<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1:1-20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1:1-20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΑΓΜΩΝ.</head><p>1. Ἐχρῆν τὸν ἰητρὸν τῶν ἐκπτωσίων τε καὶ κατηγμάτων <lb/>ὡς ἰθυτάτας τὰς
                        κατατάσιας ποιέεσθαι· αὕτη γὰρ ἡ δικαιοτάτη <lb/>φύσις. Ἢν δέ τι ἐγκλίνῃ ἢ
                        τῇ ἢ τῇ, ἐπὶ τὸ πρηνὲς ῥέπειν· <lb/>ἐλάσσων γὰρ ἡ ἁμαρτὰς ἢ ἐπὶ τὸ ὕπτιον.
                        Οἱ μὲν οὖν <lb/>μηδὲν προβουλεύσαντες οὐδὲν ἐξαμαρτάνουσιν ὡς ἐπὶ τὸ
                        <lb/>πουλύ· αὐτὸς γὰρ ὁ ἐπιδεόμενος τὴν χεῖρα ἀπορέγει, οὕτως <pb n="414"/>
                        ὑπὸ τῆς δικαίης φύσιος ἀναγκαζόμενος· οἱ δὲ ἰητροὶ σοφιζόμενοι <lb/>δῆθεν
                        ἐστὶν οἳ ἁμαρτάνουσιν. Σπουδὴ μὲν οὐ πολλὴ χεῖρα <lb/>κατεαγυῖαν χειρίσαι,
                        καὶ παντὸς δὲ ἰητροῦ, ὡς ἔπος εἰπεῖν· ἀναγκάζομαι <lb/>δ᾿ ἐγὼ πλείω γράφειν
                        περὶ αὐτέου, ὅτι οἶδα ἰητροὺς <lb/>σοφοὺς δόξαντας εἶναι ἀπὸ σχημάτων χειρὸς
                        ἐν ἐπιδέσει, ἀφ᾿ <lb/>ὧν ἀμαθέας αὐτέους ἐχρῆν δοκέειν εἶναι. Ἄλλα γὰρ πολλὰ
                        <lb/>οὕτω ταύτης τῆς τέχνης κρίνεται· τὸ γὰρ ξενοπρεπὲς οὔπω <lb/>ξυνιέντες
                        εἰ χρηστὸν, μᾶλλον ἐπαινέουσιν, ἢ τὸ ξύνηθες, <lb/>ὃ ἤδη οἴδασιν ὅτι
                        χρηστὸν, καὶ τὸ ἀλλόκοτον, ἢ τὸ εὔδηλον. <lb/>Ῥητέον οὖν ὁκόσας ἐθέλω τῶν
                        ἁμαρτάδων τῶν ἰητρῶν, τὰς <lb/>μὲν ἀποδιδάξαι, τὰς δὲ διδάξαι περὶ τῆς
                        φύσιος τῆς χειρός· <lb/>καὶ γὰρ ἄλλων ὀστέων τῶν κατὰ τὸ σῶμα δίδαγμα ὅδε ὁ
                        λόγος <lb/>ἐστίν. </p></div><pb n="416"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Τὴν μὲν οὖν χεῖρα, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἔδωκέ τις ἐπιδῆσαι, <pb n="418"/>
                        πρηνέα ποιήσας· ὁ δ᾿ ἠνάγκαζεν οὕτως ἔχειν, ὥς περ οἱ <lb/>τοξεύοντες, ἐπὴν
                        τὸν ὦμον ἐμβάλλωσι, καὶ οὕτως ἔχουσαν <lb/>ἐπέδει, νομίζων ἑωυτῷ εἶναι τοῦτο
                        αὐτέῃ τὸ κατὰ φύσιν· καὶ <lb/>μαρτύριον ἐπήγετο τά τε ὀστέα ἅπαντα τὰ ἐν τῷ
                        πήχει, <lb/>ὅτι ἰθυωρίην κατάλληλα εἶχε, τήν τε ὁμοχροίην, ὅτι αὐτὴ
                        <lb/>καθ᾿ ἑωυτὴν τὴν ἰθυωρίην ἔχει οὕτω καὶ ἐκ τοῦ ἔξωθεν μέρεος <lb/>καὶ ἐκ
                        τοῦ ἔσωθεν· οὕτω δὲ ἔφη καὶ τὰς σάρκας καὶ τὰ νεῦρα <lb/>πεφυκέναι, καὶ τὴν
                        τοξικὴν ἐπήγετο μαρτύριον. Ταῦτα λέγων <lb/>καὶ ταῦτα ποιέων, σοφὸς ἐδόκεεν
                        εἶναι· τῶν δὲ ἄλλων τεχνέων <lb/>ἐπελελήθει, καὶ ὁκόσα ἰσχύϊ ἐργάζονται, καὶ
                        ὁκόσα τεχνήμασιν, <lb/>οὐκ εἰδὼς ὅτι ἄλλο ἐν ἄλλῳ τὸ κατὰ φύσιν σχῆμά ἐστιν,
                        καὶ ἐν τῷ <lb/>αὐτέῳ ἔργῳ ἕτερα τῆς δεξιῆς χειρὸς σχήματα κατὰ φύσιν ἐστὶ,
                        καὶ <lb/>ἕτερα τῆς ἀριστερῆς, ἢν οὕτω τύχῃ. Ἄλλο μὲν γὰρ σχῆμα ἐν <pb n="420"/> ἀκοντισμῷ κατὰ φύσιν, ἄλλο δὲ ἐν σφενδονήσει, ἄλλο δὲ ἐν
                        <lb/>λιθοβολίῃσιν, ἄλλο ἐν πυγμῇ, ἄλλο ἐν τῷ ἐλινύειν. Ὁκόσας δ᾿ <lb/>ἄν τις
                        τέχνας εὕροι, ἐννοέοι οὐ τὸ αὐτὸ σχῆμα τῶν χειρέων <lb/>κατὰ φύσιν εἶναι ἐν
                        ἑκάστῃ τῶν τεχνέων· ἀλλὰ πρὸς τὸ ἄρμενον <lb/>ὃ ἂν ἔχῃ ἕκαστος, καὶ πρὸς τὸ
                        ἔργον ὃ ἂν ἐπιτελέσασθαι θέλῃ, <lb/>σχηματίζονται αἱ χεῖρες. Τοξικὴν δὲ
                        ἀσκέοντι εἰκὸς τοῦτο τὸ σχῆμα <lb/>κράτιστον εἶναι τῆς ἑτέρης χειρός· τοῦ
                        γὰρ βραχίονος τὸ γιγγλυμοειδὲς, <lb/>ἐν τῇ τοῦ πήχεος βαθμίδι ἐν τουτέῳ τῷ
                        σχήματι <lb/>ἐρεῖδον, ἰθυωρίην ποιέει τοῖσιν ὀστέοισι τοῦ πήχεος καὶ τοῦ
                        βραχίονος, <lb/>ὡς εἰ ἓν εἴη τὸ πᾶν· καὶ ἡ ἀνάκλασις τοῦ ἄρθρου κέκλασται
                        <lb/>ἐν τουτέῳ τῷ σχήματι. Εἰκὸς μὲν οὖν οὕτως ἀκαμπτότατόν <lb/>τε καὶ
                        τετανώτατον εἶναι τὸ χωρίον, καὶ μὴ ἡσσᾶσθαι, <lb/>μηδὲ ξυνδιδόναι,
                        ἑλκομένης τῆς νευρῆς ὑπὸ τῆς δεξιῆς χειρός· <pb n="422"/> καὶ οὕτως ἐπὶ
                        πλεῖστον μὲν τὴν νευρὴν ἑλκύσει, ἀφήσει δὲ <lb/>ἀπὸ στερεωτάτου καὶ
                        ἀθροωτάτου· ἀπὸ τῶν τοιουτέων γὰρ ἀφεσίων <lb/>τῶν τοξευμάτων, ταχεῖαι καὶ
                        αἱ ἰσχύες καὶ τὰ μήκεα γίνονται. <lb/>Ἐπιδέσει δὲ καὶ τοξικῇ οὐδὲν κοινόν.
                        Τοῦτο μὲν γὰρ, <lb/>εἰ ἐπιδήσας ἔχειν τὴν χεῖρα οὕτως ἐκέλευε; πόνους ἂν
                        ἄλλους <lb/>πολλοὺς προσετίθει μείζονας τοῦ τρώματος· τοῦτο δ᾿, εἰ ξυγκάμψαι
                        <lb/>ἐκέλευεν, οὔτε τὰ ὀστέα, οὔτε τὰ νεῦρα, οὔτε αἱ σάρκες ἔτι <lb/>ἐν τῷ
                        αὐτέῳ ἐγίνοντο. ἀλλὰ ἄλλῃ μετεκοσμεῖτο, κρατέοντα τὴν <lb/>ἐπίδεσιν· καὶ τί
                        ὄφελός ἐστι τοξικοῦ σχήματος; Καὶ ταῦτα ἴσως <lb/>οὐκ ἂν ἐξημάρτανε
                        σοφιζόμενος, εἰ εἴα τὸν τετρωμένον <lb/>αὐτὸν τὴν χεῖρα παρασχέσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Ἄλλος δ᾿ αὖ τις τῶν ἰητρῶν ὑπτίην τὴν χεῖρα δοὺς, οὕτω <lb/>κατατείνειν
                        ἐκέλευε, καὶ οὕτως ἔχουσαν ἐπέδει, τοῦτο νομίζων τὸ <lb/>κατὰ φύσιν εἶναι,
                        τῷ τε χροῒ σημαινόμενος, καὶ τὰ ὀστέα νομίζων <lb/>κατὰ φύσιν εἶναι οὕτως,
                        ὅτι φαίνεται τὸ ἐξέχον ὀστέου τὸ παρὰ τὸν καρπὸν, <lb/>ᾗ ὁ σμικρὸς δάκτυλος,
                        κατ᾿ ἰθυωρίην εἶναι τοῦ ὀστέου ἀφ᾿ <pb n="424"/> ὁτέου τὸν πῆχυν οἱ ἄνθρωποι
                        μετρέουσιν. Ταῦτα τὰ μαρτύρια <lb/>ἐπήγετο, ὅτι κατὰ φύσιν οὕτως ἔχει, καὶ
                        ἐδόκεεν εὖ λέγειν. Ἀλλὰ <lb/>τοῦτο μὲν, εἰ ὑπτίη ἡ χεὶρ κατατείνοιτο,
                        ἰσχυρῶς πονοίη ἄν· <lb/>γνοίη δ᾿ ἄν τις τὴν ἑωυτοῦ χεῖρα κατατείνας, ὡς
                        ἐπώδυνον τὸ <lb/>σχῆμα. Ἐπεὶ καὶ ἀνὴρ ἥσσων κρέσσονα διαλαβὼν οὕτως εὖ
                        <lb/>τῇσιν ἑωυτοῦ χερσὶν, ὡς κλᾶται ὁ ἄγκων ὕπτιος, ἄγοι ἂν ὅπῃ <lb/>ἐθέλοι·
                        οὔτε γὰρ εἰ ξίφος ἐν ταύτῃ τῇ χειρὶ ἔχοι, ἔχοι ἂν ὅ τι <lb/>χρήσαιτο τῷ
                        ξίφει, οὕτω βίαιον τοῦτο τὸ σχῆμά ἐστιν. Τοῦτο δὲ, <lb/>εἰ ἐπιδήσας τις ἐν
                        τουτέῳ τῷ σχήματι ἐῴη, μέζων μὲν πόνος, <lb/>εἰ περιιοι, μέγας δὲ καὶ εἰ
                        κατακέοιτο. Τοῦτο δὲ, εἰ ξυγκάμψει <lb/>τὴν χεῖρα, ἀνάγκη πᾶσα τούς τε μύας
                        καὶ τὰ ὀστέα ἄλλο σχῆμα <lb/>ἔχειν. Ἠγνόει δὲ καὶ τάδε τὰ ἐν τῷ σχήματι
                        χωρὶς τῆς ἄλλης <lb/>λύμης· τὸ γὰρ ὀστέον τὸ παρὰ τὸν καρπὸν ἐξέχον, τὸ κατὰ
                        τὸν σμικρὸν <lb/>δάκτυλον, τοῦτο μὲν τοῦ πήχεός ἐστιν· τὸ δ᾿ ἐν τῆ ξυγκάμψει
                        <lb/>ἐὸν, ἀπ᾿ ὅτευ τὸν πῆχυν οἱ ἄνθρωποι μετρέουσι, τοῦτο δὴ <pb n="426"/>
                        τοῦ βραχίονος ἡ κεφαλή ἐστιν. Ὁ δὲ ᾤετο τωὐτὸ ὀστέον εἶναι <lb/>τοῦτό τε
                        κακεῖνο, πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι· ἔστι δ᾿ ἐκείνῳ τῷ ὀστέῳ <lb/>τωὐτὸ ὁ ἄγκων
                        καλεόμενος, ᾧ ποτὶ στηριζόμεθα. Οὕτως οὖν <lb/>ὑπτίην ἔχοντι τὴν χεῖρα,
                        τοῦτο μὲν, τὸ ὀστέον διεστραμμένον φαίνεται· <lb/>τοῦτο δὲ, τὰ νεῦρα τὰ ἀπὸ
                        τοῦ καρποῦ τείνοντα ἐκ τοῦ εἴσω <lb/>μέρεος καὶ ἀπὸ τῶν δακτύλων, ταῦτα
                        ὑπτίην ἔχοντι τὴν χεῖρα <lb/>διεστραμμένα γίνεται· τείνει τε γὰρ ταῦτα τὰ
                        νεῦρα πρὸς τὸ τοῦ <lb/>βραχίονος ὀστέον, ὅθεν ὁ πῆχυς μετρεῖται. Αὗται
                        τοσαῦται καὶ <lb/>τοιαῦται αἱ ἁμαρτάδες καὶ ἄγνοιαι τῆς φύσιος τῆς χειρός.
                        Εἰ <lb/>δ᾿, ὡς ἐγὼ κελεύω, χεῖρα κατεαγυῖαν κατατείνοι τις, ἐπιστρέψει
                        <lb/>μὲν τὸ ὀστέον ἐς ἰθὺ, τὸ κατὰ τὸν σμικρὸν δάκτυλον, <lb/>τὸ ἐς τὸν
                        ἀγκῶνα τεῖνον, ἰθυωρίην δὲ ἕξει τὰ νεῦρα τὰ ἀπὸ τοῦ <lb/>καρποῦ πρὸς τοῦ
                        βραχίονος τὰ ἄκρα τείνοντα· ἀναλαμβανομένη <lb/>δὲ ἡ χεὶρ ἐν παραπλησίῳ
                        σχήματι ἔσται, ἐν ᾧ περ καὶ ἐπιδεομένη, <lb/>ἄπονος μὲν ὁδοιπορέοντι, ἄπονος
                        δὲ κατακειμένῳ καὶ ἀκάματος. <lb/>Καθίννυσθαι δὲ χρὴ τὸν ἄνθρωπον οὕτως,
                        ὅκως ᾖ τὸ <lb/>ἐξέχον τοῦ ὀστέου πρὸς τὴν λαμπροτάτην τῶν παρεουσέων αὐγέων,
                        <lb/>ὡς μὴ λάθῃ τὸν χειρίζοντα ἐν τῇ κατατάσει, εἰ ἱκανῶς <lb/>ἐξίθυνται.
                        Τοῦ γε μὴν ἐμπείρου οὐδ᾿ ἂν τὴν χεῖρα λάθοι ἐπαγομένην <lb/>τὸ ἐξέχον· ἀτὰρ
                        καὶ ἀλγέει μάλιστα κατὰ τὸ ἐξέχον ψαυόμενον. </p></div><pb n="428"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Τῶν δὲ ὀστέων τοῦ πήχεος, ὧν μὴ ἀμφότερα κατέηγε, ῥᾴων <lb/>ἡ ἴησις, ἢν τὸ
                        ἄνω ὀστέον τετρωμένον ἔῃ, καί περ παχύτερον <lb/>ἐόν· ἅμα μὲν ὅτι τὸ ὑγιὲς
                        ὑποτεταμένον γίνεται ἀντὶ θεμελίου, <lb/>ἅμα δ᾿ ὅτι εὐκρυπτότερον γίνεται,
                        πλὴν εἰ τὸ ἐγγὺς τοῦ καρποῦ· <lb/>παχείη γὰρ ἡ τῆς σαρκὸς ἐπίφυσις ἡ ἐπὶ τὸ
                        ἄνω. Τὸ δὲ κάτω <lb/>ὀστέον ἄσαρκον, καὶ οὐκ εὐξύγκρυπτον, καὶ κατατάσιος
                        ἰσχυροτέρης <lb/>δέεται. Ἢν δὲ μὴ τοῦτο ξυντριβῇ, ἀλλὰ τὸ ἕτερον,
                        <lb/>φαυλοτέρη ἡ κατάτασις ἀρκέει· ἢν δὲ ἀμφότερα κατεηγῇ, <lb/>ἰσχυροτάτης
                        κατατάσιος δεῖται· παιδίου μὲν γὰρ ἤδη εἶδον <lb/>καταταθέντα μᾶλλον ἢ ὡς
                        ἔδει, οἱ δὲ πλεῖστοι ἧσσον τείνονται <lb/>ἢ ὡς δεῖ. Χρὴ δ᾿, ἐπὴν τείνωσι, τὰ
                        θέναρα προσβάλλοντα <pb n="430"/> διορθοῦν· ἔπειτα χρίσαντα κηρωτῇ μὴ πάνυ
                        πουλλῇ, ὡς μὴ περιπλέῃ <lb/>τὰ ἐπιδέσματα, οὕτως ἐπιδεῖν, ὅκως μὴ κατωτέρω
                        ἄκρην <lb/>τὴν χεῖρα ἕξει τοῦ ἀγκῶνος, ἀλλὰ σμικρῷ τινι ἀνωτέρω, ὡς μὴ τὸ
                        <lb/>αἷμα ἐς ἄκρον ἐπιῤῥέῃ, ἀλλὰ ἀπολαμβάνηται· ἔπειτα ἐπιδεῖν <lb/>τῷ
                        ὀθονίῳ, τὴν ἀρχὴν βαλλόμενος κατὰ τὸ κάτηγμα· ἐρείδων <lb/>μὲν οὖν, μὴ
                        πιέζων δὲ κάρτα. Ἐπὴν δὲ περιβάλλῃ κατὰ <lb/>τωὐτὸ δὶς ἢ τρὶς, ἐπὶ τὸ ἄνω
                        νεμέσθω ἐπιδέων, ἵνα αἱ ἐπιῤῥοαὶ <lb/>τοῦ αἵματος ἀπολαμβάνωνται, καὶ
                        τελευτησάτω κεῖθι· χρὴ δὲ <lb/>μὴ μακρὰ εἶναι τὰ πρῶτα ὀθόνια. Τῶν δὲ
                        δευτέρων ὀθονίων, τὴν <lb/>μὲν ἀρχὴν βάλλεσθαι ἐπὶ τὸ κάτηγμα· περιβαλὼν δὲ
                        ἅπαξ ἐς <lb/>τωὐτὸ, ἔπειτα νεμέσθω ἐς τὸ κάτω, καὶ ἐπὶ ἧσσον πιέζων, καὶ
                        <lb/>ἐπὶ μέζον διαβιβάσκων, ὡς ἂν αὐτὸ ἱκανὸν γένηται τὸ ὀθόνιον
                        <lb/>ἀναπαλινδρομῆσαι κεῖθι, ἵνα περ τὸ ἕτερον ἐτελεύτησεν. Ἐνταῦθα <lb/>μὲν
                        οὖν τὰ ὀθόνια ἐπ᾿ ἀριστερὰ ἢ ἐπὶ δεξιὰ ἐπιδεδέσθω <lb/>ἢ ἐπὶ ὁκότερα ἂν
                        ξυμφέρῃ πρὸς τὸ σχῆμα τοῦ κατεηγότος, καὶ <lb/>ἐφ᾿ ὁκότερα ἂν περιῤῥέπειν
                        ξυμφέρῃ. Μετὰ δὲ ταῦτα, σπλῆνας <lb/>κατατείνειν χρὴ κεχρισμένους κηρωτῇ
                        ὀλίγῃ· καὶ γὰρ προσηνέστερον <lb/>καὶ εὐθετώτερον· ἔπειτα οὕτως ἐπιδεῖν
                        τοῖσιν ὀθονίοισιν ὡς <pb n="432"/> ἐναλλὰξ, ὁτὲ μὲν ἐπὶ δεξιὰ, ὁτὲ δὲ ἐπ᾿
                        ἀριστερά· καὶ τὰ μὲν <lb/>πλείω κάτωθεν ἀρχόμενος, ἐς τὸ ἄνω ἄγειν, ἔστι δ᾿
                        ὅτε καὶ ἄνωθεν <lb/>ἐς τὸ κάτω. Τὰ δὲ ὑπόξηρα ἀκέεσθαι τοῖσι σπλήνεσι
                        κυκλεῦντα· <lb/>τῷ δὲ πλήθει τῶν περιβολέων μὴ πᾶν ἀθρόον ξυνδιορθοῦντα,
                        <lb/>ἀλλὰ κατὰ μέρος· περιβάλλειν δὲ χρὴ χαλαρὰ καὶ περὶ <lb/>τὸν καρπὸν τῆς
                        χειρὸς, ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε. Πλῆθος δὲ τῶν ὀθονίων <lb/>ἱκανὸν τὸ πρῶτον, αἱ
                        δύο μοῖραι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Σημεῖα δὲ τοῦ καλῶς ἰητρευμένου ταῦτα, καὶ ὀρθῶς <lb/>ἐπιδεομένου, εἰ
                        ἐρωτῴης αὐτὸν εἰ πεπίεκται, καὶ εἰ φαίη <lb/>μὲν πεπιέχθαι, ἡσύχως δὲ, καὶ
                        μάλιστα εἰ κατὰ τὸ κάτηγμα φαίη· <lb/>τοιαῦτα τοίνυν φάναι χρὴ πεπρηγμένα
                        διὰ τέλεος τὸν ὀρθῶς <lb/>ἐπιδεόμενον. Σημεῖα δὲ ταῦτα τῆς μετριότητος, τὴν
                        μὲν ἡμέρην <lb/>ἣν ἂν ἐπιδεθῇ, καὶ τὴν νύκτα δοκείτω αὐτὸς ἑωυτῷ μὴ <lb/>ἐπὶ
                        ἧσσον πεπιέχθαι, ἀλλ᾿ ἐπὶ μᾶλλον· τῇ δ᾿ ὑστεραίῃ οἰδημάτιον <lb/>ἐλθεῖν ἐς
                        χεῖρα ἄκρην μαλθακόν· μετριότητος γὰρ σημεῖον <lb/>τῆς πιέξιός σου.
                        Τελευτώσης δὲ τῆς ἡμέρης, ἐπὶ ἧσσον <lb/>δοκείτω πεπιέχθαι· τῇ δὲ τρίτῃ,
                        χαλαρά σοι δοκείτω εἶναι τὰ <lb/>ἐπιδέσματα. Κἢν μέν τι τούτων τῶν εἰρημένων
                        ἐλλείπῃ, γινώσκειν <lb/>χρὴ ὅτι χαλαρωτέρη ἡ ἐπίδεσις τοῦ μετρίου· ἢν δέ τι
                            <pb n="434"/> τῶν εἰρημένων πλεονάζῃ, χρὴ γινώσκειν ὅτι μᾶλλον ἐπιέχθη
                        τοῦ <lb/>μετρίου· καὶ τουτέοισι σημαινόμενος, τὸ ὕστερον ἐπιδέων, ἢ χαλᾷν
                        <lb/>μᾶλλον, ἢ πιέζειν. Ἀπολύσαντα δὲ χρὴ τριταῖον ἐόντα, κατατεινάμενον
                        <lb/>καὶ διορθωσάμενον, αὖθις ἐπιδῆσαι· κἢν μετρίως τὸ <lb/>πρῶτον τετυχήκῃς
                        ἐπιδήσας, ταύτην τὴν ἐπίδεσιν χρὴ ὀλίγῳ <lb/>μᾶλλον ἢ ἐκείνην πιέσαι.
                        Βάλλεσθαι δὲ χρὴ τὰς ἀρχὰς κατὰ τὸ κάτηγμα, <lb/>ὥσπερ καὶ τὸ πρότερον· ἢν
                        μὲν γὰρ τοῦτο πρότερον ἐπιδέῃς, <lb/>ἐξειρύαται ἐκ τούτου οἱ ἰχῶρες ἐς τὰς
                        ἐσχατιὰς ἔνθα καὶ <lb/>ἔνθα· ἢν δέ τι ἄλλο πρότερον πιέζῃς, ἐς τοῦτο
                        ἐξειρύαται <lb/>ἐκ τοῦ πιεχθέντος· ἐς πολλὰ δ᾿ εὔχρηστον τὸ ξυνιέναι.
                        <lb/>Οὕτως οὖν ἄρχεσθαι μὲν αἰεὶ χρὴ τὴν ἐπίδεσιν καὶ τὴν πίεξιν <lb/>ἐκ
                        τουτέου τοῦ χωρίου, τὰ δ᾿ ἄλλα κατὰ λόγον, ὡς προσωτέρω <lb/>ἀπὸ τοῦ
                        κατήγματος ἀγάγῃς, ἐπὶ ἧσσον τὴν πίεξιν ποιέεσθαι. Χαλαρὰ <lb/>δὲ παντάπασι
                        μηδέποτε περιβάλλειν, ἀλλὰ προσπεπτωκότα. <pb n="436"/> Ἔπειτα δὲ πλείοσιν
                        ὀθονίοισι χρὴ ἐπιδεῖν ἑκάστην τῶν ἐπιδεσίων. <lb/>Ἐρωτώμενος δὲ φάτω ὀλίγῳ
                        μᾶλλόν οἱ πεπιέχθαι, ἢ τὸ πρότερον, <lb/>καὶ μάλιστα φάτω κατὰ τὸ κάτηγμα,
                        καὶ τὰ ἄλλα δὲ κατὰ <lb/>λόγον· καὶ ἀμφὶ τῷ οἰδήματι, καὶ ἀμφὶ τῷ πονέειν,
                        καὶ ἀμφὶ <lb/>τῷ ῥῃΐζειν, κατὰ λόγον τῆς προτέρης ἐπιδέσιος γινέσθω.
                        <lb/>Ἐπὴν δὲ τριταῖος ᾖ, χαλαρώτερά οἱ δοκείτω εἶναι τὰ ἐπιδέσματα.
                        <lb/>Ἔπειτα ἀπολύσαντα χρὴ αὖθις ἐπιδῆσαι, ὀλίγῳ μᾶλλον <lb/>πιέζοντα, καὶ
                        ἐν πᾶσι τοῖσιν ὀθονίοισιν οἷσί περ ἤμελλεν <lb/>ἐπιδεῖσθαι· καὶ ἔπειτα αὐτὸν
                        πάντα ταῦτα καταλαβέτω, <lb/>ἅπερ καὶ ἐν τῇσι πρώτῃσι περιόδοισι τῶν
                        ἐπιδεσίων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ἐπὴν δὲ τριταῖος γένηται, ἑβδομαῖος δὲ ἀπὸ τῆς πρώτης <lb/>ἐπιδέσιος, ἢν
                        ὀρθῶς ἐπιδέηται, τὸ μὲν οἴδημα ἐν ἄκρῃ τῇ <lb/>χειρὶ ἔσται, οὐδὲ τοῦτο λίην
                        μέγα· τὸ δ᾿ ἐπιδεόμενον χωρίον ἐν <lb/>πάσῃσι τῇσιν ἐπιδέσεσιν ἐπὶ τὸ
                        λεπτότερον καὶ ἰσχνότερον εὑρεθήσεται, <lb/>ἐν δὲ τῇ ἑβδόμῃ καὶ πάνυ λεπτὸν,
                        καὶ τὰ ὀστέα τὰ κατεηγότα <lb/>ἐπὶ μᾶλλον κινεύμενα καὶ εὐπαράγωγα ἐς
                        κατόρθωσιν. Καὶ ἢν ᾖ <lb/>ταῦτα τοιαῦτα, κατορθωσάμενον χρὴ ἐπιδῆσαι ὡς ἐς
                        νάρθηκας, <lb/>ὀλίγῳ μᾶλλον πιέσαντα, ἢ τὸ πρότερον, ἢν μὴ πόνος τις πλείων
                        <lb/>ᾖ ἀπὸ τοῦ οἰδήματος τοῦ ἐν ἄκρῃ τῇ χειρί. Ἐπὴν δὲ ἐπιδήσῃς <lb/>τοῖσιν
                        ὀθονίοισι, τοὺς νάρθηκας περιθεῖναι χρὴ καὶ περιλαβεῖν ἐν <lb/>τοῖσι
                        δεσμοῖσιν ὡς χαλαρωτάτοισιν, ὁκόσον ἠρεμέειν, ὥστε μηδὲν <lb/>ξυμβάλλεσθαι
                        ἐς τὴν πίεξιν τῆς χειρὸς τὴν τῶν ναρθήκων πρόσθεσιν. <pb n="438"/> Μετὰ δὲ
                        ταῦτα, ὅ τε πόνος, αἵ τε ῥᾳστῶναι αἱ αὐταὶ γινέσθωσαν, <lb/>αἵ περ καὶ ἐν
                        τῇσι πρώτῃσι περιόδοισι τῶν ἐπιδεσίων. <lb/>Ἐπὴν δὲ τριταῖος ἐὼν φῇ χαλαρὸν
                        εἶναι, τότ᾿ ἔπειτα χρὴ τοὺς <lb/>νάρθηκας ἐρείσασθαι, μάλιστα μὲν κατὰ τὸ
                        κάτηγμα, ἀτὰρ καὶ <lb/>τἄλλα, κατὰ λόγον, ᾗπερ καὶ ἡ ἐπίδεσις ἐχάλα μᾶλλον ἢ
                        ἐπίεζεν. <lb/>Παχύτατον δὲ χρὴ εἶναι τὸν νάρθηκα, ᾗ ἐξέστη τὸ κάτηγμα,
                        <lb/>μὴ μὴν πολλῷ. Ἐπιτηδεύειν δὲ χρὴ μάλιστα μὲν κατ᾿ ἰθυωρίην <lb/>τοῦ
                        μεγάλου δακτύλου, ὡς μὴ κείσηται ὁ νάρθηξ, ἀλλὰ τῇ ἢ τῇ, <lb/>μηδὲ κατὰ τὴν
                        τοῦ σμικροῦ ἰθυωρίην ᾗ τὸ ὀστέον ὑπερέχει ἐν τῷ <lb/>καρπῷ, ἀλλὰ τῇ ἢ τῇ. Ἢν
                        δὲ ἄρα πρὸς τὸ κάτηγμα ξυμφέρῃ <lb/>κεῖσθαι κατὰ ταῦτά τινας τῶν ναρθήκων,
                        βραχυτέρους αὐτοὺς χρὴ <lb/>τῶν ἄλλων ποιέειν, ὡς μὴ ἐξικνέωνται πρὸς τὰ
                        ὀστέα τὰ ὑπερέχοντα <lb/>παρὰ τὸν καρπόν· κίνδυνος γὰρ ἑλκώσιος, καὶ νεύρων
                        <lb/>ψιλώσιος. Χρὴ δὲ διὰ τρίτης ἐρείδειν τοῖσι νάρθηξι πάνυ ἡσυχῇ,
                        <lb/>οὕτω τῇ γνώμῃ ἔχοντα, ὡς οἱ νάρθηκες φυλακῆς εἵνεκα τῆς <lb/>ἐπιδέσιος
                        προσκέωνται, ἀλλ᾿ οὐ τῆς πιέξιος εἵνεκεν ἐπιδέωνται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν μὲν οὖν εὖ εἰδῇς ὅτι ἱκανῶς τὰ ὀστέα ἀπίθυνται ἐν <lb/>τῇσι προτέρῃσιν
                        ἐπιδέσεσι, καὶ μήτε κνησμοί τινες λυπέωσι, <lb/>μήτε τις ἕλκωσις μηδεμία
                        ὑποπτεύηται εἶναι, ἐᾷν χρὴ <pb n="440"/> ἐπιδεδέσθαι ἐν τοῖσι νάρθηξιν, ἔστ᾿
                        ἂν ὑπὲρ εἴκοσιν ἡμέρας γίνηται. <lb/>Ἐν τριήκοντα δὲ μάλιστα τῇσι ξυμπάσῃσι
                        κρατύνεται <lb/>ὀστέα τὰ ἐν τῷ πήχει τὸ ἐπίπαν· ἀτρεκὲς δὲ οὐδέν· μάλα
                        <lb/>γὰρ καὶ φύσις φύσιος, καὶ ἡλικίη ἡλικίης διαφέρει. Ἐπὴν <lb/>δὲ λύσῃς,
                        ὕδωρ θερμὸν καταχέαι χρὴ, καὶ μετεπιδῆσαι, <lb/>ἧσσον μὲν ὀλίγῳ πιέσαντα, ἢ
                        τὸ πρόσθεν, ἐλάσσοσι δὲ τοῖσιν ὀθονίοισιν, <lb/>ἢ τὸ πρότερον· καὶ ἔπειτα
                        διὰ τρίτης ἡμέρης λύσαντα <lb/>ἐπιδεῖν, ἐπὶ μὲν ἧσσον πιέζοντα, ἐπὶ δὲ
                        ἐλάσσοσι τοῖσιν ὀθονίοισιν. <lb/>Ἐπὴν δὲ, ὅταν τοῖσι νάρθηξι δεθῇ, ὑποπτεύῃς
                        τὰ ὀστέα μὴ <lb/>ὀρθῶς κεῖσθαι, ἢ ἄλλο τι ὀχλέῃ τὸν τετρωμένον, λῦσαι ἐν τῷ
                        <lb/>ἡμίσει τοῦ χρόνου, ἢ ὀλίγῳ πρόσθεν, καὶ αὖθις μετεπιδῆσαι. <lb/>Δίαιτα
                        δὲ τουτέοισιν, οἷσιν ἂν μὴ ἕλκεα ἐξ ἀρχῆς γένηται, ἢ ὀστέα <lb/>ἔξω ἐξίσχῃ,
                        ἀρχέει ὑποφαύλη· ἐνδεέστερον δὲ χρὴ διαιτᾷν <lb/>ἄχρις ἡμερέων δέκα, ἅτε ἤδη
                        καὶ ἐλινύοντας· καὶ ὄψοισιν <lb/>ἁπαλοῖσι χρῆσθαι, ὁκόσα τῇ διεξόδῳ
                        μετριότητα παρασχήσει· <lb/>οἴνου δὲ καὶ κρεηφαγίης ἀπέχεσθαι· ἔπειτα μέντοι
                        ἐκ προσαγωγῆς <pb n="442"/> ἀνακομίζεσθαι. οὕτος ὁ λόγος ὥσπερ νόμος κεῖται
                        δίκαιος περὶ κατηγμάτων <lb/>ἰήσιος, ὥστε χειρίζειν χρὴ, καὶ ὥστε ἀποβαίνει
                        ἀπὸ τῆς <lb/>δικαίης χειρίξιος· ὅ τι δ᾿ ἂν μὴ οὕτως ἀποβαίνῃ, εἰδέναι χρὴ
                        <lb/>ὅτι ἐν τῇ χειρίξει τι ἐνδεὲς πεποίηται, ἢ πεπλεόνασται. Ἔτι δὲ
                        <lb/>τάδε χρὴ προσξυνιέναι ἐν τούτῳ τῷ ἁπλῷ τρόπῳ, ἃ οὐ κάρτα ἐπιμελέονται
                        <lb/>οἱ ἰητροὶ, καίτοι πᾶσαν μελέτην καὶ πᾶσαν ἐπίδεσιν οἶά <lb/>τε
                        διαφθείρειν ἐστὶ, μὴ ὀρθῶς ποιεύμενα· ἢν γὰρ τὰ μὲν ὀστέα ἄμφω <lb/>κατηγῇ,
                        ἢ τὸ κάτω μοῦνον, ὁ δὲ ἐπιδεδεμίνος ἐν ταινίῃ τινὶ <lb/>τὴν χεῖρα ἔχῃ
                        ἀναλελαμμένην, τυγχάνῃ δὲ ἡ ταινίη κατὰ τὸ <lb/>κάτηγμα πλείστη ἐοῦσα, ἔνθεν
                        δὲ καὶ ἔνθεν ἡ χεὶρ ἀπαιωρέηται, <lb/>τοῦτον ἀνάγκη τὸ ὀστέον εὑρεθῆναι
                        διεστραμμένον ἔχοντα πρὸς τὸ <lb/>ἄνω μέρος· ἢν δὲ, κατεηγότων τῶν ὀστέων
                        οὕτως, ἄκρην τε τὴν <lb/>χεῖρα ἐν τῇ ταινίῃ ἔχῃ καὶ παρὰ τὸν ἀγκῶνα, ὁ δὲ
                        ἄλλος <lb/>πῆχυς μὴ μετέωρος ἔῃ, οὗτος εὁρεθήσεται τὸ ὀστέον ἐς <lb/>τὸ κάτω
                        μέρος διεστραμμένον ἔχων. Χρὴ οὖν ἐν ταινίῃ <lb/>πλάτος ἐχούσῃ, μαλθακῇ, τὸ
                        πλεῖστον τοῦ πήχεος καὶ τὸν καρπὸν τῆς <lb/>χειρὸς ὁμαλῶς αἰωρέεσθαι. </p></div><pb n="444"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἢν δὲ ὁ βραχίων καταγῇ, ἢν μέν τις ἀποτανύσας τὴν <lb/>χεῖρα ἐν τουτέῳ τῷ
                        σχήματι διατείνῃ, ὁ μῦς τοῦ βραχίονος κατατεταμένος <lb/>ἐπιδεθήσεται· ἐπὴν
                        δ᾿ ἐπιδεθεὶς ξυγκάμψῃ τὸν <lb/>ἀγκῶνα, ὁ μῦς τοῦ βραχίονος ἄλλο σχῆμα
                        σχήσει. Δικαιοτάτη <lb/>οὖν βραχίονος κατάτασις ἥδε· ξύλον πηχυαῖον ἢ ὀλίγῳ
                        βραχύτερον, <lb/>ὁκοῖοι οἱ στειλαιοί εἰσι τῶν σκαφίων, κρεμάσαι <lb/>χρὴ,
                        ἔνθεν καὶ ἔνθεν σειρῇ δήσαντα· καθίσαντα δὲ τὸν ἄνθρωπον <lb/>ἐπὶ ὑψηλοῦ
                        τινος, τὴν χεῖρα ὑπερεῖσθαι, ὡς ὑπὸ τῇ <lb/>μασχάλῃ γένηται ὁ στειλαιὸς ἔχων
                        ξυμμέτρως, ὥστε μόλις <lb/>δύνασθαι καθίννυσθαι τὸν ἄνθρωπον, σμικροῦ δέοντα
                        μετέωρον <lb/>εἶναι· ἔπειτα θέντα τι ἄλλο ἔφεδρον, καὶ ὑποθέντα σκύτινον
                        <lb/>ὑποκεφάλαιον, ἢ ἓν ἢ πλείω ὅκως ξυμμέτρως σχοίη ὕψεος <lb/>τοῦ πήχεος
                        πλαγίου πρὸς ὀρθὴν γωνίην. Ἄριστον μὲν σκύτος <lb/>πλατὺ καὶ μαλθακὸν, ἢ
                        ταινίην πλατέην ἀμφιβάλλοντα, <lb/>τῶν μεγάλων τι σταθμίων ἐξαρτῆσαι, ὅ τι
                        μετρίως ἕξει κατατείνειν· <lb/>εἰ δὲ μὴ, τῶν ἀνδρῶν ὅστις ἐῤῥωμένος, ἐν
                        τούτῳ τῷ <lb/>σχήματι τοῦ πήχεος ἐόντος, παρὰ τὸν ἀγκῶνα καταναγκαζέτω <pb n="446"/> ἐς τὸ κάτω. Ὁ δὲ ἰητρὸς ὀρθὸς μὲν ἐὼν χειριζέτω, τὸν ἕτερον
                        <lb/>πόδα ἐπὶ ὑψηλοτέρου τινὸς ἔχων, κατορθώσας δὲ τοῖσι θέναρσι τὸ
                        <lb/>ὀστέον· ῥηϊδίως δὲ κατορθώσεται· ἀγαθὴ γὰρ ἡ κατάστασις, ἤν τις
                        <lb/>καλῶς παρασκευάσηται. Ἔπειτα ἐπιδείτω, τάς τε ἀρχὰς βαλλόμενος <lb/>ἐπὶ
                        τὸ κάτηγμα, καὶ τἄλλα πάντα ὥσπερ πρότερον παρῃνέθη, <lb/>χειριζέτω· καὶ
                        ἐρωτήματα ταὐτὰ ἐρωτάτω· καὶ σημείοισι <lb/>χρήσθω τοῖσιν αὐτέοισιν, εἰ
                        μετρίως ἔχει, ἢ οὔ· καὶ διὰ <lb/>τρίτης ἐπιδείτω, καὶ ἐπὶ μᾶλλον πιεζέτω·
                        καὶ ἑβδομαῖον ἢ <lb/>ἐναταῖον ἐν νάρθηξι δησάτω [, ἔστ᾿ ἂν ὑπὲρ τριήκοντα
                        ἡμέρας <lb/>γίνηται]. Καὶ ἢν ὑποπτεύσῃ μὴ καλῶς κεῖσθαι τὸ ὀστέον,
                        <lb/>μεσηγὺ τουτέου τοῦ χρόνου λυσάτω, καὶ εὐτεθισάμενος μετεπιδησάτω.
                        <lb/>Κρατύνεται δὲ μάλιστα βραχίονος ὀστέον ἐν τεσσαράκοντα <lb/>ἡμέρῃσιν.
                        Ἐπὴν δὲ ταύτας ὑπερβάλῃ, λύειν χρὴ, καὶ <lb/>ἐπὶ ἧσσον πιέζειν τοῖσιν
                        ὀθονίοισι, καὶ ἐπὶ ἐλάσσοσιν ἐπιδεῖν. <lb/>Δίαιταν δὲ ἀκριβεστέρην τινὰ ἢ τὸ
                        πρότερον διαιτᾷν, καὶ πλείω <lb/>χρόνον· τεκμαίρεσθαι δὲ πρὸς τοῦ οἰδήματος
                        τοῦ ἐν ἄκρῃ τῇ χειρὶ, <pb n="448"/> τὴν ῥώμην ὁρέων. Προσξυνιέναι δὲ χρὴ καὶ
                        τάδε, ὅτι ὁ βραχίων <lb/>κυρτὸς πέφυκεν ἐς τὸ ἔξω μέρος· ἐς τοῦτο τοίνυν τὸ
                        μέρος διαστρέφεσθαι <lb/>φιλέει, ἐπὴν μὴ καλῶς ἰητρεύηται· ἀτὰρ καὶ τἄλλα
                        <lb/>πάντα ὀστέα, ἐς ὅπερ πέφυκε διεστραμμένα, ἐς τοῦτο καὶ ἰητρευόμενα
                        <lb/>φιλέει διαστρέφεσθαι, ἐπὴν κατεαγῇ. Χρὴ τοίνυν, ἐπὴν <lb/>τοιοῦτό τι
                        ὑποπτεύηται, ταινίῃ πλατείῃ προσεπιλαμβάνειν τὸν <lb/>βραχίονα κύκλῳ περὶ τὸ
                        στῆθος περιδέοντα· καὶ ἐπὴν ἀναπαύεσθαι <lb/>μέλλῃ, μεσηγὺ τοῦ ἀγκῶνος καὶ
                        τῶν πλευρέων <lb/>σπλῆνά τινα πουλύπτυχον πτύξαντα ὑποτιθέναι, ἢ ἄλλο τι ὃ
                        <lb/>τουτέῳ ἔοικεν· οὕτω γὰρ ἂν ἰθὺ τὸ κύρτωμα τοῦ ὀστέου γένοιτο·
                        <lb/>φυλάσσεσθαι μέντοι χρὴ, ὅπως μὴ ᾖ ἄγαν ἐς τὸ ἔσω <lb/>μέρος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ποὺς δὲ ἀνθρώπου ἐκ πολλῶν καὶ μικρῶν ὀστέων ξύγκειται, <lb/>ὥσπερ χεὶρ
                        ἄκρη. Κατάγνυται μὲν οὐ πάνυ τι ταῦτα <lb/>τὰ ὀστέα, ἢν μὴ ξὺν τῷ χρωτὶ
                        τιτρωσκομένῳ ὑπὸ ὀξέος τινὸς <lb/>ἢ βαρέος· τὰ μὲν οὖν τιτρωσκόμενα, ἐν
                        ἑλκωσίων μέρει εἰρήσεται, <lb/>ὡς χρὴ ἰητρεύειν. Ἢν δέ τι κινηθῇ ἐκ τῆς
                        χώρης, ἢ τῶν <lb/>δακτύλων ἄρθρον, ἢ ἄλλο τι τῶν ὀστέων τοῦ ταρσοῦ
                        καλεομένου, <lb/>ἀναγκάζειν μὲν χρὴ ἐς τὴν ἑωυτοῦ χώρην ἕκαστον, ὥσπερ <pb n="450"/> καὶ τὰ ἐν τῇ χειρὶ εἴρηται· ἰητρεύειν δὲ κηρωτῇ καὶ σπλήνεσι
                        καὶ <lb/>ὀθονίοισιν, ὥσπερ καὶ τὰ κατήγματα, πλὴν τῶν ναρθήκων, τὸν <lb/>μὲν
                        αὔτὸν τρόπον πιεζεῦντα, διὰ τρίτης δὲ ἐπιδέοντα· ὑποκρινέσθω <lb/>δὲ ὁ
                        ἐπιδεόμενος παραπλήσια, οἷά περ καὶ ἐν τοῖσι κατήγμασι, <lb/>καὶ περὶ τοῦ
                        πεπιέχθαι, καὶ περὶ τοῦ χαλᾷν. Ὑγιέα δὲ γίνεται <lb/>ἐν εἴκοσιν ἡμέρῃσι
                        τελέως ἅπαντα, πλὴν ὁκόσα κοινωνέει τοῖσι τῆς <lb/>κνήμης ὀστέοισι· καὶ
                        αὐτέῃ τῇ ἴξει. Ξυμφέρει δὲ κατακεῖσθαι <lb/>τοῦτον τὸν χρόνον· ἀλλὰ γὰρ οὐ
                        τολμέουσιν ὑπερορῶντες τὸ <lb/>νόσημα, ἀλλὰ περιέρχονται, πρὶν ὑγιέες
                        γενέσθαι. Διὰ τοῦτο <lb/>καὶ οἱ πλεῖστοι οὐκ ἐξυγιαίνουσι τελέως. Ἀλλὰ
                        πολλάκις αὐτοὺς ὁ <lb/>πόνος ὑπομιμνήσκει· εἰκότως· ὅλον γὰρ τὸ ἄχθος τοῦ
                        σώματος οἱ πόδες <lb/>ὀχέουσιν. Ὁκόταν οὖν μήπω ὑγιέες ἐόντες ὁδοιπορέωσι,
                        φλαύρως <lb/>ξυναλθάσσεται τὰ ἄρθρα τὰ κινηθέντα· διὰ τοῦτο ἄλλοτε <lb/>καὶ
                        ἄλλοτε ὁδοιπορέοντες ὀδυνῶνται τὰ πρὸς τῇ κνήμῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Τὰ δὲ κοινωνέοντα τοῖσι τῆς κνήμης ὀστέοισι μείζω τε <lb/>τῶν ἑτέρων
                        ἐστὶ, καὶ κινηθέντων τούτων πουλυχρονιωτέρη ἡ <lb/>ἄλθεξις. Ἴησις μὲν οὖν ἡ
                        αὐτή· ὀθονίοισι δὲ πλείοσι <pb n="452"/> χρέεσθαι, καὶ σπλήνεσιν· καὶ ἐπὶ
                        πᾶν ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐπιδέειν· <lb/>πιέζειν δὲ, ὥσπερ καὶ τἄλλα πάντα, ταύτῃ
                        μάλιστα ᾗ <lb/>ἐκινήθη, καὶ τὰς πρώτας περιβολὰς τῶν ὀθονίων κατὰ ταῦτα
                        <lb/>ποιέεσθαι. Ἐν δὲ ἑκάστῃ τῶν ἀπολυσίων ὕδατι πολλῷ θερμῷ <lb/>χρέεσθαι·
                        ἐν πᾶσι δὲ πολλὸν ὕδωρ θερμὸν καταχέειν τοῖσι κατ᾿ <lb/>ἄρθρα σίνεσιν. Αἱ δὲ
                        πιέξιες καὶ αἱ χαλάσιες ἐν τοῖσιν αὐτέοισι <lb/>χρόνοισι τὰ αὐτὰ σημεῖα
                        δεικνυόντων, ἅπερ ἐπὶ τοῖσι πρόσθεν· <lb/>καὶ τὰς μετεπιδέσιας ὡσαύτως χρὴ
                        ποιέεσθαι. Ὑγιέες δὲ τελέως <lb/>οὗτοι γίνονται ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσι
                        μάλιστα, ἢν τολμέωσι <lb/>κατακεῖσθαι· ἢν δὲ μὴ, πάσχουσι ταῦτα ἃ καὶ
                        πρότερον, καὶ <lb/>ἐπὶ μᾶλλον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ὅσοι δὲ πηδήσαντες ἀφ᾿ ὑψηλοῦ τινος ἐστηρίξαντο τῇ <lb/>πτέρνῃ ἰσχυρῶς,
                        τουτέοισι διισταται μὲν τὰ ὀστέα, φλέβια δ᾿ <lb/>ἐκχυμοῦνται ἀμφιφλασθείσης
                        τῆς σαρκὸς ἀμφὶ τὸ ὀστέον, οἴδημα <lb/>δὲ ἐπιγίνεται καὶ πόνος πουλύς. Τὸ
                        γὰρ ὀστέον τοῦτο οὐ σμικρόν <lb/>ἐστι, καὶ ὑπερέχει μὲν ὑπὸ τὴν ἰθυωρίην τῆς
                        κνήμης, κοινωνέει δὲ <lb/>φλεψὶ καὶ νεύροισιν ἐπικαίροισιν· ὁ τένων δὲ ὁ
                        ὀπίσθιος τούτῳ <lb/>προσήρτηται τῷ ὀστέῳ. Τούτους χρὴ ἰητρεύειν μὲν κηρωτῇ
                        καὶ <lb/>σπλήνεσι καὶ ὀθονίοισιν· ὕδατι δὲ θερμῷ πλείστῳ ἐπὶ τουτέοισι
                        <lb/>χρῆσθαι· καὶ ὀθονίων πλειόνων ἐπὶ τουτέοισι δεῖ, καὶ <lb/>ἄλλως ὡς
                        βελτίστων καὶ προσηνεστάτων. Καὶ ἢν μὲν τύχῃ <pb n="454"/> ἁπαλὸν τὸ δέρμα
                        φύσει ἔχων τὸ ἀμφὶ τῇ πτέρνῃ, ἐᾷν οὕτως· <lb/>ἢν δὲ παχὺ καὶ σκληρὸν, οἷα
                        μετεξέτεροι ἴσχουσιν, κατατάμνειν <lb/>χρὴ ὁμαλῶς, καὶ διαλεπτύνειν μὴ
                        διατιτρώσκοντα. <lb/>Ἐπιδεῖν δὲ ἀγαθῶς οὐ παντὸς ἀνδρός ἐστι τὰ τοιαῦτα· ἢν
                        γάρ <lb/>τις ἐπιδέῃ, ὥσπερ καὶ τὰ ἄλλα τὰ κατὰ τὰ σφυρὰ ἐπιδεῖται, <lb/>ὁτὲ
                        μὲν περὶ τὸν πόδα περιβαλλόμενος, ὁτὲ δὲ περὶ τὸν τένοντα, <lb/>αἱ
                        ἀποσφίγξιες αὗται χωρίζουσι τὴν πτέρνην, ᾗ τὸ φλάσμα <lb/>ἐγένετο· καὶ οὕτω
                        κίνδυνος σφακελίσαι τὸ ὀστέον τὸ τῆς πτέρνης· <lb/>καίτοι ἢν σφακελίσῃ, τὸν
                        αἰῶνα πάντα ἱκανὸν ἀντίσχειν τὸ <lb/>νόσημα. Καὶ γὰρ τἄλλα ὅσα μὴ ἐκ
                        τοιούτου τρόπου σφακελίζει, <lb/>ἀλλ᾿ ἐν κατακλίσει μελανθείσης τῆς πτέρνης
                        ὑπὸ ἀμελείης τοῦ <lb/>σχήματος, ἢ ἐν κνήμῃ τρώματος γενομένου ἐπικαίρου καὶ
                        <lb/>χρονίου καὶ κοινοῦ τῇ πτέρνῃ, ἢ ἐν μηρῷ, ἢ ἐπὶ ἄλλῳ νουσήματι
                        <lb/>ὑπτιασμοῦ χρονίου γενομένου, ὁμῶς καὶ τοῖσι τοιούτοισι <lb/>χρόνια, καὶ
                        ὀχλώδεα, καὶ πολλάκις ἀναῤῥηγνύμενα, ἢν μὴ <lb/>χρηστῇ μὲν μελέτῃ θεραπευθῇ,
                        πολλῇ δ᾿ ἡσυχίῃ, ὡς τά <pb n="456"/> γε σφακελίζοντα· ἐκ τοῦ τοιούτου δὲ
                        τρόπου σφακελίζοντα καὶ <lb/>κινδύνους μεγάλους τῷ σώματι παρέχει πρὸς τῇ
                        ἄλλῃ λύμῃ. Καὶ <lb/>γὰρ πυρετοὶ ὑπεροξέες, ξυνεχέες, τρομώδεες, λυγγώδεες,
                        <lb/>γνώμης ἁπτόμενοι, καὶ ὀλιγήμεροι, κτείνοντές τε· γένοιντο δ᾿ ἂν
                        <lb/>καὶ φλεβῶν αἱμοῤῥόων πελιώσιες, ναυσιώσιες, καὶ γαγγραινώσιες <lb/>ὑπὸ
                        τῆς πιέξιος· γένοιτο δ᾿ ἂν ταῦτα ἔξω τοῦ ἄλλου σφακελισμοῦ. <lb/>Ταῦτα μὲν
                        οὖν εἴρηται, οἷα τὰ ἰσχυρότατα φλάσματα <lb/>γίνεται· τὰ μέντοι πλεῖστα
                        ἡσυχαίως ἀμφιφλᾶται, καὶ οὐδεμίη <lb/>πολλὴ σπουδὴ τῆς μελέτης, ἀλλ᾿ ὅμως
                        ὀρθῶς γε χρὴ <lb/>χειρίζειν. Ἐπὴν μέντοι ἰσχυρὸν δόξῃ εἶναι τὸ ἔρεισμα, τά
                        τε <lb/>εἰρημένα ποιέειν χρὴ, καὶ τὴν ἐπίδεσιν τὴν πλείστην ποιέεσθαι ἀμφὶ
                        <lb/>τὴν πτέρνην περιβάλλοντα, ἄλλοτε πρὸς τὰ ἄκρα τοῦ ποδὸς
                        ἀντιπεριβάλλοντα, <lb/>ἄλλοτε πρὸς τὰ μέσα, ἄλλοτε πρὸ ςτὰ περὶ τὴν κνήμην·
                        <lb/>προσεπιδεῖν δὲ καὶ τὰ πλησίον πάντα ἔνθεν καὶ ἔκθεν, ὥσπερ <lb/>καὶ
                        πρόσθεν εἴρηται· καὶ ἰσχυρὴν μὲν μὴ ποιέεσθαι τὴν πίεξιν, <lb/>ἐν πολλοῖσι
                        δὲ τοῖσιν ὀθονίοισιν· ἄμεινον δὲ καὶ ἐλλέβορον <pb n="458"/> πιπίσκειν
                        αὐθημερὸν, ἢ τῇ ὑστεραίῃ· ἀπολῦσαι δὲ τριταῖον, <lb/>καὶ αὖθις μετεπιδῆσαι.
                        Σημεῖα δὲ τάδε, ἢν <lb/>παλιγκοταίνῃ, ἢ οὔ· ἐπὴν μὲν τὰ ἐκχυμώματα τῶν
                        φλεβῶν, <lb/>καὶ τὰ μελάσματα, καὶ τὰ ἐγγὺς ἐκείνων ὑπέρυθρα γίνηται καὶ
                        <lb/>ὑπόσκληρα, κίνδυνος παλιγκοτῆσαι. Ἀλλ᾿ ἢν μὲν ἀπύρετος ᾖ,
                        <lb/>φαρμακεύειν ἄνω χρὴ, ὥσπερ εἴρηται, καὶ ὅσα ἂν μὴ ξυνεχῆ
                        <lb/>πυρεταίνηται· ἢν δὲ ξυνεχῆ πυρεταίνητα:, μὴ φαρμακεύειν, <lb/>ἀπέχειν
                        δὲ σιτίων καὶ ῥοφημάτων, ποτῷ δὲ χρῆσθαι ὕδατι, καὶ <lb/>μὴ οἴνῳ, ἀλλὰ τῷ
                        ὀξυγλυκεῖ. Ἢν δὲ μὴ μέλλῃ παλιγκοταίνειν, <lb/>τὰ ἐκχυμώματα καὶ τὰ
                        μελάσματα καὶ τὰ περιέχοντα ὑπόχλωρα <lb/>γίνεται καὶ οὐ σκληρά· ἀγαθὸν
                        τοῦτο τὸ μαρτύριον ἐν πᾶσι <lb/>τοῖσιν ἐκχυμώμασιν, τοῖσι μὴ μέλλουσι
                        παλιγκοταίνειν· ὅσα δὲ <lb/>σὺν σκληρύσμασι πελιοῦται, κίνδυνος μὲν
                        μελανθῆναι. Τὸν δὲ <lb/>πόδα ἐπιτηδεύειν χρὴ, ὅκως ἀνωτέρω τοῦ ἄλλου σώματος
                        ἔσται τὰ <lb/>πλεῖστα ὀλίγον. Ὑγιὴς δ᾿ ἂν γένοιτο ἐν ἑξήκοντα ἡμέρῃσιν, εἰ
                        <lb/>ἀτρεμέοι. </p></div><pb n="460"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ἡ δὲ κνήμη δύο ὀστέα ἐστὶ, τῇ μὲν συχνῷ λεπτότερον <lb/>τὸ ἕτερον τοῦ
                        ἑτέρου, τῇ δὲ οὐ πολλῷ λεπτότερον· ξυνέχεται δὲ <lb/>ἀλλήλοισι τὰ πρὸς τοῦ
                        ποδὸς, καὶ ἐπίφυσιν κοινὴν ἔχει, ἐν ἰθυωρίῃ <lb/>δὲ τῆς κνήμης οὐ ξυνέχεται·
                        τὰ δὲ πρὸς τοῦ μηροῦ ξυνέχεται, καὶ <lb/>ἐπίφυσιν ἔχει, καὶ ἡ ἐπίφυσις
                        διάφυσιν· μακρότερον δὲ τὸ ἕτερον <lb/>ὀστέον σμικρῷ τὸ κατὰ τὸν σμικρὸν
                        δάκτυλον· ἡ μὲν φύσις <lb/>τοιαύτη τῶν ὀστέων τῶν ἐν τῇ κνήμῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ὀλισθάνει δὲ ἔστιν ὅτε τὰ πρὸς τοῦ ποδὸς, ὁτὲ μὲν <lb/>ξὺν τῇ ἐπιφύσει
                        ἀμφότερα τὰ ὀστέα, ὁτὲ δὲ ἡ ἐπίφυσις ἐκινήθη, <lb/>ὁτὲ δὲ τὸ ἕτερον ὀστέον.
                        Ταῦτα δὲ ὀχλώδεα μὲν ἧσσον, ἢ τὰ ἐν τῷ <pb n="462"/> καρπῷ τῶν χειρέων, εἰ
                        τολμῷεν ἀτρεμέειν οἱ ἄνθρωποι. Ἴησις δὲ <lb/>παραπλησίη, οἵη περ ἐκείνων·
                        τήν τε γὰρ ἐμβολὴν χρὴ ποιέεσθαι <lb/>ἐκ κατατάσιος ὥσπερ ἐκείνων,
                        ἰσχυροτέρης δὲ δεῖται τῆς <lb/>κακατάσιος, ὅσῳ καὶ ἰσχυρότερον τὸ σῶμα
                        ταύτῃ. Ἐς τὰ πλεῖστα <lb/>μὲν γὰρ ἀρκέουσιν ἄνδρες δύο, ὁ μὲν ἔνθεν, ὁ δὲ
                        ἔνθεν τείνοντες· <lb/>Ἢν δὲ μὴ ἰσχύωσιν, ἰσχυροτέρην ῥηΐδιόν ἐστι ποιέειν
                        τὴν κατάτασιν· <lb/>ἢ γὰρ πλήμνην κατορύξαντα χρὴ, ἢ ἄλλο τι ὅ τι <lb/>τούτῳ
                        ἔοικεν, μαλθακόν τι περὶ τὸν πόδα περιβάλλειν· ἔπειτα πλατέσι <lb/>βοείοισιν
                        ἱμᾶσι περιδήσαντα τὸν πόδα, τὰς ἀρχὰς τῶν ἱμάντων, <lb/>ἢ πρὸς ὕπερον, ἢ
                        πρὸς ἕτερον ξύλον προσδήσαντα, τὸ ξύλον <lb/>πρὸς τὴν πλήμνην ἄκρον ἐνθέντα
                        ἐπανακλᾷν· τοὺς δὲ ἀντιτείνειν, <lb/>ἄνωθεν τῶν τε ὤμων ἐχομένους καὶ τῆς
                        ἰγνύης. Ἔστι δὲ καὶ τὸ <lb/>ἄνω τοῦ σώματος ἀνάγκῃ προσλαβεῖν· τοῦτο μὲν ἢν
                        βούλῃ. <pb n="464"/> ξύλον στρογγύλον, λεῖον, κατορύξας βαθέως, μέρος τι
                        αὐτοῦ <lb/>ὑπερέχον τοῦ ξύλου μεσηγὺ τῶν σκελέων ποιήσασθαι παρὰ τὸν
                        <lb/>περίνεον, ὡς κωλύῃ ἀκολουθέειν τὸ σῶμα τοῖσι πρὸς ποδῶν τείνουσιν·
                        <lb/>ἔπειτα πρὸς τὸ τεινόμενον σκέλος μὴ ῥέπειν, τὸν δέ τινα πλάγιον
                        <lb/>παρακαθήμενον ἀπωθέειν τὸν γλουτὸν, ὡς μὴ περιέλκηται τὸ <lb/>σῶμα.
                        Τοῦτο δὲ καὶ ἢν βούλῃ, περὶ τὰς μασχάλας ἔνθεν καὶ <lb/>ἔνθεν τὰ ξύλα
                        παραπέπηγεν, αἱ δὲ χεῖρες παρατεταμέναι φυλάσσονται, <lb/>προσεπιλαμβανέτω
                        δέ τις κατὰ τὸ γόνυ, καὶ οὕτως ἀντιτείνοιτο. <lb/>Τοῦτο δ᾿ ἢν παρὰ τὸ γόνυ
                        βούληται, ἄλλους ἱμάντας περιδήσας; <lb/>ἢ περὶ τὸν μηρὸν, πλήμνην ἄλλην
                        ὑπὲρ κεφαλῆς κατορύξας, <lb/>ἐξαρτήσας τοὺς ἱμάντας ἔκ τινος ξύλου, τὸ ξύλον
                        στηρίζων ἐς τὴν <lb/>πλήμνην, τἀναντία τῶν πρὸς ποδῶν ἕλκειν. Τοῦτο δ᾿ ἢν
                        <lb/>βούλῃ, ἀντὶ τῶν πλημνέων δοκίδα ὑποτείνας ὑπὸ τὴν κλίνην μετρίην,
                        <lb/>ἔπειτα πρὸς τῆς δοκίδος ἔνθεν καὶ ἔνθεν τὴν κεφαλὴν στηρίζων <pb n="466"/> καὶ ἀνακλῶν τὰ ξύλα, κατατείνειν τοὺς ἱμάντας· ἢν δὲ θέλῃς,
                        <lb/>ὀνίσκους καταστήσας ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ἐπ᾿ ἐκείνων τὴν κατάτασιν
                        <lb/>ποιέεσθαι. Πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι τρόποι κατατασίων. Ἄριστον δὲ,
                        <lb/>ὅστις ἐν πόλει μεγάλῃ ἰητρεύει, κεκτῆσθαι ἐσκευασμένον <lb/>ξύλον, ἐν ᾧ
                        πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι ἔσονται πάντων μὲν κατηγμάτων, <lb/>πάντων δὲ ἄρθρων
                        ἐμβολῆς ἐκ κατατάσιος καὶ μοχλεύσιος· ἀρκέει <lb/>δὲ τὸ ξύλον, ἢν ᾖ τοιοῦτον
                        οἷον οἱ τετράγωνοι τρίβολοι δρύϊνοι <lb/>γίνονται, μῆκος καὶ πλάτος καὶ
                        πάχος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ἐπὴν δὲ ἱκανῶς κατατανύσῃς, ῥηΐδιον ἤδη τὸ ἄρθρον <lb/>ἐμβαλεῖν·
                        ὑπεραιωρέεται γὰρ ἐς ἰθυωρίην ὑπὲρ τῆς αρχαίης ἕδρης. <lb/>κατορθοῦσθαι οὖν
                        χρὴ τοῖσι θέναρσι τῶν χειρῶν, τοῖσι μὲν ἐς <lb/>τὸ ἐξεστηκὸς ἐρείδοντα,
                        τοῖσι δὲ ἐπὶ θάτερα κατώτερον τοῦ σφυροῦ <lb/>ἀντερείδοντα. Ἐπὴν δὲ ἐμβάλῃς,
                        ἢν μὲν οἷόν τε ᾖ, κατατεταμένα <lb/>ἐπιδεῖν χρή· ἢν δὲ κωλύηται ὑπὸ τῶν
                        ἱμάντων, ἐκείνους <lb/>λύσαντα ἀντικατατείνειν, ἔστ᾿ ἄν ἐπιδήσῃς. Ἐπιδεῖν δὲ
                        τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον, καὶ τὰς ἀρχὰς ὡσαύτως βαλλόμενον κατὰ τὸ ἐξεστηκὸς,
                        καὶ <lb/>τὰς περιβολὰς τὰς πρώτας πλείστας κατὰ τοῦτο ποιέεσθαι, καὶ τοὺς
                        <lb/>σπλῆνας πλείστους κατὰ τοῦτο, καὶ τὴν πίεξιν μάλιστα κατὰ <pb n="468"/>
                        τωὐτό· προσεπιδεῖν δὲ καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐπὶ συχνόν. <lb/>Μᾶλλον δέ τι
                        τοῦτο τὸ ἄρθρον πεπιέχθαι χρὴ ἐν τῇ πρώτῃ ἐπιδέσει, <lb/>ἢ τὸ ἐν τῇ χειρί.
                        Ἐπὴν δὲ ἐπιδήσῃς, ἀνωτέρω μὲν τοῦ ἄλλου σώματος <lb/>ἐχέτω τὸ ἐπιδεθὲν, τὴν
                        δὲ θέσιν δεῖ ποιέεσθαι οὕτως, <lb/>ὅκως ἥκιστα ἀπαιωρηθήσεται ὁ πούς. Τὸν δὲ
                        ἰσχνασμὸν τοῦ <lb/>σώματος οὕτω ποιέεσθαι, ὁκοίην τινὰ δύναμιν ἔχει καὶ τὸ
                        <lb/>ὀλίσθημα· τὰ μὲν γὰρ σμικρὸν, τὰ δὲ μέγα ὀλισθάνει. <lb/>Τὸ ἐπίπαν δὲ
                        ἰσχναίνειν μᾶλλον καὶ ἐπὶ πλείω χρόνον χρὴ <lb/>ἐν τοῖσι κατὰ τὰ σκέλεα
                        τρώμασιν, ἢ ἐν τοῖσι κατὰ τὰς χεῖρας· <lb/>καὶ γὰρ μέζω καὶ παχύτερα ταῦτα
                        ἐκείνων· καὶ δὴ καὶ ἀναγκαῖον <lb/>ἐλινύειν τὸ σῶμα καὶ κατακεῖσθαι.
                        Μετεπιδῆσαι δὲ τὸ <lb/>ἄρθρον, οὔτε τι κωλύει τριταῖον, οὔτε κατεπείγει. Καὶ
                        τὰ ἄλλα <lb/>πάντα παραπλησίως χρὴ ἰητρεύειν, ὥσπερ καὶ τὰ παροιχόμενα. Καὶ
                        <lb/>ἢν μὲν τολμᾷ ἀτρέμα κατακεῖσθαι, ἱκαναὶ τεσσαράκοντα <lb/>ἡμέραι, ἢν
                        μοῦνον ἐς τὴν ἑωυτῶν χώρην τὰ ὀστέα αὖθις <lb/>καθίζηται· ἢν δὲ μὴ θέλῃ
                        ἀτρεμέειν, χρῷτο μὲν ἂν οὐ ῥᾳδίως <lb/>τῶ σκέλεϊ, ἐπιδεῖσθαι δὲ ἀναγκάζοιτ᾿
                        ἂν πουλὺν χρόνον. <pb n="470"/> Ὁκόσα μέντοι τῶν ὀστέων μὴ τελέως ἵζει ἐς
                        τὴν ἑωυτῶν <lb/>χώρην, ἀλλά τι ἐπιλείπει, τῷ χρόνῳ λεπτύνεται ἰσχίον καὶ
                        <lb/>μηρὸς καὶ κνήμη· καὶ ἢν μὲν εἴσω ὀλίσθῃ, τὸ ἔξω μέρος λεπτύνεται,
                        <lb/>ἢν δὲ ἔξω, τὸ εἴσω. Τὰ πλεῖστα δὲ ἐς τὸ ἔσω ὀλισθάνει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ἐπὴν δὲ κνήμης ὀστέα ἀμφότερα καταγῇ ἄνευ ἑλκώσιος, <lb/>κατατάσιος
                        ἰσχυροτέρης δεῖται. Τείνειν δὲ τουτέων <lb/>τῶν τρόπων ἐνίοισι τῶν
                        προειρημένων, ἢν μεγάλαι αἱ παραλλάξιες <lb/>ἔωσιν. Ἱκαναὶ δὲ καὶ αἱ ἀπὸ τῶν
                        ἀνδρῶν κατατάσιες· <lb/>τὰ πλεῖστα γὰρ ἀρκέοιεν ἂν δύο ἄνδρες ἐῤῥωμένοι, ὁ
                        <lb/>μὲν ἔνθεν, ὁ δ᾿ ἔνθεν ἀντιτείνοντες. Τείνειν δὲ ἐς τὸ ἰθὺ χρὴ <lb/>κατὰ
                        φύσιν καὶ κατὰ τὴν ἰθυωρίην τῆς κνήμης καὶ τοῦ μηροῦ, <lb/>καὶ ἢν κνήμης
                        ὀστέα κατεηγυίης κατατείνῃς, καὶ ἢν μηροῦ. Καὶ <lb/>ἐπιδεῖν δὲ οὕτως,
                        ἐκτεταμένων ἀμφοτέρων, ὁκότερον ἂν <lb/>τουτέων ἐπιδέῃς· οὐ γὰρ ταὐτὰ
                        ξυμφέρει σκέλει τε καὶ χειρί. <lb/>Πήχεος μὲν γὰρ καὶ βραχίονος ἐπὴν
                        ἐπιδεθῶσιν ὀστέα κατεηγότα, <lb/>ἀναλαμβάνεται ἡ χεὶρ, καὶ ἢν ἐκτεταμένα
                        ἐπιδέῃς, τὰ σχήματα τῶν <lb/>σαρκῶν ἑτεροιοῦται ἐν τῇ ξυγκάμψει τοῦ ἀγκῶνος·
                        ἀδύνατος γὰρ <lb/>ὁ ἀγκὼν ἐκτετάσθαι πουλὺν χρόνον· οὐ γὰρ πολλάκις ἐν
                        τοιούτῳ <pb n="472"/> εἴθισται ἐσχηματίσθαι, ἀλλ᾿ ἐν τῷ ξυγκεκάμφθαι· καὶ δὴ
                        καὶ <lb/>ἅτε· δυνάμενοι οἱ ἄνθρωποι περιιέναι, ἐπὴν κατὰ χεῖρα τρωθῶσι,
                        <lb/>ξυγκεκάμφθαι κατὰ τὸν ἀγκῶνα δέσνται. Σκέλος δὲ ἔν <lb/>τε τῇσιν
                        ὁδοιπορίῃσιν καὶ ἐν τῷ ἑστάναι εἴθισται ὁτὲ μὲν <lb/>ἐκτετάσθαι, ὁτὲ δὲ
                        σμικροῦ δεῖν ἐκτετάσθαι· καὶ εἴθισται καθεῖσθαι <lb/>ἐς τὸ κάτω κατὰ φύσιν,
                        καὶ δὴ καὶ πρὸς τὸ ὀχέειν <lb/>τὸ ἄλλο σῶμα· διὰ τοῦτο εὔφορον αὐτῷ ἐστι τὸ
                        ἐκτετάσθαι, <lb/>ὅταν ἀνάγκη ἔχῃ· καὶ δὴ καὶ ἐν τῇσι κοίτῃσι πολλάκις ἐν τῷ
                        <lb/>σχήματι τουτέῳ ἐστίν· ἐπὴν δὲ δὴ τρωθῇ, ἀνάγκη καταδουλοῦται <lb/>τὴν
                        γνώμην, ὅτι ἀδύνατοι μετεωρίζεσθαι γίνονται, ὥστε οὐδὲ <lb/>μέμνηνται περὶ
                        τοῦ ξυγκαμφθῆναι καὶ ἀναστῆναι, ἀλλὰ ἀτρεμέουσιν <lb/>ἐν τουτέῳ τῷ σχήματι
                        κείμενοι. Διὰ οὖν ταύτας τὰς <lb/>προφάσιας χειρὸς καὶ σκέλεος, οὔτε ἡ
                        κατάτασις, οὔτε ἡ ἐπίδεσις <lb/>τοῦ σχήματος ξυμφέρει ἡ αὐτή. Ἢν μὲν οὖν
                        ἱκανὴ ἡ κατάτασις <lb/>ἡ ἀπὸ τῶν ἀνδρῶν ᾖ, οὐ δεῖ μάτην πονέεσθαι· καὶ γὰρ
                        σολοικότερον <lb/>μηχανοποιέειν μηδὲν δέον· ἢν δὲ μὴ ἱκανὴ ἡ κατάτασις
                        <lb/>ἡ ἀπὸ τῶν ἀνδρῶν, καὶ τῶν ἄλλων τινὰ τῶν ἀναγκέων προσφέρειν, <pb n="474"/> ἥν τινά γε προσχωρέοι. Ὅταν δὲ δὴ ἱκανῶς καταταθῇ,
                        <lb/>ῥηΐδιον ἤδη κατορθώσασθαι τὰ ὀστέα καὶ ἐς τὴν φύσιν ἀγαγεῖν, <lb/>τοῖσι
                        θέναρσι τῶν χειρέων ἀπευθύνοντα καὶ ἐξευκρινέοντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ἐπὴν δὲ κατορθώσῃ, ἐπιδεῖν τοῖσιν ὀθονίοισι κατατεταμένα, <lb/>ἤν τ᾿ ἐπὶ
                        δεξιὰ, ἤν τ᾿ ἐπ᾿ ἀριστερὰ περιφέρειν ξυμφέρῃ <lb/>αὐτέοισι τὰ πρῶτα ὀθόνια·
                        βαλλέσθω δὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ <lb/>ὀθονίου κατὰ τὸ κάτηγμα, καὶ περιβαλλέσθω
                        κατὰ τοῦτο τὰς <lb/>πρώτας περιβολάς· κἄπειτα νεμέσθω ἐπὶ τὴν ἄνω κνήμην
                        ἐπιδέων, <lb/>ὥσπερ ἐπὶ τοῖσιν ἄλλοισι κατήγμασιν εἴρηται. Τὰ δὲ ὀθόνια
                        <lb/>πλατύτερα χρὴ εἶναι, καὶ μακρότερα καὶ πλέω πουλὺ <lb/>τὰ κατὰ τὸ
                        σκέλος τῶν ἐν τῇ χειρί. Ἐπὴν δὲ ἐπιδήσῃς, καταθεῖναι <lb/>ἐφ᾿ ὁμαλοῦ τινος
                        καὶ μαλθακοῦ, ὥστε μὴ διεστράφθαι ἢ <lb/>τῇ, ἢ τῇ, μήτε λορδὸν, μήτε κυφὸν
                        εἶναι· μάλιστα δὲ ξυμφέρει προσκεφάλαιον, <lb/>ἢ λίνεον, ἢ ἐρίνεον, μὴ
                        σκληρὸν, λαπαρὸν μέσον <lb/>κατὰ μῆκος ποιήσαντα, ὑποθεῖναι, ἢ ἄλλο τι ὃ
                        τούτῳ ἔοικεν. <lb/>Περὶ γὰρ τῶν σωλήνων τῶν ὑποτιθεμένων ὑπὸ τὰ σκέλεα τὰ
                        κατεηγότα, <lb/>ἀπορέω ὅ τι ξυμβουλεύσω, εἰ ὑποτιθέναι χρὴ ἢ οὔ. Ὠφελέουσι
                        <lb/>μὲν γὰρ, οὐχ ὅσον δὲ οἱ ὑποτιθέντες οἴονται. Οὐ γὰρ <pb n="476"/>
                        ἀναγκάζουσιν οἱ σωλῆνες ἀτρεμέειν, ὡς οἴονται· οὔτε γὰρ τῷ ἄλλῳ <lb/>σώματι
                        στρεφομένῳ ἢ ἔνθα, ἢ ἔνθα, ἐπαναγκάζει ὁ σωλὴν μὴ <lb/>ἐπακολουθέειν τὸ
                        σκέλος, ἢν μὴ ἐπιμελῆται αὐτὸς ὥνθρωπος. <lb/>οὔτε αὖ τὸ σκέλος ἄνευ τοῦ
                        σώματος κωλύει ὁ σωλὴν κινηθῆναι ἢ τῇ <lb/>ἢ τῇ. Ἀλλὰ μὴν ἀστεργέστερον
                        ξύλον ὑποτετάσθαι, ἢν μὴ ὁμῶς <lb/>ἄν τις μαλθακόν τι ἐς αὐτὸ ἐντεθῇ.
                        Εὐχρηστότατον δέ ἐστιν <lb/>ἐν τῇσι μεθυποστρώσεσι, καὶ ἐν τῇσιν ἐς ἄφοδον
                        προχωρήσεσιν. <lb/>Ἔστιν οὖν σὺν σωλῆνι καὶ ἄνευ σωλῆνος καὶ καλῶς καὶ
                        αἰσχρῶς <lb/>κατασκευάσασθαι· πιθανώτερον δὲ τοῖσι δημότῃσίν ἐστι, καὶ
                        <lb/>τὸν ἰητρὸν ἀναμαρτητότερον εἶναι, ἢν σωλὴν ὑποκέηται· καίτοι
                        <lb/>ἀτεχνέστερόν γέ ἐστιν. Δεῖ μὲν γὰρ ἐφ᾿ ὁμαλοῦ καὶ μαλθακοῦ <lb/>κεῖσθαι
                        πάντη πάντως ἐς ἰθύ· ἐπεί τοί γε ἀνάγκη κρατηθῆναι τὴν <lb/>ἐπίδεσιν ὑπὸ τῆς
                        διαστροφῆς τῆς ἐν τῇ θέσει, ὅποι ἂν ῥέπῃ, καὶ <lb/>ὁκόσα ἂν ῥέπῃ.
                        Ὑποκρινέσθω δὲ ὁ ἐπιδεδεμένος ταὐτὰ, ἅπερ <lb/>καὶ πρότερον εἴρηται· καὶ γὰρ
                        τὴν ἐπίδεσιν χρὴ τοιαύτην εἶναι, καὶ <lb/>τὸ οἴδημα οὕτως ἐξαείρεσθαι ἐς τὰ
                        ἄκρεα, καὶ τὰς χαλάσιας <lb/>οὕτω, καὶ τὰς μετεπιδέσιας διὰ τρίτης, καὶ
                        εὑρισκέσθω <pb n="478"/> ἰσχνότερον τὸ ἐπιδεόμενον, καὶ τὰς ἐπιδέσιας ἐπὶ
                        μᾶλλον ποιέεσθαι, <lb/>καὶ πλέοσι τοῖσιν ὀθονίοισιν· περιλαμβάνειν τε καὶ
                        τὸν πόδα χαλαρῶς, <lb/>ἢν μὴ ἄγαν ἐγγὺς ᾖ τοῦ γούνατος τὸ τρῶμα. Κατατείνειν
                        δὲ <lb/>μετρίως καὶ ἐπικατορθοῦν ἐφ᾿ ἑκάστῃ ἐπιδέσει χρὴ τὰ ὀστέα· ἢν
                        <lb/>γὰρ ὀρθῶς μὲν ἰητρεύηται, κατὰ λόγον δὲ τὸ οἴδημα χωρέῃ, ἔτι μὲν
                        <lb/>λεπτότερον καὶ ἰσχνότερον τὸ ἐπιδεόμενον χωρίον ἔσται, ἔτι δὲ αὖ
                        <lb/>παραγωγότερα τὰ ὀστέα, ἐνακούοντα τῆς κατατάσιος μᾶλλον. <lb/>Ἐπὴν δὲ
                        ἑβδομαῖος, ἢ ἐναταῖος, ἢ ἑνδεκαταῖος γένηται, τοὺς <lb/>νάρθηκας
                        προστιθέναι, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τοῖσιν ἄλλοισι κατήγμασιν <lb/>εἴρηται. Τῶν δὲ
                        ναρθήκων τὰς ἐνέδρας χρὴ φυλάσσεσθαι κατά <lb/>τε τῶν σφυρῶν τὴν ἴξιν, καὶ
                        κατὰ τὸν τένοντα τὸν ἐν τῇ κνήμῃ τοῦ <lb/>ποδός. Ὀστέα δὲ κνήμης κρατύνεται
                        ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσιν, ἢν <lb/>ὀρθῶς ἰητρεύηται. Ἢν δὲ ὑποπτεύῃς τῶν
                        ὀστέων τι δεῖσθαί <lb/>τινος διορθώσιος, ἤ τινα ἕλκωσιν ὀῤῥωδέῃς, ἐν τῷ
                        μεσηγὺ χρόνῳ <lb/>χρὴ λύσαντα καὶ εὐθετισάμενον μετεπιδῆσαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ἢν δὲ τὸ ἕτερον ὀστέον κατεηγῇ ἐν κνήμῃ, κατατάσιος <lb/>μὲν ἀσθενεστέρης
                        δεῖται, οὐ μὴν ἐπιλείπειν χρὴ, οὐδὲ βλακεύειν <lb/>ἐν τῇ κατατάσει, μάλιστα
                        μὲν ἐν τῇ πρώτῃ ἐπιδέσει κατατείνεσθαι, <lb/>ὅσον ἐφικνέεται αἰεί ποτε πάντα
                        τὰ κατήγματα, εἰ δὲ μὴ, <lb/>ὡς τάχιστα· ὅ τι γὰρ ἂν μὴ κατὰ τρόπον
                        ηὐθετισμένων τῶν <lb/>ὀστέων ἐπιδέων τις πιέζῃ, ὀδυναίτερον τὸ χωρίον
                        γίνεται. <lb/>Ἡ δὲ ἄλλη ἰητρείη ἡ αὐτή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Τῶν δὲ ὀστέων τὸ μὲν ἔσω τοῦ ἀντικνημίου καλεομένου ὀχλωδέστερον <pb n="480"/> ἐν τῇ ἰητρείῃ ἐστὶ, καὶ κατατάσιος μᾶλλον δεόμενον, <lb/>καὶ
                        ἢν μὴ ὀρθῶς τὰ ὀστέα τεθῇ, ἀδύνατον κρύψαι, φανερὸν γὰρ καὶ <lb/>ἄσαρκον πᾶν
                        ἐστιν· καὶ ἐπιβαίνειν ἐπὶ τὸ σκέλος πολλῷ βραδύτερον <lb/>δύναιντ᾿ ἂν,
                        τουτέου κατεηγότος. Ἢν δὲ τὸ ἔξω ὀστέον <lb/>κατεηγῇ, πουλὺ μὲν εὐφορώτερον
                        φέρουσι, πουλὺ δ᾿ εὐκρυπτότερον, <lb/>καὶ ἢν μὴ καλῶς ξυντεθῇ, ἐπίσαρκον γάρ
                        ἐστιν· ἐπὶ <lb/>πόδας τε ταχέως ἵστανται, τὸ πλεῖστον γὰρ τοῦ ἄχθεος ὀχέει
                        τὸ <lb/>ἔσωθεν τοῦ ἀντικνημίου ὀστέον. Ἅμα μὲν γὰρ αὐτῷ τῷ σκέλει καὶ
                        <lb/>τῇ ἰθυωρίῃ τοῦ ἄχθεος τοῦ κατὰ τὸ σκέλος, τὸ πλεῖον ἔχει τοῦ πονου
                        <lb/>τὸ ἔσω ὀστέον· τοῦ γὰρ μηροῦ ἡ κεφαλὴ ὑπεροχέει τὸ ὕπερθεν <lb/>τοῦ
                        σώματος, αὕτη δὲ εἴσωθεν πέφυκε τοῦ σκέλεος, καὶ <lb/>οὐκ ἔξωθεν, ἀλλὰ κατὰ
                        τὴν τοῦ ἀντικνημίου ἴξιν· ἅμα δὲ τὸ <lb/>ἄλλο ἥμισυ τοῦ σώματος γειτονεύεται
                        μᾶλλον ταύτῃ τῇ ἴξει, <lb/>ἀλλ᾿ οὐχὶ τῇ ἔξωθεν· ἅμα δὲ, ὅτι παχύτερον τὸ ἔσω
                        τοῦ ἐξωθεν, <lb/>ὥσπερ τὸ ἐν τῷ πήχει τὸ κατὰ τὴν τοῦ μικροῦ δακτύλου
                        <lb/>ἴξιν λεπτότερον καὶ μακρότερον. Ἐν μέντοι τῷ ἄρθρῳ τῷ κάτω <lb/>οὐχ
                        ὁμοίη ἡ ὑπότασις τοῦ ὀστέου τοῦ μακροτέρου· ἀνομοίως <lb/>γὰρ ὁ ἀγκὼν καὶ ἡ
                        ἰγνύη κάμπτεται. Διὰ οὖν ταύτας τὰς <lb/>προφάσιας, τοῦ μὲν ἔξωθεν ὀστέου
                        κατεηγότος, ταχεῖαι αἱ <lb/>ἐπιβάσιες, τοῦ δὲ ἔσωθεν κατεηγότος, βραδεῖαι αἱ
                        ἐπιβάσιες. </p></div><pb n="482"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ἢν δὲ τὸ τοῦ μηροῦ ὀστέον καταγῇ, τὴν κατάτασιν <lb/>χρὴ ποιέεσθαι περὶ
                        παντὸς ὅκως μὴ ἐνδεεστέρως σχήσει· <lb/>πλεονασθεῖσα μὲν γὰρ οὐδὲν ἂν
                        σίνοιτο. Οὐδὲ γὰρ, εἰ διεστεῶτα <lb/>τὰ ὀστέα ὑπὸ τῆς ἰσχύος τῆς κατατάσιος
                        ἐπιδέοι τις, οὐκ ἂν δύναιτο <lb/>κρατέειν ἡ ἐπίδεσις, ὥστε διεστάναι, ἀλλὰ
                        συνέλθοι ἂν πρὸς ἄλληλα <lb/>τὰ ὀστέα, ὡς τάχιστα ἂν ἀφείησαν οἱ τείνοντες·
                        παχεῖαι <lb/>γὰρ καὶ ἰσχυραὶ αἱ σάρκες ἐοῦσαι, κρατήσουσι τῆς ἐπιδέσιος,
                        ἀλλ᾿ <lb/>οὐ κρατηθήσονται. Περὶ οὗ οὖν ὁ λόγος, διατείνειν εὖ μάλα καὶ
                        <lb/>ἀδιαστρέπτως χρὴ, μηδὲν ἐπιλείποντα· μεγάλη γὰρ ἡ αἰσχύνη <lb/>καὶ
                        βλάβη βραχύτερον τὸν μηρὸν ἀποδεῖξαι. Χεὶρ μὲν γὰρ, βραχυτέρη <lb/>γενομένη,
                        καὶ ξυγκρυφθείη ἂν, καὶ οὐ μέγα τὸ σφάλμα· <lb/>σκέλος δὲ βραχύτερον
                        γενόμενον, χωλὸν ἀποδείξειε τὸν ἄνθρωπον· <lb/>τὸ γὰρ ὑγιὲς ἐλέγχει
                        παρατιθέμενον, μακρότερον ἐὸν, ὥστε λυσιτελέει <lb/>τὸν μέλλοντα κακῶς
                        ἰητρεύεσθαι, ἀμφότερα καταγῆναι τὰ σκέλεα <lb/>μᾶλλον ἢ τὸ ἕτερον· ἰσόῤῥοπος
                        γοῦν ἂν εἴη αὐτὸς ἑωυτῷ. <lb/>Ἐπὴν μέντοι ἱκανῶς κατατανύσῃς, κατορθωσάμενον
                        χρὴ τοῖσι θέναρσι <lb/>τῶν χειρῶν ἐπιδεῖν τὸν αὐτὸν τρόπον, ὥσπερ καὶ
                        πρόσθεν <lb/>γέγραπται, καὶ τὰς ἀρχὰς βαλλόμενον, ὥσπερ εἴρηται, καὶ
                        νεμόμενον <lb/>ἐς τὸ ἄνω τῇ ἐπιδέσει. Καὶ ὑποκρινέσθω ταὐτὰ ὥσπερ <lb/>καὶ
                        πρόσθεν, καὶ πονεέτω κατὰ ταὐτὰ καὶ ῥηῖζέτω, καὶ μετεπιδείσθω <pb n="484"/>
                        ὡσαύτως· καὶ ναρθήκων πρόσθεσις ἡ αὐτή. Κρατύνεται δὲ <lb/>ὁ μηρὸς ἐν
                        πεντήκοντα ἡμέρῃσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Προσξυνιέναι δὲ χρὴ καὶ τόδε, ὅτι ὁ μηρὸς γαῦσός ἐστιν ἐς <lb/>τὸ ἔξω
                        μέρος, ἢ ἐς τὸ ἔσω, καὶ ἐς τὸ ἔμπροσθεν μᾶλλον, ἢ ἐς τοὔπισθεν· <lb/>ἐς
                        ταῦτα τοίνυν τὰ μέρεα καὶ διαστρέφεται, ἐπὴν μὴ καλῶς <lb/>ἰητρεύηται· καὶ
                        δὴ καὶ κατὰ ταῦτα ἀσαρκότερος αὐτὸς ἑωυτοῦ <lb/>ἐστιν, ὥστε οὐδὲ ξυγκρύπτειν
                        δύνανται ἐν τῇ διαστροφῇ. Ἢν <lb/>οὖν τι τοιοῦτον ὑποπτεύῃς, μηχανοποιέεσθαι
                        χρὴ οἷά περ ἐν τῷ βραχίονι <lb/>τῷ διεστραμμένῳ παρῄνηται. Προσπεριβάλλειν
                        δὲ χρὴ ὀλίγα <lb/>τῶν ὀθονίων κύκλῳ ἀμφὶ τὸ ἰσχίον καὶ τὰς ἰξύας, ὅκως ἂν
                        <lb/>οἱ βουβῶνές τε καὶ τὸ ἄρθρον τὸ κατὰ τὴν πλιχάδα καλεομένην <pb n="486"/> προσεπιδέηται· καὶ γὰρ ἄλλως ξυμφέρει, καὶ ὅκως μὴ τὰ ἄκρεα <lb/>τῶν
                        ναρθήκων σίνηται πρὸς τὰ ἀνεπίδετα προσβαλλόμενα. Ἀπολείπειν <lb/>δὲ χρὴ ἀπὸ
                        τοῦ γυμνοῦ αἰεὶ τοὺς νάρθηκας, καὶ ἔνθεν καὶ <lb/>ἔνθεν, ἱκανῶς· καὶ τὴν
                        θέσιν αἰεὶ τῶν ναρθήκων προμηθέεσθαι <lb/>χρὴ, ὅκως μήτε κατὰ τὸ ὀστέον, τῶν
                        ἐξεχόντων παρὰ τὰ ἄρθρα <lb/>φύσει πεφυκότων, μήτε τὸ νεῦρον ἔσται. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>