<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:9</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:9</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ἐπεὶ δὲ τῶν ζῴων τὰ μὲν ἔνυδρα, τὰ δ’ ἐν τῇ γῇ ποιεῖται <lb/>τὴν διατριβήν, τούτων τοῖς
						μὲν μικροῖς πάμπαν καὶ <lb/>τοῖς ἀναίμοις ἡ γινομένη ἐκ τοῦ περιέχοντος ἢ ὕδατος ἢ ἀέρος
						<lb/>ψύξις ἱκανὴ πρὸς τὴν βοήθειαν τῆς φθορᾶς ταύτης· <lb/>μικρὸν γὰρ ἔχοντα τὸ θερμὸν
						μικρᾶς δέονται τῆς βοηθείας. <lb/>Διὸ καὶ βραχύβια σχεδὸν πάντα τὰ τοιαῦτ’ ἐστίν· ἐπ’
						ἀμφότερα <lb/>γὰρ μικρᾶς ὄντα τυγχάνει ῥοπῆς. Ὅσα δὲ μακροβιώτερα <lb/>τῶν ἐντόμων
						(ἄναιμα γάρ ἐστι πάντα τὰ ἔντομα), <lb/>τούτοις ὑπὸ τὸ διάζωμα διέσχισται, ὅπως διὰ
						λεπτοτέρου <lb/>ὄντος τοῦ ὑμένος ψύχηται· μᾶλλον γὰρ ὄντα θερμὰ <lb/>πλείονος δεῖται τῆς
						καταψύξεως, οἷον αἱ μέλιτται (τῶν γὰρ <lb/>μελιττῶν ἔνιαι ζῶσι καὶ ἑπτὰ ἔτη) καὶ τἆλλα
						δὲ ὅσα βομβεῖ, <lb/>οἷον σφῆκες καὶ μηλολόνθαι καὶ τέττιγες. Καὶ γὰρ <lb/>τὸν ψόφον
						ποιοῦσι πνεύματι, οἷον ἀσθμαίνοντα· ἐν αὐτῷ <lb/>γὰρ τῷ ὑποζώματι, τῷ ἐμφύτῳ πνεύματι
						αἴροντι καὶ συνίζοντι, <lb/>συμβαίνει πρὸς τὸν ὑμένα γίνεσθαι τρίψιν· κινοῦσι <lb/>γὰρ
						τὸν τόπον τοῦτον, ὥσπερ τὰ ἀναπνέοντα ἔξωθεν τῷ <lb/>πλεύμονι καὶ οἱ ἰχθύες τοῖς
						βραγχίοις. Παραπλήσιον γὰρ <lb/>συμβαίνει κἂν εἴ τίς τινα τῶν ἀναπνεόντων πνίγοι, τὸ
						<lb/>στόμα κατασχών· καὶ γὰρ ταῦτα ποιήσει τῷ πλεύμονι τὴν <lb/>ἄρσιν ταύτην. Ἀλλὰ
						τούτοις μὲν οὐχ ἱκανὴν ἡ τοιαύτη <lb/>ποιεῖ κίνησις κατάψυξιν, ἐκείνοις δ’ ἱκανήν. Καὶ
						τῇ τρίψει <lb/>τῇ πρὸς τὸν ὑμένα ποιοῦσι τὸν βόμβον, ὥσπερ λέγομεν, <lb/>οἷον διὰ τῶν
						καλάμων τῶν τετρυπημένων τὰ παιδία, ὅταν <lb/>ἐπιθῶσιν ὑμένα λεπτόν. Διὰ γὰρ τοῦτο καὶ
						τῶν τεττίγων <lb/>οἱ ᾄδοντες ᾄδουσιν· θερμότεροι γάρ εἰσι, καὶ ἔσχισται αὐτοῖς <lb/>ὑπὸ
						τὸ ὑπόζωμα· τοῖς δὲ μὴ ᾄδουσι τοῦτ’ ἐστὶν ἄσχιστον. <pb n="341"/> Καὶ τῶν ἐναίμων δὲ καὶ
						πλεύμονα ἐχόντων, ὀλίγαιμον δ’ <lb/>ἐχόντων καὶ σομφόν, ἔνια διὰ τοῦτο πολὺν χρόνον
						δύνανται <lb/>ἀπνευστὶ ζῆν, ὅτι ὁ πλεύμων ἄρσιν ἔχει πολλήν, ὀλίγον <lb/>ἔχων τὸ αἷμα
						καὶ τὸ ὑγρόν· ἡ γὰρ οἰκεία κίνησις ἐπὶ πολὺν <lb/>χρόνον διαρκεῖ καταψύχουσα. Τέλος δ’
						οὐ δύναται, <lb/>ἀλλ’ ἀποπνίγεται μὴ ἀναπνεύσαντα, καθάπερ εἴρηται καὶ <lb/>πρότερον·
						τῆς γὰρ μαράνσεως ἡ διὰ τὸ μὴ ψύχεσθαι φθορὰ <lb/>καλεῖται πνίξις, καὶ τὰ οὕτω
						φθειρόμενα ἀποπνίγεσθαί <lb/>φαμεν. Ὅτι δ’ οὐκ ἀναπνεῖ τὰ ἔντομα τῶν ζῴων, εἴρηται
						<lb/>μὲν καὶ πρότερον, φανερὸν δὲ καὶ ἐπὶ τῶν μικρῶν ἐστὶ <lb/>ζῴων, οἷον μυιῶν καὶ
						μελιττῶν· ἐν γὰρ τοῖς ὑγροῖς πολὺν <lb/>χρόνον ἀνανήχεται, ἂν μὴ λίαν ᾖ θερμὸν ἢ ψυχρόν.
						Καίτοι <lb/>τὰ μικρὰν ἔχοντα δύναμιν πυκνότερον ζητεῖ ἀναπνεῖν. <lb/>Ἀλλὰ φθείρεται
						ταῦτα καὶ λέγεται ἀποπνίγεσθαι πληρουμένης <lb/>τῆς κοιλίας καὶ φθειρομένου τοῦ ἐν τῷ
						ὑποζώματι <lb/>ὑγροῦ. Διὸ καὶ ἐν τῇ τέφρᾳ χρονισθέντα ἀνίσταται. <lb/>Καὶ τῶν ἐν τῷ ὑγρῷ
						δὲ ζώντων ὅσα ἄναιμα, πλείω χρόνον <lb/>ζῇ ἐν τῷ ἀέρι τῶν ἐναίμων καὶ δεχομένων τὴν
						θάλατταν, <lb/>οἷον τῶν ἰχθύων· διὰ γὰρ τὸ ὀλίγον ἔχειν τὸ θερμὸν ὁ ἀὴρ <lb/>ἱκανός
						ἐστιν ἐπὶ πολὺν χρόνον καταψύχειν, οἷον τοῖς τε <lb/>μαλακοστράκοις καὶ τοῖς πολύποσιν.
						Οὐ μὴν εἰς τέλος <lb/>γε διαρκεῖ πρὸς τὸ ζῆν, διὰ τὸ ὀλιγόθερμα εἶναι, ἐπεὶ <lb/>καὶ τῶν
						ἰχθύων οἱ πολλοὶ ζῶσιν ἐν τῇ γῇ, ἀκινητίζοντες <lb/>μέντοι, καὶ εὑρίσκονται ὀρυττόμενοι.
						Ὅσα γὰρ ἢ μηδ’ <lb/>ὅλως ἔχει πλεύμονα ἢ ἄναιμον, ἐλαττονάκις δεῖται <lb/>καταψύξεως.
					</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>