<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:10-12</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:10-12</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Γινώσκειν δὲ, εἰ ἐκπέπτωκεν ὁ βραχίων, τοισίδε χρὴ <lb/>τοῖσι σημείοισιν·
                        τοῦτο μὲν, ἐπειδὴ δίκαιον ἔχουσι τὸ σῶμα οἱ ἄνθρωποι, <lb/>καὶ τὰς χεῖρας,
                        καὶ τὰ σκέλεα, παραδείγματι χρέεσθαι <lb/>δεῖ τῷ ὑγιέϊ πρὸς τὸ μὴ ὑγιὲς, καὶ
                        τῷ μὴ ὑγιεῖ πρὸς τὸ <lb/>ὑγιὲς, μὴ τὰ ἀλλότρια ἄρθρα καθορῶντα (ἄλλοι γὰρ
                        ἄλλων <lb/>μᾶλλον ἔξαρθροι πεφύκασιν), ἀλλὰ τὰ αὐτοῦ τοῦ κάμνοντος, ἢν
                        <lb/>ἀνόμοιον ἔῃ τὸ ὑγιὲς τῷ κάμνοντι. Καὶ τοῦτο εἴρηται μὲν <lb/>ὀρθῶς,
                        παραξύνεσιν δὲ ἔχει πάνυ πολλήν· διὰ τὰ τοιαῦτα, <lb/>καὶ οὐκ ἀρκέει μοῦνον
                        λόγῳ εἰδέναι τὴν τέχνην ταύτην, ἀλλὰ καὶ <lb/>ὁμιλίῃ ὁμιλέειν· πολλοὶ γὰρ
                        ὑπὸ ὀδύνης, ἢ καὶ ὑπ᾿ ἀλλοίης προφάσιος, <lb/>οὐκ ἐξεστεώτων αὐτέοισι τῶν
                        ἄρθρων, ὅμως οὐ δύνανται <pb n="104"/> ἐς τὰ ὅμοια σχήματα καθίστασθαι ἐς
                        οἷά περ τὸ ὑγιαῖνον σῶμα <lb/>σχηματίζεται· προσξυνιέναι μὲν οὖν, καὶ
                        ἐννοεῖν καὶ τὸ τοιόνδε <lb/>σχῆμα χρή. Ἀτὰρ καὶ ἐν τῇ μασχάλῃ ἡ κεφαλὴ τοῦ
                        βραχίονος <lb/>φαίνεται ἐγκειμένη πολλῷ μᾶλλον τοῦ ἐκπεπτωκότος ἢ τοῦ
                        <lb/>ὑγιέος· τοῦτο δὲ, ἄνωθεν κατὰ τὴν ἐπωμίδα κοῖλον φαίνεται τὸ χωρίον,
                        <lb/>καὶ τὸ τοῦ ἀκρωμίου ὀστέον ἐξέχον φαίνεται, ἅτε ὑποδεδυκότος <lb/>τοῦ
                        ἄρθρου ἐς τὸ κάτω χωρίον· παραξύνεσιν μὴν καὶ ἐν <lb/>τούτῳ ἔχει τινὰ, ἀλλ᾿
                        ὕστερον περὶ αὐτοῦ γεγράψεται, ἄξιον γὰρ γραφῆς <lb/>ἐστιν· τοῦτο δὲ, τοῦ
                        ἐκπεπτωκότος ὁ ἀγκὼν φαίνεται ἀφεστεὼς <lb/>μᾶλλον ἀπὸ τῶν πλευρέων, ἢ τοῦ
                        ἑτέρου· εἰ μέντοι τις προσαναγκάζοι, <lb/>προσάγεται μὲν, ἐπιπόνως δέ· τοῦτο
                        δὲ, ἄνω τὴν χεῖρα ἆραι <lb/>εὐθεῖαν παρὰ τὸ οὖς, ἐκτεταμένου τοῦ ἀγκῶνος, οὐ
                        μάλα δύνανται, <lb/>ὥσπερ τὴν ὑγιέα, οὐδὲ παράγειν ἔνθα καὶ ἔνθα ὁμοίως. Τά
                        τε οὖν <lb/>σημήϊα ταῦτά ἐστιν ὤμου ἐκπεπτωκότος· αἵ τε ἐμβολαὶ αἱ
                        γεγραμμέναι, <lb/>αἵ τε ἰητρεῖαι αὗται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ἐπάξιον δὲ τὸ μάθημα, ὡς χρὴ ἰητρεύειν τοὺς πυκνὰ ἐκπίπτοντας <lb/>ὤμους·
                        πολλοὶ μὲν γὰρ ἤδη ἀγωνίης ἐκωλύθησαν διὰ ταύτην <lb/>τὴν ξυμφορὴν, τἄλλα
                        πάντα ἀξιόχρεοι ἐόντες· πολλοὶ δὲ ἐν <lb/>πολεμικοῖσιν ἀχρήϊοι ἐγένοντο, καὶ
                        διεφθάρησαν διὰ ταύτην τὴν <lb/>ξυμφορήν· ἅμα δὲ ἐπάξιον καὶ διὰ τοῦτο, ὅτι
                        οὐδένα οἶδα ὀρθῶς <lb/>ἰητρεύοντα, ἀλλὰ τοὺς μὲν μηδὲ ἐγχειρέοντας, τοὺς δὲ
                        τἀναντία <lb/>τοῦ ξυμφέροντος φρονέοντάς τε καὶ ποιέοντας. Συχνοὶ γὰρ ἤδη
                        ἰητροὶ <pb n="106"/> ἔκαυσαν ὤμους ἐκπίπτοντας, κατά τε τὴν ἐπωμίδα, κατά τε
                        τὸ <lb/>ἔμπροσθεν, ᾗ ἡ κεφαλὴ τοῦ βραχίονος ἐξογκέει, κατά τε τοὔπισθεν
                        <lb/>ὀλίγον τῆς ἐπωμίδος· αὗται οὖν αἱ καύσιες, εἰ μὲν ἐς τὸ ἄνω
                        <lb/>ἐξέπιπτεν ὁ βραχίων, ἢ ἐς τοὔμπροσθεν, ἢ ἐς τοὔπισθεν, ὀρθῶς <lb/>ἂν
                        ἔκαιον· νῦν δὲ δὴ, ὅτε ἐς τὸ κάτω ἐκπίπτει, ἐκβάλλουσιν αὗται <lb/>αἱ
                        καύσιες μᾶλλον, ἢ κωλύουσιν· ἀποκλείουσι γὰρ τῆς ἄνω εὐρυχωρίης <lb/>τὴν
                        κεφαλὴν τοῦ βραχίονος. Χρὴ δὲ ὧδε καίειν ταῦτα· ἀπολαβόντα <lb/>τοῖσι
                        δακτύλοισι κατὰ τὴν μασχάλην τὸ δέρμα ἀφελκύσαι <lb/>κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἴξιν
                        μάλιστα, καθ᾿ ἣν ἡ κεφαλὴ τοῦ βραχίονος ἐκπίπτει· <lb/>ἔπειτα οὕτως
                        ἀφελκυσάμενον τὸ δέρμα διακαῦσαι ἐς τὸ πέρην. <lb/>Σιδηρίοισι δὲ χρὴ ταῦτα
                        καίειν, μὴ παχέσι, μηδὲ λίην φαλακροῖσιν, <lb/>ἀλλὰ προμήκεσι (ταχυπορώτερα
                        γὰρ), καὶ τῇ χειρὶ ἐπερείδειν· <lb/>χρὴ δὲ καὶ διαφανέσι καίειν, ὡς ὅτι
                        τάχιστα περαιωθῇ <lb/>κατὰ δύναμιν· τὰ γὰρ παχέα, βραδέως περαιούμενα,
                        πλατυτέρας <lb/>τὰς ἐκπτώσιας τῶν ἐσχαρῶν ποιέεται, καὶ κίνδυνος ἂν εἴη
                        ξυῤῥαγῆναι <lb/>τὰς ὠτειλάς· καὶ κάκιον μὲν οὐδὲν ἂν εἴη, αἴσχιον δὲ καὶ
                        ἀτεχνότερον. <lb/>Ὅταν δὲ διακαύσῃς ἐς τὸ πέρην, τῶν μὲν πλείστων ἱκανῶς ἂν
                        <lb/>ἔχοι ἐν τῷ κάτω μέρεϊ τὰς ἐσχάρας ταύτας μόνας θεῖναι· ἢν δὲ <lb/>μὴ
                        κίνδυνος φαίνηται εἶναι ξυῤῥαγῆναι τὰς ὠτειλὰς, ἀλλὰ πολὺ <lb/>τὸ διὰ μέσου
                        ἔῃ, ὑπάλειπτρον χρὴ λεπτὸν διέρσαι διὰ τῶν καυμάτων, <pb n="108"/> ἔτι
                        ἀναλελαμμένου τοῦ δέρματος, οὐ γὰρ ἂν ἄλλως δύναιο <lb/>διέρσαι· ἐπὴν δὲ
                        διέρσῃς, ἀφεῖναι τὸ δέρμα, ἔπειτα μεσηγὺ τῶν <lb/>ἐσχαρέων ἄλλην ἐσχάρην
                        ἐμβάλλειν λεπτῷ σιδηρίῳ, καὶ διακαῦσαι, <lb/>ἄχρις ἂν τῷ ὑπαλείπτρῳ ἐγκύρσῃ.
                        Ὁκόσον δέ τι χρὴ τὸ δέρμα τὸ <lb/>ἀπὸ τῆς μασχάλης ἀπολαμβάνειν, τοισίδε χρὴ
                        τεκμαίρεσθαι· ἀδένες <lb/>ὕπεισιν ἢ ἐλάσσους ἢ μείζους πᾶσιν ὑπὸ τῇ μασχάλῃ,
                        πολλαχῆ δὲ <lb/>καὶ ἄλλῃ τοῦ σώματος. Ἀλλὰ ἐν ἄλλῳ λόγῳ περὶ ἀδένων
                        οὐλομελίης <lb/>γεγράψεται, ὅ τι τέ εἰσι, καὶ οἷα ἐν οἵοισι σημαίνουσί τε
                        καὶ <lb/>δύνανται. Τοὺς μὲν οὖν ἀδένας οὐ χρὴ προσαπολαμβάνειν, οὐδ᾿
                        <lb/>ὅσα ἐσωτέρω τῶν ἀδένων· μέγας γὰρ ὁ κίνδυνος· τοῖσι γὰρ
                        <lb/>ἐπικαιροτάτοισι τόνοισι γειτονεύονται· ὅσον δὲ ἐξωτέρω τῶν <lb/>ἀδένων,
                        ἐπιπλεῖστον ἀπολαμβάνειν· ἀσινέα γάρ. Γινώσκειν δὲ χρὴ <lb/>καὶ τάδε, ὅτι,
                        ἢν μὲν ἰσχυρῶς τὸν βραχίονα ἀνατείνῃς, οὐ δυνήσῃ <lb/>τοῦ δέρματος ἀπολαβεῖν
                        οὐδὲν τοῦ ὑπὸ τῇ μασχάλῃ, ὅ τι καὶ ἄξιον <lb/>λόγου· καταναισιμοῦται γὰρ ἐν
                        τῇ ἀνατάσει· οἱ δ᾿ αὖ τόνοι, οὓς <pb n="110"/> οὐδεμιῇ μηχανῇ δεῖ
                        τιτρώσκειν, οὗτοι πρόχειροι γίνονται καὶ <lb/>κατατεταμένοι ἐν τούτῳ τῷ
                        σχήματι· ἢν δὲ μικρὸν ἐπάρῃς τὸν βραχίονα, <lb/>πολὺ μὲν τοῦ δέρματος
                        ἀπολήψῃ, οἱ δὲ τόνοι, ὧν δεῖ προμηθέεσθαι, <lb/>εἴσω καὶ πρόσω τοῦ
                        χειρίσματος γίνονται. Ἆρ᾿ οὖν οὐκ <lb/>ἐν πάσῃ τῇ τέχνῃ περὶ παντὸς χρὴ
                        ποιέεσθαι, τὰ δίκαια σχήματα <lb/>ἐξευρίσκειν ἐφ᾿ ἑκάστοισιν; ταῦτα μὲν τὰ
                        κατὰ τὴν μασχάλην, <lb/>καὶ ἱκαναὶ αὐταὶ αἱ καταλήψιες, ἢν ὀρθῶς τεθῶσιν αἱ
                        ἐσχάραι. <lb/>Ἔκτοσθεν δὲ τῆς μασχάλης, δισσὰ μόνα ἐστὶ χωρία, ἵνα ἄν τις
                        <lb/>ἐσχάρας θείη, τιμωρεούσας τῷ παθήματι· μίαν μὲν ἐν τῷ ἔμπροσθεν
                        <lb/>μεσηγὺ τῆς τε κεφαλῆς τοῦ βραχίονος καὶ τοῦ τένοντος τοῦ <lb/>κατὰ τὴν
                        μασχάλην· καὶ ταύτῃ τὸ μὲν δέρμα τελέως διακαίειν <lb/>χρὴ, βαθύτερον δὲ οὐ
                        χρή· φλέψ τε γὰρ παχείη πλησίη, καὶ νεῦρα, <pb n="112"/> ὧν οὐδέτερα
                        θερμαντέα, Ἔξωθεν δ᾿ αὖ ἄλλην ἐσχάρην ἐνδέχεται <lb/>ἐνθεῖναι ἀνωτέρω μὲν
                        συχνῷ τοῦ τένοντος τοῦ κατὰ τὴν μασχάλην, <lb/>κατωτέρω δὲ ὀλίγῳ τῆς κεφαλῆς
                        τοῦ βραχίονος· καὶ τὸ μὲν δέρμα <lb/>τελέως χρὴ διακαίειν, βαθείην δὲ μηδὲ
                        κάρτα ταύτην ποιέειν· πολέμιον <lb/>γὰρ τὸ πῦρ νεύροισιν. Ἰητρεύειν μὲν οὖν
                        χρὴ διὰ πάσης τῆς <lb/>ἰητρείης τὰ ἕλκεα, μηδέποτε ἰσχυρῶς ἀνατείνοντα τὸν
                        βραχίονα, <lb/>ἀλλὰ μετρίως, ὅσον τῶν ἑλκέων ἐπιμελείης εἵνεκα· ἧσσον μὲν
                        γὰρ <lb/>ἂν διαψύχοιτο (ξυμφέρει γὰρ πάντα τὰ καύματα σκέπειν, ὡς
                        <lb/>ἐπιεικέως ἰητρεύεσθαι)· ἧσσον δ᾿ ἂν ἐκπλίσσοιτο· ἧσσον δ᾿ ἂν
                        <lb/>αἱμοῤῥαγοίη· ἧσσον δ᾿ ἂν σπασμὸς ἐπιγένοιτο. Ὅταν δὲ δὴ καθαρὰ
                        <lb/>γένηται τὰ ἕλκεα, ἐς ὠτειλάς τε ἴῃ, τότε δὴ καὶ παντάπασι χρὴ <lb/>αἰεὶ
                        τὸν βραχίονα πρὸς τῇσι πλευρῇσι προσδεδέσθαι, καὶ νύκτα καὶ <lb/>ἡμέρην·
                        ἀτὰρ καὶ ὅταν ὑγιέα γένηται τὰ ἕλκεα, ὁμοίως ἐπὶ πολὺν <lb/>χρόνον χρὴ
                        προσδεῖν τὸν βραχίονα πρὸς τὰς πλευράς· οὕτω γὰρ ἂν <lb/>μάλιστα ἐπουλωθείη,
                        καὶ ἀποληφθείη ἡ εὐρυχωρίη, καθ᾿ ἣν μάλιστα <lb/>ὀλισθάνει ὁ βραχίων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὅσοισι δ᾿ ἂν ὦμος καταπορηθῇ ἐμβληθῆναι, ἢν μὲν ἔτι ἐν <lb/>αὐξήσει
                        ἔωσιν, οὐκ ἐθέλει συναύξεσθαι τὸ ὀστέον τοῦ βραχίονος <lb/>ὁμοίως τῷ ὑγιέϊ,
                        ἀλλὰ αὔξεται μὲν ἐπί τι, βραχύτερον δὲ τοῦ ἑτέρου <pb n="114"/> γίνεται καὶ
                        οἱ καλεομενοι δὲ ἐκ γενεῆς γαλιάγκωνες· διὰ δισσὰς <lb/>ξυμφορὰς ταύτας
                        γίνονται, ἤν τέ τι τοιοῦτον αὐτοὺς ἐξάρθρημα <lb/>καταλάβῃ ἐν τῇ γαστρὶ
                        ἐόντας, διά τε ἄλλην ξυμφορὴν, περὶ ἧς <lb/>ὕστερόν ποτε γεγράψεται· ἀτὰρ
                        καὶ οἷσιν ἔτι νηπίοισιν ἐοῦσι κατὰ <lb/>τὴν κεφαλὴν τοῦ βραχίονος βαθεῖαι
                        καὶ ὑποβρύχιοι ἐκπυήσιες γίνονται, <lb/>καὶ οὗτοι πάντες γαλιάγκωνες
                        γίνονται· καὶ ἤν τε τμηθῶσιν, <lb/>ἤν τε καυθῶσιν, ἤν τε αὐτόματόν σφιν
                        ἐκραγῇ, εὖ εἰδέναι χρὴ, <lb/>ὅτι ταῦτα οὕτως ἔχει. Χρέεσθαι μέντοι τῇ χειρὶ
                        δυνατώτατοί εἰσι <lb/>οἱ ἐκ γενεῆς γαλιάγκωνες, οὐ μὴν οὐδὲ ἐκεῖνοί γε
                        ἀνατεῖναι παρὰ <lb/>τὸ οὖς τὸν βραχίονα, ἐκτανύσαντες τὸν ἀγκῶνα, δύνανται,
                        ἀλλὰ <lb/>πολὺ ἐνδεεστέρως, ἢ τὴν ὑγιέα χεῖρα. Οἷσι δ᾿ ἂν ἤδη ἀνδράσιν
                        ἐοῦσιν <lb/>ἐκπέσῃ ὁ ὦμος, καὶ μὴ ἐμβληθῇ, ἡ ἐπωμὶς ἀσαρκοτέρη γίνεται,
                        <lb/>καὶ ἡ ἕξις λεπτὴ ἡ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος· ὅταν μέντοι ὀδυνώμενοι
                        <lb/>παύσωνται, ὁκόσα μὲν δεῖ ἐργάζεσθαι ἐπάραντας τὸν ἀγκῶνα <lb/>ἀπὸ τῶν
                        πλευρέων ἐς τὸ πλάγιον, ταῦτα μὲν οὐ δύνανται <lb/>ἅπαντα ὁμοίως ἐργάζεσθαι·
                        ὁκόσα δὲ δεῖ ἐργάζεσθαι, παραφέροντας <lb/>τὸν βραχίονα παρὰ τὰς πλευρὰς, ἢ
                        ἐς τοὐπίσω, ἢ ἐς τοὔμπροσθεν, <lb/>ταῦτα δὲ δύνανται ἐργάζεσθαι· καὶ γὰρ ἂν
                        ἀρίδα ἑλκύσαιεν, καὶ <pb n="116"/> πρίονα, καὶ πελεκήσαιεν ἂν, καὶ σκάψαιεν
                        ἂν, μὴ κάρτα ἄνω αἴροντες <lb/>τὸν ἀγκῶνα, καὶ τἄλλα ὅσα ἐκ τῶν τοιούτων
                        σχημάτων <lb/>ἐργάζονται. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>