<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0096.tlg002.1st1K-grc1:418-418b</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0096.tlg002.1st1K-grc1:418-418b</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0096.tlg002.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="fabula" n="418"><head>418. Χελιδών καὶ Ὅφις. (C. 286. B. 118.)</head><p>Ξένη χελιδών, ἡ τοῖς ἀνθρώποις συνοικοῦσα, ἐν
δικαστηρίῳ τὴν ἑαυτῆς ἔπηξε καλιὰν ἐν τοίχῳ, κἀκεῖ
γίνεται ἑπτὰ νεοττῶν μήτηρ. Ὄφις δὲ ἐκ τρώγλης 
συρεὶς τοὺς αὐτῆς κατέφαγε νεοττούς. Ἡ δὲ χελιδών
θρηνοῦσα ἐκεκράγει· ,,οἴμοι τῇ ξένῃ, ὅτι ἔνθα πάντες
δικαιοῦνται, μόνη ἔγωγε ήδίκημαι.“</p></div><div type="textpart" subtype="fabula" n="418b"><head>418b. Ἄλλως. (S.225. C. p.398. F. 190.)</head><p>Χελιδὼν ἔν τινι δικαστηρίῳ νεοττοποιησαμένη ἐξέπτη· 
 ὄφις δὲ προσερπύσας κατέφαγεν αὐτῆς τοὺς 

<pb n="203"/>
νεοττούς. δὲ ἐπανελθοῦσα καὶ τὴν καλιὰν κενὴν 
εὑροῦσα, ὑπερπαθοῦσα ἔστενεν· ἑτέρας δὲ χελιδόνος 
παρηγορεῖν αὐτὴν βουλομένης, καὶ λεγούσης ,,μόνον ἅρα
σοὶ τὰ τέκνα ἀποβαλεῖν συμβέβηκεν;“ ὑποτυχοῦσα
ἔφη· ,,ἀλλʼ ἔγωγε οὐ τοσοῦτον ἐπὶ τοῖς τέκνοις κλαίω,
ὅσον ὅτι ἐν τούτῳ τῷ τόπῳ ἠδίκημαι, ἐν ᾧ οἱ ἀδικούμενοι 
βοηθοῦνται.“</p><p>Ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι χαλεπώτεραι γίνονται τοῖς πάσχουσιν 
αἱ συμφοραὶ, ὅταν ὑφʼ ὧν ἢκιστα προσεδόκησαν 
πάσχωσι.</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>