<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:3</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:3</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἔτι δὲ τὸ φάναι τὸν ἀέρα ἕλκειν ἐκ τοῦ στόματος ἢ <lb/>ἐκ τοῦ ὕδατος διὰ τοῦ στόματος
						ἀδύνατον· οὐ γὰρ ἔχουσιν <lb/>ἀρτηρίαν διὰ τὸ πλεύμονα μὴ ἔχειν, ἀλλ’ εὐθὺς ἡ κοιλία
						<lb/>πρὸς τῷ στόματί ἐστιν, ὥστ’ ἀναγκαῖον τῇ κοιλίᾳ ἕλκειν. <lb/>Τοῦτο δὲ κἂν τἆλλα
						ἐποίει ζῷα· νῦν δὲ οὐ ποιοῦσιν. Κἂν <lb/>ἐκεῖνα δ’ ἔξω τοῦ ὑγροῦ ὄντα ἐπιδήλως ἂν αὐτὸ
						ἐποίει· φαίνεται <lb/>δ’ οὐ ποιοῦντ’ αὐτό. Ἔτι πάντων τῶν ἀναπνεόντων <lb/>καὶ ἑλκόντων
						τὸ πνεῦμα ὁρῶμεν γινομένην κίνησίν τινα <lb/>τοῦ μορίου τοῦ ἕλκοντος, ἐπὶ δὲ τῶν ἰχθύων
						οὐ συμβαῖνον· <lb/>οὐδὲν γὰρ φαίνονται κινοῦντες τῶν περὶ τὴν κοιλίαν, ἀλλ’ ἢ <lb/>τὰ
						βράγχια μόνον, καὶ ἐν τῷ ὑγρῷ καὶ εἰς τὸ ξηρὸν ἐκπεσόντες, <lb/>ὅταν σπαίρωσιν. Ἔτι ὅταν
						ἀποθνήσκῃ πνιγόμενα <lb/>ἐν τοῖς ὑγροῖς πάντα τὰ ἀναπνέοντα, γίνονται πομφόλυγες
						<lb/>τοῦ πνεύματος ἐξιόντος βιαίως, οἷον ἐάν τις βιάζηται χελώνας <lb/>ἢ βατράχους ἤ τι
						ἄλλο τῶν τοιούτων γενῶν· ἐπὶ δὲ τῶν <lb/>ἰχθύων οὐ συμβαίνει πειρωμένοις πάντα τρόπον,
						ὡς οὐκ ἐχόντων <lb/>πνεῦμα θύραθεν οὐθέν. Ὄν τε τρόπον λέγουσι γίνεσθαι <lb/>τὴν
						ἀναπνοὴν αὐτοῖς, ἐνδέχεται καὶ τοῖς ἀνθρώποις οὖσιν <lb/>ἐν τῷ ὑγρῷ συμβαίνειν· εἰ γὰρ
						καὶ οἱ ἰχθύες ἕλκουσιν <lb/>ἐκ τοῦ πέριξ ὕδατος τῷ στόματι, διὰ τί τοῦτο οὐκ ἂν <pb n="332"/> ποιοῖμεν καὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ τἆλλα ζῷα; Καὶ τὸν ἐκ τοῦ <lb/>στόματος δ’ ἂν
						ἕλκοιμεν ὁμοίως τοῖς ἰχθύσιν. Ὤστ’ εἴπερ <lb/>κἀκεῖνα ἦν δυνατά, καὶ ταῦτ’ ἂν ἦν· ἐπεὶ
						δ’ οὐκ ἔστι, δῆλον <lb/>ὡς οὐδ’ ἐπ’ ἐκείνων ἐστίν. Πρὸς δὲ τούτοις διὰ τίν’ αἰτίαν
						<lb/>ἐν τῷ ἀέρι ἀποθνήσκουσι καὶ φαίνονται ἀσπαρίζοντα ὥσπερ <lb/>τὰ πνιγόμενα, εἴπερ
						ἀναπνέουσιν; Οὐ γὰρ δὴ τροφῆς γε <lb/>ἐνδείᾳ τοῦτο πάσχουσιν. Ἢν γὰρ λέγει Διογένης
						αἰτίαν, <lb/>εὐήθης· φησὶ γὰρ ὅτι τὸν ἀέρα πολὺν ἕλκουσι λίαν ἐν τῷ <lb/>ἀέρι, ἐν δὲ τῷ
						ὕδατι μέτριον, καὶ διὰ τοῦτ’ ἀποθνήσκειν. <lb/>Καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν πεζῶν ἔδει δυνατὸν εἶναι
						τοῦτο συμβαίνειν· <lb/>νῦν δ’ οὐδὲν τῷ σφόδρα ἀναπνεῦσαι ἀποπνίγεται πεζὸν <lb/>ζῷον.
						Ἔτι δ’ εἰ πάντα ἀναπνεῖ, δῆλον ὅτι καὶ τὰ ἔντομα <lb/>τῶν ζῴων ἀναπνεῖ· φαίνεται δ’
						αὐτῶν πολλὰ διατεμνόμενα <lb/>ζῆν, οὐ μόνον εἰς δύο μέρη ἀλλὰ καὶ εἰς πλείω, οἷον αἱ
						καλούμεναι <lb/>σκολόπενδραι· ἃ πῶς ἢ τίνι ἐνδέχεται ἀναπνεῖν; <lb/>Αἴτιον δὲ μάλιστα
						τοῦ μὴ λέγεσθαι περὶ αὐτῶν καλῶς τό <lb/>τε τῶν μορίων ἀπείρους εἶναι τῶν ἐντός, καὶ μὴ
						λαμβάνειν <lb/>ἕνεκά τινος τὴν φύσιν πάντα ποιεῖν· ζητοῦντες γὰρ τίνος <lb/>ἕνεκα ἡ
						ἀναπνοὴ τοῖς ζῴοις ὑπάρχει, καὶ ἐπὶ τῶν μορίων <lb/>τοῦτ’ ἐπισκοποῦντες, οἷον ἐπὶ
						βραγχίων καὶ πλεύμονος, εὗρον <lb/>ἂν θᾶττον τὴν αἰτίαν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>