<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1:9-16</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1:9-16</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ποὺς δὲ ἀνθρώπου ἐκ πολλῶν καὶ μικρῶν ὀστέων ξύγκειται, <lb/>ὥσπερ χεὶρ
                        ἄκρη. Κατάγνυται μὲν οὐ πάνυ τι ταῦτα <lb/>τὰ ὀστέα, ἢν μὴ ξὺν τῷ χρωτὶ
                        τιτρωσκομένῳ ὑπὸ ὀξέος τινὸς <lb/>ἢ βαρέος· τὰ μὲν οὖν τιτρωσκόμενα, ἐν
                        ἑλκωσίων μέρει εἰρήσεται, <lb/>ὡς χρὴ ἰητρεύειν. Ἢν δέ τι κινηθῇ ἐκ τῆς
                        χώρης, ἢ τῶν <lb/>δακτύλων ἄρθρον, ἢ ἄλλο τι τῶν ὀστέων τοῦ ταρσοῦ
                        καλεομένου, <lb/>ἀναγκάζειν μὲν χρὴ ἐς τὴν ἑωυτοῦ χώρην ἕκαστον, ὥσπερ <pb n="450"/> καὶ τὰ ἐν τῇ χειρὶ εἴρηται· ἰητρεύειν δὲ κηρωτῇ καὶ σπλήνεσι
                        καὶ <lb/>ὀθονίοισιν, ὥσπερ καὶ τὰ κατήγματα, πλὴν τῶν ναρθήκων, τὸν <lb/>μὲν
                        αὔτὸν τρόπον πιεζεῦντα, διὰ τρίτης δὲ ἐπιδέοντα· ὑποκρινέσθω <lb/>δὲ ὁ
                        ἐπιδεόμενος παραπλήσια, οἷά περ καὶ ἐν τοῖσι κατήγμασι, <lb/>καὶ περὶ τοῦ
                        πεπιέχθαι, καὶ περὶ τοῦ χαλᾷν. Ὑγιέα δὲ γίνεται <lb/>ἐν εἴκοσιν ἡμέρῃσι
                        τελέως ἅπαντα, πλὴν ὁκόσα κοινωνέει τοῖσι τῆς <lb/>κνήμης ὀστέοισι· καὶ
                        αὐτέῃ τῇ ἴξει. Ξυμφέρει δὲ κατακεῖσθαι <lb/>τοῦτον τὸν χρόνον· ἀλλὰ γὰρ οὐ
                        τολμέουσιν ὑπερορῶντες τὸ <lb/>νόσημα, ἀλλὰ περιέρχονται, πρὶν ὑγιέες
                        γενέσθαι. Διὰ τοῦτο <lb/>καὶ οἱ πλεῖστοι οὐκ ἐξυγιαίνουσι τελέως. Ἀλλὰ
                        πολλάκις αὐτοὺς ὁ <lb/>πόνος ὑπομιμνήσκει· εἰκότως· ὅλον γὰρ τὸ ἄχθος τοῦ
                        σώματος οἱ πόδες <lb/>ὀχέουσιν. Ὁκόταν οὖν μήπω ὑγιέες ἐόντες ὁδοιπορέωσι,
                        φλαύρως <lb/>ξυναλθάσσεται τὰ ἄρθρα τὰ κινηθέντα· διὰ τοῦτο ἄλλοτε <lb/>καὶ
                        ἄλλοτε ὁδοιπορέοντες ὀδυνῶνται τὰ πρὸς τῇ κνήμῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Τὰ δὲ κοινωνέοντα τοῖσι τῆς κνήμης ὀστέοισι μείζω τε <lb/>τῶν ἑτέρων
                        ἐστὶ, καὶ κινηθέντων τούτων πουλυχρονιωτέρη ἡ <lb/>ἄλθεξις. Ἴησις μὲν οὖν ἡ
                        αὐτή· ὀθονίοισι δὲ πλείοσι <pb n="452"/> χρέεσθαι, καὶ σπλήνεσιν· καὶ ἐπὶ
                        πᾶν ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐπιδέειν· <lb/>πιέζειν δὲ, ὥσπερ καὶ τἄλλα πάντα, ταύτῃ
                        μάλιστα ᾗ <lb/>ἐκινήθη, καὶ τὰς πρώτας περιβολὰς τῶν ὀθονίων κατὰ ταῦτα
                        <lb/>ποιέεσθαι. Ἐν δὲ ἑκάστῃ τῶν ἀπολυσίων ὕδατι πολλῷ θερμῷ <lb/>χρέεσθαι·
                        ἐν πᾶσι δὲ πολλὸν ὕδωρ θερμὸν καταχέειν τοῖσι κατ᾿ <lb/>ἄρθρα σίνεσιν. Αἱ δὲ
                        πιέξιες καὶ αἱ χαλάσιες ἐν τοῖσιν αὐτέοισι <lb/>χρόνοισι τὰ αὐτὰ σημεῖα
                        δεικνυόντων, ἅπερ ἐπὶ τοῖσι πρόσθεν· <lb/>καὶ τὰς μετεπιδέσιας ὡσαύτως χρὴ
                        ποιέεσθαι. Ὑγιέες δὲ τελέως <lb/>οὗτοι γίνονται ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσι
                        μάλιστα, ἢν τολμέωσι <lb/>κατακεῖσθαι· ἢν δὲ μὴ, πάσχουσι ταῦτα ἃ καὶ
                        πρότερον, καὶ <lb/>ἐπὶ μᾶλλον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ὅσοι δὲ πηδήσαντες ἀφ᾿ ὑψηλοῦ τινος ἐστηρίξαντο τῇ <lb/>πτέρνῃ ἰσχυρῶς,
                        τουτέοισι διισταται μὲν τὰ ὀστέα, φλέβια δ᾿ <lb/>ἐκχυμοῦνται ἀμφιφλασθείσης
                        τῆς σαρκὸς ἀμφὶ τὸ ὀστέον, οἴδημα <lb/>δὲ ἐπιγίνεται καὶ πόνος πουλύς. Τὸ
                        γὰρ ὀστέον τοῦτο οὐ σμικρόν <lb/>ἐστι, καὶ ὑπερέχει μὲν ὑπὸ τὴν ἰθυωρίην τῆς
                        κνήμης, κοινωνέει δὲ <lb/>φλεψὶ καὶ νεύροισιν ἐπικαίροισιν· ὁ τένων δὲ ὁ
                        ὀπίσθιος τούτῳ <lb/>προσήρτηται τῷ ὀστέῳ. Τούτους χρὴ ἰητρεύειν μὲν κηρωτῇ
                        καὶ <lb/>σπλήνεσι καὶ ὀθονίοισιν· ὕδατι δὲ θερμῷ πλείστῳ ἐπὶ τουτέοισι
                        <lb/>χρῆσθαι· καὶ ὀθονίων πλειόνων ἐπὶ τουτέοισι δεῖ, καὶ <lb/>ἄλλως ὡς
                        βελτίστων καὶ προσηνεστάτων. Καὶ ἢν μὲν τύχῃ <pb n="454"/> ἁπαλὸν τὸ δέρμα
                        φύσει ἔχων τὸ ἀμφὶ τῇ πτέρνῃ, ἐᾷν οὕτως· <lb/>ἢν δὲ παχὺ καὶ σκληρὸν, οἷα
                        μετεξέτεροι ἴσχουσιν, κατατάμνειν <lb/>χρὴ ὁμαλῶς, καὶ διαλεπτύνειν μὴ
                        διατιτρώσκοντα. <lb/>Ἐπιδεῖν δὲ ἀγαθῶς οὐ παντὸς ἀνδρός ἐστι τὰ τοιαῦτα· ἢν
                        γάρ <lb/>τις ἐπιδέῃ, ὥσπερ καὶ τὰ ἄλλα τὰ κατὰ τὰ σφυρὰ ἐπιδεῖται, <lb/>ὁτὲ
                        μὲν περὶ τὸν πόδα περιβαλλόμενος, ὁτὲ δὲ περὶ τὸν τένοντα, <lb/>αἱ
                        ἀποσφίγξιες αὗται χωρίζουσι τὴν πτέρνην, ᾗ τὸ φλάσμα <lb/>ἐγένετο· καὶ οὕτω
                        κίνδυνος σφακελίσαι τὸ ὀστέον τὸ τῆς πτέρνης· <lb/>καίτοι ἢν σφακελίσῃ, τὸν
                        αἰῶνα πάντα ἱκανὸν ἀντίσχειν τὸ <lb/>νόσημα. Καὶ γὰρ τἄλλα ὅσα μὴ ἐκ
                        τοιούτου τρόπου σφακελίζει, <lb/>ἀλλ᾿ ἐν κατακλίσει μελανθείσης τῆς πτέρνης
                        ὑπὸ ἀμελείης τοῦ <lb/>σχήματος, ἢ ἐν κνήμῃ τρώματος γενομένου ἐπικαίρου καὶ
                        <lb/>χρονίου καὶ κοινοῦ τῇ πτέρνῃ, ἢ ἐν μηρῷ, ἢ ἐπὶ ἄλλῳ νουσήματι
                        <lb/>ὑπτιασμοῦ χρονίου γενομένου, ὁμῶς καὶ τοῖσι τοιούτοισι <lb/>χρόνια, καὶ
                        ὀχλώδεα, καὶ πολλάκις ἀναῤῥηγνύμενα, ἢν μὴ <lb/>χρηστῇ μὲν μελέτῃ θεραπευθῇ,
                        πολλῇ δ᾿ ἡσυχίῃ, ὡς τά <pb n="456"/> γε σφακελίζοντα· ἐκ τοῦ τοιούτου δὲ
                        τρόπου σφακελίζοντα καὶ <lb/>κινδύνους μεγάλους τῷ σώματι παρέχει πρὸς τῇ
                        ἄλλῃ λύμῃ. Καὶ <lb/>γὰρ πυρετοὶ ὑπεροξέες, ξυνεχέες, τρομώδεες, λυγγώδεες,
                        <lb/>γνώμης ἁπτόμενοι, καὶ ὀλιγήμεροι, κτείνοντές τε· γένοιντο δ᾿ ἂν
                        <lb/>καὶ φλεβῶν αἱμοῤῥόων πελιώσιες, ναυσιώσιες, καὶ γαγγραινώσιες <lb/>ὑπὸ
                        τῆς πιέξιος· γένοιτο δ᾿ ἂν ταῦτα ἔξω τοῦ ἄλλου σφακελισμοῦ. <lb/>Ταῦτα μὲν
                        οὖν εἴρηται, οἷα τὰ ἰσχυρότατα φλάσματα <lb/>γίνεται· τὰ μέντοι πλεῖστα
                        ἡσυχαίως ἀμφιφλᾶται, καὶ οὐδεμίη <lb/>πολλὴ σπουδὴ τῆς μελέτης, ἀλλ᾿ ὅμως
                        ὀρθῶς γε χρὴ <lb/>χειρίζειν. Ἐπὴν μέντοι ἰσχυρὸν δόξῃ εἶναι τὸ ἔρεισμα, τά
                        τε <lb/>εἰρημένα ποιέειν χρὴ, καὶ τὴν ἐπίδεσιν τὴν πλείστην ποιέεσθαι ἀμφὶ
                        <lb/>τὴν πτέρνην περιβάλλοντα, ἄλλοτε πρὸς τὰ ἄκρα τοῦ ποδὸς
                        ἀντιπεριβάλλοντα, <lb/>ἄλλοτε πρὸς τὰ μέσα, ἄλλοτε πρὸ ςτὰ περὶ τὴν κνήμην·
                        <lb/>προσεπιδεῖν δὲ καὶ τὰ πλησίον πάντα ἔνθεν καὶ ἔκθεν, ὥσπερ <lb/>καὶ
                        πρόσθεν εἴρηται· καὶ ἰσχυρὴν μὲν μὴ ποιέεσθαι τὴν πίεξιν, <lb/>ἐν πολλοῖσι
                        δὲ τοῖσιν ὀθονίοισιν· ἄμεινον δὲ καὶ ἐλλέβορον <pb n="458"/> πιπίσκειν
                        αὐθημερὸν, ἢ τῇ ὑστεραίῃ· ἀπολῦσαι δὲ τριταῖον, <lb/>καὶ αὖθις μετεπιδῆσαι.
                        Σημεῖα δὲ τάδε, ἢν <lb/>παλιγκοταίνῃ, ἢ οὔ· ἐπὴν μὲν τὰ ἐκχυμώματα τῶν
                        φλεβῶν, <lb/>καὶ τὰ μελάσματα, καὶ τὰ ἐγγὺς ἐκείνων ὑπέρυθρα γίνηται καὶ
                        <lb/>ὑπόσκληρα, κίνδυνος παλιγκοτῆσαι. Ἀλλ᾿ ἢν μὲν ἀπύρετος ᾖ,
                        <lb/>φαρμακεύειν ἄνω χρὴ, ὥσπερ εἴρηται, καὶ ὅσα ἂν μὴ ξυνεχῆ
                        <lb/>πυρεταίνηται· ἢν δὲ ξυνεχῆ πυρεταίνητα:, μὴ φαρμακεύειν, <lb/>ἀπέχειν
                        δὲ σιτίων καὶ ῥοφημάτων, ποτῷ δὲ χρῆσθαι ὕδατι, καὶ <lb/>μὴ οἴνῳ, ἀλλὰ τῷ
                        ὀξυγλυκεῖ. Ἢν δὲ μὴ μέλλῃ παλιγκοταίνειν, <lb/>τὰ ἐκχυμώματα καὶ τὰ
                        μελάσματα καὶ τὰ περιέχοντα ὑπόχλωρα <lb/>γίνεται καὶ οὐ σκληρά· ἀγαθὸν
                        τοῦτο τὸ μαρτύριον ἐν πᾶσι <lb/>τοῖσιν ἐκχυμώμασιν, τοῖσι μὴ μέλλουσι
                        παλιγκοταίνειν· ὅσα δὲ <lb/>σὺν σκληρύσμασι πελιοῦται, κίνδυνος μὲν
                        μελανθῆναι. Τὸν δὲ <lb/>πόδα ἐπιτηδεύειν χρὴ, ὅκως ἀνωτέρω τοῦ ἄλλου σώματος
                        ἔσται τὰ <lb/>πλεῖστα ὀλίγον. Ὑγιὴς δ᾿ ἂν γένοιτο ἐν ἑξήκοντα ἡμέρῃσιν, εἰ
                        <lb/>ἀτρεμέοι. </p></div><pb n="460"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ἡ δὲ κνήμη δύο ὀστέα ἐστὶ, τῇ μὲν συχνῷ λεπτότερον <lb/>τὸ ἕτερον τοῦ
                        ἑτέρου, τῇ δὲ οὐ πολλῷ λεπτότερον· ξυνέχεται δὲ <lb/>ἀλλήλοισι τὰ πρὸς τοῦ
                        ποδὸς, καὶ ἐπίφυσιν κοινὴν ἔχει, ἐν ἰθυωρίῃ <lb/>δὲ τῆς κνήμης οὐ ξυνέχεται·
                        τὰ δὲ πρὸς τοῦ μηροῦ ξυνέχεται, καὶ <lb/>ἐπίφυσιν ἔχει, καὶ ἡ ἐπίφυσις
                        διάφυσιν· μακρότερον δὲ τὸ ἕτερον <lb/>ὀστέον σμικρῷ τὸ κατὰ τὸν σμικρὸν
                        δάκτυλον· ἡ μὲν φύσις <lb/>τοιαύτη τῶν ὀστέων τῶν ἐν τῇ κνήμῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ὀλισθάνει δὲ ἔστιν ὅτε τὰ πρὸς τοῦ ποδὸς, ὁτὲ μὲν <lb/>ξὺν τῇ ἐπιφύσει
                        ἀμφότερα τὰ ὀστέα, ὁτὲ δὲ ἡ ἐπίφυσις ἐκινήθη, <lb/>ὁτὲ δὲ τὸ ἕτερον ὀστέον.
                        Ταῦτα δὲ ὀχλώδεα μὲν ἧσσον, ἢ τὰ ἐν τῷ <pb n="462"/> καρπῷ τῶν χειρέων, εἰ
                        τολμῷεν ἀτρεμέειν οἱ ἄνθρωποι. Ἴησις δὲ <lb/>παραπλησίη, οἵη περ ἐκείνων·
                        τήν τε γὰρ ἐμβολὴν χρὴ ποιέεσθαι <lb/>ἐκ κατατάσιος ὥσπερ ἐκείνων,
                        ἰσχυροτέρης δὲ δεῖται τῆς <lb/>κακατάσιος, ὅσῳ καὶ ἰσχυρότερον τὸ σῶμα
                        ταύτῃ. Ἐς τὰ πλεῖστα <lb/>μὲν γὰρ ἀρκέουσιν ἄνδρες δύο, ὁ μὲν ἔνθεν, ὁ δὲ
                        ἔνθεν τείνοντες· <lb/>Ἢν δὲ μὴ ἰσχύωσιν, ἰσχυροτέρην ῥηΐδιόν ἐστι ποιέειν
                        τὴν κατάτασιν· <lb/>ἢ γὰρ πλήμνην κατορύξαντα χρὴ, ἢ ἄλλο τι ὅ τι <lb/>τούτῳ
                        ἔοικεν, μαλθακόν τι περὶ τὸν πόδα περιβάλλειν· ἔπειτα πλατέσι <lb/>βοείοισιν
                        ἱμᾶσι περιδήσαντα τὸν πόδα, τὰς ἀρχὰς τῶν ἱμάντων, <lb/>ἢ πρὸς ὕπερον, ἢ
                        πρὸς ἕτερον ξύλον προσδήσαντα, τὸ ξύλον <lb/>πρὸς τὴν πλήμνην ἄκρον ἐνθέντα
                        ἐπανακλᾷν· τοὺς δὲ ἀντιτείνειν, <lb/>ἄνωθεν τῶν τε ὤμων ἐχομένους καὶ τῆς
                        ἰγνύης. Ἔστι δὲ καὶ τὸ <lb/>ἄνω τοῦ σώματος ἀνάγκῃ προσλαβεῖν· τοῦτο μὲν ἢν
                        βούλῃ. <pb n="464"/> ξύλον στρογγύλον, λεῖον, κατορύξας βαθέως, μέρος τι
                        αὐτοῦ <lb/>ὑπερέχον τοῦ ξύλου μεσηγὺ τῶν σκελέων ποιήσασθαι παρὰ τὸν
                        <lb/>περίνεον, ὡς κωλύῃ ἀκολουθέειν τὸ σῶμα τοῖσι πρὸς ποδῶν τείνουσιν·
                        <lb/>ἔπειτα πρὸς τὸ τεινόμενον σκέλος μὴ ῥέπειν, τὸν δέ τινα πλάγιον
                        <lb/>παρακαθήμενον ἀπωθέειν τὸν γλουτὸν, ὡς μὴ περιέλκηται τὸ <lb/>σῶμα.
                        Τοῦτο δὲ καὶ ἢν βούλῃ, περὶ τὰς μασχάλας ἔνθεν καὶ <lb/>ἔνθεν τὰ ξύλα
                        παραπέπηγεν, αἱ δὲ χεῖρες παρατεταμέναι φυλάσσονται, <lb/>προσεπιλαμβανέτω
                        δέ τις κατὰ τὸ γόνυ, καὶ οὕτως ἀντιτείνοιτο. <lb/>Τοῦτο δ᾿ ἢν παρὰ τὸ γόνυ
                        βούληται, ἄλλους ἱμάντας περιδήσας; <lb/>ἢ περὶ τὸν μηρὸν, πλήμνην ἄλλην
                        ὑπὲρ κεφαλῆς κατορύξας, <lb/>ἐξαρτήσας τοὺς ἱμάντας ἔκ τινος ξύλου, τὸ ξύλον
                        στηρίζων ἐς τὴν <lb/>πλήμνην, τἀναντία τῶν πρὸς ποδῶν ἕλκειν. Τοῦτο δ᾿ ἢν
                        <lb/>βούλῃ, ἀντὶ τῶν πλημνέων δοκίδα ὑποτείνας ὑπὸ τὴν κλίνην μετρίην,
                        <lb/>ἔπειτα πρὸς τῆς δοκίδος ἔνθεν καὶ ἔνθεν τὴν κεφαλὴν στηρίζων <pb n="466"/> καὶ ἀνακλῶν τὰ ξύλα, κατατείνειν τοὺς ἱμάντας· ἢν δὲ θέλῃς,
                        <lb/>ὀνίσκους καταστήσας ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ἐπ᾿ ἐκείνων τὴν κατάτασιν
                        <lb/>ποιέεσθαι. Πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι τρόποι κατατασίων. Ἄριστον δὲ,
                        <lb/>ὅστις ἐν πόλει μεγάλῃ ἰητρεύει, κεκτῆσθαι ἐσκευασμένον <lb/>ξύλον, ἐν ᾧ
                        πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι ἔσονται πάντων μὲν κατηγμάτων, <lb/>πάντων δὲ ἄρθρων
                        ἐμβολῆς ἐκ κατατάσιος καὶ μοχλεύσιος· ἀρκέει <lb/>δὲ τὸ ξύλον, ἢν ᾖ τοιοῦτον
                        οἷον οἱ τετράγωνοι τρίβολοι δρύϊνοι <lb/>γίνονται, μῆκος καὶ πλάτος καὶ
                        πάχος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ἐπὴν δὲ ἱκανῶς κατατανύσῃς, ῥηΐδιον ἤδη τὸ ἄρθρον <lb/>ἐμβαλεῖν·
                        ὑπεραιωρέεται γὰρ ἐς ἰθυωρίην ὑπὲρ τῆς αρχαίης ἕδρης. <lb/>κατορθοῦσθαι οὖν
                        χρὴ τοῖσι θέναρσι τῶν χειρῶν, τοῖσι μὲν ἐς <lb/>τὸ ἐξεστηκὸς ἐρείδοντα,
                        τοῖσι δὲ ἐπὶ θάτερα κατώτερον τοῦ σφυροῦ <lb/>ἀντερείδοντα. Ἐπὴν δὲ ἐμβάλῃς,
                        ἢν μὲν οἷόν τε ᾖ, κατατεταμένα <lb/>ἐπιδεῖν χρή· ἢν δὲ κωλύηται ὑπὸ τῶν
                        ἱμάντων, ἐκείνους <lb/>λύσαντα ἀντικατατείνειν, ἔστ᾿ ἄν ἐπιδήσῃς. Ἐπιδεῖν δὲ
                        τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον, καὶ τὰς ἀρχὰς ὡσαύτως βαλλόμενον κατὰ τὸ ἐξεστηκὸς,
                        καὶ <lb/>τὰς περιβολὰς τὰς πρώτας πλείστας κατὰ τοῦτο ποιέεσθαι, καὶ τοὺς
                        <lb/>σπλῆνας πλείστους κατὰ τοῦτο, καὶ τὴν πίεξιν μάλιστα κατὰ <pb n="468"/>
                        τωὐτό· προσεπιδεῖν δὲ καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐπὶ συχνόν. <lb/>Μᾶλλον δέ τι
                        τοῦτο τὸ ἄρθρον πεπιέχθαι χρὴ ἐν τῇ πρώτῃ ἐπιδέσει, <lb/>ἢ τὸ ἐν τῇ χειρί.
                        Ἐπὴν δὲ ἐπιδήσῃς, ἀνωτέρω μὲν τοῦ ἄλλου σώματος <lb/>ἐχέτω τὸ ἐπιδεθὲν, τὴν
                        δὲ θέσιν δεῖ ποιέεσθαι οὕτως, <lb/>ὅκως ἥκιστα ἀπαιωρηθήσεται ὁ πούς. Τὸν δὲ
                        ἰσχνασμὸν τοῦ <lb/>σώματος οὕτω ποιέεσθαι, ὁκοίην τινὰ δύναμιν ἔχει καὶ τὸ
                        <lb/>ὀλίσθημα· τὰ μὲν γὰρ σμικρὸν, τὰ δὲ μέγα ὀλισθάνει. <lb/>Τὸ ἐπίπαν δὲ
                        ἰσχναίνειν μᾶλλον καὶ ἐπὶ πλείω χρόνον χρὴ <lb/>ἐν τοῖσι κατὰ τὰ σκέλεα
                        τρώμασιν, ἢ ἐν τοῖσι κατὰ τὰς χεῖρας· <lb/>καὶ γὰρ μέζω καὶ παχύτερα ταῦτα
                        ἐκείνων· καὶ δὴ καὶ ἀναγκαῖον <lb/>ἐλινύειν τὸ σῶμα καὶ κατακεῖσθαι.
                        Μετεπιδῆσαι δὲ τὸ <lb/>ἄρθρον, οὔτε τι κωλύει τριταῖον, οὔτε κατεπείγει. Καὶ
                        τὰ ἄλλα <lb/>πάντα παραπλησίως χρὴ ἰητρεύειν, ὥσπερ καὶ τὰ παροιχόμενα. Καὶ
                        <lb/>ἢν μὲν τολμᾷ ἀτρέμα κατακεῖσθαι, ἱκαναὶ τεσσαράκοντα <lb/>ἡμέραι, ἢν
                        μοῦνον ἐς τὴν ἑωυτῶν χώρην τὰ ὀστέα αὖθις <lb/>καθίζηται· ἢν δὲ μὴ θέλῃ
                        ἀτρεμέειν, χρῷτο μὲν ἂν οὐ ῥᾳδίως <lb/>τῶ σκέλεϊ, ἐπιδεῖσθαι δὲ ἀναγκάζοιτ᾿
                        ἂν πουλὺν χρόνον. <pb n="470"/> Ὁκόσα μέντοι τῶν ὀστέων μὴ τελέως ἵζει ἐς
                        τὴν ἑωυτῶν <lb/>χώρην, ἀλλά τι ἐπιλείπει, τῷ χρόνῳ λεπτύνεται ἰσχίον καὶ
                        <lb/>μηρὸς καὶ κνήμη· καὶ ἢν μὲν εἴσω ὀλίσθῃ, τὸ ἔξω μέρος λεπτύνεται,
                        <lb/>ἢν δὲ ἔξω, τὸ εἴσω. Τὰ πλεῖστα δὲ ἐς τὸ ἔσω ὀλισθάνει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ἐπὴν δὲ κνήμης ὀστέα ἀμφότερα καταγῇ ἄνευ ἑλκώσιος, <lb/>κατατάσιος
                        ἰσχυροτέρης δεῖται. Τείνειν δὲ τουτέων <lb/>τῶν τρόπων ἐνίοισι τῶν
                        προειρημένων, ἢν μεγάλαι αἱ παραλλάξιες <lb/>ἔωσιν. Ἱκαναὶ δὲ καὶ αἱ ἀπὸ τῶν
                        ἀνδρῶν κατατάσιες· <lb/>τὰ πλεῖστα γὰρ ἀρκέοιεν ἂν δύο ἄνδρες ἐῤῥωμένοι, ὁ
                        <lb/>μὲν ἔνθεν, ὁ δ᾿ ἔνθεν ἀντιτείνοντες. Τείνειν δὲ ἐς τὸ ἰθὺ χρὴ <lb/>κατὰ
                        φύσιν καὶ κατὰ τὴν ἰθυωρίην τῆς κνήμης καὶ τοῦ μηροῦ, <lb/>καὶ ἢν κνήμης
                        ὀστέα κατεηγυίης κατατείνῃς, καὶ ἢν μηροῦ. Καὶ <lb/>ἐπιδεῖν δὲ οὕτως,
                        ἐκτεταμένων ἀμφοτέρων, ὁκότερον ἂν <lb/>τουτέων ἐπιδέῃς· οὐ γὰρ ταὐτὰ
                        ξυμφέρει σκέλει τε καὶ χειρί. <lb/>Πήχεος μὲν γὰρ καὶ βραχίονος ἐπὴν
                        ἐπιδεθῶσιν ὀστέα κατεηγότα, <lb/>ἀναλαμβάνεται ἡ χεὶρ, καὶ ἢν ἐκτεταμένα
                        ἐπιδέῃς, τὰ σχήματα τῶν <lb/>σαρκῶν ἑτεροιοῦται ἐν τῇ ξυγκάμψει τοῦ ἀγκῶνος·
                        ἀδύνατος γὰρ <lb/>ὁ ἀγκὼν ἐκτετάσθαι πουλὺν χρόνον· οὐ γὰρ πολλάκις ἐν
                        τοιούτῳ <pb n="472"/> εἴθισται ἐσχηματίσθαι, ἀλλ᾿ ἐν τῷ ξυγκεκάμφθαι· καὶ δὴ
                        καὶ <lb/>ἅτε· δυνάμενοι οἱ ἄνθρωποι περιιέναι, ἐπὴν κατὰ χεῖρα τρωθῶσι,
                        <lb/>ξυγκεκάμφθαι κατὰ τὸν ἀγκῶνα δέσνται. Σκέλος δὲ ἔν <lb/>τε τῇσιν
                        ὁδοιπορίῃσιν καὶ ἐν τῷ ἑστάναι εἴθισται ὁτὲ μὲν <lb/>ἐκτετάσθαι, ὁτὲ δὲ
                        σμικροῦ δεῖν ἐκτετάσθαι· καὶ εἴθισται καθεῖσθαι <lb/>ἐς τὸ κάτω κατὰ φύσιν,
                        καὶ δὴ καὶ πρὸς τὸ ὀχέειν <lb/>τὸ ἄλλο σῶμα· διὰ τοῦτο εὔφορον αὐτῷ ἐστι τὸ
                        ἐκτετάσθαι, <lb/>ὅταν ἀνάγκη ἔχῃ· καὶ δὴ καὶ ἐν τῇσι κοίτῃσι πολλάκις ἐν τῷ
                        <lb/>σχήματι τουτέῳ ἐστίν· ἐπὴν δὲ δὴ τρωθῇ, ἀνάγκη καταδουλοῦται <lb/>τὴν
                        γνώμην, ὅτι ἀδύνατοι μετεωρίζεσθαι γίνονται, ὥστε οὐδὲ <lb/>μέμνηνται περὶ
                        τοῦ ξυγκαμφθῆναι καὶ ἀναστῆναι, ἀλλὰ ἀτρεμέουσιν <lb/>ἐν τουτέῳ τῷ σχήματι
                        κείμενοι. Διὰ οὖν ταύτας τὰς <lb/>προφάσιας χειρὸς καὶ σκέλεος, οὔτε ἡ
                        κατάτασις, οὔτε ἡ ἐπίδεσις <lb/>τοῦ σχήματος ξυμφέρει ἡ αὐτή. Ἢν μὲν οὖν
                        ἱκανὴ ἡ κατάτασις <lb/>ἡ ἀπὸ τῶν ἀνδρῶν ᾖ, οὐ δεῖ μάτην πονέεσθαι· καὶ γὰρ
                        σολοικότερον <lb/>μηχανοποιέειν μηδὲν δέον· ἢν δὲ μὴ ἱκανὴ ἡ κατάτασις
                        <lb/>ἡ ἀπὸ τῶν ἀνδρῶν, καὶ τῶν ἄλλων τινὰ τῶν ἀναγκέων προσφέρειν, <pb n="474"/> ἥν τινά γε προσχωρέοι. Ὅταν δὲ δὴ ἱκανῶς καταταθῇ,
                        <lb/>ῥηΐδιον ἤδη κατορθώσασθαι τὰ ὀστέα καὶ ἐς τὴν φύσιν ἀγαγεῖν, <lb/>τοῖσι
                        θέναρσι τῶν χειρέων ἀπευθύνοντα καὶ ἐξευκρινέοντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ἐπὴν δὲ κατορθώσῃ, ἐπιδεῖν τοῖσιν ὀθονίοισι κατατεταμένα, <lb/>ἤν τ᾿ ἐπὶ
                        δεξιὰ, ἤν τ᾿ ἐπ᾿ ἀριστερὰ περιφέρειν ξυμφέρῃ <lb/>αὐτέοισι τὰ πρῶτα ὀθόνια·
                        βαλλέσθω δὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ <lb/>ὀθονίου κατὰ τὸ κάτηγμα, καὶ περιβαλλέσθω
                        κατὰ τοῦτο τὰς <lb/>πρώτας περιβολάς· κἄπειτα νεμέσθω ἐπὶ τὴν ἄνω κνήμην
                        ἐπιδέων, <lb/>ὥσπερ ἐπὶ τοῖσιν ἄλλοισι κατήγμασιν εἴρηται. Τὰ δὲ ὀθόνια
                        <lb/>πλατύτερα χρὴ εἶναι, καὶ μακρότερα καὶ πλέω πουλὺ <lb/>τὰ κατὰ τὸ
                        σκέλος τῶν ἐν τῇ χειρί. Ἐπὴν δὲ ἐπιδήσῃς, καταθεῖναι <lb/>ἐφ᾿ ὁμαλοῦ τινος
                        καὶ μαλθακοῦ, ὥστε μὴ διεστράφθαι ἢ <lb/>τῇ, ἢ τῇ, μήτε λορδὸν, μήτε κυφὸν
                        εἶναι· μάλιστα δὲ ξυμφέρει προσκεφάλαιον, <lb/>ἢ λίνεον, ἢ ἐρίνεον, μὴ
                        σκληρὸν, λαπαρὸν μέσον <lb/>κατὰ μῆκος ποιήσαντα, ὑποθεῖναι, ἢ ἄλλο τι ὃ
                        τούτῳ ἔοικεν. <lb/>Περὶ γὰρ τῶν σωλήνων τῶν ὑποτιθεμένων ὑπὸ τὰ σκέλεα τὰ
                        κατεηγότα, <lb/>ἀπορέω ὅ τι ξυμβουλεύσω, εἰ ὑποτιθέναι χρὴ ἢ οὔ. Ὠφελέουσι
                        <lb/>μὲν γὰρ, οὐχ ὅσον δὲ οἱ ὑποτιθέντες οἴονται. Οὐ γὰρ <pb n="476"/>
                        ἀναγκάζουσιν οἱ σωλῆνες ἀτρεμέειν, ὡς οἴονται· οὔτε γὰρ τῷ ἄλλῳ <lb/>σώματι
                        στρεφομένῳ ἢ ἔνθα, ἢ ἔνθα, ἐπαναγκάζει ὁ σωλὴν μὴ <lb/>ἐπακολουθέειν τὸ
                        σκέλος, ἢν μὴ ἐπιμελῆται αὐτὸς ὥνθρωπος. <lb/>οὔτε αὖ τὸ σκέλος ἄνευ τοῦ
                        σώματος κωλύει ὁ σωλὴν κινηθῆναι ἢ τῇ <lb/>ἢ τῇ. Ἀλλὰ μὴν ἀστεργέστερον
                        ξύλον ὑποτετάσθαι, ἢν μὴ ὁμῶς <lb/>ἄν τις μαλθακόν τι ἐς αὐτὸ ἐντεθῇ.
                        Εὐχρηστότατον δέ ἐστιν <lb/>ἐν τῇσι μεθυποστρώσεσι, καὶ ἐν τῇσιν ἐς ἄφοδον
                        προχωρήσεσιν. <lb/>Ἔστιν οὖν σὺν σωλῆνι καὶ ἄνευ σωλῆνος καὶ καλῶς καὶ
                        αἰσχρῶς <lb/>κατασκευάσασθαι· πιθανώτερον δὲ τοῖσι δημότῃσίν ἐστι, καὶ
                        <lb/>τὸν ἰητρὸν ἀναμαρτητότερον εἶναι, ἢν σωλὴν ὑποκέηται· καίτοι
                        <lb/>ἀτεχνέστερόν γέ ἐστιν. Δεῖ μὲν γὰρ ἐφ᾿ ὁμαλοῦ καὶ μαλθακοῦ <lb/>κεῖσθαι
                        πάντη πάντως ἐς ἰθύ· ἐπεί τοί γε ἀνάγκη κρατηθῆναι τὴν <lb/>ἐπίδεσιν ὑπὸ τῆς
                        διαστροφῆς τῆς ἐν τῇ θέσει, ὅποι ἂν ῥέπῃ, καὶ <lb/>ὁκόσα ἂν ῥέπῃ.
                        Ὑποκρινέσθω δὲ ὁ ἐπιδεδεμένος ταὐτὰ, ἅπερ <lb/>καὶ πρότερον εἴρηται· καὶ γὰρ
                        τὴν ἐπίδεσιν χρὴ τοιαύτην εἶναι, καὶ <lb/>τὸ οἴδημα οὕτως ἐξαείρεσθαι ἐς τὰ
                        ἄκρεα, καὶ τὰς χαλάσιας <lb/>οὕτω, καὶ τὰς μετεπιδέσιας διὰ τρίτης, καὶ
                        εὑρισκέσθω <pb n="478"/> ἰσχνότερον τὸ ἐπιδεόμενον, καὶ τὰς ἐπιδέσιας ἐπὶ
                        μᾶλλον ποιέεσθαι, <lb/>καὶ πλέοσι τοῖσιν ὀθονίοισιν· περιλαμβάνειν τε καὶ
                        τὸν πόδα χαλαρῶς, <lb/>ἢν μὴ ἄγαν ἐγγὺς ᾖ τοῦ γούνατος τὸ τρῶμα. Κατατείνειν
                        δὲ <lb/>μετρίως καὶ ἐπικατορθοῦν ἐφ᾿ ἑκάστῃ ἐπιδέσει χρὴ τὰ ὀστέα· ἢν
                        <lb/>γὰρ ὀρθῶς μὲν ἰητρεύηται, κατὰ λόγον δὲ τὸ οἴδημα χωρέῃ, ἔτι μὲν
                        <lb/>λεπτότερον καὶ ἰσχνότερον τὸ ἐπιδεόμενον χωρίον ἔσται, ἔτι δὲ αὖ
                        <lb/>παραγωγότερα τὰ ὀστέα, ἐνακούοντα τῆς κατατάσιος μᾶλλον. <lb/>Ἐπὴν δὲ
                        ἑβδομαῖος, ἢ ἐναταῖος, ἢ ἑνδεκαταῖος γένηται, τοὺς <lb/>νάρθηκας
                        προστιθέναι, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τοῖσιν ἄλλοισι κατήγμασιν <lb/>εἴρηται. Τῶν δὲ
                        ναρθήκων τὰς ἐνέδρας χρὴ φυλάσσεσθαι κατά <lb/>τε τῶν σφυρῶν τὴν ἴξιν, καὶ
                        κατὰ τὸν τένοντα τὸν ἐν τῇ κνήμῃ τοῦ <lb/>ποδός. Ὀστέα δὲ κνήμης κρατύνεται
                        ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσιν, ἢν <lb/>ὀρθῶς ἰητρεύηται. Ἢν δὲ ὑποπτεύῃς τῶν
                        ὀστέων τι δεῖσθαί <lb/>τινος διορθώσιος, ἤ τινα ἕλκωσιν ὀῤῥωδέῃς, ἐν τῷ
                        μεσηγὺ χρόνῳ <lb/>χρὴ λύσαντα καὶ εὐθετισάμενον μετεπιδῆσαι. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>