<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:11</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:11</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Ἐπεὶ δὲ πρὸς μὲν τὸ εἶναι τροφῆς δεῖται τῶν ζῴων <lb/>ἕκαστον, πρὸς δὲ τὴν σωτηρίαν τῆς
						καταψύξεως, τῷ αὐτῷ <lb/>ὀργάνῳ χρῆται πρὸς ἄμφω ταῦτα ἡ φύσις, καθάπερ ἐνίοις <lb/>τῇ
						γλώττῃ πρός τε τοὺς χυμοὺς καὶ πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, <lb/>οὕτω τοῖς ἔχουσι τὸν πλεύμονα τῷ
						καλουμένῳ στόματι <lb/>πρός τε τὴν τῆς τροφῆς ἐργασίαν καὶ τὴν ἐκπνοὴν καὶ τὴν
						<lb/>ἀναπνοήν. Τοῖς δὲ μὴ ἔχουσι πνεύμονα μηδ’ ἀναπνέουσι τὸ <lb/>μὲν στόμα πρὸς τὴν
						ἐργασίαν τῆς τροφῆς, πρὸς δὲ τὴν <lb/>κατάψυξιν τοῖς δεομένοις καταψύξεως ἡ τῶν βραγχίων
						<lb/>ὑπάρχει φύσις. Πῶς μὲν οὖν ἡ τῶν εἰρημένων ὀργάνων <lb/>δύναμις ποιεῖ τὴν
						κατάψυξιν, ὕστερον ἐροῦμεν. Πρὸς δὲ <lb/>τὸ τὴν τροφὴν μὴ διακωλύειν παραπλησίως τοῖς τ’
						ἀναπνέουσι <lb/>συμβαίνει καὶ τοῖς δεχομένοις τὸ ὑγρόν· οὔτε γὰρ <lb/>ἀναπνέοντες ἅμα
						καταδέχονται τὴν τροφήν· εἰ δὲ μή, συμβαίνει <lb/>πνίγεσθαι παρεισιούσης τῆς τροφῆς ἢ
						τῆς ὑγρᾶς <lb/>ἢ τῆς ξηρᾶς ἐπὶ τὸν πνεύμονα διὰ τῆς ἀρτηρίας· πρότερον <lb/>γὰρ κεῖται ἡ
						ἀρτηρία τοῦ οἰσοφάγου, δι’ οὖ ἡ τροφὴ πορεύεται <lb/>εἰς τὴν καλουμένην κοιλίαν. Τοῖς
						μὲν οὖν τετράποσι <lb/>καὶ ἐναίμοις ἔχει ἡ ἀρτηρία οἷον πῶμα τὴν ἐπιγλωττίδα· <lb/>τοῖς
						δ’ ὄρνισι καὶ τῶν τετραπόδων τοῖς ᾠοτόκοις οὐκ ἔπεστιν, <lb/>ἀλλὰ τῇ συναγωγῇ τὸ αὐτὸ
						ποιοῦσιν· δεχόμενα γὰρ <lb/>τὴν τροφὴν τὰ μὲν συνάγει, τὰ δ’ ἐπιτίθησι τὴν ἐπιγλωττίδα.
						<lb/>Προελθούσης δὲ τὰ μὲν ἐπαίρει, τὰ δὲ διοίγει καὶ <pb n="344"/> καταδέχεται τὸ
						πνεῦμα πρὸς τὴν κατάψυξιν. Τὰ δ’ ἔχοντα <lb/>βράγχια, ἀφέντα διὰ τούτων τὸ ὑγρόν, διὰ
						τοῦ στόματος <lb/>καταδέχεται τὴν τροφήν· ἀρτηρίαν μὲν γὰρ οὐκ ἔχουσιν, <lb/>ὥστε ταύτῃ
						μὲν οὐθὲν ἂν βλάπτοιντο ὑπὸ τῆς τοῦ ὑγροῦ <lb/>παρεμπτώσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν κοιλίαν
						εἰσιόντος. Διὸ ταχεῖαν <lb/>ποιεῖται τὴν ἄφεσιν καὶ τὴν λῆψιν τῆς τροφῆς, καὶ τοὺς
						<lb/>ὀδόντας ὀξεῖς ἔχουσι, καὶ καρχαρόδοντες σχεδὸν πάντες <lb/>εἰσίν· οὐ γὰρ ἐνδέχεται
						λεαίνειν τὴν τροφήν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>