<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg002.1st1K-grc1:1-20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg002.1st1K-grc1:1-20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg002.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΑΕΡΩΝ, ΥΔΑΤΩΝ, ΤΟΠΩΝ.</head><p>1. Ἰητρικὴν ὅστις βούλεται ὀρθῶς ζητέειν, τάδε χρὴ ποιέειν· <lb/>πρῶτον μὲν
                        ἐνθυμέεσθαι τὰς ὥρας τοῦ ἔτεος, ὅ τι δύναται ἀπεργάζεσθαι <lb/>ἑκάστη· οὐ
                        γὰρ ἐοίκασιν οὐθὲν, ἀλλὰ πουλὺ διαφέρουσιν αὐταί <lb/>τε ἑωυτέων καὶ ἐν τῇσι
                        μεταβολῇσιν· ἔπειτα δὲ τὰ πνεύματα <lb/>τὰ θερμά τε καὶ τὰ ψυχρά· μάλιστα
                        μὲν τὰ κοινὰ πᾶσιν ἀνθρώποισιν, <lb/>ἔπειτα δὲ καὶ τὰ ἐν ἑκάστῃ χώρῃ
                        ἐπιχώρια ἐόντα. Δεῖ δὲ <lb/>καὶ τῶν ὁδάτων ἐνθυμέεσθαι τὰς δυνάμιας· ὥσπερ
                        γὰρ ἐν τῷ στόματι <lb/>διαφέρουσι καὶ ἐν τῷ σταθμῷ, οὕτω καὶ ἡ δύναμις
                        διαφέρει <lb/>πουλὺ ἑκάστου. Ὥστε, ἐς πόλιν ἐπειδὰν ἀφίκηταί τις ἧς ἄπειρός
                        <lb/>ἐστι, διαφροντίσαι χρὴ τὴν· θέσιν αὐτέης, ὅκως κέεται καὶ πρὸς τὰ
                        <lb/>πνεύματα καὶ πρὸς τὰς ἀνατολὰς τοῦ ἡλίου· οὐ γὰρ τωὐτὸ δύναται
                        <lb/>ἥτις πρὸς βορέην κέεται, καὶ ἥτις πρὸς νότον, οὐδ᾿ ἥτις πρὸς <lb/>ἥλιον
                        ἀνίσχοντα, οὐδ᾿ ἥτις πρὸς δύνοντα. Ταῦτα δὲ ἐνθυμέεσθαι <lb/>ὡς κάλλιστα·
                        καὶ τῶν ὑδάτων πέρι ὡς ἔχουσι, καὶ πότερον <lb/>ἑλώδεσι χρέονται καὶ
                        μαλακοῖσιν, ἢ σκληροῖσί τε καὶ ἐκ μετεώρων <lb/>καὶ ἐκ πετρωδέων, εἴτε
                        ἁλυκοῖσι καὶ ἀτεράμνοισιν· καὶ τὴν <lb/>γῆν, πότερον ψιλή τε καὶ ἄνυδρος, ἢ
                        δασεῖα καὶ ἔφυδρος, καὶ εἴτε <lb/>ἐν κοίλῳ ἐστὶ καὶ πνιγηρὴ, εἴτε μετέωρος
                        καὶ ψυχρή· καὶ τὴν <lb/>δίαιταν τῶν ἀνθρώπων, ὁκοίῃ ἥδονται, πότερον
                        φιλοπόται καὶ ἀριστηταὶ <lb/>καὶ ἀταλαίπωροι, ἢ φιλογυμνασταί τε καὶ
                        φιλόπονοι, καὶ <lb/>ἐδωδοὶ καὶ ἄποτοι. </p></div><pb n="14"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Καὶ ἀπὸ τουτέων χρὴ ἐνθυμέεσθαι ἕκαστα. Εἰ γὰρ ταῦτα εἰδείη <lb/>τις
                        καλῶς, μάλιστα μὲν πάντα, εἰ δὲ μὴ, τά γε πλεῖστα, οὐκ ἂν <lb/>αὐτὸν
                        λανθάνοι ἐς πόλιν ἀφικνεόμενον, ἧς ἂν ἄπειρος ᾖ, οὔτε <lb/>νουσήματα
                        ἐπιχώρια, οὔτε τῶν κοινῶν ἡ φύσις ὁκοίη τίς ἐστιν· <lb/>ὥστε μὴ ἀπορέεσθαι
                        ἐν τῇ θεραπείῃ τῶν νούσων, μηδὲ διαμαρτάνειν, <lb/>ἃ εἰκός ἐστι γίγνεσθαι,
                        ἢν μή τις ταῦτα πρότερον εἰδὼς προφροντίσῃ. <lb/>Περὶ ἑκάστου δὲ, χρόνου
                        προϊόντος καὶ τοῦ ἐνιαυτοῦ, λέγοι <lb/>ἂν ὁκόσα τε νουσήματα μέλλει πάγκοινα
                        τὴν πόλιν κατασχήσειν <lb/>ἢ θέρεος ἢ χειμῶνος, ὁκόσα τε ἴδια ἑκάστῳ
                        κίνδυνος γίγνεσθαι ἐκ <lb/>μεταβολῆς τῆς διαίτης. Εἰδὼς γὰρ τῶν ὡρέων τὰς
                        μεταβολὰς καὶ <lb/>τῶν ἄστρων ἐπιτολάς τε καὶ δύσιας, καθότι ἕκαστον τουτέων
                        γίγνεται, <lb/>προειδείη ἂν τὸ ἔτος ὁκοῖόν τι μέλλει γίγνεσθαι. Οὕτως ἄν
                        <lb/>τις ἐρευνώμενος καὶ προγιγνώσκων τοὺς καιροὺς, μάλιστ᾿ ἂν εἰδείη
                        <lb/>περὶ ἑκάστου, καὶ τὰ πλεῖστα τυγχάνοι τῆς ὁγιείης, καὶ κατ᾿ ὀρθὸν
                        <lb/>φέροιτο οὐκ ἐλάχιστα ἐν τῇ τέχνῃ. Εἰ δὲ δοκέοι τις ταῦτα μετεωρολόγα
                        <lb/>εἶναι, εἰ μετασταίη τῆς γνώμης, μάθοι ἂν ὅτι οὐκ ἐλάχιστον <lb/>μέρος
                        ξυμβάλλεται ἀστρονομίη ἐς ἰητρικὴν, ἀλλὰ πάνυ <lb/>πλεῑστον. Ἅμα γὰρ τῇσιν
                        ὥρῃσι καὶ αἱ κοιλίαι μεταβάλλουσι <lb/>τοῖσιν ἀνθρώποισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Ὅκως δὲ χρὴ ἕκαστα τῶν προειρημένων σκοπέειν καὶ βασανίζειν, <lb/>ἐγὼ
                        φράσω σαφέως. Ἥτις μὲν πόλις πρὸς τὰ πνεύματα <lb/>κέεται τὰ θερμά· ταῦτα δ᾿
                        ἔσται μεταξὺ τῆς τε χειμερινῆς ἀνατολῆς <pb n="16"/> τοῦ ἡλίου καὶ τῶν
                        δυσμέων τῶν χειμερινῶν· καὶ αὐτέῃ ταῦτα <lb/>τὰ πνεύματά ἐστι ξύννομα, τῶν
                        δὲ ἀπὸ τῶν ἄρκτων πνευμάτων <lb/>σκέπη· ἐν ταύτῃ τῇ πόλει ἐστὶ τά τε ὕδατα
                        πολλὰ καὶ ὕφαλα, καὶ <lb/>ἀνάγκη εἶναι μετέωρα, τοῦ μὲν θέρεος θερμὰ, τοῦ δὲ
                        χειμῶνος <lb/>ψυχρά· τούς τε ἀνθρώπους τὰς κεφαλὰς ὑγρὰς ἔχειν καὶ
                        φλεγματώδεας, <lb/>τάς τε κοιλίας αὐτέων πυκνὰ ἐκταράσσεσθαι, ἀπὸ τῆς
                        κεφαλῆς <lb/>τέων φλέγματος ἐπικαταῤῥέοντος· τά τε εἴδεα ἐπὶ τὸ πλῆθος
                        αὐτέων <lb/>ἀτονωτερα εἶναι· ἐσθίειν δ᾿ οὐκ ἀγαθοὺς εἶναι οὐδὲ πίνειν·
                        <lb/>ὁκόσοι μὲν γὰρ κεφαλὰς ἀσθενέας ἔχουσιν, οὐκ ἄν εἴησαν ἀγαθοὶ <pb n="18"/> πίνειν· ἡ γὰρ κραιπάλη μἄλλον πιέζει· νουσήματά τε τάδε
                        ἐπιχώρια <lb/>εἷναι· πρῶτον μὲν τὰς γυναῖκας νοσερὰς καὶ ῥοώδεας εἶναι·
                        <lb/>ἔπειτα πολλὰς ἀτόκους ὁπὸ νούσου, καὶ οὐ φύσαι, ἐκτιτρώσκεσθαί <lb/>τε
                        πυκνά· τοῖσί τε παιδίοισιν ἐπιπίπτειν σπασμοὺς καὶ ἄσθματα <lb/>ἃ νομίζουσι
                        τὸ παιδίον ποιέειν, καὶ ἱερὴν νοῦσον εἶναι· τοῖσι δὲ ἀνδράσι
                        <lb/>δυσεντερίας καὶ διαῤῥοίας καὶ ἠπιάλους καὶ πυρετοὺς πολυχρονίους
                        <lb/>χειμερινοὺς καὶ ἐπινυκτίδας πολλὰς καὶ αἱμοῤῥοΐδας ἐν τῇ ἕδρῃ.
                        Πλευρίτιδες <lb/>δὲ καὶ περιπλευμονίαι καὶ καῦσοι καὶ ὁκόσα ὀξέα νουσήματα
                        <lb/>νομίζονται, οὐκ ἐγγίγνονταιπολλά· οὐ γὰρ οἷόν τε, ὅκου ἂν <lb/>κοιλίαι
                        ὑγραὶ ἔωσι, τὰς νούσους ταύτας ἰσχύειν. Ὀφθαλμίαι τε ἐγγίγνονται <lb/>ὑγραὶ,
                        καὶ οὐ χαλεπαὶ, ὀλιγοχρόνιοι, ἢν μή τι κατάσχῃ <lb/>γούσημα πάγκοινον ἐκ
                        μεταβολῆς. Καὶ ὁκόταν τὰ πεντήκοντα ἔτεα <lb/>ὑπερβάλλωσι, κατάῤῥοοι
                        ἐπιγενόμενοι ἐκ τοῦ ἐγκεφάλου παραπληκτικοὺς <lb/>ποιέουσι τοὺς ἀνθρώπους,
                        ὁκόταν ἐξαίφνης ἡλιωθέωσι τὴν κεφαλὴν, <lb/>ἢ ῥιγώσωσιν. Ταῦτα μὲν τὰ
                        νουσήματα αὐτέοισιν ἐπιχώριά <lb/>ἐστιν· χωρὶς δὲ, ἤν τι πάγκοινον κατάσχῃ
                        νούσημα ἐκ μεταβολῆς <lb/>τῶν ὡρέων, καὶ τουτέου μετέχουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4 Ὁκόσαι δ᾿ ἀντικέονται τουτέων πρὸς τὰ πνεύματα τὰ ψυχρὰ, μεταξὺ <lb/>τῶν
                        δυσμέων τῶν θερινῶν τοῦ ἡλίου καὶ τῆς ἀνατολῆς τῆς θερινῆς, <lb/>καὶ αὐτέῃσι
                        ταῦτα τὰ πνεύματα ἐπιχώριά ἐστιν, τοῦ δὲ νότου καὶ <lb/>τῶν θερμῶν πνευμάτων
                        σκέπη, ὧδε ἔχει περὶ τῶν πόλιων τουτέων. <lb/>Πρῶτον μὲν τὰ ὅδατα σκληρά τε
                        καὶ ψυχρὰ ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθός <lb/>ἐγγίγνεται. Τοὺς δὲ ἀνθρώπους ἐντόνους τε
                        καὶ σκελιφροὺς ἀνάγκη <pb n="20"/> εἶναι, τούς τε πλείους τὰς κοιλίας
                        ἀτεράμνους ἔχειν καὶ σκληρὰς <lb/>τὰς κάτω, τὰς δὲ ἄνω εὐροωτέρας· χολώδεάς
                        τε μᾶλλον ἢ φλεγματίας <lb/>εἶναι. Τὰς δὲ κεφαλὰς ὑγιηρὰς ἔχουσι καὶ
                        σκληράς· ῥηγματίαι <lb/>τε εἰσὶν ἐπὶ τὸ πλῆθος. Νοσεύματα δὲ αὐτέοισιν
                        ἐπιδημέει <lb/>ταῦτα, πλευρίτιδές τε πολλαὶ, αἵ τε ὐξεῖαι νομιζόμεναι
                        νοῦσοι. <lb/>Ἀνάγκη δὲ ὧδε ἔχειν, ὁκόταν κοιλίαι σκληραὶ ἔωσιν· ἔμπυοί
                        <lb/>τε πολλοὶ γίγνονται ἀπὸ πάσης προφάσιος· τουτέου δὲ αἴτιόν ἐστι
                        <lb/>τοῦ σώματος ἡ ἔντασις, καὶ ἡ σκληρότης τῆς κοιλίης· ἡ γὰρ ξηρότης
                        <lb/>ῥηγματίας ποιέει εἶναι, καὶ τοῦ ὕδατος ἡ ψυχρότης. Ἐδωδοὺς <lb/>δὲ
                        ἀνάγκη τὰς τοιαύτας φύσιας εἶναι, καὶ οὐ πολυπότας· οὐ γὰρ οἷόν <lb/>τε ἅμα
                        πολυβόρους τε εἶναι καὶ πολυπότας· ὀφθαλμίας τε γίγνεσθαι <lb/>μὲν διὰ
                        χρόνου, γίγνεσθαι δὲ σκληρὰς καὶ ἰσχυρὰς, καὶ εὐθέως <lb/>ῥήγνυσθαι τὰ
                        ὄμματα· αἱμοῤῥοίας δὲ ἐκ τῶν ῥινέων τοῖσι νεωτέροισι <lb/>τριήκοντα ἐτέων
                        γίγνεσθαι ἰσχυρὰς τοῦ θέρεος· τά τε ἱερὰ νοσεύ· <lb/>ματα καλεύμενα, ὀλίγα
                        μὲν ταῦτα, ἰσχυρὰ δέ. Μακροβίους δὲ τοὺς <lb/>ἀνθρώπους τουτέους μᾶλλον
                        εἰκὸς εἶναι ἑτέρων· τά τε ἕλκεα οὐ φλεγματώδεα <lb/>ἐγγίγνεσθαι:, οὐδὲ
                        ἀγριοῦσθαι· τά τε ἤθεα ἀγριώτερα ἢ ἡμερώτερα. <pb n="22"/> Τοῖσι μὲν ἀνδράσι
                        ταῦτα τὰ νουσήματα ἐπιχώριά ἐστιν· <lb/>καὶ χωρὶς, ἤν τι πάγκοινον κατάσχῃ
                        ἐκ μεταβολῆς τῶν ὡρέων· τῇσ. <lb/>δὲ γυναιξὶ, πρῶτον μὲν στρυφναὶ πολλαὶ
                        γίγνονται διὰ τὰ ὕδατα <lb/>ἐόντα σκληρά τε καὶ ἀτέραμνα καὶ ψυχρά· αἱ γὰρ
                        καθάρσιες οὐκ <lb/>ἐπιγίγνονται τῶν ἐπιμηνίων ἐπιτήδειαι, ἀλλὰ ὀλίγαι καὶ
                        πονηραί. <lb/>Ἔπειτα τίκτουσι χαλεπῶς· ἐκτιτρώσκουσί τε οὐ σφόδρα. Ὁκόταν δὲ
                        <lb/>τέκωσι, τὰ παιδία ἀδύνατοι τρέφειν εἰσίν· τὸ γὰρ γάλα ἀποσβέννυται
                        <lb/>ἀπὸ τῶν ὑδάτων τῆς σκληρότητος καὶ ἀτεραμνίης· φθίσιές τε γίγνονται
                        <lb/>συχναὶ ἀπὸ τῶν τοκετῶν· ὑπὸ γὰρ βίης ῥήγματα ἴσχουσι <lb/>καὶ σπάσματα.
                        Τοῖσι δὲ παιδίοισιν ὕδρωπες ἐγγίγνονται ἔν τοῖσιν <lb/>ὄρχεσιν, ἕως σμικρὰ
                        ᾖ· ἔπειτα, προϊούσης τῆς ἡλικίης, ἀφανίζονται· <lb/>ἡβῶσί τε ὀψὲ ἐν ταύτῃ τῇ
                        πόλει. Περὶ μὲν οὖν τῶν θερμῶν <lb/>πνευμάτων καὶ τῶν ψυχρῶν καὶ τῶν πόλιων
                        τουτέων ὧδε ἔχει ὡς <lb/>προείρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ὁκόσαι δὲ κέονται πρὸς τὰ πνεύματα τὰ μεταξὺ τῶν θερινῶν <lb/>ἀνατολέων
                        τοῦ ἡλίου καὶ τῶν χειμερινῶν, καὶ ὁκόσαι τὸ ἐναντίον <lb/>τουτέων, ὧδε ἔχει
                        περὶ αὐτέων.</p><p>Ὁκόσαι μὲν πρὸς τὰς ἀνατολὰς τοῦ ἡλίου κέονται, ταύτας εἰκὸς <lb/>εἶναι
                        ὑγιεινοτέρας τῶν πρὸς τὰς ἄρκτους ἐστραμμένων, καὶ τῶν πρὸς <lb/>τὰ θερμὰ,
                        ἢν καὶ στάδιον τὸ μεταξὺ ᾖ. Πρότερον μὲν γὰρ μετριώτερον <lb/>ἔχει τὸ θερμὸν
                        καὶ τὸ ψυχρόν. Ἔπειτα τὰ ὕδατα ὁκόσα πρὸς <lb/>τὰς τοῦ ἡλίου ἀνατολάς ἐστι,
                        ταῦτα λαμπρά τε εἶναι ἀνάγκη καὶ <lb/>εὐώδεα καὶ μαλακὰ καὶ ἐρατεινὰ
                        ἐγγίγνεσθαι ἐν ταύτῃ τῇ πόλει. <lb/>Ὁ γὰρ ἥλιος κωλύει ἀνίσχων καὶ
                        καταλάμπων· τὸ γὰρ ἑωθινὸν <lb/>ἑκάστοτε αὐτὸς ὁ ἠὴρ ἐπέχει ὡς ἐπὶ τὸ πουλύ.
                        Τά τε εἴδεα τῶν ἀνθρώπων <pb n="24"/> τε καὶ ἀνθηρὰ ἐστὶ μᾶλλον, ἢν μή τις
                        νοῦσος <lb/>κωλύῃ. Λαμπρόφωνοί τε οἱ ἄνθρωποι, ὀργήν τε καὶ ξύνεσιν βελτίους
                        <lb/>εἰσὶ τῶν πρὸς βορέην, ᾗπερ καὶ τὰ ἄλλα τὰ ἐμφυόμενα ἀμείνω <lb/>ἐστίν.
                        Ἔοικέ τε μάλιστα ἡ οὕτω κειμένη πόλις ἦρι κατὰ τὴν μετριότητα <lb/>τοῦ
                        θερμοῦ καὶ τοῦ ψυχροῦ· τά τε νοσεύματα ἐλάσσω μὲν <lb/>γίγνεται καὶ
                        ἀσθενέστερα, ἔοικε δὲ τοῖσιν ἐν τῇσι πόλεσι γενομένοισι <lb/>νοσεύμασι, τῇσι
                        πρὸς τὰ θερμὰ τὰ πνεύματα ἐστραμμένῃσιν. <lb/>Αἵ τε γυναῖκες αὐτόθι
                        ἐναρικύμονές εἰσι σφόδρα, καὶ τίκτουσι <lb/>ῥηϊδίως. Περὶ μὲν τουτέων ὦδε
                        ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ὁκόσαι δὲ πρὸς τὰς δύσιας κέονται, καὶ αὐτέῃσίν ἐστι σκέπη <lb/>τῶν
                        πνευμάτων τῶν ἀπὸ τῆς ἠοῦς πνεόντων, τά τε θερμὰ πνεύματα <lb/>παραῤῥέει καὶ
                        τὰ ψυχρὰ ἀπὸ τῶν ἄρκτων, ἀνάγκη ταύτας τὰς <lb/>πόλιας θέσιν κέεσθαι
                        νοσερωτάτην· πρῶτον μὲν γὰρ τὰ ὕδατα οὐ <lb/>λαμπρά· αἴτιον δὲ, ὅτι ὁ ἠὴρ τὸ
                        ἑωθινὸν κατέχει ὡς ἐπὶ τὸ πουλὺ, <lb/>ὅστις τῷ ὕδατι ἐγκαταμιγνύμενος τὸ
                        λαμπρὸν ἀφανίζει· ὁ γὰρ ἥλιος <lb/>πρὶν ἄνω ἀρθῆναι οὐκ ἐπιλάμπει. Τοῦ δὲ
                        θέρεος, ἕωθεν μὲν αὖραι <lb/>ψυχραὶ πνέουσι, καὶ δρόσοι πίπτουσιν· τὸ δὲ
                        λοιπὸν ἥλιος ἐγκαταδύνων <lb/>ὥστε μάλιστα διέψει τοὺς ἀνθρώπους, διὸ καὶ
                        ἀχρόους τε εἰκὸς <lb/>εἶναι καὶ ἀῤῥώστους, τῶν τε νοσευμάτων πάντων μετέχειν
                        μέρος τῶν <lb/>προειρημένων· οὐδὲν αὐτέοισιν ἀποκέκριται. Βαρυφώνους τε
                        εἰκὸς <pb n="26"/> εἶναι καὶ βραγχώδεας διὰ τὸν ἠέρα, ὅτι ἀκάθαρτος ὡς ἐπὶ
                        τὸ <lb/>πουλὺ αὐτόθι γίγνεται καὶ νοσώδης· οὔτε γὰρ ὑπὸ τῶν βορείων
                        ἐκκρίνεται <lb/>σφόδρα· οὐ γὰρ προσέχουσι τὰ πνεύματα· ἅ τε προσέχουσιν
                        <lb/>αὐτέοισι καὶ προσκέονται, ὑδατεινότατά ἐστιν· ἐπεὶ τοιαῦτα <lb/>τὰ ἐπὶ
                        τῆς ἑσπέρης πνεύματα· ἔοικέ τε μετοπώρῳ μάλιστα ἡ <lb/>θέσις ἡ τοιαύτη τῆς
                        πόλιος κατὰ τὰς τῆς ἡμέρης μεταβολὰς, ὅτι <lb/>πουλὺ τὸ μέσον γίγνεται τοῦ
                        τε ἑωθινοῦ καὶ τοῦ πρὸς τὴν δείλην. Περὶ <lb/>μὲν πνευμάτων, ἅ τέ ἐστιν
                        ἐπιτήδεια καὶ ἀνεπιτήδεια, ὧδε ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Περὶ δὲ τῶν λοιπῶν ὑδάτων βούλομαι διηγήσασθαι, ἅ τέ ἐστι <lb/>νοσώδεα,
                        καὶ ἃ ὑγιεινότατα, καὶ ὁκόσα ἀφ᾿ ὕδατος κακὰ εἰκὸς γίγνεσθαι, <lb/>καὶ ὅσα
                        ἀγαθά· πλεῖστον γὰρ μέρος ξυμβάλλεται ἐς τὴν ὑγιείην. <lb/>Ὁκόσα μὲν οὖν
                        ἐστιν ἑλώδεα καὶ στάσιμα καὶ λιμναῖα, ταῦτα <lb/>ἀνάγκη τοῦ μὲν θέρεος εἶναι
                        θερμὰ καὶ παχέα καὶ ὀδμὴν ἔχοντα, <lb/>ἅτε οὐκ ἀπόῤῥυτα ἐόντα· ἀλλὰ τοῦ τε
                        ὀμβρίου ὕδατος ἐπιτρεφομένου <lb/>αἰεὶ νέου, τοῦ τε ἡλίου καίοντος, ἀνάγκη
                        ἄχροά τε εἶναι καὶ πονηρὰ <lb/>καὶ χολώδεα· τοῦ δὲ χειμῶνος, παγετώδεά τε
                        καὶ ψυχρὰ καὶ τεθολωμένα <lb/>ὑπό τε χιόνος καὶ παγετῶν, ὥστε
                        φλεγματωδέστατα εἶναι καὶ <lb/>βραγχωδέστατα· τοῖσι δὲ πίνουσι σπλῆνας μὲν
                        αἰεὶ μεγάλους εἶναι <lb/>καὶ μεμυωμένους, καὶ τὰς γαστέρας σκληράς τε καὶ
                        λεπτὰς καὶ <lb/>θερμὰς, τοὺς δὲ ὤμους καὶ τὰς κληΐδας καὶ τὸ πρόσωπον
                        καταλελεπτύσθαι· <lb/>ἐς γὰρ τὸν σπλῆνα αἱ σάρκες ξυντήκονται, διότι ἰσχνοί
                            <pb n="28"/> εἰσιν· ἐδωδούς τε εἶναι τοὺς τοιουτέους καὶ διψηρούς· τάς
                        τε κοιλίας <lb/>ξηροτάτας καὶ τὰς ἄνω καὶ τὰς κάτω ἔχειν, ὥστε τῶν φαρμάκων
                        <lb/>ἰσχυροτέρων δέεσθαι. Τοῦτο μὲν τὸ νούσημα αὐτέοισι <lb/>ξύντροφόν ἐστι
                        καὶ θέρεος καὶ χειμῶνος. Πρὸς δὲ τουτέοισιν οἱ <lb/>ὕδρωπες πλεῖστοί τε
                        γίγνονται καὶ θανατωδέστατοι· τοῦ γὰρ θέρεος <lb/>δυσεντερίαι τε πολλαὶ
                        ἐμπίπτουσι καὶ διάῤῥοιαι καὶ πυρετοὶ τεταρταῖοι <lb/>πολυχρόνιοι· ταῦτα δὲ
                        τὰ νοσεύματα μηκυνθέντα τὰς τοιαύτας <lb/>φύσιας ἐς ὕδρωπας καθίστησι καὶ
                        ἀποκτείνει. Ταῦτα μὲν αὐτέοισι <lb/>τοῦ θέρεος γίγνεται· τοῦ δὲ χειμῶνος,
                        τοῖσι νεωτέροισι μὲν <lb/>περιπλευμονίαι τε καὶ μανιώδεα νοσεύματα· τοῖσι δὲ
                        πρεσβυτέροισι, <lb/>καῦσοι, διὰ τὴν τῆς κοιλίης σκληρότητα. Τῆσι δὲ γυναιξὶν
                        <lb/>οἰδήματα ἐγγίγνεται καὶ φλέγμα λευκόν· καὶ ἐν γαστρὶ ἴσχουσι
                        <lb/>μόλις, καὶ τίκτουσι χαλεπῶς· μεγάλα τε τὰ ἔμβρυα καὶ οἰδέοντα·
                        <lb/>ἔπειτα ἐν τῇσι τροφῇσι φθινώδεά τε καὶ πονηρὰ γίγνεται· ἥ τε
                        <lb/>κάθαρσις τῇσι γυναιξὶν οὐκ ἐπιγίγνεται χρηστὴ μετὰ τὸν τόκον.
                        <lb/>Τοῖσι δὲ παιδίοισι κῆλαι ἐπιγίγνονται μάλιστα, καὶ τοῖσιν <lb/>ἀνδράσι
                        κίρσοι καὶ ἕλκεα ἐν τῇσι κνήμῃσιν, ὥστε τὰς τοιαύτας φύσιας <lb/>οὐχ οἷόν τε
                        μακροβίους εἶναι, ἀλλὰ προγηράσκειν τοῦ χρόνου <lb/>τοῦ ἱκνευμένου. Ἔτι δὲ
                        αἱ γυναῖκες δοκέουσιν ἔχειν ἐν γαστρὶ, καὶ <lb/>ὁκόταν ὁ τόκος ᾖ, ἀφανίζεται
                        τὸ πλήρωμα τῆς γαστρός· τοῦτο δὲ <lb/>γίγνεται ὁκόταν ὑδροπιήσωσιν αἱ
                        ὑστέραι. Τὰ μὲν τοιαῦτα ὕδατα <lb/>νομίζω μοχθηρὰ εἶναι πρὸς ἅπαν χρῆμα·
                        δεύτερα δὲ, ὅσων εἶεν αἱ <lb/>πηγαὶ ἐκ πετρέων· σκληρὰ γὰρ ἀνάγκη εἶναι· ἢ
                        ἐκ γῆς ὅκου θερμὰ <pb n="30"/> ὕδατά ἐστιν, ἢ σίδηρος γίγνεται, ἢ χαλκὸς, ἢ
                        ἄργυρος, ἢ χρυσὸς, ἢ <lb/>θεῖον, ἢ στυπτηρίη, ἢ ἄσφαλτον, ἢ νίτρον· ταῦτα
                        γὰρ πάντα ὑπὸ βίης <lb/>γίγνονται τοῦ θερμοῦ. Οὐ τοίνυν οἷόν τε ἐκ τοιαύτης
                        γῆς ὕδατα ἀγαθὰ <lb/>γίγνεσθαι, ἀλλὰ σκληρά τε καὶ καυσώδεα, διουρέεσθαί τε
                        χαλεπὰ <lb/>καὶ πρὸς τὴν διαχώρησιν ἐναντία εἶναι. Ἄριστα δὲ, ὁκόσα ἐκ
                        μετεώρων <lb/>χωρίων ῥέει καὶ λόφων γεηρῶν· αὐτά τε γάρ ἐστι γλυκέα καὶ
                        <lb/>λευκὰ, καὶ τὸν οἷνον φέρειν ὀλίγον οἷά τέ ἐστι· τοῦ δὲ χειμῶνος θερμὰ
                        <lb/>γίγνεται, τοῦ δὲ θέρεος ψυχρά· οὕτω γὰρ ἂν εἴη ἐκ βαθυτάτων πηγέων.
                        <lb/>Μάλιστα δὲ ἐπαινέειν, ὧν τὰ ῥεύματα πρὸς τὰς ἀνατολὰς <lb/>τοῦ ἡλίου
                        ἐῤῥώγασι, καὶ μᾶλλον πρὸς τὰς θερινάς· ἀνάγκη γὰρ λαμπρότερα <lb/>εἶναι καὶ
                        εὐώδεα καὶ κοῦφα. Ὁκόσα δέ ἐστιν ἁλυκὰ καὶ <lb/>ἀτέραμνα καὶ σκληρὰ, ταῦτα
                        μὲν πάντα πίνειν οὐκ ἀγαθά. <lb/>Εἰσὶ δ᾿ἔνιαι φύσιες καὶ νοσεύματα, ἐς ἃ
                        ἐπιτήδειά ἐστι τὰ τοιαῦτα <lb/>ὕδατα πινόμενα, περὶ ὧν φράσω αὐτίκα. Ἔχει δὲ
                        καὶ περὶ τουτέων <lb/>ὧδε· ὁκόσων μὲν αἱ πηγαὶ πρὸς τὰς ἀνατολὰς ἔχουσι,
                        ταῦτα μὲν <lb/>ἄριστα αὐτὰ ἑωυτέων ἐστίν· δεύτερα δὲ τὰ μεταξὺ τῶν θερινῶν
                        <lb/>ἀνατολέων ἐστὶ τοῦ ἡλίου καὶ δύσιων, καὶ μᾶλλον τὰ πρὸς τὰς ἀνατολάς·
                        <lb/>τρίτα δὲ τὰ μεταξὺ τῶν δυσμέων τῶν θερινῶν καὶ τῶν χειμερινῶν·
                        <lb/>φαυλότατα δὲ τὰ πρὸς τὸν νότον καὶ τὰ μεταξὺ χειμερινῆς <lb/>ἀνατολῆς
                        καὶ δύσιος, καὶ ταῦτα τοῖσι μὲν νοτίοισι πάνυ πονηρὰ, <lb/>τοῖσι δὲ
                        βορείοισιν ἀμείνω. Τουτέοισι δὲ πρέπει ὧδε χρέεσθαι· <pb n="32"/> ὅστις μὲν
                        ὑγιαίνει τε καὶ ἔῤῥωται, μηδὲν διακρίνειν, ἀλλὰ πίνειν αἰεὶ <lb/>τὸ παρεόν.
                        Ὅστις δὲ νούσου εἵνεκα βούλεται τὸ ἐπιτηδειότατον πίνειν, <lb/>ὧδε ἂν ποιέων
                        μάλιστα τυγχάνοι τῆς ὑγιείης· ὁκόσων μὲν αἱ <lb/>κοιλίαι σκληραί εἰσι, καὶ
                        ξυγκαίειν ἀγαθαὶ, τουτέοισι μὲν τὰ γλυκύτατα <lb/>ξυμφέρει καὶ κουφότατα καὶ
                        λαμπρότατα· ὁκόσων δὲ μαλθακαὶ <lb/>αἱ νηδύες καὶ ὑγραί εἰσι καὶ
                        φλεγματώδεες, τουτέοισι δὲ τὰ <lb/>σκληρότατα καὶ ἀτεραμνότατα καὶ τὰ
                        ὑφαλικά· οὕτω γὰρ ἂν ξηραίνοιτο <lb/>μάλιστα· ὁκόσα γὰρ ὕδατά ἐστιν ἕψειν
                        ἄριστα καὶ τακερώτατα, <lb/>ταῦτα καὶ τὴν κοιλίην διαλύειν εἰκὸς μάλιστα καὶ
                        διατήκειν· <lb/>ὁκόσα δέ ἐστιν ἀτέραμνα καὶ σκληρὰ καὶ ἥκιστα ἕψειν ἀγαθὰ,
                        <lb/>ταῦτα δὲ ξυνίστησι μᾶλλον τὰς κοιλίας καὶ ξηραίνει. Ἀλλὰ γὰρ ψευσάμενοί
                        <lb/>εἰσιν οἱ ἄνθρωποι τῶν ἁλμυρῶν ὑδάτων πέρι δι᾿ ἀπειρίην, <lb/>καὶ ὅτι
                        νομίζεται διαχωρητικά· τὰ δὲ ἐναντιώτατά ἐστι πρὸς τὴν <lb/>διαχώρησιν·
                        ἀτέραμνα γὰρ καὶ ἀνέψανα, ὥστε καὶ τὴν κοιλίην ὑπ᾿ <lb/>αὐτέων στύφεσθαι
                        μᾶλλον ἢ τήκεσθαι. Καὶ περὶ μὲν τῶν πηγαίων <lb/>ὁδάτων ὧδε ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Περὶ δὲ τῶν ὀμβρίων, καὶ ὁκόσα ἀπὸ χιόνος, φράσω ὅκως ἔχει. <lb/>Τὰ μὲν
                        οὖν ὄμβρια κουφότατα καὶ γλυκύτατά ἐστι καὶ λεπτότατα <lb/>καὶ λαμπρότατα·
                        τήν τε γὰρ ἀρχὴν, ὁ ἥλιος ἀνάγει καὶ ἀναρπάζει <lb/>τοῦ ὕδατος τό τε
                        λεπτότατον καὶ κουφότατον· δῆλον δὲ οἱ ἅλες <lb/>ποιέουσιν· τὸ μὲν γὰρ
                        ἁλμυρὸν λείπεται αὐτέου ὑπὸ παχέος καὶ <lb/>βαρέος, καὶ γίγνεται ἅλες· τὸ δὲ
                        λεπτότατον ὁ ἥλιος ἀναρπάζει ὑπὸ <lb/>κουφότητος· ἀνάγει δὲ τὸ τοιοῦτο οὐκ
                        ἀπὸ τῶν ὑδάτων μοῦνον τῶν <pb n="34"/> λιμναίων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς θαλάσσης,
                        καὶ ἐξ ἁπάντων ἐν ὁκόσοισιν <lb/>ὑγρόν τί ἐστιν· ἔνεστι δὲ ἐν παντὶ χρήματι·
                        καὶ ἐξ αὐτέων τῶν ἀνθρώ <lb/>πων ἄγει τὸ λεπτότατον τῆς ἰκμάδος καὶ
                        κουφότατον. Τεκμήριον <lb/>δὲ μέγιστον, ὅταν ἄνθρωπος ἐν ἡλίῳ βαδίζῃ, ἢ
                        καθίζῃ ἱμάτιον ἔχων· <lb/>ὁκόσα μὲν τοῦ χρωτὸς ὁ ἥλιος ἐφορᾷ, οὐχ ἱδρῴη ἄν·
                        ὁ γὰρ ἥλιος ἀναρπάζει <lb/>τὸ προφαινόμενον τοῦ ἱδρῶτος· ὁκόσα δὲ ὑπὸ τοῦ
                        ἱματίου ἐσκέπασται, <lb/>ἢ ὑπ᾿ ἄλλου του, ἱδροῖ· ἐξάγεται μὲν γὰρ ὑπὸ τοῦ
                        ἡλίου <lb/>καὶ βιάζεται· σώζεται δὲ ὑπὸ τῆς σκέπης, ὥστε μὴ ἀφανίζεσθαι ὑπὸ
                        <lb/>τοῦ ἡλίου· ὁκόταν δὲ ἐς σκιὴν ἀφίκηται, ἅπαν τὸ σῶμα ὁμοίως <lb/>διιεῖ·
                        οὐ γὰρ ἔτι ὁ ἥλιος ἐπιλάμπει. Διὰ ταῦτα δὲ καὶ σήπεται <lb/>τῶν ὑδάτων
                        τάχιστα ταῦτα καὶ ὀδμὴν ἴσχει πονηρὴν τὸ ὄμβριον, ὅτι <lb/>ἀπὸ πλείστων
                        ξυνῆκται καὶ ξυμμέμικται, ὥστε σήπεσθαι τάχιστα. <lb/>Ἔτι δὲ πρὸς
                        τουτέοισιν, ἐπειδὰν ἁρπασθῇ καὶ μετεωρισθῇ περιφερόμενον <lb/>καὶ
                        καταμεμιγμένον ἐς τὸν ἠέρα, τὸ μὲν θολερὸν αὐτέου καὶ <lb/>νυκτοειδὲς
                        ἐκκρίνεται καὶ ἐξίσταται καὶ γίγνεται ἠὴρ καὶ ὀμίχλη <lb/>τὸ δὲ λεπτότατον
                        καὶ κουφότατον αὐτέου λείπεται, καὶ γλυκαίνεται <lb/>ὑπὸ τοῦ ἡλίου καιόμενόν
                        τε καὶ ἑψόμενον· γίγνεται δὲ καὶ τἄλλα <lb/>πάντα τὰ ἑψόμενα αἰεὶ γλυκέα.
                        Ἕως μὲν οὖν διεσκεδασμένον ᾖ καὶ <lb/>μή πω ξυνεστήκῃ, φέρεται μετέωρον.
                        Ὁκόταν δέ κου ἀθροισθῇ <lb/>καὶ ξυστραφῇ ἐς τὸ αὐτὸ ὑπὸ ἀνέμων ἀλλήλοισιν
                        ἐναντιωθέντων <lb/>ἐξαίφνης, τότε καταῤῥήγνυται ᾗ ἂν τύχῃ πλεῖστον
                        ξυστραφέν. Τότε <lb/>γὰρ ἐοικὸς τοῦτο μᾶλλον γίγνεσθαι, ὁκόταν τὰ νέφεα, μὴ
                        ὑπὸ ἀνέμου <lb/>στάσιν ἔχοντος ὡρμημένα ἐόντα καὶ χωρέοντα, ἐξαίφνης
                        ἀντικόψῃ <lb/>πνεῦμα ἐναντίον καὶ ἕτερα νέφεα. Ἐνταῦθα μὲν πρῶτον αὐτέου <pb n="36"/> ξυστρέφεται· τὰ δὲ ὄπισθεν ἐπιφέρεταί τε καὶ οὕτω παχύνεται,
                        καὶ <lb/>μελαίνεται, καὶ ξυστρέφεται ἐς τὸ αὐτὸ, καὶ ὑπὸ βάρεος
                        καταῤῥήγνυται, <lb/>καὶ ὄμβροι γίγνονται. Ταῦτα μέν ἐστιν ἄριστα κατὰ τὸ
                        <lb/>εἰκός· δέεται δὲ ἀφέψεσθαι, καὶ ἀποσήπεσθαι· εἰ δὲ μὴ, ὀδμὴν <lb/>ἴσχει
                        πονηρὴν, καὶ βράγχος καὶ βαρυφωνίη τοῖσι πίνουσι προσίσταται. <lb/>Τὰ δὲ ἀπὸ
                        χιόνος καὶ κρυστάλλων πονηρὰ πάντα· ὁκόταν <lb/>γὰρ ἅπαξ παγῇ, οὐκ ἔτι ἐς
                        τὴν ἀρχαίην φύσιν καθίσταται, ἀλλὰ τὸ <lb/>μὲν αὐτέου λαμπρὸν καὶ κοῦφον καὶ
                        γλυκὺ ἐκκρίνεται καὶ ἀφανίζεται, <lb/>τὸ δὲ θολωδέστατον καὶ σταθμωδέστατον
                        λείπεται. Γνοίης δ᾿ ἂν ὧδε· <lb/>εἰ γὰρ βούλει, ὅταν ᾖ χειμὼν, ἐς ἀγγεῖον
                        μέτρῳ ἐγχέας ὕδωρ, <lb/>θεῖναι ἐς τὴν αἰθρίην, ἵνα πήξεται μάλιστα, ἔπειτα
                        τῇ ὑστεραίῃ <lb/>ἐσενεγκὼν ἐς ἀλέην, ὅκου χαλάσει μάλιστα ὁ παγετὸς, ὁκόταν
                        δὲ <lb/>λυθῇ, ἀναμετρέειν τὸ ὕδωρ, εὑρήσεις ἔλασσον συχνῷ. Τοῦτο τεκμήριον,
                        <lb/>ὅτι ὑπὸ τῆς πήξιος ἀφανίζεται καὶ ἀναξηραίνεται τὸ κουφότατον <lb/>καὶ
                        λεπτότατον, οὐ τὸ βαρύτατον καὶ παχύτατον· οὐ γὰρ ἂν δύναιτο. <lb/>Ταύτῃ οὖν
                        νομίζω πονηρότατα ταῦτα τὰ ὕδατα εἶναι τὰ ἀπὸ <lb/>χιόνος καὶ, κρυστάλλου,
                        καὶ τὰ τουτέοισιν ἑπόμενα, πρὸς ἅπαντα <lb/>χρήματα. Περὶ μὲν οὖν ὀμβρίων
                        ὑδάτων καὶ τῶν ἀπὸ χιόνος καὶ <lb/>κρυστάλλων οὕτως ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Λιθιῶσι δὲ μάλιστα ἄνθρωποι, καὶ ὑπὸ νεφριτίδων καὶ στραγγουρίης
                        <lb/>ἁλίσκονται καὶ ἰσχιάδων, καὶ κῆλαι γίγνονται, ὅκου <lb/>ὕδατα πίνουσι
                        παντοδαπώτατα καὶ ἀπὸ ποταμῶν μεγάλων, ἐς οὓς <lb/>ποταμοὶ ἕτεροι
                        ἐμβάλλουσι, καὶ ἀπὸ λίμνης, ἐς ἣν ῥεύματα <lb/>πολλὰ καὶ παντοδαπὰ
                        ἀφικνεῦνται, καὶ ὁκόσοι ὕδασιν ἐπακτοῖσι <pb n="38"/> χρέονται διὰ μακροῦ
                        ἀγομένοισι, καὶ μὴ ἐκ βραχέος. Οὐ γὰρ οἷόν τε <lb/>ἕτερον ἑτέρῳ ἐοικέναι
                        ὕδωρ, ἀλλὰ τὰ μὲν γλυκέα εἶναι, τὰ δὲ ἁλυκά <lb/>τε καὶ στυπτηριώδεα, τὰ δὲ
                        ἀπὸ θερμῶν ῥέειν· ξυμμισγόμενα δὲ <lb/>ταῦτα ἐς ταὐτὸν ἀλλήλοισι στασιάζει,
                        καὶ κρατέει αἰεὶ τὸ ἰσχυρότατον· <lb/>ἰσχύει δὲ οὐκ αἰεὶ τὠυτὸ, ἀλλ᾿ ἄλλοτε
                        ἄλλο κατὰ τὰ <lb/>πνεύματα· τῷ μὲν γὰρ βορέης τὴν ἰσχὺν παρέχεται, τῷ δὲ ὁ
                        νότος, <lb/>καὶ τῶν λοιπῶν πέρι ὠυτὸς λόγος. Ὑφίστασθαι οὖν τοῖσι
                        τοιουτέοισιν <lb/>ἀνάγκη ἐν τοῖσιν ἀγγείοισιν ἰλὺν καὶ ψάμμον· καὶ ἀπὸ
                        τουτέων <lb/>πινευμένων τὰ νουσήματα γίγνεται τὰ προειρημένα· ὅτι δὲ οὐχ
                        <lb/>ἅπασιν, ἑξῆς φράσω. Ὁκόσων μὲν ἥ τε κοιλίη εὔροός τε καὶ ὑγιηρής
                        <lb/>ἐστι, καὶ ἡ κύστις μὴ πυρετώδης, μηδὲ ὁ στόμαχος τῆς κύστιος
                        <lb/>ξυμπέφρακται λίην, οὗτοι μὲν διουρεῦσι ῥηϊδίως, καὶ ἐν τῇ κύστει
                        <lb/>οὐδὲν ξυστρέφεται· ὁκόσων δὲ ἂν ἡ κοιλίη πυρετώδης ᾖ, ἀνάγκη <lb/>καὶ
                        τὴν κύστιν τὠυτὸ πάσχειν· ὁκόταν γὰρ θερμανθῇ μᾶλλον τῆς <lb/>φύσιος,
                        ἐφλέγμηνεν αὐτέης ὁ στόμαχος· ὁκόταν δὲ ταῦτα πάθῃ, <lb/>τὸ οὖρον οὐκ
                        ἀφίησιν, ἀλλ᾿ ἐν ἑωυτέῳ ξυνέψει καὶ ξυγκαίει. Καὶ <lb/>τὸ μὲν λεπτότατον
                        αὐτέου ἀποκρίνεται καὶ τὸ καθαρώτατον διιεῖ <lb/>καὶ ἐξουρέεται, τὸ δὲ
                        παχύτατον καὶ θολωδέστατον ξυστρέφεται καὶ <lb/>ξυμπήγνυται· τὸ μὲν πρῶτον
                        σμικρὸν, ἔπειτα μεῖζον γίγνεται· <lb/>κυλινδεύμενον γὰρ ὑπὸ τοῦ οὔρου, ὅ τι
                        ἂν ξυνίστηται παχὺ, ξυναρμόζει <lb/>πρὸς ἑωυτό· καὶ οὕτως αὔξεταί τε καὶ
                        πωροῦται. Καὶ ὁκόταν <lb/>οὐρέῃ, πρὸς τὸν στόμαχον τῆς κύστιος προσπίπτει
                        ὁπὸ τοῦ οὔρου <lb/>βιαζόμενον, καὶ κωλύει οὐρέειν, καὶ ὀδύνην παρέχει
                        ἰσχυρήν· ὥστε <lb/>τὰ αἰδοῖα τρίβουσι καὶ ἕλκουσι τὰ παιδία τὰ λιθιῶντα·
                        δοκέει γὰρ <lb/>αὐτέοισι τὸ αἴτιον ἐνταῦθα εἶναι τῆς οὐρήσιος. Τεκμήριον δὲ,
                        ὅτι <lb/>οὕτως ἔχει· τὸ γὰρ οὖρον λαμπρότατον οὐρέουσιν οἱ λιθιῶντες, ὅτι
                            <pb n="40"/> τὸ παχύτατον καὶ θολωδέστατον αὐτέου μένει καὶ ξυστρέφεται·
                        τὰ <lb/>μὲν πλεῖστα οὕτω λιθιᾷ. Γίγνεται δὲ παισὶ καὶ ἀπὸ τοῦ γάλακτος,
                        <lb/>ἢν μὴ ὑγιηρὸν ᾖ, ἀλλὰ θερμόν τε λίην καὶ χολῶδες· τὴν γὰρ <lb/>κοιλίην
                        διαθερμαίνει καὶ τὴν κύστιν, ὥστε τὸ οὖρον ξυγκαιόμενον <lb/>ταῦτα πάσχειν.
                        Καὶ φημὶ ἄμεινον εἶναι τοῖσι παιδίοισι τὸν οἶνον <lb/>ὡς ὑδαρέστατον
                        διδόναι· ἧσσον γὰρ τὰς φλέβας ξυγκαίει καὶ ξυναυαίνει. <lb/>Τοῖσι δὲ θήλεσι
                        λίθοι οὐ γίγνονται ὁμοίως· ὁ γὰρ οὐρητὴρ <pb n="42"/> βραχύς ἐστιν ὁ τῆς
                        κύστιος καὶ εὐρὺς, ὥστε βιάζεσθαι τὸ οὖρον <lb/>ῥηϊδίως· οὔτε γὰρ τῇ χειρὶ
                        τρίβει τὸ αἰδοῖον ὥσπερ τὸ ἄρσεν, <lb/>οὔτε ἅπτεται τοῦ οὐρητῆρος· ἐς γὰρ τὰ
                        αἰδοῖα ξυντέτρηνται <lb/>(οἱ δὲ ἄνδρες οὐκ εὐθὺ τέτρηνται, καὶ διότι οἱ
                        οὐρητῆρες εἰσιν οὐκ <lb/>εὐρέες)· καὶ πίνουσι πλεῖον ἢ οἱ παῖδες. Περὶ μὲν
                        οὖν τουτέων ὧδε <lb/>ἔχει, ἢ ὅτι τουτέων ἐγγύτατα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Περὶ δὲ ἐτέων ὧδε ἄν τις ἐνθυμεύμενος διαγιγνώσκοι ὁκοῖόν τι <lb/>μέλλει
                        ἔσεσθαι τὸ ἔτος, εἴτε νοσερὸν, εἴτε ὑγιηρόν. Ἢν μὲν γὰρ κατὰ λόγον
                        <lb/>γένηται τὰ σημεῖα· ἐπὶ τοῖσιν ἄστροισι δύνουσί τε καὶ ἐπιτέλλουσιν,
                        <lb/>ἔν τε τῷ μετοπώρῳ ὕδατα γένηται, καὶ ὁ χειμὼν μέτριος, καὶ <lb/>μήτε
                        λίην εὔδιος, μήτε ὑπερβάλλων τὸν καιρὸν τῷ ψύχει, ἔν τε τῷ ἦρι <lb/>ὕδατα
                        γένηται ὡραῖα, καὶ ἐν τῷ θέρει, οὕτω τὸ ἔτος ὑγιεινότατον εἰκὸς <lb/>εἶναι.
                        Ἢν δὲ ὁ μὲν χειμὼν αὐχμηρὸς καὶ βόρειος γένηται, τὸ δὲ ἦρ <lb/>ἔπομβρον καὶ
                        νότιον, ἀνάγκη τὸ θέρος πυρετῶδες γίγνεσθαι καὶ <lb/>ὀφθαλμίας καὶ
                        δυσεντερίας ἐμποιέειν. Ὁκόταν γὰρ τὸ πνῖγος ἐπιγένηται <lb/>ἐξαίφνης, τῆς τε
                        γῆς ὁγρῆς ἐούσης ὑπὸ τῶν ὄμβρων τῶν ἐαρινῶν <pb n="44"/> καὶ ὁπὸ τοῦ νότου,
                        ἀνάγκη διπλόον τὸ καῦμα εἶναι ὑπό τε τῆς <lb/>γῆς διαβρόχου ἐούσης καὶ
                        θερμῆς καὶ ὑπὸ τοῦ ἡλίου καίοντος, τῶν τε <lb/>κοιλιῶν μὴ ξυνεστηκυιῶν
                        τοῖσιν ἀνθρώποισι, μήτε τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>ἀνεξηρασμένου· οὐ γὰρ οἷόν τε,
                        τοῦ ἦρος τοιουτέου ἐόντος, μὴ οὐ <lb/>πλαδᾷν τὸ σῶμα καὶ τὴν σάρκα· ὥστε
                        τοὺς πυρετοὺς ἐπιπίπτειν <lb/>ὀξυτάτους ἅπασι, μάλιστα δὲ τοῖσι
                        φλεγματίῃσιν. Καὶ δυσεντερίας <lb/>εἰκός ἐστι γίγνεσθαι καὶ τῇσι γυναιξὶ καὶ
                        τοῖσιν εἴδεσι <lb/>τοῖσιν ὑγροτάτοισιν. Καὶ ἢν μὲν ἐπὶ κυνὸς ἐπιτολῇ ὕδωρ
                        <lb/>ἐπιγένηται καὶ χειμὼν, καὶ οἱ ἐτησίαι πνεύσωσιν, ἐλπὶς παύσασθαι,
                        <lb/>καὶ τὸ μετόπωρον ὑγιηρὸν γενέσθαι ·ἢν δὲ μὴ, κίνδυνος θανάτους <lb/>τε
                        γενέσθαι τοῖσι παιδίοισι καὶ τῇσι γυναιξὶ, τοῖσι δὲ πρεσβύτῃσιν <lb/>ἥκιστα,
                        τούς τε περιγενομένους ἐς τεταρταίους ἀποτελευτᾷν, <lb/>καὶ ἐκ τῶν
                        τεταρταίων ἐς ὕδρωπας· ἢν δ᾿ ὁ χειμὼν νότιος <lb/>γένηται καὶ ἔπομβρος καὶ
                        εὔδιος, τὸ δὲ ἦρ βόρειόν τε καὶ αὐχμηρὸν <lb/>καὶ χειμέριον, πρῶτον μὲν τὰς
                        γυναῖκας, ὁκόσαι ἂν τύχωσιν <lb/>ἐν γαστρὶ ἔχουσαι, καὶ ὁ τόκος αὐτέῃσιν ᾖ
                        πρὸς τῷ ἦρι, ἐκτιτρώσκεσθαι· <pb n="46"/> ὁκόσαι δ᾿ ἂν καὶ τέκωσιν, ἀκρατέα
                        τὰ παιδία τίκτειν καὶ νοσώδεα, <lb/>ὥστε ἢ αὐτίκα ἀπόλλυσθαι, ἢ ζῶσι λεπτά
                        τε ἐόντα καὶ ἀσθενέα <lb/>καὶ νοσώδεα. Ταῦτα μὲν τῇσι γυναιξίν. Τοῖσι δὲ
                        λοιποῖσι δυσεντερίας, <lb/>καὶ ὀφθαλμίας ξηράς· καὶ ἐνίοισι κατάῤῥους ἀπὸ
                        τῆς κεφαλῆς <lb/>ἐπὶ τὸν πλεύμονα. Τοῖσι μὲν οὖν φλεγματίῃσι τὰς δυσεντερίας
                        <lb/>εἰκὸς γίγνεσθαι, καὶ τῇσι γυναιξὶ, φλέγματος ἐπικαταῤῥυέντος <lb/>ἀπὸ
                        τοῦ ἐγκεφάλου, διὰ τὴν ὑγρότητα τῆς φύσιος· τοῖσι δὲ χολώδεσιν
                        <lb/>ὀφθαλμίας ξηρὰς, διὰ τὴν θερμότητα καὶ ξηρότητα τῆς σαρκός· <lb/>τοῖσι
                        δὲ πρεσβύτῃσι κατάῤῥους, διὰ τὴν ἀραιότητα καὶ τὴν ἔκτηξιν <lb/>τῶν φλεβῶν,
                        ὥστε ἐξαίφνης τοὺς μὲν ἀπόλλυσθαι, τοὺς δὲ <lb/>παραπλήκτους γίγνεσθαι τὰ
                        δεξιὰ ἢ τὰ ἀριστερά. Ὁκόταν γὰρ, τοῦ <lb/>χειμῶνος ἐόντος νοτίου, καὶ θερμοῦ
                        τοῦ σώματος, μὴ ξυνίστηται <lb/>αἷμα μηδὲ φλέβες, τοῦ ἦρος ἐπιγενομένου
                        βορείου καὶ αὐχμηροῦ <lb/>καὶ ψυχροῦ, ὁ ἐγκέφαλος, ὁπηνίκα αὐτὸν ἔδει ἅμα
                        καὶ τῷ <lb/>ἦρι διαλύεσθαι καὶ καθαίρεσθαι ὑπό τε κορύζης καὶ βράγχων,
                        τηνικαῦτα <pb n="48"/> πήγνυταί τε καὶ ξυνίσταται, ὥστε ἐξαίφνης τοῦ θέρεος
                        <lb/>ἐπιγενομένου καὶ τοῦ καύματος, καὶ τῆς μεταβολῆς ἐπιγενομένης,
                        <lb/>ταῦτα τὰ νοσεύματα ἐπιπίπτειν. Καὶ ὁκόσαι μὲν τῶν πόλιων <lb/>κέονταί
                        γε καλῶς τοῦ ἡλίου καὶ τῶν πνευμάτων, ὕδασί τε χρέονται <lb/>ἀγαθοῑσιν,
                        αὗται μὲν ἧσσον αἰσθάνονται τῶν τοιουτέων μεταβολέων· <lb/>ὁκόσαι δὲ ὕδασί
                        τε ἑλείοισι χρέονται καὶ λιμνώδεσι, κέονταί τε μὴ <lb/>καλῶς τῶν πνευμάτων
                        καὶ τοῦ ἡλίου, αὗται δὲ μᾶλλον. Κἢν μὲν τὸ <lb/>θέρος αὐχμηρὸν γένηται,
                        θᾶσσον παύονται αἱ νοῦσοι· ἢν δὲ ἔπομβρον, <lb/>πολυχρόνιοι γίγνονται· καὶ
                        φαγεδαίνας κίνδυνος ἐγγίγνεσθαι <lb/>ἀπὸ πάσης προφάσιος, ἢν ἕλκος
                        ἐγγένηται· καὶ λειεντερίαι καὶ <lb/>ὕδρωπες τελευτῶσι τοῖσι νοσεύμασιν
                        ἐπιγίγνονται· οὐ γὰρ ἀποξηραίνονται <lb/>αἱ κοιλίαι ῥηϊδίως. Ἢν δὲ τὸ θέρος
                        ἔπομβρον γένηται <lb/>καὶ νότιον καὶ τὸ μετόπωρον, χειμῶνα ἀνάγκη νοσερὸν
                        εἶναι, καὶ <pb n="50"/> τοῖσι φλεγματίῃσι καὶ τοῖσι γεραιτέροισι
                        τεσσαράκοντα ἐτέων <lb/>καύσους γίγνεσθαι εἰκὸς, τοῖσι δὲ χολώδεσι
                        πλευρίτιδας καὶ περιπλευμονίας. <lb/>Ἢν δὲ τὸ θέρος αὐχμηρὸν γένηται καὶ
                        βόρειον, τὸ <lb/>δὲ μετόπωρον ἔπομβρον καὶ νότιον, κεφαλαλγίας ἐς τὸν
                        χειμῶνα καὶ <lb/>σφακέλους τοῦ ἐγκεφάλου εἰκὸς γίγνεσθαι, καὶ προσέτι
                        βράγχους <lb/>καὶ κορύζας καὶ βῆχας, ἐνίοισι δὲ καὶ φθίσιας. Ἢν δὲ βόρειόν
                        τε <lb/>ᾖ καὶ ἄνυδρον, καὶ μήτε ὑπὸ κύνα ἔπομβρον, μήτε ἐπὶ τῷ ἀρκτούρῳ,
                        <lb/>τοῖσι μὲν φλεγματίῃσι φύσει ξυμφέρει μάλιστα, καὶ τοῖσιν ὑγροῖσι
                        <lb/>τὰς φύσιας, καὶ τῇσι γυναιξίν· τοῖσι δὲ χολώδεσι τοῦτο πολεμιώτατον
                        <lb/>γίγνεται· λίην γὰρ ἀναξηραίνονται, καὶ ὀφθαλμίαι αὐτέοισιν
                        <lb/>ἐπιγίγνονται ξηραὶ, καὶ πυρετοὶ ὀξέες καὶ πολυχρόνιοι, ἐνίοισι <lb/>δὲ
                        καὶ μελαγχολίαι. Τῆς γὰρ χολῆς τὸ μὲν ὑγρότατον καὶ ὑδαρέστατον
                        <lb/>ἀναλοῦται, τὸ δὲ παχύτατον καὶ δριμύτατον λείπεται, καὶ τοῦ αἵματος
                        <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, ἀφ᾿ ὧν ταῦτα τὰ νοσεύματα αὐτέοισι γίγνεται.
                        <lb/>Τοῖσι δὲ φλεγματίῃσι πάντα ταῦτα ἀρωγά ἐστιν· ἀποξηραίνονται γὰρ,
                        <lb/>καὶ ἐς τὸν χειμῶνα ἀφικνεόνται, οὐ πλαδῶντες, ἀλλὰ ἀνεξηρασμένοι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Κατὰ ταῦτά τις ἐννοεύμενος καὶ σκοπεύμενος προειδείη ἂν <lb/>τὰ πλεῖστα
                        τῶν μελλόντων ἔσεσθαι ἀπὸ τῶν μεταβολέων. Φυλάσσεσθαι <lb/>δὲ χρὴ μάλιστα
                        τὰς μεταβολὰς τῶν ὡρέων τὰς μεγίστας, καὶ <lb/>μήτε φάρμακον διδόναι ἑκόντα,
                        μήτε καίειν ὅ τι ἐς κοιλίην, μήτε <pb n="52"/> τάμνειν, πρὶν παρέλθωσιν
                        ἡμέραι δέκα ἢ καὶ πλείονες· μέγισται <lb/>δέ εἰσιν αἵδε καὶ ἐπικινδυνόταται,
                        ἡλίου τροπαὶ ἀμφότεραι <lb/>καὶ μᾶλλον αἱ θεριναί· καὶ ἰσημερίαι νομιζόμεναι
                        εἶναι ἀμφότεραι, <lb/>μᾶλλον δὲ αἱ μετοπωριναί. Δεῖ δὲ καὶ τῶν ἄστρων τὰς
                        ἐπιτολὰς <lb/>φυλάσσεσθαι, καὶ μάλιστα τοῦ κυνὸς, ἔπειτα ἀρκτούρου, καὶ ἔτι
                        <lb/>πληϊάδων δύσιν· τά τε γὰρ νοσεύματα μάλιστα ἐν ταύτῃσι τῇσιν
                        <lb/>ἡμέρῃσι κρίνεται· καὶ τὰ μὲν ἀποφθίνει, τὰ δὲ λήγει, τὰ δὲ <lb/>ἄλλα
                        πάντα μεθίσταται ἐς ἕτερον εἶδος καὶ ἑτέρην κατάστασιν. <lb/>Περὶ μὲν
                        τουτέων οὕτως ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Βούλομαι δὲ περὶ τῆς Ἀσίης· καὶ τῆς Εὐρώπης δεῖξαι ὁκόσον
                        <lb/>διαφέρουσιν ἀλλήλων ἐς τὰ πάντα, καὶ περὶ τῶν ἐθνέων τῆς μορφῆς,
                        <lb/>ὅτι διαλλάσσει καὶ μηδὲν ἔοικεν ἀλλήλοισιν. Περὶ μὲν <lb/>οὖν ἁπάντων
                        πολὺς ἂν εἴη λόγος, περὶ δὲ τῶν μεγίστων καὶ πλεῖστον <lb/>διαφερόντων ἐρέω
                        ὥς μοι δοκέει ἔχειν. Τὴν Ἀσίην πλεῖστον <lb/>διαφέρειν φημὶ τῆς Εὐρώπης ἐς
                        τὰς φύσιας τῶν ξυμπάντων, τῶν τε <lb/>ἐκ τῆς γῆς φυομένων καὶ τῶν ἀνθρώπων·
                        πολὺ γὰρ καλλίονα καὶ μείζονα <lb/>πάντα γίγνεται ἐν τῇ Ἀσίῃ· ἥ τε χώρη τῆς
                        χώρης ἡμερωτέρη, <lb/>καὶ τὰ ἤθεα τῶν ἀνθρώπων ἠπιώτερακαὶ εὐοργητότερα. Τὸ
                        δὲ <lb/>αἴτιον τουτέων ἡ κρῆσις τῶν ὡρέων, ὅτι τοῦ ἡλίου ἐν μέσῳ τῶν <pb n="54"/> ἀνατολέων κέεται πρὸς τὴν ἠῶ, τοῦ τε ψυχροῦ ποῤῥωτέρω· τὴν
                        <lb/>δὲ αὔξησιν καὶ ἡμερότητα παρέχει πλεῖστον ἁπάντων, ὁκόταν μηδὲν ᾖ
                        <lb/>ἐπικρατέον βιαίως, ἀλλὰ παντὸς ἰσομοιρίη δυναστεύῃ. Ἔχει δὲ κατὰ
                        <lb/>τὴν Ἀσίην οὐ πανταχῆ ὁμοίως, ἀλλ᾿ ὅση μὲν τῆς χώρης ἐν μέσῳ <lb/>κέεται
                        τοῦ θερμοῦ καὶ τοῦ ψυχροῦ, αὕτη μὲν εὐκαρποτάτη <lb/>ἐστὶ καὶ εὐδενδροτάτη
                        καὶ εὐδιεστάτη, καὶ ὕδασι καλλίστοισι <lb/>κέχρηται τοῖσί τε οὐρανίοισι καὶ
                        τοῖσιν ἐκ τῆς γῆς. Οὔτε γὰρ ὑπὸ <lb/>τοῦ θερμοῦ ἐκκέκαυται λίην, οὔτε ὑπὸ
                        αὐχμῶν καὶ ἀνυδρίης ἀναξηραίνεται, <lb/>οὔτε ὑπὸ ψύχεος βεβιασμένη· ἐπεὶ δὲ
                        καὶ διάβροχός <lb/>ἐστιν ὑπό τε ὄμβρων πολλῶν καὶ χιόνος, τά τε ὡραῖα αὐτόθι
                        <lb/>πολλὰ ἐοικὸς γίγνεσθαι, ὁκόσα τε ἀπὸ σπερμάτων, καὶ ὁκόσα αὐτὴ ἡ
                        <lb/>γῆ ἀναδιδοῖ φυτά· ὧν τοῖσι καρποῖσι χρέονται ἄνθρωποι, ἡμεροῦντες
                        <lb/>ἐξ ἀγρίων, καὶ ἐς ἐπιτήδειον μεταφυτέοντες· τά τε ἐντρεφόμενα
                        <lb/>κτήνεα εὐθηνέειν εἰκὸς, καὶ μάλιστα τίκτειν τε πυκνότατα καὶ
                        <lb/>ἐκτρέφειν κάλλιστα· τούς τε ἀνθρώπους εὐτραφέας εἶναι, καὶ τὰ
                        <lb/>εἴδεα καλλίστους, καὶ μεγέθεα μεγίστους, καὶ ἥκιστα διαφόρους ἐς
                        <lb/>τά τε εἴδεα αὐτέων καὶ τὰ μεγέθεα· εἰκός τε τὴν χώρην ταύτην <lb/>τοῦ
                        ἦρος ἐγγύτατα εἶναι κατὰ τὴν φύσιν καὶ τὴν μετριότητα <pb n="56"/> τῶν
                        ὡρέων. Τὸ δὲ ἀνδρεῖον καὶ τὸ ταλαίπωρον καὶ τὸ ἔμπονον καὶ <lb/>τὸ θυμοειδὲς
                        οὐκ ἂν δύναιτο ἐν τοιαύτῃ φύσει ἐγγίγνεσθαι οὔτε ὁμοφύλου <lb/>οὔτε
                        ἀλλοφύλου, ἀλλὰ τὴν ἡδονὴν ἀνάγκη κρατέειν... Διότι <lb/>πολύμορφα γίγνεται
                        τὰ ἐν τοῖσι θηρίοισιν. Περὶ μὲν οὖν Αἰγυπτίων <lb/>καὶ Λιβύων οὕτως ἔχειν
                        μοι δοκέει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Περὶ δε τῶν ἐν δεξιῇ τοῦ ἡλίου τῶν ἀνατολέων τῶν θερινῶν <lb/>μέχρι
                        Μαιώτιδος λίμνης (οὗτος γὰρ ὅρος τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς <lb/>Ἀσίης) ὧδε ἔχει
                        περὶ αὐτέων· τὰ δὲ ἔθνεα ταῦτα ταύτῃ διάφορα αὐτὰ <lb/>ἑωυτέων μᾶλλόν ἐστι
                        τῶν προδιηγημένων, διὰ τὰς μεταβολὰς τῶν <lb/>ὡρέων καὶ τῆς χώρης τὴν φύσιν.
                        Ἔχει δὲ καὶ κατὰ τὴν γῆν ὁμοίως <lb/>ἅπερ καὶ κατὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.
                        Ὅκου γὰρ αἱ ὧραι μεγίστας <lb/>μεταβολὰς ποιέονται καὶ πυκνοτάτας, ἐκεῖ καὶ
                        ἡ χώρη ἀγριωτάτη <pb n="58"/> καὶ ἀνωμαλωτάτη ἐστίν· καὶ εὑρήσεις ὄρεά τε
                        πλεῖστα καὶ <lb/>δασέα, καὶ πεδία, καὶ λειμῶνας ἐόντας· ὅκου δὲ αἱ ὧραι μὴ
                        μέγα <lb/>ἀλλάσσουσιν, ἐκεῖ ἡ χώρη ὁμαλωτάτη ἐστίν. Οὕτω δὲ ἔχει <lb/>καὶ
                        περὶ τῶν ἀνθρώπων, εἴ τις βούλεται ἐνθυμέεσθαι. Εἰσὶ γὰρ φύσιες, <lb/>αἱ μὲν
                        ὄρεσιν ἐοικυῖαι δενδρώδεσί τε καὶ ἐφύδροισιν, αἱ δὲ λεπτοῖσί <lb/>τε καὶ
                        ἀνύδροισιν, αἱ δὲ λειμακεστέροισί τε καὶ ἑλώδεσιν, <lb/>αἱ δὲ πεδίῳ τε καὶ
                        ψιλῇ καὶ ξηρῇ γῇ. Αἱ γὰρ ὧραι αἱ μεταλλάσσουσαι <lb/>τῆς μορφῆς τὴν φύσιν
                        εἰσὶ διάφοροι· ἢν δὲ διάφοροι ἔωσι <lb/>μετὰ σφέων αὐτέων, διαφοραὶ καὶ
                        πλείονες γίγνονται τοῖσιν <lb/>εἴδεσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Καὶ ὁκόσα μὲν ὀλίγον διαφέρει τῶν ἐθνέων παραλείψω· ὁκόσα <lb/>δὲ μεγάλα
                        ἢ φύσει ἢ νόμῳ, ἐρέω περὶ αὐτέων ὡς ἔχει. Καὶ πρῶτον <lb/>περὶ τῶν
                        Μακροκεφάλων. Τουτέων γὰρ οὐκ ἔστιν ἄλλο ἔθνος <lb/>ὁμοίως τὰς κεφαλὰς ἔχον
                        οὐδέν. Τὴν μὲν γὰρ ἀρχὴν ὁ νόμος αἰτιώτατος <lb/>ἐγένετο τοῦ μήκεος τῆς
                        κεφαλῆς, νῦν δὲ καὶ ἡ φύσις ξυμβάλλεται <lb/>τῷ νόμῳ· τοὺς γὰρ μακροτάτην
                        ἔχοντας τὴν κεφαλὴν γενναιοτάτους <lb/>ἡγέονται. Ἔχει δὲ περὶ νόμου ὧδε· τὸ
                        παιδίον ὁκόταν γένηται τάχιστα, <lb/>τὴν κεφαλὴν αὐτέου ἔτι ἁπαλὴν ἐοῦσαν,
                        μαλακοῦ ἐόντος, <lb/>ἀναπλήσσουσι τῇσι χερσὶ, καὶ ἀναγκάζουσιν ἐς τὸ μῆκος
                        αὔξεσθαι, <lb/>δεσμά τε προσφέροντες καὶ τεχνήματα ἐπιτήδεια, ὑφ᾿ ὧν τὸ μὲν
                        σφαιροειδὲς <lb/>τῆς κεφαλῆς κακοῦται, τὸ δὲ μῆκος αὔξεται. Οὕτω τὴν ἀρχὴν
                        <lb/>ὁ νόμος κατειργάσατο, ὥστε ὑπὸ βίης τοιαύτην τὴν φύσιν γενέσθαι·
                        <lb/>τοῦ δὲ χρόνου προϊόντος, ἐν φύσει ἐγένετο, ὥστε τὸν νόμον μηκέτι <pb n="60"/> ἀναγκάζειν. Ὁ γὰρ γόνος πανταχόθεν ἔρχεται τοῦ σώματος, ἀπό τε
                        <lb/>τῶν ὑγιηρῶν ὁγιηρὸς, ἀπό τε τῶν νοσερῶν νοσερός. Εἰ οὖν γίγνονται
                        <lb/>ἐκ τε τῶν φαλακρῶν φαλακροὶ, καὶ ἐκ γλαυκῶν γλαυκοὶ, καὶ ἐκ
                        διεστραμμένων <lb/>στρεβλοὶ, ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος, καὶ περὶ τῆς ἄλλης μορφῆς
                        <lb/>ὁ αὐτὸς λόγος, τί κωλύει καὶ ἐκ μακροκεφάλου μακροκέφαλον
                        <lb/>γενέσθαι; Νῦν δὲ ὁμοίως οὐκ ἔτι γίγνονται ὡς πρότερον· ὁ γὰρ <lb/>νόμος
                        οὐκ ἔτι ἰσχύει διὰ τὴν ὁμιλίην τῶν ἀνθρώπων. Περὶ μὲν οὖν <lb/>τουτέων οὕτω
                        μοι δοκέει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Περὶ δὲ τῶν ἐν Φάσει, ἡ χώρη ἐκείνη ἑλώδης ἐστὶ καὶ θερμὴ <lb/>καὶ
                        ὑδατεινὴ καὶ δασεῖα· ὄμβροι τε αὐτόθι γίγνονται πᾶσαν ὥρην <lb/>πολλοί τε
                        καὶ ἰσχυροί· ἥ τε δίαιτα τοῖσιν ἀνθρώποισιν ἐν τοῖσιν <lb/>ἕλεσίν ἐστιν· τά
                        τε οἰκήματα ξύλινα καὶ καλάμινα ἐν τοῖσιν ὕδασι <lb/>μεμηχανημένα· ὀλίγῃ τε
                        χρέονται βαδίσει κατὰ τὴν πόλιν καὶ τὸ <lb/>ἐμπόριον, ἀλλὰ μονοξύλοισι
                        διαπλέουσιν ἄνω καὶ κάτω· διώρυγες <lb/>γὰρ πολλαί εἰσιν. Τὰ δὲ ὕδατα θερμὰ
                        καὶ στάσιμα πίνουσιν, ὑπό τε τοῦ <lb/>ἡλίου σηπόμενα, καὶ ὑπὸ τῶν ὄμβρων
                        ἐπαυξανόμενα. Αὐτός τε ὁ Φάσις <lb/>στασιμώτατος πάντων τῶν ποταμῶν καὶ ῥέων
                        ἠπιώτατα· οἵ τε <lb/>καρποὶ γιγνόμενοι αὐτόθι πάντες ἀναλδέες εἰσὶ, καὶ
                        τεθηλυσμένοι, <lb/>καὶ ἀτελέες, ὑπὸ πολυπληθείης τοῦ ὕδατος· διὸ καὶ οὐ
                        πεπαίνονται· <lb/>ἠήρ τε πουλὺς κατέχει τὴν χώρην ἀπὸ τῶν ὑδάτων. Διὰ ταύτας
                        δὴ τὰς <pb n="62"/> προφάσιας τὰ εἴδεα ἀπηλλαγμένα τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων
                        ἔχουσιν οἱ <lb/>Φασιηνοί· τά τε γὰρ μεγέθεα μεγάλοι, τὰ πάχεα δ᾿ ὑπερπαχέες·
                        <lb/>ἄρθρον τε κατάδηλον οὐδὲν, οὐδὲ φλέψ· τήν τε χροιὴν ὠχρὴν ἔχουσιν,
                        <lb/>ὥσπερ ὑπὸ ἰκτέρου ἐχόμενοι· φθέγγονταί τε βαρύτατον ἀνθρώπων, τῷ
                        <lb/>ἠέρι χρεώμενοι οὐ λαμπρῷ, ἀλλὰ χνοώδει τε καὶ διερῷ· πρός τε <lb/>τὸ
                        ταλαιπωρέειν τὸ σῶμα ἀργότεροι περφύκασιν· αἵ τε ὧραι οὐ πολὺ
                        <lb/>μεταλλάσσουσιν, οὔτε πρὸς τὸ πνῖγος, οὔτε πρὸς τὸ ψύχος· τά τε
                        <lb/>πνεύματα τὰ πολλὰ νότια, πλὴν αὐρῆς μιῆς ἐπιχωρίης· αὕτη δὲ <lb/>πνέει
                        ἐνίοτε βίαιος, καὶ χαλεπὴ, καὶ θερμὴ, καὶ Κέγχρονα ὀνομάζουσι <lb/>τοῦτο τὸ
                        πνεῦμα. Ὁ δὲ βορέης οὐ σφόδρα ἀφικνέεται· ὁκόταν <lb/>δὲ πνέῃ, ἀσθενὴς καὶ
                        βληχρὸς. Περὶ μὲν τῆς φύσιος τῆς διαφορῆς <lb/>καὶ τῆς μορφῆς τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ
                        καὶ τῇ Εὐρώπῃ οὕτως ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Περὶ δὲ τῆς ἀθυμίης τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς ἀνανδρείης, <lb/>ὅτι
                        ἀπολεμώτεροί εἰσι τῶν Εὐρωπαίων οἱ Ἀσιηνοὶ, καὶ ἡμερώτεροι <lb/>τὰ ἤθεα, αἱ
                        ὧραι αἴτιαι μάλιστα, οὐ μεγάλας τὰς μεταβολὰς ποιεύμεναι, <lb/>οὔτε ἐπὶ τὸ
                        θερμὸν, οὔτε ἐπὶ τὸ ψυχρὸν, ἀλλὰ παραπλησίως. <lb/>Οὐ γὰρ γίγνονται
                        ἐκπλήξιες τῆς γνώμης, οὔτε μετάστασις ἰσχυρὴ <pb n="64"/> τοῦ σώματος, ἀφ᾿
                        ὕτων εἰκὸς τὴν ὀργὴν ἀγριοῦσθαί τε, καὶ τοῦ <lb/>ἀγνώμονος καὶ θυμοειδέος
                        μετέχειν μᾶλλον ἢ ἐν τῷ αὐτέῳ <lb/>αἰεὶ ἐόντα. Αἱ γὰρ μεταβολαί εἰσι τῶν
                        πάντων, αἵ τε ἐγείρουσαι <lb/>τὴν γνώμην τῶν ἀνθρώπων, καὶ οὐκ ἐῶσαι
                        ἀτρεμίζειν. <lb/>Διὰ ταύτας ἐμοὶ δοκέει τὰς προφάσιας ἄναλκες εἰναι τὸ γένος
                        τὸ <lb/>Ἀσιηνόν· καὶ προσέτι διὰ τοὺς νόμους. Τῆς γὰρ Ἀσίης τὰ πολλὰ
                        βασιλεύεται. <lb/>Ὅκου δὲ μὴ αὐτοὶ ἑωυτέων εἰσὶ καρτεροὶ ἄνθρωποι μηδὲ
                        <lb/>αὐτόνομοι, ἀλλὰ δεσπόζονται, οὐ περὶ τουτέου αὐτέοισιν ὁ λόγος ἐστὶν,
                        <lb/>ὅκως τὰ πολέμια ἀσκήσωσιν, ἀλλ᾿ ὅκως μὴ δόξωσι μάχιμοι εἶναι. <lb/>Οἱ
                        γὰρ κίνδυνοι οὐχ ὅμοιοι εἰσίν· τοὺς μὲν γὰρ στρατεύεσθαι εἰκὸς <lb/>καὶ
                        ταλαιπωρέειν καὶ ἀποθνήσκειν ἐξ ἀνάγκης ὑπὲρ τῶν δεσποτέων, <lb/>ἀπό τε
                        παιδίων καὶ γυναικὸς ἐόντας καὶ τῶν λοιπῶν φίλων· καὶ <lb/>ὁκόσα μὲν ἂν
                        χρηστὰ καὶ ἀνδρεῖα ἐργάσωνται, οἱ δεσπόται ἀπ᾿ αὐτέων <lb/>αὔξονταί τε καὶ
                        ἐκφύονται· τοὺς δὲ κινδύνους καὶ θανάτους αὐτοὶ <lb/>καρποῦνται· ἔτι δὲ πρὸς
                        τούτοισι τῶν τοιούτων ἀνθρώπων ἀνάγκη <lb/>ἐρημοῦσθαι τὴν γῆν ὑπό τε
                        πολεμίων καὶ ἀργίης· ὥστε, καὶ εἴ τις <lb/>φύσει πέφυκεν ἀνδρεῖος καὶ
                        εὔψυχος, ἀποτρέπεσθαι τὴν γνώμην <lb/>ἀπὸ τῶν νόμων. Μίγα δὲ τεκμήριον
                        τουτέων· ὁκόσοι γὰρ ἐν τῇ <lb/>Ἀσίῃ Ἕλληνες ἢ βάρβαροι μὴ δεσπόζονται, ἀλλ᾿
                        αὐτόνομοί εἰσι καὶ <lb/>ἑωυτέοισι ταλαιπωρεῦσιν, οὗτοι μαχιμώτατοί εἰσι
                        πάντων· τοὺς <lb/>γὰρ κινδύνους ἑωυτέων πέρι κινδυνεύουσιν, καὶ τῆς ἀνδρείης
                        αὐτέοι <lb/>τὰ ἆθλα φέρονται, καὶ τῆς δειλίης τὴν ζημίην ὡσαύτως. Εὑρήσεις
                        δὲ <lb/>καὶ τοὺς Ἀσιηνοὺς διαφέροντας αὐτοὺς ἑωυτέων, τοὺς μὲν βελτίονας,
                            <pb n="66"/> τοὺς δὲ φαυλοτέρους ἐόντας· τουτέων δὲ αἱ μεταβολαὶ αἴτιαι
                        <lb/>τῶν ὡρέων, ὥσπερ μοι εἴρηται ἐν τοῖσι προτέροισιν. Καὶ περὶ μὲν
                        <lb/>τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ οὕτως ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ἐν δὲ τῇ Εὐρώπῃ ἐστὶν ἔθνος Σκυθικὸν, ὃ περὶ τὴν λίμνην <lb/>οἰκέει τὴν
                        Μαιῶτιν, διαφέρον τῶν ἐθνέων τῶν ἄλλων, Σαυρομάται <lb/>καλεῦνται. Τουτέων
                        αἱ γυναῖκες ἱππάζονταί τε καὶ τοξεύουσι, <lb/>καὶ ἀκοντίζουσιν ἀπὸ τῶν
                        ἵππων, καὶ μάχονται τοῖσι πολεμίοισιν, <lb/>ἕως ἂν παρθένοι ἔωσιν. Οὐκ
                        ἀποπαρθενεύονται δὲ μέχρις ἂν τῶν <lb/>πολεμίων τρεῖς ἀποκτείνωσι, καὶ οὐ
                        πρότερον ξυνοικέουσιν ἤπερ <lb/>τὰ ἱερὰ θύουσαι τὰ ἐν νόμῳ. Ἣ δ᾿ἂν ἄνδρα
                        ἑωυτῇ ἄρηται, παύεται <lb/>ἱππαζομένη, ἕως ἂν μὴ ἀνάγκη καταλάβῃ παγκοίνου
                        στρατείης. <lb/>Τὸν δεξιὸν δὲ μαζὸν οὐκ ἔχουσιν. Παιδίοισι γὰρ ἐοῦσιν ἔτι
                        <lb/>νηπίοισιν αἱ μητέρες χαλκεῖον τετεχνημένον ἐπ᾿ αὐτέῳ τουτέῳ
                        <lb/>διάπυρον ποιέουσαι, πρὸς τὸν μαζὸν τιθέασι τὸν δεξιὸν, καὶ ἐπικαίεται,
                            <pb n="68"/> ὥστε τὴν αὔξησιν φθείρεσθαι, ἐς δὲ τὸν δεξιὸν ὦμον καὶ
                        βραχίονα <lb/>πᾶσαν τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ πλῆθος ἐκδιδόναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Περὶ δὲ τῶν λοιπῶν Σκυθέων τῆς μορφῆς, ὅτι αὐτοὶ ἑωυτοῖσιν <lb/>ἐοίκασι,
                        καὶ οὐδαμῶς ἄλλοισιν, ὠυτὸς λόγος καὶ περὶ τῶν <lb/>Αἰγυπτίων, πλὴν, ὅτι οἱ
                        μὲν ὑπὸ τοῦ θερμοῦ εἰσι βεβιασμένοι, οἱ <lb/>δ᾿ ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ. Ἡ δὲ Σκυθέων
                        ἐρημίη καλευμένη πεδιάς ἐστι καὶ <lb/>λειμακώδης καὶ ὑψηλὴ, καὶ ἔνυδρος
                        μετρίως· ποταμοὶ γάρ εἰσι μεγάλοι <lb/>οἳ ἐξοχετεύουσι τὸ ὕδωρ ἐκ τῶν
                        πεδίων. Ἐνταῦθα καὶ οἱ <lb/>Σκύθαι διαιτεῦνται, Νομάδες δὲ καλεῦνται, ὅτι
                        οὐκ ἔστιν οἰκήματα, <lb/>ἀλλ᾿ ἐν ἁμάξῃσιν οἰκεῦσιν. Αἱ δὲ ἅμαξαί εἰσιν, αἱ
                        μὲν ἐλάχισται, <lb/>τετράκυκλοι, αἱ δὲ ἑξάκυκλοι· αὗται δὲ πίλοισι
                        περιπεφραγμέναι· <lb/>εἰσὶ δὲ καὶ τετεχνασμέναι ὥσπερ οἰκήματα, τὰ μὲν
                        <lb/>ἁπλᾶ, τὰ δὲ τριπλᾶ· ταῦτα δὲ καὶ στεγνὰ πρὸς ὕδωρ, καὶ πρὸς χιόνα,
                        <lb/>καὶ πρὸς τὰ πνεύματα. Τὰς δὲ ἅμαξας ἕλκουσι ζεύγεα, τὰς μὲν δύο,
                        <lb/>τὰς δὲ τρία βοῶν, κέρως ἄτερ· οὐ γὰρ ἔχουσι κέρατα ὑπὸ ψύχεος. <lb/>Ἐν
                        ταύτῃσι μὲν οὖν τῇσιν ἁμάξῃσιν αἱ γυναῖκες διαιτεῦνται· αὐτοὶ <lb/>δ᾿ἐφ᾿
                        ἵππων ὀχεῦνται οἱ ἄνδρες· ἕπονται δὲ αὐτέοισι καὶ τὰ πρόβατα <lb/>ἐόντα καὶ
                        αἱ βόες καὶ οἱ ἵπποι· μένουσι δ᾿ ἐν τῷ αὐτέῳ τοσοῦτον <lb/>χρόνον, ὅσον ἂν
                        ἀπόχρη ωὐτέοισι τοῖσι κτήνεσιν ὁ χόρτος· ὁκόταν δὲ <lb/>μηκέτι, ἐς ἑτέρην
                        χώρην μετέρχονται. Αὐτοὶ δ᾿ ἐσθίουσι κρέα ἑφθὰ, <lb/>καὶ πίνουσι γάλα ἵππων,
                        καὶ ἱππάκην τρώγουσιν· τοῦτο δ᾿ ἐστὶ <pb n="70"/> τυρὸς ἵππων. Τὰ μὲν ἐς τὴν
                        δίαιταν αῤτέων οὕτως ἔχει καὶ τοὺς <lb/>νόμους. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Περὶ δὲ τῶν ὡρέων καὶ τῆς μορφῆς, ὅτι πολὺ ἀπήλλακται <lb/>τῶν λοιπῶν
                        ἀνθρώπων τὸ Σκυθικὸν γένος, καὶ ἔοικεν αὐτὸ <lb/>ἑωυτέῳ, ὥσπερ τὸ Αἰγύπτιον,
                        καὶ ἥκιστα πολύγονόν ἐστιν· καὶ ἡ <lb/>χώρη ἐλάχιστα θηρία τρέφει κατὰ
                        μέγεθος καὶ πλῆθος. Κέεται γὰρ <lb/>ὑπ᾿ αὐτῇσι τῇσιν ἄρκτοισι καὶ τοῖσιν
                        ὄρεσι τοῖσι Ῥιπαίοισιν, ὅθεν ὁ <lb/>βορίης πνέει· ὅ τε ἥλιος τελευτῶν
                        ἐγγύτατα γίγνεται, ὁκόταν ἐπὶ τὰς <lb/>θερινὰς ἔλθῃ περιόδους, καὶ τότε
                        ὀλίγον χρόνον θερμαίνει, καὶ <lb/>οὐ σφόδρα· τὰ δὲ πνεύματα τὰ ἀπὸ τῶν
                        θερμῶν πνέοντα οὐκ ἀφικνέεται, <lb/>ἢν μὴ ὀλιγάκις καὶ ἀσθενέα, ἀλλ᾿ ἀπὸ τῶν
                        ἄρκτων αἰεὶ <lb/>πνέουσι πνεύματα ψυχρὰ ἀπό τε χιόνος καὶ κρυστάλλων καὶ
                        ὑδάτων <lb/>πολλῶν· οὐδέποτε δὲ τὰ ὄρεα ἐκλείπει· ἀπὸ τουτέων δὲ δυσοίκητά
                        <lb/>ἐστιν. Ἠήρ τε κατέχει πουλὺς τῆς ἡμέρης τὰ πεδία, καὶ ἐν αὐτέοισι <pb n="72"/> τέοισι διαιτεῦνται· ὥστε τὸν μὲν χειμῶνα αἰεὶ εἶναι, τὸ δὲ
                        θάρος <lb/>ὀλίγας ἡμέρας, καὶ ταύτας μὴ λίην. Μετέωρα γὰρ τὰ πεδία καὶ ψιλὰ,
                        <lb/>καὶ οὐκ ἐστεφάνωνται ὄρεσιν, ἀλλ᾿ ἀνάντεα ὑπὸ τῶν ἄρκτων. <lb/>Αὐτόθι
                        καὶ τὰ θηρία οὐ γίγνεται μεγάλα, ἀλλ᾿ οἷά τέ ἐστιν ὑπὸ γῆν <lb/>σκεπάξεσθαι
                        ὁ γὰρ χειμὼν κωλύει καὶ τῆς γῆς ἡ ψιλότης, καὶ ὅτι <lb/>οὐκ ἔστιν ἀλέη οὐδὲ
                        σκέπη. Αἱ γὰρ μεταβολαὶ τῶν ὡρέων οὐκ εἰσὶ <lb/>μεγάλαι οὐδὲ ἰσχυραὶ, ἀλλ᾿
                        ὅμοιαι καὶ ὀλίγον μεταβάλλουσαι· <lb/>διότι καὶ τὰ εἴδεα ὅμοια αὐτὰ
                        ἑωυτέοισίν εἰσιν· σίτῳ τε χρέονται <lb/>αἰεὶ ὁμοίως, ἐσθῆτί τε αὐτέῃ καὶ
                        θέρεος καὶ χειμῶνος, τόν τε ἠέρα <lb/>ὑδατεινὸν ἕλκοντες καὶ παχὺν, τά τε
                        ὕδατα πίνοντες ἀπὸ χιόνος καὶ <lb/>παγετῶν, τοῦ τε ταλαιπώρου ἀπεόντος· οὐ
                        γὰρ οἷόν τε τὸ σῶμα ταλαιπωρέεσθαι, <lb/>οὐδὲ τὴν ψυχὴν, ὅκου μεταβολαὶ μὴ
                        γίγνονται ἰσχυραί. <lb/>Διὰ ταύτας τὰς ἀνάγκας τὰ εἴδεα αὐτέων παχέα ἐστὶ
                        καὶ σαρκώδεα, <lb/>καὶ ἄναρθρα καὶ ὑγρὰ καὶ ἄτονα· αἵ τε κοιλίαι ὑγρόταται,
                        πασέων <lb/>κοιλιῶν αἱ κάτω· οὐ γὰρ οἷόν τε νηδὺν ἀναξηραίνεσθαι ἐν
                        <lb/>τοιαύτῃ χώρῃ καὶ φύσει καὶ ὥρης καταστάσει· ἀλλὰ διὰ πιμελήν <lb/>τε
                        καὶ ψιλὴν τὴν σάρκα, τά τε εἴδεα ἔοικεν ἀλλήλοισι, τά τε ἄρσενα <lb/>τοῖσιν
                        ἄρσεσι, καὶ τὰ θήλεα τοῖσι θήλεσιν. Τῶν γὰρ ὡρέων <lb/>παραπλησίων ἐουσέων,
                        φθοραὶ οὐκ ἐγγίγνονται οὐδὲ κακώσιες <lb/>ἐν τῇ τοῦ γόνου ξυμπήξει, ἢν μή
                        τινος ἀνάγκης βιαίου τύχῃ ἢ <lb/>νούσου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Μέγα δὲ τεκμήριον ἐς τὴν ὑγρότητα παρέξομαι. Σκυθέων <pb n="74"/> γὰρ
                        τοὺς πολλοὺς, ἅπαντας ὅσοι Νομάδες, εὑρήσεις κεκαυμένους <lb/>τούς τε ὤμους
                        καὶ τοὸς βραχίονας καὶ τοὺς καρποὺς τῶν <lb/>χειρέων, καὶ τὰ στήθεα, καὶ τὰ
                        ἰσχία καὶ τὴν ὀσφὺν, δι᾿ ἄλλ᾿ οὐδὲν <lb/>ἢ διὰ τὴν ὑγρότητα τῆς φύσιος καὶ
                        τὴν μαλακίην· οὐ γὰρ δύνανται <lb/>οὔτε τοῖσι τόξοισι ξυντείνειν, οὔτε τῷ
                        ἀκοντίῳ ἐμπίπτειν τῷ ὤμῳ <lb/>ὑπὸ ὑγρότητος καὶ ἀτονίης· ὁκόταν δὲ καυθῶσιν,
                        ἀναξηραίνεται ἐκ <lb/>τῶν ἄρθρων τὸ πολὺ τοῦ ὑγροῦ, καὶ ἐντονώτερα μᾶλλον
                        γίγνεται, <lb/>καὶ τροφιμώτερα, καὶ ἠρθρωμένα τὰ σώματα μᾶλλον. Ῥοϊκὰ δὲ
                        <lb/>γίγνεται καὶ πλατέα· πρῶτον μὲν ὅτι οὐ σπαργανοῦνται ὥσπερ ἐν
                        <lb/>Αἰγύπτῳ, οὐδὲ νομίζουσι διὰ τὴν ἱππασίην, ὅκως ἂν εὔεδροι <lb/>ἔωσιν·
                        ἔπειτα δὲ διὰ τὴν ἕδρην· τά τε γὰρ ἄρσενα, ἕως ἂν οὐχ οἷά <lb/>τε ἐφ᾿ ἵππου
                        ὀχέεσθαι, τὸ πολὸ τοῦ χρόνου κάθηται ἐν τῇ ἁμάξῃ, <lb/>καὶ βραχὺ τῇ βαδίσει
                        χρέονται, διὰ τὰς μεταναστάσιας καὶ περιελάσιας· <lb/>τὰ δὲ θήλεα θαυμαστὸν
                        οἷον ῥοϊκὰ καὶ βραδέα εἶναι τὰ <lb/>εἴδεα. Πυῤῥὸν δὲ τὸ γένος ἐστὶ τὸ
                        Σκυθικὸν διὰ τὸ ψύχος, οὐκ <lb/>ἐπιγιγνομένου ὀξέως τοῦ ἡλίου· ὑπὸ δὲ τοῦ
                        ψύχεος ἡ λευκότης <lb/>ἐπικαίεται καὶ γίγνεται πυῤῥή. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>