<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1:1.16</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1:1.16</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Τὰ μὲν οὖν μόρια τὰ πρὸς τὴν ἔξω ἐπιφάνειαν τοῦτον <lb/>τέτακται τὸν τρόπον, καὶ
							καθάπερ ἐλέχθη, διωνόμασταί τε <lb/>μάλιστα καὶ γνώριμα διὰ τὴν συνήθειάν ἐστιν· τὰ δ’
							ἐντὸς <lb/>τοὐναντίον. Ἄγνωστα γάρ ἐστι μάλιστα τὰ τῶν ἀνθρώπων, <lb/>ὥστε δεῖ πρὸς τὰ
							τῶν ἄλλων μόρια ζῴων ἀνάγοντας <lb/>σκοπεῖν, οἷς ἔχει παραπλησίαν τὴν φύσιν. Πρῶτον
							μὲν οὖν <lb/>τῆς κεφαλῆς κεῖται τὴν θέσιν ἐν τῷ πρόσθεν ἔχων ὁ ἐγκέφαλος. <lb/>Ὁμοίως
							δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις ζῴοις, ὅσα ἔχει τοῦτο <lb/>τὸ μόριον· ἔχει δὲ ἅπαντα ὅσα ἔχει αἷμα,
							καὶ ἔτι τὰ μαλάκια· <lb/>κατὰ μέγεθος δ’ ὁμοίως ἔχει ἄνθρωπος πλεῖστον ἐγκέφαλον
							<lb/>καὶ ὑγρότατον. Ὑμένες δὲ αὐτὸν δύο περιέχουσιν, <lb/>ὁ μὲν περὶ τὸ ὀστοῦν
							ἰσχυρότερος, ὁ δὲ περὶ αὐτὸν τὸν ἐγκέφαλον <lb/>ἥττων ἐκείνου. Διφυὴς δ’ ἐν πᾶσίν
							ἐστιν ὁ ἐγκέφαλος. <lb/>Καὶ ἐπὶ τούτου ἡ καλουμένη παρεγκεφαλὶς ἔσχατον, <lb/>ἑτέραν
							ἔχουσα τὴν μορφὴν καὶ κατὰ τὴν ἁφὴν καὶ <lb/>κατὰ τὴν ὄψιν. Τὸ δ’ ὄπισθεν τῆς κεφαλῆς
							κενὸν καὶ κοῖλον <lb/>πᾶσιν, ὡς ἑκάστοις ὑπάρχει μεγέθους. Ἔνια μὲν γὰρ μεγάλην
							<lb/>ἔχει τὴν κεφαλήν, τὸ δ’ ὑποκείμενον τοῦ προσώπου μόριον <lb/>ἔλαττον, ὅσα
							στρογγυλοπρόσωπα· τὰ δὲ τὴν μὲν κεφαλὴν <lb/>μικράν, τὰς δὲ σιαγόνας μακράς, οἷον τὸ
							τῶν λοφούρων γένος <lb/>πᾶν. Ἄναιμος δ’ ὁ ἐγκέφαλος ἅπασι, καὶ οὐδεμίαν ἔχων ἐν
							<lb/>αὑτῷ φλέβα, καὶ θιγγανόμενος κατὰ φύσιν ψυχρός. Ἔχει <lb/>δ’ ἐν τῷ μέσῳ ὁ τῶν
							πλείστων πᾶς κοῖλόν τι μικρόν. Ἡ δὲ <lb/>περὶ αὐτὸν μῆνιγξ φλεβώδης· ἔστι δ’ ὑμὴν
							δερματικὸς ἡ <lb/>μῆνιγξ ὁ περιέχων τὸν ἐγκέφαλον. Ὑπὲρ δὲ τὸν ἐγκέφαλον <pb n="23"/>
							λεπτότατον ὀστοῦν καὶ ἀσθενέστατον τῆς κεφαλῆς <lb/>ἐστίν, ὃ καλεῖται βρέγμα. Φέρουσι
							δ’ ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ <lb/>τρεῖς πόροι εἰς τὸν ἐγκέφαλον, ὁ μὲν μέγιστος καὶ ὁ μέσος
							<lb/>εἰς τὴν παρεγκεφαλίδα, ὁ δ’ ἐλάχιστος εἰς αὐτὸν τὸν ἐγκέφαλον· <lb/>ἐλάχιστος δ’
							ἐστὶν ὁ πρὸς τῷ μυκτῆρι μάλιστα. <lb/>Οἱ μὲν οὖν μέγιστοι παρ’ ἀλλήλους εἰσὶ καὶ οὐ
							συμπίπτουσιν, <lb/>οἱ δὲ μέσοι συμπίπτουσι (δῆλον δὲ τοῦτο μάλιστα ἐπὶ <lb/>τῶν
							ἰχθύων)· καὶ γὰρ ἐγγύτερον οὗτοι τοῦ ἐγκεφάλου ἢ <lb/>οἱ μεγάλοι· οἱ δ’ ἐλάχιστοι
							πλεῖστόν τε ἀπήρτηνται ἀλλήλων <lb/>καὶ οὐ συμπίπτουσιν. Ἐντὸς δὲ τοῦ αὐχένος ὅ τε
							<lb/>οἰσοφάγος καλούμενός ἐστιν, ἔχων τὴν ἐπωνυμίαν ἀπὸ τοῦ <lb/>μήκους καὶ τῆς
							στενότητος, καὶ ἡ ἀρτηρία. Πρότερον δὲ <lb/>τῇ θέσει ἡ ἀρτηρία κεῖται τοῦ οἰσοφάγου ἐν
							πᾶσι τοῖς <lb/>ἔχουσιν αὐτήν· ἔχει δὲ ταύτην πάντα ὅσαπερ καὶ πνεύμονα <lb/>ἔχει. Ἔστι
							δ’ ἡ μὲν ἀρτηρία χονδρώδης τὴν φύσιν καὶ <lb/>ὀλίγαιμος, πολλοῖς λεπτοῖς φλεβίοις
							περιεχομένη, κεῖται <lb/>δ’ ἐπὶ μὲν τὰ ἄνω πρὸς τὸ στόμα κατὰ τὴν ἐκ τῶν μυκτήρων
							<lb/>σύντρησιν εἰς τὸ στόμα, ᾗ καὶ ὅταν πίνοντες ἀνασπάσωσί <lb/>τι τοῦ ποτοῦ, χωρεῖ
							ἐκ τοῦ στόματος διὰ τῶν μυκτήρων <lb/>ἔξω. Μεταξὺ δ’ ἔχει τῶν τρήσεων τὴν ἐπιγλωττίδα
							<lb/>καλουμένην, ἐπιπτύσσεσθαι δυναμένην ἐπὶ τὸ τῆς ἀρτηρίας <lb/>τρῆμα τὸ εἰς τὸ
							στόμα τεῖνον. Ταύτῃ δὲ τὸ πέρας συνήρτηται <lb/>τῆς γλώττης. Ἐπὶ δὲ θάτερα καθήκει εἰς
							τὸ μεταξὺ <lb/>τοῦ πλεύμονος, εἶτ’ ἀπὸ τούτου σχίζεται εἰς ἑκάτερον τῶν <lb/>μερῶν τοῦ
							πλεύμονος. Θέλει γὰρ εἶναι διμερὴς ὁ πλεύμων <lb/>ἐν ἅπασι τοῖς ἔχουσιν αὐτόν· ἀλλ’ ἐν
							μὲν τοῖς ζῳοτόκοις οὐχ <lb/>ὁμοίως ἡ διάστασις φανερά, ἥκιστα δ’ ἐν ἀνθρώπῳ. Ἔστι
							<lb/>δ’ οὐ πολυσχιδὴς ὁ τοῦ ἀνθρώπου, ὥσπερ ἐνίων ζῳοτόκων, <pb n="24"/> οὐδὲ λεῖος,
							ἀλλ’ ἔχει ἀνωμαλίαν. Ἐν δὲ τοῖς ᾠοτόκοις, <lb/>οἷον ὄρνισι καὶ τῶν τετραπόδων ὅσα
							ᾠοτόκα, πολὺ τὸ μέρος <lb/>ἑκάτερον ἀπ’ ἀλλήλων ἔσχισται, ὥστε δοκεῖν δύο ἔχειν
							πλεύμονας· <lb/>καὶ ἀπὸ μιᾶς δύο ἐστὶ μόρια τῆς ἀρτηρίας, εἰς ἑκάτερον <lb/>τὸ μέρος
							τείνοντα τοῦ πλεύμονος. Συνήρτηται δὲ καὶ <lb/>τῇ μεγάλῃ φλεβὶ καὶ τῇ ἀορτῇ καλουμένῃ.
							Φυσωμένης δὲ <lb/>τῆς ἀρτηρίας διαδίδωσιν εἰς τὰ κοῖλα μέρη τοῦ πλεύμονος <lb/>τὸ
							πνεῦμα. Ταῦτα δὲ διαφύσεις ἔχει χονδρώδεις εἰς ὀξὺ <lb/>συνηκούσας· ἐκ δὲ τῶν
							διαφύσεων τρήματα διὰ παντός <lb/>ἐστι τοῦ πλεύμονος, ἀεὶ ἐκ μειζόνων εἰς ἐλάττω
							διαδιδόμενα. <lb/>Συνήρτηται δὲ καὶ ἡ καρδία τῇ ἀρτηρίᾳ πιμελώδεσι <lb/>καὶ χονδρώδεσι
							καὶ ἰνώδεσι δεσμοῖς· ᾗ δὲ συνήρτηται, κοῖλόν <lb/>ἐστιν. Φυσωμένης δὲ τῆς ἀρτηρίας ἐν
							ἐνίοις μὲν οὐ κατάδηλον <lb/>ποιεῖ, ἐν δὲ τοῖς μείζοσι τῶν ζῴων δῆλον ὅτι εἰσέρχεται
							<lb/>τὸ πνεῦμα εἰς αὐτήν. Ἡ μὲν οὖν ἀρτηρία τοῦτον ἔχει <lb/>τὸν τρόπον, καὶ δέχεται
							μόνον τὸ πνεῦμα καὶ ἀφίησιν, ἄλλο <lb/>δ’ οὐθὲν οὔτε ξηρὸν οὔθ’ ὑγρόν, ἢ πόνον
							παρέχει, ἕως ἂν <lb/>ἐκβήξῃ τὸ κατελθόν. Ὁ δὲ στόμαχος ἤρτηται μὲν ἄνωθεν <lb/>ἀπὸ τοῦ
							στόματος, ἐχόμενος τῆς ἀρτηρίας, συνεχὴς ὢν πρός <lb/>τε τὴν ῥάχιν καὶ τὴν ἀρτηρίαν
							ὑμενώδεσι δεσμοῖς, τελευτᾷ <lb/>δὲ διὰ τοῦ διαζώματος εἰς τὴν κοιλίαν, σαρκοειδὴς ὢν
							τὴν <lb/>φύσιν, καὶ τάσιν ἔχων καὶ ἐπὶ μῆκος καὶ ἐπὶ πλάτος. Ἡ <lb/>δὲ κοιλία ἡ τοῦ
							ἀνθρώπου ὁμοία τῇ κυνείᾳ ἐστίν· οὐ πολλῷ <lb/>γὰρ τοῦ ἐντέρου μείζων, ἀλλ’ ἐοικυῖα
							οἱονεὶ ἐντέρῳ εὖρος <lb/>ἔχοντι· εἶτα ἔντερον ἁπλοῦν εἱλιγμένον, εἶτα ἔντερον
							<lb/>ἐπιεικῶς πλατύ. Ἡ δὲ κάτω κοιλία ὁμοία τῇ ὑείᾳ· πλατεῖά <lb/>τε γάρ ἐστι, καὶ τὸ
							ἀπὸ ταύτης πρὸς τὴν ἕδραν παχὺ καὶ <lb/>βραχύ. Τὸ δ’ ἐπίπλοον ἀπὸ μέσης τῆς κοιλίας
							ἤρτηται, <pb n="25"/> ἔστι δὲ τὴν φύσιν ὑμὴν πιμελώδης, ὥσπερ καὶ τοῖς ἄλλοις
							<lb/>τοῖς μονοκοιλίοις καὶ ἀμφώδουσιν. Ὑπὲρ δὲ τῶν ἐντέρων <lb/>τὸ μεσεντέριόν ἐστιν·
							ὑμενῶδες δ’ ἐστὶ τοῦτο καὶ πλατύ, <lb/>καὶ πῖον γίνεται. Ἐξήρτηται δὲ ἐκ τῆς μεγάλης
							φλεβὸς <lb/>καὶ τῆς ἀορτῆς. καὶ δι’ αὐτοῦ φλέβες πολλαὶ καὶ <lb/>πυκναί, κατατείνουσαι
							πρὸς τὴν τῶν ἐντέρων θέσιν, ἄνωθεν <lb/>ἀρξάμεναι μέχρι κάτω. Τὰ μὲν οὖν περὶ τὸν
							στόμαχον καὶ <lb/>τὴν ἀρτηρίαν οὕτως ἔχει, καὶ τὰ περὶ τὴν κοιλίαν. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>