<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0096.tlg002.1st1K-grc1:401-401b</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0096.tlg002.1st1K-grc1:401-401b</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0096.tlg002.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="fabula" n="401"><head>401. Τέττιξ καὶ Μύρμηκς.
(C. 134 et p.334 sq. Δ. 195. 198. B. 137.)</head><p>Χειμῶνος ὥρᾳ, τῶν σίτων βραχέντων, οἴ μύρμηκες 
ἔψυχον, τέττιξ δὲ λιμώττων ᾔτει αὐτούς τροφήν.
Οί δὲ μύρμηκες εἶπον αὐτῷ· ,,διὰ τί τὸ θέρος οὐ 
συνῆγες τροφήν;“· Ο δὲ εἶπεν· ,,οὐκ ἐσχόλαζον, ἀλλʼ δὸν
μουσικῶς.“ Οί δὲ γελάσαντες εἶπον· ,,ἀλλʼ εἰ θέρους
ὥραις ηὔλεις, χειμῶνος ὀρχοῦ.“</p><p>Ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι οὐ δεῖ τινα ἀμελεῖν ἐν παντὶ
πράγματι, ἵνα μὴ λυπηθῇ καὶ κινδυνεύσῃ.</p></div><div type="textpart" subtype="fabula" n="401b"><head>401b. Ἄλίως. (C. 134.)</head><p>Θέρους ἦν ἀκμή· καὶ οἱ μὲν τέττιγες μουσικὴν 
ἀνεβάλλοντο σύντονον, τοῖς μύρμηξι δὲ πονεῖν ἐπῄει καὶ
συλλέγειν καρποὺς, ἐξ ὧν ἔμελλον τοῦ χειμῶνος 

<pb n="194"/>
τραφήσεσθαι. Χειμῶνος δʼ ἐπιγεγονότος, οἱ μύρμηκες μὲν
οἷς ἐπόνουν ἐτρέφοντο, τοῖς δὲ ἡ τέρψις ἐτελεύτα πρὸς
ἔνδειαν.</p><p>Οὕτω νεότης, πονεῖν οὐκ ἐθέλουσα, παρὰ τὸ 
γῆρας κακοπραγεῖ.</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>