<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:10</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1:10</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Περὶ μὲν οὖν τῶν ἀναίμων, ὅτι τοῖς μὲν ὁ περιέχων ἀὴρ <lb/>τοῖς δὲ τὸ ὑγρὸν βοηθεῖ πρὸς
						τὴν ζωήν, εἴρηται· τοῖς <lb/>δ’ ἐναίμοις καὶ τοῖς ἔχουσι καρδίαν, ὅσα μὲν ἔχει πλεύμονα,
						<lb/>πάντα δέχεται τὸν ἀέρα καὶ τὴν κατάψυξιν ποιεῖται <lb/>διὰ τοῦ ἀναπνεῖν καὶ
						ἐκπνεῖν. Ἔχει δὲ πλεύμονα τά τε <lb/>ζῳοτοκοῦντα ἐν αὑτοῖς καὶ μὴ θύραζε μόνον (τὰ γὰρ
						σελάχη <lb/>ζῳοτοκεῖ μέν, ἀλλ’ οὐκ ἐν αὑτοῖς) καὶ τῶν ᾠοτοκούντων <lb/>τά τε πτερυγωτά,
						οἷον ὄρνιθες, καὶ τὰ φολιδωτά, οἷον <lb/>χελῶναι καὶ σαῦραι καὶ ὄφεις. Ἐκεῖνα μὲν οὖν
						ἔναιμον, <lb/>τούτων δὲ τὰ πλεῖστα τὸν πλεύμονα ἔχει σομφόν. Διὸ καὶ <lb/>τῇ ἀναπνοῇ
						χρῆται μανότερον, ὥσπερ εἴρηται καὶ πρότερον. <lb/>Χρῆται δὲ πάντα καὶ ὅσα διατρίβει καὶ
						ποιεῖται τὸν <lb/>βίον ἐν τοῖς ὕδασιν, οἷον τὸ τῶν ὕδρων γένος καὶ βατράχων <lb/>καὶ
						κροκοδείλων καὶ ἑμύδων καὶ χελῶναι αἵ τε θαλάττιαι <lb/>καὶ αἱ χερσαῖαι καὶ φῶκαι· ταῦτα
						γὰρ πάντα <lb/>καὶ τὰ τοιαῦτα καὶ τίκτει ἐν τῷ ξηρῷ, καὶ καθεύδει ἢ ἐν <lb/>τῷ ξηρῷ, ἢ
						ἐν τῷ ὑγρῷ ὑπερέχοντα τὸ στόμα διὰ τὴν ἀναπνοήν. <lb/>Ὅσα δὲ βράγχια ἔχει, πάντα
						καταψύχεται δεχόμενα <lb/>τὸ ὕδωρ· ἔχει δὲ βράγχια τὸ τῶν καλουμένων σελαχῶν <lb/>γένος
						καὶ τῶν ἄλλων ἀπόδων. Ἄποδες δ’ οἱ ἰχθύες <lb/>πάντες· καὶ γὰρ ἃ ἔχει, καθ’ ὁμοιότητα
						τῶν πτερυγίων <lb/>ἔχουσιν. Τῶν δὲ πόδας ἐχόντων ἓν ἔχει βράγχιον μόνον <lb/>τῶν
						τεθεωρημένων ὁ καλούμενος κορδύλος. Ἅμα δὲ πλεύμονα <lb/>καὶ βράγχια οὐδὲν ὦπταί πω
						ἔχον. Αἴτιον δ’ ὅτι ὁ <lb/>μὲν πλεύμων τῆς ὑπὸ τοῦ πνεύματος καταψύξεως ἕνεκέν ἐστιν
						<lb/>(ἔοικε δὲ καὶ τοὔνομα εἰληφέναι ὁ πνεύμων διὰ τὴν τοῦ <pb n="343"/> πνεύματος
						ὑποδοχήν), τὰ δὲ βράγχια πρὸς τὴν ἀπὸ τοῦ <lb/>ὕδατος κατάψυξιν· ἓν δ’ ἐφ’ ἓν ὄργανον
						χρήσιμον, καὶ <lb/>μία κατάψυξις ἱκανὴ πᾶσιν. Ὤστ’ ἐπεὶ μάτην οὐδὲν ὁρῶμεν <lb/>ποιοῦσαν
						τὴν φύσιν, δυοῖν δ’ ὄντοιν θάτερον ἂν ἦν μάτην, <lb/>διὰ τοῦτο τὰ μὲν ἔχει βράγχια τὰ δὲ
						πνεύμονα, ἄμφω δ’ <lb/>οὐδέν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>