<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:4</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:4</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Δημόκριτος δ’ ὅτι μὲν ἐκ τῆς ἀναπνοῆς συμβαίνει τι τοῖς <lb/>ἀναπνέουσι λέγει, φάσκων
						κωλύειν ἐκθλίβεσθαι τὴν ψυχήν· <lb/>οὐ μέντοι ὡς τούτου γ’ ἕνεκα ποιήσασαν τοῦτο τὴν
						φύσιν <lb/>οὐθὲν εἴρηκεν· ὅλως γὰρ ὥσπερ καὶ οἱ ἄλλοι φυσικοί, καὶ <lb/>οὗτος οὐθὲν
						ἅπτεται τῆς τοιαύτης αἰτίας. Λέγει δ’ ὡς ἡ <lb/>ψυχὴ καὶ τὸ θερμὸν ταὐτὸν τὰ πρῶτα
						σχήματα τῶν σφαιροειδῶν. <lb/>συγκρινομένων οὖν αὐτῶν ὑπὸ τοῦ περιέχοντος <pb n="333"/>
						ἐκθλίβοντος, βοήθειαν γίνεσθαι τὴν ἀναπνοήν φησιν. Ἐν <lb/>γὰρ τῷ ἀέρι πολὺν ἀριθμὸν
						εἶναι τῶν τοιούτων ἃ καλεῖ ἐκεῖνος <lb/>νοῦν καὶ ψυχήν· ἀναπνέοντος οὖν καὶ εἰσιόντος
						τοῦ <lb/>ἀέρος συνεισιόντα ταῦτα, καὶ ἀνείργοντα τὴν θλίψιν, <lb/>κωλύειν τὴν ἐνοῦσαν ἐν
						τοῖς ζῴοις διιέναι ψυχήν. Καὶ διὰ <lb/>τοῦτο ἐν τῷ ἀναπνεῖν καὶ ἐκπνεῖν εἶναι τὸ ζῆν καὶ
						τὸ ἀποθνήσκειν· <lb/>ὅταν γὰρ κρατῇ τὸ περιέχον συνθλῖβον, καὶ μηκέτι <lb/>θύραθεν
						εἰσιὸν δύνηται ἀνείργειν, μὴ δυναμένου <lb/>ἀναπνεῖν, τότε συμβαίνειν τὸν θάνατον τοῖς
						ζῴοις· εἶναι <lb/>γὰρ τὸν θάνατον τὴν τῶν τοιούτων σχημάτων ἐκ τοῦ σώματος <lb/>ἔξοδον
						ἐκ τῆς τοῦ περιέχοντος ἐκθλίψεως. Τὴν δ’ <lb/>αἰτίαν διὰ τί ποτε πᾶσι μὲν ἀναγκαῖον
						ἀποθανεῖν, οὐ μέντοι <lb/>ὅτε ἔτυχεν ἀλλὰ κατὰ φύσιν μὲν γήρᾳ, βίᾳ δὲ παρὰ <lb/>φύσιν,
						οὐθὲν δεδήλωκεν. Καίτοι ἐχρῆν, ἐπεὶ ὁτὲ μὲν φαίνεται <lb/>τοῦτο γινόμενον, ὁτὲ δ’ οὐ
						φαίνεται, πότερον τὸ <lb/>αἴτιον ἔξωθέν ἐστιν ἢ ἐντός. Οὐ λέγει δὲ οὐδὲ περὶ τῆς
						<lb/>ἀρχῆς τοῦ ἀναπνεῖν τί τὸ αἴτιον, πότερον ἔσωθεν ἢ ἔξωθεν· <lb/>οὐ γὰρ δὴ ὁ θύραθεν
						νοῦς τηρεῖ τὴν βοήθειαν, ἀλλ’ ἔσωθεν <lb/>ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναπνοῆς γίνεται καὶ τῆς κινήσεως,
						οὐχ ὡς βιαζομένου <lb/>τοῦ περιέχοντος. Ἄτοπον δὲ καὶ τὸ ἅμα τὸ <lb/>περιέχον συνθλίβειν
						καὶ εἰσιὸν διαστέλλειν. Ἃ μὲν οὖν <lb/>εἴρηκε καὶ ὥς, σχεδὸν ταῦτ’ ἐστίν. Εἰ δὲ δεῖ
						νομίζειν <lb/>ἀληθῆ εἶναι τὰ πρότερον λεχθέντα καὶ μὴ πάντα τὰ ζῷα <lb/>ἀναπνεῖν, οὐ
						περὶ παντὸς θανάτου τὴν αἰτίαν ὑποληπτέον <lb/>εἰρῆσθαι ταύτην, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν
						ἀναπνεόντων. Οὐ μὴν <lb/>οὐδ’ ἐπὶ τούτων καλῶς. Δῆλον δ’ ἐκ τῶν συμβαινόντων καὶ
						<lb/>τῶν τοιούτων ὧν ἔχομεν πάντες πεῖραν. Ἐν γὰρ ταῖς <pb n="334"/> ἀλέαις
						θερμαινόμενοι μᾶλλον καὶ τῆς ἀναπνοῆς μᾶλλον <lb/>δεόμεθα καὶ πυκνότερον ἀναπνέομεν
						πάντες· ὅταν δὲ τὸ <lb/>πέριξ ᾖ ψυχρὸν καὶ συνάγῃ καὶ συμπηγνύῃ τὸ σῶμα, κατέχειν
						<lb/>συμβαίνει τὸ πνεῦμα. Καίτοι τότ’ ἐχρῆν τὸν θύραθεν <lb/>εἰσιόντα κωλύειν τὴν
						σύνθλιψιν. Νῦν δὲ γίνεται τοὐναντίον· <lb/>ὅταν γὰρ πολὺ λίαν ἀθροισθῇ τὸ θερμὸν μὴ
						ἐκπνεόντων, <lb/>τότε δέονται τῆς ἀναπνοῆς· ἀναγκαῖον δ’ εἰσπνεύσαντας <lb/>ἀναπνεῖν.
						Ἀλεάζοντες δὲ πολλάκις ἀναπνέουσιν, <lb/>ὡς ἀναψύξεως χάριν ἀναπνέοντες, ὅτε τὸ
						λεγόμενον <lb/>ποιεῖ πῦρ ἐπὶ πῦρ. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>