<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1:17-24</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1:17-24</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ἢν δὲ τὸ ἕτερον ὀστέον κατεηγῇ ἐν κνήμῃ, κατατάσιος <lb/>μὲν ἀσθενεστέρης
                        δεῖται, οὐ μὴν ἐπιλείπειν χρὴ, οὐδὲ βλακεύειν <lb/>ἐν τῇ κατατάσει, μάλιστα
                        μὲν ἐν τῇ πρώτῃ ἐπιδέσει κατατείνεσθαι, <lb/>ὅσον ἐφικνέεται αἰεί ποτε πάντα
                        τὰ κατήγματα, εἰ δὲ μὴ, <lb/>ὡς τάχιστα· ὅ τι γὰρ ἂν μὴ κατὰ τρόπον
                        ηὐθετισμένων τῶν <lb/>ὀστέων ἐπιδέων τις πιέζῃ, ὀδυναίτερον τὸ χωρίον
                        γίνεται. <lb/>Ἡ δὲ ἄλλη ἰητρείη ἡ αὐτή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Τῶν δὲ ὀστέων τὸ μὲν ἔσω τοῦ ἀντικνημίου καλεομένου ὀχλωδέστερον <pb n="480"/> ἐν τῇ ἰητρείῃ ἐστὶ, καὶ κατατάσιος μᾶλλον δεόμενον, <lb/>καὶ
                        ἢν μὴ ὀρθῶς τὰ ὀστέα τεθῇ, ἀδύνατον κρύψαι, φανερὸν γὰρ καὶ <lb/>ἄσαρκον πᾶν
                        ἐστιν· καὶ ἐπιβαίνειν ἐπὶ τὸ σκέλος πολλῷ βραδύτερον <lb/>δύναιντ᾿ ἂν,
                        τουτέου κατεηγότος. Ἢν δὲ τὸ ἔξω ὀστέον <lb/>κατεηγῇ, πουλὺ μὲν εὐφορώτερον
                        φέρουσι, πουλὺ δ᾿ εὐκρυπτότερον, <lb/>καὶ ἢν μὴ καλῶς ξυντεθῇ, ἐπίσαρκον γάρ
                        ἐστιν· ἐπὶ <lb/>πόδας τε ταχέως ἵστανται, τὸ πλεῖστον γὰρ τοῦ ἄχθεος ὀχέει
                        τὸ <lb/>ἔσωθεν τοῦ ἀντικνημίου ὀστέον. Ἅμα μὲν γὰρ αὐτῷ τῷ σκέλει καὶ
                        <lb/>τῇ ἰθυωρίῃ τοῦ ἄχθεος τοῦ κατὰ τὸ σκέλος, τὸ πλεῖον ἔχει τοῦ πονου
                        <lb/>τὸ ἔσω ὀστέον· τοῦ γὰρ μηροῦ ἡ κεφαλὴ ὑπεροχέει τὸ ὕπερθεν <lb/>τοῦ
                        σώματος, αὕτη δὲ εἴσωθεν πέφυκε τοῦ σκέλεος, καὶ <lb/>οὐκ ἔξωθεν, ἀλλὰ κατὰ
                        τὴν τοῦ ἀντικνημίου ἴξιν· ἅμα δὲ τὸ <lb/>ἄλλο ἥμισυ τοῦ σώματος γειτονεύεται
                        μᾶλλον ταύτῃ τῇ ἴξει, <lb/>ἀλλ᾿ οὐχὶ τῇ ἔξωθεν· ἅμα δὲ, ὅτι παχύτερον τὸ ἔσω
                        τοῦ ἐξωθεν, <lb/>ὥσπερ τὸ ἐν τῷ πήχει τὸ κατὰ τὴν τοῦ μικροῦ δακτύλου
                        <lb/>ἴξιν λεπτότερον καὶ μακρότερον. Ἐν μέντοι τῷ ἄρθρῳ τῷ κάτω <lb/>οὐχ
                        ὁμοίη ἡ ὑπότασις τοῦ ὀστέου τοῦ μακροτέρου· ἀνομοίως <lb/>γὰρ ὁ ἀγκὼν καὶ ἡ
                        ἰγνύη κάμπτεται. Διὰ οὖν ταύτας τὰς <lb/>προφάσιας, τοῦ μὲν ἔξωθεν ὀστέου
                        κατεηγότος, ταχεῖαι αἱ <lb/>ἐπιβάσιες, τοῦ δὲ ἔσωθεν κατεηγότος, βραδεῖαι αἱ
                        ἐπιβάσιες. </p></div><pb n="482"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ἢν δὲ τὸ τοῦ μηροῦ ὀστέον καταγῇ, τὴν κατάτασιν <lb/>χρὴ ποιέεσθαι περὶ
                        παντὸς ὅκως μὴ ἐνδεεστέρως σχήσει· <lb/>πλεονασθεῖσα μὲν γὰρ οὐδὲν ἂν
                        σίνοιτο. Οὐδὲ γὰρ, εἰ διεστεῶτα <lb/>τὰ ὀστέα ὑπὸ τῆς ἰσχύος τῆς κατατάσιος
                        ἐπιδέοι τις, οὐκ ἂν δύναιτο <lb/>κρατέειν ἡ ἐπίδεσις, ὥστε διεστάναι, ἀλλὰ
                        συνέλθοι ἂν πρὸς ἄλληλα <lb/>τὰ ὀστέα, ὡς τάχιστα ἂν ἀφείησαν οἱ τείνοντες·
                        παχεῖαι <lb/>γὰρ καὶ ἰσχυραὶ αἱ σάρκες ἐοῦσαι, κρατήσουσι τῆς ἐπιδέσιος,
                        ἀλλ᾿ <lb/>οὐ κρατηθήσονται. Περὶ οὗ οὖν ὁ λόγος, διατείνειν εὖ μάλα καὶ
                        <lb/>ἀδιαστρέπτως χρὴ, μηδὲν ἐπιλείποντα· μεγάλη γὰρ ἡ αἰσχύνη <lb/>καὶ
                        βλάβη βραχύτερον τὸν μηρὸν ἀποδεῖξαι. Χεὶρ μὲν γὰρ, βραχυτέρη <lb/>γενομένη,
                        καὶ ξυγκρυφθείη ἂν, καὶ οὐ μέγα τὸ σφάλμα· <lb/>σκέλος δὲ βραχύτερον
                        γενόμενον, χωλὸν ἀποδείξειε τὸν ἄνθρωπον· <lb/>τὸ γὰρ ὑγιὲς ἐλέγχει
                        παρατιθέμενον, μακρότερον ἐὸν, ὥστε λυσιτελέει <lb/>τὸν μέλλοντα κακῶς
                        ἰητρεύεσθαι, ἀμφότερα καταγῆναι τὰ σκέλεα <lb/>μᾶλλον ἢ τὸ ἕτερον· ἰσόῤῥοπος
                        γοῦν ἂν εἴη αὐτὸς ἑωυτῷ. <lb/>Ἐπὴν μέντοι ἱκανῶς κατατανύσῃς, κατορθωσάμενον
                        χρὴ τοῖσι θέναρσι <lb/>τῶν χειρῶν ἐπιδεῖν τὸν αὐτὸν τρόπον, ὥσπερ καὶ
                        πρόσθεν <lb/>γέγραπται, καὶ τὰς ἀρχὰς βαλλόμενον, ὥσπερ εἴρηται, καὶ
                        νεμόμενον <lb/>ἐς τὸ ἄνω τῇ ἐπιδέσει. Καὶ ὑποκρινέσθω ταὐτὰ ὥσπερ <lb/>καὶ
                        πρόσθεν, καὶ πονεέτω κατὰ ταὐτὰ καὶ ῥηῖζέτω, καὶ μετεπιδείσθω <pb n="484"/>
                        ὡσαύτως· καὶ ναρθήκων πρόσθεσις ἡ αὐτή. Κρατύνεται δὲ <lb/>ὁ μηρὸς ἐν
                        πεντήκοντα ἡμέρῃσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Προσξυνιέναι δὲ χρὴ καὶ τόδε, ὅτι ὁ μηρὸς γαῦσός ἐστιν ἐς <lb/>τὸ ἔξω
                        μέρος, ἢ ἐς τὸ ἔσω, καὶ ἐς τὸ ἔμπροσθεν μᾶλλον, ἢ ἐς τοὔπισθεν· <lb/>ἐς
                        ταῦτα τοίνυν τὰ μέρεα καὶ διαστρέφεται, ἐπὴν μὴ καλῶς <lb/>ἰητρεύηται· καὶ
                        δὴ καὶ κατὰ ταῦτα ἀσαρκότερος αὐτὸς ἑωυτοῦ <lb/>ἐστιν, ὥστε οὐδὲ ξυγκρύπτειν
                        δύνανται ἐν τῇ διαστροφῇ. Ἢν <lb/>οὖν τι τοιοῦτον ὑποπτεύῃς, μηχανοποιέεσθαι
                        χρὴ οἷά περ ἐν τῷ βραχίονι <lb/>τῷ διεστραμμένῳ παρῄνηται. Προσπεριβάλλειν
                        δὲ χρὴ ὀλίγα <lb/>τῶν ὀθονίων κύκλῳ ἀμφὶ τὸ ἰσχίον καὶ τὰς ἰξύας, ὅκως ἂν
                        <lb/>οἱ βουβῶνές τε καὶ τὸ ἄρθρον τὸ κατὰ τὴν πλιχάδα καλεομένην <pb n="486"/> προσεπιδέηται· καὶ γὰρ ἄλλως ξυμφέρει, καὶ ὅκως μὴ τὰ ἄκρεα <lb/>τῶν
                        ναρθήκων σίνηται πρὸς τὰ ἀνεπίδετα προσβαλλόμενα. Ἀπολείπειν <lb/>δὲ χρὴ ἀπὸ
                        τοῦ γυμνοῦ αἰεὶ τοὺς νάρθηκας, καὶ ἔνθεν καὶ <lb/>ἔνθεν, ἱκανῶς· καὶ τὴν
                        θέσιν αἰεὶ τῶν ναρθήκων προμηθέεσθαι <lb/>χρὴ, ὅκως μήτε κατὰ τὸ ὀστέον, τῶν
                        ἐξεχόντων παρὰ τὰ ἄρθρα <lb/>φύσει πεφυκότων, μήτε τὸ νεῦρον ἔσται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Τὰ δὲ οἰδήματα τὰ κατ᾿ ἰγνύην, ἢ κατὰ πόδα, ἢ κατά τι <lb/>ἄλλο
                        ἐξαειρεύμενα ὑπὸ τῆς πιέξιος, εἰρίοισι πουλλοῖσι, ῥυπαροῖσιν, <lb/>εὖ
                        κατεργασμένοισιν, οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ ῥήνας, κηρωτῇ ὑποχρίων, <lb/>καταδεῖν, καὶ
                        ἢν πιέζωσιν οἱ νάρθηκες, χαλᾷν. Θᾶσσον <lb/>ἰσχναίνοις δ᾿ ἂν, εἰ, ἀφιεὶς
                        τοὺς νάρθηκας, ὀθονίοισι συχνοῖσιν <pb n="488"/> ἐπιδέοις τὰ οἰδήματα,
                        ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ κατωτάτω ἐπὶ τὰ <lb/>ἄνω νεμόμενος· οὕτω γὰρ ἄν τάχιστα
                        ἰσχνὸν τὸ οἴδημα γένοιτο, <lb/>καὶ ὑπερθοίη ἂν ὑπὸ τὰ ἀρχαῖα ἐπιδέσματα.
                        Ἀλλ᾿ οὐ χρὴ <pb n="490"/> τούτῳ τῷ τρόπῳ χρῆσθαι τῆς ἐπιδέσιος, ἢν μὴ
                        κίνδυνος ᾖ ἐν <lb/>τῷ οἰδήματι φλυκταινώσιος ἢ μελασμοῦ· γίνεται δὲ οὐδὲν
                        τοιοῦτο, <lb/>ἢν μὴ ἄγαν τις πιέζῃ τὸ κάτηγμα, ἢ κατακρεμάμενον ἔχῃ, ἢ
                        <lb/>κνῆται τῇ χειρὶ, ἢ ἄλλο τι προσπίπτῃ ἐρεθιστικὸν πρὸς τὸν <lb/>χρῶτα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Σωλῆνα δὲ εἰ μέν τις ὑπ᾿ αὐτὸν τὸν μηρὸν ὑποθείη μὴ <lb/>ὑπερβάλλοντα τὴν
                        ἰγνύην, βλάπτοι ἂν μᾶλλον ἢ ὠφελέοι· οὔτε <lb/>γὰρ ἂν τὸ σῶμα κωλύοι, οὔτε
                        τὴν κνήμην, ἄνευ τοῦ μηροῦ κινέεσθαι. <lb/>Ἀσηρὸν γὰρ εἴη πρὸς τὴν ἰγνύην
                        προσβαλλόμενον· καὶ ὃ ἥκιστα δεῖ, <lb/>τοῦτ᾿ ἂν ἐποτρύνοι ποιέειν· ἥκιστα
                        γὰρ δεῖ κατὰ τὸ γόνυ <lb/>κάμπτειν· πᾶσαν γὰρ ἂν τύρβην παρέχοι τῇσιν
                        ἐπιδέσεσιν· καὶ <lb/>μηροῦ ἐπιδεδεμένου καὶ κνήμης, ὅστις κατὰ τὸ γόνυ
                        κάμπτοι, ἀνάγκη <lb/>ἂν εἴη τούτῳ τοὺς μύας ἄλλοτε ἄλλο σχῆμα ἴσχειν·
                        <lb/>ἀνάγκη δ᾿ ἂν εἴη καὶ τὰ ὀστέα τὰ κατεηγότα κίνησιν ἔχειν. Περὶ
                        <lb/>παντὸς οὖν ποιητέον τὴν ἰγνύην ἐντετάσθαι. Δοκέοι ἂν οὖν <lb/>μοι ὁ
                        σωλὴν, ὁ περιέχων πρὸς τὸν πόδα ἀπὸ τοῦ ἰσχίου, ὠφελέειν ὑποτιθέμενος·
                        <lb/>καὶ ἄλλως κατ᾿ ἰγνύην ταινίην χαλαρῶς περιβάλλειν <pb n="492"/> ξὺν τῷ
                        σωλῆνι, ὥσπερ τὰ παιδία ἐν τῇσι κοίτῃσι σπαργανοῦται· <lb/>εἶτα ἐπὴν ὁ μηρὸς
                        ἐς τὸ ἄνω διαστρέφοιτο, ἢ ἐς τὸ πλάγιον, εὐκατασχετώτερον <lb/>εἴη ἂν ξὺν τῷ
                        σωλῆνι οὕτως. Ἢ οὖν διαμπερὲς <lb/>εἴη ποιητέος ὁ σωλὴν, ἢ οὐ ποιητέος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Πτέρνης δὲ ἄχρης κάρτα χρὴ ἐπιμελέεσθαι, ὡς εὐθέτως <lb/>ἔχοι, καὶ ἐν
                        τοῖσι κατὰ κνήμην, καὶ ἐν τοῖσι κατὰ μηρὸν κατήγμασιν. <lb/>Ἢν μὲν γὰρ
                        ἀπαιωρῆται ὁ ποὺς, τῆς ἄλλης κνήμης ἡρματισμένης, <lb/>ἀνάγκη κατὰ τὸ
                        ἀντικνήμιον τὰ ὀστέα κυρτὰ φαίνεσθαι· ἢν δὲ <lb/>ἡ μὲν πτέρνη ὑψηλοτέρη ᾖ
                        τοῦ μετρίου ἡρματισμένη, ἡ δὲ ἄλλη <lb/>κνήμη ὑπομετέωρος ᾖ, ἀνάγκη τὸ
                        ὀστέον τοῦτο κατὰ τὸ ἀντικνήμιον <lb/>κοιλότερον φανῆναι τοῦ μετρίου,
                        προσέτι καὶ ἢν ἡ πτέρνη <lb/>τυγχάνῃ ἐοῦσα τοῦ ἀνθρώπου φύσει μεγάλη. Ἀτὰρ
                        καὶ κρατύνεται <lb/>πάντα τὰ ὀστέα βραδύτερον, ἢν μὴ κατὰ φύσιν κείμενα ᾖ,
                        καὶ τὰ <lb/>μὴ ἀτρεμέοντα ἐν τῷ αὐτέῳ σχήματι, καὶ αἱ πωρώσιες ἀσθενέστεραι.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Ταῦτα μὲν δὴ, ὅσοισι τὰ μὲν ὀστέα· κατέηγεν, ἐξέχει <lb/>δὲ μὴ, μηδὲ
                        ἄλλως ἕλκος ἐγένετο. Οἷσι δὲ τὰ ὀστέα <pb n="494"/> κατέηγεν ἁπλῷ τῷ τρόπῳ,
                        καὶ μὴ πουλυσχιδεῖ, ἐξέσχε <lb/>δὲ, αὐθήμερα ἐμβληθέντα, ἢ τῇ ὑστεραίῃ, καὶ
                        κατὰ χώρην ἱζόμενα, <lb/>καὶ μὴ ἐπίδοξος ἡ ἀπόστασις παρασχίδων ὀστέων
                        ἀπιέναι, ἢ <lb/>καὶ οἷσιν ἕλκος μὲν ἐγένετο, τὰ δὲ ὀστέα τὰ κατεηγότα οὐκ
                        ἐξίσχει, <lb/>οὐδ᾿ ὁ τρόπος τῆς κατήξιος τοιοῦτος, οἷος παρασχίδας ὀστέων
                        <lb/>εἶναι ἐπιδόξους ἀναπλῶσαι, τοὺς τοιούτους οἱ μὲν μήτε μέγα <pb n="496"/> ἀγαθὸν, μήτε μέγα κακὸν ποιέοντες, ἰητρεύουσι τὰ μὲν ἕλκεα καθαρτικῷ
                        <lb/>τινι, ἢ πισσηρὴν ἐπιθέντες, ἢ ἔναιμον, ἢ ἄλλο τι ὧν εἰώθασι
                        <lb/>ποιέειν· ἐπάνω δὲ τοὺς οἰνηροὺς σπλῆνας ἢ εἴρια ῥυπαρὰ ἐπιδέουσιν,
                        <lb/>ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον. Ἐπὴν δὲ τὰ ἕλκεα καθαρὰ γένηται, καὶ ἤδη ξυμφύηται,
                        <lb/>τότε τοῖσιν ὀθονίοισι συχνοῖσι πειρῶνται ἐπιδεῖν, καὶ νάρθηξι
                        <lb/>κατορθοῦν. Αὕτη μὲν ἡ ἴησις ἀγαθόν τι ποιέει, κακὸν δὲ οὐ μέγα. <lb/>Τὰ
                        μέντοι ὀστέα οὐχ ὁμοίως δύναται ἱδρύεσθαι ἐς τὴν ἑωυτῶν χώρην, <lb/>ἀλλά
                        τινι ὀγκηρότερα τὰ ὀστέα τοῦ καιροῦ ταύτῃ γίνεται· <lb/>γένοιτο δ᾿ ἂν καὶ
                        βραχύτερα, ὧν ἀμφότερα τὰ ὀστέα κατέηγεν ἢ πήχεος, <lb/>ἢ κνήμης. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>