<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0096.tlg002.1st1K-grc1:68-69</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0096.tlg002.1st1K-grc1:68-69</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0096.tlg002.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="fabula" n="68"><head>68. Ἄραψ καὶ Κάμηλος. (B.8.)</head><p>Ἄραψ κάμηλον ἀχθίσας ἐπηρώτα,
πότερʼ ἀναβαίνειν μᾶλλον ἢ κάτω βαίνειν
αἱροῖτο. χὡ κάμηλος, οὐκ ἄτερ μούσης,
εἶφ’. „ἡ γὰρ ὀρθὴ τῶν ὁδῶν ἀπεκλείσθη;“
Ὁ λόγος εὔθετος πρὸς ἄνδρας διεστραμμένους τῆς
εὐθείας ὁδοῦ ἐκκλίνοντας.</p></div><div type="textpart" subtype="fabula" n="69"><head>69. Ἄρκτος καὶ Ἀλώπηξ. (C. 165. F. 25. B. 14.)</head><p>Ἄρκτος τίς ποτε μεγάλως ἐκαυχᾶτο, ὡς φιλανθρωπότατον 
πάντων ἐστὶ τῶν ζώων· φασὶ γὰρ ἄρκτον νεκρὸν 
μηδὲν βιβρώσκειν. Ἡ δὲ ἀλώπηξ ἀκούουσα ταῦτα
ἐμειδίασε, καὶ πρὸς αὐτὴν ἀντέφη· „εἴθε τοὺς νεκροὺς
ἤσθιες καὶ μὴ τοὺς ζῶντας.“</p><p>Ὁ μῦθος τοὺς πλεονέκτας καὶ ἐν ὑποκρίσει 
βιοῦντας ἐλέγχει.</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>