<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:8</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:8</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ἐπεὶ δὲ εἴρηται πρότερον ὅτι τὸ ζῆν καὶ ἡ τῆς ψυχῆς <lb/>ἕξις μετὰ θερμότητός τινός
						ἐστιν· οὐδὲ γὰρ ἡ πέψις, δι’ ἧς <lb/>ἡ τροφὴ γίνεται τοῖς ζῴοις, οὔτ’ ἄνευ ψυχῆς οὔτ’
						ἄνευ θερμότητός <lb/>ἐστιν· πυρὶ γὰρ ἐργάζεται πάντα. Διόπερ ἐν ᾧ <pb n="339"/> πρώτῳ
						τόπῳ τοῦ σώματος καὶ ἐν ᾧ πρώτῳ τοῦ τόπου τούτου <lb/>μορίῳ τὴν ἀρχὴν ἀναγκαῖον εἶναι
						τὴν τοιαύτην, ἐνταῦθα <lb/>καὶ τὴν πρώτην τὴν θρεπτικὴν ψυχὴν ἀναγκαῖον ὑπάρχειν.
						<lb/>Οὗτος δ’ ἐστὶν ὁ μέσος τόπος τοῦ τε δεχομένου τὴν <lb/>τροφὴν καὶ καθ’ ὃν ἀφίησι τὸ
						περίττωμα. Τοῖς μὲν οὖν <lb/>ἀναίμοις ἀνώνυμον, τοῖς δ’ ἐναίμοις ἡ καρδία τοῦτο τὸ
						μόριόν <lb/>ἐστιν. Ἡ τροφὴ μὲν γὰρ ἐξ ἧς ἤδη γίνεται τὰ μόρια <lb/>τοῖς ζῴοις, ἡ τοῦ
						αἵματος φύσις ἐστίν. Τοῦ δ’ αἵματος καὶ <lb/>τῶν φλεβῶν τὴν αὐτὴν ἀρχὴν ἀναγκαῖον εἶναι·
						θατέρου <lb/>γὰρ ἕνεκα θάτερόν ἐστιν, ὡς ἀγγεῖον καὶ δεκτικόν. Ἀρχὴ <lb/>δὲ τῶν φλεβῶν ἡ
						καρδία τοῖς ἐναίμοις· οὐ γὰρ διὰ ταύτης, <lb/>ἀλλ’ ἐκ ταύτης ἠρτημέναι πᾶσαι
						τυγχάνουσιν. Δῆλον δ’ <lb/>ἡμῖν τοῦτο ἐκ τῶν ἀνατομῶν. Τὰς μὲν οὖν ἄλλας δυνάμεις
						<lb/>τῆς ψυχῆς ἀδύνατον ὑπάρχειν ἄνευ τῆς θρεπτικῆς (δι’ ἣν δ’ <lb/>αἰτίαν, εἴρηται
						πρότερον ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς), ταύτην δ’ ἄνευ <lb/>τοῦ φυσικοῦ πυρός· ἐν τούτῳ γὰρ ἡ
						φύσις ἐμπεπύρευκεν <lb/>αὐτήν. Φθορὰ δὲ πυρός, ὥσ περ εἴρηται πρότερον, σβέσις <lb/>καὶ
						μάρανσις. Σβέσις μὲν ἡ ὑπὸ τῶν ἐναντίων· διό περ <lb/>ἀθρόον τε ὑπὸ τῆς τοῦ περιέχοντος
						ψυχρότητος, καὶ <lb/>θᾶττον ὅτι σβέννυται διασπώμενον. Αὕτη μὲν οὖν ἡ <lb/>φθορὰ βίαιος
						ὁμοίως ἐπὶ τῶν ἐμψύχων καὶ τῶν ἀψύχων <lb/>ἐστίν· καὶ γὰρ ὀργάνοις διαιρουμένου τοῦ
						ζῴου, καὶ πηγνυμένου <lb/>διὰ ψύχους ὑπερβολήν, ἀποθνήσκουσιν. Ἡ δὲ μάρανσις <lb/>διὰ
						πλῆθος θερμότητος· καὶ γὰρ ἂν ὑπερβάλλῃ τὸ <lb/>πέριξ θερμόν, καὶ τροφὴν ἐὰν μὴ λαμβάνῃ,
						φθείρεται τὸ <lb/>πυρούμενον, οὐ ψυχόμενον ἀλλὰ μαραινόμενον. Ὥστ’ <lb/>ἀνάγκη γίνεσθαι
						κατάψυξιν, εἰ μέλλει τεύξεσθαι σωτηρίας· <lb/>τοῦτο γὰρ βοηθεῖ πρὸς ταύτην τὴν φθοράν.
					</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>