<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:17</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:17</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>Ἔστι μὲν οὖν πᾶσι τοῖς ζῴοις κοινὸν γένεσις καὶ θάνατος, <lb/>οἱ δὲ τρόποι διαφέρουσι
						τῷ εἴδει· οὐ γὰρ ἀδιάφορος ἡ <lb/>φθορά, ἀλλ’ ἔχει τι κοινόν. Θάνατος δ’ ἐστὶν ὁ μὲν
						βίαιος <lb/>ὁ δὲ κατὰ φύσιν, βίαιος μὲν ὅταν ἡ ἀρχὴ ἔξωθεν ᾖ, κατὰ <lb/>φύσιν δ’ ὅταν ἐν
						αὐτῷ. Καὶ ἡ τοῦ μορίου σύστασις ἐξ <lb/>ἀρχῆς τοιαύτη, ἀλλὰ μὴ ἐπίκτητόν τι πάθος. Τοῖς
						μὲν οὖν <lb/>φυτοῖς αὔανσις, ἐν δὲ τοῖς ζῴοις καλεῖται τοῦτο γῆρας. <lb/>Ἔστι δὲ θάνατος
						καὶ ἡ φθορὰ πᾶσιν ὁμοίως τοῖς μὴ <lb/>ἀτελέσιν· τούτοις δὲ παρομοίως μέν, ἄλλον δὲ
						τρόπον. <lb/>Ἀτελῆ δὲ λέγω οἷον τά τε ᾠὰ καὶ τὰ σπέρματα τῶν φυτῶν, <lb/>ὅσα ἄρριζα.
						Πᾶσι μἐν οὖν ἡ φθορὰ γίνεται διὰ θερμοῦ <pb n="350"/> τινὸς ἔκλειψιν, τοῖς δὲ τελείοις,
						ἐν ᾧ τῆς οὐσίας ἡ ἀρχή. <lb/>Αὕτη δ’ ἐστίν, ὥσπερ εἴρηται πρότερον, ἐν ᾧ τό τε ἄνω καὶ
						<lb/>τὸ κάτω συνάπτει, τοῖς μὲν φυτοῖς μέσον βλαστοῦ καὶ <lb/>ῥίζης, τῶν δὲ ζῴων τοῖς
						μὲν ἐναίμοις ἡ καρδία, τοῖς δ’ ἀναίμοις <lb/>τὸ ἀνάλογον. Τούτων δ’ ἔνια δυνάμει πολλὰς
						ἀρχὰς <lb/>ἔχουσιν, οὐ μέντοι γε ἐνεργείᾳ. Διὸ καὶ τῶν ἐντόμων ἔνια <lb/>διαιρούμενα
						ζῶσι, καὶ τῶν ἐναίμων ὅσα μὴ ζωτικὰ λίαν <lb/>εἰσί, πολὺν χρόνον ζῶσιν ἐξῃρημένης τῆς
						καρδίας, οἷον αἱ <lb/>χελῶναι καὶ κινοῦνται τοῖς ποσίν, ἐπόντων τῶν χελωνίων, <lb/>διὰ
						τὸ μὴ συγκεῖσθαι τὴν φύσιν αὐτῶν εὖ, παραπλησίως δὲ <lb/>τοῖς ἐντόμοις. Ἡ δ’ ἀρχὴ τῆς
						ζωῆς ἐκλείπει τοῖς ἔχουσιν, <lb/>ὅταν μὴ καταψύχηται τὸ θερμὸν τὸ κοινωνοῦν αὐτῆς.
						<lb/>Καθάπερ γὰρ εἴρηται πολλάκις, συντήκεται αὐτὸ <lb/>ὑφ’ αὑτοῦ. Ὅταν οὖν τοῖς μὲν ὁ
						πλεύμων τοῖς δὲ τὰ <lb/>βράγχια σκληρύνηται, διὰ χρόνου μῆκος ξηραινομένων τοῖς <lb/>μὲν
						τῶν βραγχίων τοῖς δὲ τοῦ πλεύμονος, καὶ γινομένων <lb/>γεηρῶν, οὐ δύναται ταῦτα τὰ μόρια
						κινεῖν οὐδ’ αἴρειν καὶ <lb/>συνάγειν. Τέλος δὲ γινομένης ἐπιτάσεως καταμαραίνεται
						<lb/>τὸ πῦρ. Διὸ καὶ μικρῶν παθημάτων ἐπιγινομένων ἐν τῷ <lb/>γήρᾳ ταχέως τελευτῶσιν·
						διὰ γὰρ τὸ ὀλίγον εἶναι τὸ θερμόν, <lb/>ἅτε τοῦ πλείστου διαπεπνευκότος ἐν τῷ πλήθει τῆς
						<lb/>ζωῆς, ἥτις ἂν ἐπίτασις γένηται τοῦ μορίου, ταχέως ἀποσβέννυται· <lb/>ὥσπερ γὰρ
						ἀκαριαίας καὶ μικρᾶς ἐν αὐτῷ φλογὸς <lb/>ἐνούσης διὰ μικρὰν κίνησιν ἀποσβέννυται. Διὸ
						καὶ ἄλυπός <lb/>ἐστιν ὁ ἐν τῷ γήρᾳ θάνατος· οὐδενὸς γὰρ βιαίου <lb/>πάθους αὐτοῖς
						συμβαίνοντος τελευτῶσιν, ἀλλ’ ἀναίσθητος ἡ <pb n="351"/> τῆς ψυχῆς ἀπόλυσις γίνεται
						παντελῶς. Καὶ τῶν νοσημάτων <lb/>ὅσα ποιοῦσι τὸν πνεύμονα σκληρὸν ἢ φύμασιν ἢ
						περιττώμασιν <lb/>ἢ θερμότητος νοσηματικῆς ὑπερβολῇ, καθάπερ <lb/>ἐν τοῖς πυρετοῖς,
						πυκνὸν τὸ πνεῦμα ποιοῦσι διὰ τὸ μὴ <lb/>δύνασθαι τὸν πνεύμονα μακρὰν αἴρειν ἄνω καὶ
						συνίζειν. <lb/>Τέλος δ’, ὅταν μηκέτι δύνωνται κινεῖν, τελευτῶσιν <lb/>ἀποπνεύσαντες.
					</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>