<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1:32-39</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1:32-39</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Ἢν μὲν οὖν ἐμβάλῃς τὰ ὀστέα ἐς τὴν ἑωυτῶν χώρην, <lb/>γεγράφαται ἤδη οἱ
                        τρόποι οἵως χρὴ ἰητρεύειν, ἤν τε ἐλπίζῃς <lb/>ὀστέα ἀποστήσεσθαι, ἤν τε μή.
                        Χρὴ δὲ, καὶ ἢν μὲν ἐλπίζῃς <lb/>ὀστέα ἀποστήσεσθαι, τῷ τρόπῳ τῶν ὀθονίων ἐπὶ
                        πᾶσι τοῖσι τοιουτέοισι <lb/>τὴν ἐπίδεσιν ποιέεσθαι, ἐκ μέσου τοῦ ὀθονίου
                        ἀρχόμενον ὡς ἐπὶ <lb/>τὸ πουλὺ, ὡς ἀπὸ δύο ἀρχέων ὑποδεσμὶς ἐπιδεῖται·
                        τεκμαίρεσθαι <lb/>δὲ χρὴ πρὸς τὴν μορφὴν τοῦ ἕλκεος, ὅκως ἥκιστα σεσηρὸς καὶ
                        ἐκπεπλιγμένον <lb/>ἔσται παρὰ τὴν ἐπίδεσιν· τοῖσι μὲν γὰρ ἐπὶ δεξιὰ ἐπιδεῖν
                        <lb/>ξυντρόφως ἔχει, τοῖσι δὲ ἐπ᾿ ἀριστερὰ, τοῖσι δὲ ἀπὸ δύο ἀρχέων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Ὁκόσα δὲ κατηπορήθη ὀστέα ἐμπεσεῖν, ταῦτα αὐτὰ εἰδέναι <lb/>χρὴ ὅτι
                        ἀποστήσεται, καὶ ὅσα τελέως ἐψιλώθη τῶν σαρκῶν· ψιλοῦται <lb/>δὲ ἐνίων μὲν
                        τὸ ἄνω μέρος, μετεξετέρων δὲ κύκλωθεν ἀμφιθνήσκουσιν <lb/>αἱ σάρκες· καὶ τῶν
                        μὲν ἀπὸ τοῦ ἀρχαίου τρώματος σεσάπρισται <lb/>ἔνια τῶν ὀστέων, τῶν δ᾿ οὔ·
                        καὶ τῶν μὲν μᾶλλον, τῶν δ᾿ ἧσσον· <lb/>καὶ τὰ μὲν σμικρὰ, τὰ δὲ μεγάλα. Διὰ
                        οὖν ταῦτα τὰ εἰρημένα οὐκ <lb/>ἔστιν ἑνὶ ὀνόματι εἰπεῖν, ὁκότε τὰ ὀστέα
                        ἀποστήσεται. Τὰ μὲν γὰρ <lb/>διὰ σμικρότητα, τὰ δὲ διὰ τὸ ἐπ᾿ ἄκρου ἔχεσθαι,
                        θᾶσσον ἀφίσταται· <lb/>τὰ δὲ, διὰ τὸ μὴ ἀφίστασθαι, ἀλλὰ λεπιδοῦσθαι,
                        καταξηρανθέντα, <lb/>καὶ σαπρὰ γενόμενα· πρὸς δὲ τούτοις, διαφέρει τι καὶ
                        ἰητρείη <pb n="534"/> ἰητρείης. Ὡς μὲν οὖν τὸ ἐπίπαν τάχιστα τουτέων ὀστέα
                        ἀφίσταται, <lb/>ὧν τάχισται μὲν αἱ ἐκπυήσιες, τάχισται δὲ καὶ κάλλισται
                        <lb/>αἱ σαρκοφυΐαι· καὶ γὰρ αἱ ὑποφυόμεναι σάρκες κατὰ τὸ σιναρὸν <lb/>αὗται
                        μετεωρίζουσι τὰ ὀστέα ὡς ἐπὶ τὸ πουλύ. Ὅλος μὴν ὁ <lb/>κύκλος τοῦ ὀστέου, ἢν
                        ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσιν ἀποστῇ, καλῶς <lb/>ἀποστήσεται· ἔνια γὰρ ἐς
                        ἑξήκοντα ἡμέρας ἀφικνεῖται, ἢ καὶ <lb/>πλείους· τὰ μὲν γὰρ ἀραιότερα τῶν
                        ὀστέων θᾶσσον ἀφίσταται· τὰ <lb/>δὲ στερεώτερα, βραδύτερον· τὰ δὲ ἄλλα τὰ
                        μείω, πολλὸν ἐνδοτέρω, <lb/>ἄλλα δ᾿ ἄλλως. Ἀποπρίειν δ᾿ ὀστέον ἐξέχον ἐπὶ
                        τῶνδε τῶν <lb/>προφασίων χρὴ, ἢν μὴ δύνηται ἐμβάλλειν, μικροῦ δέ τινος αὐτῷ
                        <lb/>δοκέῃ δεῖν παρελθεῖν, καὶ οἷόν τε ᾖ παραιρεθῆναι· ἤν τε ἀσηρὸν <lb/>ᾖ
                        καὶ θραῦόν τι τῶν σαρκίων, καὶ δυσθεσίην παρέχῃ, <lb/>ψιλὸν δὲ τυγχάνῃ ἐὸν,
                        καὶ τὸ τοιοῦτον ἀφαιρέειν χρή. Τὰ δ᾿ <lb/>ἄλλα οὐδὲν μέγα διαφέρει, οὔτε
                        ἀποπρῖσαι, οὔτε μὴ ἀποπρῖσαι. <lb/>Σαφέως γὰρ εἰδέναι χρὴ, ὅτι ὀστέα, ὅσα
                        τελέως στέρεται τῶν <pb n="536"/> σαρκῶν καὶ ἐπιξηραίνεται, πάντα τελέως
                        ἀποστήσεται. Ὅσα δὲ <lb/>ἀπολεπιδοῦσθαι μέλλει, ταῦτα οὐ χρὴ ἀποπρίειν·
                        τεκμαίρεσθαι δὲ <lb/>χρὴ ἀπὸ τῶν τεταγμένων σημείων τὰ τελέως ἀποστησόμενα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Ἰητρεύειν δὲ τοὺς τοιούτους σπλήνεσι καὶ τῇ οἰνηρῇ ἰητρείῃ, <lb/>ὥσπερ
                        καὶ πρόσθεν γέγραπται ἐπὶ τῶν ἀποστησομένων <lb/>ὀστέων. Φυλάσσεσαι δὲ χρὴ
                        μὴ ψυχροῖσι τέγγειν τὸν <lb/>πρῶτον χρόνον· ῥιγέων γὰρ πυρετωδέων κίνδυνος·
                        κίνδυνος δὲ <lb/>καὶ σπασμῶν· προκαλέεται γὰρ σπασμὸν τὰ ψυχρὰ, ποτὶ δὲ καὶ
                        <lb/>ἕλκη. Εἰδέναι δὲ χρὴ, ὅτι ἀνάγκη βραχύτερα τὰ σώματα <lb/>ταύτῃ
                        γίνεσθαι, ὧν ἀμφότερα τὰ ὀστέα κατεηγότα καὶ παρηλλαγμένα <lb/>ἰητρεύεται,
                        καὶ οἷς ὅλος ὁ κύκλος τοῦ ὀστέου ἀπέστη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>35. Ὅσοισι δὲ μηροῦ ὀστέον ἢ βραχίονος ἐξέσχεν, οὗτοι οὐ μάλα
                        <lb/>περιγίνονται. Τὰ γὰρ ὀστέα μεγάλα καὶ πολυμύελα, καὶ πολλὰ καὶ
                        <lb/>ἐπίκαιρα τὰ συντιτρωσκόμενα νεῦρα καὶ μύες καὶ φλέβες· καὶ <lb/>ἢν μὲν
                        ἐμβάλλῃς, σπασμοὶ φιλέουσιν ἐπιγίνεσθαι, μὴ ἐμβληθεῖσι <lb/>δὲ, πυρετοὶ
                        ὀξέες, καὶ ἐπίχολοι, καὶ λυγγώδεες, καὶ ἐπιμελαίνονται. <lb/>Περιγίνονται δὲ
                        οὐχ ἧσσον, οἷσι μὴ ἐμβληθῇ, μηδὲ <lb/>πειρηθῇ ἐμβάλλεσθαι· ἔτι δὲ μᾶλλον
                        περιγίνονται, οἷσι τὸ κάτω μέρος <lb/>τοῦ ὀστέου ἐξέσχεν, ἢ οἷσι τὸ ἄνω·
                        περιγένοιντο δ᾿ ἂν καὶ οἷσιν <lb/>ἐμβληθείη, σπανίως γε μήν. Μελέται γὰρ
                        μελετέων μέγα διαφέρουσι, <pb n="538"/> καὶ φύσιες φυσίων τῶν σωμάτων εἰς
                        εὐφορίην. Διαφέρει δὲ <lb/>μέγα, καὶ ἢν ἔσω τοῦ βραχίονος καὶ τοῦ μηροῦ τὰ
                        ὀστέα ἐξέχῃ· πολλαὶ <lb/>γὰρ καὶ ἐπίκαιροι κατατάσιες φλεβῶν ἐν τῷ ἔσω
                        μέρει, ὧν <lb/>ἔνιαι τιτρωσκόμεναι σφάγιαί εἰσιν· εἰσὶ δὲ καὶ ἐν τῷ ἔξω
                        μέρει. <lb/>ἧσσον δέ. Ἐν τοῖσιν οὖν τοιούτοισι τρώμασι τοὺς μὲν κινδύνους οὐ
                        <lb/>χρὴ λήθειν, ὁκοῖοί τινές εἰσι, καὶ προλέγειν χρὴ πρὸς τοὺς καιρούς.
                        <lb/>Εἰ δὲ ἀναγκάζοιο μὲν ἐμβάλλειν, ἐλπίζοις δὲ ἐμβαλεῖν, καὶ <lb/>μὴ πολλὴ
                        ἡ παράλλαξις εἴη τοῦ ὀστέου, καὶ μὴ ξυνδεδραμήκοιεν <lb/>οἱ μύες (φιλέουσι
                        γὰρ ξυνθεῖν), ἡ μόχλευσις καὶ τούτοισι <lb/>μετὰ τῆς κατατάσιος εὖ ἂν
                        ξυλλαμβάνοιτο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><p>36. Ἐμβάλλοντα δὲ, ἐλλέβορον μαλθακὸν πιπίσαι χρὴ <lb/>αὐθημερὸν, ἢν
                        αὐθημερὸν ἐμβληθῇ· εἰ δὲ μὴ, οὐδ᾿ ἐγχειρέειν χρή. <lb/>Τὸ δὲ ἕλκος ἰητρεύειν
                        χρὴ, οἷσί περ κεφαλῆς ὀστέα κατεηγυίης, <lb/>καὶ ψυχρὸν μηδὲν προσφέρειν·
                        σιτίου δέ στερῆσαι τελέως· καὶ <lb/>ἢν μὲν πικρόχολος φύσει ᾖ, ὀξύγλυκυ
                        εὐῶδες ὀλίγον ἐπὶ ὕδωρ <lb/>ἐπιστάζοντα, τουτέῳ διαιτᾷν· ἢν δὲ μὴ πικρόχολος
                        ᾖ, ὕδατι <pb n="540"/> πόματι χρῆσθαι· καὶ ἢν μὲν πυρεταίνῃ ξυνεχῶς,
                        τεσσαρεσκαίδεκα <lb/>ἡμέρῃσι τὸ ἐλάχιστον οὕτω διαιτᾷν, ἢν δὲ ἀπύρετος ᾖ,
                        <lb/>ἑπτὰ ἡμέρῃσιν· ἔπειτα ἐκ προσαγωγῆς κατὰ λόγον ἐς φαύλην <lb/>δίαιταν
                        ἄγειν. Καὶ οἷσιν ἂν μὴ ἐμβληθῇ τὰ ὀστέα, καὶ τὴν φαρμακείην <lb/>χρὴ
                        τοιαύτην ποιέεσθαι, καὶ τῶν ἑλκέων τὴν μελέτην καὶ τὴν <lb/>δίαιταν· ὡσαύτως
                        καὶ τὸ ἀπαιωρεύμενον τοῦ σώματος μὴ κατατείνειν, <lb/>ἀλλὰ καὶ προσάγειν
                        μᾶλλον, ὥστε χαλαρώτερον εἶναι τὸ <lb/>κατὰ τὸ ἕλκος. Τῶν δὲ ὀστέων
                        ἀπόστασις χρονίη, ὥσπερ καὶ πρόσθεν <lb/>εἴρηται. Μάλιστα δὲ χρὴ τὰ τοιαῦτα
                        διαφυγεῖν, ἅμα ἤν τις <lb/>καλὴν ἔχῃ τὴν ἀποφυγήν· αἵ τε γὰρ ἐλπίδες ὀλίγαι,
                        καὶ οἱ κίνδυνοι <lb/>πολλοί· καὶ μὴ ἐμβάλλων ἄτεχνος ἂν δοκέοι εἶναι, καὶ
                        <lb/>ἐμβάλλων ἐγγυτέρω ἂν τοῦ θανάτου ἀγάγοι, ἢ τῆς σωτηρίης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><p>37. Τὰ δὲ ὀλισθήματα τὰ κατὰ τὰ γούνατα, καὶ τὰ διακινήματα <lb/>τῶν ὀστέων
                        εὐηθέστερα πουλὺ τῶν κατ᾿ ἀγκῶνα κινημάτων <lb/>καὶ ὀλισθημάτων. Τό τε γὰρ
                        ἄρθρον τοῦ μηροῦ εὐσταλέστερον <lb/>ὡς ἐπὶ μεγέθει, ἢ τὸ τοῦ βραχίονος, καὶ
                        δικαίην φύσιν μοῦνον <lb/>ἔχον, καὶ ταύτην περιφερέα· τὸ δὲ τοῦ βραχίονος
                        ἄρθρον μέγα <lb/>τε καὶ βαθμίδας πλείονας ἔχον. Πρὸς δὲ τούτοις, τὰ μὲν τῆς
                        <lb/>κνήμης ὀστέα παραπλήσια μῆκός ἐστι, καὶ σμικρόν τι οὐκ <lb/>ἄξιον λόγου
                        τὸ ἔξω ὀστέον ὑπερέχει, οὐδενὸς μεγάλου κώλυμα ἐὸν, <pb n="542"/> ἀφ᾿ οὖ περ
                        πέφυκεν ὁ ἔξω τένων ὁ παρὰ τὴν ἰγνύην· τὰ δὲ <lb/>τοῦ πήχεος ὀστέα ἄνισά
                        ἐστιν, καὶ τὸ βραχύτερον παχύτερον συχνῷ, <lb/>τὸ δὲ λεπτότερον πολλῷ
                        ὑπερβάλλει καὶ ὑπερέχει τὸ ἄρθρον· <lb/>ἐξήρτηται μέντοι καὶ τοῦτο τῶν
                        νεύρων κατὰ τὴν κοινὴν ξύμφυσιν <pb n="544"/> τῶν ὀστέων· πλεῖον δὲ μέρος
                        ἔχει τῆς ἐξαρτήσιος των νεύρων <lb/>ἐν τῷ βραχίονι τὸ λεπτὸν ὀστέον, ἤπερ τὸ
                        παχύ. Ἡ μὲν οὖν <lb/>φύσις τοιουτότροπος τῶν ἄρθρων τούτων καὶ τῶν ὀστέων
                        τοῦ ἀγκῶνος. <lb/>Καὶ διὰ τὸν τρόπον τῆς φύσιος τὰ κατὰ τὸ γόνυ ὀστέα
                        πολλάκις <lb/>μὲν ὀλισθάνει, ῥηϊδίως δὲ ἐμπίπτει· φλεγμονὴ δὲ οὐ μεγάλη
                        <lb/>προσγίνεται, οὐδὲ δεσμὸς τοῦ ἄρθρου. Ὀλισθάνει δὲ <lb/>τὰ πλεῖστα ἐς τὸ
                        ἔσω μέρος, ἔστι δ᾿ ὅτε καὶ ἐς τὸ ἔξω, <lb/>ποτὲ δὲ καὶ ἐς τὴν ἰγνύην. Τούτων
                        ἁπάντων αἱ ἐμβολαὶ οὐ χαλεπαὶ, <lb/>ἀλλὰ τὰ μὲν ἔξω καὶ ἔσω ὀλισθάνοντα,
                        καθῆσθαι μὲν χρὴ τὸν <lb/>ἄνθρωπον ἐπὶ χαμαιζήλου τινὸς, τὸ δὲ σκέλος
                        ἀνωτέρω ἔχειν, μὴ <lb/>μὴν πολλῷ. Κατάτασις δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πουλὺ μετρίη
                        ἀρκέει, τῇ <lb/>μὲν κατατείνειν τὴν κνήμην, τῇ δὲ ἀντιτείνειν τὸν μηρόν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><p>38. Τὰ δὲ κατὰ τὸν ἀγκῶνα ὀχλωδέστερά ἐστι τῶν κατὰ τὸ γόνυ, <lb/>καὶ
                        δυσεμβολώτερα καὶ διὰ τὴν φλεγμονὴν καὶ διὰ τὴν φύσιν, ἢν <lb/>μή τις αὐτίκα
                        ἐμβάλῃ. Ὀλισθάνει μὲν γὰρ ἧσσον, ἢ ἐκεῖνα, <lb/>δυσεμβολώτερα δὲ καὶ
                        δυσθετώτερα, καὶ ἐπιφλεγμαίνει μᾶλλον καὶ <lb/>ἐπιπωροῦται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. 40. Ἔστι δὲ καὶ τούτων τὰ μὲν πλεῖστα σμικραὶ ἐγκλίσιες, <lb/>ἄλλοτε ἐς
                        τὸ πρὸς τῶν πλευρέων μέρος, ἄλλοτε ἐς τὸ ἔξω· οὐ <lb/>πᾶν δὲ τὸ ἄρθρον
                        μεταβεβηκὸς, ἀλλὰ, μένον κατὰ τὸ κοῖλον <pb n="546"/> τοῦ ὀστέου τοῦ
                        βραχίονος, ᾗ τὸ τοῦ πήχεος ὀστέον τὸ ὑπερέχον, <lb/>ἐξέσχεν. Τὰ μὲν οὖν
                        τοιαῦτα, κἂν τῇ ἢ τῇ ὀλίσθῃ, ῥηΐδιον <lb/>ἐμβάλλειν, καὶ ἀπόχρη ἡ κατάτασις
                        ἡ ἐς τὸ ἰθὺ γινομένη κατ᾿ <lb/>ἰθυωρίην τοῦ βραχίονος, τὸν μὲν κατὰ τὸν
                        καρπὸν τῆς χειρὸς <lb/>τείνειν, τὸν δὲ κατὰ τὴν μασχάλην περιβάλλοντα, τὸν
                        δὲ τῇ <lb/>ἑτέρῃ πρὸς τὸ ἐξεστεὸς ἄρθρον τὸ θέναρ προσβάλλοντα ὠθέειν,
                        <lb/>τῇ δ᾿ ἑτέρῃ ἀντωθέειν προσβάλλοντα ἐγγὺς τῷ ἄρθρῳ. <lb/>Ἐνακούει δὲ οὐ
                        βραδέως ἐμβαλλόμενα τὰ τοιαῦτα ὀλισθήματα, <lb/>ἢν, πρὶν φλεγμήνῃ, ἐμβάλλῃ
                        τις. Ὀλισθάνει δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πουλὺ <lb/>μᾶλλον ἐς τὸ ἔσω μέρος, ὀλισθάνει δὲ
                        καὶ ἐς τὸ ἔξω, εὔδηλα <lb/>δὲ τῷ σχήματι. Καὶ πολλάκις ἐμπίπτει τὰ τοιαῦτα,
                        καὶ ἄνευ <lb/>ἰσχυρῆς κατατάσιος· χρὴ δὲ τῶν ἔσω ὀλισθανόντων, τὸ <lb/>μὲν
                        ἄρθρον ἀπωθέειν ἐς τὴν φύσιν, τὸν δὲ πῆχυν ἐς τὸ καταπρηνὲς <lb/>μᾶλλον
                        ῥέποντα περιάγειν Τὰ μὲν πλεῖστα ἀγκῶνος <lb/>τοιαῦτα ὀλισθήματα. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>