<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:5</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:5</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ἡ δ’ ἐν τῷ Τιμαίῳ γεγραμμένη περίωσις περί τε τῶν <lb/>ἄλλων ζῴων οὐδὲν διώρικε τίνα
						τρόπον αὐτοῖς ἡ τοῦ θερμοῦ <lb/>γίνεται σωτηρία, πότερον τὸν αὐτὸν ἢ δι’ ἄλλην τινὰ
						αἰτίαν· <lb/>εἰ μὲν γὰρ μόνοις τὸ τῆς ἀναπνοῆς ὑπάρχει τοῖς πεζοῖς, <lb/>λεκτέον τὴν
						αἰτίαν τοῦ μόνοις· εἰ δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις, ὁ δὲ <lb/>τρόπος ἄλλος, καὶ περὶ τούτου
						διοριστέον, εἴπερ δυνατὸν <lb/>ἀναπνεῖν πᾶσιν. Ἔτι δὲ καὶ πλασματώδης ὁ τρόπος τῆς
						<lb/>αἰτίας. Ἐξιόντος γὰρ ἔξω τοῦ θερμοῦ διὰ τοῦ στόματος, <lb/>τὸν περιέχοντα ὠθούμενον
						ἀέρα φερόμενον ἐμπίπτειν εἰς <lb/>τὸν αὐτὸν τόπον φησὶ διὰ μανῶν οὐσῶν τῶν σαρκῶν, ὅθεν
						τὸ <lb/>ἐντὸς ἐξῄει θερμόν, διὰ τὸ μηδὲν εἶναι κενὸν ἀντιπεριισταμένων <lb/>ἀλλήλοις·
						θερμανθέντα δὲ πάλιν ἐξιέναι κατὰ τὸν αὐτὸν <lb/>τόπον, καὶ περιωθεῖν εἴσω διὰ τοῦ
						στόματος τὸν ἀέρα τὸν <lb/>ἐκπίπτοντα θερμόν· καὶ τοῦτο δὴ διατελεῖν ἀεὶ ποιοῦντας,
						<lb/>ἀναπνέοντάς τε καὶ ἐκπνέοντας. Συμβαίνει δὲ τοῖς οὕτως <lb/>οἰομένοις πρότερον τὴν
						ἐκπνοὴν γίνεσθαι τῆς εἰσπνοῆς. <lb/>Ἔστι δὲ τοὐναντίον. Σημεῖον δέ· γίνεται μὲν γὰρ
						ἀλλήλοις <lb/>ταῦτα παρ’ ἄλληλα, τελευτῶντες δὲ ἐκπνέουσιν, ὥστ’ <lb/>ἀναγκαῖον εἶναι
						τὴν ἀρχὴν εἰσπνοήν. Ἔτι δὲ τὸ τίνος <pb n="335"/> ἕνεκα ταῦθ’ ὑπάρχει τοῖς ζῴοις (λέγω
						δὲ τὸ ἀναπνεῖν καὶ <lb/>τὸ ἐκπνεῖν) οὐθὲν εἰρήκασιν οἱ τοῦτον τὸν τρόπον λέγοντες,
						<lb/>ἀλλ’ ὡς περὶ συμπτώματός τινος ἀποφαίνονται μόνον. <lb/>Καίτοι γε κύρια ταῦθ’
						ὁρῶμεν τοῦ ζῆν καὶ τελευτᾶν· ὅταν <lb/>γὰρ ἀναπνεῖν μὴ δύνωνται, τότε συμβαίνει γίνεσθαι
						τὴν <lb/>φθορὰν τοῖς ἀναπνέουσιν. Ἔτι δὲ ἄτοπον τὸ τὴν μὲν τοῦ <lb/>θερμοῦ διὰ τοῦ
						στόματος ἔξοδον καὶ πάλιν εἴσοδον μὴ <lb/>λανθάνειν ἡμᾶς, τὴν δ’ εἰς τὸν θώρακα τοῦ
						πνεύματος εἴσοδον <lb/>καὶ πάλιν θερμανθέντος ἔξοδον λανθάνειν. Ἄτοπον δὲ καὶ <lb/>τοῦ
						θερμοῦ τὴν ἀναπνοὴν εἴσοδον εἶναι. Φαίνεται γὰρ τοὐναντίον· <lb/>τὸ μὲν γὰρ ἐκπνεόμενον
						εἶναι θερμόν, τὸ δ’ <lb/>εἰσπνεόμενον ψυχρόν. Ὅταν δὲ θερμὸν ᾖ, ἀσθμαίνοντες
						<lb/>ἀναπνέουσιν· διὰ γὰρ τὸ μὴ καταψύχειν ἱκανῶς τὸ εἰσιὸν <lb/>πολλάκις τὸ πνεῦμα
						συμβαίνει σπᾶν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>