<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1:25-31b</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1:25-31b</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Ἄλλοι δ᾿ αὖ τινές εἰσιν, οἳ ὀθονίοισι τὰ τοιαῦτα ἰητρεύουσιν <lb/>εὐθέως,
                        καὶ ἔνθεν μὲν καὶ ἔνθεν ἐπιδέουσι τοῖσιν ὀθονίοισι, <lb/>κατὰ δὲ τὸ ἕλκος
                        αὐτὸ διαλείπουσι, καὶ ἐῶσιν ἀνεψύχθαι· ἔπειτα <lb/>ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τὸ ἕλκος
                        τῶν καθαρτικῶν τι, καὶ σπλήνεσιν οἰνηροῖσιν, <lb/>ἢ εἰρίοισι ῥυπαροῖσι
                        θεραπεύουσιν. Αὕτη ἡ ἴησις κακὴ, <pb n="498"/> καὶ εἰκὸς τοὺς οὕτως
                        ἰητρεύοντας τὰ μέγιστα ἀσυνετέειν, καὶ ἐν τοῖσιν <lb/>ἄλλοισι κατήγμασι, καὶ
                        ἐν τοῖσι τοιούτοισιν. Μέγιστον γάρ ἐστι τὸ <lb/>γινώσκειν, καθ᾿ ὁποῖον
                        τρόπον χρὴ τὴν ἀρχὴν βάλλεσθαι τοῦ ὀθονίου, <lb/>καὶ καθ᾿ ὁποῖον μάλιστα
                        πεπιέχθαι, καὶ οἷά τε ὠφελέονται, ἢν ὀρθῶς <lb/>τις βάλληται τὴν ἀρχὴν καὶ
                        πιέζῃ ᾗ μάλιστα χρὴ, καὶ οἷα βλάπτονται, <lb/>ἢν μὴ ὀρθῶς τις βάλληται, μηδὲ
                        πιέζῃ ᾗ μάλιστα <lb/>χρὴ, ἀλλὰ ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Εἴρηται μὲν οὖν καὶ ἐν τοῖσι
                        πρόσθεν <lb/>γεγραμμένοισιν, ὁποῖα ἀφ᾿ ἑκατέρου ἀποβαίνει· μαρτυρέει <lb/>δὲ
                        καὶ αὐτὴ ἡ ἰητρική· ἀνάγκη γὰρ τῷ οὕτως ἐπιδεομένῳ τὸ <lb/>οἶδος ἐξαείρεσθαι
                        ἐς αὐτὸ τὸ ἕλκος. Καὶ γὰρ εἰ ὑγιὴς χρὼς <lb/>ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐπιδεθείη, ἐν
                        μέσῳ δὲ διαλειφθείη, μάλιστα κατὰ τὴν <lb/>διάλειψιν οἰδήσειεν ἂν, καὶ
                        ἀχροιήσειεν· πῶς οὖν οὐχὶ ἕλκος <lb/>γε ταῦτα ἂν πάθοι; Ἀναγκαίως οὖν ἔχει
                        ἄχροον μὲν καὶ ἐκπεπλιγμένον <pb n="500"/> τὸ ἕλκος εἶναι, δακρυῶδές τε καὶ
                        ἀνεκπύητον, ὀστέα δὲ, <lb/>καὶ μὴ μέλλοντα ἀποστῆναι, ἀποστατικὰ γενέσθαι·
                        σφυγμῶδές τε <lb/>καὶ πυρῶδες τὸ ἕλκος ἂν εἴη. Ἀναγκάζονται δὲ διὰ τὸ οἶδος
                        <lb/>ἐπικαταπλάσσειν· ἀσύμφορον δὲ καὶ τοῦτο τοῖσιν ἔνθεν καὶ ἔνθεν
                        <lb/>ἐπιδεομένοισιν· ἄχθος γὰρ ἀνωφελὲς πρὸς τῷ ἄλλῳ σφυγμῷ ἐπιγίνεται.
                        <lb/>Τελευτῶντες δὲ ἀπολύουσι τὰ ἐπιδέσματα, ὁπόταν σφιν <lb/>παλιγκοτέῃ,
                        καὶ ἰητρεύουσι τὸ λοιπὸν ἄνευ ἐπιδέσιος· οὐδὲν <lb/>δ᾿ ἧσσον, καὶ ἤν τι ἄλλο
                        τρῶμα τοιοῦτο λάβωσι, τῷ αὐτῷ <lb/>τρόπῳ ἰητρεύουσιν· οὐ γὰρ οἴονται τὴν
                        ἐπίδεσιν τὴν ἔνθεν καὶ ἔνθεν, <lb/>καὶ τὴν ἀνάψυξιν τοῦ ἕλκεος αἰτίην εἶναι,
                        ἀλλ᾿ ἄλλην τινὰ <lb/>ἀτυχίην. Οὐ μέντοι γε ἂν ἔγραφον περὶ τουτέου τοσαῦτα,
                        εἰ <lb/>μὴ εὖ μὲν ᾔδειν ἀσύμφορον ἐοῦσαν τὴν ἐπίδεσιν, συχνοὺς δὲ <lb/>οὕτως
                        ἰητρεύοντας, ἐπίκαιρον δὲ τὸ ἀπομάθημα, μαρτύριον δὲ <lb/>τοῦ ὀρθῶς
                        γεγράφθαι τὰ πρόσθεν γεγραμμένα, εἴτε μάλιστα πιεστέα <lb/>τὰ κατήγματα,
                        εἴτε ἥκιστα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Χρὴ δὲ, ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι, οἷσιν ἂν μὴ ἐπίδοξος ᾖ ἡ <lb/>τῶν ὀστέων
                        ἀπόστασις ἔσεσθαι, τὴν αὐτὴν ἰητρείην ἰητρεύειν, ὥσπερ <lb/>ἂν οἷσιν ὀστέα
                        μὲν κατεηγότα εἴη, ἕλκος δὲ μὴ ἔχοντα· τάς <pb n="502"/> τε γὰρ κατατάσιας
                        καὶ κατορθώσιας τῶν ὀστέων τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον ποιέεσθαι, τήν τε ἐπίδεσιν
                        παραπλήσιον τρόπον. Ἐπὶ <lb/>μὲν γὰρ αὐτὸ τὸ ἕλκος πισσηρὴν κηρωτὴν
                        χρίσαντα, σπλῆνα λεπτὸν <lb/>διπλόον ἐπιδεθῆναι, τὰ δὲ πέριξ κηρωτῇ λευκῇ
                        χρίειν. Τὰ δὲ <lb/>ὀθόνια καὶ τὰ ἀλλα πλατύρερά τινι ἐσχισμένα ἔστω, ἢ εἰ μὴ
                        ἔλκος <lb/>εἶχεν· καὶ ᾧ ἂν πρώτῳ ἐπιδέηται, συχνῷ ἔστω τοῦ ἕλκεος
                        <lb/>πλατύτερον. Τὰ γὰρ στενότερα τοῦ ἕλκεος ζώσαντα ἔχει <lb/>τὸ ἕλκος· τὸ
                        δὲ οὐ χρή· ἀλλ· ἡ πρώτη περιβολὴ ὅλον κατεχέτω τὸ <lb/>ἕλκος, καὶ ὑπερεχέτω
                        τὸ ὀθόνιον ἔνθεν τε καὶ ἔνθεν. Βάλλεσθαι <lb/>μὲν οὖν χρὴ τὸ ὀθόνιον κατ᾿
                        αὐτὴν τὴν ἴξιν τοῦ ἕλκεος, <lb/>πιέζειν δὲ ὀλίγῳ ἧσσον ἢ εἰ μὴ ἕλκος εἶχεν,
                        ἐπινέμεσθαι δὲ τῇ <pb n="504"/> ἐπιδέσει ὥσπερ καὶ πρόσθεν εἴρηται. Τὰ δὲ
                        ὀθόνια αἰεὶ μὲν τοῦ τρόπου <lb/>τοῦ μαλθακοῦ ἔστωσαν, μᾶλλον δέ τι δεῖ ἐν
                        τοῖσι τοιούτοισιν, <lb/>ἢ εἰ μὴ ἕλκος εἶχεν. Πλῆθος δὲ τῶν ὀθονίων, μὴ
                        ἐλάσσω <lb/>ἔστω τῶν πρότερον εἰρημένων, ἀλλά τινι καὶ πλείω. Ἢν δὲ
                        <lb/>ἐπιδεθῇ, δοκείτω τῷ ἐπιδεδεμένῳ ἡρμόσθαι μὲν, πεπιέχθαι δὲ <lb/>μή·
                        φάτω δὲ κατὰ τὸ ἕλκος μάλιστα ἡρμόσθαι. Τοὺς δὲ χρόνους <lb/>τοὺς αὐτοὺς μὲν
                        χρὴ εἶναι ἐπὶ τὸ μᾶλλον δοκέειν ἡρμόσθαι, τοὺς <lb/>αὐτοὺς δὲ ἐπὶ τὸ μᾶλλον
                        δοκέειν χαλᾷν, ὥσπερ καὶ ἐν τοῖσι πρόσθεν <lb/>εἴρηται. Μετεπιδεῖν δὲ διὰ
                        τρίτης, πάντα μεταποιέοντα ἐς <lb/>τοὺς τρόπους τοὺς παραπλησίους, ὥσπερ καὶ
                        πρόσθεν εἴρηται, πλὴν <lb/>ἐς τὸ σύμπαν ἧσσόν τινι πιέζειν ταῦτα ἢ ἐκεῖνα.
                        Καὶ ἢν κατὰ <lb/>λόγον τὰ εἰκότα γένηται, ἰσχνότερον μὲν αἰεὶ εὑρεθήσεται τὸ
                        <lb/>κατὰ τὸ ἕλκος, ἰσχνὸν δὲ καὶ τὸ ἄλλο πᾶν τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιδέσιος
                        <lb/>κατεχόμενον· καὶ αἵ τε ἐκπυήσιες ἔσονται θάσσους ἢ τῶν <lb/>ἄλλως
                        ἰητρευμένων ἑλκέων, ὅσα τε σαρκία ἐν τῷ τρώματι ἐμελάνθη <lb/>καὶ ἐθανατώθη,
                        θᾶσσον περιῤῥήγνυται καὶ ἐκπίπτει ἐπὶ ταύτῃ <lb/>τῇ ἰητρείῃ, ἢ ἐν τῇσιν
                        ἄλλῃσιν, ἐς ὠτειλάς τε θᾶσσον ὁρμᾶται τὸ <lb/>ἕλκος οὕτως ἢ ἄλλως
                        ἰητρευμένον. Πάντων δὲ τούτων αἴτιον, <lb/>ὅτι ἰσχνὸν μὲν τὸ κατὰ τὸ ἕλκος
                        χωρίον γίνεται, ἰσχνὰ δὲ τὰ περιέχοντα. <lb/>Τὰ μὲν οὖν ἄλλα πάντα
                        παραπλησίως χρὴ ἰητρεύειν, ὡς τὰ <pb n="506"/> ἄνευ ἑλκώσιος ὀστέα
                        κατηγνύμενα. Τοὺς δὲ νάρθηκας οὐ χρὴ <lb/>προστιθέναι. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ
                        ὀθόνια χρὴ τούτοισι πλείω εἶναι <lb/>ἢ τοῖσιν ἑτέροισιν, ὅτι τε ἧσσον
                        πιέζεται, ὅτι τε οἱ νάρθηκες βραδύτεροι <lb/>προστίθενται. Ἢν μέντοι τοὺς
                        νάρθηκας προστιθῇς, μὴ <lb/>κατὰ τὴν ἴξιν τοῦ ἕλκεος προστιθέναι, ἄλλως τε
                        καὶ χαλαρῶς προστιθέναι, <lb/>προμηθεύμενος ὅκως μηδεμία σφίγξις μεγάλη
                        ἔσται <lb/>ἀπὸ τῶν ναρθήκων. Εἴρηται δὲ τοῦτο καὶ ἐν τοῖσι πρότερον
                        γεγραμμένοισιν. <lb/>Τὴν μέντοι δίαιταν ἀκριβεστέρην καὶ πλείω χρόνον χρὴ
                        <lb/>ποιέεσθαι οἷσιν ἐξ ἀρχῆς ἕλκεα γίνεται, καὶ οἷσιν ὀστέα ἐξίσχει·
                        <lb/>καὶ τὸ ξύμπαν δὲ εἰρῆσθαι, ἐπὶ τοῖσι ἰσχυροτάτοισι τρώμασιν
                        <lb/>ἀκριβεστέρην καὶ πουλυχρονιωτέρην εἶναι χρὴ τὴν δίαιταν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Ἡ αὐτὴ δὲ ἰητρείη τῶν ἑλκέων, καὶ οἷσιν ὀστέα μὲν <lb/>κατέηγεν, ἕλκος δὲ
                        ἐξ ἀρχῆς μηδὲν ἦν, ἐν δὲ τῇ ἰητρείῃ <lb/>ἐπιγίνεται. ἢ τοῖσιν ὀθονίοισιν
                        μᾶλλον πιεχθέντος νάρθηκος ὑπὸ <lb/>ἐνέδρης, ἢ ὑπὸ ἄλλης τινὸς προφάσιος.
                        Γινώσκεται μὲν οὖν τὰ <lb/>τοιαῦτα, ἢν ἕλκος ὑπῇ, τῇ τε ὀδύνῃ καὶ τοῖσι
                        σφυγμοῖσιν· καὶ τὸ οἴδημα <lb/>τὸ ἐν τοῖσιν ἄκροισι, σκληρότερον γίνεται τῶν
                        τοιουτέων, καὶ <lb/>εἰ τὸν δάκτυλον ἐπαγάγοις, τὸ ἔρευθος ἐξαιρέεται, ἀτὰρ
                        καὶ αὖθις <pb n="508"/> ὑποτρέχει ταχέως. Ἢν οὖν τι τοιοῦτον ὑποπτεύῃς,
                        λύσαντα <lb/>χρὴ, ἢν μὲν ᾖ κνησμὸς κατὰ τὰς ὑποδεσμίδας, ἢ ἐπὶ τὸ ἄλλο
                        <lb/>τὸ ἐπιδεδεμένον, πισσηρῇ κηρωτῇ ἀντὶ τῆς ἑτέρης χρῆσθαι. Ἢν δὲ
                        <lb/>τούτων μὲν μηδὲν ᾖ, αὐτὸ δὲ τὸ ἕλκος ἠρεθισμένον εὑρίσκηται, <lb/>μέλαν
                        ἐπὶ πουλὺ ἢ ἀκάθαρτον, καὶ τῶν μὲν σαρκῶν ἐκπυησομένων, <lb/>τῶν δὲ νεύρων
                        προσεκπεσουμένων, τουτέους οὐδὲν χρὴ <lb/>ἀναψύχειν παντάπασιν, οὐδέ τι
                        φοβεῖσθαι τὰς ἐκπυήσιας ταύτας, <lb/>ἀλλ᾿ ἰητρεύειν, τὰ μὲν ἄλλα παραπλήσιον
                        τρόπον, ὥσπερ καὶ οἷσιν <lb/>ἐξ ἀρχῆς ἕλκος ἐγένετο. Τοῖσι δὲ ὀθονίοισιν
                        ἄρχεσθαι χρὴ ἐπιδέοντα <lb/>ἀπὸ τοῦ οἰδήματος τοῦ ἐν τοῖσιν ἀκραίοις πάνυ
                        χαλαροῖσι, <pb n="510"/> καὶ ἔπειτα ἐπινέμεσθαι τῇ ἐπιδέσει αἰεὶ ἐς τὸ ἄνω,
                        καὶ <lb/>πεπιέχθαι μὲν μηδαμῇ, ἡρμόσθαι δὲ μάλιστα κατὰ τὸ ἕλκος, τὰ <lb/>δὲ
                        ἄλλα ἐπὶ ἧσσον. Τὰ δὲ ὀθόνια τὰ πρῶτα, ταῦτα μὲν καθαρὰ <lb/>ἔστω καὶ μὴ
                        στενά· τὸ δὲ πλῆθος τῶν ὀθονίων ἔστω, ὅσον περ καὶ <lb/>ἐν τοῖσι νάρθηξιν εἰ
                        ἐπιδέοιντο, ἢ ὀλίγῳ ἔλασσον. Ἐπὶ δὲ αὐτὸ τὸ <lb/>ἕλκος ἱκανὸν σπληνίον τῇ
                        λευκῇ κηρωτῇ κεχρισμένον· ἤν τε γὰρ <lb/>σὰρξ, ἤν τε νεῦρον μελανθῇ,
                        προσεκπεσεῖται· τὰ γὰρ τοιαῦτα οὐ <lb/>χρὴ δριμέσιν ἰητρεύειν, ἀλλὰ
                        μαλθακοῖσιν, ὥσπερ τὰ πυρίκαυστα. <lb/>Μετεπιδεῖν δὲ διὰ τρίτης, νάρθηκας δὲ
                        μὴ προστιθέναι· ἀτρεμέειν <lb/>δὲ ἐπὶ μᾶλλον, ἢ τὸ πρόσθεν, καὶ
                        ὀλιγοσιτέειν. Εἰδέναι δὲ χρὴ, εἴ <lb/>τε σὰρξ, εἴ τε νεῦρον τὸ ἐκπεσούμενόν
                        ἐστιν, ὅτι οὕτω πολλῷ <lb/>μὲν ἧσσον νέμεται ἐπὶ πλεῖον, πολλῷ δὲ θᾶσσον
                        ἐκπεσεῖται, <lb/>πολλῷ δὲ ἰσχνότερα τὰ περιέχοντα ἔσται, ἢ εἴ τις, ἀπολύσας
                        τὰ <lb/>ὀθόνια, ἐπιθείη τι. τῶν καθαρτικῶν φαρμάκων ἐπὶ τὸ ἕλκος. Καίτοι καὶ
                        <lb/>ἢν ἐκπέσῃ τὸ ἐκπεσούμενον, θᾶσσόν τε σαρκοῦται ἐκείνως ἢ ἑτέρως
                        <lb/>ἰητρευόμενον, καὶ θᾶσσον ὠτειλοῦται. Πάντα μήν ἐστι ταῦτα <lb/>ὀρθῶς
                        ἐπιδεῖν καὶ μετρίως ἐπίστασθαι. Προσσυμβάλλεται δὲ καὶ <lb/>τὰ σχήματα, καὶ
                        οἷα χρὴ, εἶναι, καὶ ἡ ἄλλη δίαιτα, καὶ τῶν <lb/>ὀθονίων ἡ ἐπιτηδειότης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Ἢν δ᾿ ἄρα ἐξαπατηθῇς ἐν τοῖσι νεοτρώτοισι, μὴ οἰόμενος <lb/>ὀστέων
                        ἀπόστασιν ἔσεσθαι, τὰ δ᾿ ἐπίδοξα ᾖ ἀναπλῶσαι, οὐ <pb n="512"/> χρὴ ὀῤῥωδέειν
                        τοῦτον τὸν τρόπον τῆς ἰητρείης· οὐδὲν γὰρ ἂν <lb/>μέγα φλαῦρον γένοιτο, ἢν
                        μοῦνον οἷός τε ᾖς τῇ χειρὶ <lb/>τὰς ἐπιδέσιας ἀγαθὰς καὶ ἀσινέας ποιέεσθαι.
                        Σημεῖον δὲ τόδε, <lb/>ἢν μέλλῃ ὀστέων ἀπόστασις ἔσεσθαι ἐν τῷ τρόπῳ τούτῳ
                        τῆς <lb/>ἰητρείης· πῦον γὰρ συχνὸν ῥέει ἐκ τοῦ ἕλκεος, καὶ ὀργᾷν
                        <lb/>φαίνεται. Πυκνότερον οὖν μετεπιδέεσθαι διὰ τὸν πλάδον· ἐπεὶ <lb/>ἄλλως
                        τε καὶ ἀπύρετοι γίνονται, ἢν μὴ κάρτα πιέζωνται ὑπο τῆς ἐπιδέσιος, <lb/>καὶ
                        τὸ ἕλκος, καὶ τὰ περιέχοντα ἰσχνά. Ὅσαι μὲν οὖν <lb/>λεπτῶν πάνυ ὀστέων
                        ἀποστάσιες, οὐδεμιῆς μεγάλης μεταβολῆς <lb/>δέονται, ἀλλ᾿ ἢ χαλαρωτέρως
                        ἐπιδεῖν, ὡς μὴ ἀπολαμβάνηται τὸ <pb n="514"/> πῦον, ἀλλ᾿ εὐαπόῤῥυτον ᾖ, καὶ
                        πυκνότερον μετεπιδεῖν, ἔστ᾿ <lb/>ἂν ἀποστῇ τὸ ὀστέον, καὶ νάρθηκας μὴ
                        προστιθέναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Ὁκόσοισι δὲ μείζονος ὀστέου ἀπόστασις ἐπίδοξος γένηται, <lb/>ἤν τε ἐξ
                        ἀρχῆς προγνῷς, ἤν τε καὶ ἔπειτα μεταγνῷς, <lb/>οὐκ ἔτι τῆς αὐτῆς ἰητρείης
                        δεῖται· ἀλλὰ τὰς μὲν κατατάσιας, <lb/>καὶ τὰς διορθώσιας οὕτω ποιέεσθαι,
                        ὥσπερ εἴρηται· σπλῆνας δὲ <lb/>χρὴ διπλοῦς, πλάτος μὲν ἡμισπιθαμιαίους, μὴ
                        ἐλάσσους (ὁκοῖον <lb/>δὲ ἄν τι καὶ τὸ τρῶμα ἦ, πρὸς τοῦτο τεκμαίρεσθαι),
                        μῆκος <lb/>δὲ βραχυτέρους μὲν μὴ ὀλίγῳ, ἢ ὥστε δὶς περιικνέεσθαι περὶ
                        <lb/>τὸ τετρωμένον, μακροτέρους δὲ συχνῷ, ἢ ὥστε ἅπαξ περιικνέεσθαι,
                        <lb/>πλῆθος δὲ, ὁκόσους ἂν ξυμφέρῃ, ποιησάμενον, τούτους <lb/>ἐν οἴνῳ μέλανι
                        αὐστηρῷ βρέχοντα, χρὴ ἐκ μέσου ἀρχόμενον, ὡς <lb/>ἀπὸ δύο ἀρχῶν ὑποδεσμὶς
                        ἐπιδεῖται, περιελίσσειν, κἄπειτα <lb/>σκεπαρνηδὸν παραλλάσσοντα τὰς ἀρχὰς
                        ἀφιέναι. Ταῦτα κατά <lb/>τε αὐτὸ τὸ ἕλκος ποιέειν, καὶ κατὰ τὸ ἔνθεν καὶ
                        ἔνθεν τοῦ ἕλκεος· <lb/>καὶ πεπιέχθω μὲν μὴ, ἀλλ᾿ ὅσον ἑρμασμοῦ ἕνεκεν τοῦ
                        ἕλκεος <pb n="516"/> προσκείσθω. Ἐπὶ δὲ αὐτὸ τὸ ἕλκος ἐπιτιθέναι χρὴ
                        πισσηρὴν, ἤ <lb/>τι τῶν ἐναίμων, ἤ τι τῶν ἄλλων φαρμάκων, ὅ τι ξύντροφόν
                        <lb/>ἐστιν ἐπιτέγξει. Καὶ ἢν μὲν ἡ ὥρη θερινὴ ᾖ, ἐπιτέγγειν <lb/>τῷ οἴνῳ
                        τοὺς σπλῆνας πυκνά· ἢν δὲ χειμερινὴ ἡ ὥρη <lb/>ᾖ, εἰρία πουλλὰ ῥυπαρὰ,
                        νενοτισμένα οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ, ἐπικείσθω. <lb/>Ἰξαλῆν δὲ χρὴ ὑποτετάσθαι, καὶ
                        εὐαπόῤῥυτα ποιέειν, <lb/>φυλάσσοντα τοὺς ὑποῤῥόους, μεμνημένον ὅτι οἱ τόποι
                        οἱ ἐν τοῖσιν <lb/>αὐτοῖσι σχήμασι πολλὸν χρόνον κείμενοι, ἐκτρίμματα
                        δυσάκεστα <lb/>ποιέουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Ὅσους δὲ μὴ οἷόν τε ἐπιδέσει ἰήσασθαι διά τινα τούτων <lb/>τῶν εἰρημένων
                        τρόπων, ἢ τῶν εἰρησομένων, τούτους περὶ <lb/>πλείονος χρὴ ποιέεσθαι, ὅκως
                        εὐθέτως σχήσουσι τὸ κατεηγὸς <lb/>τοῦ σώματος κατ᾿ ἰθυωρίην, προσέχοντα τὸν
                        νόον, καὶ τῷ ἀνωτέρω <lb/>δὲ μᾶλλον ἢ τῷ κατωτέρω. Εἰ δέ τις μέλλοι καλῶς
                        καὶ εὐχερῶς <lb/>ἐργάζεσθαι, ἄξιον καὶ μηχανοποιήσασθαι, ὅκως κατάτασιν
                        δικαίην <lb/>καὶ μὴ βιαίην σχήσει τὸ κατεηγὸς τοῦ σώματος· μάλιστα δὲ <pb n="518"/> ἐν κνήμῃ ἐνδέχεται μηχανοποιέειν. Εἰσὶ μὲν οὖν τινες, οἳ ἐπὶ
                        πᾶσι <lb/>τοῖσι τῆς κνήμης κατήγμασι, καὶ τοῖσιν ἐπιδεομένοισι, καὶ
                        <lb/>τοῖσι μὴ ἐπιδεομένοισι, τὸν πόδα ἄκρον προσδέουσι πρὸς τὴν <lb/>κλίνην,
                        ἢ πρὸς ἄλλο τι ξύλον παρὰ τὴν κλίνην κατορύξαντες. Οὗτοι <lb/>μὲν οὖν πάντα
                        κακὰ ποιέουσιν, ἀγαθὸν δὲ οὐδέν· οὔτε γὰρ τοῦ κατατείνεσθαι <lb/>ἄκος ἐστὶ
                        τὸ προσδεδέσθαι τὸν πόδα, οὐδὲν γὰρ ἧσσον τὸ <lb/>ἄλλο σῶμα προσχωρήσει πρὸς
                        τὸν πόδα, καὶ οὕτως οὐκ ἂν ἔτι τείνοιτο· <lb/>οὔτ᾿ αὖ ἐς τὴν ἰθυωρίην οὐδὲν
                        ὠφελέει, ἀλλὰ καὶ <lb/>βλάπτει, στρεφομένου γὰρ τοῦ ἄλλου σώματος ἢ τῇ ἢ τῇ,
                        οὐδὲν <lb/>κωλύσει ὁ δεσμὸς τὸν πόδα καὶ τὰ ὀστέα τὰ τῷ ποδὶ προσηρτημένα
                        <lb/>ἐπακολουθέειν τῷ ἄλλῳ σώματι. Εἰ δὲ μὴ προσεδέδετο, ἧσσον <lb/>ἂν
                        διεστρέφετο· ἧσσον γὰρ ἂν ἐγκατελείπετο ἐν τῇ κινήσει τοῦ <lb/>ἄλλου
                        σώματος. Εἰ δέ τις σφαίρας δύο ῥάψαιτο ἐκ σκύτεος <lb/>αἰγυπτίου τοιαύτας
                        οἵας φοροῦσιν οἱ ἐν τῇσι μεγάλῃσι πέδῃσι <lb/>πολλὸν χρόνον πεπεδημένοι, αἱ
                        δὲ σφαῖραι ἔχοιεν ἔνθεν καὶ ἔνθεν <lb/>χιτῶνας, τὰ μὲν πρὸς τοῦ τρώματος
                        βαθυτέρους, τὰ δὲ πρὸς <lb/>τῶν ἄρθρων βραχυτέρους, εἶεν δὲ ὀγκηραὶ μὲν καὶ
                        μαλθακαὶ, ἁρμόζουσαι <lb/>δὲ, ἡ μὲν ἄνωθεν τῶν σφυρῶν, ἡ δὲ κάτωθεν τοῦ
                        γούνατος· <pb n="520"/> ἐκ δὲ πλαγίης ἄκρης δισσὰ ἡ κάτωθεν ἔχοι
                        προσηρτημένα, <lb/>ἢ ἁπλόου ἱμάντος, ἢ διπλόου, βραχέα ὥσπερ ἀγκύλας, τὰ μέν
                        τι τοῦ <lb/>σφυροῦ ἑκατέρωθεν, τὰ δέ τι τοῦ γούνατος· καὶ ἡ ἄνωθεν σφαῖρα
                            <pb n="522"/> ἕτερα τοιαῦτα ἔχοι κατὰ τὴν ἰθυωρίην τὴν αὐτήν. Κἄπειτα
                        κραναΐνας <lb/>ῥάβδους τέσσαρας λαβὼν ἴσον τὸ μέγεθος ἀλλήλῃσιν
                        <lb/>ἐχούσας, πάχος μὲν ὡς δακτυλιαίας, μῆκος δὲ ὡς κεκαμμέναι
                        <lb/>ἐναρμόσωσιν ἐς τὰ ἀπαιωρήματα, ἐπιμελόμενος ὅκως τὰ ἄκρα <lb/>τῶν
                        ῤάβδων μὴ ἐς τὸν χρῶτα, ἀλλ᾿ ἐς τὰ ἄκρα τῶν σφαιρέων ἐγκέλσει. <lb/>Εἶναι δὲ
                        χρὴ ζεύγεα τρία τῶν ῥάβδων, καὶ πλέω, καί τινι μακροτέρας <lb/>τὰς ἑτέρας
                        τῶν ἑτέρων, καί τινι καὶ βραχυτέρας <lb/>καὶ σμικροτέρας, ὡς καὶ μᾶλλον
                        διατείνειν, ἢν βούληται, <lb/>καὶ ἧσσον· ἔστωσαν δὲ αἱ ῥάβδοι ἑκάτεραι ἔνθεν
                        καὶ ἔνθεν <lb/>τῶν σφυρῶν. Ταῦτα τοίνυν εἰ καλῶς μηχανοποιηθείη, τήν τε
                        <lb/>κατάτασιν καὶ δικαίην ἂν παρέχοι καὶ ὁμαλὴν κατὰ τὴν <lb/>ἰθυωρίην, καὶ
                        τῷ τρώματι πόνος οὐδεὶς ἂν εἴη· τὰ γὰρ ἀποπιέσματα, <lb/>εἴ τι καὶ
                        ἀποπιέζοιτο, τὰ μὲν ἂν ἐς τὸν πόδα ἀπάγοιτο, τὰ δὲ ἐς <lb/>τὸν μηρόν· αἵ τε
                        ῥάβδοι εὐθετώτεραι, αἱ μὲν ἔνθεν, αἱ δὲ ἔνθεν <lb/>τῶν σφυρῶν, ὥστε μὴ
                        κωλύεσθαι τὴν θέσιν τῆς κνήμης· τό τε <lb/>τρῶμα εὐκατάσκεπτον καὶ
                        εὐβάστακτον· οὐδὲν γὰρ ἐμποδὼν, <lb/>εἴ τις ἐθέλοι τὰς δύο τῶν ῥάβδων τὰς
                        ἀνωτέρω αὐτὰς πρὸς ἀλλήλας <pb n="524"/> ζεῦξαι, καὶ ἢν τις κούφως βούληται
                        ἐπιβάλλειν, ὥστε τὸ <lb/>ἐπιβαλλόμενον μετέωρον ἀπὸ τοῦ τρώματος εἶναι. Εἰ
                        μὲν οὖν αἵ τε <lb/>σφαῖραι προσηνέες καὶ καλαὶ καὶ μαλθακαὶ καὶ καιναὶ
                        ῥαφεῖεν, <lb/>καὶ ἡ ἔντασις τῶν ῥάβδων χρηστῶς ἐνταθείη, ὥσπερ ἤδη εἴρηται,
                        <lb/>εὔχρηστον τὸ μηχάνημα· εἰ δέ τι τουτέων μὴ καλῶς ἕξει, βλάπτοι <lb/>ἂν
                        μᾶλλον ἢ ὠφελέοι. Χρὴ δὲ καὶ τὰς ἄλλας μηχανὰς ἢ καλῶς μηχανᾶσθαι, <lb/>ἢ μὴ
                        μηχανᾶσθαι· αἰσχρὸν γὰρ καὶ ἄτεχνον μηχανοποιέοντα <lb/>ἀμηχανοποιέεσθαι.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="31a"><p>31. Τοῦτο δὲ, οἱ πλεῖστοι τῶν ἰητρῶν τὰ κατήγματα, καὶ τὰ <lb/>μεθ᾿ ἑλκέων,
                        καὶ τὰ ἄνευ ἑλκέων, τὰς πρώτας τῶν ἡμερέων ἰητρεύουσιν <lb/>εἰρίοισι
                        ῥυπαροῖσιν· καὶ οὐδέν τι ἄτεχνον δοκέει τοῦτο εἶναι. <lb/>Ὅσοι μὲν
                        ἀναγκάζονται ὑπὸ τῶν αὐτίκα νεοτρώτων ἐόντων, μὴ <lb/>ἔχοντες ὀθόνια,
                        εἰρίοισι παρασκευάσασθαι, τουτέοισι πλείστη συγγνώμη· <lb/>οὐ γὰρ ἄν τις
                        ἔχοι ἄνευ ὀθονίων ἄλλο τι πολλῷ βέλτιον <lb/>εἰρίου ἐπιδῆσαι ἐπὶ τὰ τοιαῦτα·
                        εἶναι δὲ χρὴ πάμπολλα, καὶ πάνυ <lb/>καλῶς εἰργασμένα, καὶ μὴ τρηχέα· τῶν
                        γὰρ ὀλίγων καὶ φλαύρων <lb/>ὀλίγη καὶ ἡ δύναμις. Ὅσοι δὲ ἐπὶ μίαν ἢ δύο
                        ἡμέρας εἴρια <lb/>ἐπιδέειν δικαιοῦσι, τρίτῃ δὲ καὶ τετάρτῃ ὀθονίοισιν
                        ἐπιδέοντες <lb/>πιέζουσι καὶ κατατείνουσι τότε μάλιστα, οὗτοι πουλύ τι τῆς
                        <lb/>ἰητρικῆς καὶ κάρτα ἑπίκαιρον ἀσυνετέουσιν· ἥκιστα γὰρ <lb/>χρὴ τῇ τρίτῃ
                        καὶ τετάρτῃ στυφελίζειν πάντα τὰ τρώματα, ὡς ἐν <pb n="526"/> κεφαλαίῳ
                        εἰρῆσθαι· καὶ μηλώσιας δὲ πάσας φυλάσσεσθαι χρὴ <lb/>ἐν ταύτῃσι τῇσιν
                        ἡμέρῃσι, καὶ ὁκόσοισιν ἄλλοισι τρώμασιν <lb/>ἠρέθισται. Τὸ ἐπίπαν γὰρ ἡ
                        τρίτη καὶ τετάρτη ἡμέρη <lb/>ἐπὶ τοῖσι Πλείστοισι τῶν τρωμάτων τίκτει τὰς
                        παλιγκοτήσιας, <lb/>καὶ ὅσα ἐς φλεγμονὴν καὶ ἀκαθαρσίην ὁρμᾷ, καὶ ὅσα ἂν ἐς
                        <lb/>πυρετοὺς ἴῃ. Καὶ μάλα πολλοῦ ἄξιον τοῦτο τὸ μάθημα, εἴ πέρ <lb/>τι καὶ
                        ἄλλο. Τίνι γὰρ οὐκ ἐπικοινωνέει τῶν ἐπικαιροτάτων ἐν <lb/>ἰητρικῇ, οὐ κατὰ
                        τὰ ἕλκεα μοῦνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ ἄλλα <lb/>πουλλὰ νουσήματα; εἰ μή τις φήσειε
                        καὶ τἄλλα νουσήματα <lb/>ἕλκεα εἶναι. Ἔχει γάρ τινα καὶ οὗτος ὁ λόγος
                        ἐπιείκειαν· <lb/>πολλαχῆ γὰρ ἠδέλφισται τὰ ἕτερα τοῖσιν ἑτέροισιν. Ὁκόσοι
                        μέντοι <lb/>δικαιοῦσιν εἰρίοισι χρῆσθαι, ἔστ᾿ ἂν ἑπτὰ ἡμέραι παρέλθωσιν,
                        <lb/>ἔπειτα κατατείνειν τε καὶ κατορθοῦν, καὶ ὀθονίοισιν ἐπιδεῖν, <lb/>οὗτοι
                        οὐκ ἂν ἀσύνετοι ὁμοίως φανεῖεν· καὶ γὰρ τῆς φλεγμονῆς τὸ <lb/>ἐπικαιρότατον
                        παρελήλυθε, καὶ τὰ ὀστέα χαλαρὰ καὶ εὔθετα μετὰ <lb/>ταύτας τὰς ἡμέρας ἂν
                        εἴη. Πολλῷ μέντοι ἡσσᾶται καὶ αὕτη <lb/>ἡ μελέτη τῆς ἐξ ἀρχῆς τοῖσιν
                        ὀθονίοισιν ἐπιδέσιος· κεῖνος <pb n="528"/> μὲν γὰρ ὁ τρόπος ἑβδομαίους
                        ἐόντας ἀφλεγμάντους ἀποδείκνυσι, <lb/>καὶ παρασκευάζει νάρθηξι τελέως
                        ἐπιδεῖν· οὗτος δὲ ὁ τρόπος <lb/>πουλὺ ὑστερεῖ, βλάβας δέ τινας καὶ ἄλλας
                        ἔχει, ἀλλὰ μακρὸν ἂν <lb/>εἴη πάντα γράφειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="31b"><p>31. Ὁκόσοισι δὲ τὰ ὀστέα κατεηγότα καὶ ἐξίσχοντα μὴ δύνηται <lb/>ἐς τὴν
                        ἑωυτῶν χώρην καθιδρύεσθαι, ἥδε ἡ κατάστασις· <lb/>σιδήρια χρὴ ποιέεσθαι ἐς
                        τοῦτον τὸν τρόπον ὕνπερ οἱ μοχλοὶ <lb/>ἔχουσιν, οἷς οἱ λατύποι χρέονται, τὸ
                        μέν τι πλατύτερον, τὸ <lb/>δὲ τι στενότερον· εἶναι δὲ χρὴ καὶ τρία καὶ ἔτι
                        πλείω, ὡς <lb/>τοῖσι μάλιστα ἁρμόζουσί τις χρήσαιτο· ἔπειτα τουτέοισι χρὴ
                        <lb/>ἅμα τῇ κατατάσει μοχλεύειν ὑποβάλλοντα, πρὸς μὲν τὸ κατώτερον <lb/>τοῦ
                        ὀστέου τὸ κατώτερον ἐρείδοντα, πρὸς δὲ τὸ ἀνώτερον <lb/>τὸ ἀνώτερον τοῦ
                        σιδηρίου, ἁπλῷ δὲ λόγῳ ὥσπερ εἰ λίθον τις ἢ <lb/>ξύλον μοχλεύοι ἰσχυρῶς·
                        ἔστω δὲ σθεναρὰ τὰ σιδήρια ὡς οἷόν τε, <lb/>ὡς μὴ κάμπτηται. Αὕτη μεγάλη
                        τιμωρίη, ἤν τε τὰ σιδήρια ἐπιτήδεια <lb/>ᾖ, καὶ μοχλεύηταί τις ὡς χρή. Ὁκόσα
                        γὰρ ἀνθρώποις <lb/>ἄρμενα μεμηχάνηται, πάντων, ἰσχυρότατά ἐστι τρία ταῦτα,
                        <lb/>ὄνου τε περιαγωγὴ, καὶ μόχλευσις, καὶ σφήνωσις. Ἄνευ δὲ τούτων, <lb/>ἢ
                        ἑνὸς δή τινος, ἢ πάντων, οὐδὲν τῶν ἔργων τῶν ἰσχυροτάτων οἱ <pb n="530"/>
                        ἄνθρωποι ἐπιτελέουσιν. Οὔκουν ἀτιμαστέη αὕτη ἡ μόχλευσις· <lb/>ἢ γὰρ οὕτως
                        ἐμπεσεῖται τὰ ὀστέα, ἢ οὐκ ἄλλως. Ἢν δ᾿ ἄρα <lb/>τοῦ ὀστέου τὸ ἄνω
                        παρηλλαγμένον μὴ ἐπιτήδειον ἔχῃ ἐνέδρην τῷ <lb/>μοχλῷ, ἀλλὰ πάροξυ ἐὸν
                        παραφέρῃ, παραγλύψαντα χρὴ τοῦ <lb/>ὀστέου ἐνέδρην τῷ μοχλῷ ἀσφαλέα ποιῆσαι.
                        Μοχλεύειν δὲ <lb/>χρὴ καὶ τείνειν αὐθήμερα, ἢ δευτεραῖα, τριταῖα δὲ μὴ,
                        τεταρταῖα δὲ, <lb/>ὡς ἥκιστα, καὶ πεμπταῖα. Καὶ γὰρ μὴ ἐμβάλλοντι, ὀχλήσαντι
                        <lb/>δὲ ἐν ταύτῃσι τῇσιν ἡμέρῃσιν, φλεγμονὴν ἂν ποιήσειε, καὶ ἐμβάλλοντι
                        <lb/>οὐδὲν ἧσσον· σπασμὸν μέντοι ἐμβάλλοντι πουλὺ ἂν μᾶλλον <lb/>ποιήσειεν,
                        ἢ ἀπορήσαντι ἐμβάλλειν. Ταῦτα εὖ χρὴ εἰδέναι· <lb/>καὶ γὰρ εἰ ἐπιγένοιτο
                        σπασμὸς ἐμβάλλοντι. ἐλπίδες μὲν οὐ πολλαὶ <lb/>σωτηρίης· λυσιτελέει δὲ ὀπίσω
                        ἐκβάλλειν τὸ ὀστέον, εἰ οἷόν <lb/>τε εἴη ἀόχλως. Οὐ γὰρ ἐπὶ τοῖσι
                        χαλαρωτέροισι τοῦ καιροῦ σπασμοὶ <lb/>καὶ τέτανοι ἐπιγίνονται, ἀλλ᾿ ἐπὶ
                        τοῖσιν ἐντεταμένοισι <lb/>μᾶλλον. Περὶ οὗ οὖν ὁ λόγος, οὐ χρὴ ἐνοχλέειν ἐν
                        τῇσι προειρημένῃσιν <lb/>ἡμέρῃσι ταύτῃσιν, ἀλλὰ μελετᾷν ὅκως ἥκιστα
                        φλεγμανεῖ <lb/>τὸ ἕλκος, καὶ μάλιστα ἐκπυήσει. Ἐπὴν δὲ ἑπτὰ ἡμέραι
                        <lb/>παρέλθωσιν, ἢ ὀλίγῳ πλείους, ἢν ἀπύρετος ᾖ, καὶ μὴ φλεγμαίνῃ <lb/>τὸ
                        ἕλκος, τότε ἧσσον κωλύει πειρῆσθαι ἐμβάλλειν, ἢν <pb n="532"/> ἐλπίζῃς
                        κρατήσειν· ἢν δὲ μὴ, οὐδὲν δεῖ μάτην ὀχλέειν καὶ <lb/>ὀχλέεσθαι. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>