<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg005.1st1K-grc1:7</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg005.1st1K-grc1:7</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg005.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν πυρετὸς λάβῃ παλαιῆς κόπρου ὑπεούσης, νεοβρῶτι <pb n="418"/> ἐόντι, ἤν
                        τε ξὺν ὀδύνῃ πλευροῦ, ἤν τε μὴ, ἡσυχίην <lb/>ἄγεινιμέχρις οὗ καταβῇ τὰ σιτία
                        πρῶτόν ἐς τὴν κάτω κοιλίην· <lb/>πόματι δὲ χρεέσθω ὀξυμέλιτι· ὁκόταν δὲ ἐς
                        τὴν <lb/>ὀσφὺν βάρος ἥκῃ, κάτω κλύσαι κλυσμῷ, ἢ καθᾶραι <lb/>φαρμάκῳ· ὁκόταν
                        δὲ καθαρθῇ, διαιτᾷν ῥοφήματι πρῶτον καὶ <lb/>πόματι μελικρήτῳ· ἔπειτα
                        σιτίοισι καὶ ἰχθύσιν ἑφθοῖσι <lb/>καὶ οἴνῳ ὑδαρεῖ, ἐς νύκτα ὀλίγῳ· ἡμέρῃ δὲ
                        ὑδαρὲς μελίκρητον. <lb/>Ὁκόταν δὲ αἱ φῦσαι δυσώδεες ἔωσιν, οὕτως ἢ βαλάνῳ ἢ
                        <lb/>κλυσμῷ· εἰ δὲ μὴ, ἐπισχεῖν ὀξύμελι πίνοντα, ἕως ἂν καταβῇ <lb/>ἐς τὴν
                        κάτω κοιλίην, εἶθ᾿ οὕτω κλυσμῷ ὑπαγαγεῖν. Ἢν <lb/>δὲ λαπαρῷ ἐόντι καῦσος
                        ἐπιγένηται, ἤν σοι δοκέῃ φαρμακεύειν <lb/>ἐπιτηδείως ἔχειν, ἔσω τριῶν
                        ἡμερέων μὴ φαρμακεύειν, <lb/>ἀλλ᾿ ἢ τεταρταῖον. Ὁκόταν δὲ φαρμακεύσῃς, <pb n="420"/> τοῖσι ῥοφήμασι χρῶ, διαφυλάσσων τοὺς παροξυσμοὺς τῶν
                        <lb/>πυρετῶν, ὅκως μηδέποτε προσοίσεις μελλόντων ἔσεσθαι <lb/>τῶν πυρετῶν,
                        ἀλλὰ ληγόντων, ἀλλὰ παυσαμένων, καὶ ὡς <lb/>ποῤῥωτάτω ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Ποδῶν
                        δὲ ψυχρῶν ἐόντων, <lb/>μήτε ποτὸν μήτε ῥόφημα μήτ᾿ ἄλλο μηδὲν δίδου τοιόνδε,
                        <lb/>ἀλλὰ μέγιστον ἡγοῖο τοῦτ᾿ εἶναι διαφυλάσσεσθαι, ἕως ἂν <lb/>διάθερμοι
                        σφόδρα γένωνται· εἶθ᾿ οὕτω τὸ ξυμφέρον <lb/>πρόσφερε. Ὡς γὰρ ἐπιτοπουλὺ
                        σημεῖόν ἐστι μέλλοντος παροξύνεσθαι <lb/>τοῦ πυρετοῦ ψύξις ποδῶν· εἰ δ᾿ ἐν
                        τοιούτῳ καιρῷ <lb/>προσοίσεις, ἅπαντα τὰ μέγιστα ἐξαμαρτήσεις· τὸ γὰρ
                        νούσημα <lb/>αὐξήσεις οὐ σμικρῶς. Ὁκόταν δὲ ὁ πυρετὸς λήγῃ, <lb/>τοὐναντίον
                        οἱ πόδες θερμότεροι γίγνονται τοῦ ἄλλου σώματος· <lb/>αὔξεται μὲν γὰρ ψύχων
                        τοὺς πόδας, ἐξαπτόμενος ἐκ τοῦ θώρηκος, <lb/>ἐς τὴν κεφαλὴν ἀναπέμπων τὴν
                        φλόγα· ξυνδεδραμηκότος <lb/>δὲ ἅλες τοῦ θερμοῦ ἅπκντος ἄνω, καὶ
                        ἀναθυμιωμένου ἐς <pb n="422"/> τὴν κεφαλὴν, εἰκότως οἱ πόδες ψυχροὶ
                        γίγνονται, ἄσαρκες καὶ <lb/>νευρώδεες φύσει ἐόντες· ἔτι δὲ πουλὺ ἀπέχοντες
                        τῶν θερμοτάτων <lb/>τόπων ψύχονται, ξυναθροιζομένου τοῦ θερμοῦ ἐς τὸν
                        <lb/>θώρηκα· καὶ πάλιν ἀνάλογον, λυομένου τοῦ πυρετοῦ καὶ
                        κατακερματιζομένου, <lb/>ἐς τοὺς πόδας καταβαίνει· κατὰ δὲ τὸν <lb/>χρόνον
                        τοῦτον ἡ κεφαλὴ καὶ ὁ θώρηξ κατέψυκται. Τοῦ δ᾿εἵνεκα <lb/>προσεκτέον, ὅτι,
                        ὁκόταν οἱ πόδες ψυχροὶ ἔωσι, θερμὴν <lb/>ἀνάγκη τὴν κοιλίην εἶναι καὶ πολλῆς
                        ἄσης μεστὴν, καὶ ὑποχόνδριον <pb n="424"/> ἐντεταμένον, καὶ ῥιπτασμὸν τοῦ
                        σώματος διὰ τὴν <lb/>ἔνδον ταραχὴν, καὶ μετεωρισμὸν γνώμης, καὶ ἀλγήματα·
                        <lb/>καὶ ἕλκεται, καὶ ἐμέειν ἐθέλει, καὶ ἢν πονηρὰ ἐμέῃ, ὀδυνῆται·
                        <lb/>θέρμης δὲ καταβάσης ἐς τοὺς πόδας, καὶ οὔρου διελθόντος, <lb/>κἢν μὴ
                        ἱδρώσῃ, πάντα λωφᾷ· κατὰ τόνδε οὖν τὸν <lb/>καιρὸν δεῖ τὸ ῥόφημα διδόναι
                        τότε δὲ ὄλεθρος. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>