<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1:21-39</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1:21-39</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Τὰ δὲ οἰδήματα τὰ κατ᾿ ἰγνύην, ἢ κατὰ πόδα, ἢ κατά τι <lb/>ἄλλο
                        ἐξαειρεύμενα ὑπὸ τῆς πιέξιος, εἰρίοισι πουλλοῖσι, ῥυπαροῖσιν, <lb/>εὖ
                        κατεργασμένοισιν, οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ ῥήνας, κηρωτῇ ὑποχρίων, <lb/>καταδεῖν, καὶ
                        ἢν πιέζωσιν οἱ νάρθηκες, χαλᾷν. Θᾶσσον <lb/>ἰσχναίνοις δ᾿ ἂν, εἰ, ἀφιεὶς
                        τοὺς νάρθηκας, ὀθονίοισι συχνοῖσιν <pb n="488"/> ἐπιδέοις τὰ οἰδήματα,
                        ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ κατωτάτω ἐπὶ τὰ <lb/>ἄνω νεμόμενος· οὕτω γὰρ ἄν τάχιστα
                        ἰσχνὸν τὸ οἴδημα γένοιτο, <lb/>καὶ ὑπερθοίη ἂν ὑπὸ τὰ ἀρχαῖα ἐπιδέσματα.
                        Ἀλλ᾿ οὐ χρὴ <pb n="490"/> τούτῳ τῷ τρόπῳ χρῆσθαι τῆς ἐπιδέσιος, ἢν μὴ
                        κίνδυνος ᾖ ἐν <lb/>τῷ οἰδήματι φλυκταινώσιος ἢ μελασμοῦ· γίνεται δὲ οὐδὲν
                        τοιοῦτο, <lb/>ἢν μὴ ἄγαν τις πιέζῃ τὸ κάτηγμα, ἢ κατακρεμάμενον ἔχῃ, ἢ
                        <lb/>κνῆται τῇ χειρὶ, ἢ ἄλλο τι προσπίπτῃ ἐρεθιστικὸν πρὸς τὸν <lb/>χρῶτα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Σωλῆνα δὲ εἰ μέν τις ὑπ᾿ αὐτὸν τὸν μηρὸν ὑποθείη μὴ <lb/>ὑπερβάλλοντα τὴν
                        ἰγνύην, βλάπτοι ἂν μᾶλλον ἢ ὠφελέοι· οὔτε <lb/>γὰρ ἂν τὸ σῶμα κωλύοι, οὔτε
                        τὴν κνήμην, ἄνευ τοῦ μηροῦ κινέεσθαι. <lb/>Ἀσηρὸν γὰρ εἴη πρὸς τὴν ἰγνύην
                        προσβαλλόμενον· καὶ ὃ ἥκιστα δεῖ, <lb/>τοῦτ᾿ ἂν ἐποτρύνοι ποιέειν· ἥκιστα
                        γὰρ δεῖ κατὰ τὸ γόνυ <lb/>κάμπτειν· πᾶσαν γὰρ ἂν τύρβην παρέχοι τῇσιν
                        ἐπιδέσεσιν· καὶ <lb/>μηροῦ ἐπιδεδεμένου καὶ κνήμης, ὅστις κατὰ τὸ γόνυ
                        κάμπτοι, ἀνάγκη <lb/>ἂν εἴη τούτῳ τοὺς μύας ἄλλοτε ἄλλο σχῆμα ἴσχειν·
                        <lb/>ἀνάγκη δ᾿ ἂν εἴη καὶ τὰ ὀστέα τὰ κατεηγότα κίνησιν ἔχειν. Περὶ
                        <lb/>παντὸς οὖν ποιητέον τὴν ἰγνύην ἐντετάσθαι. Δοκέοι ἂν οὖν <lb/>μοι ὁ
                        σωλὴν, ὁ περιέχων πρὸς τὸν πόδα ἀπὸ τοῦ ἰσχίου, ὠφελέειν ὑποτιθέμενος·
                        <lb/>καὶ ἄλλως κατ᾿ ἰγνύην ταινίην χαλαρῶς περιβάλλειν <pb n="492"/> ξὺν τῷ
                        σωλῆνι, ὥσπερ τὰ παιδία ἐν τῇσι κοίτῃσι σπαργανοῦται· <lb/>εἶτα ἐπὴν ὁ μηρὸς
                        ἐς τὸ ἄνω διαστρέφοιτο, ἢ ἐς τὸ πλάγιον, εὐκατασχετώτερον <lb/>εἴη ἂν ξὺν τῷ
                        σωλῆνι οὕτως. Ἢ οὖν διαμπερὲς <lb/>εἴη ποιητέος ὁ σωλὴν, ἢ οὐ ποιητέος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Πτέρνης δὲ ἄχρης κάρτα χρὴ ἐπιμελέεσθαι, ὡς εὐθέτως <lb/>ἔχοι, καὶ ἐν
                        τοῖσι κατὰ κνήμην, καὶ ἐν τοῖσι κατὰ μηρὸν κατήγμασιν. <lb/>Ἢν μὲν γὰρ
                        ἀπαιωρῆται ὁ ποὺς, τῆς ἄλλης κνήμης ἡρματισμένης, <lb/>ἀνάγκη κατὰ τὸ
                        ἀντικνήμιον τὰ ὀστέα κυρτὰ φαίνεσθαι· ἢν δὲ <lb/>ἡ μὲν πτέρνη ὑψηλοτέρη ᾖ
                        τοῦ μετρίου ἡρματισμένη, ἡ δὲ ἄλλη <lb/>κνήμη ὑπομετέωρος ᾖ, ἀνάγκη τὸ
                        ὀστέον τοῦτο κατὰ τὸ ἀντικνήμιον <lb/>κοιλότερον φανῆναι τοῦ μετρίου,
                        προσέτι καὶ ἢν ἡ πτέρνη <lb/>τυγχάνῃ ἐοῦσα τοῦ ἀνθρώπου φύσει μεγάλη. Ἀτὰρ
                        καὶ κρατύνεται <lb/>πάντα τὰ ὀστέα βραδύτερον, ἢν μὴ κατὰ φύσιν κείμενα ᾖ,
                        καὶ τὰ <lb/>μὴ ἀτρεμέοντα ἐν τῷ αὐτέῳ σχήματι, καὶ αἱ πωρώσιες ἀσθενέστεραι.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Ταῦτα μὲν δὴ, ὅσοισι τὰ μὲν ὀστέα· κατέηγεν, ἐξέχει <lb/>δὲ μὴ, μηδὲ
                        ἄλλως ἕλκος ἐγένετο. Οἷσι δὲ τὰ ὀστέα <pb n="494"/> κατέηγεν ἁπλῷ τῷ τρόπῳ,
                        καὶ μὴ πουλυσχιδεῖ, ἐξέσχε <lb/>δὲ, αὐθήμερα ἐμβληθέντα, ἢ τῇ ὑστεραίῃ, καὶ
                        κατὰ χώρην ἱζόμενα, <lb/>καὶ μὴ ἐπίδοξος ἡ ἀπόστασις παρασχίδων ὀστέων
                        ἀπιέναι, ἢ <lb/>καὶ οἷσιν ἕλκος μὲν ἐγένετο, τὰ δὲ ὀστέα τὰ κατεηγότα οὐκ
                        ἐξίσχει, <lb/>οὐδ᾿ ὁ τρόπος τῆς κατήξιος τοιοῦτος, οἷος παρασχίδας ὀστέων
                        <lb/>εἶναι ἐπιδόξους ἀναπλῶσαι, τοὺς τοιούτους οἱ μὲν μήτε μέγα <pb n="496"/> ἀγαθὸν, μήτε μέγα κακὸν ποιέοντες, ἰητρεύουσι τὰ μὲν ἕλκεα καθαρτικῷ
                        <lb/>τινι, ἢ πισσηρὴν ἐπιθέντες, ἢ ἔναιμον, ἢ ἄλλο τι ὧν εἰώθασι
                        <lb/>ποιέειν· ἐπάνω δὲ τοὺς οἰνηροὺς σπλῆνας ἢ εἴρια ῥυπαρὰ ἐπιδέουσιν,
                        <lb/>ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον. Ἐπὴν δὲ τὰ ἕλκεα καθαρὰ γένηται, καὶ ἤδη ξυμφύηται,
                        <lb/>τότε τοῖσιν ὀθονίοισι συχνοῖσι πειρῶνται ἐπιδεῖν, καὶ νάρθηξι
                        <lb/>κατορθοῦν. Αὕτη μὲν ἡ ἴησις ἀγαθόν τι ποιέει, κακὸν δὲ οὐ μέγα. <lb/>Τὰ
                        μέντοι ὀστέα οὐχ ὁμοίως δύναται ἱδρύεσθαι ἐς τὴν ἑωυτῶν χώρην, <lb/>ἀλλά
                        τινι ὀγκηρότερα τὰ ὀστέα τοῦ καιροῦ ταύτῃ γίνεται· <lb/>γένοιτο δ᾿ ἂν καὶ
                        βραχύτερα, ὧν ἀμφότερα τὰ ὀστέα κατέηγεν ἢ πήχεος, <lb/>ἢ κνήμης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Ἄλλοι δ᾿ αὖ τινές εἰσιν, οἳ ὀθονίοισι τὰ τοιαῦτα ἰητρεύουσιν <lb/>εὐθέως,
                        καὶ ἔνθεν μὲν καὶ ἔνθεν ἐπιδέουσι τοῖσιν ὀθονίοισι, <lb/>κατὰ δὲ τὸ ἕλκος
                        αὐτὸ διαλείπουσι, καὶ ἐῶσιν ἀνεψύχθαι· ἔπειτα <lb/>ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τὸ ἕλκος
                        τῶν καθαρτικῶν τι, καὶ σπλήνεσιν οἰνηροῖσιν, <lb/>ἢ εἰρίοισι ῥυπαροῖσι
                        θεραπεύουσιν. Αὕτη ἡ ἴησις κακὴ, <pb n="498"/> καὶ εἰκὸς τοὺς οὕτως
                        ἰητρεύοντας τὰ μέγιστα ἀσυνετέειν, καὶ ἐν τοῖσιν <lb/>ἄλλοισι κατήγμασι, καὶ
                        ἐν τοῖσι τοιούτοισιν. Μέγιστον γάρ ἐστι τὸ <lb/>γινώσκειν, καθ᾿ ὁποῖον
                        τρόπον χρὴ τὴν ἀρχὴν βάλλεσθαι τοῦ ὀθονίου, <lb/>καὶ καθ᾿ ὁποῖον μάλιστα
                        πεπιέχθαι, καὶ οἷά τε ὠφελέονται, ἢν ὀρθῶς <lb/>τις βάλληται τὴν ἀρχὴν καὶ
                        πιέζῃ ᾗ μάλιστα χρὴ, καὶ οἷα βλάπτονται, <lb/>ἢν μὴ ὀρθῶς τις βάλληται, μηδὲ
                        πιέζῃ ᾗ μάλιστα <lb/>χρὴ, ἀλλὰ ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Εἴρηται μὲν οὖν καὶ ἐν τοῖσι
                        πρόσθεν <lb/>γεγραμμένοισιν, ὁποῖα ἀφ᾿ ἑκατέρου ἀποβαίνει· μαρτυρέει <lb/>δὲ
                        καὶ αὐτὴ ἡ ἰητρική· ἀνάγκη γὰρ τῷ οὕτως ἐπιδεομένῳ τὸ <lb/>οἶδος ἐξαείρεσθαι
                        ἐς αὐτὸ τὸ ἕλκος. Καὶ γὰρ εἰ ὑγιὴς χρὼς <lb/>ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐπιδεθείη, ἐν
                        μέσῳ δὲ διαλειφθείη, μάλιστα κατὰ τὴν <lb/>διάλειψιν οἰδήσειεν ἂν, καὶ
                        ἀχροιήσειεν· πῶς οὖν οὐχὶ ἕλκος <lb/>γε ταῦτα ἂν πάθοι; Ἀναγκαίως οὖν ἔχει
                        ἄχροον μὲν καὶ ἐκπεπλιγμένον <pb n="500"/> τὸ ἕλκος εἶναι, δακρυῶδές τε καὶ
                        ἀνεκπύητον, ὀστέα δὲ, <lb/>καὶ μὴ μέλλοντα ἀποστῆναι, ἀποστατικὰ γενέσθαι·
                        σφυγμῶδές τε <lb/>καὶ πυρῶδες τὸ ἕλκος ἂν εἴη. Ἀναγκάζονται δὲ διὰ τὸ οἶδος
                        <lb/>ἐπικαταπλάσσειν· ἀσύμφορον δὲ καὶ τοῦτο τοῖσιν ἔνθεν καὶ ἔνθεν
                        <lb/>ἐπιδεομένοισιν· ἄχθος γὰρ ἀνωφελὲς πρὸς τῷ ἄλλῳ σφυγμῷ ἐπιγίνεται.
                        <lb/>Τελευτῶντες δὲ ἀπολύουσι τὰ ἐπιδέσματα, ὁπόταν σφιν <lb/>παλιγκοτέῃ,
                        καὶ ἰητρεύουσι τὸ λοιπὸν ἄνευ ἐπιδέσιος· οὐδὲν <lb/>δ᾿ ἧσσον, καὶ ἤν τι ἄλλο
                        τρῶμα τοιοῦτο λάβωσι, τῷ αὐτῷ <lb/>τρόπῳ ἰητρεύουσιν· οὐ γὰρ οἴονται τὴν
                        ἐπίδεσιν τὴν ἔνθεν καὶ ἔνθεν, <lb/>καὶ τὴν ἀνάψυξιν τοῦ ἕλκεος αἰτίην εἶναι,
                        ἀλλ᾿ ἄλλην τινὰ <lb/>ἀτυχίην. Οὐ μέντοι γε ἂν ἔγραφον περὶ τουτέου τοσαῦτα,
                        εἰ <lb/>μὴ εὖ μὲν ᾔδειν ἀσύμφορον ἐοῦσαν τὴν ἐπίδεσιν, συχνοὺς δὲ <lb/>οὕτως
                        ἰητρεύοντας, ἐπίκαιρον δὲ τὸ ἀπομάθημα, μαρτύριον δὲ <lb/>τοῦ ὀρθῶς
                        γεγράφθαι τὰ πρόσθεν γεγραμμένα, εἴτε μάλιστα πιεστέα <lb/>τὰ κατήγματα,
                        εἴτε ἥκιστα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Χρὴ δὲ, ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι, οἷσιν ἂν μὴ ἐπίδοξος ᾖ ἡ <lb/>τῶν ὀστέων
                        ἀπόστασις ἔσεσθαι, τὴν αὐτὴν ἰητρείην ἰητρεύειν, ὥσπερ <lb/>ἂν οἷσιν ὀστέα
                        μὲν κατεηγότα εἴη, ἕλκος δὲ μὴ ἔχοντα· τάς <pb n="502"/> τε γὰρ κατατάσιας
                        καὶ κατορθώσιας τῶν ὀστέων τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον ποιέεσθαι, τήν τε ἐπίδεσιν
                        παραπλήσιον τρόπον. Ἐπὶ <lb/>μὲν γὰρ αὐτὸ τὸ ἕλκος πισσηρὴν κηρωτὴν
                        χρίσαντα, σπλῆνα λεπτὸν <lb/>διπλόον ἐπιδεθῆναι, τὰ δὲ πέριξ κηρωτῇ λευκῇ
                        χρίειν. Τὰ δὲ <lb/>ὀθόνια καὶ τὰ ἀλλα πλατύρερά τινι ἐσχισμένα ἔστω, ἢ εἰ μὴ
                        ἔλκος <lb/>εἶχεν· καὶ ᾧ ἂν πρώτῳ ἐπιδέηται, συχνῷ ἔστω τοῦ ἕλκεος
                        <lb/>πλατύτερον. Τὰ γὰρ στενότερα τοῦ ἕλκεος ζώσαντα ἔχει <lb/>τὸ ἕλκος· τὸ
                        δὲ οὐ χρή· ἀλλ· ἡ πρώτη περιβολὴ ὅλον κατεχέτω τὸ <lb/>ἕλκος, καὶ ὑπερεχέτω
                        τὸ ὀθόνιον ἔνθεν τε καὶ ἔνθεν. Βάλλεσθαι <lb/>μὲν οὖν χρὴ τὸ ὀθόνιον κατ᾿
                        αὐτὴν τὴν ἴξιν τοῦ ἕλκεος, <lb/>πιέζειν δὲ ὀλίγῳ ἧσσον ἢ εἰ μὴ ἕλκος εἶχεν,
                        ἐπινέμεσθαι δὲ τῇ <pb n="504"/> ἐπιδέσει ὥσπερ καὶ πρόσθεν εἴρηται. Τὰ δὲ
                        ὀθόνια αἰεὶ μὲν τοῦ τρόπου <lb/>τοῦ μαλθακοῦ ἔστωσαν, μᾶλλον δέ τι δεῖ ἐν
                        τοῖσι τοιούτοισιν, <lb/>ἢ εἰ μὴ ἕλκος εἶχεν. Πλῆθος δὲ τῶν ὀθονίων, μὴ
                        ἐλάσσω <lb/>ἔστω τῶν πρότερον εἰρημένων, ἀλλά τινι καὶ πλείω. Ἢν δὲ
                        <lb/>ἐπιδεθῇ, δοκείτω τῷ ἐπιδεδεμένῳ ἡρμόσθαι μὲν, πεπιέχθαι δὲ <lb/>μή·
                        φάτω δὲ κατὰ τὸ ἕλκος μάλιστα ἡρμόσθαι. Τοὺς δὲ χρόνους <lb/>τοὺς αὐτοὺς μὲν
                        χρὴ εἶναι ἐπὶ τὸ μᾶλλον δοκέειν ἡρμόσθαι, τοὺς <lb/>αὐτοὺς δὲ ἐπὶ τὸ μᾶλλον
                        δοκέειν χαλᾷν, ὥσπερ καὶ ἐν τοῖσι πρόσθεν <lb/>εἴρηται. Μετεπιδεῖν δὲ διὰ
                        τρίτης, πάντα μεταποιέοντα ἐς <lb/>τοὺς τρόπους τοὺς παραπλησίους, ὥσπερ καὶ
                        πρόσθεν εἴρηται, πλὴν <lb/>ἐς τὸ σύμπαν ἧσσόν τινι πιέζειν ταῦτα ἢ ἐκεῖνα.
                        Καὶ ἢν κατὰ <lb/>λόγον τὰ εἰκότα γένηται, ἰσχνότερον μὲν αἰεὶ εὑρεθήσεται τὸ
                        <lb/>κατὰ τὸ ἕλκος, ἰσχνὸν δὲ καὶ τὸ ἄλλο πᾶν τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιδέσιος
                        <lb/>κατεχόμενον· καὶ αἵ τε ἐκπυήσιες ἔσονται θάσσους ἢ τῶν <lb/>ἄλλως
                        ἰητρευμένων ἑλκέων, ὅσα τε σαρκία ἐν τῷ τρώματι ἐμελάνθη <lb/>καὶ ἐθανατώθη,
                        θᾶσσον περιῤῥήγνυται καὶ ἐκπίπτει ἐπὶ ταύτῃ <lb/>τῇ ἰητρείῃ, ἢ ἐν τῇσιν
                        ἄλλῃσιν, ἐς ὠτειλάς τε θᾶσσον ὁρμᾶται τὸ <lb/>ἕλκος οὕτως ἢ ἄλλως
                        ἰητρευμένον. Πάντων δὲ τούτων αἴτιον, <lb/>ὅτι ἰσχνὸν μὲν τὸ κατὰ τὸ ἕλκος
                        χωρίον γίνεται, ἰσχνὰ δὲ τὰ περιέχοντα. <lb/>Τὰ μὲν οὖν ἄλλα πάντα
                        παραπλησίως χρὴ ἰητρεύειν, ὡς τὰ <pb n="506"/> ἄνευ ἑλκώσιος ὀστέα
                        κατηγνύμενα. Τοὺς δὲ νάρθηκας οὐ χρὴ <lb/>προστιθέναι. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ
                        ὀθόνια χρὴ τούτοισι πλείω εἶναι <lb/>ἢ τοῖσιν ἑτέροισιν, ὅτι τε ἧσσον
                        πιέζεται, ὅτι τε οἱ νάρθηκες βραδύτεροι <lb/>προστίθενται. Ἢν μέντοι τοὺς
                        νάρθηκας προστιθῇς, μὴ <lb/>κατὰ τὴν ἴξιν τοῦ ἕλκεος προστιθέναι, ἄλλως τε
                        καὶ χαλαρῶς προστιθέναι, <lb/>προμηθεύμενος ὅκως μηδεμία σφίγξις μεγάλη
                        ἔσται <lb/>ἀπὸ τῶν ναρθήκων. Εἴρηται δὲ τοῦτο καὶ ἐν τοῖσι πρότερον
                        γεγραμμένοισιν. <lb/>Τὴν μέντοι δίαιταν ἀκριβεστέρην καὶ πλείω χρόνον χρὴ
                        <lb/>ποιέεσθαι οἷσιν ἐξ ἀρχῆς ἕλκεα γίνεται, καὶ οἷσιν ὀστέα ἐξίσχει·
                        <lb/>καὶ τὸ ξύμπαν δὲ εἰρῆσθαι, ἐπὶ τοῖσι ἰσχυροτάτοισι τρώμασιν
                        <lb/>ἀκριβεστέρην καὶ πουλυχρονιωτέρην εἶναι χρὴ τὴν δίαιταν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Ἡ αὐτὴ δὲ ἰητρείη τῶν ἑλκέων, καὶ οἷσιν ὀστέα μὲν <lb/>κατέηγεν, ἕλκος δὲ
                        ἐξ ἀρχῆς μηδὲν ἦν, ἐν δὲ τῇ ἰητρείῃ <lb/>ἐπιγίνεται. ἢ τοῖσιν ὀθονίοισιν
                        μᾶλλον πιεχθέντος νάρθηκος ὑπὸ <lb/>ἐνέδρης, ἢ ὑπὸ ἄλλης τινὸς προφάσιος.
                        Γινώσκεται μὲν οὖν τὰ <lb/>τοιαῦτα, ἢν ἕλκος ὑπῇ, τῇ τε ὀδύνῃ καὶ τοῖσι
                        σφυγμοῖσιν· καὶ τὸ οἴδημα <lb/>τὸ ἐν τοῖσιν ἄκροισι, σκληρότερον γίνεται τῶν
                        τοιουτέων, καὶ <lb/>εἰ τὸν δάκτυλον ἐπαγάγοις, τὸ ἔρευθος ἐξαιρέεται, ἀτὰρ
                        καὶ αὖθις <pb n="508"/> ὑποτρέχει ταχέως. Ἢν οὖν τι τοιοῦτον ὑποπτεύῃς,
                        λύσαντα <lb/>χρὴ, ἢν μὲν ᾖ κνησμὸς κατὰ τὰς ὑποδεσμίδας, ἢ ἐπὶ τὸ ἄλλο
                        <lb/>τὸ ἐπιδεδεμένον, πισσηρῇ κηρωτῇ ἀντὶ τῆς ἑτέρης χρῆσθαι. Ἢν δὲ
                        <lb/>τούτων μὲν μηδὲν ᾖ, αὐτὸ δὲ τὸ ἕλκος ἠρεθισμένον εὑρίσκηται, <lb/>μέλαν
                        ἐπὶ πουλὺ ἢ ἀκάθαρτον, καὶ τῶν μὲν σαρκῶν ἐκπυησομένων, <lb/>τῶν δὲ νεύρων
                        προσεκπεσουμένων, τουτέους οὐδὲν χρὴ <lb/>ἀναψύχειν παντάπασιν, οὐδέ τι
                        φοβεῖσθαι τὰς ἐκπυήσιας ταύτας, <lb/>ἀλλ᾿ ἰητρεύειν, τὰ μὲν ἄλλα παραπλήσιον
                        τρόπον, ὥσπερ καὶ οἷσιν <lb/>ἐξ ἀρχῆς ἕλκος ἐγένετο. Τοῖσι δὲ ὀθονίοισιν
                        ἄρχεσθαι χρὴ ἐπιδέοντα <lb/>ἀπὸ τοῦ οἰδήματος τοῦ ἐν τοῖσιν ἀκραίοις πάνυ
                        χαλαροῖσι, <pb n="510"/> καὶ ἔπειτα ἐπινέμεσθαι τῇ ἐπιδέσει αἰεὶ ἐς τὸ ἄνω,
                        καὶ <lb/>πεπιέχθαι μὲν μηδαμῇ, ἡρμόσθαι δὲ μάλιστα κατὰ τὸ ἕλκος, τὰ <lb/>δὲ
                        ἄλλα ἐπὶ ἧσσον. Τὰ δὲ ὀθόνια τὰ πρῶτα, ταῦτα μὲν καθαρὰ <lb/>ἔστω καὶ μὴ
                        στενά· τὸ δὲ πλῆθος τῶν ὀθονίων ἔστω, ὅσον περ καὶ <lb/>ἐν τοῖσι νάρθηξιν εἰ
                        ἐπιδέοιντο, ἢ ὀλίγῳ ἔλασσον. Ἐπὶ δὲ αὐτὸ τὸ <lb/>ἕλκος ἱκανὸν σπληνίον τῇ
                        λευκῇ κηρωτῇ κεχρισμένον· ἤν τε γὰρ <lb/>σὰρξ, ἤν τε νεῦρον μελανθῇ,
                        προσεκπεσεῖται· τὰ γὰρ τοιαῦτα οὐ <lb/>χρὴ δριμέσιν ἰητρεύειν, ἀλλὰ
                        μαλθακοῖσιν, ὥσπερ τὰ πυρίκαυστα. <lb/>Μετεπιδεῖν δὲ διὰ τρίτης, νάρθηκας δὲ
                        μὴ προστιθέναι· ἀτρεμέειν <lb/>δὲ ἐπὶ μᾶλλον, ἢ τὸ πρόσθεν, καὶ
                        ὀλιγοσιτέειν. Εἰδέναι δὲ χρὴ, εἴ <lb/>τε σὰρξ, εἴ τε νεῦρον τὸ ἐκπεσούμενόν
                        ἐστιν, ὅτι οὕτω πολλῷ <lb/>μὲν ἧσσον νέμεται ἐπὶ πλεῖον, πολλῷ δὲ θᾶσσον
                        ἐκπεσεῖται, <lb/>πολλῷ δὲ ἰσχνότερα τὰ περιέχοντα ἔσται, ἢ εἴ τις, ἀπολύσας
                        τὰ <lb/>ὀθόνια, ἐπιθείη τι. τῶν καθαρτικῶν φαρμάκων ἐπὶ τὸ ἕλκος. Καίτοι καὶ
                        <lb/>ἢν ἐκπέσῃ τὸ ἐκπεσούμενον, θᾶσσόν τε σαρκοῦται ἐκείνως ἢ ἑτέρως
                        <lb/>ἰητρευόμενον, καὶ θᾶσσον ὠτειλοῦται. Πάντα μήν ἐστι ταῦτα <lb/>ὀρθῶς
                        ἐπιδεῖν καὶ μετρίως ἐπίστασθαι. Προσσυμβάλλεται δὲ καὶ <lb/>τὰ σχήματα, καὶ
                        οἷα χρὴ, εἶναι, καὶ ἡ ἄλλη δίαιτα, καὶ τῶν <lb/>ὀθονίων ἡ ἐπιτηδειότης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Ἢν δ᾿ ἄρα ἐξαπατηθῇς ἐν τοῖσι νεοτρώτοισι, μὴ οἰόμενος <lb/>ὀστέων
                        ἀπόστασιν ἔσεσθαι, τὰ δ᾿ ἐπίδοξα ᾖ ἀναπλῶσαι, οὐ <pb n="512"/> χρὴ ὀῤῥωδέειν
                        τοῦτον τὸν τρόπον τῆς ἰητρείης· οὐδὲν γὰρ ἂν <lb/>μέγα φλαῦρον γένοιτο, ἢν
                        μοῦνον οἷός τε ᾖς τῇ χειρὶ <lb/>τὰς ἐπιδέσιας ἀγαθὰς καὶ ἀσινέας ποιέεσθαι.
                        Σημεῖον δὲ τόδε, <lb/>ἢν μέλλῃ ὀστέων ἀπόστασις ἔσεσθαι ἐν τῷ τρόπῳ τούτῳ
                        τῆς <lb/>ἰητρείης· πῦον γὰρ συχνὸν ῥέει ἐκ τοῦ ἕλκεος, καὶ ὀργᾷν
                        <lb/>φαίνεται. Πυκνότερον οὖν μετεπιδέεσθαι διὰ τὸν πλάδον· ἐπεὶ <lb/>ἄλλως
                        τε καὶ ἀπύρετοι γίνονται, ἢν μὴ κάρτα πιέζωνται ὑπο τῆς ἐπιδέσιος, <lb/>καὶ
                        τὸ ἕλκος, καὶ τὰ περιέχοντα ἰσχνά. Ὅσαι μὲν οὖν <lb/>λεπτῶν πάνυ ὀστέων
                        ἀποστάσιες, οὐδεμιῆς μεγάλης μεταβολῆς <lb/>δέονται, ἀλλ᾿ ἢ χαλαρωτέρως
                        ἐπιδεῖν, ὡς μὴ ἀπολαμβάνηται τὸ <pb n="514"/> πῦον, ἀλλ᾿ εὐαπόῤῥυτον ᾖ, καὶ
                        πυκνότερον μετεπιδεῖν, ἔστ᾿ <lb/>ἂν ἀποστῇ τὸ ὀστέον, καὶ νάρθηκας μὴ
                        προστιθέναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Ὁκόσοισι δὲ μείζονος ὀστέου ἀπόστασις ἐπίδοξος γένηται, <lb/>ἤν τε ἐξ
                        ἀρχῆς προγνῷς, ἤν τε καὶ ἔπειτα μεταγνῷς, <lb/>οὐκ ἔτι τῆς αὐτῆς ἰητρείης
                        δεῖται· ἀλλὰ τὰς μὲν κατατάσιας, <lb/>καὶ τὰς διορθώσιας οὕτω ποιέεσθαι,
                        ὥσπερ εἴρηται· σπλῆνας δὲ <lb/>χρὴ διπλοῦς, πλάτος μὲν ἡμισπιθαμιαίους, μὴ
                        ἐλάσσους (ὁκοῖον <lb/>δὲ ἄν τι καὶ τὸ τρῶμα ἦ, πρὸς τοῦτο τεκμαίρεσθαι),
                        μῆκος <lb/>δὲ βραχυτέρους μὲν μὴ ὀλίγῳ, ἢ ὥστε δὶς περιικνέεσθαι περὶ
                        <lb/>τὸ τετρωμένον, μακροτέρους δὲ συχνῷ, ἢ ὥστε ἅπαξ περιικνέεσθαι,
                        <lb/>πλῆθος δὲ, ὁκόσους ἂν ξυμφέρῃ, ποιησάμενον, τούτους <lb/>ἐν οἴνῳ μέλανι
                        αὐστηρῷ βρέχοντα, χρὴ ἐκ μέσου ἀρχόμενον, ὡς <lb/>ἀπὸ δύο ἀρχῶν ὑποδεσμὶς
                        ἐπιδεῖται, περιελίσσειν, κἄπειτα <lb/>σκεπαρνηδὸν παραλλάσσοντα τὰς ἀρχὰς
                        ἀφιέναι. Ταῦτα κατά <lb/>τε αὐτὸ τὸ ἕλκος ποιέειν, καὶ κατὰ τὸ ἔνθεν καὶ
                        ἔνθεν τοῦ ἕλκεος· <lb/>καὶ πεπιέχθω μὲν μὴ, ἀλλ᾿ ὅσον ἑρμασμοῦ ἕνεκεν τοῦ
                        ἕλκεος <pb n="516"/> προσκείσθω. Ἐπὶ δὲ αὐτὸ τὸ ἕλκος ἐπιτιθέναι χρὴ
                        πισσηρὴν, ἤ <lb/>τι τῶν ἐναίμων, ἤ τι τῶν ἄλλων φαρμάκων, ὅ τι ξύντροφόν
                        <lb/>ἐστιν ἐπιτέγξει. Καὶ ἢν μὲν ἡ ὥρη θερινὴ ᾖ, ἐπιτέγγειν <lb/>τῷ οἴνῳ
                        τοὺς σπλῆνας πυκνά· ἢν δὲ χειμερινὴ ἡ ὥρη <lb/>ᾖ, εἰρία πουλλὰ ῥυπαρὰ,
                        νενοτισμένα οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ, ἐπικείσθω. <lb/>Ἰξαλῆν δὲ χρὴ ὑποτετάσθαι, καὶ
                        εὐαπόῤῥυτα ποιέειν, <lb/>φυλάσσοντα τοὺς ὑποῤῥόους, μεμνημένον ὅτι οἱ τόποι
                        οἱ ἐν τοῖσιν <lb/>αὐτοῖσι σχήμασι πολλὸν χρόνον κείμενοι, ἐκτρίμματα
                        δυσάκεστα <lb/>ποιέουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Ὅσους δὲ μὴ οἷόν τε ἐπιδέσει ἰήσασθαι διά τινα τούτων <lb/>τῶν εἰρημένων
                        τρόπων, ἢ τῶν εἰρησομένων, τούτους περὶ <lb/>πλείονος χρὴ ποιέεσθαι, ὅκως
                        εὐθέτως σχήσουσι τὸ κατεηγὸς <lb/>τοῦ σώματος κατ᾿ ἰθυωρίην, προσέχοντα τὸν
                        νόον, καὶ τῷ ἀνωτέρω <lb/>δὲ μᾶλλον ἢ τῷ κατωτέρω. Εἰ δέ τις μέλλοι καλῶς
                        καὶ εὐχερῶς <lb/>ἐργάζεσθαι, ἄξιον καὶ μηχανοποιήσασθαι, ὅκως κατάτασιν
                        δικαίην <lb/>καὶ μὴ βιαίην σχήσει τὸ κατεηγὸς τοῦ σώματος· μάλιστα δὲ <pb n="518"/> ἐν κνήμῃ ἐνδέχεται μηχανοποιέειν. Εἰσὶ μὲν οὖν τινες, οἳ ἐπὶ
                        πᾶσι <lb/>τοῖσι τῆς κνήμης κατήγμασι, καὶ τοῖσιν ἐπιδεομένοισι, καὶ
                        <lb/>τοῖσι μὴ ἐπιδεομένοισι, τὸν πόδα ἄκρον προσδέουσι πρὸς τὴν <lb/>κλίνην,
                        ἢ πρὸς ἄλλο τι ξύλον παρὰ τὴν κλίνην κατορύξαντες. Οὗτοι <lb/>μὲν οὖν πάντα
                        κακὰ ποιέουσιν, ἀγαθὸν δὲ οὐδέν· οὔτε γὰρ τοῦ κατατείνεσθαι <lb/>ἄκος ἐστὶ
                        τὸ προσδεδέσθαι τὸν πόδα, οὐδὲν γὰρ ἧσσον τὸ <lb/>ἄλλο σῶμα προσχωρήσει πρὸς
                        τὸν πόδα, καὶ οὕτως οὐκ ἂν ἔτι τείνοιτο· <lb/>οὔτ᾿ αὖ ἐς τὴν ἰθυωρίην οὐδὲν
                        ὠφελέει, ἀλλὰ καὶ <lb/>βλάπτει, στρεφομένου γὰρ τοῦ ἄλλου σώματος ἢ τῇ ἢ τῇ,
                        οὐδὲν <lb/>κωλύσει ὁ δεσμὸς τὸν πόδα καὶ τὰ ὀστέα τὰ τῷ ποδὶ προσηρτημένα
                        <lb/>ἐπακολουθέειν τῷ ἄλλῳ σώματι. Εἰ δὲ μὴ προσεδέδετο, ἧσσον <lb/>ἂν
                        διεστρέφετο· ἧσσον γὰρ ἂν ἐγκατελείπετο ἐν τῇ κινήσει τοῦ <lb/>ἄλλου
                        σώματος. Εἰ δέ τις σφαίρας δύο ῥάψαιτο ἐκ σκύτεος <lb/>αἰγυπτίου τοιαύτας
                        οἵας φοροῦσιν οἱ ἐν τῇσι μεγάλῃσι πέδῃσι <lb/>πολλὸν χρόνον πεπεδημένοι, αἱ
                        δὲ σφαῖραι ἔχοιεν ἔνθεν καὶ ἔνθεν <lb/>χιτῶνας, τὰ μὲν πρὸς τοῦ τρώματος
                        βαθυτέρους, τὰ δὲ πρὸς <lb/>τῶν ἄρθρων βραχυτέρους, εἶεν δὲ ὀγκηραὶ μὲν καὶ
                        μαλθακαὶ, ἁρμόζουσαι <lb/>δὲ, ἡ μὲν ἄνωθεν τῶν σφυρῶν, ἡ δὲ κάτωθεν τοῦ
                        γούνατος· <pb n="520"/> ἐκ δὲ πλαγίης ἄκρης δισσὰ ἡ κάτωθεν ἔχοι
                        προσηρτημένα, <lb/>ἢ ἁπλόου ἱμάντος, ἢ διπλόου, βραχέα ὥσπερ ἀγκύλας, τὰ μέν
                        τι τοῦ <lb/>σφυροῦ ἑκατέρωθεν, τὰ δέ τι τοῦ γούνατος· καὶ ἡ ἄνωθεν σφαῖρα
                            <pb n="522"/> ἕτερα τοιαῦτα ἔχοι κατὰ τὴν ἰθυωρίην τὴν αὐτήν. Κἄπειτα
                        κραναΐνας <lb/>ῥάβδους τέσσαρας λαβὼν ἴσον τὸ μέγεθος ἀλλήλῃσιν
                        <lb/>ἐχούσας, πάχος μὲν ὡς δακτυλιαίας, μῆκος δὲ ὡς κεκαμμέναι
                        <lb/>ἐναρμόσωσιν ἐς τὰ ἀπαιωρήματα, ἐπιμελόμενος ὅκως τὰ ἄκρα <lb/>τῶν
                        ῤάβδων μὴ ἐς τὸν χρῶτα, ἀλλ᾿ ἐς τὰ ἄκρα τῶν σφαιρέων ἐγκέλσει. <lb/>Εἶναι δὲ
                        χρὴ ζεύγεα τρία τῶν ῥάβδων, καὶ πλέω, καί τινι μακροτέρας <lb/>τὰς ἑτέρας
                        τῶν ἑτέρων, καί τινι καὶ βραχυτέρας <lb/>καὶ σμικροτέρας, ὡς καὶ μᾶλλον
                        διατείνειν, ἢν βούληται, <lb/>καὶ ἧσσον· ἔστωσαν δὲ αἱ ῥάβδοι ἑκάτεραι ἔνθεν
                        καὶ ἔνθεν <lb/>τῶν σφυρῶν. Ταῦτα τοίνυν εἰ καλῶς μηχανοποιηθείη, τήν τε
                        <lb/>κατάτασιν καὶ δικαίην ἂν παρέχοι καὶ ὁμαλὴν κατὰ τὴν <lb/>ἰθυωρίην, καὶ
                        τῷ τρώματι πόνος οὐδεὶς ἂν εἴη· τὰ γὰρ ἀποπιέσματα, <lb/>εἴ τι καὶ
                        ἀποπιέζοιτο, τὰ μὲν ἂν ἐς τὸν πόδα ἀπάγοιτο, τὰ δὲ ἐς <lb/>τὸν μηρόν· αἵ τε
                        ῥάβδοι εὐθετώτεραι, αἱ μὲν ἔνθεν, αἱ δὲ ἔνθεν <lb/>τῶν σφυρῶν, ὥστε μὴ
                        κωλύεσθαι τὴν θέσιν τῆς κνήμης· τό τε <lb/>τρῶμα εὐκατάσκεπτον καὶ
                        εὐβάστακτον· οὐδὲν γὰρ ἐμποδὼν, <lb/>εἴ τις ἐθέλοι τὰς δύο τῶν ῥάβδων τὰς
                        ἀνωτέρω αὐτὰς πρὸς ἀλλήλας <pb n="524"/> ζεῦξαι, καὶ ἢν τις κούφως βούληται
                        ἐπιβάλλειν, ὥστε τὸ <lb/>ἐπιβαλλόμενον μετέωρον ἀπὸ τοῦ τρώματος εἶναι. Εἰ
                        μὲν οὖν αἵ τε <lb/>σφαῖραι προσηνέες καὶ καλαὶ καὶ μαλθακαὶ καὶ καιναὶ
                        ῥαφεῖεν, <lb/>καὶ ἡ ἔντασις τῶν ῥάβδων χρηστῶς ἐνταθείη, ὥσπερ ἤδη εἴρηται,
                        <lb/>εὔχρηστον τὸ μηχάνημα· εἰ δέ τι τουτέων μὴ καλῶς ἕξει, βλάπτοι <lb/>ἂν
                        μᾶλλον ἢ ὠφελέοι. Χρὴ δὲ καὶ τὰς ἄλλας μηχανὰς ἢ καλῶς μηχανᾶσθαι, <lb/>ἢ μὴ
                        μηχανᾶσθαι· αἰσχρὸν γὰρ καὶ ἄτεχνον μηχανοποιέοντα <lb/>ἀμηχανοποιέεσθαι.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="31a"><p>31. Τοῦτο δὲ, οἱ πλεῖστοι τῶν ἰητρῶν τὰ κατήγματα, καὶ τὰ <lb/>μεθ᾿ ἑλκέων,
                        καὶ τὰ ἄνευ ἑλκέων, τὰς πρώτας τῶν ἡμερέων ἰητρεύουσιν <lb/>εἰρίοισι
                        ῥυπαροῖσιν· καὶ οὐδέν τι ἄτεχνον δοκέει τοῦτο εἶναι. <lb/>Ὅσοι μὲν
                        ἀναγκάζονται ὑπὸ τῶν αὐτίκα νεοτρώτων ἐόντων, μὴ <lb/>ἔχοντες ὀθόνια,
                        εἰρίοισι παρασκευάσασθαι, τουτέοισι πλείστη συγγνώμη· <lb/>οὐ γὰρ ἄν τις
                        ἔχοι ἄνευ ὀθονίων ἄλλο τι πολλῷ βέλτιον <lb/>εἰρίου ἐπιδῆσαι ἐπὶ τὰ τοιαῦτα·
                        εἶναι δὲ χρὴ πάμπολλα, καὶ πάνυ <lb/>καλῶς εἰργασμένα, καὶ μὴ τρηχέα· τῶν
                        γὰρ ὀλίγων καὶ φλαύρων <lb/>ὀλίγη καὶ ἡ δύναμις. Ὅσοι δὲ ἐπὶ μίαν ἢ δύο
                        ἡμέρας εἴρια <lb/>ἐπιδέειν δικαιοῦσι, τρίτῃ δὲ καὶ τετάρτῃ ὀθονίοισιν
                        ἐπιδέοντες <lb/>πιέζουσι καὶ κατατείνουσι τότε μάλιστα, οὗτοι πουλύ τι τῆς
                        <lb/>ἰητρικῆς καὶ κάρτα ἑπίκαιρον ἀσυνετέουσιν· ἥκιστα γὰρ <lb/>χρὴ τῇ τρίτῃ
                        καὶ τετάρτῃ στυφελίζειν πάντα τὰ τρώματα, ὡς ἐν <pb n="526"/> κεφαλαίῳ
                        εἰρῆσθαι· καὶ μηλώσιας δὲ πάσας φυλάσσεσθαι χρὴ <lb/>ἐν ταύτῃσι τῇσιν
                        ἡμέρῃσι, καὶ ὁκόσοισιν ἄλλοισι τρώμασιν <lb/>ἠρέθισται. Τὸ ἐπίπαν γὰρ ἡ
                        τρίτη καὶ τετάρτη ἡμέρη <lb/>ἐπὶ τοῖσι Πλείστοισι τῶν τρωμάτων τίκτει τὰς
                        παλιγκοτήσιας, <lb/>καὶ ὅσα ἐς φλεγμονὴν καὶ ἀκαθαρσίην ὁρμᾷ, καὶ ὅσα ἂν ἐς
                        <lb/>πυρετοὺς ἴῃ. Καὶ μάλα πολλοῦ ἄξιον τοῦτο τὸ μάθημα, εἴ πέρ <lb/>τι καὶ
                        ἄλλο. Τίνι γὰρ οὐκ ἐπικοινωνέει τῶν ἐπικαιροτάτων ἐν <lb/>ἰητρικῇ, οὐ κατὰ
                        τὰ ἕλκεα μοῦνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ ἄλλα <lb/>πουλλὰ νουσήματα; εἰ μή τις φήσειε
                        καὶ τἄλλα νουσήματα <lb/>ἕλκεα εἶναι. Ἔχει γάρ τινα καὶ οὗτος ὁ λόγος
                        ἐπιείκειαν· <lb/>πολλαχῆ γὰρ ἠδέλφισται τὰ ἕτερα τοῖσιν ἑτέροισιν. Ὁκόσοι
                        μέντοι <lb/>δικαιοῦσιν εἰρίοισι χρῆσθαι, ἔστ᾿ ἂν ἑπτὰ ἡμέραι παρέλθωσιν,
                        <lb/>ἔπειτα κατατείνειν τε καὶ κατορθοῦν, καὶ ὀθονίοισιν ἐπιδεῖν, <lb/>οὗτοι
                        οὐκ ἂν ἀσύνετοι ὁμοίως φανεῖεν· καὶ γὰρ τῆς φλεγμονῆς τὸ <lb/>ἐπικαιρότατον
                        παρελήλυθε, καὶ τὰ ὀστέα χαλαρὰ καὶ εὔθετα μετὰ <lb/>ταύτας τὰς ἡμέρας ἂν
                        εἴη. Πολλῷ μέντοι ἡσσᾶται καὶ αὕτη <lb/>ἡ μελέτη τῆς ἐξ ἀρχῆς τοῖσιν
                        ὀθονίοισιν ἐπιδέσιος· κεῖνος <pb n="528"/> μὲν γὰρ ὁ τρόπος ἑβδομαίους
                        ἐόντας ἀφλεγμάντους ἀποδείκνυσι, <lb/>καὶ παρασκευάζει νάρθηξι τελέως
                        ἐπιδεῖν· οὗτος δὲ ὁ τρόπος <lb/>πουλὺ ὑστερεῖ, βλάβας δέ τινας καὶ ἄλλας
                        ἔχει, ἀλλὰ μακρὸν ἂν <lb/>εἴη πάντα γράφειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="31b"><p>31. Ὁκόσοισι δὲ τὰ ὀστέα κατεηγότα καὶ ἐξίσχοντα μὴ δύνηται <lb/>ἐς τὴν
                        ἑωυτῶν χώρην καθιδρύεσθαι, ἥδε ἡ κατάστασις· <lb/>σιδήρια χρὴ ποιέεσθαι ἐς
                        τοῦτον τὸν τρόπον ὕνπερ οἱ μοχλοὶ <lb/>ἔχουσιν, οἷς οἱ λατύποι χρέονται, τὸ
                        μέν τι πλατύτερον, τὸ <lb/>δὲ τι στενότερον· εἶναι δὲ χρὴ καὶ τρία καὶ ἔτι
                        πλείω, ὡς <lb/>τοῖσι μάλιστα ἁρμόζουσί τις χρήσαιτο· ἔπειτα τουτέοισι χρὴ
                        <lb/>ἅμα τῇ κατατάσει μοχλεύειν ὑποβάλλοντα, πρὸς μὲν τὸ κατώτερον <lb/>τοῦ
                        ὀστέου τὸ κατώτερον ἐρείδοντα, πρὸς δὲ τὸ ἀνώτερον <lb/>τὸ ἀνώτερον τοῦ
                        σιδηρίου, ἁπλῷ δὲ λόγῳ ὥσπερ εἰ λίθον τις ἢ <lb/>ξύλον μοχλεύοι ἰσχυρῶς·
                        ἔστω δὲ σθεναρὰ τὰ σιδήρια ὡς οἷόν τε, <lb/>ὡς μὴ κάμπτηται. Αὕτη μεγάλη
                        τιμωρίη, ἤν τε τὰ σιδήρια ἐπιτήδεια <lb/>ᾖ, καὶ μοχλεύηταί τις ὡς χρή. Ὁκόσα
                        γὰρ ἀνθρώποις <lb/>ἄρμενα μεμηχάνηται, πάντων, ἰσχυρότατά ἐστι τρία ταῦτα,
                        <lb/>ὄνου τε περιαγωγὴ, καὶ μόχλευσις, καὶ σφήνωσις. Ἄνευ δὲ τούτων, <lb/>ἢ
                        ἑνὸς δή τινος, ἢ πάντων, οὐδὲν τῶν ἔργων τῶν ἰσχυροτάτων οἱ <pb n="530"/>
                        ἄνθρωποι ἐπιτελέουσιν. Οὔκουν ἀτιμαστέη αὕτη ἡ μόχλευσις· <lb/>ἢ γὰρ οὕτως
                        ἐμπεσεῖται τὰ ὀστέα, ἢ οὐκ ἄλλως. Ἢν δ᾿ ἄρα <lb/>τοῦ ὀστέου τὸ ἄνω
                        παρηλλαγμένον μὴ ἐπιτήδειον ἔχῃ ἐνέδρην τῷ <lb/>μοχλῷ, ἀλλὰ πάροξυ ἐὸν
                        παραφέρῃ, παραγλύψαντα χρὴ τοῦ <lb/>ὀστέου ἐνέδρην τῷ μοχλῷ ἀσφαλέα ποιῆσαι.
                        Μοχλεύειν δὲ <lb/>χρὴ καὶ τείνειν αὐθήμερα, ἢ δευτεραῖα, τριταῖα δὲ μὴ,
                        τεταρταῖα δὲ, <lb/>ὡς ἥκιστα, καὶ πεμπταῖα. Καὶ γὰρ μὴ ἐμβάλλοντι, ὀχλήσαντι
                        <lb/>δὲ ἐν ταύτῃσι τῇσιν ἡμέρῃσιν, φλεγμονὴν ἂν ποιήσειε, καὶ ἐμβάλλοντι
                        <lb/>οὐδὲν ἧσσον· σπασμὸν μέντοι ἐμβάλλοντι πουλὺ ἂν μᾶλλον <lb/>ποιήσειεν,
                        ἢ ἀπορήσαντι ἐμβάλλειν. Ταῦτα εὖ χρὴ εἰδέναι· <lb/>καὶ γὰρ εἰ ἐπιγένοιτο
                        σπασμὸς ἐμβάλλοντι. ἐλπίδες μὲν οὐ πολλαὶ <lb/>σωτηρίης· λυσιτελέει δὲ ὀπίσω
                        ἐκβάλλειν τὸ ὀστέον, εἰ οἷόν <lb/>τε εἴη ἀόχλως. Οὐ γὰρ ἐπὶ τοῖσι
                        χαλαρωτέροισι τοῦ καιροῦ σπασμοὶ <lb/>καὶ τέτανοι ἐπιγίνονται, ἀλλ᾿ ἐπὶ
                        τοῖσιν ἐντεταμένοισι <lb/>μᾶλλον. Περὶ οὗ οὖν ὁ λόγος, οὐ χρὴ ἐνοχλέειν ἐν
                        τῇσι προειρημένῃσιν <lb/>ἡμέρῃσι ταύτῃσιν, ἀλλὰ μελετᾷν ὅκως ἥκιστα
                        φλεγμανεῖ <lb/>τὸ ἕλκος, καὶ μάλιστα ἐκπυήσει. Ἐπὴν δὲ ἑπτὰ ἡμέραι
                        <lb/>παρέλθωσιν, ἢ ὀλίγῳ πλείους, ἢν ἀπύρετος ᾖ, καὶ μὴ φλεγμαίνῃ <lb/>τὸ
                        ἕλκος, τότε ἧσσον κωλύει πειρῆσθαι ἐμβάλλειν, ἢν <pb n="532"/> ἐλπίζῃς
                        κρατήσειν· ἢν δὲ μὴ, οὐδὲν δεῖ μάτην ὀχλέειν καὶ <lb/>ὀχλέεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Ἢν μὲν οὖν ἐμβάλῃς τὰ ὀστέα ἐς τὴν ἑωυτῶν χώρην, <lb/>γεγράφαται ἤδη οἱ
                        τρόποι οἵως χρὴ ἰητρεύειν, ἤν τε ἐλπίζῃς <lb/>ὀστέα ἀποστήσεσθαι, ἤν τε μή.
                        Χρὴ δὲ, καὶ ἢν μὲν ἐλπίζῃς <lb/>ὀστέα ἀποστήσεσθαι, τῷ τρόπῳ τῶν ὀθονίων ἐπὶ
                        πᾶσι τοῖσι τοιουτέοισι <lb/>τὴν ἐπίδεσιν ποιέεσθαι, ἐκ μέσου τοῦ ὀθονίου
                        ἀρχόμενον ὡς ἐπὶ <lb/>τὸ πουλὺ, ὡς ἀπὸ δύο ἀρχέων ὑποδεσμὶς ἐπιδεῖται·
                        τεκμαίρεσθαι <lb/>δὲ χρὴ πρὸς τὴν μορφὴν τοῦ ἕλκεος, ὅκως ἥκιστα σεσηρὸς καὶ
                        ἐκπεπλιγμένον <lb/>ἔσται παρὰ τὴν ἐπίδεσιν· τοῖσι μὲν γὰρ ἐπὶ δεξιὰ ἐπιδεῖν
                        <lb/>ξυντρόφως ἔχει, τοῖσι δὲ ἐπ᾿ ἀριστερὰ, τοῖσι δὲ ἀπὸ δύο ἀρχέων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Ὁκόσα δὲ κατηπορήθη ὀστέα ἐμπεσεῖν, ταῦτα αὐτὰ εἰδέναι <lb/>χρὴ ὅτι
                        ἀποστήσεται, καὶ ὅσα τελέως ἐψιλώθη τῶν σαρκῶν· ψιλοῦται <lb/>δὲ ἐνίων μὲν
                        τὸ ἄνω μέρος, μετεξετέρων δὲ κύκλωθεν ἀμφιθνήσκουσιν <lb/>αἱ σάρκες· καὶ τῶν
                        μὲν ἀπὸ τοῦ ἀρχαίου τρώματος σεσάπρισται <lb/>ἔνια τῶν ὀστέων, τῶν δ᾿ οὔ·
                        καὶ τῶν μὲν μᾶλλον, τῶν δ᾿ ἧσσον· <lb/>καὶ τὰ μὲν σμικρὰ, τὰ δὲ μεγάλα. Διὰ
                        οὖν ταῦτα τὰ εἰρημένα οὐκ <lb/>ἔστιν ἑνὶ ὀνόματι εἰπεῖν, ὁκότε τὰ ὀστέα
                        ἀποστήσεται. Τὰ μὲν γὰρ <lb/>διὰ σμικρότητα, τὰ δὲ διὰ τὸ ἐπ᾿ ἄκρου ἔχεσθαι,
                        θᾶσσον ἀφίσταται· <lb/>τὰ δὲ, διὰ τὸ μὴ ἀφίστασθαι, ἀλλὰ λεπιδοῦσθαι,
                        καταξηρανθέντα, <lb/>καὶ σαπρὰ γενόμενα· πρὸς δὲ τούτοις, διαφέρει τι καὶ
                        ἰητρείη <pb n="534"/> ἰητρείης. Ὡς μὲν οὖν τὸ ἐπίπαν τάχιστα τουτέων ὀστέα
                        ἀφίσταται, <lb/>ὧν τάχισται μὲν αἱ ἐκπυήσιες, τάχισται δὲ καὶ κάλλισται
                        <lb/>αἱ σαρκοφυΐαι· καὶ γὰρ αἱ ὑποφυόμεναι σάρκες κατὰ τὸ σιναρὸν <lb/>αὗται
                        μετεωρίζουσι τὰ ὀστέα ὡς ἐπὶ τὸ πουλύ. Ὅλος μὴν ὁ <lb/>κύκλος τοῦ ὀστέου, ἢν
                        ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσιν ἀποστῇ, καλῶς <lb/>ἀποστήσεται· ἔνια γὰρ ἐς
                        ἑξήκοντα ἡμέρας ἀφικνεῖται, ἢ καὶ <lb/>πλείους· τὰ μὲν γὰρ ἀραιότερα τῶν
                        ὀστέων θᾶσσον ἀφίσταται· τὰ <lb/>δὲ στερεώτερα, βραδύτερον· τὰ δὲ ἄλλα τὰ
                        μείω, πολλὸν ἐνδοτέρω, <lb/>ἄλλα δ᾿ ἄλλως. Ἀποπρίειν δ᾿ ὀστέον ἐξέχον ἐπὶ
                        τῶνδε τῶν <lb/>προφασίων χρὴ, ἢν μὴ δύνηται ἐμβάλλειν, μικροῦ δέ τινος αὐτῷ
                        <lb/>δοκέῃ δεῖν παρελθεῖν, καὶ οἷόν τε ᾖ παραιρεθῆναι· ἤν τε ἀσηρὸν <lb/>ᾖ
                        καὶ θραῦόν τι τῶν σαρκίων, καὶ δυσθεσίην παρέχῃ, <lb/>ψιλὸν δὲ τυγχάνῃ ἐὸν,
                        καὶ τὸ τοιοῦτον ἀφαιρέειν χρή. Τὰ δ᾿ <lb/>ἄλλα οὐδὲν μέγα διαφέρει, οὔτε
                        ἀποπρῖσαι, οὔτε μὴ ἀποπρῖσαι. <lb/>Σαφέως γὰρ εἰδέναι χρὴ, ὅτι ὀστέα, ὅσα
                        τελέως στέρεται τῶν <pb n="536"/> σαρκῶν καὶ ἐπιξηραίνεται, πάντα τελέως
                        ἀποστήσεται. Ὅσα δὲ <lb/>ἀπολεπιδοῦσθαι μέλλει, ταῦτα οὐ χρὴ ἀποπρίειν·
                        τεκμαίρεσθαι δὲ <lb/>χρὴ ἀπὸ τῶν τεταγμένων σημείων τὰ τελέως ἀποστησόμενα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Ἰητρεύειν δὲ τοὺς τοιούτους σπλήνεσι καὶ τῇ οἰνηρῇ ἰητρείῃ, <lb/>ὥσπερ
                        καὶ πρόσθεν γέγραπται ἐπὶ τῶν ἀποστησομένων <lb/>ὀστέων. Φυλάσσεσαι δὲ χρὴ
                        μὴ ψυχροῖσι τέγγειν τὸν <lb/>πρῶτον χρόνον· ῥιγέων γὰρ πυρετωδέων κίνδυνος·
                        κίνδυνος δὲ <lb/>καὶ σπασμῶν· προκαλέεται γὰρ σπασμὸν τὰ ψυχρὰ, ποτὶ δὲ καὶ
                        <lb/>ἕλκη. Εἰδέναι δὲ χρὴ, ὅτι ἀνάγκη βραχύτερα τὰ σώματα <lb/>ταύτῃ
                        γίνεσθαι, ὧν ἀμφότερα τὰ ὀστέα κατεηγότα καὶ παρηλλαγμένα <lb/>ἰητρεύεται,
                        καὶ οἷς ὅλος ὁ κύκλος τοῦ ὀστέου ἀπέστη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>35. Ὅσοισι δὲ μηροῦ ὀστέον ἢ βραχίονος ἐξέσχεν, οὗτοι οὐ μάλα
                        <lb/>περιγίνονται. Τὰ γὰρ ὀστέα μεγάλα καὶ πολυμύελα, καὶ πολλὰ καὶ
                        <lb/>ἐπίκαιρα τὰ συντιτρωσκόμενα νεῦρα καὶ μύες καὶ φλέβες· καὶ <lb/>ἢν μὲν
                        ἐμβάλλῃς, σπασμοὶ φιλέουσιν ἐπιγίνεσθαι, μὴ ἐμβληθεῖσι <lb/>δὲ, πυρετοὶ
                        ὀξέες, καὶ ἐπίχολοι, καὶ λυγγώδεες, καὶ ἐπιμελαίνονται. <lb/>Περιγίνονται δὲ
                        οὐχ ἧσσον, οἷσι μὴ ἐμβληθῇ, μηδὲ <lb/>πειρηθῇ ἐμβάλλεσθαι· ἔτι δὲ μᾶλλον
                        περιγίνονται, οἷσι τὸ κάτω μέρος <lb/>τοῦ ὀστέου ἐξέσχεν, ἢ οἷσι τὸ ἄνω·
                        περιγένοιντο δ᾿ ἂν καὶ οἷσιν <lb/>ἐμβληθείη, σπανίως γε μήν. Μελέται γὰρ
                        μελετέων μέγα διαφέρουσι, <pb n="538"/> καὶ φύσιες φυσίων τῶν σωμάτων εἰς
                        εὐφορίην. Διαφέρει δὲ <lb/>μέγα, καὶ ἢν ἔσω τοῦ βραχίονος καὶ τοῦ μηροῦ τὰ
                        ὀστέα ἐξέχῃ· πολλαὶ <lb/>γὰρ καὶ ἐπίκαιροι κατατάσιες φλεβῶν ἐν τῷ ἔσω
                        μέρει, ὧν <lb/>ἔνιαι τιτρωσκόμεναι σφάγιαί εἰσιν· εἰσὶ δὲ καὶ ἐν τῷ ἔξω
                        μέρει. <lb/>ἧσσον δέ. Ἐν τοῖσιν οὖν τοιούτοισι τρώμασι τοὺς μὲν κινδύνους οὐ
                        <lb/>χρὴ λήθειν, ὁκοῖοί τινές εἰσι, καὶ προλέγειν χρὴ πρὸς τοὺς καιρούς.
                        <lb/>Εἰ δὲ ἀναγκάζοιο μὲν ἐμβάλλειν, ἐλπίζοις δὲ ἐμβαλεῖν, καὶ <lb/>μὴ πολλὴ
                        ἡ παράλλαξις εἴη τοῦ ὀστέου, καὶ μὴ ξυνδεδραμήκοιεν <lb/>οἱ μύες (φιλέουσι
                        γὰρ ξυνθεῖν), ἡ μόχλευσις καὶ τούτοισι <lb/>μετὰ τῆς κατατάσιος εὖ ἂν
                        ξυλλαμβάνοιτο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><p>36. Ἐμβάλλοντα δὲ, ἐλλέβορον μαλθακὸν πιπίσαι χρὴ <lb/>αὐθημερὸν, ἢν
                        αὐθημερὸν ἐμβληθῇ· εἰ δὲ μὴ, οὐδ᾿ ἐγχειρέειν χρή. <lb/>Τὸ δὲ ἕλκος ἰητρεύειν
                        χρὴ, οἷσί περ κεφαλῆς ὀστέα κατεηγυίης, <lb/>καὶ ψυχρὸν μηδὲν προσφέρειν·
                        σιτίου δέ στερῆσαι τελέως· καὶ <lb/>ἢν μὲν πικρόχολος φύσει ᾖ, ὀξύγλυκυ
                        εὐῶδες ὀλίγον ἐπὶ ὕδωρ <lb/>ἐπιστάζοντα, τουτέῳ διαιτᾷν· ἢν δὲ μὴ πικρόχολος
                        ᾖ, ὕδατι <pb n="540"/> πόματι χρῆσθαι· καὶ ἢν μὲν πυρεταίνῃ ξυνεχῶς,
                        τεσσαρεσκαίδεκα <lb/>ἡμέρῃσι τὸ ἐλάχιστον οὕτω διαιτᾷν, ἢν δὲ ἀπύρετος ᾖ,
                        <lb/>ἑπτὰ ἡμέρῃσιν· ἔπειτα ἐκ προσαγωγῆς κατὰ λόγον ἐς φαύλην <lb/>δίαιταν
                        ἄγειν. Καὶ οἷσιν ἂν μὴ ἐμβληθῇ τὰ ὀστέα, καὶ τὴν φαρμακείην <lb/>χρὴ
                        τοιαύτην ποιέεσθαι, καὶ τῶν ἑλκέων τὴν μελέτην καὶ τὴν <lb/>δίαιταν· ὡσαύτως
                        καὶ τὸ ἀπαιωρεύμενον τοῦ σώματος μὴ κατατείνειν, <lb/>ἀλλὰ καὶ προσάγειν
                        μᾶλλον, ὥστε χαλαρώτερον εἶναι τὸ <lb/>κατὰ τὸ ἕλκος. Τῶν δὲ ὀστέων
                        ἀπόστασις χρονίη, ὥσπερ καὶ πρόσθεν <lb/>εἴρηται. Μάλιστα δὲ χρὴ τὰ τοιαῦτα
                        διαφυγεῖν, ἅμα ἤν τις <lb/>καλὴν ἔχῃ τὴν ἀποφυγήν· αἵ τε γὰρ ἐλπίδες ὀλίγαι,
                        καὶ οἱ κίνδυνοι <lb/>πολλοί· καὶ μὴ ἐμβάλλων ἄτεχνος ἂν δοκέοι εἶναι, καὶ
                        <lb/>ἐμβάλλων ἐγγυτέρω ἂν τοῦ θανάτου ἀγάγοι, ἢ τῆς σωτηρίης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><p>37. Τὰ δὲ ὀλισθήματα τὰ κατὰ τὰ γούνατα, καὶ τὰ διακινήματα <lb/>τῶν ὀστέων
                        εὐηθέστερα πουλὺ τῶν κατ᾿ ἀγκῶνα κινημάτων <lb/>καὶ ὀλισθημάτων. Τό τε γὰρ
                        ἄρθρον τοῦ μηροῦ εὐσταλέστερον <lb/>ὡς ἐπὶ μεγέθει, ἢ τὸ τοῦ βραχίονος, καὶ
                        δικαίην φύσιν μοῦνον <lb/>ἔχον, καὶ ταύτην περιφερέα· τὸ δὲ τοῦ βραχίονος
                        ἄρθρον μέγα <lb/>τε καὶ βαθμίδας πλείονας ἔχον. Πρὸς δὲ τούτοις, τὰ μὲν τῆς
                        <lb/>κνήμης ὀστέα παραπλήσια μῆκός ἐστι, καὶ σμικρόν τι οὐκ <lb/>ἄξιον λόγου
                        τὸ ἔξω ὀστέον ὑπερέχει, οὐδενὸς μεγάλου κώλυμα ἐὸν, <pb n="542"/> ἀφ᾿ οὖ περ
                        πέφυκεν ὁ ἔξω τένων ὁ παρὰ τὴν ἰγνύην· τὰ δὲ <lb/>τοῦ πήχεος ὀστέα ἄνισά
                        ἐστιν, καὶ τὸ βραχύτερον παχύτερον συχνῷ, <lb/>τὸ δὲ λεπτότερον πολλῷ
                        ὑπερβάλλει καὶ ὑπερέχει τὸ ἄρθρον· <lb/>ἐξήρτηται μέντοι καὶ τοῦτο τῶν
                        νεύρων κατὰ τὴν κοινὴν ξύμφυσιν <pb n="544"/> τῶν ὀστέων· πλεῖον δὲ μέρος
                        ἔχει τῆς ἐξαρτήσιος των νεύρων <lb/>ἐν τῷ βραχίονι τὸ λεπτὸν ὀστέον, ἤπερ τὸ
                        παχύ. Ἡ μὲν οὖν <lb/>φύσις τοιουτότροπος τῶν ἄρθρων τούτων καὶ τῶν ὀστέων
                        τοῦ ἀγκῶνος. <lb/>Καὶ διὰ τὸν τρόπον τῆς φύσιος τὰ κατὰ τὸ γόνυ ὀστέα
                        πολλάκις <lb/>μὲν ὀλισθάνει, ῥηϊδίως δὲ ἐμπίπτει· φλεγμονὴ δὲ οὐ μεγάλη
                        <lb/>προσγίνεται, οὐδὲ δεσμὸς τοῦ ἄρθρου. Ὀλισθάνει δὲ <lb/>τὰ πλεῖστα ἐς τὸ
                        ἔσω μέρος, ἔστι δ᾿ ὅτε καὶ ἐς τὸ ἔξω, <lb/>ποτὲ δὲ καὶ ἐς τὴν ἰγνύην. Τούτων
                        ἁπάντων αἱ ἐμβολαὶ οὐ χαλεπαὶ, <lb/>ἀλλὰ τὰ μὲν ἔξω καὶ ἔσω ὀλισθάνοντα,
                        καθῆσθαι μὲν χρὴ τὸν <lb/>ἄνθρωπον ἐπὶ χαμαιζήλου τινὸς, τὸ δὲ σκέλος
                        ἀνωτέρω ἔχειν, μὴ <lb/>μὴν πολλῷ. Κατάτασις δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πουλὺ μετρίη
                        ἀρκέει, τῇ <lb/>μὲν κατατείνειν τὴν κνήμην, τῇ δὲ ἀντιτείνειν τὸν μηρόν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><p>38. Τὰ δὲ κατὰ τὸν ἀγκῶνα ὀχλωδέστερά ἐστι τῶν κατὰ τὸ γόνυ, <lb/>καὶ
                        δυσεμβολώτερα καὶ διὰ τὴν φλεγμονὴν καὶ διὰ τὴν φύσιν, ἢν <lb/>μή τις αὐτίκα
                        ἐμβάλῃ. Ὀλισθάνει μὲν γὰρ ἧσσον, ἢ ἐκεῖνα, <lb/>δυσεμβολώτερα δὲ καὶ
                        δυσθετώτερα, καὶ ἐπιφλεγμαίνει μᾶλλον καὶ <lb/>ἐπιπωροῦται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. 40. Ἔστι δὲ καὶ τούτων τὰ μὲν πλεῖστα σμικραὶ ἐγκλίσιες, <lb/>ἄλλοτε ἐς
                        τὸ πρὸς τῶν πλευρέων μέρος, ἄλλοτε ἐς τὸ ἔξω· οὐ <lb/>πᾶν δὲ τὸ ἄρθρον
                        μεταβεβηκὸς, ἀλλὰ, μένον κατὰ τὸ κοῖλον <pb n="546"/> τοῦ ὀστέου τοῦ
                        βραχίονος, ᾗ τὸ τοῦ πήχεος ὀστέον τὸ ὑπερέχον, <lb/>ἐξέσχεν. Τὰ μὲν οὖν
                        τοιαῦτα, κἂν τῇ ἢ τῇ ὀλίσθῃ, ῥηΐδιον <lb/>ἐμβάλλειν, καὶ ἀπόχρη ἡ κατάτασις
                        ἡ ἐς τὸ ἰθὺ γινομένη κατ᾿ <lb/>ἰθυωρίην τοῦ βραχίονος, τὸν μὲν κατὰ τὸν
                        καρπὸν τῆς χειρὸς <lb/>τείνειν, τὸν δὲ κατὰ τὴν μασχάλην περιβάλλοντα, τὸν
                        δὲ τῇ <lb/>ἑτέρῃ πρὸς τὸ ἐξεστεὸς ἄρθρον τὸ θέναρ προσβάλλοντα ὠθέειν,
                        <lb/>τῇ δ᾿ ἑτέρῃ ἀντωθέειν προσβάλλοντα ἐγγὺς τῷ ἄρθρῳ. <lb/>Ἐνακούει δὲ οὐ
                        βραδέως ἐμβαλλόμενα τὰ τοιαῦτα ὀλισθήματα, <lb/>ἢν, πρὶν φλεγμήνῃ, ἐμβάλλῃ
                        τις. Ὀλισθάνει δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πουλὺ <lb/>μᾶλλον ἐς τὸ ἔσω μέρος, ὀλισθάνει δὲ
                        καὶ ἐς τὸ ἔξω, εὔδηλα <lb/>δὲ τῷ σχήματι. Καὶ πολλάκις ἐμπίπτει τὰ τοιαῦτα,
                        καὶ ἄνευ <lb/>ἰσχυρῆς κατατάσιος· χρὴ δὲ τῶν ἔσω ὀλισθανόντων, τὸ <lb/>μὲν
                        ἄρθρον ἀπωθέειν ἐς τὴν φύσιν, τὸν δὲ πῆχυν ἐς τὸ καταπρηνὲς <lb/>μᾶλλον
                        ῥέποντα περιάγειν Τὰ μὲν πλεῖστα ἀγκῶνος <lb/>τοιαῦτα ὀλισθήματα. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>