<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg003.1st1K-grc1:1-20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg003.1st1K-grc1:1-20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg003.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΟΝ</head><p>1. Τὸν ἰητρὸν δοκέει μοι ἄριστον εἶναι πρόνοιαν ἐπιτηδεύειν·
                        <lb/>προγιγνώσκων γὰρ καὶ προλέγων παρὰ τοῖσι νοσέουσι τά τε παρεόντα
                        <lb/>καὶ τὰ προγεγονότα καὶ τὰ μέλλοντα ἔσεσθαι, ὁκόσα τε παραλείπουσιν
                        <lb/>οἱ ἀσθενέοντες ἐκδιηγεύμενος, πιστεύοιτ᾿ ἂν μᾶλλον <lb/>γιγνώσκειν τὰ
                        τῶν νοσεόντων πρήγματα, ὥστε τολμᾷν ἐπιτρέπειν <lb/>τοὺς ἀνθρώπους σφέας
                        ἑωυτοὺς τῷ ἰητρῷ. Τὴν δὲ θεραπείην <lb/>ἄριστα ἂν ποιέοιτο, προειδὼς τὰ
                        ἐσόμενα ἐκ τῶν παρεόντων <lb/>παθημάτων. Ὑγιέας μὲν γὰρ ποιέειν ἅπαντας τοὺς
                        ἀσθενέοντας <lb/>ἀδύνατον· τοῦτο γὰρ τοῦ προγιγνώσκειν τὰ μέλλοντα
                        ἀποβήσεσθαι <lb/>κρέσσον ἂν ἦν· ἐπειδὴ δὲ οἱ ἄνθρωποι ἀποθνήσκουσιν, οἱ μὲν
                        <lb/>πρὶν ἢ καλέσαι τὸν ἰητρὸν, ὑπὸ τῆς ἰσχύος τῆς νούσου, οἱ δὲ <pb n="112"/> καὶ ἐσκαλεσάμενοι παραχρῆμα ἐτελεύτησαν, οἱ μὲν ἡμέρην <lb/>μίην
                        ζήσαντες, οἱ δὲ ὀλίγῳ πλέονα χρόνον, πρὶν ἢ τὸν ἰητρὸν <lb/>τῇ τέχνῃ πρὸς
                        ἕκαστον νούσημα ἀνταγωνίσασθαι· γνῶναι <lb/>οὖν χρὴ τῶν παθέων τῶν τοιουτέων
                        τὰς φύσιας, ὁκόσον ὑπὲρ τὴν <lb/>δύναμίν εἰσι τῶν σωμάτων, ἅμα δὲ καὶ εἴ τι
                        θεῖον ἔνεστιν ἐν τῇσι <lb/>νούσοισι, καὶ τουτέου τὴν πρόνοιαν ἐκμανθάνειν.
                        Οὕτω γὰρ ἂν <lb/>θαυμάζοιτό τε δικαίως, καὶ ἰητρὸς ἀγαθὸς ἂν εἴη· καὶ γὰρ
                        οῦς <lb/>οἷόν τε περιγίγνεσθαι, τοὐτους ἔτι μᾶλλον δύναιτ᾿ ἂν ὀρθῶς
                        <lb/>διαφυλάσσειν, ἐκ πλείονος χρόνου προβουλευόμενος πρὸς ἕκαστα, <lb/>καὶ
                        τοὺς ἀποθανουμένους τε καὶ σωθησομένους προγιγνώσκων <lb/>καὶ προαγορεύων
                        ἀναίτιος ἂν εἴη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Σκέπτεσθαι δὲ χρὴ ὧδε ἐν τοῖσιν ὀξέσι νουσήμασι· <lb/>πρῶτον μὲν τὸ
                        πρόσωπον τοῦ νοσέοντος, εἰ ὅμοιόν ἐστι τοῖσι τῶν <lb/>ὑγιαινόντων, μάλιστα
                        δὲ, εἰ αὐτὸ ἑωυτέῳ. Οὕτω γὰρ ἂν εἴη <pb n="114"/> ἄριστον, τὸ δ᾿
                        ἐναντιώτατον τοῦ ὁμοίου, δεινότατον. Εἴη δ᾿ ἂν <lb/>τὸ τοιόνδε· ῥὶς ὀξεῖα,
                        ὀφθαλμοὶ κοῖλοι, κρόταφοι ξυμπεπτωκότες, <lb/>ὦτα ψυχρὰ καὶ ξυνεσταλμένα,
                        καὶ οἱ λοβοὶ τῶν ὤτων ἀπεστραμμένοι, <lb/>καὶ τὸ δέρμα τὸ περὶ τὸ μέτωπον
                        σκληρόν τε καὶ περιτεταμένον <lb/>καὶ καρφαλέον ἐόν. Καὶ τὸ χρῶμα τοῦ
                        ξύμπαντος προσώπου <lb/>χλωρόν τε ἢ καὶ μέλαν ἐὸν, καὶ πελιὸν, ἢ μολιβδῶδες.
                        Ἢν <lb/>μὲν οὖν ἐν ἀρχῇ τῆς νούσου τὸ πρόσωπον τοιοῦτον ᾖ, καὶ μήπω οἷόν
                        <lb/>τε ᾖ τοῖσιν ἄλλοισι σημείοισι ξυντεκμαίρεσθαι, ἐπανερέσθαι χρὴ, <lb/>μὴ
                        ἠγρύπνησεν ὁ νοσέων, ἢ τὰ τῆς κοιλίης ἐξυγρασμένα <lb/>ᾖ ἰσχυρῶς, ἢ λιμῶδές
                        τι ἔχῃ αὐτόν· κἢν μέν τι τουτέων ὁμολογέῃ, <lb/>ἧσσον νομίζειν δεινὸν εἶναι·
                        κρίνεται δὲ τὰ τοιαῦτα ἐν <lb/>ἡμέρῃ τε καὶ νυκτὶ, ἢν διὰ ταύτας τὰς
                        προφάσιας τὸ πρόσωπον <lb/>τοιοῦτον ᾖ. Ἢν δὲ μηδὲν τουτέων φῇ εἶναι, μηδὲ ἐν
                        τῷ <lb/>χρόνῳ τῷ προειρημένῳ καταστῇ, εἰδέναι χρὴ ἐγγὺς ἐόντα τοῦ
                        <lb/>θανάτου. Ἢν δὲ καὶ παλαιοτέρου ἐόντος τοῦ νουσήματος, ἢ τριταίου <pb n="116"/> ἢ τεταρταίου, τὸ πρόσωπον τοιοῦτον ᾖ, περὶ τουτέων ἐπανε
                        <lb/>ρέσθαι, περὶ ὧν καὶ πρότερον ἐκέλευσα, καὶ τἄλλα σημεῖα
                        <lb/>σκέπτεσθαι, τά τε ἐν τῷ ξύμπαντι προσώπῳ, τά τε ἐν τῷ σώματι, <lb/>καὶ
                        τὰ ἐν τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν. Ἢν γὰρ τὴν αὐγὴν φεύγωσιν, ἢ <lb/>δακρύωσιν
                        ἀπροαιρέτως, ἢ διαστρέφωνται, ἢ ὁ ἕτερος τοῦ ἑτέρου <lb/>ἐλάσσων γίγνηται, ἢ
                        τὰ λευκὰ ἐρυθρὰ ἴσχωσιν, ἢ πελιὰ, ἢ φλέβια <lb/>μέλανα ἐν ἑωυτέοισιν ἔχωσιν,
                        ἢ λῆμαι φαίνωνται περὶ τὰς ὄψιας, <lb/>ἢ καὶ ἐναιωρεύμενοι, ἢ ἐξίσχοντες, ἢ
                        ἔγκοιλοι ἰσχυρῶς γιγνόμενοι, <lb/>ἢ αἱ ὄψιες αὐχμῶσαι καὶ ἀλαμπέες, ἢ τὸ
                        χρῶμα τοῦ ξύμπαντος <lb/>προσώπου ἠλλοιωμένον ᾖ, ταῦτα πάντα κακὰ νομίζειν
                        καὶ ὀλέθρια <lb/>εἶναι. Σκοπέειν δὲ χρὴ καὶ τὰς ὁποφάσιας τῶν ὀφθαλμῶν ἐν
                        <lb/>τοῖσιν ὕπνοισιν· ἢν γάρ τι ὑποφαίνηται τοῦ λευκοῦ, τῶν βλεφάρων <pb n="118"/> μὴ ξυμβαλλομένων, μὴ ἐκ διαῤῥοίης ἢ φαρμακοποσίης ἐόντι,
                        <lb/>ἢ μὴ εἰθισμένῳ οὕτω καθεύδειν, φλαῦρον τὸ σημεῖον καὶ θανατῶδες
                        <lb/>λίην. Ἢν δὲ καμπύλον γένηται, ἢ πελιὸν, ἢ ὠχρὸν βλέφαρον, <lb/>ἢ
                        χεῖλος, ἢ ῥὶς, μετά τινος τῶν ἄλλων σημείων, εἰδέναι χρὴ <lb/>ἐγγὺς ἐόντα
                        θανάτου· θανατῶδες δὲ καὶ χείλεα ἀπολυόμενα, <lb/>καὶ κρεμάμενα, καὶ ψυχρὰ,
                        καὶ ἔκλευκα γιγνόμενα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Κεκλιμένον δὲ χρὴ καταλαμβάνεσθαι τὸν νοσέοντα ὑπὸ τοῦ <lb/>ἰητροῦ ἐπὶ τὸ
                        πλευρὸν τὸ δεξιὸν, ἢ τὸ ἀριστερὸν, καὶ τὰς χεῖρας <lb/>καὶ τὸν τράχηλον καὶ
                        τὰ σκέλεα ὀλίγον ἐπικεκαμμένα ἔχοντα, <lb/>καὶ τὸ ξύμπαν σῶμα ὑγρὸν
                        κείμενον· οὕτω γὰρ καὶ οἱ πλεῖστοι <lb/>τῶν ὁγιαινόντων κατακλίνονται·
                        ἄρισται δέ εἰσι τῶν κατακλίσιων <lb/>αἱ ὅμοιαι τῇσι τῶν ὁγιαινόντων. Ὕπτιον
                        δὲ κέεσθαι καὶ τὰς <lb/>χεῖρας καὶ τὸν τράχηλον καὶ τὰ σκέλεα ἐκτεταμένα
                        ἔχοντα, ἧσσον <lb/>ἀγαθόν. Εἰ δὲ καὶ προπετὴς γένοιτο, καὶ καταῤῥέοι ἐπὶ τῆς
                        κλίνης <lb/>ἐπὶ τοὺς πόδας, δεινότερόν ἐστιν. Εἰ δὲ καὶ γυμνοὺς τοὺς πόδας
                        <lb/>εὁρίσκοιτο ἔχων, μὴ θερμοὺς κάρτα ἐόντας, καὶ τὰς χεῖρας, καὶ <pb n="120"/> τὸν τράχηλον, καὶ τὰ σκέλεα ἀνωμάλως διεῤῥιμμένα καὶ γυμνὰ,
                        <lb/>κακόν· ἀλυσμὸν γὰρ σημαίνει. Θανατῶδες δὲ καὶ τὸ κεχηνότα
                        <lb/>καθεύδειν αἰεὶ, καὶ τὰ σκέλεα ὑπτίου κειμένου ξυγκεκαμμένα <lb/>εἶναι
                        ἰσχυρῶς, καὶ διαπεπλεγμένα. Ἐπὶ γαστέρα δὲ κέεσθαι <lb/>ᾧ μὴ ξύνηθές ἐστι
                        καὶ ὑγιαίνοντι οὕτω κοιμᾶσθαι, παραφροσύνην <lb/>τινὰ σημαίνει, ἢ ὀδύνην τῶν
                        ἀμφὶ τὴν κοιλίην τόπων. <lb/>Ἀνακαθίζειν δὲ βούλεσθαι τὸν νοσέοντα, τῆς
                        νούσου ἀκμαζούσης, <lb/>πονηρὸν μὲν ἐν πᾶσι τοῖσιν ὀξέσι νουσήμασι, κάκιστον
                        δὲ ἐν τοῖσι <lb/>περιπλευμονικοῖσιν. Ὀδόντας δὲ πρίειν ἐν πυρετοῖσιν,
                        ὁκόσοισι <lb/>μὴ ξύνηθές ἐστιν ἀπὸ παίδων, μανικὸν καὶ θανατῶδες, ἀλλὰ
                        προλέγειν <lb/>ἀπ᾿ ἀμφοῖν κίνδυνον ἐσόμενον· ἢν δὲ καὶ παραφρονέων <pb n="122"/> τοῦτο ποιέῃ, ὀλέθριον γίγεται κάρτα ἤδη. Ἕλκος δὲ ἥν τε
                        <lb/>καὶ προγεγονὸς τύχῃ ἔχων, ἤν τε καὶ ἐν τῇ νούσῳ γένηται, καταμανθάνειν
                        <lb/>δεῖ· ἢν γὰρ μέλλῃ ἀπόλλυσθαι ὁ ἄνθρωπος, πρὸ τοῦ <lb/>θανάτου πελιδνόν
                        τε καὶ ξηρὸν ἔσται, ἢ ὠχρόν τε καὶ ξηρόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Περὶ δὲ χειρῶν φορῆς τάδε γιγνώσκω· ὁκόσοισιν ἐν πυρετοῖσιν <lb/>ὀξέσιν, ἢ
                        ἐν περιπλευμονίῃσιν, ἢ ἐν φρενίτισιν, ἢ ἐν <lb/>κεφαλαλγίῃσι, πρὸ τοῦ
                        προσώπου φερομένας καὶ θηρευούσας <lb/>διὰ κενῆς, καὶ ἀποκαρφολογεούσας, καὶ
                        κροκίδας ἀπὸ τῶν ἱματίων <lb/>ἀποτιλλούσας, καὶ ἀπὸ τοῦ τοίχου ἄχυρα
                        ἀποσπώσας, πάσας <lb/>εἶναι κακὰς καὶ θανατώδεας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Πνεῦμα δὲ πυκνὸν μὲν ἐὸν πόνον σημαίνει ἢ φλεγμονὴν <lb/>ἐν τοῖσιν ὑπὲρ
                        τῶν φρενῶν χωρίοισι· μέγα δὲ ἀναπνεόμενον καὶ <lb/>διὰ πολλοῦ χρόνου
                        παραφροσύνην δηλοῖ· ψυχρὸν δὲ ἐκπνεόμενον ἐκ <lb/>τῶν ῥινῶν καὶ τοῦ στόματος
                        ὀλέθριον κάρτα ἤδη γίγνεται. Εὔπνοιαν <lb/>δὲ χρὴ νομίζειν κάρτα μεγάλην
                        δύναμιν ἔχειν ἐς σωτηρίην <lb/>ἐν ἅπασι τοῖσιν ὀξέσι νουσήμασιν, ὅσα ξὺν
                        πυρετοῖσίν ἐστι καὶ ἐν <lb/>τεσσαράκοντα ἡμέρῃσι κρίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Οἱ δὲ ἱδρῶτες ἄριστοι μέν εἰσιν ἐν πᾶσι τοῖσιν ὀξέσι νουσήμασιν, <pb n="124"/> ὁκόσοι ἐν ἡμέρῃσί τε κρισίμοισι γίγνονται καὶ τελείως τὸν
                        <lb/>πυρετὸν ἀπαλλάσσουσιν. Ἀγαθοὶ δὲ καὶ ὁκόσοι διὰ παντὸς τοῦ <lb/>σώματος
                        γιγνόμενοι ἀπέδειξαν τὸν ἄνθρωπον εὐπετέστερον φέροντα <lb/>τὸ νούσημα. Οἳ
                        δ᾿ ἂν μὴ τοιοῦτόν τι ἐξεργάσωνται, οὐ λυσιτελέες. <lb/>Κάκιστοι δὲ οἱ ψυχροί
                        τε καὶ μοῦνον περὶ τὴν κεφαλήν <lb/>τε καὶ τὸ πρόσωπον γιγνόμενοι καὶ τὸν
                        αὐχένα· οὗτοι γὰρ ξὺν <lb/>μὲν ὀξεῖ πυρετῷ θάνατον προσημαίνουσι, ξὺν δὲ
                        πρηϋτέρῳ, <lb/>μῆκος νούσου. Καὶ οἱ κατὰ πᾶν τὸ σῶμα ὡσαύτως γιγνόμενοι
                        <lb/>τοῖσι περὶ τὴν κεφαλήν· οἱ δὲ κεγχροειδέες καὶ μοῦνον περὶ τὸν
                        <lb/>τράχηλον γιγνόμενοι πονηροί. Οἱ δὲ μετὰ σταλαγμῶν καὶ ἀτμίζοντες,
                        <lb/>ἀγαθοί. Κατανοέειν δὲ χρὴ τὸ ξύνολον τῶν ἱδρώτων. Γίγνονται <lb/>γὰρ οἱ
                        μὲν δι᾿ ἔκλυσιν σωμάτων, οἱ δὲ διὰ ξυντονίην φλεγμονῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ὑποχόνδριον δὲ ἄριστον μὲν ἀνώδυνόν τε ἐὸν καὶ μαλθακὸν <pb n="126"/> καὶ
                        ὁμαλὸν, καὶ ἐπὶ δεξιὰ καὶ ἐπ᾿ ἀριστερά. Φλεγμαῖνον δὲ, ἢ <lb/>ὀδύνην
                        παρέχον, ἢ ἐντεταμένον, ἢ ἀνωμάλως διακείμενα τὰ <lb/>δεξιὰ πρὸς τὰ
                        ἀριστερὰ, ταῦτα πάντα φυλάσσεσθαι χρή. Εἰ δὲ <lb/>καὶ σφυγμὸς ἐνείη ἐν τῷ
                        ὑποχονδρίῳ, θόρυβον σημαίνει, ἢ παραφροσύνην· <lb/>ἀλλὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς
                        ἐπικατιδεῖν τῶν τοιουτέων· <lb/>ἢν γὰρ αἱ ὄψιες πυκνὰ κινέωνται, μανῆναι
                        τούτους ἐλπίς. <lb/>Οἴδημα δὲ ἐν τῷ ὑποχονδρίῳ σκληρόν τε ἐὸν καὶ ἐπώδυνον,
                        κάκιστον <lb/>μὲν, εἰ παρ᾿ ἅπαν εἴη τὸ ὑποχόνδριον· εἰ δὲ καὶ εἴη ἐν τῷ
                        <lb/>ἑτέρῳ μέρει, ἀκινδυνότερόν ἐστιν ἐν τῷ ἐπ᾿ ἀριστερά. Σημαίνει <lb/>δὲ
                        τὰ τοιαῦτα οἰδήματα ἐν ἀρχῇ μὲν θάνατον ὀλιγοχρόνιον ἔσεσθαι· <lb/>ἢν δὲ
                        ὑπερβάλλη εἴκοσιν ἡμέρας ὅ τε πυρετὸς ἔχων καὶ τὸ οἴδημα <lb/>μὴ
                        καθιστάμενον, ἐς διαπύησιν τρέπεται. Γίγνεται δὲ τουτέοισιν <lb/>ἐν τῇ πρώτῃ
                        περιόδῳ καὶ αἵματος ῥῆξις ἐκ τῶν ῥινῶν, καὶ <pb n="128"/> κάρτα ὠφελέει·
                        ἀλλ᾿ ἔπανερωτᾷν χρὴ, εἰ τὴν κεφαλὴν ἀλγέουσιν, <lb/>ἢ ἀμβλυωπέουσιν· ἢν γάρ
                        τι τοιοῦτον εἴη, ἐνταῦθα ἂν ῥέποι. <lb/>Μᾶλλον δὲ τοῖσι νεωτέροισι πέντε καὶ
                        τριήκοντα ἐτέων, τὴν τοῦ <lb/>αἵματος ῥῆξιν προσδέχεσθαι χρή. Τὰ δὲ μαλθακὰ
                        τῶν οἰδημάτων <lb/>καὶ ἀνώδυνα καὶ τῷ δακτύλῳ ὑπείκοντα χρονιωτέρας τὰς
                        <lb/>κρίσιας ποιέεται, καὶ ἧσσον ἐκείνων δεινότερά ἐστιν. Εἰ δὲ ὑπερβάλλοι
                        <lb/>ἑξήκοντα ἡμέρας ὅ τε πυρετὸς ἔχων καὶ τὸ οἴδημα μὴ <lb/>καθιστάμενον,
                        ἔμπυον ἔσεσθαι σημαίνει· καὶ τοῦτο, καὶ τὸ ἐν τῇ <lb/>ἄλλῃ κοιλίῃ κατὰ
                        τωὐτό. Ὁκόσα μὲν οὖν ἐπώδυνά τέ ἐστι καὶ <lb/>σκληρὰ καὶ μεγάλα, σημαίνει
                        κίνδυνον θανάτου ὀλιγοχρονίου· <lb/>ὁκόσα δὲ μαλθακά τε καὶ ἀνώδυνα καὶ τῷ
                        δακτύλῳ πιεζόμενα <lb/>ὑπείκει, χρονιώτερα ἐκείνων. Τὰς δὲ ἀποστάσιας ἧσσον
                        τὰ ἐν <lb/>τῇ γαστρὶ οἰδήματα ποιέεται τῶν ἐν τοῖσιν ὑποχονδρίοισιν, ἥκιστα
                        δὲ <lb/>τὰ ὑποκάτω τοῦ ὀμφαλοῦ ἐς ἐπιπύησιν τρέπεται· αἵματος δὲ <pb n="130"/>
                        <lb/>ῥῆξιν ἐκ τῶν ἄνω τόπων μάλιστα προσδέχεσθαι. Ἁπάντοιν δὲ χρὴ <lb/>τῶν
                        οἰδημάτων χρονιζόντων περὶ ταῦτα· τὰ χωρία ὑποσκέπτεσθαι <lb/>τὰς ἐκπυήσιας.
                        Τὰ δὲ διαπυήματα ὧδε δεῖ σκέπτεσθαι τὰ ἐντεῦθεν· <lb/>ὁκόσα μὲν ἔξω
                        τρέπεται, ἄριστά ἐστι, μικρά τε ἐόντα, καὶ <lb/>ὡς μάλιστα ἐκκλίνοντα ἔξω,
                        καὶ ἐς ὀξὺ ἀποκυρτούμενα· τὰ <lb/>δὲ μεγάλα τε ἐόντα καὶ πλατέα, καὶ ἥκιστα
                        ἐς ὀξὺ ἀποκορυφούμενα, <lb/>κάκιστα· δσα δὲ ἔσω ῥήγνυται, ἄριστά ἐστιν, ἃ
                        μηδὲν <lb/>τῷ ἔξω. χωρίῳ ἐπικοινωνέει, ἀλλ᾿ ἔστι προσεσταλμένα. τε καὶ
                        ἀνώδυνα <lb/>καὶ πᾶν τὸ ἔξω χωρίον ὁμόχροον φαίνεται. Τὸ δὲ πῦον
                        <lb/>ἄριστον λευκόν τε εἶναι καὶ ὁμαλὸν καὶ λεῖον καὶ ὡς ἥκιστα
                        <lb/>δυσῶδες· τὸ δὲ ἐναντίον τουτέου κάκιστον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Οἱ δὲ ὕδρωπες οἱ ἐκ τῶν ὀξέων νουσημάτων πάντες <lb/>κακοί· οὔτε γὰρ τοῦ
                        πυρὸς ἀπαλλάσσουσιν; ἐπώδυνοί τέ εἰσι κάρτα <lb/>καὶ θανατώδεες. Ἄρχονται δὲ
                        οἱ πλεῖστοι μὲν ἀπὸ τῶν κενεώνων <lb/>καὶ τῆς ὀσφύος, οἱ δὲ ἀπὸ τοῦ ἥπατος·
                        οἷσι μὲν οὖν ἀπὸ τῶν <lb/>κενεώνων καὶ τῆς ὀσφύος αἱ ἀρχαὶ γίγνονται, οἵ τε
                        πόδες οἰδέουσι, <lb/>καὶ διάῤῥοιαι πολυχρόνιοι ἔχουσιν, οὔτε τὰς ὀδύνας
                        λύουσαι τὰς <lb/>ἐκ τῶν κενεώνων καὶ τῆς ὀσφύος, οὔτε τὴν γαστέρα
                        λαπάσσουσαι· <pb n="132"/> ὁκόσοισι δὲ ἀπὸ τοῦ ἥπατος ὕδρωπες γίγνονται,
                        βῆξαί τε <lb/>θυμὸς τούτοισιν ἐγγίγνεται, καὶ οὐδέν τι ἀποπτύουσιν ἄξιον
                        λόγου, <lb/>καὶ οἱ πόδες οἰδέουσι, καὶ ἡ γαστὴρ οὐ διαχωρέει, εἰ μὴ σκληρά
                        <lb/>τε καὶ πρὸς ἀνάγκην, καὶ περὶ τὴν κοιλίην γίγνεται οἰδήματα, τὰ
                        <lb/>μὲν ἐπὶ δεξιὰ, τὰ δ᾿ ἐπ᾿ ἀριστερὰ, ἱστάμενά τε καὶ καταπαυόμενα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Κεφαλὴ δὲ καὶ χεῖρες καὶ πόδες ψυχρὰ ἐόντα κακὸν, τῆς τε <lb/>κοιλίης καὶ
                        τῶν πλευρῶν θερμῶν ἐόντων. Ἄριστον δὲ καὶ ὅλον τὸ <lb/>σῶμα θερμόν τε ἐὸν
                        καὶ μαλθακὸν ὁμαλῶς. Στρέφεσθαι δὲ χρὴ <lb/>ῥηϊδίως τὸν ἀλγεῦντα, καὶ ἐν
                        τοῖσι μετεωρισμοῖσιν ἐλαφρὸν εἶναι· <lb/>εἰ δὲ βαρὺς ἐὼν φαίνοιτο καὶ τὸ
                        ἄλλο σῶμα καὶ τὰς χεῖρας καὶ <lb/>τοὺς πόδας, ἐπικινδυνότερον. Εἰ δὲ πρὸς τῷ
                        βάρει καὶ οἱ <lb/>ὄνυχες καὶ οἱ δάκτυλοι πελιδνοὶ γίγνονται, προσδόκιμος ὁ
                        θάνατος <lb/>παραυτίκα· μελαινόμενοι δὲ παντελῶς οἱ δάκτυλοι καὶ οἱ πόδες
                        <lb/>ἧσσον ὀλέθριοι τῶν πελιδνῶν εἰσιν᾿ ἀλλὰ καὶ τἄλλα σημεῖα
                        <lb/>σκέπτεσθαι χρή· ἢν γὰρ εὐπετέως φέρων φαίνηται τὸ κακὸν, <lb/>καὶ ἄλλο
                        τι τῶν περιεστικῶν πρὸς τουτέοισι τοῖσι σημείοισιν <pb n="134"/> ὑποδεικνύῃ,
                        τὸ νούσημα ἐς ἀπόστασιν τραπῆναι ἐλπὶς, ὥστε <lb/>τὸν μὲν ἄνθρωπον
                        περιγενέσθαι, τὰ δὲ μελανθέντα τοῦ σώματος <lb/>ἀποπεσεῖν. Ὄρχιες δὲ καὶ
                        αἰδοῖα ἀνεσπασμένα πόνους ἰσχυροὺς <lb/>σημαίνει καὶ κίνδυνον θανατώδεα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Περὶ δὲ ὕπνων, ὥσπερ κατὰ φύσιν ξύνηθες ἡμῖν ἐστι, <lb/>τὴν μὲν ἡμέρην
                        ἐγρηγορέναι χρὴ, τὴν δὲ νύκτα καθεύδειν. Ἢν δὲ <lb/>εἴη τοῦτο
                        μεταβεβλημένον, κάκιον· ἥκιστα. δ᾿ ἂν λυπέοιτο, <lb/>εἰ κοιμῷτο τὸ πρωΐ ἐς
                        τὸ τρίτον μέρος τῆς ἡμέρης· οἱ δὲ <lb/>ἀπὸ τουτέου| τοῦ χρόνου ὕπνοι
                        πονηρότεροί εἰσι· κάκιστον δὲ μὴ <lb/>κοιμᾶσθαι, μήτε τῆς νυκτὸς, μήτε τῆς
                        ἡμέρης· ἢ γὰρ ὑπὸ <lb/>ὀδύνης τε καὶ πόνων ἀγρυπνέειν ἢ παραφρονήσειν ἕπεται
                        ἀπὸ τουτέου <lb/>τοῦ σημείου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Διαχώρημα δέ ἐστιν· ἄριστον τὸ μαλθακόν τε καὶ <lb/>ξυνεστηκὸς, καὶ τὴν
                        ὥρην ἥνπερ καὶ ὑγιαίνοντι ὑπεχώρεε, πλῆθος <lb/>δὲ πρὸς λόγον τῶν ἐσιόντων·
                        τοιαύτης γὰρ ἐούσης τῆς διεξόδου, <lb/>ἡ κάτω κοιλίη ὑγιαίνοι ἄν. Εἰ δὲ εἴη
                        ὑγρὸν τὸ διαχώρημα, ξυμφέρει <lb/>μήτε τρύζειν, μήτε πυκνόν τι εἶναι, καὶ
                        κατ᾿ ὀλίγον <pb n="136"/> ὑποχωρέειν· κοπιῶν γὰρ ὁ ἄνθρωπος ὑπὸ τῆς ξυνεχέος
                        ἐξαναστάσιος <lb/>ἀγρυπνοίη ἄν· εἰ δὲ ἀθρόον πολλάκις διαχωρέει,
                        <lb/>κίνδυνος λειποθυμῆσαι: Ἀλλὰ χρὴ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν ἐσιόντων <lb/>ἢ δὶς
                        ἢ τρὶς τῆς ἡμέρης ὑποχωρέειν, καὶ τῆς νυκτὸς ἅπαξ, <lb/>πλείονα δ᾿ ἐπὶ τὸ
                        πρωΐ, ὥσπερ ξύνηθές ἐστι τῷ ἀνθρώπῳ. <lb/>Παχύνεσθαι δὲ χρὴ τὸ διαχώρημα,
                        ἰούσης πρὸς κρίσιν τῆς νούσου. <lb/>Ὑπόπυῤῥον δὲ ἔστω καὶ μὴ λίην δυσῶδες.
                        Ἐπιτήδειον δὲ <lb/>καὶ ἕλμινθας στρογγύλας διεξιέναι μετὰ τοῦ διαχωρήματος,
                        πρὸς <lb/>κρίσιν ἰούσης τῆς νούσου. Δεῖ δὲ ἐν παντὶ τῷ νουσήματι λαπαρὴν
                        <lb/>τὴν κοιλίην εἶναι καὶ εὔογκον. Ὑδαρὲς δὲ κάρτα, ἢ λευκὸν, ἢ
                        <lb/>χλωρὸν, ἢ ἐρυθρὸν ἰσχυρῶς, ἢ ἀφρῶδες διαχωρέειν, πονηρὰ ταῦτα
                        <lb/>πάντα. Ἔτι δὲ πονηρὸν, καὶ σμικρόν τε ἐὸν, καὶ γλισχρὸν, καὶ <pb n="138"/> λευκὸν, καὶ ὑπόχλωρον, καὶ λεῖον. Τουτέων δὲ θανατωδέστερα ἂν
                        <lb/>εἴη τὰ μέλανα, ἢ λιπαρὰ, ἢ πελιὰ, ἢ ἰώδεα, ἢ κάκοδμα. Τὰ δὲ
                        <lb/>ποικίλα, χρονιώτερα μὲν τουτέων, ὀλέθρια δὲ οὐδὲν ἧσσον· ἔστι δὲ
                        <lb/>τὰ τοιαῦτα ξυσματώδεα, καὶ χολώδεα, καὶ πρασοειδέα, καὶ μέλανα,
                        <lb/>ποτὲ μὲν ὁμοῦ διεξερχόμενα ἀλλήλοισι, ποτὲ δὲ κατὰ <lb/>μέρος. Φῦσαν δὲ
                        ἄνευ ψόφου καὶ περδήσιος διεξιέναι ἄριστον· <lb/>κρέσσον δὲ καὶ ξὺν ψόφῳ
                        διελθεῖν ἢ αὐτοῦ ἀνειλέεσθαι· καὶ <lb/>οὕτω διελθοῦσα σημαίνει ἢ πονέειν τι
                        τὸν ἄνθρωπον, ἢ παραφρονέειν, <lb/>ἢν μὴ ἑκὼν ὁ ἄνθρωπος οὕτω τὴν ἄφεσιν τῆς
                        φύσης ποιήσηται. <lb/>Τοὺς δὲ ἐκ τῶν ὑποχονδρίων πόνους τε καὶ κυρτώματα,
                        <lb/>ἢν ᾖ νεαρὰ καὶ μὴ ξὺν φλεγμονῇ, λύει βορβορυγμὸς ἐγγενόμενος <lb/>ἐν τῷ
                        ὑποχονδρίῳ, καὶ μάλιστα μὲν διεξιὼν ξὺν κόπρῳ <lb/>τε καὶ οὔρῳ καὶ φύσῃ, ἢν
                        δὲ μὴ, καὶ αὐτὸς δὴ περαιωθεὶς <lb/>ὠφελέει· ὠφελέει δὲ καὶ ὑποκαταβὰς ἐς τὰ
                        κάτω χωρία. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Τὸ δὲ οὖρον ἄριστόν ἐστιν, ὅταν ᾖ λευκή τε ἡ ὑπόστασις, <lb/>καὶ λείη,
                        καὶ ὁμαλὴ παρὰ πάντα τὸν χρόνον, ἔστ᾿ ἂν κριθῇ ἡ <pb n="140"/> γοῦσος·
                        σημαίνει γὰρ ἀσφάλειάν τε καὶ νούσημα ὀλιγοχρόνιον <lb/>ἔσεσθαι. Εἰ δὲ
                        διαλείποι, καὶ ποτὲ μὲν καθαρὸν οὐρέοιτο, ποτὲ <lb/>δὲ ὑφίσταται τὸ λευκὸν
                        καὶ λεῖον, χρονιωτέρη γίγνεται ἡ νοῦσος <lb/>καὶ ἧσσον ἀσφαλής. Εἰ δὲ εἴη τό
                        τε οὖρον ὑπέρυθρον καὶ ἡ ὑπόστασις <lb/>αὐτέου ὁμοίη καὶ λείη,
                        πολυχρονιώτερον μὲν τοῦτο τοῦ πρώτου <lb/>γίγνεται, σωτήριον δὲ κάρτα.
                        Κριμνώδεες δὲ ἐν τοῖσιν οὔροισιν <lb/>αἱ ὑποστάσιες, πονηραί· τουτέων δέ
                        εἰσι κακίους αἱ πεταλώδεες· <lb/>αἱ λευκαὶ δὲ καὶ λεπταὶ, κάρτα φλαῦραι·
                        τουτέων δ᾿ <lb/>ἔτι κακίους εἰσὶν αἱ πιτυρώδεες. Νεφέλαι δὲ ἐμφερόμεναι
                        τοῖσιν <lb/>οὔροισι, λευκαὶ μὲν ἀγαθαὶ, μέλαιναι δὲ φλαῦραι. Ἔστ᾿ ἂν δὲ
                        <lb/>πυῤῥόν τε εἴη τὸ οὖρον καὶ λεπτὸν, σημαίνει τὸ νούσημα ἄπεπτον
                        <lb/>εἶναι· ἢν δὲ καὶ πουλυχρόνιον εἴη τοἰοῦτον ἐὸν, κίνδυνος μὴ οὐ
                        <lb/>δυνήσεται ὁ ἄνθρωπος διαρκέσαι, ἔστ᾿ ἂν πεπανθῇ ἡ νοῦσος. <pb n="142"/>
                        Θανατωδέστερα δὲ τῶν οὔρων τά τε δυσώδεα καὶ ὑδατώδεα καὶ <lb/>μέλανα καὶ
                        παχέα· ἔστι δὲ τοῖσι μὲν ἀνδράσι καὶ τῇσι γυναιξὶ <lb/>τὰ μέλανα τῶν οὔρων
                        κάκιστα, τοῖσι δὲ παιδίοισι τὰ ὑδατώδεκ. <lb/>Ὁκόσοι δ᾿ ἂν οὖρα λεπτὰ καὶ
                        ὠμὰ οὐρέωσι πουλὺν χρόνον, ἢν <lb/>τἄλλα ὡς περιεσομένοισι σημεῖα ᾖ,
                        τουτέοισιν ἀπόστασιν δεῖ <lb/>προσδέχεσθαι ἐς τὰ κάτω τῶν φρενῶν χωρία. Καὶ
                        τὰς λιπαρότητας <lb/>δὲ τὰς ἄνω ἐφισταμένας ἀραχνοειδέας μέμφεσθαι·
                        ξυντήξιος γὰρ <lb/>σημεῖα. Σκοπέειν δὲ χρὴ τῶν οὔρων, ἐν οἷσιν αἱ νεφέλαι,
                        <lb/>ἤν τε ἂνω, ἤν τε κάτω ἔωσι, καὶ τὰ χρώματα ὁκοῖα ἴσχουσι, <lb/>καὶ τὰς
                        μὲν κάτω φερομένας ξὺν τοῖσι χρώμασιν, οἷσιν εἴρηται, <lb/>ἀγαθὰς εἶναι
                        νομίζειν καὶ ἐπαινέειν, τὰς δὲ ἄνω ξὺν τοῖσι χρώμασιν, <lb/>οἷσιν εἴρηται,
                        κακὰς εἶναι, καὶ μέμφεσθαι. Μὴ ἐξαπατάτω <lb/>δέ σε, ἤν γε ἡ κύστις τι
                        νούσημα ἔχουσα τῶν οὔρων τὰ τοιαῦτα <lb/>ἀποδιδῷ· οὐ γὰρ τοῦ ὅλου σώματος
                        σημεῖόν ἐστιν, ἀλλ᾿ αὐτῆς <lb/>καθ᾿ ἑωυτῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἔμετος δὲ ὠφελιμώτατος ὁ φλέγματος καὶ χολῆς ξυμμεμιγμένων <pb n="144"/>
                        ὅτι μάλιστα· καὶ μὴ παχὺς κάρτα, μηδὲ πολὺς ἐμεέσθω· <lb/>οἱ γὰρ
                        ἀκρητέστεροι κακίους εἰσίν. Εἰ δὲ εἴη τὸ ἐμεύμενον <lb/>πρασοειδὲς, ἢ
                        πελιὸν, ἢ μέλαν, ὅ τι ἂν ᾖ τουτέων τῶν χρωμάτων, <lb/>νομίζειν χρὴ πονηρὸν
                        εἶναι· εἰ δὲ καὶ πάντα τὰ χρώματα δ ωὀτὸς <lb/>ἄνθρωπος ἐμέοι, κάρτα
                        ὀλέθριον τοῦτο γίγνεται· τάχιστον δὲ <lb/>θάνατον σημαίνει τὸ πελιὸν τῶν
                        ἐμεσμάτων, εἰ ὄζει δυσῶδες. <lb/>Πᾶσαι δὲ αἱ ὑπόσαπροι καὶ δυσώδεες ὀσμαὶ
                        κακαὶ ἐπὶ πᾶσι τοῖσιν ἐμεομένοισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Πτύελον χρὴ ἐπὶ πᾶσι τοῖσιν ἀλγήμασι τοῖσι περὶ <lb/>τὸν πλεύμονα καὶ τὰς
                        πλευρὰς ταχέως τε ἀναπτύεσθαι καὶ <lb/>εὐπετέως, ξυμμεμιγμένον τε φαίνεσθαι
                        τὸ ξανθὸν ἰσχυρῶς τῷ <lb/>πτυέλῳ. Εἰ γὰρ πολλῷ ὕστερον μετὰ τὴν ἀρχὴν τῆς
                        ὀδύνης ἀναπτύοιτο, <lb/>ξανθὸν ἐὸν, ἢ πυῤῥὸν, ἢ πολλὴν βῆχα παρέχον, ἢ
                        <lb/>μὴ ἰσχυρῶς ξυμμεμιγμένον, κάκιον γίγνεται· τό τε γὰρ ξανθὸν <pb n="146"/> ἄκρητον ἐὸν κινδυνῶδες, τὸ δὲ λευκὸν καὶ γλίσχρον καὶ στρογγύλον
                        <lb/>ἀλυσιτελές. Κακὸν δὲ καὶ τὸ χλωρὸν ἐὸν κάρτα καὶ τὸ <lb/>ἀφρῶδες· εἰ δὲ
                        εἴη οὕτως ἄκρητον ὥστε καὶ μέλαν φαίνεσθαι, δεινότερόν <lb/>ἐστι τοῦτο
                        ἐκείνων· κακὸν δὲ καὶ ἢν μηδὲν ἀνακαθαίρηται, <lb/>μηδὲ προΐῃ ὁ πλεύμων,
                        ἀλλὰ πλήρης ἐὼν ζέῃ ἐν τῇ φάρυγγι. <lb/>Κορύζας δὲ καὶ πταρμοὺς ἐπὶ πᾶσι
                        τοῖσι περὶ τὸν <lb/>πλεύμονα νουσήμασι προγεγονέναι, ἢ ἐπιγενέσθαι, κακόν·
                        <lb/>ἀλλ᾿ ἐν τοῖσιν ἄλλοισι νουσήμασι τοῖσι θανατωδεστάτοισιν οἱ
                        <lb/>πταρμοὶ λυσιτελέουσιν. Αἵματι δὲ ξυμμεμιγμένον μὴ πολλῷ <lb/>πτύελον
                        ξανθὸν ἐν τοῖσι περιπλευμονικοῖσιν, ἐν ἀρχῇ μὲν <lb/>τῆς νούσου πτυόμενον,
                        περιεστικὸν καὶ κάρτα ὠφελεέι· <lb/>ἑβδομαίῳ δὲ ἐόντι καὶ παλαιοτέρῳ ἧσσον
                        ἀσφαλές. Πάντα <lb/>δὲ πτύελα πονηρά ἐστιν ὁκόσα ἂν τὴν ὀδύνην μὴ παύῃ.
                        <lb/>Κάκιστα δὲ τὰ μέλανα, ὡς διαγέγραπται. Τὰ δὲ παύοντα ὀδύνην,
                        <lb/>πάντων ἀμείνω ἀναπτυόμενα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ὁκόσα δὲ τῶν ἀλγημάτων ἐκ τουτέων τῶν χωρίων μὴ <pb n="148"/> παύηται,
                        μήτε πρὸς τὰς τῶν πτυέλων καθάρσιας, μήτε πρὸς τὴν <lb/>τῆς κοιλίης
                        ἐκκόπρωσιν, μήτε πρὸς τὰς φλεβοτομίας τε καὶ φαρμακείας <lb/>καὶ διαίτας,
                        εἰδέναι δεῖ ἐκπυήσοντα. Τῶν δὲ ἐκπυημάτων <lb/>ὁκόσα μὲν ἔτι χολώδεος ἐόντος
                        τοῦ πτυέλου ἐκπυΐσκεται, ὀλέθρια <lb/>κάρτα, ἤν τε ἐν μέρει τὸ χολῶδες τῷ
                        πύῳ ἀναπτύοιτο, ἤν <lb/>τε ὁμοῦ· μάλιστα δὲ, ἢν ἄρξηται χωρέειν τὸ ἐμπύημα
                        ἀπὸ τουτέου <lb/>τοῦ πτυέλου, ἑβδομαίου ἐόντος τοῦ νουσήματος. Ἐλπὶς δὲ
                        <lb/>τὸν τὰ τοιαῦτα πτύοντα ἀποθανεῖσθαι τεσσαρεσκαιδεκαταῖον, ἢν <lb/>μή τι
                        αὐτέῳ ἐπιγένηται ἀγαθόν. Ἔστι δὲ τὰ μὲν ἀγαθὰ τάδε· εὐπετέως <lb/>φέρειν τὸ
                        νούσημα, εὔπνοον εἶναι, τῆς ὀδύνης ἀπηλλάχθαι, <lb/>τό τε πτύελον ῥηϊδίως
                        ἀναβήσσειν, τό τε σῶμα ὁμαλῶς <lb/>φαίνεσθαι θερμόν τε εἶναι καὶ μαλθακὸν,
                        καὶ δίψαν μὴ ἔχειν, <lb/>οὖρά τε καὶ διαχωρήματα καὶ ὕπνους καὶ ἱδρῶτας, ὡς
                        διαγέγραπται <lb/>ἕκαστα εἶναι ἀγαθὰ, ἐπιγίγνεσθαι· οὕτω μὲν γὰρ ἁπάντων
                        <lb/>τουτέων ἐπιγιγνομένων, οὐκ ἂν ἀποθάνοι ὁ ἄνθρωπος· ἢν δὲ <lb/>τὰ μέν
                        τοι αὐτέων ἐπιγίγνοιτο, τὰ δὲ μὴ, οὐ πλείονα χρόνον <pb n="150"/> ζήσας, ἢ
                        τεσσαρεσκαίδεκα ἡμέρας, ἀπόλοιτ᾿ ἂν ὁ ἄνθρωπος, Κακὰ <lb/>δὲ τὰ ἐναντία
                        τουτέων, ἤγουν δυσπετέως φέρειν τὴν νοῦσον, πνεῦμα <lb/>μέγα καὶ πυκνὸν
                        εἶναι, τὴν ὀδύνην, μὴ παύεσθαι, τὸ πτύελον μόλις <lb/>ἀναβήσσειν, διψῇν
                        κάρτα, τό τε σῶμα ὑπὸ πυρὸς ἀνωμάλως <lb/>ἔχεσθαι, καὶ τὴν μὲν κοιλίην καὶ
                        τὰς πλευρὰς θερμὰς εἶναι <lb/>ἰσχυρῶς, τὸ δὲ μέτωπον καὶ τὰς χεῖρας καὶ τοὺς
                        πόδας ψυχροὺς, <lb/>οὖρα δὲ καὶ διαχωρήματα καὶ ὕπνους καὶ ἱδρῶτας, ὡς
                        διαγέγραπται <lb/>ἔκαστα εἶναι κακὰ, ἐπιγίγνεσθαι οὕτω γὰρ εἰ ἐπιγένοιτό τι
                        τῷ <lb/>πτυέλῳ τουτέῳ; ἀπόλοιτα ἂν ὁ ἄνθρωπος πρὶν ἢ ἐς τὰς
                        <lb/>τεσσαρεσκαίδεκα ἡμέρας ἀφικέσθαι, ἢ ἐναταῖος, ἢ ἑνδεκαταῖος. <lb/>Οὕτως
                        οὖν ξυμβάλλεσθαι χρὴ, ὡς τοῦ πτυέλου τουτέου θανατώδεος, <lb/>ἐόντος μάλα,
                        καὶ οὐ φθάνοντος ἐς τεσσαρεσκαίδεκα <lb/>ἡμέρας. Τὰ δὲ ἐπιγενόμενα κακά τε
                        καὶ ἀγαθὰ ξυλλογιζόμενον ἐκ <lb/>τουτέων χρὴ τὰς προῤῥήσιας προλέγειν οὕτω
                        γὰρ ἄν τις ᾶληθεύοι <lb/>μάλιστα. Αἱ δὲ ἄλλαι ἐκπυήσιες ῥήγνυνται αἱ
                        πλεῖσται, <lb/>αἱ μὲν εἰκοσταῖαι, αἱ δὲ τριηκοσταῖαι, αἱ δὲ
                        τεσσαρακονθήμεροι, <lb/>αἱ δὲ πρὸς τὰς ἑξήκοντα ἡμέρας ἀφικνέονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ἐπισκέπτεσθαι δὲ χρὴ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐμπυήματος ἔσεσθαι <pb n="152"/>
                        λογιζόμενον ἀπὸ τῆς ἡμέρης ἧς τὸ πρῶτον ὁ ἄνθρωπος <lb/>ἐπύρεξεν, ἢ εἴ ποτε
                        αὐτὸν ῥῖγος ἔλαβε, καὶ εἰ φαίη <lb/>ἀντὶ τῆς ὀδύνης αὐτέῳ βάρος γεγενῆσθαι
                        ἐν τῷ τόπῳ ἐν ᾧ <lb/>ἤλγεεν· ταῦτα γὰρ ἐν ἀρχῇσι γίγνεται τῶν ἐμπυημάτων.
                        <lb/>Ἐξ οὖν τουτέων τῶν χρόνων τὴν ῥῆξιν χρὴ προσδέχεσθαι τῶν
                        <lb/>ἐμπυημάτων ἔσεσθαι ἐς τοὺς χρόνους τοὺς προειρημένους. Εἰ δὲ εἴη
                        <lb/>τὸ ἐμπύημα ἐπὶ θάτερα μοῦνον, στρέφειν τε καὶ καταμανθάνειν <lb/>χρὴ
                        ἐπὶ τουτέοισι, μή τι ἔχῃ ἄλγημα ἐν τῷ ἑτέρῳ πλευρῷ· καὶ <lb/>ἢν θερμότερον ᾖ
                        τὸ ἕτερον τοῦ ἑτέρου, κατακλινομένου ἐπὶ <lb/>τὸ ὑγιαῖνον πλευρὸν, ἐρωτᾷν εἴ
                        τι αὐτέῳ δοκέει βαρὺ ἀποκρέμασθαι <lb/>ἐκ τοῦ ἄνωθεν. Εἰ γὰρ εἴη τοῦτο, ἐπὶ
                        θάτερόν <lb/>ἐστι τὸ ἐμπύημα, ἐπὶ ὁκοῖον ἂν πλευρὸν τὸ βάρος γίγνηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Τοὺς δὲ ξύμπαντας ἐμπύους γιγνώσκειν χρὴ τοισίδε <lb/>τοῖσι σημείοισι.
                        Πρῶτον μὲν, ὁ πυρετὸς οὐκ ἀφίησιν, ἀλλὰ τὴν <lb/>μὲν ἡμέρην λεπτὸς ἴσχει,
                        τὴν δὲ νύκτα πλείων, καὶ ἱδρῶτες <pb n="154"/> πολλοὶ ἐπιγίγνονται, βῆξαί τε
                        θυμὸς ἐγγίγνεται αὐτέοισιν, καὶ <lb/>ἀποπτύουσιν οὐδὲν ἄξιον λόγου, καὶ οἱ
                        μὲν ὀφθαλμοὶ ἔγκοιλοι γίγνονται, <lb/>αἱ δὲ γνάθοι ἐρυθήματα ἴσχουσι, καὶ οἱ
                        μὲν ὄνυχες τῶν χειρῶν <lb/>γρυποῦνται, οἱ δὲ δάκτυλοι θερμαίνονται, καὶ
                        μάλιστα οἱ ἄκροι, <lb/>καὶ ἐν τοῖσι ποσὶν οἰδήματα γίγνεται, καὶ σιτίων οὐκ
                        ἐπιθυμέουσι, <lb/>καὶ φλύκταιναι γίγνονται ἀνὰ τὸ σῶμα. Ὁκόσα μὲν οὖν
                        ἐγχρονίζει <lb/>τῶν ἐμπυημάτων, ἔχει τὰ σημεῖα ταῦτα, καὶ πιστεύειν αὐτέοισι
                        <lb/>χρὴ κάρτα· ὁκόσα δὲ ὀλιγοχρόνιά ἐστι, τουτέοισιν ἐπισημαίνεται, <lb/>ἤν
                        τι ἐπιφαίνηται, οἷα καὶ τοῖσιν ἐν ἀρχῇσι γιγνομένοισιν, ἅμα δὲ <lb/>καὶ ἤν
                        τι δυσπνούστερος ᾖ ὁ ἄνθρωπος. Τὰ δὲ ταχύτερον αὐτέων <lb/>καὶ βραδύτερον
                        ῥηγνύμενα τοισίδε γιγνώσκειν χρή· ἢν μὲν ὁ <lb/>πόνος ἐν ἀρχῇσι γίγνηται,
                        καὶ ἡ δύσπνοια καὶ ἡ βὴξ καὶ ὁ <lb/>πτυαλισμὸς διατείνῃ, ἐς τὰς εἴκοσιν
                        ἡμέρας προσδέχεσθαι <lb/>τὴν ῥῆξιν, ἢ καὶ ἔτι πρόσθεν· ἢν δὲ ἡσυχαίτερος ὁ
                        πόνος ᾖ, <lb/>καὶ τἄλλα πάντα κατὰ λόγον, τουτέοισι προσδέχεσθαι τὴν <pb n="156"/> ῥῆξιν ἐς ὕστερον· γίγνεσθαι δὲ ἀνάγκη καὶ πόνον καὶ δύσπνοιαν
                        <lb/>καὶ πτυαλισμὸν πρὸ τῆς τοῦ πύου ῥήξιος. Περιγίγνονται δὲ τουτέων
                        <lb/>μάλιστα μὲν οὕς ἂν ἀφῇ ὁ πυρετὸς αὐθημερὸν μετὰ τὴν ῥῆξιν, <lb/>καὶ
                        σιτίων ταχέως ἐπιθυμέωσι, καὶ δίψης ἀπηλλαγμένοι <lb/>ἔωσι, καὶ ἡ γαστὴρ
                        σμικρά τε καὶ ξυνεστηκότα ὑποχωρέῃ, καὶ τὸ <lb/>πῦον λευκόν τε καὶ λεῖον καὶ
                        ὁμόχροον ᾖ καὶ φλέγματος ἀπηλλαγμένον, <lb/>καὶ ἄτερ πόνου τε καὶ βηχὸς
                        ἰσχυρῆς ἀνακαθαίρηται. <lb/>Ἄριστα μὲν οὕτω καὶ τάχιστα ἀπαλλάσσουσιν· ἢν δὲ
                        μὴ, <lb/>οἷσιν ἂν ἐγγυτάτω τουτέων γίγνηται. Ἀπόλλυνται δὲ οὓς ἂν <lb/>ὅ τε
                        πυρετὸς μὴ ἀφῇ, ἢ δοκέων αὐτέους ἀφιέναι, αὖθις φαίνηται
                        <lb/>ἀναθερμαινόμενος, καὶ δίψαν μὲν ἔχωσι, σιτίων δὲ μὴ ἐπιθυμέωσι,
                        <lb/>καὶ ἡ κοιλίη ὑγρὴ ᾖ, καὶ τὸ πῦον χλωρὸν ἢ πελιὸν πτύῃ, <lb/>ἢ
                        φλεγματῶδες καὶ ἀφρῶδες· ἢν ταῦτα πάντα γίγνηται, <lb/>ἀπόλλυνται· ὁκόσοισι
                        δ᾿ ἂν τουτέων τὰ μὲν ἐπιγένηται, τὰ <lb/>δὲ μὴ, οἱ μὲν αὐτέων ἀπόλλυνται, οἱ
                        δὲ ἐν πολλῷ χρόνῳ περιγίγνονται. <pb n="158"/> Ἀλλ᾿ ἐκ πάντων τῶν τεκμηρίων
                        τῶν ἐόντων ἐν τουτέοισι <lb/>σημαίνεσθαι, καὶ τοῖσιν ἄλλοισι πᾶσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Ὁκόσοισι δὲ ἀποστάσιες γίγνονται ἐκ τῶν περιπλευμονικῶν <lb/>νουσημάτων
                        παρὰ τὰ ὦτα, καὶ ἐκπυέουσιν, ἢ ἐς τὰ κάτω χωρία, <lb/>καὶ συριγγοῦνται,
                        οὗτοι περιγίγνονται. Ἐπισκέπτεσθαι δὲ <lb/>χρὴ τὰ τοιαῦτα ὧδε· ἢν ὅ τε
                        πυρετὸς ἔχῃ, καὶ ἡ ὀδύνη μὴ παύηται, <lb/>καὶ τὸ πτύελον μὴ ἐκχωρέῃ κατὰ
                        λόγον, μηδὲ χολώδεες <lb/>αἱ τῆς κοιλίης διαχωρήσιες, μηδὲ εὔλυτοί τε καὶ
                        ἄκρητοι <lb/>γίγνοιντο, καὶ μηδὲ τὸ οὖρον πουλύ τε κάρτα καὶ πολλὴν <pb n="160"/> ὑπόστασιν ἔχον, ὑπηρετέηται δὲ πεοιεστικῶς ὑπὸ τῶν λοιπῶν
                        <lb/>πάντων τῶν περιεστικῶν σημείων, τουτέοισι χρὴ τὰς τοιαύτας
                        <lb/>ἀποστάσιας ἐλπίζειν ἔσεσθαι. Γίγνονται δὲ αἱ μὲν ἐς τὰ κάτω χωρία,
                        <lb/>οἷσιν ἂν περὶ τὰ ὑποχόνδρια τοῦ φλέγματός τι ἐγγένηται· <lb/>αἱ δὲ ἄνω,
                        οἷσι τὸ ὑποχόνδριον λαπαρόν τε καὶ ἀνώδυνον διατελέῃ, <lb/>δύσπνοος δέ τινα
                        χρόνον γενόμενος παύσηται, ἄτερ φανερῆς <lb/>προφάσιος ἄλλης. Αἱ δὲ
                        ἀποστάσιες αἱ ἐς τὰ σκέλεα ἐν τῇσι <lb/>περιπλευμονίῃσι τῇσιν ἰσχυρῇσί τε
                        καὶ ἐπικινδύνοισι λυσιτελέες μὲν <lb/>πᾶσαι, ἄρισται δὲ αἱ τοῦ πτυέλου ἐν
                        μεταβολῇ ἐόντος γιγνόμεναι· <lb/>εἰ γὰρ τὸ οἴδημα καὶ ἡ ὀδύνη γίγνοιτο, τοῦ
                        πτυέλου ἀντὶ ξανθοῦ <lb/>πυώδεος γενομένου καὶ ἐκχωρέοντος ἔξω, οὕτως ἂν
                        ἀσφαλέστατα <lb/>ὅ τε ἄνθρωπος περιγίγνοιτο, καὶ ἡ ἀπόστασις ἀνώδυνος
                        τάχιστα <lb/>παύσαιτο· εἰ δὲ τὸ πτύελον μὴ ἐκχωρέοι καλῶς, μηδὲ τὸ
                        <lb/>οὖρον ὑπόστασιν ἀγαθὴν ἔχον φαίνοιτο, κίνδυνος χωλὸν γενέσθαι τὸ <pb n="162"/> ἄρθρον ἢ πολλὰ πρήγματα παρασχεῖν. Ἢν δὲ ἀφανίζωνται καὶ
                        <lb/>παλινδρομέωσιν αἱ ἀποστάσιες, τοῦ πτυέλου μὴ ἐκχωρέοντος, καὶ <lb/>τοῦ
                        πυρετοῦ ἔχοντος, δεινόν· κίνδυνος γὰρ μὴ παραφρονήσῃ καὶ <lb/>ἀποθάνῃ ὁ
                        ἄνθρωπος. Τῶν δὲ ἐμπύων τῶν ἐκ τῶν <lb/>περιπλευμονικῶν οἱ γεραίτεροι μᾶλλον
                        ἀπόλλυνται· ἐκ δὲ τῶν ἄλλων <lb/>ἐμπυημάτων οἱ νεώτεροι μᾶλλον
                        ἀποθνήσκουσιν. Ὁκόσοι δὲ τῶν <pb n="164"/> ἐμπύων καίονται ἢ τέμνονται,
                        οἷσιν ἂν καθαρὸν μὲν τὸ <lb/>πῦον ᾖ καὶ λευκὸν καὶ μὴ δυσῶδες, σώζονται·
                        οἷσι δὲ ὕφαιμόν <lb/>τε καὶ βορβορῶδες, ἀπόλλυνται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Αἱ δὲ ξὺν πυρετῷ γιγνόμεναι ὀδύναι περὶ τὴν ὀσφῦν <lb/>τε καὶ τὰ κάτω
                        χωρία, ἢν τῶν φρενῶν ἅπτωνται, τὰ κάτω <lb/>ἐκλείπουσαι, ὀλέθριαι κάρτα.
                        Προσέχειν οὖν δεῖ τὸν νόον <lb/>τοῖσιν ἄλλοισι σημείοισιν, ὡς ἤν τι καὶ τῶν
                        ἄλλων σημείων <lb/>ἐπιφαίνηται πονηρὸν, ἀνέλπιστος ὁ ἄνθρωπος ἢν δὲ,
                        ἀναΐσσοντος <lb/>τοῦ νουσήματος ὡς πρὸς τὰς φρένας, τἄλλα σημεῖα <lb/>μὴ
                        πονηρὰ ἐπιγίγνηται, ἔμπυον ἔσεσθαι τοῦτον πολλαὶ ἐλπίδες. <pb n="166"/>
                        Κύστιες δὲ σκληραί τε καὶ ἐπώδυνοι δειναὶ μὲν παντελῶς <lb/>καὶ ὀλέθριαι·
                        ὀλεθριώτεραι δὲ ὁκόσαι ξὺν πυρετῷ ξυνεχεῖ <lb/>γίγνονται· καὶ γὰρ οἱ ἀπ᾿
                        αὐτέων τῶν κύστιων πόνοι ἱκανοὶ <lb/>ἀποκτεῖναι· καὶ αἱ κοιλίαι οὐ
                        διαχωρέουσιν ἐν τουτέῳ τῷ χρόνῳ, <lb/>εἰ μὴ σκληρά τε καὶ πρὸς ἀνάγκην· λύει
                        δέ οὖρον πυῶδες <lb/>οὐρηθὲν, λευκὴν καὶ λείην ἔχον τὴν ὑπόστασιν. Ἢν δὲ
                        μήτε <pb n="168"/> τὸ οὖρον μηδὲν ἐνδιδοίη, μήτε ἡ κύστις μαλάσσοιτο, ὅ τε
                        πυρετὸς <lb/>ξυνεχὴς ᾖ, ἐν τῇσι πρώτῃσι περιόδοισι τοῦ νουσήματος ἐλπὶς τὸν
                        <lb/>ἀλγέοντα ἀπολέσθαι. Ὁ δὲ τρόπος οὗτος ἅπτεται τῶν παιδίων <lb/>μάλιστα
                        τῶν ἑπταετέων, ἕως ἂν ἐς τὰ πεντεκαίδεκα ἔτεα γένωνται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Οἱ δὲ πυρετοὶ κρίνονται ἐν τῇσιν αὐτέῃσιν ἡμέρῃσι τὸν <lb/>ἀριθμὸν, ἐξ ὧν
                        τε περιγίγνονται οἱ ἄνθρωποι καὶ ἐξ ὧν ἀπόλλυνται. <lb/>Οἵ τε γὰρ
                        εὐηθέστατοι τῶν πυρετῶν καὶ ἐπὶ σημείων ἀσφαλεστάτων <lb/>βεβῶτες τεταρταῖοι
                        παύονται, ἢ πρόσθεν· οἵ τε κακοηθέστατοι <lb/>καὶ ἐπὶ σημείων δεινοτάτων
                        γιγνόμενοι τεταρταῖοι κτείνουσιν, <lb/>ἢ πρόσθεν. Ἡ μὲν οὖν πρώτη ἔφοδος
                        αὐτέων οὕτω τελευτᾷ· ἡ δὲ <lb/>δευτέρη ἐς τὴν ἑβδόμην περιάγεται· ἡ δὲ τρίτη
                        ἐς τὴν ἑνδεκάτην· <lb/>ἡ δὲ τετάρτη ἐς τὴν τεσσαρεσκαιδεκάτην· ἡ δὲ πέμπτη
                        ἐς τὴν <lb/>ἑπτακαιδεκάτην· ἡ δὲ ἕκτη ἐς τὴν εἰκοστήν. Αὗται μὲν οὖν ἐκ τῶν
                        <lb/>ὀξυτάτων νουσημάτων διὰ τεσσάρων ἐς τὰς εἴκοσιν ἐκ προσθέσιος
                        <lb/>τελευτῶσιν. Οὐ δύναται δὲ ὅλῃσιν ἡμέρῃσιν οὐδὲν τουτέων <pb n="170"/>
                        ἀριθμέεσθαι ἀτρεκέως· οὐδὲ γὰρ ό ἐνιαυτός τε καὶ οἱ μῆνες ὅλῃσιν
                        <lb/>ἡμέρῃσι πεφύκασιν ἀριθμέεσθαι. Μετὰ δὲ ταῦτα ἐν τῷ αὐτέῳ <lb/>τρόπῳ
                        κατὰ τὴν αὐτέην πρόσθεσιν ἡ πρώτη περίοδος τεσσάρων καὶ <lb/>τριήκονθ᾿
                        ἡμερέων, ἡ δὲ δευτέρη τεσσαράκοντα ἡμερέων, ἡ δὲ <lb/>τρίτη ἑξήκονθ᾿
                        ἡμερέων. Τουτέων δ᾿ ἐν ἀρχῇσίν ἐστι χαλεπώτατον <lb/>διαγιγνώσκειν τὰ
                        μέλλοντα ἐν πλείστῳ χρόνῳ κρίνεσθαι· <lb/>ὁμοιόταται γὰρ αἱ ἀρχαί εἰσιν
                        αὐτέων· ἀλλὰ χρὴ ἀπὸ τῆς πρώτης <lb/>ἡμέρης ἐνθυμέεσθαι, καὶ καθ᾿ ἑκάστην
                        τετράδα προστιθεμένην <lb/>σκέπτεσθαι· καὶ οὐ λήσεται ὅπη τρέψεται τὸ
                        νούσημα. <lb/>Γίγνεται δὲ ἡ τῶν τεταρταίων κατάστασις ἐκ τοῦ τοιούτου
                        <lb/>κόσμου. Τὰ δὲ ἐν ἐλαχίστῳ χρόνῳ μέλλοντα κρίνεσθαι, εὐπετέστερα
                        <lb/>γιγνώσκεσθαι· μέγιστα γὰρ τὰ διαφέροντα ἀπ᾿ ἀρχῆς αὐτέων <lb/>ἐστίν· οἱ
                        μὲν γὰρ περιεσόμενοι εὔπνοοί τε καὶ ἀνώδυνοί εἰσι, <lb/>καὶκοιμῶνται τὰς
                        νύκτας, τά τε ἄλλα σημεῖα ἔχουσιν ἀσφαλέστατα· <lb/>οἱ δὲ ἀπολούμενοι
                        δύσπνοοι γίγνονται, ἀλλοφάσσοντες, ἀγρυπνέοντες, <lb/>τά τε ἄλλα σημεῖα
                        κάκιστα ἔχοντες. Ὡς οὖν τουτέων οὕτω <pb n="172"/> γιγνομένων ξυμβάλλεσθαι
                        χρὴ, κατά τε τὸν χρόνον, κατά τε τὴν <lb/>πρόσθεσιν ἑκάστην ἐπὶ τὴν κρίσιν
                        ἰόντων τῶν νουσημάτων. Κατὰ <lb/>δὲ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ τῇσι γυναιξὶν αἱ
                        κρίσιες ἐκ τῶν τόκων <lb/>γίγνονται. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>