<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg007.1st1K-grc1:14</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg007.1st1K-grc1:14</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg007.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ὅταν οὖν τάμνῃς ἕλκος ἐν κεφαλῇ ὀστέων εἵνεκα τῆς <lb/>σαρκὸς ἐψιλωμένων,
                        θέλων εἰδέναι εἴ τι ἔχει τὸ ὀστέον κακὸν ὑπὸ <lb/>τοῦ βέλεος, ἢ καὶ οὐκ
                        ἔχει, τάμνειν χρὴ τὸ μέγεθος τὴν ὠτειλὴν, <lb/>ὅση ἂν δοκέῃ ἀποχρῆναι.
                        Τάμνοντα δὲ χρὴ ἀναστεῖλαι <lb/>τὴν σάρκα ἀπὸ τοῦ ὀστέου, ᾗ πρὸς τῇ μήνιγγι
                        καὶ πρὸς τῷ ὀστέῳ <pb n="236"/> πέφυκεν· ἔπειτα διαμοτῶσαι τὸ ἕλκος πᾶν
                        μοτῷ, ὅστις εὐρύτατον <lb/>τὸ ἕλκος παρέξει ἐς τὴν ὑστεραίην ξὺν ἐλαχίστῳ
                        πόνῳ· <lb/>μοτώσαντα δὲ καταπλάσματι χρῆσθαι, ὅσον ἂν χρόνον καὶ <lb/>τῷ
                        μοτῷ, μάζην ἐκ λεπτῶν ἀλφίτων ἐν ὄξει διαμάσσειν, <lb/>ἢ ἕψειν καὶ γλίσχρην
                        ποιέειν ὡς μάλιστα. Τῇ δ᾿ ὑστεραίῃ <lb/>ἡμέρῃ, ἐπειδὰν ἐξέλῃς τὸν μοτὸν,
                        κατιδὼν τὸ ὀστέον ὅ τι πέπονθεν, <lb/>ἐὰν μή σοι καταφανὴς ᾖ ἡ τρῶσις, ὁκοίη
                        τίς ἐστιν ἐν τῷ <lb/>ὀστέῳ, μηδὲ διαγινώσκῃς εἴ τέ τι ἔχει τὸ ὀστέον κακὸν
                        ἐν ἑωυτέῳ, <lb/>ἢ καὶ οὐκ ἔχει, τὸ δὲ βέλος δοκέῃ ἀφικέσθαι ἐς τὸ ὀστέον καὶ
                        <lb/>σίνασθαι, ἐπιξύειν χρὴ τῷ ξυστῆρι κατὰ βάθος καὶ κατὰ μῆκος <lb/>τοῦ
                        ἀνθρώπου ὡς πέφυκε, καὶ αὖθις ἐπικάρσιον τὸ ὀστέον, <lb/>τῶν ῥηξίων εἵνεκα
                        τῶν ἀφανέων ἰδεῖν, καὶ τῆς φλάσιος εἵνεκα <lb/>τῆς ἀφανέος, τῆς οὐκ
                        ἐσφλωμένης ἔσω ἐκ τῆς φύσιος τῆς κεφαλῆς <lb/>τοῦ ἄλλου ὀστέου. Ἐξελέγχει
                        γὰρ ἡ ξύσις μάλα τὸ κακὸν, <lb/>ἢν μὴ καὶ ἄλλως καταφανέες ἔωσιν αὗται αἱ
                        πάθαι ἐοῦσαι ἐν <pb n="238"/> τῷ ὀστέῳ. Καὶ ἢν ἕδρην ἴδῃς ἐν τῷ ὀστέῳ τοῦ
                        βέλεος, ἐπιξύειν χρὴ <lb/>αὐτήν τε τὴν ἕδρην, καὶ τὰ περιέχοντα αὐτὴν ὀστέα,
                        μὴ πολλάκις <lb/>τῇ ἕδρῃ προσγένηται ῥῆξις καὶ φλάσις, ἢ μούνη φλάσις,
                        <lb/>ἔπειτα λανθάνῃ οὐ καταφανέα ἐόντα. Ἐπειδὰν δὲ ξύσῃς <lb/>τὸ ὀστέον τῷ
                        ξυστῆρι, ἢν μὲν δοκέῃ ἐς πρίσιν ἀφίκειν ἡ <lb/>τρῶσις τοῦ ὀστέου, πρίειν
                        χρὴ, καὶ οὐ δεῖ τὰς τρεῖς ἡμέρας <lb/>μὴ ὑπερβάλλειν ἀπρίωτον, ἀλλ᾿ ἐν
                        ταύτῃσι πρίειν, ἄλλως <lb/>τε καὶ τῆς θερμῆς ὥρης, ἢν ἐξ ἀρχῆς λαμβάνῃς τὸ
                        ἴημα. <lb/>Ἢν δὲ ὑποπτεύσῃς μὲν τὸ ὀστέον ἐῤῥωγέναι, ἢ πεφλάσθαι, ἢ
                        <lb/>ἀμφότερα ταῦτα, τεκμαιρόμενος, ὅτι ἰσχυρῶς τετρωται, ἐκ τῶν λόγων
                        <lb/>τοῦ τρωματίου, καὶ ὅτι ὑπὸ ἰσχυροτέρου τοῦ τρώσαντος, ἢν <lb/>ἕτερος
                        ὑφ᾿ ἑτέρου τρωθῇ, καὶ τὸ βέλος ὅτῳ ἐτρώθη, ὅτι τῶν κακούργων <lb/>βελέων ἦν,
                        ἔπειτα τὸν ἄνθρωπον ὅτι δῖνός τε ἔλαβε καὶ <lb/>σκότος, καὶ ἐκαρώθη καὶ
                        κατέπεσεν· τούτων δὲ οὕτω <lb/>γιγνομένων, ἢν μὴ διαγινώσκῃς εἰ ἔῤῥωγε τὸ
                        ὀστέον, ἢ πέφλασται, <lb/>ἢ καὶ ἀμφότερα ταῦτα, μήτε ὅλως ὁρᾷν δύνῃ, δεῖ δὴ,
                            <pb n="240"/> ἐπὶ τὸ ὀστέον τὸ τηκτὸν τὸ μελάντατον δεύσαντα, τῷ μέλανι
                        φαρμάκῳ <lb/>τῷ τηκομένῳ στεῖλαι τὸ ἕλκος, ὑποτείναντα ὀθόνιον, ἐλαίῳ
                        <lb/>τέγξαντα, εἶτα καταπλάσαντα τῇ μάζῃ ἐπιδῆσαι· τῇ δ᾿ ὑστεραίῃ,
                        <lb/>ἀπολύσαντα, ἐκκαθήραντα τὸ ἕλκος, ἐπιξῦσαι. Καὶ ἢν μὴ <lb/>ᾖ ὑγιὲς,
                        ἀλλ᾿ ἐῤῥώγῃ καὶ πεφλασμένον ᾖ, τὸ μὲν ἄλλο ἔσται ὀστέον <lb/>λευκὸν
                        ἐπιξυόμενον· ἡ δὲ ῥωγμὴ καὶ ἡ φλάσις, κατατακέντος τοῦ <pb n="242"/>
                        φαρμάκου, δεξαμένη τὸ φάρμακον ἐς ἑωυτὴν μέλαν ἐὸν, ἔσται <lb/>μέλαινα ἐν
                        λευκῷ τῷ ὀστέῳ τῷ ἄλλῳ. Ἀλλὰ χρὴ αὖθις τὴν <lb/>ῥωγμὴν ταύτην φανεῖσαν
                        μέλαιναν ἐπιξέειν κατὰ βάθος· καὶ <lb/>ἢν μὲν ἐπιξύων τὴν ῥωγμὴν ἐξέλῃς καὶ
                        ἀφανέα ποιήσῃς, φλάσις <lb/>μὲν γεγένηται τοῦ ὀστέου ἢ μᾶλλον ἢ ἧσσον, ἥτις
                        περιέῤῥηξε καὶ <lb/>τὴν ῥωγμὴν τὴν ἀφανισθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ξυστῆρος· ἧσσον δὲ
                        φοβερὸν <lb/>καὶ ἧσσον ἂν πρῆγμα ἀπ᾿ αὐτέης γένοιτο ἀφανισθείσης τῆς ῥωγμῆς.
                        <lb/>Ἢν δὲ κατὰ βάθος ᾖ καὶ μὴ ἐθέλῃ ἐξιέναι ἐπιξυομένη, ἀφίκει ἐς
                        <lb/>πρίσιν ἡ τοιαύτη ξυμφορή. Ἀλλὰ χρὴ πρίσαντα τὰ λοιπὰ ἰητρεύειν <lb/>τὸ
                        ἔλκος. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>