<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1:41-48</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1:41-48</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><p>41. Ἢν δὲ ὑπερβῇ τὸ ἄρθρον ἢ ἔνθα ἢ ἔνθα ὑπὲρ τὸ ὀστέον τοῦ <lb/>πήχεος τὸ
                        ἐξέχον ἐς τὸ κοῖλον τοῦ βραχίονος, γίνεται μὲν οὖν <lb/>ὀλιγάκις τοῦτο, ἢν
                        δὲ γένηται, οὐκ ἔτι ὁμοίως ἡ κατάτασις ἡ ἐς <lb/>τὴν ἰθυωρίην γινομένη
                        ἐπιτηδείη τῶν τοιουτέων ὀλισθημάτων <pb n="548"/> κωλύει γὰρ ἐν τῇ τοιαύτῃ
                        κατατάσει τὸ ἀπὸ τοῦ πήχεος ὑπερέχον <lb/>ὀστέον τὴν ὁπέρβασιν τοῦ
                        βραχίονος. Χρὴ τοίνυν τοῖσιν οὕτως <lb/>ἐκβεβληκόσι τὴν κατάτασιν ποιέεσθαι
                        τοιαύτην, οἵηπερ <lb/>πρόσθεν γέγραπτὰι, ἐπήν τις ὀστέα βραχίονος κατεηγότα
                        ἐπιδέῃ, <lb/>ἀπὸ μὲν τῆς μασχάλης ἐς τὸ ἄνω τείνεσθαι, ἀπὸ δὲ τοῦ
                        <lb/>ἀγκῶνος αὐτοῦ ἐς τὸ κάτω ἀναγκάζειν, οὕτω γὰρ ἂν μάλιστα ὁ <lb/>βραχίων
                        ὑπεραιωρηθείη ὑπὲρ τῆς ἑωυτοῦ βαθμίδος· ἢν δὲ <lb/>ὑπεραιωρηθῇ, ῥηϊδίη ἡ
                        κατάστασις, τοῖσι θέναρσι τῶν χειρῶν <lb/>τὸ μὲν ἐξεστεὸς τοῦ βραχίονος
                        ἐμβάλλοντα ὠθέειν, τὸ δὲ ἐς τὸ τοῦ <lb/>πήχεος ὀστέον τὸ παρὰ τὸ ἄρθρον
                        ἐμβάλλοντα ἀντωθέειν, τὸν <pb n="550"/> αὐτὸν τρόπον ἄμφω. Ἴσως μέντοι ἡ
                        τοιαύτη κατάτασις τοῦ τοιούτου <lb/>ὀλισθήματος δικαιοτάτη· ἐμβληθείη δ᾿ ἂν
                        καὶ ἀπὸ τῆς ἐς ἰθὺ κατατάσιος, <lb/>ἧσσον δὲ ἢ οὕτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><p>42. Ἢν δὲ ἐς τοὔμπροσθεν ὀλίσθῃ ὁ βραχίων, ἐλαχιστάκις <lb/>μὲν τοῦτο
                        γίνεται, ἀλλὰ τί ἂν ἐξαπιναίη ἐκπάλησις οὐκ ἐκβάλλοι; <lb/>πολλὰ γὰρ καὶ
                        παρὰ τὴν οἰκείην φύσιν ἐκπίπτει, <lb/>κἢν μέγα τι ᾖ τὸ κωλῦον· ταύτῃ δὲ τῇ
                        ἐκπαλήσει μέγα τι τὸ <pb n="552"/> ὑπερβαινόμενον τὸ ὑπὲρ τὸ παχύτερον τῶν
                        ὀστέων, καὶ τῶν νεύρων <lb/>συχνὴ κατάτασις· ὅμως δὲ δή τισιν ἐξεπάλησεν.
                        Σημεῖον δὲ τοῖσιν <lb/>οὕτως ἐκπαλήσασιν· οὐδὲν γὰρ χρῆμα τοῦ ἀγκῶνος κάμψαι
                        <lb/>δύνανται, εὔδηλον δὲ καὶ τὸ ἄρθρον ψαυόμενον. Ἢν μὲν οὖν μὴ <lb/>αὐτίκα
                        ἐμβληθῇ, ἰσχυραὶ καὶ βίαιοι φλεγμοναὶ καὶ πυρετώδεες γίνονται· <lb/>ἢν δὲ δὴ
                        αὐτίκα τις παρατύχῃ, εὐέμβολον. Χρὴ δὲ <lb/>ὀθόνιον σκληρὸν (ὀθόνιον γὰρ
                        σκληρὸν εἱλιγμένον ἀρκέει μὴ <lb/>μέγα) ἐνθέντα πλάγιον ἐς τὴν καμπὴν τοῦ
                        ἀγκῶνος, ἐξαπίνης <lb/>ξυγκάμψαι τὸν ἀγκῶνα, καὶ προσαγαγεῖν ὡς μάλιστα τὴν
                        χεῖρα <lb/>πρὸς τὸν ὦμον. Ἱκανὴ μὲν οὖν αὕτη ἡ ἐμβολὴ τοῖσιν οὕτως
                        ἐκπαλήσασιν· <lb/>ἀτὰρ καὶ ἡ ἐς τὸ ἰθὺ κατάτασις δύναται εὐθετίζειν
                        <lb/>τοῦτον τὸν τρόπον τῆς ἐκβολῆς· τοῖσι μέντοι θέναρσι τῆς χειρὸς
                        <lb/>χρὴ, τὸν μὲν ἐμβάλλοντα ἐς τὸ τοῦ βραχίονος ἐξέχον τὸ <lb/>παρὰ τὴν
                        καμπὴν ὀπίσω ἀπωθέειν, τὸν δέ τινα κάτωθεν ἐς τὸ τοῦ <lb/>ἀγκῶνος ὀξὺ
                        ἐμβάλλοντα ἀντωθέειν ἐς τὴν ἰθυωρίην τοῦ πήχεος <pb n="554"/> ῥέποντα.
                        Δύναται δὲ ἐν τουτέῳ τῷ τρόπῳ τῆς ὀλισθήσιος <lb/>κἀκείνη ἡ κατάτασις ἡ
                        πρόσθεν γεγραμμένη, ὡς χρὴ κατατείνειν <lb/>τὰ ὀστέα τοῦ βραχίονος
                        κατεηγότα, ἐπὴν μέλλωσιν ἐπιδεῖσθαι· <lb/>ἐπὴν δὲ καταταθῇ, οὕτω χρὴ τοῖσι
                        θέναρσι τὰς προσβολὰς <lb/>ποιέεσθαι, ὥσπερ καὶ πρόσθεν γέγραπται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="43"><p>43. Ἢν δὲ ἐς τοὐπίσω βραχίων ἐκπέσῃ (ὀλιγάκις δὲ τοῦτο <lb/>γίνεται,
                        ἐπωδυνώτατόν τε τοῦτο πάντων καὶ πυρετωδέστατον <lb/>ξυνεχέων πυρετῶν καὶ
                        ἀκρητοχόλων, θανατωδέων καὶ ὀλιγημέρων), <lb/>οἱ τοιοῦτοι ἐκτανύειν οὐ
                        δύνανται. Ἢν μὲν οὖν αὐτίκα παρατύχης, <lb/>βιάσασθαι χρὴ ἐκτανύσαντα τὸν
                        ἀγκῶνα, καὶ αὐτομάτως <lb/>ἐμπίπτει. Ἢν δέ σε φθάσῃ πυρετήνας, οὐκ ἔτι χρὴ
                        ἔμβάλλειν· <lb/>κατατείνειε γὰρ ἂν ἡ ὀδύνη ἀναγκαζομένου. Ὡς δ᾿ <lb/>ἐν
                        κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι, οὐδ᾿ ἄλλο χρὴ ἄρθρον πυρεταίνοντι ἐμβάλλειν, <lb/>ἥκιστα
                        δὲ ἀγκῶνα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="44"><p>44. Ἔστι δὲ καὶ ἄλλα σίνεα κατ᾿ ἀγκῶνα ὀχλώδεα· τοῦτο μὲν <lb/>γὰρ, τὸ
                        παχύτερον ὀστέον ἔστιν ὅτε ἐκινήθη ἀπὸ τοῦ ἑτέρου, καὶ <lb/>οὔτε
                        ξυγκάμπτειν, οὔτε κατατανύειν ὁμοίως δύνανται. Δῆλον <lb/>δὲ γίνεται,
                        ψαυόμενον κατὰ τὴν ξύγκαμψιν τοῦ ἀγκῶνος παρὰ τὴν <lb/>διασχίδα τῆς φλεβὸς
                        τὴν ἄνωθεν τοῦ μυὸς τείνουσαν. Οἷσι δὲ τὸ τοιοῦτον, <lb/>οὐκ ἔτι ῥηΐδιον ἐς
                        τὴν ἑωυτοῦ φύσιν ἀγαγεῖν· οὐδὲ γὰρ <pb n="556"/> ἄλλην οὐδεμίην ῥηΐδιον
                        ξυμφυάδα κοινὴν δύο ὀστέων κινηθεῖσαν <lb/>ἐς τὴν ἀρχαίην φύσιν ἱδρυνθῆναι,
                        ἀλλ᾿ ἀνάγκη ὄγκον ἴσχειν <lb/>τὴν διάστασιν. Ὡς δ᾿ ἐπιδέειν χρὴ ἐν ἄρθρῳ, ἐν
                        τῇ κατὰ σφυρὸν <lb/>ἐπιδέσει εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="45"><p>45. Ἔστι δ᾿ οἷσι κατήγνυται τοῦ πήχεος τὸ ὀστέον τὸ ὑποτεταγμένον <lb/>τῷ
                        βραχίονι, ὁτὲ μὲν τὸ χονδρῶδες αὐτοῦ ἀφ᾿ οὗ πέφυκεν <lb/>ὁ τένων ὁ ὄπισθεν
                        τοῦ βραχίονος· [ὁτὲ δὲ τὰ πρόσω κατὰ <lb/>τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκφύσεως τοῦ
                        προσθίου κορωνοῦ·] καὶ ἐπὴν τοῦτο <lb/>κινηθῇ, πυρετῶδες καὶ κακόηθες
                        γίνεται· τὸ μέντοι ἄρθρον μένει <lb/>ἐν τῇ ἑωυτοῦ χώρῃ· πᾶσα γὰρ ἡ βάσις
                        αὐτέου ταύτῃ ὑπερέχει. <lb/>Ὅταν δὲ ἀπαγῇ ταύτῃ ᾗ ὑπερέχει ἡ κεφαλὴ τοῦ
                        βραχίονος, <lb/>πλανωδέστερον τὸ ἄρθρον γίνεται, ἢν παντάπασιν
                        <lb/>ἀποκαυλισθῇ. Ἀσινέστερα δὲ, ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι, <lb/>πάντα τὰ
                        κατηγνύμενα τῶν ὀστέων ἐστὶν, ἢ οἷσι τὰ μὲν <lb/>ὀστέα οὐ κατάγνυται, φλέβες
                        δὲ καὶ νεῦρα ἐπίκαιρα ἀμφιφλᾶται <lb/>ἐν τούτοισι τοῖσι χωρίοισιν· ἐγγυτέρω
                        γὰρ θανάτου <lb/>πελάξει ταῦτα ἢ ἐκεῖνα, ἢν ἐκπυρωθῇ ξυνεχεῖ πυρετῷ· ὀλίγα
                        <lb/>γε μὴν τὰ τοιαῦτα κατήγματα γίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="46"><p>46. Ἒστι δ᾿ ὅτε αὐτὴ ἡ κεφαλὴ τοῦ βραχίονος κατὰ τὴν ἐπίφυσιν <pb n="558"/>
                        κατάγνυται· τοῦτο δὲ δοκέον κακοσινώτερον εἶναι πολλῷ, <lb/>πολλῷ τινι
                        εὐηθέστερον τῶν κατ᾿ ἀγκῶνα σινέων ἐστίν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="47"><p>47. Ὡς μὲν οὖν ἕκαστα τῶν ὀλισθημάτων ἁρμόσσει μάλιστα <lb/>ἰητρεύειν,
                        γέγραπται, καὶ ὅτι παραχρῆμα ἐμβάλλειν μάλιστα ἄρθρον <lb/>ξυμφέρει διὰ τὸ
                        τάχος τῆς φλεγμονῆς τῶν νεύρων. Καὶ γὰρ <lb/>ἢν ἐκπεσόντα αὐτίκα ἐμπέσῃ,
                        ὅμως φιλέει τὰ νεῦρα ξύντασιν ποιέεσθαι, <lb/>καὶ κωλύειν ἐπὶ ποσὸν χρόνον
                        τήν τε ἔκτασιν ὅσην περ <lb/>φιλέει ποιέεσθαι, τήν τε ξύγκαμψιν. Ἰητρεύειν
                        δὲ πάντα παραπλησίως <lb/>ταῦτα ξυμφέρει, καὶ ὁκόσα ἀπάγνυται, καὶ ὁκόσα
                        <lb/>διίσταται, καὶ ὁκόσα ὀλισθάνει· πάντα γὰρ χρὴ ὀθονίοισι πολλοῖσι
                        <lb/>καὶ σπλήνεσι καὶ κηρωτῇ ἰητρεύειν, ὥσπερ καὶ τἄλλα <lb/>κατήγματα. Τὸ
                        δὲ σχῆμα τοῦ ἀγκῶνος ἐν τούτοισι παντάπασι <lb/>δεῖ τοιοῦτον ποιέεσθαι, οἷόν
                        περ οἷσι βραχίων ἐπεδεῖτο καταγεὶς, <lb/>καὶ πῆχυς. Κοινότατον μὲν γὰρ πᾶσι
                        τοῖσιν ὀλισθήμασι καὶ <lb/>τοῖσι κινήμασι καὶ τοῖσι κατήγμασι τοῦτο τὸ σχῆμά
                        ἐστιν· κοινότατον <lb/>δὲ πρὸς τὴν ἔπειτα διάτασιν, καὶ τὸ ἐκτανύειν ἕκαστα,
                        καὶ ξυγκάμπτειν· <lb/>ἐντεῦθεν γὰρ ὁδοὶ ἐς ἀμφότερα παραπλήσιοι. Εὐοχώτατον
                        <lb/>δὲ καὶ εὐανάληπτον αὐτῷ τῷ κάμνοντι τοῦτο τὸ σχῆμα. Ἔτι δὲ <lb/>πρὸς
                        τούτοισιν, εἴ ἄρα κρατηθείη ὑπὸ τοῦ πωρώματος, εἰ μὲν <lb/>ἐκτεταμένη ἡ χεὶρ
                        κρατηθείη, κρέσσων ἂν εἴη μὴ προσεοῦσα, <lb/>πολλῷ μὲν γὰρ κώλυμα εἴη,
                        ὠφελοίη δὲ ὀλίγῳ· εἰ δ᾿ αὖ <pb n="560"/> ξυγκεκαμμένη, μᾶλλον εὔχρηστος ἂν
                        εἴη· πολλῷ δὲ εὐχρηστοτέρη, <lb/>εἰ τὸ διὰ μέσου σχῆμα ἔχουσα πωρωθείη. Τὰ
                        μὲν περὶ τοῦ <lb/>σχήματος τοιαῦτα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="48"><p>48. Ἐπιδεῖν δὲ χρὴ, τήν τε ἀρχὴν τοῦ πρώτου ὀθονίου βαλλόμενον <lb/>κατὰ τὸ
                        βλαφθὲν, ἤν τε καταγῇ, ἤν τε ἐκστῇ, ἤν τε διαστῇ, <lb/>καὶ τὰς περιβολὰς τὰς
                        πρώτας κατὰ τοῦτο ποιέεσθαι· καὶ ἐρηρείσθω <lb/>μάλιστα ταύτῃ, ἔνθεν δὲ καὶ
                        ἔνθεν ἐπὶ ἧσσον. Τὴν <lb/>δὲ ἐπίδεσιν κοινὴν ποιέεσθαι χρὴ τοῦ τε πήχεος καὶ
                        τοῦ <lb/>βραχίονος, καὶ ἐπὶ πουλὺ πλέον ἑκάτερον ἢ ὡς οἱ πλεῖστοι
                        <lb/>ποιέουσιν, ὅκως ἐξαρύηται ὡς μάλιστα ἀπὸ τοῦ σίνεος τὸ <lb/>οἴδημα
                        ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Προσπεριβαλλέσθω δὲ καὶ τὸ ὀξὺ τοῦ <lb/>πήχεος, ἢν τὸ σίνος
                        κατὰ τοῦτο ᾖ, ἤν τε μὴ, ἵνα μὴ τὸ <lb/>οἴδημα ἐνταῦθα περὶ αὐτὸ ξυλλέγηται.
                        Περιφεύγειν δὲ χρὴ ἐν τῇ <lb/>ἐπιδέσει, ὅκως μὴ κατὰ τὴν καμπὴν πολλὸν τοῦ
                        ὀθονίου <lb/>ἠθροισμένον ἔσται ἐκ τῶν δυνατῶν· πεπιέχθαι δὲ κατὰ τὸ σίνος
                        <lb/>ὡς μάλιστα. Καὶ τὰ ἄλλα καταλαβέτω αὐτὸν περὶ τῆς πιέξιος <lb/>καὶ τῆς
                        χαλάσιος ταὐτὰ, καὶ κατὰ τοὺς αὐτοὺς χρόνους ἕκαστα, <lb/>ὥσπερ τῶν ὀστέων
                        τῶν κατεηγότων ἐν τῇ ἰητρείῃ πρόσθεν γέγραπται· <lb/>καὶ αἱ μετεπιδέσιες διὰ
                        τρίτης ἔστωσαν· χαλᾷν δὲ <lb/>δοκεέτω τῇ τρίτῃ, ὥσπερ καὶ τότε. Καὶ νάρθηκας
                        προσπεριβάλλειν <pb n="562"/> ἐν τῷ ἱκνεομένῳ χρόνῳ (οὐδὲν γὰρ ἀπὸ τρόπου,
                        καὶ τοῖσι τὰ <lb/>ὀστέα κατεηγόσι, καὶ τοῖσι μὴ, ἢν μὴ πυρεταίνῃ), ὡς
                        χαλαρωτάτους <lb/>δὲ, τοὺς μὲν ἀπὸ τοῦ βραχίονος κατατεταγμένους, τοὺς δὲ
                        ἀπὸ τοῦ <lb/>πήχεος ἀνειμένους· ἔστωσαν δὲ μὴ παχέες οἱ νάρθηκες· ἀναγκαῖον
                        <lb/>δὲ καὶ ἀνίσους αὐτοὺς εἶναι ἀλλήλοισιν, παραλλάσσειν δὲ παρ᾿ ἀλλήλους,
                        <lb/>ᾗ ἂν ξυμφέρῃ, τεκμαιρόμενον πρὸς τὴν ξύγκαμψιν. Ἀτὰρ <lb/>καὶ τῶν
                        σπληνῶν τὴν πρόσθεσιν τοιαύτην χρὴ ποιέεσθαι, ὥσπερ <lb/>καὶ τῶν ναρθήκων
                        εἴρηται, ὀγκηροτέρους δὲ ὀλίγῳ κατὰ τὸ σίνος <lb/>προστιθέναι. Τοὺς δὲ
                        χρόνους τοὺς ἀπὸ τῆς φλεγμονῆς τεκμαίρεσθαι <lb/>καὶ ἀπὸ τῶν πρόσθεν
                        γεγραμμένων. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>