<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg007.1st1K-grc1:1-20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg007.1st1K-grc1:1-20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg007.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ ΚΕΦΑΛΗ ΤΡΩΜΑΤΩΝ.</head><p>1. Τῶν ἀνθρώπων αἱ κεφαλαὶ οὐδὲν ὁμοίως σφίσιν αὐταῖς, <lb/>οὐδὲ αἱ ῥαφαὶ τῆς
                        κεφαλῆς πάντων κατὰ ταὐτὰ πεφύκασιν. Ἀλλ᾿ <lb/>ὅστις μὲν ἔχει ἐκ τοῦ
                        ἔμπροσθεν τῆς κεφαλῆς προβολὴν (ἡ δὲ προβολή <lb/>ἐστι τὸ τοῦ ὀστέου ἐξέχον
                        στρογγύλον παρὰ τὸ ἄλλο), τουτέου <lb/>εἰσὶν αἱ ῥαφαὶ πεφυκυῖαι ἐν τῇ
                        κεφαλῇ, ὡς γράμμα τὸ ταῦ, <lb/>Τ, γράφεται· τὴν μὲν γὰρ βραχυτέρην γραμμὴν
                        ἔχει πρὸ τῆς προβολῆς <lb/>ἐπικαρσίην πεφυκυῖαν· τὴν δ᾿ ἑτέρην γραμμὴν ἔχει
                        διὰ <lb/>μέσης τῆς κεφαλῆς κατὰ μῆκος πεφυκυῖαν ἐς τὸν τράχηλον αἰεί.
                        <lb/>Ὅστις δ᾿ ὄπισθεν τῆς κεφαλῆς τὴν προβολὴν ἔχει, αἱ ῥαφαὶ τουτέῳ
                        <lb/>πεφύκασι τἀναντία ἢ τῷ προτέρῳ· ἡ μὲν γὰρ βραχυτέρη γραμμὴ <lb/>πρὸ τῆς
                        προβολῆς πέφυκεν ἐπικαρσίη· ἡ δὲ μακροτέρη διὰ μέσης <lb/>τῇς κεφαλῆς πέφυκε
                        κατὰ μῆκος ἐς τὸ μέτωπον αἰεί. Ὅστις δὲ <lb/>ἀμφοτέρωθεν τῆς κεφαλῆς
                        προβολὴν ἔχει, ἐκ τε τοῦ ἔμπροσθεν καὶ <pb n="184"/> ἐκ τοῦ ὄπισθεν, τουτέῳ
                        αἱ ῥαφαί εἰσιν ὁμοίως πεφυκυῖαι ὡς <lb/>γράμμα τὸ ἦτα, Η, γράφεται· πεφύκασι
                        δὲ τῶν γραμμέων αἱ <lb/>μὲν μακραὶ, πρὸ τῆς προβολῆς ἑκατέρης ἐπικάρσιαι
                        πεφυκυῖαι· <lb/>ἡ δὲ βραχείη διὰ μέσης τῆς κεφαλῆς κατὰ μῆκος πρὸς ἑκατέρην
                        <lb/>τελευτῶσα τὴν μακρὴν γραμμήν. Ὅστις δὲ μηδ᾿ ἑτέρωθι <lb/>μηδεμίαν
                        προβολὴν ἔχει, οὗτος ἔχει τὰς ῥαφὰς τῆς κεφαλῆς, <lb/>ὡς γράμμα τὸ χῖ, Χ,
                        γράφεται· πεφύκασι δὲ αἱ γραμμαὶ, ἡ μὲν <lb/>ἑτέρη ἐπικαρσίη πρὸς τὸν
                        κρόταφον ἀφίκουσα· ἡ δὲ ἑτέρη, κατὰ <lb/>μῆκος διὰ μέσης τῆς κεφαλῆς.
                        Δίπλοον δ᾿ ἐστὶ τὸ ὐστέον κατὰ μέσην <lb/>τὴν κεφαλήν· σκληρότατον δὲ καὶ
                        πυκνότατον αὐτέου πέφυκεν τό <lb/>τε ἀνώτατον, ᾗ ἡ ὁμοχροίη τοῦ ὀστέου ἡ ὑπὸ
                        τῇ σαρκὶ, <pb n="186"/> καὶ τὸ κατώτατον τὸ πρὸς τῇ μήνιγγι, ᾗ ἡ ὁμοχροίη
                        τοῦ <lb/>ὀστέου ἡ κάτω· ἀποχωρέον δὲ ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου ὀστέου καὶ <lb/>τοῦ
                        κατωτάτου, ἀπὸ τῶν σκληροτάτων καὶ πυκνοτάτων ἐπὶ τὸ <lb/>μαλθακώτερον καὶ
                        ἧσσον πυκνὸν καὶ ἐπικοιλότερον ἐς τὴν <lb/>διπλόην αἰεί. Ἡ δὲ διπλόη
                        κοιλότατον καὶ μαλθακώτατον καὶ <pb n="188"/> μάλιστα σηραγγῶδές ἐστιν. Ἔστι
                        δὲ καὶ πᾶν τὸ ὀστέον τῆς <lb/>κεφαλῆς, πλὴν κάρτα ὀλίγου τοῦ τε ἀνωτάτου καὶ
                        τοῦ κατωτάτου, <lb/>σπόγγῳ ὅμοιον· καὶ ἔχει τὸ ὀστέον ἐν ἑωυτῷ ὁκοῖα σαρκία
                        <lb/>πολλὰ καὶ ὑγρὰ, καὶ εἴ τις αὐτὰ διατρίβοι τοῖσι δακτύλοισιν, αἷμα
                        <lb/>ἂν διαγίγνοιτο ἐξ αὐτέων. Ἔνι δ᾿ ἐν τῷ ὀστέῳ καὶ φλέβια <lb/>λεπτότερα
                        καὶ κοιλότερα, αἵματος πλέα. Σκληρότητος μὲν οὖν <lb/>καὶ μαλθακότητος καὶ
                        κοιλότητος ὧδε ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Παχύτητι δὲ καὶ λεπτότητι, ξυμπάσης τῆς κεφαλῆς τὸ <lb/>ὀστέον λεπτότατόν
                        ἐστιν καὶ ἀσθενέστατον τὸ κατὰ βρέγμα, καὶ <lb/>σάρκα ὀλιγίστην καὶ
                        λεπτοτάτην ἔχει ἐφ᾿ ἑωυτέῳ ταύτῃ τῆς <lb/>κεφαλῆς τὸ ὀστέον, καὶ ὁ ἐγκέφαλος
                        κατὰ τοῦτο τῆς κεφαλῆς <lb/>πλεῖστος ὕπεστιν. Καὶ δὴ, ὅτι οὕτω ταῦτα ἔχει,
                        τῶν τε τρωσίων <pb n="190"/> καὶ τῶν βελέων ἴσων τε ἐόντων κατὰ μεγέθος, καὶ
                        ἐλασσόνων, <lb/>καὶ ὁμοίως τε τρωθεὶς καὶ ἧσσον, τὸ ὀστέον ταύτῃ τῆς κεφαλῆς
                        <lb/>φλᾶταί τε μᾶλλον καὶ ῥήγνυται, καὶ ἔσω ἐσφλᾶται, καὶ θανασιμώτερά
                        <lb/>ἐστι καὶ χαλεπώτερα ἰητρεύεσθαί τε καὶ ἐκφυγγάνειν <lb/>τὸν θάνατον
                        ταύτῃ ἤπου ἄλλοθι τῆς κεφαλῆς· ἐξίσων τε <lb/>ἐόντων τῶν τρωμάτων καὶ
                        ἡσσόνων, καὶ ὁμοίως τε τρωθεὶς καὶ <lb/>ἧσσον, ἀποθνήσκει ὁ ἄνθρωπος, ὁταν
                        καὶ ἄλλως μέλλῃ ἀποθανεῖσθαι <lb/>ἐκ τοῦ τρώματος, ἐν ἐλάσσονι χρόνῳ ὁ ταύτῃ
                        ἔχων τὸ <lb/>τρῶμα τῆς κεφαλῆς, ἤπου ἄλλοθι. Ὁ γὰρ ἐγκέφαλος τάχιστά τε
                        <lb/>καὶ μάλιστα κατὰ τὸ βρέγμα αἰσθάνεται τῶν κακῶν τῶν γιγνομένων <lb/>ἔν
                        τε τῇ σαρκὶ καὶ τῷ ὀστέῳ· ὑπὸ λεπτοτάτῳ γὰρ ὀστέῳ <lb/>ἐστὶ ταύτῃ ὁ
                        ἐγκέφαλος καὶ ὀλιγίστῃ σαρκὶ, καὶ ὁ πλεῖστος <lb/>ἐγκέφαλος ὑπὸ τῷ βρέγματι
                        κεῖται. Τῶν δὲ ἄλλων τὸ κατὰ τοὺς <lb/>κροτάφους ἀσθενέστατόν ἐστιν· ξυμβολή
                        τε γὰρ τῆς κάτω γνάθου <lb/>πρὸς τὸ κρανίον, καὶ κίνησις ἔνεστιν ἐν τῷ
                        κροτάφῳ ἄνω καὶ κάτω <lb/>ὥσπερ ἄρθρου· καὶ ἡ ἀκοὴ πλησίον γίγνεται αὐτέου,
                        καὶ φλὲψ <lb/>διὰ τοῦ κροτάφου τέταται κοίλη τε καὶ ἰσχυρή. Ἰσχυρότερον δ᾿
                        <lb/>ἐστὶ τῆς κεφαλῆς τὸ ὀστέον ἅπαν τὸ ὄπισθεν τῆς κορυφῆς καὶ τῶν <pb n="192"/> οὐάτων, ἢ ἅπαν τὸ πρόσθεν, καὶ σάρκα πλέονα καὶ βαθυτέρην
                        <lb/>ἐφ᾿ ἑωυτέῳ ἔχει τοῦτο τὸ ὀστέον. Καὶ δὴ, τουτέων οὕτως <lb/>ἐχόντων ὑπὸ
                        τῶν τε τρωσίων καὶ τῶν βελέων ἴσων ἐόντων καὶ <lb/>ὁμοίων, καὶ μεζόνων, καὶ
                        ὁμοίως τιτρωσκόμενος καὶ μᾶλλον, <lb/>ταύτῃ τῆς κεφαλῆς τὸ ὀστέον ἧσσον
                        ῥήγνυται καὶ φλᾶται ἔσω· <lb/>κἢν μέλλῃ ὥνθρωπος ἀποθνήσκειν καὶ ἄλλως ἐκ
                        τοῦ τρώματος, <lb/>ἐν τῷ ὄπισθεν τῆς κεφαλῆς ἔχων τὸ τρῶμα, ἐν πλέονι χρόνῳ
                        <lb/>ἀποθανεῖται· ἐν πλέονι γὰρ χρόνῳ τὸ ὀστέον ἐμπυΐσκεταί τε καὶ
                        <lb/>διαπυΐσκεται κάτω ἐπὶ τὸν ἐγκέφαλον διὰ τὴν παχύτητα τοῦ ὀστέου,
                        <lb/>καὶ ἐλάσσων ταύτῃ τῆς κεφαλῆς ὁ ἐγκέφαλος ὕπεστι, καὶ πλέονες
                        <lb/>ἐκφυγγάνουσι τὸν θάνατον τῶν ὄπισθεν τιτρωσκομένων τῆς κεφαλῆς <lb/>ὡς
                        ἐπιτοπολὺ, ἢ τῶν ἔμπροσθεν. Καὶ ἐν χειμῶνι πλέονα χρόνον <lb/>ζῇ ὥνθρωπος ἢ
                        ἐν θέρει, ὅστις καὶ ἄλλως μέλλει ἀποθανεῖσθαι <lb/>ἐκ τοῦ τρώματος, ὁκουοῦν
                        τῆς κεφαλῆς ἔχων τὸ <lb/>τρῶμα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Αἱ δὲ ἕδραι τῶν βελέων τῶν ὀξέων καὶ κουφοτέρων, αὐταὶ <pb n="194"/> ἐπὶ
                        σφῶν αὐτέων γινόμεναι ἐν τῷ ὀστέῳ, ἄνευ ῥωγμῆς τε <lb/>καὶ φλάσιος, ἢ ἔσω
                        ἐσφλάσιος (αὗται δὲ γίνονται ὁμοίως <lb/>ἔν τε τῷ ἔμπροσθεν τῆς κεφαλῆς, καὶ
                        ἐν τῷ ὄπισθεν), ἐκ τουτέων <lb/>ὁ θάνατος οὐ γίνεται κατά γε δίκην, οὐδ᾿ ἢν
                        γένηται. <lb/>Ῥαφὴ δὲ ἐν ἕλκει φανεῖσα, ὀστέου ψιλωθέντος, πανταχοῦ τῆς
                        κεφαλῆς <lb/>τοῦ ἕλκεος γενομένου, ἀσθενέστατον γίγνεται τῇ τρώσει καὶ
                        <lb/>τῷ βέλει ἀντέχειν, εἰ τύχοι τὸ βέλος ἐς αὐτὴν τὴν ῥαφὴν <lb/>στηριχθέν·
                        πάντων δὲ μάλιστα ἐν τῷ βρέγματι γενόμενον κατὰ <lb/>τὸ ἀσθενέστατον τῆς
                        κεφαλῆς, καὶ αἱ ῥαφαὶ εἰ τύχοιεν ἐοῦσαι περὶ <lb/>τὸ ἕλκος, καὶ τὸ βέλος
                        αὐτέων τύχοι τῶν ῥαφῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Τιτρώσκεται δὲ ὀστέον τὸ ἐν τῇ κεφαλῇ τοσούσδε τρόπους· <lb/>τῶν δὲ τρόπων
                        ἑκάστου πλέονες ἰδέαι γίγνονται τοῦ κατήγματος <pb n="196"/> ἐν τῇ τρώσει.
                        Ὀστέον ῥήγνυται τιτρωσκόμενον, καὶ τῷ περιέχοντι <lb/>ὀστέῳ τὴν ῥωγμὴν,
                        ἀνάγκη φλάσιν προσγίγνεσθαι, ἤνπερ ῥαγῇ· <lb/>τῶν γὰρ βελέων ὅ τι περ
                        ῥήγνυσι τὸ ὀστέον, τὸ αὐτὸ τοῦτο καὶ <lb/>φλᾷ τὸ ὀστέον ἢ μᾶλλον, ἢ ἧσσον,
                        αὐτό τε ἐν ᾧπερ καὶ ῥήγνυσι <lb/>τὴν ῥωγμὴν, καὶ τὰ περιέχοντα ὀστέα τὴν
                        ῥωγμήν· εἷς οὗτος τρόπος. <lb/>Ἰδέαι δὲ ῥωγμέων παντοῖαι γίγνονται· καὶ γὰρ
                        <lb/>λεπτότεραί τε καὶ λεπταὶ πάνυ, ὥστε οὐ καταφανέες γίγνονται <lb/>ἔστιν
                        αἳ τῶν ῥωγμέων, οὔτε αὐτίκα μετὰ τὴν τρῶσιν, <lb/>οὔτ᾿ ἐν τῇσιν ἡμέρῃσιν, ἐν
                        ᾗσιν ἂν καὶ πλέον ὄφελος γένοιτο ἐκ <pb n="200"/> τούτου τῷ ἀνθρώπῳ· αἱ δ᾿
                        αὖ παχύτεραί τε καὶ εὐρύτεραι ῥήγνυνται <lb/>τῶν ῥωγμέων· ἔνιαι δὲ καὶ πάνυ
                        εὐρέαι. Ἔστι δὲ αὐτέων <lb/>καὶ αἳ μὲν ἐπὶ μακρότερον ῥήγνυνται, αἳ δὲ ἐπὶ
                        βραχύτερον. <lb/>Καὶ αἱ μὲν ἰθύτεραί τε καὶ ἰθεῖαι πάνυ, αἱ δὲ καμπυλώτεραί
                        <lb/>τε καὶ καμπύλαι· καὶ βαθύτεραί τε ἐς τὸ κάτω καὶ διὰ παντὸς <lb/>τοῦ
                        ὀστέου, καὶ ἧσσον βαθεῖαι ἐς τὸ κάτω, καὶ οὐ διὰ παντὸς τοῦ <lb/>ὀστέου.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Φλασθείη δ᾿ ἂν τὸ ὀστέον μένον ἐν τῇ ἑωυτοῦ φύσει, <lb/>καὶ ῥωγμὴ τῇ
                        φλάσει οὐκ ἂν προσγένοιτο ἐν τῷ ὀστέῳ οὐδεμία· <lb/>δεύτερος οὗτος τρόπος.
                        Ἰδέαι δὲ τῆς φλάσιος πλείους γίγνονται· <lb/>καὶ γὰρ μᾶλλόν τε καὶ ἧσσον
                        φλᾶται, καὶ ἐς βαθύτερόν τε <lb/>καὶ διὰ παντὸς τοῦ ὀστέου, καὶ ἧσσον ἐς
                        βαθὺ, καὶ οὐ διὰ παντὸς <lb/>τοῦ ὀστέου, καὶ ἐπὶ πλέον τε καὶ ἔλασσον μήκεός
                        τε καὶ πλατύτητος. <lb/>Ἀλλ᾿ οὐ τουτέων τῶν ἰδεῶν οὐδεμίαν ἐστὶν ἰδόντα
                        <lb/>τοῖσιν ὀφθαλμοῖσι γνῶναι, ὁκοίη τίς ἐστι τὴν ἰδέην, καὶ ὁκόση <pb n="202"/> τις τὸ μέγεθος· οὐδὲ γὰρ εἰ πέφλασται, ἢ μὴ πέφλασται, ἐόντων
                        <lb/>πεφλασμένων καὶ τοῦ κακοῦ γεγενημένου, γίγνεται τοῖσιν <lb/>ὀφθαλμοῖσι
                        καταφανὲς ἰδεῖν αὐτίκα μετὰ τὴν τρῶσιν, ὥσπερ οὐδὲ <lb/>τῶν ῥωγμέων ἔνιαι
                        ἑκὰς ἐοῦσαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Καὶ ἐῤῥωγότος τοῦ ὀστέου, ἐσφλᾶται τὸ ὀστέον ἐκ τῆς <pb n="204"/> φύσιος
                        τῆς ἑωυτοῦ ἔσω σὺν ῥωγμῇσιν· ἄλλως γὰρ οὐκ ἂν ἐσφλασθείη· <lb/>τὸ γὰρ
                        ἐσφλώμενον, ἀποῤῥηγνύμενόν τε καὶ καταγνύμενον, <lb/>ἐσφλᾶται ἔσω ἀπὸ τοῦ
                        ἄλλου ὀστέου μένοντος ἐν τῇ φύσει τῇ ἑωυτοῦ· <lb/>καὶ δὴ οὕτω ῥωγμὴ ἂν
                        προσείη τῇ ἐσφλάσει· τρίτος οὗτος τρόπος. <lb/>Ἐσφλᾶται δὲ τὸ ὀστέον πολλὰς
                        ἰδέας· καὶ γὰρ ἐπὶ πλέον τοῦ <lb/>ὀστέου καὶ ἐπ᾿ ἔλασσον, καὶ μᾶλλόν τε καὶ
                        ἐς βαθύτερον κάτω, καὶ <lb/>ἧσσόν τε καὶ ἐπιπολαιότερον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Καὶ ἕδρης γενομένης ἐν τῷ ὀστέῳ βέλεος, προσγένοιτο ἂν <lb/>ῥωγμὴ τῇ
                        ἑδραίῃ· καὶ φλάσιν προσγενέσθαι ἀναγκαῖόν ἐστιν, ἢ <pb n="206"/> μᾶλλον, ἢ
                        ἧσσον, ἤνπερ καὶ ῥωγμὴ προσγένηται, ἐνθάπερ ἡ ἕδρη <lb/>ἐγένετο καὶ ἡ ῥωγμὴ,
                        καὶ ἐν τῷ ὀστέῳ τῷ περιέχοντι τήν τε ἕδρην <lb/>καὶ τὴν ῥωγμήν· τέταρτος
                        οὗτος τρόπος. Καὶ ἕδρη μὲν ἂν γένοιτο, <lb/>φλάσιν ἔχουσα τοῦ ὀστέου περὶ
                        αὐτὴν, ῥωγμὴ δὲ οὐκ ἂν προσγένοιτο <pb n="208"/> τῇ ἕδρῃ καὶ τῇ φλάσει ὑπὸ
                        τοῦ βέλεος. Καὶ ἕδρη δὲ τοῦ βέλεος <lb/>γίγνεται ἐν τῷ ὀστέῳ· ἕδρη δὲ
                        καλέεται, ὅταν, μένον τὸ ὀστέον <lb/>ἐν τῇ ἑωυτοῦ φύσει, τὸ βέλος στηρίξαν
                        ἐς τὸ ὀστέον δῆλον ποιήσῃ <lb/>ὅκου ἐστήριξεν. Ἐν δὲ τῷ τρόπῳ ἑκάστῳ πλέονες
                        ἰδέαι γίγνονται· <lb/>καὶ περὶ μὲν φλάσιός τε καὶ ῥωγμῆς, ἢν ἄμφω ταῦτα
                        <lb/>προσγένηται τῇ ἕδρῃ, καὶ ἢν φλάσις μούνη γένηται, ἤδη πέφρασται,
                        <lb/>ὅτι πολλαὶ ἰδέαι γίνονται καὶ τῆς φλάσιος καὶ τῆς ῥωγμῆς. <lb/>Ἡ δὲ
                        ἕδρη αὐτὴ ἐφ᾿ ἑωυτῆς γίνεται, μακροτέρη καὶ βραχυτέρη <lb/>ἐοῦσα, καὶ
                        καμπυλωτέρη, καὶ ἰθυτέρη, καὶ κυκλοτερής· καὶ <lb/>πολλαὶ ἄλλαι ἰδέαι τοῦ
                        τοιουτέου τρόπου, ὁκοῖον ἄν τι καὶ τὸ <lb/>σχῆμα τοῦ βέλεος ᾖ· αὐταὶ δὲ καὶ
                        βαθύτεραι τὸ κάτω καὶ <lb/>μᾶλλον καὶ ἧσσον, καὶ στενότεραι, καὶ εὐρύτεραι,
                        καὶ πάνυ εὐρέαι. <lb/>Ἣ διακέκοπται διακοπὴ δ᾿, ὁκοσητισοῦν γιγνομένη
                        <lb/>μήκεός τε καὶ εὐρήτητος ἐν τῷ ὀστέῳ, ἕδρη ἐστὶν, ἢν τὰ ἄλλα <pb n="210"/> ὀστέα τὰ περιέχοντα τὴν διακοπὴν μένῃ ἐν τῇ φύσει τῇ ἑωυτέων, <lb/>καὶ μὴ
                        ξυνεσφλᾶται τῇ διακοπῇ ἔσω ἐκ τῆς φύσιος τῆς <lb/>ἑωυτέων· οὕτω δ᾿ ἔσφλασις
                        ἂν εἴη, καὶ οὐκ ἔτι ἕδρη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ὀστέον τιτρώσκεται ἄλλῃ τῆς κεφαλῆς, ἢ ᾗ τὸ ἕλκος <lb/>ἔχει ὥνθρωπος, καὶ
                        τὸ ὀστέον ἐψιλώθη τῆς σαρκός· πέμπτος <lb/>οὗτος τρόπος. Καὶ ταύτην τὴν
                        ξυμφορὴν, ὅταν γένηται, οὐκ ἂν <lb/>ἔχοις ὠφελῆσαι οὐδέν. Οὐδὲ γὰρ, εἰ
                        πέπονθε τὸ κακὸν τοῦτο, οὐκ <lb/>ἔστιν ὅκως χρὴ αὐτὸν ἐξελέγξαντα εἰδέναι εἰ
                        πέπονθε τὸ κακὸν <lb/>τοῦτο ὥνθρωπος, οὐδ᾿ ὅκοι τῆς κεφαλῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Τούτων τῶν τρόπων τῆς κατήξιος ἐς πρίσιν ἀφήκει, ἤ τε <lb/>φλάσις ἡ ἀφανὴς
                        ἰδεῖν, καὶ ἤν πως τύχῃ φανερὴ γενομένη, καὶ <lb/>ἡ ῥωγμὴ ἡ ἀφανὴς ἰδεῖν, καὶ
                        ἢν φανερὴ ᾖ. Καὶ ἢν, ἕδρης <lb/>γενομένης τοῦ βέλεος ἐν τῷ ὀστέῳ,
                        προσγένηται ῥωγμὴ καὶ φλάσις <lb/>τῇ ἕδρῃ, καὶ ἢν φλάσις μοῦνον προσγένηται
                        ἄνευ ῥωγμῆς τῇ ἕδρῃ, <lb/>καὶ αὕτη ἐς πρίσιν ἀφήκει. Τὸ δ᾿ ἔσω ἐσφλώμενον
                        ὀστέον ἐκ τῆς <lb/>φύσιος τῆς ἑωυτοῦ, ὀλίγα τῶν πολλῶν πρίσιος προσδεῖται·
                            <pb n="212"/> καὶ τὰ μάλιστα ἐσφλασθέντα καὶ μάλιστα καταῤῥαγέντα, ταῦτα
                        <lb/>πρίσιος ἥκιστα κέχρηται· οὐδὲ ἕδρη αὐτὴ ἐφ᾿ ἑωυτῆς <lb/>γενομένη ἄτερ
                        ῥωγμῆς καὶ φλάσιος, οὐδὲ οὐτὴ πρίσιος δεῖται· <lb/>οὐδ᾿ ἡ διακοπὴ, ἢν μεγάλη
                        καὶ εὐρέη, οὐδ᾿ αὐτή· διακοπὴ <lb/>γὰρ καὶ ἕδρη τωὐτόν ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Πρῶτον δὲ χρὴ τὸν τρωματίην σποπεῖσθαι, ὅπη ἔχει τὸ <lb/>τρῶμα τῆς
                        κεφαλῆς, ἐἴτ᾿ ἐν τοῖσιν ἐσχυροτέροισιν, εἴτ᾿ ἐν τοῖσιν <lb/>ἀσθενεστέροισι,
                        καὶ τὰς τρίχας καταμανθάνειν τὰς περὶ τὸ ἕλκος, εἰ <lb/>διακεκόφαται ὑπὸ τοῦ
                        βέλεος, καὶ εἰ ἔσω ἤϊσαν ἐς τὸ τρῶμα· καὶ <lb/>ἢν τοῦτο ᾖ, φάναι κινδυνεύειν
                        τὸ ὀστέον ψιλὸν εἶναι τῆς σαρκὸς, καὶ <lb/>ἔχειν τι σίνος τὸ ὀστέον ὑπὸ τοῦ
                        βέλεος. Ταῦτα μὲν οὖν χρὴ <lb/>ἀπόπροσθεν σκεψάμενον λέξαι, μὴ ἁπτόμενον τοῦ
                        ἀνθρώπου· <lb/>ἁπτόμενον δ᾿ ἤδη πειρᾶσθαι εἰδέναι σάφα, εἴ ἐστι ψιλὸν τὸ
                        ὀστέον <lb/>τῆς σαρκὸς, ἢ οὔ· καὶ ἢν μὲν καταφανὲς ᾖ τοῖσιν ὀφθαλμοῖσι τὸ
                        <lb/>ὀστέον ψιλόν· εἰ δὲ μὴ, τῇ μήλῃ σκέπτεσθαι. Καὶ ἢν μὲν εὕρῃς <pb n="214"/> ψιλὸν ἐὸν τὸ ὀστέον τῆς σαρκὸς, καὶ μὴ ὑγιὲς ἀπὸ τοῦ τρώματος,
                        χρὴ <lb/>τοῦ ἐν τῷ ὀστέῳ ἐόντος τὴν διάγνωσιν πρῶτα ποιέεσθαι, ὁρέοντα
                        <lb/>ὅσον τέ ἐστι τὸ κακὸν, καὶ τίνος δεῖται ἔργου. Χρὴ δὲ καὶ ἐρωτᾷν
                        <lb/>τὸν τετρωμένον, ὅκως ἔπαθε καὶ τίνα τρόπον. Ἢν δὲ μὴ καταφανὲς <lb/>ᾖ
                        τὸ ὀστέον, εἰ ἔχει τι κακὸν ἢ μὴ ἔχει, πολλῷ ἔτι χρὴ <lb/>μᾶλλον τὴν
                        ἐρώτησιν ποιέεσθαι, ψιλοῦ ἐόντος τοῦ ὀστέου, τὸ τρῶμα <lb/>ὅκως ἐγένετο, καὶ
                        ὅντινα τρόπον· τὰς γὰρ φλάσιας καὶ τὰς <lb/>ῥωγμὰς τὰς οὐ φαινομένας ἐν τῷ
                        ὀστέῳ, ἐνεούσας δὲ, ἐκ τῆς ὑποκρίσιος <lb/>τοῦ τετρωμένου πρῶτον
                        διαγινώσκειν πειρῆσθαι, εἴ τι πέπονθε <lb/>τουτέων τὸ ὀστέον ἢ οὐ πέπονθεν,
                        ἔπειτα δὲ καὶ λόγῳ καὶ <lb/>ἔργῳ ἐξελέγχειν πλὴν μηλώσιος. Μήλωσις γὰρ οὐκ
                        ἐξελέγχει, εἰ <lb/>πέπονθέ τι τουτέων τῶν κακῶν τὸ ὀστέον, καὶ εἴ τι ἔχει ἐν
                        <lb/>ἑωυτέῳ, ἢ οὐ πέπονθεν· ἀλλ᾿ ἕδρην τε τοῦ βέλεος ἐξελέγχει μήλωσις,
                        <lb/>καὶ ἢν ἐμφλασθῇ τὸ ὀστέον ἔσω ἐκ τῆς φύσιος τῆς ἑωυτέου, <lb/>καὶ ἢν
                        ἰσχυρῶς ῥαγῇ τὸ ὀστέον, ἅπερ καὶ τοῖσιν ὀφθαλμοῖσι <lb/>καταφανέα ἐστὶν
                        ὁρῶντα γιγνώσκειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ῥήγνυται δὲ τὸ ὀστέον τάς τε ἀφανέας ῥωγμὰς καὶ τὰς φανερὰς, <lb/>καὶ
                        φλᾶται τὰς ἀφανέας φλάσιας, καὶ ἐσφλᾶται ἔσω ἐκ τῆς <lb/>φύσιος τῆς ἑωυτέου,
                        μάλιστα ὅταν ἕτερος ὑφ᾿ ἑτέρου τιτρωσκόμενος <pb n="216"/> ἐπίτηδες τρωθῇ, ἢ
                        ὁκόταν, ἐπίτηδες τρῶσαι βουλόμενος ἢ <lb/>ἀέκων, ἐξ ὑψηλοτέρου γίγνηται ἡ
                        βολὴ ἢ ἡ πληγὴ, ὁκοτέρη ἂν ᾖ <lb/>μᾶλλον, ἢ ὅταν ἐξ ἰσοπέδου τοῦ χωρίου, καὶ
                        ἢν περικρατέῃ τῇ <lb/>χειρὶ τὸ βέλος, ἤν τε βάλλῃ, ἤν τε τύπτῃ, καὶ
                        ἰσχυρότερος ἐὼν <lb/>ἀσθενέστερον τιτρώσκῃ. Ὅσοι δὲ πίπτοντες τιτρώσκονται
                        <lb/>πρός τε τὸ ὀστέον καὶ αὐτὸ τὸ ὀστέον, ὁ ἀπὸ ὑψηλοτάτου πίπτων <lb/>καὶ
                        ἐπὶ σκληρότατον καὶ ἀμβλύτατον, τουτέῳ κίνδυνος τὸ <pb n="218"/> ὀστέον
                        ῥαγῆναι καὶ φλασθῆναι, καὶ ἔσω ἐσφλασθῆναι ἐκ τῆς <lb/>φύσιος τῆς ἑωυτέου·
                        τῷ δ᾿ ἐξ ἰσοπέδου μᾶλλον χωρίου πίπτοντι <lb/>καὶ ἐπὶ μαλθακώτερον, ἧσσον
                        ταῦτα πάσχει τὸ ὀστέον, ἢ <lb/>οὐκ ἂν πάθοι. Ὅσα δὲ ἐσπίπτοντα ἐς τὴν
                        κεφαλὴν βέλεα <lb/>τιτρώσκει πρὸς τὸ ὀστέον καὶ αὐτὸ τὸ ὀστέον, τὸ ἀπὸ
                        ὑψηλοτάτου <lb/>ἐμπεσὸν καὶ ἥκιστα ἐξ ἰσοπέδου, καὶ σκληρότατόν τε ἅμα
                        <lb/>καὶ ἀμβλύτατον καὶ βαρύτατον, καὶ ἥκιστα κοῦφον καὶ ἥκιστα ὀξὺ <lb/>καὶ
                        μαλθακὸν, τοῦτο ἂν ῥήξειε τὸ ὀστέον καὶ φλάσειεν. Καὶ μάλιστά <lb/>γε ταῦτα
                        πάσχειν τὸ ὀστέον κίνδυνος, ὅταν ταῦτά τε γίνηται, <lb/>καὶ ἐς ἰθὺ τρωθῇ,
                        καὶ κατ᾿ ἀντίον γένηται τὸ ὀστέον τοῦ βέλεος, <lb/>ἤν τε πληγῇ ἐκ χειρὸς, ἤν
                        τε βληθῇ, ἤν τέ τι ἐμπέσῃ αὐτέῳ, καὶ <lb/>ἢν αὐτὸς καταπεσὼν τρωθῇ, καὶ
                        ὁκωσοῦν τρωθεὶς κατ᾿ ἀντίον <lb/>γενομένου τοῦ ὀστέου τῷ βέλει. Τὰ δ᾿ ἐς
                        πλάγιον τοῦ ὀστέου <lb/>παρασύραντα βέλεα ἧσσον καὶ ῥήγνυσι τὸ ὀστέον, καὶ
                        φλᾷ, καὶ ἔσω <lb/>ἐσφλᾷ, κἢν ψιλωθῇ τὸ ὀστέον τῆς σαρκός· ἔνια γὰρ τῶν
                        τρωμάτων <lb/>τῶν οὕτω τρωθέντων οὐδὲ ψιλοῦται τὸ ὀστέον τῆς σαρκός. Τῶν
                        <lb/>δὲ βελέων ῥήγνυσι μάλιστα τὸ ὀστέον τάς τε φανερὰς ῥωγμὰς καὶ <pb n="220"/> τὰς ἀφανέας, καὶ φλᾶται καὶ ἐσφλᾷ ἔσω ἐκ τῆς φύσιος τῆς
                        ἑωυτέου <lb/>τὸ ὀστέον, τὰ στρογγύλα τε καὶ περιφερέα, καὶ ἀρτίστομα, ἀμβλέα
                        <lb/>τε ἐόντα καὶ βαρέα καὶ σκληρά· καὶ τὴν σάρκα ταῦτα φλᾶται, <lb/>καὶ
                        πέπειρον ποιέει, καὶ κόπτει· καὶ τὰ ἕλκεα γίνεται ὑπὸ τῶν <lb/>τοιουτέων
                        βελέων, ἔς τε πλάγιον καὶ ἐν κύκλῳ, ὑπόκοιλα, καὶ <lb/>διάπυά τε μᾶλλον
                        γίγνεται, καὶ ὑγρά ἐστι, καὶ ἐπὶ πλέονα χρόνον <lb/>καθαίρεται· ἀνάγκη γὰρ
                        τὰς σάρκας τὰς φλασθείσας καὶ κοπείσας <lb/>πῦον γενομένας ἐκτακῆναι. Τὰ δὲ
                        βέλεα τὰ προμήκεα, ἐπιπολὺ <lb/>λεπτὰ ἐόντα καὶ ὀξέα καὶ κοῦφα, τήν τε σάρκα
                        διατάμνει μᾶλλον ἢ <lb/>φλᾷ, καὶ τὸ ὀστέον ὡσαύτως· καὶ ἕδρην μὲν ἐμποιέει
                        αὐτὸ καὶ <lb/>διακόψαν (διακοπὴ γὰρ καὶ ἕδρη τωὐτόν ἐστι), φλᾷ δὲ οὐ μάλα
                        <lb/>τὸ ὀστέον τὰ τοιαῦτα βέλεα, οὐδὲ ῥήγνυσιν, οὐδ᾿ ἐκ τῆς φύσιος <lb/>ἔσω
                        ἐσφλᾷ. Ἀλλὰ χρὴ πρὸς τῇ ὄψει τῇ ἑωυτέου, ὅ τι ἄν σοι <lb/>φαίνηται ἐν τῷ
                        ὀστέῳ, καὶ ἐρώτησιν ποιέεσθαι πάντων τουτέων <lb/>(τοῦ γὰρ μᾶλλόν τε καὶ
                        ἧσσον τρωθέντος ταῦτ᾿ ἐστὶ σημήϊα), <lb/>καὶ ἢν ὁ τρωθεὶς καρωθῇ, καὶ σκότος
                        περιχυθῇ, καὶ δῖνος ἔχῃ, <lb/>καὶ πέσῃ. </p></div><pb n="222"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὅταν δὲ τύχῃ ψιλωθὲν τὸ ὀστέον τῆς σαρκὸς ὑπὸ τοῦ βέλεος, <lb/>καὶ τύχῃ
                        κατ᾿ αὐτὰς τὰς ῥαφὰς γενόμενον τὸ ἕλκος, χαλεπὸν <lb/>γίγνεται καὶ τὴν ἕδρην
                        τοῦ βέλεος φράσασθαι τὴν ἐν τῷ ἄλλῳ <lb/>ὀστέῳ φανερὴν γιγνομένην, εἴτ᾿
                        ἔνεστιν ἐν τῷ ὀστέῳ, εἴτε μὴ <lb/>ἔνεστιν, καὶ ἢν τύχῃ γενομένη ἡ ἕδρη ἐν
                        αὐτέῃσι τῇσι <lb/>ῥαφῇσιν. Ξυγκλέπτεται γὰρ αὐτὴ ἡ ῥαφὴ τρηχυτέρη ἐοῦσα τοῦ
                            <pb n="224"/> ἄλλου ὀστέου, καὶ οὐ διάδηλον ὅ τι τε αὐτοῦ ῥαφή ἐστιν,
                        καὶ ὅ τι <lb/>τοῦ βέλεος ἕδρη, ἢν μὴ κάρτα μεγάλη γένηται ἡ ἕδρη.
                        Προσγίνεται <lb/>δὲ καὶ ῥῆξις τῇ ἕδρῃ ὡς ἐπὶ τὸ πουλὺ, τῇ ἐν τῇσι ῥαφῇσι
                        <lb/>γιγνομένῃ, καὶ γίνεται καὶ αὐτὴ ἡ ῥήξις χαλεπωτέρη φράσασθαι,
                        <lb/>ἐῤῥωγότος τοῦ ὀστέου, διὰ τοῦτο, ὅτι κατ᾿ αὐτὴν τὴν ῥαφὴν <lb/>ἡ ῥῆξις
                        γίνεται ἢν ῥηγνύηται, ὡς ἐπὶ τὸ πουλύ. Ἕτοιμον <lb/>γὰρ ταύτῃ ῥήγνυσθαι τὸ
                        ὀστέον καὶ διαχαλᾷν, διὰ τὴν ἀσθένείην <pb n="226"/> τῆς φύσιος τοῦ ὀστέου
                        ταύτῃ καὶ διὰ τὴν ἀραιότητα, καὶ <lb/>δὴ ἅτε τῆς ῥαφῆς ἑτοίμης ἐούσης
                        ῥήγνυσθαι καὶ διαχαλᾷν· τὰ <lb/>δ᾿ ἄλλα ὀστέα, τὰ περιέχοντα τὴν ῥαφὴν,
                        μένει ἀῤῥαγέα, ὅτι <lb/>ἰσχυρότερά ἐστι τῆς ῥαφῆς. Ἡ δὲ ῥῆξις ἡ κατὰ τὴν
                        ῥαφὴν γινομένη <lb/>καὶ διαχάλασίς ἐστι τῆς ῥαφῆς, καὶ φράσασθαι οὐκ
                        εὐμαρὴς, <pb n="228"/> οὔτε ἢν ὑπὸ ἕδρης τοῦ βέλεος γενομένης ἐν τῇ ῥαφῇ
                        ῥαγῇ καὶ <lb/>διαχαλάσῃ, οὔτε ἢν, φλασθέντος τοῦ ὀστέου κατὰ τὰς ῥαφὰς, ῥαγῇ
                        <lb/>καὶ διαχαλάσῃ· ἀλλ᾿ ἔτι χαλεπώτερον φράσασθαι τὴν ἀπὸ τῆς <lb/>φλάσιος
                        ῥωγμήν. Ξυγκλέπτουσι γὰρ τὴν γνώμην καὶ τὴν ὄψιν <lb/>τοῦ ἰητροῦ αὗται αἱ
                        ῥαφαὶ ῥωγμοειδέες φαινόμεναι, καὶ τρηχύτεραι <lb/>ἐοῦσαι τοῦ ἄλλου ὀστέου,
                        ὅτι μὴ ἰσχυρῶς διεκόπη, καὶ διεχάλασεν· <lb/>διακοπὴ δὲ καὶ ἕδρη τωὐτόν
                        ἐστιν. Ἀλλὰ χρὴ, εἰ κατὰ τὰς <lb/>ῥαφὰς τὸ τρῶμα γένοιτο καὶ πρός γε τὸ
                        ὀστέον καὶ ἐς τὸ ὀστέον <lb/>στηρίξειε τὸ βέλος, προσέχοντα τὸν νόον,
                        ἀνευρίσκειν ὅ τι <lb/>πέπονθε τὸ ὀστέον. Ἀπὸ γὰρ ἴσων τε βελέων τὸ μέγεθος
                        καὶ <lb/>ὁμοίων, καὶ πολλὸν ἐλασσόνων, καὶ ὁμοίως τρωθεὶς καὶ <lb/>πολὺ
                        ἧσσον, πολλῷ μέζον ἐκτήσατο τὸ κακὸν ἐν τῷ ὀστέῳ ὁ <lb/>ἐς τὰς ῥαφὰς
                        δεξάμενος τὸ βέλος, ἢ ὁ μὴ ἐς τὰς ῥαφὰς δεξάμενος. <lb/>Καὶ τουτέων τὰ πολλὰ
                        πρίεσθαι δεῖ· ἀλλ᾿ οὐ χρὴ αὐτὰς τὰς <lb/>ῥαφὰς πρίειν, ἀλλ᾿ ἀποχωρήσαντα ἐν
                        τῷ πλησίον ὀστέῳ τὴν <lb/>πρίσιν ποιέεσθαι, ἢν πρίῃς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Περὶ δὲ ἰήσιος τρωσίων τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ, καὶ ὡς χρὴ <lb/>ἐξελέγχειν τὰς
                        πάθας τὰς ἐν τῷ ὀστέῳ γινομένας τὰς μὴ φανερὰς, <lb/>ὧδέ μοι δοκέει. Ἕλκος
                        ἐν τῇ κεφαλῇ οὐ χρὴ τέγγειν οὐδενὶ, <lb/>οὐδὲ οἴνῳ, ἀλλ᾿ ὡς ἥκιστα· οὐδὲ
                        καταπλάσσειν, οὐδὲ μοτῷ τὴν <pb n="230"/> ἴησιν ποιέεσθαι, οὐδ᾿ ἐπιδεῖν χρὴ
                        ἕλκος ἐν κεφαλῇ, ἢν μὴ ἐν τῷ <lb/>μετώπῳ ᾖ τὸ ἕλκος, ἐν τῷ ψιλῷ τῶν τριχῶν,
                        ἢ περὶ τὴν ὀφρὺν <lb/>καὶ τὸν ὀφθαλμόν. Ἐνταῦθα δὲ γινόμενα τὰ ἕλκεα
                        καταπλάσιος καὶ <lb/>ἐπιδέσιος μᾶλλον κέχρηται ἤ κου ἄλλοθι τῆς κεφαλῆς τῆς
                        ἄλλης. <lb/>Περιέχει γὰρ ἡ κεφαλὴ ἡ ἄλλὴ τὸ μέτωπον πᾶν· ἐκ δὲ τῶν
                        περιεχόντων <lb/>τὰ ἕλκεα, καὶ ἐν ὅτῳ ἂν ᾖ τὰ ἕλκεα, φλεγμαίνει καὶ
                        <lb/>ἐπανοιδίσκεται δι᾿ αἵματος ἐπιῤῥοήν. Χρὴ δὲ οὐδὲ τὰ ἐν τῷ <lb/>μετώπῳ
                        διὰ παντὸς τοῦ χρόνου καταπλάσσειν καὶ ἐπιδεῖν, ἀλλ᾿ <lb/>ἐπειδὰν παύσηται
                        φλεγμαίνοντα, καὶ τὸ οἴδημα καταστῇ, παύσασθαι <lb/>καταπλάσσοντα καὶ
                        ἐπιδέοντα. Ἐν δὲ τῇ ἄλλῃ κεφαλῇ ἕλκος <lb/>οὔτε μοτοῦν χρὴ, οὔτε
                        καταπλάσσειν, οὔτ᾿ ἐπιδεῖν, εἰ μὴ καὶ τομῆς <lb/>δέοιτο. Τάμνειν δὲ χρὴ τῶν
                        ἑλκέων τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ γινομένων, <pb n="232"/> καὶ ἐν τῷ μετώπῳ, ὅκου ἂν
                        τὸ μὲν ὀστέον ψιλὸν ᾖ τῆς σαρκὸς, <lb/>καὶ δοκέῃ τι σίνος ἔχειν ὑπὸ τοῦ
                        βέλεος, τὰ ἕλκεα μὴ ἱκανὰ τὸ <lb/>μέγεθος τοῦ μήκεος καὶ τῆς εὐρύτητος ἐς
                        τὴν σκέψιν τοῦ ὀστέου, εἴ <lb/>τι πέπονθεν ὑπὸ τοῦ βέλεος κακὸν, καὶ ὁκοῖόν
                        τι πέπονθε, καὶ <lb/>ὅσον μὲν ἡ σὰρξ πέφλασται, καὶ τὸ ὀστέον ἔχει τὸ σίνος,
                        καὶ <lb/>δ᾿ αὖ εἰ ἀσινές τέ ἐστι τὸ ὀστέον ὑπὸ τοῦ βέλεος, καὶ μηδὲν πέπονθε
                        <lb/>κακὸν, καὶ ἐς τὴν ἴησιν, ὁκοίης τινὸς δεῖται τό τε ἕλκος, ἥ τε
                        <lb/>σὰρξ, καὶ ἡ πάθη τοῦ ὀστέου Τὰ δὴ τοιαῦτα τῶν ἑλκέων τομῆς <lb/>δεῖται.
                        Καὶ ἂν μὲν τὸ ὀστέον ψιλωθῇ τῆς σαρκὸς, ὑπόκοιλα δὲ <lb/>ᾖ ἐς πλάγιον
                        ἐπιπολὺ, ἐπανατάμνειν τὸ κοῖλον, ὅκου μὴ <pb n="234"/> εὐχερὲς τῷ φαρμάκῳ
                        ἐφικέσθαι, ὁκοίῳ ἄν τινι χρῇ· καὶ τὰ <lb/>κυκλοτερέα τῶν ἑλκέων καὶ ὑπόκοιλα
                        ἐπὶ πουλὺ καὶ τὰ <lb/>τοιαῦτα, ἐπανατάμνων τὸν κύκλον διχῆ κατὰ μῆκος, ὡς
                        <lb/>πέφυκεν ὥνθρωπος, μακρὸν ποιέειν τὸ ἕλκος. Τάμνοντι δὲ κεφαλὴν, <lb/>τὰ
                        μὲν ἄλλα τῆς κεφαλῆς ἀσφαλείην ἔχει ταμνόμενα· <lb/>ὁ δὲ κρόταφος, καὶ
                        ἄνωθεν ἔτι τοῦ κροτάφου, κατὰ τὴν φλέβα τὴν <lb/>διὰ τοῦ κροτάφου φεφομένην,
                        τοῦτο δὲ τὸ χωρίον μὴ τάμνειν. <lb/>Σπασμὸς γὰρ ἐπιλαμβάνει τὸν τμηθέντα·
                        καὶ ἢν μὲν ἐπ᾿ ἀριστερὰ <lb/>τμηθῇ κροτάφου, τὰ ἐπὶ δεξιὰ ὁ σπασμὸς
                        ἐπιλαμβάνει· ἤν δ᾿ <lb/>ἐπὶ τὰ δεξιὰ τμηθῇ κροτάφου, τὰ ἐπ᾿ ἀριστερὰ ὁ
                        σπασμὸς ἐπιλαμβάνει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ὅταν οὖν τάμνῃς ἕλκος ἐν κεφαλῇ ὀστέων εἵνεκα τῆς <lb/>σαρκὸς ἐψιλωμένων,
                        θέλων εἰδέναι εἴ τι ἔχει τὸ ὀστέον κακὸν ὑπὸ <lb/>τοῦ βέλεος, ἢ καὶ οὐκ
                        ἔχει, τάμνειν χρὴ τὸ μέγεθος τὴν ὠτειλὴν, <lb/>ὅση ἂν δοκέῃ ἀποχρῆναι.
                        Τάμνοντα δὲ χρὴ ἀναστεῖλαι <lb/>τὴν σάρκα ἀπὸ τοῦ ὀστέου, ᾗ πρὸς τῇ μήνιγγι
                        καὶ πρὸς τῷ ὀστέῳ <pb n="236"/> πέφυκεν· ἔπειτα διαμοτῶσαι τὸ ἕλκος πᾶν
                        μοτῷ, ὅστις εὐρύτατον <lb/>τὸ ἕλκος παρέξει ἐς τὴν ὑστεραίην ξὺν ἐλαχίστῳ
                        πόνῳ· <lb/>μοτώσαντα δὲ καταπλάσματι χρῆσθαι, ὅσον ἂν χρόνον καὶ <lb/>τῷ
                        μοτῷ, μάζην ἐκ λεπτῶν ἀλφίτων ἐν ὄξει διαμάσσειν, <lb/>ἢ ἕψειν καὶ γλίσχρην
                        ποιέειν ὡς μάλιστα. Τῇ δ᾿ ὑστεραίῃ <lb/>ἡμέρῃ, ἐπειδὰν ἐξέλῃς τὸν μοτὸν,
                        κατιδὼν τὸ ὀστέον ὅ τι πέπονθεν, <lb/>ἐὰν μή σοι καταφανὴς ᾖ ἡ τρῶσις, ὁκοίη
                        τίς ἐστιν ἐν τῷ <lb/>ὀστέῳ, μηδὲ διαγινώσκῃς εἴ τέ τι ἔχει τὸ ὀστέον κακὸν
                        ἐν ἑωυτέῳ, <lb/>ἢ καὶ οὐκ ἔχει, τὸ δὲ βέλος δοκέῃ ἀφικέσθαι ἐς τὸ ὀστέον καὶ
                        <lb/>σίνασθαι, ἐπιξύειν χρὴ τῷ ξυστῆρι κατὰ βάθος καὶ κατὰ μῆκος <lb/>τοῦ
                        ἀνθρώπου ὡς πέφυκε, καὶ αὖθις ἐπικάρσιον τὸ ὀστέον, <lb/>τῶν ῥηξίων εἵνεκα
                        τῶν ἀφανέων ἰδεῖν, καὶ τῆς φλάσιος εἵνεκα <lb/>τῆς ἀφανέος, τῆς οὐκ
                        ἐσφλωμένης ἔσω ἐκ τῆς φύσιος τῆς κεφαλῆς <lb/>τοῦ ἄλλου ὀστέου. Ἐξελέγχει
                        γὰρ ἡ ξύσις μάλα τὸ κακὸν, <lb/>ἢν μὴ καὶ ἄλλως καταφανέες ἔωσιν αὗται αἱ
                        πάθαι ἐοῦσαι ἐν <pb n="238"/> τῷ ὀστέῳ. Καὶ ἢν ἕδρην ἴδῃς ἐν τῷ ὀστέῳ τοῦ
                        βέλεος, ἐπιξύειν χρὴ <lb/>αὐτήν τε τὴν ἕδρην, καὶ τὰ περιέχοντα αὐτὴν ὀστέα,
                        μὴ πολλάκις <lb/>τῇ ἕδρῃ προσγένηται ῥῆξις καὶ φλάσις, ἢ μούνη φλάσις,
                        <lb/>ἔπειτα λανθάνῃ οὐ καταφανέα ἐόντα. Ἐπειδὰν δὲ ξύσῃς <lb/>τὸ ὀστέον τῷ
                        ξυστῆρι, ἢν μὲν δοκέῃ ἐς πρίσιν ἀφίκειν ἡ <lb/>τρῶσις τοῦ ὀστέου, πρίειν
                        χρὴ, καὶ οὐ δεῖ τὰς τρεῖς ἡμέρας <lb/>μὴ ὑπερβάλλειν ἀπρίωτον, ἀλλ᾿ ἐν
                        ταύτῃσι πρίειν, ἄλλως <lb/>τε καὶ τῆς θερμῆς ὥρης, ἢν ἐξ ἀρχῆς λαμβάνῃς τὸ
                        ἴημα. <lb/>Ἢν δὲ ὑποπτεύσῃς μὲν τὸ ὀστέον ἐῤῥωγέναι, ἢ πεφλάσθαι, ἢ
                        <lb/>ἀμφότερα ταῦτα, τεκμαιρόμενος, ὅτι ἰσχυρῶς τετρωται, ἐκ τῶν λόγων
                        <lb/>τοῦ τρωματίου, καὶ ὅτι ὑπὸ ἰσχυροτέρου τοῦ τρώσαντος, ἢν <lb/>ἕτερος
                        ὑφ᾿ ἑτέρου τρωθῇ, καὶ τὸ βέλος ὅτῳ ἐτρώθη, ὅτι τῶν κακούργων <lb/>βελέων ἦν,
                        ἔπειτα τὸν ἄνθρωπον ὅτι δῖνός τε ἔλαβε καὶ <lb/>σκότος, καὶ ἐκαρώθη καὶ
                        κατέπεσεν· τούτων δὲ οὕτω <lb/>γιγνομένων, ἢν μὴ διαγινώσκῃς εἰ ἔῤῥωγε τὸ
                        ὀστέον, ἢ πέφλασται, <lb/>ἢ καὶ ἀμφότερα ταῦτα, μήτε ὅλως ὁρᾷν δύνῃ, δεῖ δὴ,
                            <pb n="240"/> ἐπὶ τὸ ὀστέον τὸ τηκτὸν τὸ μελάντατον δεύσαντα, τῷ μέλανι
                        φαρμάκῳ <lb/>τῷ τηκομένῳ στεῖλαι τὸ ἕλκος, ὑποτείναντα ὀθόνιον, ἐλαίῳ
                        <lb/>τέγξαντα, εἶτα καταπλάσαντα τῇ μάζῃ ἐπιδῆσαι· τῇ δ᾿ ὑστεραίῃ,
                        <lb/>ἀπολύσαντα, ἐκκαθήραντα τὸ ἕλκος, ἐπιξῦσαι. Καὶ ἢν μὴ <lb/>ᾖ ὑγιὲς,
                        ἀλλ᾿ ἐῤῥώγῃ καὶ πεφλασμένον ᾖ, τὸ μὲν ἄλλο ἔσται ὀστέον <lb/>λευκὸν
                        ἐπιξυόμενον· ἡ δὲ ῥωγμὴ καὶ ἡ φλάσις, κατατακέντος τοῦ <pb n="242"/>
                        φαρμάκου, δεξαμένη τὸ φάρμακον ἐς ἑωυτὴν μέλαν ἐὸν, ἔσται <lb/>μέλαινα ἐν
                        λευκῷ τῷ ὀστέῳ τῷ ἄλλῳ. Ἀλλὰ χρὴ αὖθις τὴν <lb/>ῥωγμὴν ταύτην φανεῖσαν
                        μέλαιναν ἐπιξέειν κατὰ βάθος· καὶ <lb/>ἢν μὲν ἐπιξύων τὴν ῥωγμὴν ἐξέλῃς καὶ
                        ἀφανέα ποιήσῃς, φλάσις <lb/>μὲν γεγένηται τοῦ ὀστέου ἢ μᾶλλον ἢ ἧσσον, ἥτις
                        περιέῤῥηξε καὶ <lb/>τὴν ῥωγμὴν τὴν ἀφανισθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ξυστῆρος· ἧσσον δὲ
                        φοβερὸν <lb/>καὶ ἧσσον ἂν πρῆγμα ἀπ᾿ αὐτέης γένοιτο ἀφανισθείσης τῆς ῥωγμῆς.
                        <lb/>Ἢν δὲ κατὰ βάθος ᾖ καὶ μὴ ἐθέλῃ ἐξιέναι ἐπιξυομένη, ἀφίκει ἐς
                        <lb/>πρίσιν ἡ τοιαύτη ξυμφορή. Ἀλλὰ χρὴ πρίσαντα τὰ λοιπὰ ἰητρεύειν <lb/>τὸ
                        ἔλκος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Φυλάσσεσθαι δὲ χρὴ, ὅκως μή τι κακὸν ἀπολαύσῃ τὸ ὀστέον <lb/>ἀπὸ τῆς
                        σαρκὸς, ἢν κακῶς ἰητρεύηται. Ὀστέῳ γὰρ καὶ πεπρισμένῳ, <lb/>καὶ ἄλλως
                        ἐψιλωμένῳ, ὑγιεῖ δὲ ἐόντι, καὶ ἔχοντί τι σίνος ὑπὸ τοῦ <lb/>βέλεος, δοκέοντι
                        δὲ ὑγιεῖ εἶναι, κίνδυνός ἐστι μᾶλλον ὑπόπυον γενέσθαι <lb/>(ἢν καὶ ἄλλως μὴ
                        μέλλῃ), ἢν καὶ ἡ σὰρξ ἡ περιέχουσα <lb/>τὸ ὀστέον κακῶς θεραπεύηται, καὶ
                        φλεγμαίνηται, καὶ περισφίγγηται· <lb/>πυρετῶδες γὰρ γίγνεται, καὶ πολλοῦ
                        φλογμοῦ πλέον. Καὶ <lb/>δὴ τὸ ὀστέον ἐκ τῶν περιεχουσῶν σαρκέων ἐς ἑωυτὸ
                        θέρμην τε καὶ <lb/>φλογμὸν καὶ ἄραδον ἐμποιέει καὶ σφυγμὸν, καὶ ὅσα περ ἡ
                        σὰρξ <lb/>ἔχει κακὰ ἐν ἑωυτέῃ, καὶ ἐκ τουτέων ὧδε ὑπόπυον γίνεται.
                        <lb/>Κακὸν δὲ καὶ ὑγρήν τε εἶναι τὴν σάρκα ἐν τῷ ἕλκει καὶ μυδῶσαν, <lb/>καὶ
                        ἐπὶ πολλὸν χρόνον καθαίρεσθαι. Ἀλλὰ χρὴ διάπυον μὲν ποιῆσαι <lb/>τὸ ἕλκος ὡς
                        τάχιστα· οὕτω γὰρ ἂν ἥκιστα φλεγμαίνοι τὰ περιέχοντα <pb n="244"/> τὸ ἕλκος,
                        καὶ τάχιστα καθαρὸν εἴη· ἀνάγκη γὰρ ἔχει τὰς σάρκας <lb/>τὰς κοπείσας καὶ
                        φλασθείσας ὑπὸ τοῦ βέλεος, ὑποπύους γενομένας, <lb/>ἐκτακῆναι. Ἐπειδὰν δὲ
                        καθαρθῇ, ξηρότερον χρὴ γίγνεσθαι τὸ ἕλκος· <lb/>οὕτω γὰρ ἂν τάχιστα ὑγιὲς
                        γένοιτο, ξηρῆς σαρκὸς βλαστούσης καὶ <lb/>μὴ ὑγρῆς, καὶ οὕτως οὐκ ἂν
                        ὑπερσαρκήσειε τὸ ἕλκος. Ὁ δ᾿ αὐτὸς <lb/>λόγος καὶ ὑπὲρ τῆς μήνιγγος τῆς περὶ
                        τὸν ἐγκέφαλον· ἢν γὰρ αὐτίκα <lb/>ἐκπρίσας τὸ ὀστέον καὶ ἀφελὼν ἀπὸ τῆς
                        μήνιγγος ψιλώσῃς, <lb/>αὐτὴν καθαρὴν χρὴ ποιῆσαι ὡς τάχιστα καὶ ξηρὴν, ὡς μὴ
                        ἐπὶ πουλὺν <lb/>χρόνον ὑγρὴ ἐοῦσα μυδήῃ τε καὶ ἐξαίρηται· τούτων γὰρ
                        <lb/>οὕτω γιγνομένων, σαπῆναι αὐτὴν κίνδυνος. </p></div><pb n="246"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ὀστέον δὲ, ὅ τι δεῖ ἀποστῆναι ἀπὸ τοῦ ἄλλου ὀστέου, <lb/>ἕλκεος ἐν κεφαλῇ
                        γενομένου, ἕδρης τε ἐούσης τοῦ βέλεος ἐν τῷ ὀστέῳ, <lb/>ἢ ἄλλως ἐπὶ πουλὺ
                        ψιλωθέντος τοῦ ὀστέου, ἀφίσταται ἐπὶ πουλὺ <lb/>ἔξαιμον γινόμενον.
                        Ἀναξηραίνεται γὰρ τὸ αἷμα ἐκ τοῦ ὀστέου ὑπό <lb/>τε τοῦ χρόνου καὶ ὑπὸ
                        φαρμάκων τῶν πλείστων· τάχιστα δ᾿ ἆν <lb/>ἀποσταίη, εἴ τις τὸ ἕλκος ὡς
                        τάχιστα καθήρας ξηραίνοι τὸ λοιπὸν <lb/>τό τε ἕλκος καὶ τὸ ὀστέον, καὶ τὸ
                        μεῖζον καὶ τὸ ἧσσον. Τὸ γὰρ τάχιστα <lb/>ἀποξηρανθὲν καὶ ἀποστρακωθὲν τούτῳ
                        μάλιστα ἀφίεται <lb/>ἀπὸ τοῦ ἄλλου ὀστέου τοῦ ἐναίμου τε καὶ ζῶντος αὐτέου,
                        ἔξαιμόν τε <lb/>γενόμενον καὶ ξηρὸν τῷ ἐναίμῳ καὶ ζῶντι μάλα ἐφίσταται. </p></div><pb n="248"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ὅσα δὲ τῶν ὀστέων ἐσφλᾶται ἔσω ἐκ τῆς φύσιος τῆς ἑωυτῶν,
                        <lb/>καταῤῥαγέντα ἢ καὶ διακοπέντα πάνυ εὐρέα, ἀκινδυνότερα τὰ <lb/>τοιαῦτα
                        γίνεται, ἐπὴν ἡ μῆνιγξ ὑγιὴς ᾖ· καὶ τὰ πλέοσι ῥωγμῇσιν <lb/>ἐσκαταῤῥαγέντα
                        καὶ εὐρυτέρῃσιν, ἔτι ἀκινδυνότερα καὶ εὐμαρέστερα <lb/>ἐς τὴν ἀφαίρεσιν
                        γίνεται. Καὶ οὐ χρὴ πρίειν τῶν τοιούτων οὐδὲν, <lb/>οὐδὲ κινδυνεύειν τὰ
                        ὀστέα πειρώμενον ἀφαιρέειν, πρὶν ἢ αὐτόματα <lb/>ἐπανίῃ, οἴδεος πρῶτον
                        χαλάσαντος. Ἐπανέρχεται δὲ τῆς σαρκὸς <pb n="250"/> ὑποφυομένης· ὑποφύεται
                        δὲ ἐκ τῆς διπλόης τοῦ ὀστέου καὶ ἐκ τοῦ <lb/>ὑγιέος, ἢν ἡ ἄνωθεν μοῖρα μούνη
                        σφακελίσῃ. Οὕτω δ᾿ ἂν τάχιστα <lb/>ἥ τε σὰρξ ὑποφύοιτο καὶ βλαστάνοι, καὶ τὰ
                        ὀστέα ἐπανίοι, εἴ τις τὸ <lb/>ἕλκος ὡς τάχιστα διάπυον ποιήσας καθαρὸν
                        ποιήσηται. Καὶ ἢν <lb/>διὰ παντὸς τοῦ ὀστέου ἄμφω αἱ μοῖραι ἐσφλασθῶσιν ἔσω
                        ἐς τὴν μήνιγγα, <lb/>ἥ τε ἄνω μοίρη τοῦ ὀστέου καὶ ἡ κάτω, ἰητρεύοντι
                        ὡσαύτως <lb/>τὸ ἕλκος ὑγιὲς τάχιστα ἔσται, καὶ τὰ ὀστέα τάχιστα ἐπάνεισι, τὰ
                        <lb/>ἐσφλασθέντα ἔσω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Τῶν δὲ παιδίων τὰ ὀστέα καὶ λεπτότερά ἐστι καὶ μαλθακώτερα <lb/>διὰ
                        τοῦτο, ὅτι ἐναιμότερά ἐστι, καὶ κοῖλα, καὶ σηραγγώδεα, <lb/>καὶ οὔτε πυκνὰ,
                        οὔτε στερεά. Καὶ ὑπὸ τῶν βελέων ἴσων τε ἐόντων <lb/>καὶ ἀσθενεστέρων, καὶ
                        τρωθέντων ὁμοίως τε καὶ ἧσσον, τὸ τοῦ νεωτέρου <lb/>παιδίου καὶ μᾶλλον καὶ
                        θᾶσσον ὑποπυΐσκεται, ἢ τὸ τοῦ πρεσβυτέρου, <lb/>καὶ ἐν ἐλάσσονι χρόνῳ· καὶ
                        ὅσα ἂν ἄλλως μέλλῃ ἀποθανεῖσθαι <lb/>ἐκ τοῦ τρώματος, ὁ νεώτερος τοῦ
                        πρεσβυτέρου θᾶσσον ἀπόλλυται. <lb/>Ἀλλὰ χρὴ, ἢν ψιλωθῇ τῆς σαρκὸς τὸ ὀστέον,
                        προσέχοντα τὸν <lb/>νόον, πειρῆσθαι διαγινώσκειν ὅ τι μή ἐστι τοῖσιν
                        ὀφθαλμοῖσιν <lb/>ἰδεῖν, καὶ γνῶναι εἰ ἔῤῥωγε τὸ ὀστέον καὶ εἰ πέφλασται, ἢ
                        μοῦνον <lb/>πέφλασται, καὶ εἰ, ἕδρης γενομένης τοῦ βέλεος, πρόσεστι φλάσις,
                        ἢ <lb/>ῥωγμὴ, ἢ ἄμφω ταῦτα· καὶ ἤν τι τούτων πεπόνθῃ τὸ ὀστέον, ἀφεῖναι
                        <lb/>τοῦ αἵματος τρυπῶντα τὸ ὀστέον σμικρῷ τρυπάνῳ, φυλασσόμενον <lb/>ἐπ᾿
                        ὀλίγον· λεπτότερον γὰρ τὸ ὀστέον, καὶ ἐπιπολαιότερον τῶν νέων <lb/>ἢ τῶν
                        πρεσβυτέρων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ὅστις δὲ μέλλει ἐκ τρωμάτων ἐν κεφαλῇ ἀποθνήσκειν, καὶ <pb n="252"/> μὴ
                        δυνατὸν αὐτὸν ὑγιᾶ γενέσθαι, μηδὲ σωθῆναι, ἐκ τῶνδε τῶν σημείων <lb/>χρὴ τὴν
                        διάγνωσιν ποιέεσθαι τοῦ μέλλοντος ἀποθνήσκειν, καὶ <lb/>προλέγειν τὸ μέλλον
                        ἔσεσθαι. Πάσχει γὰρ τάδε· ὁκόταν τις ὀστέον <lb/>κατεηγὸς, ἢ ἐῤῥωγὸς, ἢ
                        πεφλασμένον, ἢ ὅτῳ γοῦν τρόπῳ κατεηγὸς <lb/>μὴ ἐννοήσας ἁμάρτῃ, καὶ μήτε
                        ξύσῃ, μήτε πρίσῃ, δεόμενον, μεθῇ <lb/>δὲ ὡς ὑγιέος ὄντος τοῦ ὀστέου, πρὸ τῶν
                        τεσσαρεσκαίδεκα ἡμερέων <lb/>πυρετὸς ἐπιλήψεται ὡς ἐπὶ πουλὺ ἐν χειμῶνι· ἐν
                        δὲ τῷ θέρει <lb/>μετὰ τὰς ἑπτὰ ἡμέρας ὁ πυρετὸς ἐπιλαμβάνει. Καὶ ἐπειδὰν
                        τοῦτο <lb/>γένηται, τὸ ἕλκος ἄχροον γίνεται· καὶ ἐξ αὐτοῦ ἰχὼρ ῥέει σμικρός·
                        <lb/>καὶ τὸ φλεγμαῖνον ἐκτέθνηκεν ἐξ αὐτοῦ· καὶ γλισχρῶδες γίνεται, <pb n="254"/> καὶ φαίνεται ὥσπερ τάριχος, χροιὴν πυῤῥὸν, ὑποπέλιον· καὶ τὸ
                        <lb/>ὀστέον σφακελίζειν τηνικαῦτα ἄρχεται, καὶ γίνεται περκνὸν, λευκὸν
                        <lb/>ὂν, τελευταῖον δὲ ἔπωχρον γενόμενον ἢ ἔκλευκον. Ὅταν δ᾿ ἤδη
                        <lb/>ὑπόπυον ᾖ, ἐπὶ τῇ γλώσσῃ φλυκταῖναι γίνονται, καὶ παραφρονέων
                        <lb/>τελευτᾷ. Καὶ σπασμὸς ἐπιλαμβάνει τοὺς πλείστους τὰ ἐπὶ θάτερα <lb/>τοῦ
                        σώματος· ἢν μὲν ἐν τῷ ἐπ᾿ ἀριστερὰ τῆς κεφαλῆς ἔχη τὸ ἕλκος, <lb/>τὰ ἐπὶ
                        δεξιὰ τοῦ σώματος ὁ σπασμὸς λαμβάνει· ἢν δ᾿ ἐν τῷ ἐπὶ <lb/>δεξιὰ τῆς κεφαλῆς
                        ἔχῃ τὸ ἕλκος, τὰ ἐπ᾿ ἀριστερὰ τοῦ σώματος ὁ <lb/>σπασμὸς ἐπιλαμβάνει. Εἰσὶ
                        δ᾿ οἳ καὶ ἀπόπληκτοι γίνονται. Καὶ οὕτως <lb/>ἀπόλλυνται πρὸ ἑπτὰ ἡμερέων ἐν
                        θέρει, ἢ τεσσάρων καὶ δέκα <lb/>ἐν χειμῶνι. Ὁμοίως δὲ τὰ σημεῖα ταῦτα
                        σημαίνει, καὶ ἐν πρεσβυτέρῳ <lb/>ἐόντι τῷ τρώματι, ἢ καὶ ἐν νεωτέρῳ. Ἀλλὰ
                        χρὴ, εἰ ἐννοοίης <lb/>τὸν πυρετὸν ἐπιλαμβάνοντα, καὶ τῶν ἄλλων τι σημεῖον
                        τούτῳ προσγενόμενον, <lb/>μὴ διατρίβειν, ἀλλὰ πρίσαντα τὸ ὀστέον πρὸς τὴν
                        μήνιγγα, <lb/>ἢ καταξύσαντα τῷ ξυστῆρι (εὔπριστον δὲ γίνεται καὶ εὔξυστον),
                        <lb/>ἔπειτα τὰ λοιπὰ οὕτως ἰητρεύειν, ὅκως ἂν δοκέῃ ξυμφέρειν, <lb/>πρὸς τὸ
                        γινόμενον ὁρῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ὅταν δ᾿ ἐπὶ τρώματι ἐν κεφαλῇ ἀνθρώπου ἢ πεπριωμένου <lb/>ἢ ἀπριώτου,
                        ἐψιλωμένου δὲ τοῦ ὀστέου, οἴδημα ἐπιγένηται ἐρυθρὸν <lb/>καὶ ἐρυσιπελατῶδες
                        ἐν τῷ προσώπῳ, καὶ ἐν τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν <pb n="256"/> ἀμφοτέροισιν, ἢ τῷ
                        ἑτέρῳ, καὶ, εἴ τις ἅπτοιτο τοῦ οἰδήματος, <lb/>ὀδυνῷτο, καὶ πυρετὸς
                        ἐπιλαμβάνοι καὶ ῥῖγος, τὸ δὲ ἕλκος αὐτό <lb/>τε ἀπὸ τῆς σαρκὸς καλῶς ἔχοι
                        ἰδέσθαι, καὶ τἀπὸ τοῦ ὀστέου, <lb/>καὶ τὰ περιέχοντα τὸ ἕλκος ἔχοι καλῶς,
                        πλὴν τοῦ οἰδήματος τοῦ <lb/>ἐν τῷ προσῴπῳ, καὶ ἄλλην ἁμαρτάδα μηδεμίαν ἔχοι
                        τὸ οἴδημα <lb/>τῆς ἄλλης διαίτης, τούτου χρὴ τὴν κάτω κοιλίην ὑποκαθῆραι
                        φαρμάκῳ, <lb/>ὅ τι χολὴν ἄγει· καὶ οὕτω καθαρθέντος, ὅ τε πυρετὸς
                        <lb/>ἀφίησι, καὶ τὸ οἴδημα καθίσταται, καὶ ὑγιὴς γίνεται. Τὸ δὲ φάρμακον
                        <lb/>χρὴ διδόναι πρὸς τὴν δύναμιν τοῦ ἀνθρώπου ὁρῶν, ὡς ἂν <lb/>ἔχῃ ἰσχύος.
                    </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>