<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg002.1st1K-grc1:5-8</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg002.1st1K-grc1:5-8</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg002.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ὁκόσαι δὲ κέονται πρὸς τὰ πνεύματα τὰ μεταξὺ τῶν θερινῶν <lb/>ἀνατολέων
                        τοῦ ἡλίου καὶ τῶν χειμερινῶν, καὶ ὁκόσαι τὸ ἐναντίον <lb/>τουτέων, ὧδε ἔχει
                        περὶ αὐτέων.</p><p>Ὁκόσαι μὲν πρὸς τὰς ἀνατολὰς τοῦ ἡλίου κέονται, ταύτας εἰκὸς <lb/>εἶναι
                        ὑγιεινοτέρας τῶν πρὸς τὰς ἄρκτους ἐστραμμένων, καὶ τῶν πρὸς <lb/>τὰ θερμὰ,
                        ἢν καὶ στάδιον τὸ μεταξὺ ᾖ. Πρότερον μὲν γὰρ μετριώτερον <lb/>ἔχει τὸ θερμὸν
                        καὶ τὸ ψυχρόν. Ἔπειτα τὰ ὕδατα ὁκόσα πρὸς <lb/>τὰς τοῦ ἡλίου ἀνατολάς ἐστι,
                        ταῦτα λαμπρά τε εἶναι ἀνάγκη καὶ <lb/>εὐώδεα καὶ μαλακὰ καὶ ἐρατεινὰ
                        ἐγγίγνεσθαι ἐν ταύτῃ τῇ πόλει. <lb/>Ὁ γὰρ ἥλιος κωλύει ἀνίσχων καὶ
                        καταλάμπων· τὸ γὰρ ἑωθινὸν <lb/>ἑκάστοτε αὐτὸς ὁ ἠὴρ ἐπέχει ὡς ἐπὶ τὸ πουλύ.
                        Τά τε εἴδεα τῶν ἀνθρώπων <pb n="24"/> τε καὶ ἀνθηρὰ ἐστὶ μᾶλλον, ἢν μή τις
                        νοῦσος <lb/>κωλύῃ. Λαμπρόφωνοί τε οἱ ἄνθρωποι, ὀργήν τε καὶ ξύνεσιν βελτίους
                        <lb/>εἰσὶ τῶν πρὸς βορέην, ᾗπερ καὶ τὰ ἄλλα τὰ ἐμφυόμενα ἀμείνω <lb/>ἐστίν.
                        Ἔοικέ τε μάλιστα ἡ οὕτω κειμένη πόλις ἦρι κατὰ τὴν μετριότητα <lb/>τοῦ
                        θερμοῦ καὶ τοῦ ψυχροῦ· τά τε νοσεύματα ἐλάσσω μὲν <lb/>γίγνεται καὶ
                        ἀσθενέστερα, ἔοικε δὲ τοῖσιν ἐν τῇσι πόλεσι γενομένοισι <lb/>νοσεύμασι, τῇσι
                        πρὸς τὰ θερμὰ τὰ πνεύματα ἐστραμμένῃσιν. <lb/>Αἵ τε γυναῖκες αὐτόθι
                        ἐναρικύμονές εἰσι σφόδρα, καὶ τίκτουσι <lb/>ῥηϊδίως. Περὶ μὲν τουτέων ὦδε
                        ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ὁκόσαι δὲ πρὸς τὰς δύσιας κέονται, καὶ αὐτέῃσίν ἐστι σκέπη <lb/>τῶν
                        πνευμάτων τῶν ἀπὸ τῆς ἠοῦς πνεόντων, τά τε θερμὰ πνεύματα <lb/>παραῤῥέει καὶ
                        τὰ ψυχρὰ ἀπὸ τῶν ἄρκτων, ἀνάγκη ταύτας τὰς <lb/>πόλιας θέσιν κέεσθαι
                        νοσερωτάτην· πρῶτον μὲν γὰρ τὰ ὕδατα οὐ <lb/>λαμπρά· αἴτιον δὲ, ὅτι ὁ ἠὴρ τὸ
                        ἑωθινὸν κατέχει ὡς ἐπὶ τὸ πουλὺ, <lb/>ὅστις τῷ ὕδατι ἐγκαταμιγνύμενος τὸ
                        λαμπρὸν ἀφανίζει· ὁ γὰρ ἥλιος <lb/>πρὶν ἄνω ἀρθῆναι οὐκ ἐπιλάμπει. Τοῦ δὲ
                        θέρεος, ἕωθεν μὲν αὖραι <lb/>ψυχραὶ πνέουσι, καὶ δρόσοι πίπτουσιν· τὸ δὲ
                        λοιπὸν ἥλιος ἐγκαταδύνων <lb/>ὥστε μάλιστα διέψει τοὺς ἀνθρώπους, διὸ καὶ
                        ἀχρόους τε εἰκὸς <lb/>εἶναι καὶ ἀῤῥώστους, τῶν τε νοσευμάτων πάντων μετέχειν
                        μέρος τῶν <lb/>προειρημένων· οὐδὲν αὐτέοισιν ἀποκέκριται. Βαρυφώνους τε
                        εἰκὸς <pb n="26"/> εἶναι καὶ βραγχώδεας διὰ τὸν ἠέρα, ὅτι ἀκάθαρτος ὡς ἐπὶ
                        τὸ <lb/>πουλὺ αὐτόθι γίγνεται καὶ νοσώδης· οὔτε γὰρ ὑπὸ τῶν βορείων
                        ἐκκρίνεται <lb/>σφόδρα· οὐ γὰρ προσέχουσι τὰ πνεύματα· ἅ τε προσέχουσιν
                        <lb/>αὐτέοισι καὶ προσκέονται, ὑδατεινότατά ἐστιν· ἐπεὶ τοιαῦτα <lb/>τὰ ἐπὶ
                        τῆς ἑσπέρης πνεύματα· ἔοικέ τε μετοπώρῳ μάλιστα ἡ <lb/>θέσις ἡ τοιαύτη τῆς
                        πόλιος κατὰ τὰς τῆς ἡμέρης μεταβολὰς, ὅτι <lb/>πουλὺ τὸ μέσον γίγνεται τοῦ
                        τε ἑωθινοῦ καὶ τοῦ πρὸς τὴν δείλην. Περὶ <lb/>μὲν πνευμάτων, ἅ τέ ἐστιν
                        ἐπιτήδεια καὶ ἀνεπιτήδεια, ὧδε ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Περὶ δὲ τῶν λοιπῶν ὑδάτων βούλομαι διηγήσασθαι, ἅ τέ ἐστι <lb/>νοσώδεα,
                        καὶ ἃ ὑγιεινότατα, καὶ ὁκόσα ἀφ᾿ ὕδατος κακὰ εἰκὸς γίγνεσθαι, <lb/>καὶ ὅσα
                        ἀγαθά· πλεῖστον γὰρ μέρος ξυμβάλλεται ἐς τὴν ὑγιείην. <lb/>Ὁκόσα μὲν οὖν
                        ἐστιν ἑλώδεα καὶ στάσιμα καὶ λιμναῖα, ταῦτα <lb/>ἀνάγκη τοῦ μὲν θέρεος εἶναι
                        θερμὰ καὶ παχέα καὶ ὀδμὴν ἔχοντα, <lb/>ἅτε οὐκ ἀπόῤῥυτα ἐόντα· ἀλλὰ τοῦ τε
                        ὀμβρίου ὕδατος ἐπιτρεφομένου <lb/>αἰεὶ νέου, τοῦ τε ἡλίου καίοντος, ἀνάγκη
                        ἄχροά τε εἶναι καὶ πονηρὰ <lb/>καὶ χολώδεα· τοῦ δὲ χειμῶνος, παγετώδεά τε
                        καὶ ψυχρὰ καὶ τεθολωμένα <lb/>ὑπό τε χιόνος καὶ παγετῶν, ὥστε
                        φλεγματωδέστατα εἶναι καὶ <lb/>βραγχωδέστατα· τοῖσι δὲ πίνουσι σπλῆνας μὲν
                        αἰεὶ μεγάλους εἶναι <lb/>καὶ μεμυωμένους, καὶ τὰς γαστέρας σκληράς τε καὶ
                        λεπτὰς καὶ <lb/>θερμὰς, τοὺς δὲ ὤμους καὶ τὰς κληΐδας καὶ τὸ πρόσωπον
                        καταλελεπτύσθαι· <lb/>ἐς γὰρ τὸν σπλῆνα αἱ σάρκες ξυντήκονται, διότι ἰσχνοί
                            <pb n="28"/> εἰσιν· ἐδωδούς τε εἶναι τοὺς τοιουτέους καὶ διψηρούς· τάς
                        τε κοιλίας <lb/>ξηροτάτας καὶ τὰς ἄνω καὶ τὰς κάτω ἔχειν, ὥστε τῶν φαρμάκων
                        <lb/>ἰσχυροτέρων δέεσθαι. Τοῦτο μὲν τὸ νούσημα αὐτέοισι <lb/>ξύντροφόν ἐστι
                        καὶ θέρεος καὶ χειμῶνος. Πρὸς δὲ τουτέοισιν οἱ <lb/>ὕδρωπες πλεῖστοί τε
                        γίγνονται καὶ θανατωδέστατοι· τοῦ γὰρ θέρεος <lb/>δυσεντερίαι τε πολλαὶ
                        ἐμπίπτουσι καὶ διάῤῥοιαι καὶ πυρετοὶ τεταρταῖοι <lb/>πολυχρόνιοι· ταῦτα δὲ
                        τὰ νοσεύματα μηκυνθέντα τὰς τοιαύτας <lb/>φύσιας ἐς ὕδρωπας καθίστησι καὶ
                        ἀποκτείνει. Ταῦτα μὲν αὐτέοισι <lb/>τοῦ θέρεος γίγνεται· τοῦ δὲ χειμῶνος,
                        τοῖσι νεωτέροισι μὲν <lb/>περιπλευμονίαι τε καὶ μανιώδεα νοσεύματα· τοῖσι δὲ
                        πρεσβυτέροισι, <lb/>καῦσοι, διὰ τὴν τῆς κοιλίης σκληρότητα. Τῆσι δὲ γυναιξὶν
                        <lb/>οἰδήματα ἐγγίγνεται καὶ φλέγμα λευκόν· καὶ ἐν γαστρὶ ἴσχουσι
                        <lb/>μόλις, καὶ τίκτουσι χαλεπῶς· μεγάλα τε τὰ ἔμβρυα καὶ οἰδέοντα·
                        <lb/>ἔπειτα ἐν τῇσι τροφῇσι φθινώδεά τε καὶ πονηρὰ γίγνεται· ἥ τε
                        <lb/>κάθαρσις τῇσι γυναιξὶν οὐκ ἐπιγίγνεται χρηστὴ μετὰ τὸν τόκον.
                        <lb/>Τοῖσι δὲ παιδίοισι κῆλαι ἐπιγίγνονται μάλιστα, καὶ τοῖσιν <lb/>ἀνδράσι
                        κίρσοι καὶ ἕλκεα ἐν τῇσι κνήμῃσιν, ὥστε τὰς τοιαύτας φύσιας <lb/>οὐχ οἷόν τε
                        μακροβίους εἶναι, ἀλλὰ προγηράσκειν τοῦ χρόνου <lb/>τοῦ ἱκνευμένου. Ἔτι δὲ
                        αἱ γυναῖκες δοκέουσιν ἔχειν ἐν γαστρὶ, καὶ <lb/>ὁκόταν ὁ τόκος ᾖ, ἀφανίζεται
                        τὸ πλήρωμα τῆς γαστρός· τοῦτο δὲ <lb/>γίγνεται ὁκόταν ὑδροπιήσωσιν αἱ
                        ὑστέραι. Τὰ μὲν τοιαῦτα ὕδατα <lb/>νομίζω μοχθηρὰ εἶναι πρὸς ἅπαν χρῆμα·
                        δεύτερα δὲ, ὅσων εἶεν αἱ <lb/>πηγαὶ ἐκ πετρέων· σκληρὰ γὰρ ἀνάγκη εἶναι· ἢ
                        ἐκ γῆς ὅκου θερμὰ <pb n="30"/> ὕδατά ἐστιν, ἢ σίδηρος γίγνεται, ἢ χαλκὸς, ἢ
                        ἄργυρος, ἢ χρυσὸς, ἢ <lb/>θεῖον, ἢ στυπτηρίη, ἢ ἄσφαλτον, ἢ νίτρον· ταῦτα
                        γὰρ πάντα ὑπὸ βίης <lb/>γίγνονται τοῦ θερμοῦ. Οὐ τοίνυν οἷόν τε ἐκ τοιαύτης
                        γῆς ὕδατα ἀγαθὰ <lb/>γίγνεσθαι, ἀλλὰ σκληρά τε καὶ καυσώδεα, διουρέεσθαί τε
                        χαλεπὰ <lb/>καὶ πρὸς τὴν διαχώρησιν ἐναντία εἶναι. Ἄριστα δὲ, ὁκόσα ἐκ
                        μετεώρων <lb/>χωρίων ῥέει καὶ λόφων γεηρῶν· αὐτά τε γάρ ἐστι γλυκέα καὶ
                        <lb/>λευκὰ, καὶ τὸν οἷνον φέρειν ὀλίγον οἷά τέ ἐστι· τοῦ δὲ χειμῶνος θερμὰ
                        <lb/>γίγνεται, τοῦ δὲ θέρεος ψυχρά· οὕτω γὰρ ἂν εἴη ἐκ βαθυτάτων πηγέων.
                        <lb/>Μάλιστα δὲ ἐπαινέειν, ὧν τὰ ῥεύματα πρὸς τὰς ἀνατολὰς <lb/>τοῦ ἡλίου
                        ἐῤῥώγασι, καὶ μᾶλλον πρὸς τὰς θερινάς· ἀνάγκη γὰρ λαμπρότερα <lb/>εἶναι καὶ
                        εὐώδεα καὶ κοῦφα. Ὁκόσα δέ ἐστιν ἁλυκὰ καὶ <lb/>ἀτέραμνα καὶ σκληρὰ, ταῦτα
                        μὲν πάντα πίνειν οὐκ ἀγαθά. <lb/>Εἰσὶ δ᾿ἔνιαι φύσιες καὶ νοσεύματα, ἐς ἃ
                        ἐπιτήδειά ἐστι τὰ τοιαῦτα <lb/>ὕδατα πινόμενα, περὶ ὧν φράσω αὐτίκα. Ἔχει δὲ
                        καὶ περὶ τουτέων <lb/>ὧδε· ὁκόσων μὲν αἱ πηγαὶ πρὸς τὰς ἀνατολὰς ἔχουσι,
                        ταῦτα μὲν <lb/>ἄριστα αὐτὰ ἑωυτέων ἐστίν· δεύτερα δὲ τὰ μεταξὺ τῶν θερινῶν
                        <lb/>ἀνατολέων ἐστὶ τοῦ ἡλίου καὶ δύσιων, καὶ μᾶλλον τὰ πρὸς τὰς ἀνατολάς·
                        <lb/>τρίτα δὲ τὰ μεταξὺ τῶν δυσμέων τῶν θερινῶν καὶ τῶν χειμερινῶν·
                        <lb/>φαυλότατα δὲ τὰ πρὸς τὸν νότον καὶ τὰ μεταξὺ χειμερινῆς <lb/>ἀνατολῆς
                        καὶ δύσιος, καὶ ταῦτα τοῖσι μὲν νοτίοισι πάνυ πονηρὰ, <lb/>τοῖσι δὲ
                        βορείοισιν ἀμείνω. Τουτέοισι δὲ πρέπει ὧδε χρέεσθαι· <pb n="32"/> ὅστις μὲν
                        ὑγιαίνει τε καὶ ἔῤῥωται, μηδὲν διακρίνειν, ἀλλὰ πίνειν αἰεὶ <lb/>τὸ παρεόν.
                        Ὅστις δὲ νούσου εἵνεκα βούλεται τὸ ἐπιτηδειότατον πίνειν, <lb/>ὧδε ἂν ποιέων
                        μάλιστα τυγχάνοι τῆς ὑγιείης· ὁκόσων μὲν αἱ <lb/>κοιλίαι σκληραί εἰσι, καὶ
                        ξυγκαίειν ἀγαθαὶ, τουτέοισι μὲν τὰ γλυκύτατα <lb/>ξυμφέρει καὶ κουφότατα καὶ
                        λαμπρότατα· ὁκόσων δὲ μαλθακαὶ <lb/>αἱ νηδύες καὶ ὑγραί εἰσι καὶ
                        φλεγματώδεες, τουτέοισι δὲ τὰ <lb/>σκληρότατα καὶ ἀτεραμνότατα καὶ τὰ
                        ὑφαλικά· οὕτω γὰρ ἂν ξηραίνοιτο <lb/>μάλιστα· ὁκόσα γὰρ ὕδατά ἐστιν ἕψειν
                        ἄριστα καὶ τακερώτατα, <lb/>ταῦτα καὶ τὴν κοιλίην διαλύειν εἰκὸς μάλιστα καὶ
                        διατήκειν· <lb/>ὁκόσα δέ ἐστιν ἀτέραμνα καὶ σκληρὰ καὶ ἥκιστα ἕψειν ἀγαθὰ,
                        <lb/>ταῦτα δὲ ξυνίστησι μᾶλλον τὰς κοιλίας καὶ ξηραίνει. Ἀλλὰ γὰρ ψευσάμενοί
                        <lb/>εἰσιν οἱ ἄνθρωποι τῶν ἁλμυρῶν ὑδάτων πέρι δι᾿ ἀπειρίην, <lb/>καὶ ὅτι
                        νομίζεται διαχωρητικά· τὰ δὲ ἐναντιώτατά ἐστι πρὸς τὴν <lb/>διαχώρησιν·
                        ἀτέραμνα γὰρ καὶ ἀνέψανα, ὥστε καὶ τὴν κοιλίην ὑπ᾿ <lb/>αὐτέων στύφεσθαι
                        μᾶλλον ἢ τήκεσθαι. Καὶ περὶ μὲν τῶν πηγαίων <lb/>ὁδάτων ὧδε ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Περὶ δὲ τῶν ὀμβρίων, καὶ ὁκόσα ἀπὸ χιόνος, φράσω ὅκως ἔχει. <lb/>Τὰ μὲν
                        οὖν ὄμβρια κουφότατα καὶ γλυκύτατά ἐστι καὶ λεπτότατα <lb/>καὶ λαμπρότατα·
                        τήν τε γὰρ ἀρχὴν, ὁ ἥλιος ἀνάγει καὶ ἀναρπάζει <lb/>τοῦ ὕδατος τό τε
                        λεπτότατον καὶ κουφότατον· δῆλον δὲ οἱ ἅλες <lb/>ποιέουσιν· τὸ μὲν γὰρ
                        ἁλμυρὸν λείπεται αὐτέου ὑπὸ παχέος καὶ <lb/>βαρέος, καὶ γίγνεται ἅλες· τὸ δὲ
                        λεπτότατον ὁ ἥλιος ἀναρπάζει ὑπὸ <lb/>κουφότητος· ἀνάγει δὲ τὸ τοιοῦτο οὐκ
                        ἀπὸ τῶν ὑδάτων μοῦνον τῶν <pb n="34"/> λιμναίων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς θαλάσσης,
                        καὶ ἐξ ἁπάντων ἐν ὁκόσοισιν <lb/>ὑγρόν τί ἐστιν· ἔνεστι δὲ ἐν παντὶ χρήματι·
                        καὶ ἐξ αὐτέων τῶν ἀνθρώ <lb/>πων ἄγει τὸ λεπτότατον τῆς ἰκμάδος καὶ
                        κουφότατον. Τεκμήριον <lb/>δὲ μέγιστον, ὅταν ἄνθρωπος ἐν ἡλίῳ βαδίζῃ, ἢ
                        καθίζῃ ἱμάτιον ἔχων· <lb/>ὁκόσα μὲν τοῦ χρωτὸς ὁ ἥλιος ἐφορᾷ, οὐχ ἱδρῴη ἄν·
                        ὁ γὰρ ἥλιος ἀναρπάζει <lb/>τὸ προφαινόμενον τοῦ ἱδρῶτος· ὁκόσα δὲ ὑπὸ τοῦ
                        ἱματίου ἐσκέπασται, <lb/>ἢ ὑπ᾿ ἄλλου του, ἱδροῖ· ἐξάγεται μὲν γὰρ ὑπὸ τοῦ
                        ἡλίου <lb/>καὶ βιάζεται· σώζεται δὲ ὑπὸ τῆς σκέπης, ὥστε μὴ ἀφανίζεσθαι ὑπὸ
                        <lb/>τοῦ ἡλίου· ὁκόταν δὲ ἐς σκιὴν ἀφίκηται, ἅπαν τὸ σῶμα ὁμοίως <lb/>διιεῖ·
                        οὐ γὰρ ἔτι ὁ ἥλιος ἐπιλάμπει. Διὰ ταῦτα δὲ καὶ σήπεται <lb/>τῶν ὑδάτων
                        τάχιστα ταῦτα καὶ ὀδμὴν ἴσχει πονηρὴν τὸ ὄμβριον, ὅτι <lb/>ἀπὸ πλείστων
                        ξυνῆκται καὶ ξυμμέμικται, ὥστε σήπεσθαι τάχιστα. <lb/>Ἔτι δὲ πρὸς
                        τουτέοισιν, ἐπειδὰν ἁρπασθῇ καὶ μετεωρισθῇ περιφερόμενον <lb/>καὶ
                        καταμεμιγμένον ἐς τὸν ἠέρα, τὸ μὲν θολερὸν αὐτέου καὶ <lb/>νυκτοειδὲς
                        ἐκκρίνεται καὶ ἐξίσταται καὶ γίγνεται ἠὴρ καὶ ὀμίχλη <lb/>τὸ δὲ λεπτότατον
                        καὶ κουφότατον αὐτέου λείπεται, καὶ γλυκαίνεται <lb/>ὑπὸ τοῦ ἡλίου καιόμενόν
                        τε καὶ ἑψόμενον· γίγνεται δὲ καὶ τἄλλα <lb/>πάντα τὰ ἑψόμενα αἰεὶ γλυκέα.
                        Ἕως μὲν οὖν διεσκεδασμένον ᾖ καὶ <lb/>μή πω ξυνεστήκῃ, φέρεται μετέωρον.
                        Ὁκόταν δέ κου ἀθροισθῇ <lb/>καὶ ξυστραφῇ ἐς τὸ αὐτὸ ὑπὸ ἀνέμων ἀλλήλοισιν
                        ἐναντιωθέντων <lb/>ἐξαίφνης, τότε καταῤῥήγνυται ᾗ ἂν τύχῃ πλεῖστον
                        ξυστραφέν. Τότε <lb/>γὰρ ἐοικὸς τοῦτο μᾶλλον γίγνεσθαι, ὁκόταν τὰ νέφεα, μὴ
                        ὑπὸ ἀνέμου <lb/>στάσιν ἔχοντος ὡρμημένα ἐόντα καὶ χωρέοντα, ἐξαίφνης
                        ἀντικόψῃ <lb/>πνεῦμα ἐναντίον καὶ ἕτερα νέφεα. Ἐνταῦθα μὲν πρῶτον αὐτέου <pb n="36"/> ξυστρέφεται· τὰ δὲ ὄπισθεν ἐπιφέρεταί τε καὶ οὕτω παχύνεται,
                        καὶ <lb/>μελαίνεται, καὶ ξυστρέφεται ἐς τὸ αὐτὸ, καὶ ὑπὸ βάρεος
                        καταῤῥήγνυται, <lb/>καὶ ὄμβροι γίγνονται. Ταῦτα μέν ἐστιν ἄριστα κατὰ τὸ
                        <lb/>εἰκός· δέεται δὲ ἀφέψεσθαι, καὶ ἀποσήπεσθαι· εἰ δὲ μὴ, ὀδμὴν <lb/>ἴσχει
                        πονηρὴν, καὶ βράγχος καὶ βαρυφωνίη τοῖσι πίνουσι προσίσταται. <lb/>Τὰ δὲ ἀπὸ
                        χιόνος καὶ κρυστάλλων πονηρὰ πάντα· ὁκόταν <lb/>γὰρ ἅπαξ παγῇ, οὐκ ἔτι ἐς
                        τὴν ἀρχαίην φύσιν καθίσταται, ἀλλὰ τὸ <lb/>μὲν αὐτέου λαμπρὸν καὶ κοῦφον καὶ
                        γλυκὺ ἐκκρίνεται καὶ ἀφανίζεται, <lb/>τὸ δὲ θολωδέστατον καὶ σταθμωδέστατον
                        λείπεται. Γνοίης δ᾿ ἂν ὧδε· <lb/>εἰ γὰρ βούλει, ὅταν ᾖ χειμὼν, ἐς ἀγγεῖον
                        μέτρῳ ἐγχέας ὕδωρ, <lb/>θεῖναι ἐς τὴν αἰθρίην, ἵνα πήξεται μάλιστα, ἔπειτα
                        τῇ ὑστεραίῃ <lb/>ἐσενεγκὼν ἐς ἀλέην, ὅκου χαλάσει μάλιστα ὁ παγετὸς, ὁκόταν
                        δὲ <lb/>λυθῇ, ἀναμετρέειν τὸ ὕδωρ, εὑρήσεις ἔλασσον συχνῷ. Τοῦτο τεκμήριον,
                        <lb/>ὅτι ὑπὸ τῆς πήξιος ἀφανίζεται καὶ ἀναξηραίνεται τὸ κουφότατον <lb/>καὶ
                        λεπτότατον, οὐ τὸ βαρύτατον καὶ παχύτατον· οὐ γὰρ ἂν δύναιτο. <lb/>Ταύτῃ οὖν
                        νομίζω πονηρότατα ταῦτα τὰ ὕδατα εἶναι τὰ ἀπὸ <lb/>χιόνος καὶ, κρυστάλλου,
                        καὶ τὰ τουτέοισιν ἑπόμενα, πρὸς ἅπαντα <lb/>χρήματα. Περὶ μὲν οὖν ὀμβρίων
                        ὑδάτων καὶ τῶν ἀπὸ χιόνος καὶ <lb/>κρυστάλλων οὕτως ἔχει. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>