρως τὸ πρῶτον ἅπτονται, ἢ ὡς χρὴ· παραβάλλοντα γὰρ <lb/>τοὺς
                        δακτύλους χρὴ ἔνθεν καὶ ἔνθεν κατὰ τὴν φύσιν τῆς ῥινὸς ὡς <lb/>κατωτάτω,
                        κάτωθεν ξυναναγκάζειν, καὶ οὕτω μάλιστα ἀνορθοῦται <pb n="166"/> σὺν τῇ
                        ἔσωθεν διορθώσει. Ἔπειτα δὲ ἐς ταῦτα ἰητρὸς οὐδεὶς <lb/>ἄλλος ἐστὶ τοιοῦτος,
                        εἰ ἐθέλοι καὶ μελετᾷν καὶ τολμᾷν, ὡς οἱ <lb/>δάκτυλοι αὐτοῦ οἱ λιχανοί·
                        οὗτοι γὰρ κατὰ φύσιν μάλιστά εἰσιν. Παραβάλλοντα <lb/>γὰρ χρὴ τῶν δακτύλων
                        ἑκάτερον, παρὰ πᾶσαν τὴν ῥῖνα <lb/>ἐρείδοντα, ἡσύχως οὗτως ἔχειν, μάλιστα
                        μὲν, εἰ οἷόν τε εἴη, αἰεὶ, ἐστ᾿ <lb/>ἂν κρατυνθῇ, εἰ δὲ μὴ, ὡς πλεῖστον
                        χρόνον, αὐτὸν, ὡς εἴρηται· <lb/>εἰ δὲ μὴ, ἢ παῖδα ἢ γυναῖκά τινα· μαλθακὰς
                        γὰρ τὰς χεῖρας δεῖ <lb/>εἶναι. Οὕτω γὰρ ἂν κάλλιστα ἰητρευθείη, ὁτέῳ ἡ ῥὶς
                        μὴ ἐς <lb/>τὸ σκολιὸν, ἀλλ᾿ ἐς τὸ κάτω ἱδρυμένη, ἰσόῤῥοπος εἴη. Ἐγὼ μὲν
                        <lb/>οὖν οὐδεμίην που ῥῖνα εἶδον, ἥτις οὕτω κατεαγεῖσα οὐχ οἵη τε
                        <lb/>διορθωθῆναι, αὐτίκα πρὶν πωρωθῆναι ξυναναγκαζομένη, ἐγένετο, <lb/>εἴ
                        τις ὀρθῶς ἐθέλοι ἰητρέυειν. Ἀλλὰ γὰρ οἱ ἄνθρωποι <lb/>αἰσχροὶ μὲν εἶναι
                        πολλοῦ ἀποτιμῶνται, μελετᾷν δὲ ἅμα μὲν οὐκ <lb/>ἐπίστανται, ἅμα δὲ οὐ
                        τολμέουσιν, ἢν μὴ ὀδυνέωνται, ἢ θάνατον <lb/>δεδοίκωσιν· καίτοι ὀλιγοχρόνιος
                        ἡ πώρωσις τῆς ῥινός· ἐν γὰρ δέκα <lb/>ἡμέρῃσι κρατύνεται, ἢν μὴ
                        ἐπισφακελίσῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><p>38. Ὁκόσοισι δὲ τὸ ὀστέον ἐς τὸ πλάγιον κατάγνυται, ἡ μὲν <lb/>ἴησις ἡ αὐτή·
                        τὴν δὲ διόρθωσιν δηλονότι χρὴ ποιέεσθαι, οὐκ <lb/>ἰσόῤῥοπον ἀμφοτέρωθεν,
                        ἀλλὰ τό τε ἐκκεκλιμένον ὠθέειν ἐς τὴν <lb/>φύσιν, ἔκτοσθεν ἀναγκάζοντα, καὶ
                        ἐσματτευόμενον ἐς τοὺς μυκτῆρας, <lb/>καὶ τὰ εἴσω ῥέψαντα διορθοῦν ἀόκνως,
                        ἔστ᾿ ἂν κατορθώσῃς, <pb n="168"/> εὖ εἰδότα, ὅτι, ἢν μὴ αὐτίκα κατορθώσῃς,
                        οὐχ οἷόν τε μὴ <lb/>οὐχὶ διεστράφθαι τὴν ῥῖνα. Ὅταν δὲ ἀγάγῃς ἐς τὴν φύσιν,
                        <lb/>προσβάλλοντα χρὴ ἐς τὸ χωρίον, ἢ τοὺς δακτύλους, ἢ τὸν ἕνα
                        <lb/>δάκτυλον, ᾗ ἐξέσχεν, ἀνακωχέειν, ἢ αὐτὸν, ἢ ἄλλον τινὰ, ἔστ᾿ ἂν
                        <lb/>κρατυνθῇ τὸ τρῶμα· ἀτὰρ καὶ ἐς τὸν μυκτῆρα τὸν σμικρὸν δάκτυλον
                        <lb/>ἀπωθέοντα, ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε διορθοῦν χρὴ τὰ ἐγκλιθέντα. Ὅ τι <lb/>δ᾿
                        ἂν φλεγμονῆς ὑπογίνηται τουτέοισι, χρὴ τῷ σταιτὶ χρέεσθαι· <lb/>τοῖσι μέντοι
                        δακτύλοισι προσέχειν χρὴ ὁμοίως, καὶ τοῦ σταιτὸς ἐπικειμένου. <lb/>Ἢν δέ που
                        κατὰ τὸν χόνδρον ἐς τὰ πλάγια καταγῇ, <lb/>ἀνάγκη τὴν ῥῖνα ἄκρην
                        παρεστράφθαι. Χρὴ οὖν τοῖσι τοιούτοισιν ἐς <lb/>τὸν μυκτῆρα ἄκρον διόρθωμά
                        τι τῶν εἰρημένων, ἢ ὅ τι τούτοισιν ἔοικεν, <lb/>ἐντιθέναι· πολλὰ δ᾿ ἄν τις
                        εὕροι τὰ ἐπιτήδεια, ὅσα μήτε ὀδμὴν <lb/>ἴσχει, ἄλλως τε καὶ προσηνέα ἐστίν·
                        ἐγὼ δέ ποτε πλεύμονος προβάτου <lb/>ἀπότμημα ἐνέθηκα, τοῦτο γάρ πως
                        παρέτυχεν· οἱ γὰρ σπόγγοι <lb/>ἐντιθεμένοι ὑγράσματα δέχονται. Ἔπειτα χρὴ
                        καρχηδονίου δέρματος <lb/>λοπὸν, πλάτος ὡς τοῦ μεγάλου δακτύλου τετμημένον,
                        ἢ ὅκως <lb/>ἂν ξυμφέρῃ, προσκολλῆσαι ἐς τὸ ἔκτοσθεν πρὸς τὸν μυκτῆρα τὸν
                        <lb/>ἐκκεκλιμένον· κἄπειτα κατατεῖναι τὸν ἱμάντα, ὅκως ἂν ξυμφέρη· <pb n="170"/> μᾶλλον δὲ ὀλίγῳ τείνειν χρὴ, [ἢ] ὥστε ὀρθὴν καὶ ἀπαρτῆ τὴν
                        <lb/>ῥῖνα εἶναι. Ἔπειτα (μακρὸς γὰρ ἔστω ὁ ἱμὰς), κάτωθεν τοῦ <lb/>ὠτὸς
                        ἀγαγόντα αὐτὸν, ἀναγαγεῖν περὶ τὴν κεφαλήν· καὶ ἔξεστι <lb/>μὲν κατὰ τὸ
                        μέτωπον προσκολλῆσαι τὴν τελευτὴν τοῦ ἱμάντος, <lb/>ἔξεστι δὲ καὶ μακρότερον
                        ἐπιπεριελίσσοντα περὶ τὴν κεφαλὴν καταδέειν. <lb/>Τοῦτο ἅμα μὲν δικαίην τὴν
                        διόρθωσιν ἔχει, ἅμα δὲ εὐταμίευτον, <lb/>καὶ μᾶλλον, ἢν ἐθέλῃ, καὶ ἧσσον τὴν
                        ἀντιῤῥοπίην ποιῆσαι <lb/>τῆς ῥινός. Ἀτὰρ καὶ ὁκόσοισιν ἐς τὸ πλάγιον ἡ ῥὶς
                        κατάγνυται, τὰ <lb/>μὲν ἄλλα ἰητρεύειν χρὴ, ὡς προείρηται· προσδέεται δὲ
                        τοῖσι <lb/>πλείστοισι καὶ τοῦ ἱμάντος πρὸς ἄκρην τὴν ῥῖνα προσκολληθῆναι
                        <lb/>τῆς ἀντιῤῥοπίης εἵνεκα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. Ὅσοισι δὲ σὺν τῇ κατήξει καὶ ἕλκεα προσγίνεται, οὐδὲν δεῖ
                        <lb/>ταράσσεσθαι διὰ τοῦτο· ἀλλ᾿ ἐπὶ μὲν τὰ ἕλκεα ἐπιτιθέναι ἢ πισσηρὴν,
                        <lb/>ἢ τῶν ἐναίμων τι· εὐαλθέα γὰρ τῶν τοιούτων τὰ πλεῖστά <lb/>ἐστιν
                        ὁμοίως, κἢν ὀστέα μέλλῃ ἀπιέναι. Τὴν δὲ διόρθωσιν τὴν πρώτην <lb/>ἀόκνως χρὴ
                        ποιέεσθαι, μηδὲν ἐπιλείποντα, καὶ τὰς διορθώσιας <lb/>τοῖσι δακτύλοισιν ἐν
                        τῷ ἔπειτα χρόνῳ, χαλαρωτέροισι μὲν <pb n="172"/> χρεόμενον, χρεόμενον δέ·
                        εὐπλαστότατον γάρ τι παντὸς τοῦ σώματος <lb/>ἡ ῥίς ἐστιν. Τῶν δὲ ἱμάντων τῇ
                        κολλήσει καὶ τῇ ἄντιῤῥοπίῃ <lb/>παντάπασιν οὐδὲν κωλύει χρέεσθαι, οὔτ᾿ ἢν
                        ἕλκος ᾖ, οὔτ᾿ ἢν <lb/>ἐπιφλεγμήνῃ· ἀλυπόταται γάρ εἰσιν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>