<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0555.tlg006.1st1K-grc1:31-32</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0555.tlg006.1st1K-grc1:31-32</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg0555.tlg006.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><milestone unit="section" n="31"/><p>Τούτους καὶ τέκνα καὶ παιδία καὶ νήπια καὶ φίλους ὀνομάζει καὶ μικροὺς ἐνθάδε ὡς πρὸς
						τὸ μέλλον ἄνω μέγεθος αὐτῶν. »μὴ καταφρονήσητε« λέγων »ἑνὸς <pb ed="alt" n="953 P"/> τῶν
						μικρῶν τούτων· τούτων γὰρ οἱ ἄγγελοι διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ
						ἐν οὐρανοῖς.« <milestone unit="subsection" n="2"/>καὶ ἑτέρωθι· »μὴ φοβεῖσθε. τὸ μικρὸν
						ποίμνιον· ὑμῖν γὰρ εὐδόκησεν ὁ πατὴρ παραδοῦναι τὴν βασιλείαν« τῶν οὐρανῶν. <milestone unit="subsection" n="3"/>κατὰ τὰ αὐτὰ καὶ τοῦ μεγίστου ἐν γεννητοῖς γυναικῶν Ἰωάννου
						τὸν ἐλάχιστον ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, τουτέστι τὸν ἑαυτοῦ μαθητήν, εἶναι μείζω
						λέγει. <milestone unit="subsection" n="4"/>καὶ πάλιν· »ὁ δεχόμενος δίκαιον ἢ προφήτην
						εἰς ὄνομα δικαίου ἢ προφήτου τὸν ἐκείνων μισθὸν λήψεται. ὁ δὲ μαθητὴν ποτίσας εἰς ὄνομα
						μαθητοῦ ποτήριον ψυχροῦ ὕδατος τὸν μισθὸν οὐκ ἀπολέσει.« οὐκοῦν οὗτος μόνος ὁ μισθὸς οὐκ
						ἀπολλύμενός ἐστι. <milestone unit="subsection" n="5"/>καὶ αὖθις· »ποιήσατε ἑαυτοῖς
						φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας. <milestone unit="subsection" n="6"/>ἵνα ὅταν ἐκλίπῃ,
						δέξωνται ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκηνάς.« φύσει μὲν ἅπασαν κτῆσιν, ἣν αὐτός τις ἐφ᾿ ἑαυτοῦ
						κέκτηται ὡς ἰδίαν οὖσαν καὶ οὐκ εἰς κοινὸν τοῖς δεομένοις κατατίθησιν, ἄδικον οὖσαν
						ἀποφαίνων, ἐκ δὲ ταύτης τῆς ἀδικίας ἐνὸν καὶ πρᾶγμα δίκαιον ἐργάσασθαι καὶ σωτήριον,
						ἀναπαῦσαί τινα τῶν ἐχόντων αἰώνιον σκηνὴν παρὰ τῷ πατρί.</p><p><milestone unit="subsection" n="7"/>Ὅρα πρῶτον μὲν ὡς οὐκ ἀπαιτεῖσθαί σε κεκέλευκεν
						οὐδὲ ἐνοχλεῖσθαι περιμένειν, ἀλλὰ αὐτὸν ζητεῖν τοὺς εὖ πεισομένους ἀξίους <milestone unit="subsection" n="8"/>τε ὄντας τοῦ σωτῆρος μαθητάς, καλὸς μὲν οὖν καὶ ὁ τοῦ
						ἀποστόλου λόγος· »ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ θεός«, χαίροντα τῷ διδόναι καὶ μὴ φειδομένως
						σπείροντα, ἵνα μὴ οὕτως καὶ θερίσῃ. δίχα γογγυσμῶν καὶ διακρίσεως καὶ λύπης [καὶ]
						κοινωνοῦντα, ὅπερ ἐστὶν εὐεργεσία <pb n="181"/> καθα<add>ρά</add>. <milestone unit="subsection" n="9"/>κρείττων δ᾿ ἐστὶ τούτου ὁ τοῦ κυρίου λελεγμένος ἐν ἄλλῳ
						χωρίῳ· »παντὶ τῷ αἰτοῦντί σε δίδου·« θεοῦ γὰρ ὄντως ἡ τοιαύτη φιλοδωρία. οὑτοσὶ δὲ ὁ
						λόγος ὑπὲρ ἅπασάν ἐστι θεότητα, μηδὲ αἰτεῖσθαι περιμένειν, ἀλλ᾿ αὐτὸν ἀναζητεῖν, ὅστις
						ἄξιος εὖ παθεῖν,</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><milestone unit="section" n="32"/><p> ἔπειτα τηλικοῦτον μισθὸν ὁρίσαι τῆς κοινωνίας, αἰώνιον σκηνήν. ὢ καλῆς ἐμπορίας, ὢ
						θείας ἀγορᾶς· ὠνεῖται χρημάτων τις ἀφθαρσίαν. καὶ δοὺς τὰ διολλύμενα τοῦ κόσμου μονὴν
						τούτων αἰώνιον ἐν οὐρανοῖς ἀντιλαμβάνει. <milestone unit="subsection" n="2"/>πλεῦσον ἐπὶ
						ταύτην, ἂν σωφρονῇς. τὴν πανήγυριν, ὦ πλούσιε, κἂν δέῃ, περίελθε γῆν ὅλην. μὴ φείσῃ
						κινδύνων καὶ πόνων, ἵν᾿ ἐνταῦθα βασιλείαν οὐράνιον ἀγοράσῃς. <milestone unit="subsection" n="3"/>τί σε λίθοι διαφανεῖς καὶ σμάραγδοι τοσοῦτον εὐφραίνουσι καὶ
						οἰκία. τροφὴ πυρὸς ἢ χρόνου παίγνιον ἢ σεισμοῦ πάρεργον ἢ ὕβρισμα τυράννου; <milestone unit="subsection" n="4"/>ἐπιθύμησον ἐν οὐρανοῖς οἰκῆσαι καὶ βασιλεῦσαι μετὰ θεοῦ,
						ταύτην σοὶ τὴν βασιλείαν ἄνθρωπος δώσει θεὸν ἀπομιμούμενος· ἐνταῦθα μικρὰ λαβὼν ἐκεῖ δι᾿
						ὅλων αἰώνων σύνοικόν σε ποιήσεται. <milestone unit="subsection" n="5"/>ἱκέτευσον ἵνα
						λάβῃ· σπεῦσον, ἀγωνίασον, φοβήθητι μή σε ἀτιμάσῃ· οὐ γὰρ κεκέλευσται <pb ed="alt" n="954 P"/> λαβεῖν, ἀλλὰ σὺ παρασχεῖν. <milestone unit="subsection" n="6"/>οὐ μὴν οὐδ᾿
						εἶπεν ὁ κύριος· ›δὸς‹ ἢ ›παράσχες‹ ἢ ›εὐεργέτησον‹ ἢ ›βοήθησον‹, ›φίλον‹ δὲ ›ποίησαι‹· ὁ
						δὲ φίλος οὐκ ἐκ μιᾶς δόσεως γίνεται, ἀλλ᾿ ἐξ ὅλης ἀναπαύσεως καὶ συνουσίας μακρᾶς· οὔτε
						γὰρ ἡ πίστις οὔτε ἡ ἀγάπη οὔτε ἡ καρτερία μιᾶς ἡμέρας, ἀλλ᾿ »ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος,
						οὗτος σωθήσεται«.</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>