<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg002.1st1K-grc1:3.1-3.13</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg002.1st1K-grc1:3.1-3.13</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg002.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>Γ.</head><p>Ὅτι δ’ οὐκ ἔστιν αἴσθησις ἑτέρα παρὰ τὰς πέντε (λέγω <lb/>δὲ ταύτας ὄψιν, ἀκοήν,
							ὄσφρησιν, γεῦσιν, ἁφήν), ἐκ τῶνδε <lb/>πιστεύσειεν ἄν τις. Εἰ γὰρ παντὸς οὗ ἐστὶν
							αἴσθησις ἁφή, <lb/>καὶ νῦν αἴσθησιν ἔχομεν (πάντα γὰρ τὰ τοῦ ἁπτοῦ ᾗ ἁπτὸν <lb/>πάθη
							τῇ ἁφῇ ἡμῖν αἰσθητά ἐστιν), ἀνάγκη τ’, εἴπερ <lb/>ἐκλείπει τις αἴσθησις, καὶ
							αἰσθητήριόν τι ἡμῖν ἐκλείπειν· <lb/>καὶ ὅσων μὲν αὐτῶν ἁπτόμενοι αἰσθανόμεθα, τῇ ἁφῇ
							αἰσθητά <lb/>ἐστιν, ἣν τυγχάνομεν ἔχοντες· ὅσα δὲ διὰ τῶν μεταξύ, καὶ <lb/>μὴ αὐτῶν
							ἁπτόμενοι τοῖς ἁπλοῖς, λέγω δ’ οἷον ἀέρι καὶ ὕδατι. <lb/>Ἔχει δ’ οὕτως, ὥστ’ εἰ μὲν
							δι’ ἑνὸς πλείω αἰσθητὰ ἕτερα ὄντα <lb/>ἀλλήλων τῷ γένει, ἀνάγκη τὸν ἔχοντα τὸ τοιοῦτον
							αἰσθητήριον <lb/>ἀμφοῖν αἰσθητικὸν εἶναι· οἷον εἰ ἐξ ἀέρος ἐστὶ τὸ αἰσθητήριον,
							<lb/>καὶ ἔστιν ὁ ἀὴρ καὶ ψόφου καὶ χρόας. Εἰ δὲ πλείω <lb/>τοῦ αὐτοῦ, οἷον χρόας καὶ
							ἀὴρ καὶ ὕδωρ (ἄμφω γὰρ διαφανῆ), <lb/>καὶ ὁ τὸ ἕτερον αὐτῶν ἔχων μόνον αἰσθήσεται
							ἀμφοῖν. <lb/>Τῶν δὲ ἁπλῶν ἐκ δύο τούτων αἰσθητήρια μόνον ἐστίν, <pb n="216"/> ἐξ ἀέρος
							καὶ ὕδατος· ἡ μὲν γὰρ κόρη ὕδατος, ἡ δ’ ἀκοὴ <lb/>ἀέρος, ἡ δ’ ὄσφρησις θατέρου τούτων.
							Τὸ δὲ πῦρ ἢ οὐθενὸς <lb/>ἢ κοινὸν πάντων· οὐθὲν γὰρ ἄνευ θερμότητος αἰσθητικόν.
							<lb/>Γῆ δὲ ἢ οὐθενός, ἢ ἐν τῇ ἁφῇ μάλιστα μέμικται ἰδίως. <lb/>Διὸ λείποιτ’ ἂν μηθὲν
							εἶναι αἰσθητήριον ἔξω ὕδατος καὶ <lb/>ἀέρος. Ταῦτα δὲ καὶ νῦν ἔχουσιν ἔνια ζῷα. Πᾶσαι
							ἄρα <lb/>αἱ αἰσθήσεις ἔχονται ὑπὸ τῶν μὴ ἀτελῶν μηδὲ πεπηρωμένων· <lb/>φαίνεται γὰρ
							καὶ ἡ σπάλαξ ὑπὸ τὸ δέρμα ἔχουσα <lb/>ὀφθαλμούς. Ὥστ’ εἰ μή τι ἕτερόν ἐστι σῶμα, καὶ
							πάθος ὃ <lb/>μηθενός ἐστι τῶν ἐνταῦθα σωμάτων, οὐδεμία ἂν ἐκλίποι <lb/>αἴσθησις. Ἀλλὰ
							μὴν οὐδὲ τῶν κοινῶν οἷόν τ’ εἶναι αἰσθητήριόν <lb/>τι ἴδιον, ὧν ἑκάστῃ αἰσθήσει
							αἰσθανόμεθα κατὰ συμβεβηκός, <lb/>οἷον κινήσεως, στάσεως, σχήματος, μεγέθους, ἀριθμοῦ
							<lb/>ἑνός· ταῦτα γὰρ πάντα κινήσει αἰσθανόμεθα, οἷον <lb/>μέγεθος κινήσει. Ὥστε καὶ
							σχῆμα· μέγεθος γάρ τι <lb/>τὸ σχῆμα. Τὸ δ’ ἠρεμοῦν τῷ μὴ κινεῖσθαι· ὁ δ’ ἀριθμὸς τῇ
							<lb/>ἀποφάσει τοῦ συνεχοῦς καὶ τοῖς ἰδίοις· ἑκάστη γὰρ ἓν αἰσθάνεται <lb/>αἴσθησις.
							Ὥστε δῆλον ὅτι ἀδύνατον ὁτουοῦν ἰδίαν <lb/>αἴσθησιν εἶναι τούτων, οἷον κινήσεως· οὕτω
							γὰρ ἔσται ὥσπερ <lb/>νῦν τῇ ὄψει τὸ γλυκὺ αἰσθανόμεθα. Τοῦτο δ’ ὅτι ἀμφοῖν
							<lb/>ἔχοντες τυγχάνομεν αἴσθησιν, ᾗ καὶ ὅταν συμπέσωσιν <lb/>ἀναγνωρίζομεν· εἰ δὲ μή,
							οὐδαμῶς ἂν ἀλλ’ ἢ κατὰ συμβεβηκὸς <lb/>ᾐσθανόμεθα, οἷον τὸν Κλέωνος υἱὸν οὐχ ὅτι
							Κλέωνος <lb/>υἱός, ἀλλ’ ὅτι λευκός· τούτῳ δὲ συμβέβηκεν υἱῷ <lb/>Κλέωνος εἶναι. Τῶν δὲ
							κοινῶν ἤδη ἔχομεν αἴσθησιν κοινήν, <pb n="217"/> οὐ κατὰ συμβεβηκός· οὐκ ἄρ’ ἐστὶν
							ἰδία· οὐδαμῶς γὰρ ἂν <lb/>ᾐσθανόμεθα ἀλλ’ ἢ οὕτως ὥσπερ εἴρηται τὸν Κλέωνος <lb/>υἱὸν
							ἡμᾶς ὁρᾶν. Τὰ δ’ ἀλλήλων ἴδια κατὰ συμβεβηκὸς αἰσθάνονται <lb/>αἱ αἰσθήσεις, οὐχ ᾗ αἱ
							αὐταί, ἀλλ’ ᾗ μία, ὅταν <lb/>ἅμα γένηται ἡ αἴσθησις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ, οἷον χολὴν ὅτι
							<lb/>πικρὰ καὶ ξανθή· οὐ γὰρ δὴ ἑτέρας γε τὸ εἰπεῖν ὅτι ἄμφω <lb/>ἕν· διὸ καὶ
							ἀπατᾶται, καὶ ἐὰν ᾖ ξανθόν, χολὴν οἴεται εἶναι. <lb/>Ζητήσειε δ’ ἄν τις τίνος ἕνεκα
							πλείους ἔχομεν αἰσθήσεις, <lb/>ἀλλ’ οὐ μίαν μόνην. Ἢ ὅπως ἧττον λανθάνῃ τὰ
							ἀκολουθοῦντα <lb/>καὶ κοινά, οἷον κίνησις καὶ μέγεθος καὶ ἀριθμός· εἰ <lb/>γὰρ ἦν ἡ
							ὄψις μόνη, καὶ αὐτὴ λευκοῦ, ἐλάνθανεν ἂν μᾶλλον <lb/>καὶ ἐδόκει ταὐτὸ εἶναι πάντα διὰ
							τὸ ἀκολουθεῖν ἀλλήλοις <lb/>ἅμα χρῶμα καὶ μέγεθος. Νῦν δ’ ἐπεὶ καὶ ἐν ἑτέρῳ
							<lb/>αἰσθητῷ τὰ κοινὰ ὑπάρχει, δῆλον ποιεῖ ὅτι ἄλλο τι ἕκαστον <lb/>αὐτῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἐπεὶ δ’ αἰσθανόμεθα ὅτι ὁρῶμεν καὶ ἀκούομεν, ἀνάγκη ἢ <lb/>τῇ ὄψει αἰσθάνεσθαι ὅτι
							ὁρᾷ, ἢ ἑτέρᾳ. Ἀλλ’ ἡ αὐτὴ ἔσται <lb/>τῆς ὄψεως καὶ τοῦ ὑποκειμένου χρώματος. Ὥστε ἢ
							δύο τοῦ <lb/>αὐτοῦ ἔσονται ἢ αὐτὴ αὑτῆς. Ἔτι δ’ εἰ καὶ ἑτέρα εἴη <lb/>τῆς ὄψεως
							αἴσθησις, ἢ εἰς ἄπειρον εἶσιν ἢ αὐτή τις ἔσται <lb/>αὑτῆς. Ὥστ’ ἐπὶ τῆς πρώτης τοῦτο
							ποιητέον. Ἔχει δ’ <lb/>ἀπορίαν· εἰ γὰρ τὸ τῇ ὄψει αἰσθάνεσθαί ἐστιν ὁρᾶν, ὁρᾶται
							<lb/>δὲ χρῶμα ἢ τὸ ἔχον, εἰ ὄψεταί τις τὸ ὁρῶν, καὶ <lb/>χρῶμα ἕξει τὸ ὁρῶν πρῶτον.
							Φανερὸν τοίνυν ὅτι οὐχ ἓν τὸ <lb/>τῇ ὄψει αἰσθάνεσθαι· καὶ γὰρ ὅταν μὴ ὁρῶμεν, τῇ ὄψει
							<lb/>κρίνομεν καὶ τὸ σκότος καὶ τὸ φῶς, ἀλλ’ οὐχ ὡσαύτως. <pb n="218"/> Ἔτι δὲ καὶ τὸ
							ὁρῶν ἔστιν ὡς κεχρωμάτισται· τὸ γὰρ αἰσθητήριον <lb/>δεκτικὸν τοῦ αἰσθητοῦ ἄνευ τῆς
							ὕλης ἕκαστον. Διὸ <lb/>καὶ ἀπελθόντων τῶν αἰσθητῶν ἔνεισιν αἱ αἰσθήσεις καὶ
							<lb/>φαντασίαι ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις. Ἡ δὲ τοῦ αἰσθητοῦ ἐνέργεια <lb/>καὶ τῆς αἰσθήσεως
							ἡ αὐτὴ μέν ἐστι καὶ μία, τὸ δ’ εἶναι <lb/>οὐ ταὐτὸν αὐταῖς· λέγω δ’ οἷον ψόφος ὁ κατ’
							ἐνέργειαν <lb/>καὶ ἀκοὴ ἡ κατ’ ἐνέργειαν· ἔστι γὰρ ἀκοὴν ἔχοντα μὴ ἀκούειν, <lb/>καὶ
							τὸ ἔχον ψόφον οὐκ ἀεὶ ψοφεῖ. Ὅταν δ’ ἐνεργῇ <lb/>τὸ δυνάμενον ἀκούειν καὶ ψοφῇ τὸ
							δυνάμενον ψοφεῖν, τότε <lb/>ἡ κατ’ ἐνέργειαν ἀκοὴ ἅμα γίνεται καὶ ὁ κατ’ ἐνέργειαν
							ψόφος, <lb/>ὧν εἴπειεν ἄν τις τὸ μὲν εἶναι ἄκουσιν τὸ δὲ ψόφησιν. <lb/>Εἰ δ’ ἔστιν ἡ
							κίνησις καὶ ἡ ποίησις καὶ τὸ πάθος ἐν τῷ <lb/>ποιουμένῳ, ἀνάγκη καὶ τὸν ψόφον καὶ τὴν
							ἀκοὴν τὴν κατ’ <lb/>ἐνέργειαν ἐν τῇ κατὰ δύναμιν εἶναι· ἡ γὰρ τοῦ ποιητικοῦ <lb/>καὶ
							κινητικοῦ ἐνέργεια ἐν τῷ πάσχοντι ἐγγίνεται. Διὸ οὐκ <lb/>ἀνάγκη τὸ κινοῦν κινεῖσθαι.
							Ἡ μὲν οὖν τοῦ ψοφητικοῦ <lb/>ἐνέργειά ἐστι ψόφος ἢ ψόφησις, ἡ δὲ τοῦ ἀκουστικοῦ ἀκοὴ
							<lb/>ἢ ἄκουσις· διττὸν γὰρ ἡ ἀκοή, καὶ διττὸν ὁ ψόφος. Ὁ δ’ <lb/>αὐτὸς λόγος καὶ ἐπὶ
							τῶν ἄλλων αἰσθήσεων καὶ αἰσθητῶν. <lb/>Ὥσπερ γὰρ ἡ ποίησις καὶ ἡ πάθησις ἐν τῷ
							πάσχοντι ἀλλ’ <lb/>οὐκ ἐν τῷ ποιοῦντι, οὕτω καὶ ἡ τοῦ αἰσθητοῦ ἐνέργεια καὶ ἡ <lb/>τοῦ
							αἰσθητικοῦ ἐν τῷ αἰσθητικῷ. Ἀλλ’ ἐπ’ ἐνίων μὲν ὠνόμασται, <lb/>οἷον ἡ ψόφησις καὶ ἡ
							ἄκουσις, ἐπὶ δ’ ἐνίων ἀνώνυμον <lb/>θάτερον· ὅρασις γὰρ λέγεται ἡ τῆς ὄψεως ἐνέργεια,
							<lb/>ἡ δὲ τοῦ χρώματος ἀνώνυμος, καὶ γεῦσις ἡ τοῦ γευστικοῦ, ἡ <lb/>δὲ τοῦ χυμοῦ
							ἀνώνυμος. Ἐπεὶ δὲ μία μέν ἐστιν ἐνέργεια <pb n="219"/> ἡ τοῦ αἰσθητοῦ καὶ ἡ τοῦ
							αἰσθητικοῦ, τὸ δ’ εἶναι ἕτερον, <lb/>ἀνάγκη ἅμα φθείρεσθαι καὶ σώζεσθαι τὴν οὕτω
							λεγομένην <lb/>ἀκοὴν καὶ ψόφον, καὶ χυμὸν δὴ καὶ γεῦσιν καὶ τὰ ἄλλα <lb/>ὁμοίως· τὰ δὲ
							κατὰ δύναμιν λεγόμενα οὐκ ἀνάγκη, ἀλλ’ οἱ <lb/>πρότερον φυσιολόγοι τοῦτο οὐ καλῶς
							ἔλεγον, οὐθὲν οἰόμενοι <lb/>οὔτε λευκὸν οὔτε μέλαν εἶναι ἄνευ ὄψεως, οὐδὲ χυμὸν
							<lb/>ἄνευ γεύσεως. Τῇ μὲν γὰρ ἔλεγον ὀρθῶς, τῇ δ’ οὐκ ὀρθῶς· <lb/>διχῶς γὰρ λεγομένης
							τῆς αἰσθήσεως καὶ τοῦ αἰσθητοῦ, τῶν <lb/>μὲν κατὰ δύναμιν τῶν δὲ κατ’ ἐνέργειαν, ἐπὶ
							τούτων μὲν <lb/>συμβαίνει τὸ λεχθέν, ἐπὶ δὲ τῶν ἑτέρων οὐ συμβαίνει. <lb/>Ἀλλ’ ἐκεῖνοι
							ἁπλῶς ἔλεγον περὶ τῶν λεγομένων οὐχ ἁπλῶς. <lb/>Εἰ δ’ ἡ συμφωνία φωνή τίς ἐστιν, ἡ δὲ
							φωνὴ καὶ ἡ ἀκοὴ <lb/>ἔστιν ὡς ἕν ἐστι καὶ ἔστιν ὡς οὐχ ἓν τὸ αὐτό, λόγος δ’ ἡ
							<lb/>συμφωνία, ἀνάγκη καὶ τὴν ἀκοὴν λόγον τινὰ εἶναι. Καὶ διὰ <lb/>τοῦτο καὶ φθείρει
							ἕκαστον ὑπερβάλλον, καὶ τὸ ὀξὺ καὶ τὸ <lb/>βαρύ, τὴν ἀκοήν· ὁμοίως δὲ καὶ ἐν χυμοῖς
							τὴν γεῦσιν, καὶ ἐν <lb/>χρώμασι τὴν ὄψιν τὸ σφόδρα λαμπρὸν ἢ ζοφερόν, καὶ ἐν
							<lb/>ὀσφρήσει ἡ ἰσχυρὰ ὀσμὴ καὶ γλυκεῖα καὶ πικρά, ὡς λόγου <lb/>τινὸς ὄντος τῆς
							αἰσθήσεως. Διὸ καὶ ἡδέα μέν, ὅταν εἰλικρινῆ <lb/>καὶ ἀμιγῆ ἄγηται εἰς τὸν λόγον, οἷον
							τὸ ὀξὺ ἢ <lb/>γλυκὺ ἢ ἁλμυρόν· ἡδέα γὰρ τότε. Ὅλως δὲ μᾶλλον τὸ <lb/>μικτὸν συμφωνία ἢ
							τὸ ὀξὺ ἢ βαρύ. Ἁφὴ δὲ τὸ θερμαντὸν <lb/>ἢ ψυκτόν· ἡ δ’ αἴσθησις ὁ λόγος· ὑπερβάλλοντα
							δὲ <lb/>λυπεῖ ἢ φθείρει. Ἑκάστη μὲν οὖν αἴσθησις τοῦ ὑποκειμένου <lb/>αἰσθητοῦ ἐστίν,
							ὑπάρχουσα ἐν τῷ αἰσθητηρίῳ ᾗ αἰσθητήριον, <pb n="220"/> καὶ κρίνει τὰς τοῦ ὑποκειμένου
							αἰσθητοῦ διαφοράς, οἷον λευκὸν <lb/>μὲν καὶ μέλαν ὄψις, γλυκὺ δὲ καὶ πικρὸν γεῦσις.
							Ὁμοίως <lb/>δ’ ἔχει τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων. Ἐπεὶ δὲ καὶ τὸ λευκὸν <lb/>καὶ τὸ γλυκὺ
							καὶ ἕκαστον τῶν αἰσθητῶν πρὸς ἕκαστον <lb/>κρίνομεν, τινὶ καὶ αἰσθανόμεθα ὅτι
							διαφέρει. Ἀνάγκη δὴ <lb/>αἰσθήσει· αἰσθητὰ γάρ ἐστιν. Ἧι καὶ δῆλον ὅτι ἡ σὰρξ <lb/>οὐκ
							ἔστι τὸ ἔσχατον αἰσθητήριον· ἀνάγκη γὰρ ἦν ἁπτόμενον <lb/>αὐτοῦ κρίνειν τὸ κρῖνον.
							Οὔτε δὴ κεχωρισμένοις ἐνδέχεται <lb/>κρίνειν ὅτι ἕτερον τὸ γλυκὺ τοῦ λευκοῦ, ἀλλὰ δεῖ
							ἑνί <lb/>τινι ἄμφω δῆλα εἶναι. Οὕτω μὲν γὰρ κἂν εἰ τοῦ μὲν ἐγὼ <lb/>τοῦ δὲ σὺ αἴσθοιο,
							δῆλον ἂν εἴη ὅτι ἕτερα ἀλλήλων. Δεῖ δὲ <lb/>τὸ ἓν λέγειν ὅτι ἕτερον· ἕτερον γὰρ τὸ
							γλυκὺ τοῦ λευκοῦ. <lb/>Λέγει ἄρα τὸ αὐτό. Ὥστε ὡς λέγει, οὕτω καὶ νοεῖ καὶ
							<lb/>αἰσθάνεται. Ὅτι μὲν οὖν οὐχ οἷόν τε κεχωρισμένοις κρίνειν <lb/>τὰ κεχωρισμένα,
							δῆλον· ὅτι δ’ οὐδ’ ἐν κεχωρισμένῳ χρόνῳ, <lb/>ἐντεῦθεν. Ὥσπερ γὰρ τὸ αὐτὸ λέγει ὅτι
							ἕτερον τὸ ἀγαθὸν <lb/>καὶ τὸ κακόν, οὕτω καὶ ὅτε θάτερον λέγει ὅτι ἕτερον, <lb/>καὶ
							θάτερον, οὐ κατὰ συμβεβηκὸς τὸ ὅτε· λέγω δ’, οἷον <lb/>νῦν λέγω ὅτι ἕτερον, οὐ μέντοι
							ὅτι νῦν ἕτερον. Ἀλλ’ οὕτω <lb/>λέγει, καὶ νῦν, καὶ ὅτι νῦν· ἅμα ἄρα. Ὥστε ἀχώριστον
							<lb/>καὶ ἐν ἀχωρίστῳ χρόνῳ. Ἀλλὰ μὴ ἀδύνατον ἅμα τὰς ἐναντίας <lb/>κινήσεις κινεῖσθαι
							τὸ αὐτὸ ᾗ ἀδιαίρετον καὶ ἐν ἀδιαιρέτῳ <lb/>χρόνῳ. Εἰ γὰρ τὸ γλυκύ, ὡδὶ κινεῖ τὴν
							αἴσθησιν <lb/>ἢ τὴν νόησιν, τὸ δὲ πικρὸν ἐναντίως, καὶ τὸ λευκὸν ἑτέρως. <lb/>Ἆρ’ οὖν
							ἅμα μὲν καὶ ἀριθμῷ ἀδιαίρετον καὶ ἀχώριστον <lb/>τὸ κρῖνον, τῷ εἶναι δὲ κεχωρισμένον;
							Ἔστι δή πως ὡς τὸ <lb/>διαιρετὸν τῶν διῃρημένων αἰσθάνεται, ἔστι δ’ ὡς ᾗ ἀδιαίρετον·
								<pb n="221"/> τῷ εἶναι μὲν γὰρ διαιρετόν, τόπῳ δὲ καὶ ἀριθμῷ <lb/>ἀδιαίρετον. Ἣ οὐχ
							οἷόν τε; Δυνάμει μὲν γὰρ τὸ αὐτὸ <lb/>καὶ ἀδιαίρετον τἀναντία, τῷ δ’ εἶναι οὔ, ἀλλὰ τῷ
							ἐνεργεῖσθαι <lb/>διαιρετόν, καὶ οὐχ οἷόν τε· ἅμα λευκὸν καὶ μέλαν <lb/>εἶναι. Ὥστ’
							οὐδὲ τὰ εἴδη πάσχειν αὐτῶν, εἰ τοιοῦτον ἡ αἴσθησις <lb/>καὶ ἡ νόησις, ἀλλ’ ὥσπερ ἣν
							καλοῦσί τινες στιγμήν, <lb/>ᾗ μία καὶ ᾗ δύο, ταύτῃ καὶ διαιρετή. Ἧι μὲν οὖν
							ἀδιαίρετον, <lb/>ἓν τὸ κρῖνόν ἐστι καὶ ἅμα, ᾗ δὲ διαιρετὸν ὑπάρχει, <lb/>δὶς τῷ αὐτῷ
							χρῆται σημείῳ ἅμα. Ἧι μὲν οὖν δυσὶ χρῆται, <lb/>τῷ πέρατι δύο κρίνει, καὶ κεχωρισμένα
							ἐστὶν ὡς κεχωρισμένων· <lb/>ᾗ δ’ ἕν, ἑνὶ καὶ ἅμα. Περὶ μὲν οὖν τῆς <lb/>ἀρχῆς ᾗ φαμὲν
							τὸ ζῷον αἰσθητικὸν εἶναι, διωρίσθω τὸν <lb/>τρόπον τοῦτον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἐπεὶ δὲ δύο διαφοραῖς ὁρίζονται μάλιστα τὴν ψυχήν, <lb/>κινήσει τε τῇ κατὰ τόπον καὶ
							τῷ νοεῖν καὶ τῷ κρίνειν καὶ <lb/>αἰσθάνεσθαι, δοκεῖ δὲ καὶ τὸ νοεῖν καὶ τὸ φρονεῖν
							ὥσπερ <lb/>αἰσθάνεσθαί τι εἶναι· ἐν ἀμφοτέροις γὰρ τούτοις κρίνει τι <lb/>ἡ ψυχὴ καὶ
							γνωρίζει τῶν ὄντων, καὶ οἵ γε ἀρχαῖοι τὸ <lb/>φρονεῖν καὶ τὸ αἰσθάνεσθαι ταὐτὸν εἶναί
							φασιν, ὥσπερ καὶ <lb/>Ἐμπεδοκλῆς εἴρηκε</p><l>πρὸς παρεὸν γὰρ μῆτις ἀέξεται ἀνθρώποισιν</l><p>καὶ ἐν ἄλλοις</p><lg><l>ὅθεν σφίσιν αἰεὶ</l><l>καὶ τὸ φρονεῖν ἀλλοῖα παρίσταται.</l></lg><pb n="222"/><p>Τὸ δ’ αὐτὸ τούτοις βούλεται καὶ τὸ Ὁμήρου</p><l>τοῖος γὰρ νόος ἐστίν.</l><p>Πάντες γὰρ οὗτοι τὸ νοεῖν σωματικὸν ὥσπερ τὸ αἰσθάνεσθαι <lb/>ὑπολαμβάνουσιν, καὶ
							αἰσθάνεσθαί τε καὶ φρονεῖν τῷ <lb/>ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον, ὥσπερ καὶ ἐν τοῖς κατ’ ἀρχὰς
							λόγοις διωρίσαμεν. <lb/>Καίτοι ἔδει ἅμα καὶ περὶ τοῦ ἠπατῆσθαι αὐτοὺς <lb/>λέγειν·
							οἰκειότερον γὰρ τοῖς ζῴοις, καὶ πλείω χρόνον ἐν <lb/>τούτῳ διατελεῖ ἡ ψυχή. Διὸ ἀνάγκη
							ἤτοι ὥσπερ ἔνιοι <lb/>λέγουσι, πάντα τὰ φαινόμενα εἶναι ἀληθῆ, ἢ τὴν τοῦ ἀνομοίου
							<lb/>θίξιν ἀπάτην εἶναι· τοῦτο γὰρ ἐναντίον τῷ τῷ <lb/>ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον γνωρίζειν·
							δοκεῖ δὲ καὶ ἡ ἀπάτη καὶ ἡ <lb/>ἐπιστήμη τῶν ἐναντίων ἡ αὐτὴ εἶναι. Ὅτι μὲν οὖν οὐ
							ταὐτόν <lb/>ἐστι τὸ αἰσθάνεσθαι καὶ τὸ φρονεῖν, φανερόν· τοῦ μὲν <lb/>γὰρ πᾶσι
							μέτεστι, τοῦ δὲ ὀλίγοις τῶν ζῴων. Ἀλλ’ οὐδὲ <lb/>τὸ νοεῖν, ἐν ᾧ ἐστὶ τὸ ὀρθῶς καὶ τὸ
							μὴ ὀρθῶς, τὸ μὲν <lb/>ὀρθῶς φρόνησις καὶ ἐπιστήμη καὶ δόξα ἀληθής, τὸ δὲ μὴ <lb/>ὀρθῶς
							τἀναντία τούτων· οὐδὲ τοῦτο δ’ ἐστὶ ταὐτὸ τῷ αἰσθάνεσθαι· <lb/>ἡ μὲν γὰρ αἴσθησις τῶν
							ἰδίων ἀεὶ ἀληθής, καὶ πᾶσιν <lb/>ὑπάρχει τοῖς ζῴοις, διανοεῖσθαι δ’ ἐνδέχεται καὶ
							ψευδῶς, καὶ <lb/>οὐδενὶ ὑπάρχει ᾧ μὴ καὶ λόγος· φαντασία γὰρ ἕτερον καὶ <lb/>αἰσθήσεως
							καὶ διανοίας· αὐτή τε οὐ γίγνεται ἄνευ αἰσθήσεως, <lb/>καὶ ἄνευ ταύτης οὐκ ἔστιν
							ὑπόληψις. Ὅτι δ’ οὐκ <lb/>ἔστιν ἡ αὐτὴ νόησις καὶ ὑπόληψις, φανερόν. Τοῦτο μὲν
							<lb/>γὰρ τὸ πάθος ἐφ’ ἡμῖν ἐστίν, ὅταν βουλώμεθα (πρὸ ὀμμάτων <lb/>γὰρ ἔστι
							ποιήσασθαι, ὥσπερ οἱ ἐν τοῖς μνημονικοῖς <lb/>τιθέμενοι καὶ εἰδωλοποιοῦντες), δοξάζειν
							δ’ οὐκ ἐφ’ ἡμῖν· <lb/>ἀνάγκη γὰρ ἢ ψεύδεσθαι ἢ ἀληθεύειν. Ἔτι δὲ ὅταν <pb n="223"/>
							μὲν δοξάσωμεν δεινόν τι ἢ φοβερόν, εὐθὺς συμπάσχομεν, <lb/>ὁμοίως δὲ κἂν θαρραλέον·
							κατὰ δὲ τὴν φαντασίαν ὡσαύτως <lb/>ἔχομεν ὥσ περ ἂν οἱ θεώμενοι ἐν γραφῇ τὰ δεινὰ ἢ
							θαρραλέα. <lb/>Εἰσὶ δὲ καὶ αὐτῆς τῆς ὑπολήψεως διαφοραί, ἐπιστήμη <lb/>καὶ δόξα καὶ
							φρόνησις καὶ τἀναντία τούτων, περὶ <lb/>ὧν τῆς διαφορᾶς ἕτερος ἔστω λόγος. Περὶ δὲ τοῦ
							νοεῖν, <lb/>ἐπεὶ ἕτερον τοῦ αἰσθάνεσθαι, τούτου δὲ τὸ μὲν φαντασία <lb/>δοκεῖ εἶναι τὸ
							δὲ ὑπόληψις, περὶ φαντασίας διορίσαντας <lb/>οὕτω περὶ θατέρου λεκτέον. Εἰ δή ἐστιν ἡ
							φαντασία καθ’ <lb/>ἣν λέγομεν φάντασμά τι ἡμῖν γίγνεσθαι καὶ μὴ εἴ τι <lb/>κατὰ
							μεταφορὰν λέγομεν, μία τίς ἐστι τούτων δύναμις <lb/>ἤ ἕξις, καθ’ ἣν κρίνομεν καὶ
							ἀληθεύομεν ἢ ψευδόμεθα. <lb/>Τοιαῦται δ’ εἰσὶν αἴσθησις, δόξα, ἐπιστήμη, νοῦς. Ὅτι
							<lb/>μὲν οὖν οὐκ ἔστιν αἴσθησις, δῆλον ἐκ τῶνδε. Αἴσθησις <lb/>μὲν γὰρ ἤτοι δύναμις ἢ
							ἐνέργεια, οἷον ὄψις καὶ ὅρασις, <lb/>φαίνεται δέ τι καὶ μηδετέρου ὑπάρχοντος τούτων,
							οἷον τὰ <lb/>ἐν τοῖς ὕπνοις. Εἶτα αἴσθησις μὲν ἀεὶ πάρεστι, φαντασία <lb/>δ’ οὔ. Εἰ δὲ
							τῇ ἐνεργείᾳ τὸ αὐτό, πᾶσιν ἂν ἐνδέχοιτο τοῖς <lb/>θηρίοις φαντασίαν ὑπάρχειν· δοκεῖ δ’
							οὔ, οἷον μύρμηκι ἢ <lb/>μελίττῃ ἢ σκώληκι. Εἶτα αἱ μὲν ἀληθεῖς αἰεί, αἱ δὲ φαντασίαι
							<lb/>γίνονται αἱ πλείους ψευδεῖς. Ἔπειτ’ οὐδὲ λέγομεν, <lb/>ὅταν ἐνεργῶμεν ἀκριβῶς
							περὶ τὸ αἰσθητόν, ὅτι φαίνεται <lb/>τοῦτο ἡμῖν ἄνθρωπος· ἀλλὰ μᾶλλον ὅταν μὴ ἐναργῶς
							αἰσθανώμεθα, <lb/>τότε ἢ ἀληθὴς ἢ ψευδής. Καὶ ὅπερ δὲ <lb/>ἐλέγομεν πρότερον, φαίνεται
							καὶ μύουσιν ὁράματα. Ἀλλὰ <pb n="224"/> μὴν οὐδὲ τῶν ἀεὶ ἀληθευόντων οὐδεμία ἔσται,
							οἷον ἐπιστήμη <lb/>ἢ νοῦς· ἔστι γὰρ φαντασία καὶ ψευδής. Λείπεται <lb/>ἄρα ἰδεῖν εἰ
							δόξα· γίνεται γὰρ δόξα καὶ ἀληθὴς καὶ ψευδής. <lb/>Ἀλλὰ δόξῃ μὲν ἕπεται πίστις (οὐκ
							ἐνδέχεται γὰρ δοξάζοντα <lb/>οἶς δοκεῖ μὴ πιστεύειν), τῶν δὲ θηρίων οὐθενὶ ὑπάρχει
							<lb/>πίστις, φαντασία δὲ πολλοῖς. Ἔτι πάσῃ μὲν δόξῃ <lb/>ἀκολουθεῖ πίστις, πίστει δὲ
							τὸ πεπεῖσθαι, πειθοῖ δὲ λόγος· <lb/>τῶν δὲ θηρίων ἐνίοις φαντασία μὲν ὑπάρχει, λόγος
							δ’ οὔ. <lb/>Φανερὸν τοίνυν ὅτι οὐδὲ δόξα μετ’ αἰσθήσεως, οὐδὲ δι’ <lb/>αἰσθήσεως, οὐδὲ
							συμπλοκὴ δόξης καὶ αἰσθήσεως φαντασία ἂν <lb/>εἴη, διά τε ταῦτα καὶ δῆλον ὅτι οὐκ
							ἄλλου τινός ἐστιν ἡ <lb/>δόξα, ἀλλ’ ἐκείνου ἐστὶν οὗ καὶ αἴσθησις· λέγω δ’, ἐκ
							<lb/>τῆς τοῦ λευκοῦ δόξης καὶ αἰσθήσεως ἡ συμπλοκὴ φαντασία <lb/>ἐστίν· οὐ γὰρ δὴ ἐκ
							τῆς δόξης μὲν τῆς τοῦ ἀγαθοῦ, αἰσθήσεως <lb/>δὲ τῆς τοῦ λευκοῦ. Τὸ οὖν φαίνεσθαί ἐστι
							τὸ δοξάζειν <lb/>ὅπερ αἰσθάνεται μὴ κατὰ συμβεβηκός. Φαίνεται δὲ καὶ <lb/>ψευδῆ, περὶ
							ὧν ἅμα ὑπόληψιν ἀληθῆ ἔχει, οἷον φαίνεται <lb/>μὲν ὁ ἥλιος ποδιαῖος, πεπίστευται δ’
							εἶναι μείζων τῆς <lb/>οἰκουμένης· συμβαίνει οὖν ἤτοι ἀποβεβληκέναι τὴν ἑαυτοῦ
							<lb/>ἀληθῆ δόξαν, ἣν εἶχε, σωζομένου τοῦ πράγματος, μὴ ἐπιλαθόμενον <lb/>μηδὲ
							μεταπεισθέντα, ἢ. εἰ ἔτι ἔχει, ἀνάγκη τὴν <lb/>αὐτὴν ἀληθῆ εἶναι καὶ ψευδῆ. Ἀλλὰ
							ψευδὴς ἐγένετο, <lb/>ὅτε λάθοι μεταπεσὸν τὸ πρᾶγμα. Οὔτ’ ἄρα ἕν τι <lb/>τούτων ἐστὶν
							οὔτ’ ἐκ τούτων ἡ φαντασία. Ἀλλ’ ἐπειδή <lb/>ἐστι κινηθέντος τουδὶ κινεῖσθαι ἕτερον ὑπὸ
							τούτου, ἡ δὲ <pb n="225"/> φαντασία κίνησίς τις δοκεῖ εἶναι καὶ οὐκ ἄνευ αἰσθήσεως
							<lb/>γίγνεσθαι ἀλλ’ αἰσθανομένοις καὶ ὧν αἴσθησις ἐστίν, ἔστι <lb/>δὲ γίνεσθαι κίνησιν
							ὑπὸ τῆς ἐνεργείας τῆς αἰσθήσεως, καὶ <lb/>ταύτην ὁμοίαν ἀνάγκη εἶναι τῇ αἰσθήσει, εἴη
							ἂν αὕτη ἡ <lb/>κίνησις οὔτε ἄνευ αἰσθήσεως ἐνδεχομένη οὔτε μὴ αἰσθανομένοις
							<lb/>ὑπάρχειν, καὶ πολλὰ κατ’ αὐτὴν καὶ ποιεῖν καὶ πάσχειν <lb/>τὸ ἔχον, καὶ εἶναι καὶ
							ἀληθῆ καὶ ψευδῆ. Τοῦτο δὲ <lb/>συμβαίνει διὰ τάδε. Ἡ αἴσθησις τῶν μὲν ἰδίων ἀληθής
							<lb/>ἐστιν ἢ ὅτι ὀλίγιστον ἔχουσα τὸ ψεῦδος. Δεύτερον δὲ <lb/>τοῦ συμβεβηκέναι ταῦτα·
							καὶ ἐνταῦθα ἤδη ἐνδέχεται διαψεύδεσθαι· <lb/>ὅτι μὲν γὰρ λευκόν, οὐ ψεύδεται, εἰ δὲ
							τοῦτο <lb/>τὸ λευκὸν ἢ ἄλλο τι, ψεύδεται. Τρίτον δὲ τῶν κοινῶν <lb/>καὶ ἑπομένων τοῖς
							συμβεβηκόσιν, οἷς ὑπάρχει τὰ ἴδια· λέγω <lb/>δ’ οἷον κίνησις καὶ μέγεθος, ἃ συμβέβηκε
							τοῖς αἰσθητοῖς, <lb/>περὶ ἃ μάλιστα ἤδη ἔστιν ἀπατηθῆναι κατὰ τὴν αἴσθησιν. <lb/>Ἡ δὲ
							κίνησις ἡ ὑπὸ τῆς ἐνεργείας γινομένη διοίσει τῆς <lb/>αἰσθήσεως τῆς ἀπὸ τούτων τῶν
							τριῶν αἰσθήσεων. Καὶ ἡ <lb/>μὲν πρώτη παρούσης τῆς αἰσθήσεως ἀληθής, αἱ δ’ ἕτεραι καὶ
							<lb/>παρούσης καὶ ἀπούσης εἶεν ἂν ψευδεῖς, καὶ μάλιστα ὅταν <lb/>πόρρω τὸ αἰσθητὸν ᾖ.
							Εἰ οὖν μηθὲν μὲν ἄλλο ἔχει τὰ <lb/>εἰρημένα ἢ μὴ φαντασίαν, τοῦτο δ’ ἐστὶ τὸ λεχθέν, ἡ
							φαντασία <lb/>ἂν εἴη κίνησις ὑπὸ τῆς αἰσθήσεως τῆς κατ’ ἐνέργειαν <lb/>γιγνομένης.
							Ἐπεὶ δ’ ἡ ὄψις μάλιστα αἴσθησίς ἐστι, καὶ <lb/>τὸ ὄνομα ἀπὸ τοῦ φάους εἴληφεν, ὅτι
							ἄνευ φωτὸς οὐκ ἔστιν <lb/>ἰδεῖν. Καὶ διὰ τὸ ἐμμένειν καὶ ὁμοίως εἶναι ταῖς αἰσθήσεσι,
								<pb n="226"/> πολλὰ κατ’ αὐτὰς πράττει τὰ ζῷα, τὰ μὲν διὰ τὸ μὴ <lb/>ἔχειν νοῦν,
							οἷον τὰ θηρία, τὰ δὲ διὰ τὸ ἐπικαλύπτεσθαι τὸν <lb/>νοῦν ἐνίοτε πάθει ἢ νόσοις ἢ ὕπνῳ,
							οἷον οἱ ἄνθρωποι. Περὶ <lb/>μὲν οὖν φαντασίας, τί ἐστι καὶ διὰ τί ἐστιν, εἰρήσθω ἐπὶ
							<lb/>τοσοῦτον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Περὶ δὲ τοῦ μορίου τοῦ τῆς ψυχῆς ᾧ γινώσκει τε ἡ <lb/>ψυχὴ καὶ φρονεῖ, ε τε χωριστοῦ
							ὄντος εἴτε καὶ μὴ χωριστοῦ <lb/>κατὰ μέγεθος ἀλλὰ κατὰ λόγον, σκεπτέον τίν’ ἔχει
							διαφοράν, <lb/>καὶ πῶς ποτὲ γίνεται τὸ νοεῖν. Εἰ δή ἐστι τὸ <lb/>νοεῖν ὥσπερ τὸ
							αἰσθάνεσθαι, ἢ πάσχειν τι ἂν εἴη ὑπὸ τοῦ <lb/>νοητοῦ ἤ τι τοιοῦτον ἕτερον. Ἀπαθὲς ἄρα
							δεῖ εἶναι, δεκτικὸν <lb/>δὲ τοῦ εἴδους καὶ δυνάμει τοιοῦτον ἀλλὰ μὴ τοῦτο, καὶ
							<lb/>ὁμοίως ἔχειν, ὥσπερ τὸ αἰσθητικὸν πρὸς τὰ αἰσθητά, οὕτω <lb/>τὸν νοῦν πρὸς τὰ
							νοητά. Ἀνάγκη ἄρα, ἐπεὶ πάντα νοεῖ, <lb/>ἀμιγῆ εἶναι, ὥσπερ φησὶν Ἀναξαγόρας, ἵνα
							κρατῇ, τοῦτο <lb/>δ’ ἐστὶν ἵνα γνωρίζῃ· παρεμφαινόμενον γὰρ κωλύει τὸ ἀλλότριον
							<lb/>καὶ ἀντιφράττει, ὥστε μηδ’ αὐτοῦ εἶναι φύσιν μηδεμίαν <lb/>ἀλλ’ ἢ ταύτην, ὅτι
							δυνατόν. Ὁ ἄρα καλούμενος τῆς <lb/>ψυχῆς νοῦς (λέγω δὲ νοῦν ᾧ διανοεῖται καὶ
							ὑπολαμβάνει ἡ <lb/>ψυχή) οὐθέν ἐστιν ἐνεργείᾳ τῶν ὄντων πρὶν νοεῖν. Διὸ οὐδὲ
							<lb/>μεμῖχθαι εὔλογον αὐτὸν τῷ σώματι· ποιός τις γὰρ ἂν <lb/>γίγνοιτο, ψυχρὸς ἢ
							θερμός, ἢ κἂν ὄργανόν τι εἴη, ὥσπερ <lb/>τῷ αἰσθητικῷ· νῦν δ’ οὐθέν ἐστιν. Καὶ εὖ δὴ
							οἱ λέγοντες <lb/>τὴν ψυχὴν εἶναι τόπον εἰδῶν, πλὴν ὅτι οὔτε ὅλη ἀλλ’ ἡ <lb/>νοητική,
							οὔτε ἐντελεχείᾳ ἀλλὰ δυνάμει τὰ εἴδη. Ὅτι δ’ οὐχ <lb/>ὁμοία ἡ ἀπάθεια τοῦ αἰσθητικοῦ
							καὶ τοῦ νοητικοῦ, φανερὸν <lb/>ἐπὶ τῶν αἰσθητηρίων καὶ τῆς αἰσθήσεως. Ἡ μὲν γὰρ
							αἴσθησις <pb n="227"/> οὐ δύναται αἰσθάνεσθαι ἐκ τοῦ σφόδρα αἰσθητοῦ, <lb/>οἷον ψόφου
							ἐκ τῶν μεγάλων ψόφων, οὐδ’ ἐκ τῶν ἰσχυρῶν <lb/>χρωμάτων καὶ ὀσμῶν οὔτε ὁρᾶν οὔτε
							ὀσμᾶσθαι· ἀλλ’ ὁ <lb/>νοῦς ὅταν τι νοήσῃ σφόδρα νοητόν, οὐχ ἦττον νοεῖ τὰ ὑποδεέστερα,
							<lb/>ἀλλὰ καὶ μᾶλλον· τὸ μὲν γὰρ αἰσθητικὸν οὐκ <lb/>ἄνευ σώματος, ὁ δὲ χωριστός. Ὅταν
							δ’ οὕτως ἕκαστα γένηται <lb/>ὡς ἐπιστήμων λέγεται ὁ κατ’ ἐνέργειαν (τοῦτο δὲ
							<lb/>συμβαίνει, ὅταν δύνηται ἐνεργεῖν δι’ αὑτοῦ), ἔστι μὲν <lb/>ὁμοίως καὶ τότε
							δυνάμει πως, οὐ μὴν ὁμοίως καὶ πρὶν μαθεῖν <lb/>ἢ εὑρεῖν· καὶ αὐτὸς δὲ αὑτὸν τότε
							δύναται νοεῖν. Ἐπεὶ <lb/>δ’ ἄλλο ἐστὶ τὸ μέγεθος καὶ τὸ μεγέθει εἶναι καὶ ὕδωρ
							<lb/>καὶ ὕδατι εἶναι· οὕτω δὲ καὶ ἐφ’ ἑτέρων πολλῶν, ἀλλ’ <lb/>οὐκ ἐπὶ πάντων· ἐπ’
							ἐνίων γὰρ ταὐτόν ἐστι τὸ σαρκὶ εἶναι <lb/>καὶ σάρκα· ἢ ἄλλῳ ἢ ἄλλως ἔχοντι κρίνει· ἡ
							γὰρ σὰρξ <lb/>οὐκ ἄνευ τῆς ὕλης, ἀλλ’ ὥσπερ τὸ σιμὸν τόδε ἐν τῷδε. Τῷ <lb/>μὲν οὖν
							αἰσθητικῷ τὸ θερμὸν καὶ τὸ ψυχρὸν κρίνει, καὶ <lb/>ὧν λόγος τις ἡ σάρξ· ἄλλῳ δὲ ἤτοι
							χωριστῷ, ἢ ὡς ἡ <lb/>κεκλασμένη ἔχει πρὸς αὑτὴν ὅταν ἐκταθῇ, τὸ σαρκὶ εἶναι
							<lb/>κρίνει. Πάλιν δ’ ἐπὶ τῶν ἐν ἀφαιρέσει ὄντων τὸ εὐθὺ ὡς <lb/>τὸ σιμόν· μετὰ
							συνεχοῦς γάρ· τὸ δὲ τί ἦν εἶναι, εἰ ἔστιν <lb/>ἕτερον τὸ εὐθεῖ εἶναι καὶ τὸ εὐθὺ ἄλλῳ·
							ἔστω γὰρ δυάς. <lb/>Ἑτέρῳ ἄρα ἢ ἑτέρως ἔχοντι κρίνει. Καὶ ὅλως ἄρα ὡς <lb/>χωριστὰ τὰ
							πράγματα τῆς ὕλης, οὕτω καὶ τὰ περὶ τὸν νοῦν. <lb/>Ἀπορήσειε δ’ ἄν τις, εἰ ὁ νοῦς
							ἁπλοῦν ἐστὶ καὶ ἀπαθὲς καὶ <lb/>μηθενὶ μηθὲν ἔχει κοινόν, ὥσπερ φησὶν Ἀναξαγόρας, πῶς
								<pb n="228"/> νοήσει, εἰ τὸ νοεῖν πάσχειν τί ἐστιν. Ἧι γάρ τι κοινὸν <lb/>ἀμφοῖν
							ὑπάρχει, τὸ μὲν ποιεῖν δοκεῖ τὸ δὲ πάσχειν. Ἔτι <lb/>δ’ εἰ νοητὸς καὶ αὐτός. Ἢ γὰρ
							τοῖς ἄλλοις ὁ νοῦς ὑπάρξει, <lb/>εἰ μὴ κατ’ ἄλλο αὐτὸς νοητός, ἓν δέ τι τὸ νοητὸν
							εἴδει, ἢ <lb/>μεμιγμένον τι ἕξει, ὃ ποιεῖ νοητὸν αὐτὸν ὥσπερ τἆλλα. <lb/>Ἢ τὸ μὲν
							πάσχειν κατὰ κοινόν τι διῄρηται πρότερον, ὅτι <lb/>δυνάμει πώς ἐστι τὰ νοητὰ ὁ νοῦς,
							ἀλλ’ ἐντελεχείᾳ οὐδέν, <lb/>πρὶν ἂν νοῇ. Δεῖ δ’ οὕτως ὥσπερ ἐν γραμματείῳ ᾧ μηθὲν
							<lb/>ὑπάρχει ἐντελεχείᾳ γεγραμμένον. Ὅπερ συμβαίνει ἐπὶ <lb/>τοῦ νοῦ. Καὶ αὐτὸς δὲ
							νοητός ἐστιν ὥσπερ τὰ νοητά. Ἐπὶ <lb/>μὲν γὰρ τῶν ἄνευ ὕλης τὸ αὐτό ἐστι τὸ νοοῦν καὶ
							τὸ νοούμενον· <lb/>ἡ γὰρ ἐπιστήμη ἡ θεωρητικὴ καὶ τὸ οὕτως ἐπιστητὸν <lb/>τὸ αὐτό
							ἐστιν· τοῦ δὲ μὴ ἀεὶ νοεῖν τὸ αἴτιον ἐπισκεπτέον. <lb/>Ἐν δὲ τοῖς ἔχουσιν ὕλην δυνάμει
							ἕκαστόν ἐστι <lb/>τῶν νοητῶν. Ὥστ’ ἐκείνοις μὲν οὐχ ὑπάρξει νοῦς (ἄνευ γὰρ <lb/>ὕλης
							δύναμις ὁ νοῦς τῶν τοιούτων), ἐκείνῳ δὲ τὸ νοητὸν <lb/>ὑπάρξει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ἐπεὶ δ’ ὥσπερ ἐν ἁπάσῃ τῇ φύσει ἐστί τι τὸ μὲν <lb/>ὕλη ἑκάστῳ γένει (τοῦτο δὲ ὃ
							πάντα δυνάμει ἐκεῖνα), <lb/>ἕτερον δὲ τὸ αἴτιον καὶ ποιητικόν, τῷ ποιεῖν πάντα, οἷον
							<lb/>ἡ τέχνη πρὸς τὴν ὕλην πέπονθεν, ἀνάγκη καὶ ἐν τῇ ψυχῇ <lb/>ὑπάρχειν ταύτας τὰς
							διαφοράς. Καὶ ἔστιν ὁ μὲν τοιοῦτος <lb/>νοῦς τῷ πάντα γίνεσθαι, ὁ δὲ τῷ πάντα ποιεῖν,
							ὡς ἕξις τις, <lb/>οἷον τὸ φῶς· τρόπον γάρ τινα καὶ τὸ φῶς ποιεῖ τὰ δυνάμει <lb/>ὄντα
							χρώματα ἐνεργείᾳ χρώματα. Καὶ οὗτος ὁ νοῦς <lb/>χωριστὸς καὶ ἀπαθὴς καὶ ἀμιγὴς τῇ
							οὐσίᾳ ὢν ἐνεργείᾳ. <pb n="229"/> Ἀεὶ γὰρ τιμιώτερον τὸ ποιοῦν τοῦ πάσχοντος καὶ ἡ ἀρχὴ
							<lb/>τῆς ὕλης. Τὸ δ’ αὐτό ἐστιν ἡ κατ’ ἐνέργειαν ἐπιστήμη <lb/>τῷ πράγματι· ἡ δὲ κατὰ
							δύναμιν χρόνῳ προτέρα ἐν τῷ ἑνί, <lb/>ὅλως δὲ οὐ χρόνῳ· ἀλλ’ οὐχ ὁτὲ μὲν νοεῖ ὁτὲ δ’
							οὐ νοεῖ. <lb/>Χωρισθεὶς δ’ ἐστὶ μόνον τοῦθ’ ὅπερ ἐστί, καὶ τοῦτο μόνον <lb/>ἀθάνατον
							καὶ ἀΐδιον. Οὐ μνημονεύομεν δέ, ὅτι τοῦτο μὲν <lb/>ἀπαθές, ὁ δὲ παθητικὸς νοῦς
							φθαρτός, καὶ ἄνευ τούτου οὐθὲν <lb/>νοεῖ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἡ μὲν οὖν τῶν ἀδιαιρέτων νόησις ἐν τούτοις, περὶ ἃ οὐκ <lb/>ἔστι τὸ ψεῦδος· ἐν οἷς δὲ
							καὶ τὸ ψεῦδος καὶ τὸ ἀληθές, <lb/>σύνθεσίς τις ἤδη νοημάτων ὥσπερ ἓν ὄντων, καθάπερ
							<lb/>Ἐμπεδοκλῆς ἔφη</p><l>ᾗ πολλῶν μὲν κόρσαι ἀναύχενες ἐβλάστησαν,</l><p>ἔπειτα συντίθεσθαι τῇ φιλίᾳ. Οὕτω καὶ ταῦτα κεχωρισμένα <lb/>συντίθεται, οἷον τὸ
							ἀσύμμετρον καὶ ἡ διάμετρος. Ἂν δὲ <lb/>γινομένων ἢ ἐσομένων, τὸν χρόνον προσεννοῶν καὶ
							συντιθείς. <lb/>Τὸ γὰρ ψεῦδος ἐν συνθέσει ἀεί· καὶ γὰρ ἂν τὸ <lb/>λευκὸν μὴ λευκόν, τὸ
							μὴ λευκὸν συνέθηκεν. Ἐνδέχεται δὲ <lb/>καὶ διαίρεσιν φάναι πάντα. Ἀλλ’ οὖν ἔστι γε οὐ
							μόνον <lb/>τὸ ψεῦδος ἢ ἀληθές, ὅτι λευκὸς Κλέων ἐστίν, ἀλλὰ καὶ ὅτι <lb/>ἦν ἢ ἔσται.
							Τὸ δὲ ἓν ποιοῦν, τοῦτο ὁ νοῦς ἕκαστον. Τὸ <lb/>δ’ ἀδιαίρετον ἐπεὶ διχῶς, ἢ δυνάμει ἢ
							ἐνεργείᾳ, οὐθὲν κωλύει <lb/>νοεῖν τὸ ἀδιαίρετον, ὅταν νοῇ τὸ μῆκος· ἀδιαίρετον γὰρ
							ἐνεργείᾳ <lb/>καὶ ἐν χρόνῳ ἀδιαιρέτῳ· ὁμοίως γὰρ ὁ χρόνος διαιρετὸς <lb/>καὶ
							ἀδιαίρετος τῷ μήκει. Οὔκουν ἔστιν εἰπεῖν ἐν τῷ ἡμίσει <lb/>τί ἐννοεῖ ἑκατέρῳ· οὐ γάρ
							ἐστιν, ἂν μὴ διαιρεθῇ, ἀλλ’ ἢ <pb n="230"/> δυνάμει. Χωρὶς δ’ ἑκάτερον νοῶν τῶν
							ἡμίσεων διαιρεῖ καὶ <lb/>τὸν χρόνον ἅμα· τότε δ’ οἱονεὶ μήκη. Εἰ δ’ ὡς ἐξ ἀμφοῖν,
							<lb/>καὶ ἐν τῷ χρόνῳ τῷ ἐπ’ ἀμφοῖν. Τὸ δὲ μὴ κατὰ <lb/>ποσὸν ἀδιαίρετον ἀλλὰ τῷ εἴδει
							νοεῖ ἐν ἀδιαιρέτῳ χρόνῳ <lb/>καὶ ἀδιαιρέτῳ τῆς ψυχῆς· κατὰ συμβεβηκὸς δέ, καὶ οὐχ ᾗ
							<lb/>ἐκεῖνα διαιρετά, ᾧ νοεῖ καὶ ἐν ᾧ χρόνῳ, ἀλλ’ ᾗ ἀδιαίρετα· <lb/>ἔνεστι γὰρ κἀν
							τούτοις τι ἀδιαίρετον, ἀλλ’ ἴσως οὐ χωριστόν, <lb/>ὃ ποιεῖ ἕνα τὸν χρόνον καὶ τὸ
							μῆκος. Καὶ τοῦθ’ <lb/>ὁμοίως ἐν ἅπαντί ἐστι τῷ συνεχεῖ καὶ χρόνῳ καὶ μήκει. Ἡ <lb/>δὲ
							στιγμὴ καὶ πᾶσα διαίρεσις, καὶ τὸ οὕτως ἀδιαίρετον, <lb/>δηλοῦται ὥσπερ ἡ στέρησις.
							Καὶ ὅμοιος ὁ λόγος ἐπὶ τῶν <lb/>ἄλλων, οἷον πῶς τὸ κακὸν γνωρίζει ἢ τὸ μέλαν· τῷ
							ἐναντίῳ <lb/>γάρ πως γνωρίζει. Δεῖ δὲ δυνάμει εἶναι τὸ γνωρίζον καὶ <lb/>ἐνεῖναι ἐν
							αὐτῷ. Εἰ δέ τινι μή ἐστιν ἐναντίον τῶν αἰτίων, <lb/>αὐτὸ ἑαυτὸ γινώσκει καὶ ἐνεργείᾳ
							ἐστὶ καὶ χωριστόν. <lb/>Ἔστι δ’ ἡ μὲν φάσις τι κατά τινος, ὥσπερ ἡ κατάφασις, <lb/>καὶ
							ἀληθὴς ἢ ψευδὴς πᾶσα· ὁ δὲ νοῦς οὐ πᾶς, ἀλλ’ ὁ τοῦ <lb/>τί ἐστι κατὰ τὸ τί ἦν εἶναι
							ἀληθής, καὶ οὐ τὶ κατά τινος· <lb/>ἀλλ’ ὥσπερ τὸ ὁρᾶν τοῦ ἰδίου ἀληθές, εἰ δ’ ἄνθρωπος
							τὸ <lb/>λευκὸν ἢ μή, οὐκ ἀληθὲς ἀεί, οὕτως ἔχει ὅσα ἄνευ <lb/>ὕλης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Τὸ δ’ αὐτό ἐστιν ἡ κατ’ ἐνέργειαν ἐπιστήμη τῷ πράγματι. <lb/>Ἡ δὲ κατὰ δύναμιν χρόνῳ
							προτέρα ἐν τῷ ἑνί, <lb/>ὅλως δὲ οὐδὲ χρόνῳ· ἔστι γὰρ ἐξ ἐντελεχείᾳ ὄντος πάντα τὰ
							<lb/>γιγνόμενα. Φαίνεται δὲ τὸ μὲν αἰσθητὸν ἐκ δυνάμει ὄντος <lb/>τοῦ αἰσθητικοῦ
							ἐνεργείᾳ ποιοῦν· οὐ γὰρ πάσχει οὐδ’ <pb n="231"/> ἀλλοιοῦται. Διὸ ἄλλο εἶδος τοῦτο
							κινήσεως· ἡ γὰρ κίνησις <lb/>τοῦ ἀτελοῦς ἐνέργεια ἦν, ἡ δ’ ἁπλῶς ἐνέργεια ἑτέρα <lb/>ἡ
							τοῦ τετελεσμένου. Τὸ μὲν οὖν αἰσθάνεσθαι ὅμοιον τῷ <lb/>φάναι μόνον καὶ νοεῖν· ὅταν δὲ
							ἡδὺ ἢ λυπηρόν, οἷον καταφᾶσα <lb/>ἢ ἀποφᾶσα, διώκει ἢ φεύγει· καὶ ἔστι τὸ ἥδεσθαι καὶ
							<lb/>λυπεῖσθαι τὸ ἐνεργεῖν τῇ αἰσθητικῇ μεσότητι πρὸς τὸ ἀγαθὸν <lb/>ἢ κακόν, ᾗ
							τοιαῦτα. Καὶ ἡ φυγὴ δὲ καὶ ἡ ὄρεξις <lb/>τοῦτο ἡ κατ’ ἐνέργειαν, καὶ οὐχ ἕτερον τὸ
							ὀρεκτικὸν καὶ <lb/>φευκτικόν, οὔτ’ ἀλλήλων οὔτε τοῦ αἰσθητικοῦ· ἀλλὰ τὸ εἶναι
							<lb/>ἄλλο. Τῇ δὲ διανοητικῇ ψυχῇ τὰ φαντάσματα οἷον αἰσθήματα <lb/>ὑπάρχει. Ὅταν δὲ
							ἀγαθὸν ἢ κακὸν φήσῃ ἢ ἀποφήσῃ, <lb/>φεύγειν ἢ διώκει. Διὸ οὐδέποτε νοεῖ ἄνευ
							φαντάσματος <lb/>ἡ ψυχή, ὥσπερ δὲ ὁ ἀὴρ τὴν κόρην τοιανδὶ ἐποίησεν, <lb/>αὐτὴ δ’
							ἕτερον, καὶ ἡ ἀκοὴ ὡσαύτως· τὸ δὲ ἔσχατον ἕν, <lb/>καὶ μία μεσότης· τὸ δ’ εἶναι αὐτῇ
							πλείω. Τίνι δ’ ἐπικρίνει <lb/>τί διαφέρει γλυκὺ καὶ θερμόν, εἴρηται μὲν καὶ πρότερον,
							<lb/>λεκτέον δὲ καὶ ὧδε. Ἔστι γὰρ ἕν τι, οὕτω δὲ καὶ ὡς <lb/>ὅρος. Καὶ ταῦτα ἓν τῷ
							ἀνάλογον καὶ τῷ ἀριθμῷ ὃν ἔχει <lb/>πρὸς ἑκάτερον, ὡς ἐκεῖνα πρὸς ἄλληλα· τί γὰρ
							διαφέρει τὸ <lb/>ἀπορεῖν πῶς τὰ ὁμογενῆ κρίνει ἢ τἀναντία, οἷον λευκὸν <lb/>καὶ μέλαν;
							Ἔστω δὴ ὡς τὸ Α τὸ λευκὸν πρὸς τὸ Β τὸ <lb/>μέλαν, τὸ Γ πρὸς τὸ Δ ὡς ἐκεῖνα πρὸς
							ἄλληλα· ὥστε καὶ <lb/>ἐναλλάξ. Εἰ δὴ τὰ Γ Δ ἑνὶ εἴη ὑπάρχοντα, οὕτως ἕξει <pb n="232"/> ὥσπερ καὶ τὰ Α Β, τὸ αὐτὸ μὲν καὶ ἕν, τὸ δ’ εἶναι οὐ <lb/>τὸ αὐτό, κἀκεῖνο ὁμοίως.
							Ὁ δ’ αὐτὸς λόγος καὶ εἰ τὸ <lb/>μὲν Α τὸ γλυκὺ εἴη, τὸ δὲ Β τὸ λευκόν. Τὰ μὲν οὖν εἴδη
							<lb/>τὸ νοητικὸν ἐν τοῖς φαντάσμασι νοεῖ, καὶ ὡς ἐν ἐκείνοις ὥρισται <lb/>αὐτῷ τὸ
							διωκτὸν καὶ φευκτόν, καὶ ἐκτὸς τῆς αἰσθήσεως, <lb/>ὅταν ἐπὶ τῶν φαντασμάτων ᾖ,
							κινεῖται, οἷον αἰσθανόμενος <lb/>τὸν φρυκτὸν ὅτι πῦρ, τῇ κοινῇ γνωρίζει, ὁρῶν
							κινούμενον, <lb/>ὅτι πολέμιος. Ὁτὲ δὲ τοῖς ἐν τῇ ψυχῇ φαντάσμασιν <lb/>ἢ νοήμασιν
							ὥσπερ ὁρῶν λογίζεται καὶ βουλεύεται <lb/>τὰ μέλλοντα πρὸς τὰ παρόντα· καὶ ὅταν εἴπῃ ὡς
							ἐκεῖ τὸ <lb/>ἡδὺ ἢ λυπηρόν, ἐνταῦθα φεύγει ἢ διώκει, καὶ ὅλως ἐν πράξει. <lb/>Καὶ τὸ
							ἄνευ δὲ πράξεως, τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ ψεῦδος ἐν τῷ <lb/>αὐτῷ γένει ἐστί, τῷ ἀγαθῷ καὶ
							κακῷ· ἀλλὰ τῷ γε <lb/>ἁπλῶς διαφέρει καὶ τινί. Τὰ δὲ ἐν ἀφαιρέσει λεγόμενα <lb/>νοεῖ
							ὥσπερ ἂν εἰ τὸ σιμόν, ᾗ μὲν σιμόν, οὐ κεχωρισμένως, <lb/>ᾗ δὲ κοῖλον, εἴ τις ἐνόει
							ἐνεργείᾳ, ἄνευ τῆς σαρκὸς ἂν <lb/>ἐνόει ἐν ᾗ τὸ κοῖλον. Οὕτω τὰ μαθηματικὰ οὐ
							κεχωρισμένα <lb/>ὡς κεχωρισμένα νοεῖ, ὅταν νοῇ ἐκεῖνα. Ὅλως δὲ <lb/>ὁ νοῦς ἐστὶν ὁ
							κατ’ ἐνέργειαν τὰ πράγματα νοῦν. Ἆρα <lb/>δ’ ἐνδέχεται τῶν κεχωρισμένων τι νοεῖν ὄντα
							αὐτὸν μὴ κεχωρισμένον <lb/>μεγέθους, ἢ οὔ, σκεπτέον ὕστερον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Νῦν δὲ περὶ ψυχῆς τὰ λεχθέντα συγκεφαλαιώσαντες, <lb/>εἴπωμεν πάλιν ὅτι ἡ ψυχὴ τὰ
							ὄντα πώς ἐστι πάντα. Ἣ <lb/>γὰρ αἰσθητὰ τὰ ὄντα ἢ νοητά, ἔστι δ’ ἡ ἐπιστήμη μὲν <pb n="233"/> τὰ ἐπιστητά πως, ἡ δ’ αἴσθησις τὰ αἰσθητά· πῶς δὲ τοῦτο, <lb/>δεῖ ζητεῖν.
							Τέμνεται οὖν ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ αἴσθησις εἰς <lb/>τὰ πράγματα, ἡ μὲν δυνάμει εἰς τὰ
							δυνάμει, ἡ δ’ ἐντελεχείᾳ <lb/>εἰς τὰ ἐντελεχείᾳ. Τῆς δὲ ψυχῆς τὸ αἰσθητικὸν καὶ τὸ
							<lb/>ἐπιστημονικὸν δυνάμει ταὐτόν ἐστι, τὸ μὲν ἐπιστητὸν τὸ <lb/>δὲ αἰσθητόν. Ἀνάγκη
							δ’ ἢ αὐτὰ ἢ τὰ εἴδη εἶναι. Αὐτὰ <lb/>μὲν γὰρ δὴ οὔ· οὐ γὰρ ὁ λίθος ἐν τῇ ψυχῇ, ἀλλὰ τὸ
							εἶδος· <lb/>ὥστε ἡ ψυχὴ ὥσπερ ἡ χείρ ἐστιν· καὶ γὰρ ἡ χεὶρ ὄργανόν <lb/>ἐστιν ὀργάνων,
							καὶ ὁ νοῦς εἶδος εἰδῶν καὶ ἡ αἴσθησις <lb/>εἶδος αἰσθητῶν. Ἐπεὶ δὲ οὐδὲ πρᾶγμα οὐθέν
							ἐστι παρὰ τὰ <lb/>μεγέθη, ὡς δοκεῖ, τὰ αἰσθητὰ κεχωρισμένον, ἐν τοῖς εἴδεσι <lb/>τοῖς
							αἰσθητοῖς τὰ νοητά ἐστι, τά τε ἐν ἀφαιρέσει λεγόμενα, <lb/>καὶ ὅσα τῶν αἰσθητῶν ἕξεις
							καὶ πάθη. Καὶ διὰ <lb/>τοῦτο οὔτε μὴ αἰσθανόμενος μηθὲν οὐθὲν ἂν μάθοι οὐδὲ
							<lb/>ξυνείη· ὅταν τε θεωρῇ, ἀνάγκη ἅμα φάντασμά τι θεωρεῖν· <lb/>τὰ γὰρ φαντάσματα
							ὥσπερ αἰσθήματά ἐστι, πλὴν <lb/>ἄνευ ὕλης. Ἔστι δ’ ἡ φαντασία ἕτερον φάσεως καὶ
							ἀποφάσεως· <lb/>συμπλοκὴ γὰρ νοημάτων ἐστὶ τὸ ἀληθὲς ἢ ψεῦδος. <lb/>Τὰ δὲ πρῶτα
							νοήματα τίνι διοίσει τοῦ μὴ φαντάσματα <lb/>εἶναι; Ἢ οὐδὲ τἆλλα φαντάσματα, ἀλλ’ οὐκ
							ἄνευ <lb/>φαντασμάτων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ἐπεὶ δὲ ἡ ψυχὴ κατὰ δύο ὥρισται δυνάμεις ἡ τῶν ζῴων, <lb/>τῷ τε κριτικῷ, ὃ διανοίας
							ἔργον ἐστὶ καὶ αἰσθήσεως, καὶ ἔτι <lb/>τῷ κινεῖν τὴν κατὰ τόπον κίνησιν, περὶ μὲν
							αἰσθήσεως καὶ <lb/>νοῦ διωρίσθω τοσαῦτα, περὶ δὲ τοῦ κινοῦντος, τί ποτέ ἐστι <pb n="234"/> τῆς ψυχῆς, σκεπτέον, πότερον ἕν τι μόριον αὐτῆς χωριστὸν <lb/>ὂν ἢ μεγέθει
							ἢ λόγῳ, ἢ πᾶσα ἡ ψυχή, κἂν εἰ μόριόν τι, <lb/>πότερον ἴδιόν τι παρὰ τὰ εἰωθότα
							λέγεσθαι καὶ τὰ εἰρημένα, <lb/>ἢ τούτων ἕν τι. Ἔχει δὲ ἀπορίαν εὐθὺς πῶς τε δεῖ μόρια
							<lb/>λέγειν τῆς ψυχῆς καὶ πόσα. Τρόπον γάρ τινα ἄπειρα <lb/>φαίνεται, καὶ οὐ μόνον ἅ
							τινες λέγουσι διορίζοντες, λογιστικὸν <lb/>καὶ θυμικὸν καὶ ἐπιθυμητικόν, οἱ δὲ τὸ
							λόγον ἔχον <lb/>καὶ τὸ ἄλογον· κατὰ γὰρ τὰς διαφορὰς δι’ ἃς ταῦτα χωρίζουσι, <lb/>καὶ
							ἄλλα φανεῖται μόρια μείζω διάστασιν ἔχοντα <lb/>τούτων, περὶ ὧν καὶ νῦν εἴρηται, τό τε
							θρεπτικόν, ὃ καὶ <lb/>τοῖς φυτοῖς ὑπάρχει καὶ πᾶσι τοῖς ζῴοις, καὶ τὸ αἰσθητικόν,
							<lb/>ὃ οὔτε ὡς ἄλογον οὔτε ὡς λόγον ἔχον θείη ἄν τις <lb/>ῥᾳδίως. Ἔτι δὲ τὸ
							φανταστικόν, ὃ τῷ μὲν εἶναι πάντων <lb/>ἕτερον, τινὶ δὲ τούτων ταὐτὸν ἢ ἕτερον, ἔχει
							πολλὴν ἀπορίαν, <lb/>εἴ τις θήσει κεχωρισμένα μόρια τῆς ψυχῆς. Πρὸς δὲ <lb/>τούτοις τὸ
							ὀρεκτικόν, ὃ καὶ λόγῳ καὶ δυνάμει ἕτερον ἂν <lb/>δόξειεν εἶναι πάντων. Καὶ ἄτοπον δὴ
							τοῦτο διασπᾶν· <lb/>ἔν τε τῷ λογιστικῷ γὰρ ἡ βούλησις γίνεται, καὶ ἐν τῷ ἀλόγῳ <lb/>ἡ
							ἐπιθυμία καὶ ὁ θυμός· εἰ δὲ τρία ἡ ψυχή, ἐν ἑκάστῳ <lb/>ἔσται ὄρεξις. Καὶ δὴ καὶ περὶ
							οὗ νῦν ὁ λόγος ἐνέστηκε, <lb/>τί τὸ κινοῦν κατὰ τόπον τὸ ζῷόν ἐστιν; Τὴν μὲν γὰρ κατ’
							<lb/>αὔξησιν καὶ φθίσιν κίνησιν, ἅπασιν ὑπάρχουσαν, τὸ πᾶσιν <lb/>ὑπάρχον δόξειεν ἂν
							κινεῖν τὸ γεννητικὸν καὶ θρεπτικόν· <lb/>περὶ δὲ ἀναπνοῆς καὶ ἐκπνοῆς καὶ ὕπνου καὶ
							ἐγρηγόρσεως <lb/>ὕστερον ἐπισκεπτέον· ἔχει γὰρ καὶ ταῦτα πολλὴν ἀπορίαν. <lb/>Ἀλλὰ
							περὶ τῆς κατὰ τόπον κινήσεως, τί τὸ κινοῦν τὸ ζῷον <pb n="235"/> τὴν πορευτικὴν
							κίνησιν, σκεπτέον. Ὅτι μὲν οὖν οὐχ ἡ <lb/>θρεπτικὴ δύναμις, δῆλον· ἀεί τε γὰρ ἕνεκά
							του ἡ κίνησις <lb/>αὕτη, καὶ ἢ μετὰ φαντασίας ἢ ὀρέξεώς ἐστιν· οὐθὲν γὰρ μὴ
							<lb/>ὀρεγόμενον ἢ φεῦγον κινεῖται ἀλλ’ ἢ βίᾳ. Ἔτι κἂν τὰ <lb/>φυτὰ κινητικὰ ἦν, κἂν
							εἶχέ τι μόριον ὀργανικὸν πρὸς τὴν <lb/>κίνησιν ταύτην. Ὁμοίως δὲ οὐδὲ τὸ αἰσθητικόν·
							πολλὰ <lb/>γάρ ἐστι τῶν ζῴων ἃ αἴσθησιν μὲν ἔχει, μόνιμα δ’ ἐστὶ καὶ <lb/>ἀκίνητα διὰ
							τέλους. Εἰ οὖν ἡ φύσις μήτε ποιεῖ μάτην <lb/>μηθὲν μήτε ἀπολείπει τι τῶν ἀναγκαίων,
							πλὴν ἐν τοῖς <lb/>πηρώμασι καὶ ἐν τοῖς ἀτελέσιν· τὰ δὲ τοιαῦτα τῶν ζῴων <lb/>τέλεια
							καὶ οὐ πηρώματά ἐστιν· σημεῖον δ’ ὅτι ἔστι γεννητικὰ <lb/>καὶ ἀκμὴν ἔχει καὶ φθίσιν·
							ὥστ’ εἶχεν ἂν καὶ τὰ ὀργανικὰ <lb/>μέρη τῆς πορείας. Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τὸ λογιστικὸν
							<lb/>καὶ ὁ καλούμενος νοῦς ἐστὶν ὁ κινῶν· ὁ μὲν γὰρ θεωρητικὸς <lb/>οὐθὲν νοεῖ
							πρακτόν, οὐδὲ λέγει περὶ φευκτοῦ καὶ διωκτοῦ <lb/>οὐθέν, ἡ δὲ κίνησις ἢ φεύγοντός τι ἢ
							διώκοντός τί ἐστιν. <lb/>Ἀλλ’ οὐδ’ ὅταν θεωρῇ τι τοιοῦτον, ἤδη κελεύει φεύγειν <lb/>ἢ
							διώκειν, οἷον πολλάκις διανοεῖται φοβερόν τι ἢ ἡδύ, οὐ <lb/>κελεύει δὲ φοβεῖσθαι, ἡ δὲ
							καρδία κινεῖται, ἂν δ’ ἡδύ, ἕτερόν <lb/>τι μόριον. Ἔτι καὶ ἐπιτάττοντος τοῦ νοῦ καὶ
							λεγούσης <lb/>τῆς διανοίας φεύγειν τι ἢ διώκειν οὐ κινεῖται, ἀλλὰ κατὰ τὴν
							<lb/>ἐπιθυμίαν πράττει, οἷον ὁ ἀκρατής. Καὶ ὅλως δὲ ὁρῶμεν <lb/>ὅτι ὁ ἔχων τὴν
							ἰατρικὴν οὐκ ἰᾶται, ὡς ἑτέρου τινὸς κυρίου <lb/>ὄντος τοῦ ποιεῖν κατὰ τὴν ἐπιστήμην,
							ἀλλ’ οὐ τῆς ἐπιστήμης. <lb/>Ἀλλὰ μὴν οὐδ’ ἡ ὄρεξις ταύτης κυρία τῆς κινήσεως· <pb n="236"/> οἱ γὰρ ἐγκρατεῖς ὀρεγόμενοι καὶ ἐπιθυμοῦντες οὐ πράττουσιν <lb/>ὧν ἔχουσι
							τὴν ὄρεξιν, ἀλλ’ ἀκολουθοῦσι τῷ νῷ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Φαίνεται δέ γε δύο ταῦτα κινοῦντα, ἢ ὄρεξις ἢ νοῦς, <lb/>εἴ τις τὴν φαντασίαν τιθείη
							ὡς νόησίν τινα· πολλὰ γὰρ <lb/>παρὰ τὴν ἐπιστήμην ἀκολουθοῦσι ταῖς φαντασίαις, καὶ ἐν
							<lb/>τοῖς ἄλλοις ζῴοις οὐ νόησις οὐδὲ λογισμός ἐστιν, ἀλλὰ <lb/>φαντασία. Ἄμφω ἄρα
							ταῦτα κινητικὰ κατὰ τόπον, νοῦς <lb/>καὶ ὄρεξις. Νοῦς δὲ ὁ ἕνεκά του λογιζόμενος καὶ ὁ
							πρακτικός· <lb/>διαφέρει δὲ τοῦ θεωρητικοῦ τῷ τέλει. Καὶ ἡ ὄρεξις <lb/>ἕνεκά του πᾶσα·
							οὗ γὰρ ἡ ὄρεξις, αὕτη ἀρχὴ τοῦ πρακτικοῦ <lb/>νοῦ· τὸ δ’ ἔσχατον ἀρχὴ τῆς πράξεως.
							Ὥστε εὐλόγως <lb/>ταῦτα δύο φαίνεται τὰ κινοῦντα, ὄρεξις καὶ διάνοια <lb/>πρακτική· τὸ
							ὀρεκτὸν γὰρ κινεῖ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ διάνοια <lb/>κινεῖ, ὅτι ἀρχὴ αὐτῆς ἐστὶ τὸ ὀρεκτόν.
							Καὶ ἡ φαντασία <lb/>δὲ ὅταν κινῇ οὐ κινεῖ ἄνευ ὀρέξεως. Ἓν δή τι τὸ κινοῦν <lb/>τὸ
							ὀρεκτόν. Εἰ γὰρ δύο, νοῦς καὶ ὄρεξις, ἐκίνουν, κατὰ <lb/>κοινὸν ἄν τι ἐκίνουν εἶδος.
							Νῦν δὲ ὁ μὲν νοῦς οὐ φαίνεται <lb/>κινῶν ἄνευ ὀρέξεως· ἡ γὰρ βούλησις ὄρεξις· ὅταν δὲ
							κατὰ <lb/>τὸν λογισμὸν κινῆται, καὶ κατὰ βούλησιν κινεῖται. Ἡ δ’ <lb/>ὄρεξις κινεῖ
							παρὰ τὸν λογισμόν· ἡ γὰρ ἐπιθυμία ὄρεξίς τις <lb/>ἐστίν. Νοῦς μὲν οὖν πᾶς ὀρθός·
							ὄρεξις δὲ καὶ φαντασία <lb/>καὶ ὀρθὴ καὶ οὐκ ὀρθή. Διὸ ἀεὶ κινεῖ μὲν τὸ ὀρεκτόν,
							<lb/>ἀλλὰ τοῦτ’ ἐστὶν ἢ τὸ ἀγαθὸν ἢ τὸ φαινόμενον ἀγαθόν. <lb/>Οὐ πᾶν δέ, ἀλλὰ τὸ
							πρακτὸν ἀγαθόν. Πρακτὸν δ’ ἐστὶ <lb/>τὸ ἐνδεχόμενον καὶ ἄλλως ἔχειν. Ὅτι μὲν οὖν ἡ
							τοιαύτη <pb n="237"/> δύναμις κινεῖ τῆς ψυχῆς ἡ καλουμένη ὄρεξις, φανερόν. Τοῖς
							<lb/>δὲ διαιροῦσι τὰ μέρη τῆς ψυχῆς, ἐὰν κατὰ τὰς δυνάμεις διαιρῶσι <lb/>καὶ χωρίζωσι,
							πάμπολλα γίνεται, θρεπτικόν, αἰσθητικόν, <lb/>νοητικόν, βουλευτικόν, ἔτι ὀρεκτικόν·
							ταῦτα γὰρ <lb/>πλέον διαφέρει ἀλλήλων ἢ τὸ ἐπιθυμητικὸν καὶ θυμικόν. <lb/>Ἐπεὶ δ’
							ὀρέξεις γίνονται ἐναντίαι ἀλλήλαις, τοῦτο δὲ συμβαίνει <lb/>ὅταν ὁ λόγος καὶ ἡ
							ἐπιθυμία ἐναντίαι ὦσι, γίνεται <lb/>δ’ ἐν τοῖς χρόνου αἴσθησιν ἔχουσιν (ὁ μὲν γὰρ νοῦς
							διὰ τὸ <lb/>μέλλον ἀνθέλκειν κελεύει, ἡ δ’ ἐπιθυμία διὰ τὸ ἤδη· φαίνεται <lb/>γὰρ τὸ
							ἤδη ἡδὺ καὶ ἁπλῶς ἡδὺ καὶ ἀγαθὸν ἁπλῶς, <lb/>διὰ τὸ μὴ ὁρᾶν τὸ μέλλον), εἴδει μὲν ἓν
							ἂν εἴη τὸ κινοῦν <lb/>τὸ ὀρεκτικόν, ᾗ ὀρεκτικόν, πρῶτον δὲ πάντων τὸ ὀρεκτόν
							<lb/>(τοῦτο γὰρ κινεῖ οὐ κινούμενον τῷ νοηθῆναι ἢ φαντασθῆναι), <lb/>ἀριθμῷ δὲ πλείω
							τὰ κινοῦντα. Ἐπειδὴ δ’ ἐστὶ τρία, ἓν <lb/>μὲν τὸ κινοῦν, δεύτερον δ’ ᾧ κινεῖ, τρίτον
							τὸ κινούμενον· <lb/>τὸ δὲ κινοῦν διττόν, τὸ μὲν ἀκίνητον, τὸ δὲ κινοῦν καὶ κινούμενον·
							<lb/>ἔστι δὲ τὸ μὲν ἀκίνητον τὸ πρακτὸν ἀγαθόν, τὸ δὲ <lb/>κινοῦν καὶ κινούμενον τὸ
							ὀρεκτικόν (κινεῖται γὰρ τὸ κινούμενον <lb/>ᾗ ὀρέγεται, καὶ ἡ κίνησις ὄρεξίς τίς ἐστιν
							ᾗ ἐνέργεια), <lb/>τὸ δὲ κινούμενον τὸ ζῷον· ᾧ δὲ κινεῖ ὀργάνῳ ἡ ὄρεξις, <lb/>ἤδη τοῦτο
							σωματικόν ἐστιν· διὸ ἐν τοῖς κοινοῖς σώματος καὶ <lb/>ψυχῆς ἔργοις θεωρητέον περὶ
							αὐτοῦ. Νῦν δὲ ὡς ἐν κεφαλαίῳ <lb/>εἰπεῖν τὸ κινοῦν ὀργανικῶς, ὅπου ἀρχὴ καὶ τελευτὴ τὸ
							<lb/>αὐτό, οἷον ὁ γιγγλυμός· ἐνταῦθα γὰρ τὸ κυρτὸν καὶ κοῖλον <lb/>τὸ μὲν τελευτὴ τὸ
							δ’ ἀρχή· διὸ τὸ μὲν ἠρεμεῖ τὸ δὲ <pb n="238"/> κινεῖται, λόγῳ μὲν ἕτερα ὄντα, μεγέθει
							δ’ ἀχώριστα· πάντα <lb/>γὰρ ὤσει καὶ ἕλξει κινεῖται. Διὸ δεῖ ὥσπερ ἐν κύκλῳ μένειν
							<lb/>τι, καὶ ἐντεῦθεν ἄρχεσθαι τὴν κίνησιν. Ὅλως μὲν οὖν, ὥσ περ <lb/>εἴρηται, ᾗ
							ὀρεκτικὸν τὸ ζῷον, ταύτῃ αὑτοῦ κινητικόν· ὀρεκτικὸν <lb/>δὲ οὐκ ἄνευ φαντασίας·
							φαντασία δὲ πᾶσα ἢ λογιστικὴ <lb/>ἢ αἰσθητική. Ταύτης μὲν οὖν καὶ τὰ ἄλλα ζῷα
							<lb/>μετέχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Σκεπτέον δὲ καὶ περὶ τῶν ἀτελῶν, τί τὸ κινοῦν ἐστίν, <lb/>οἷς ἁφὴ μόνον ὑπάρχει
							αἴσθησις, πότερον ἐνδέχεται φαντασίαν <lb/>ὑπάρχειν τούτοις, ἢ οὔ, καὶ ἐπιθυμίαν.
							Φαίνεται γὰρ <lb/>λύπη καὶ ἡδονὴ ἐνοῦσα. Εἰ δὲ ταῦτα, καὶ ἐπιθυμίαν ἀνάγκη.
							<lb/>Φαντασία δὲ πῶς ἂν ἐνείη; Ἢ ὥσπερ καὶ κινεῖται ἀορίστως, <lb/>καὶ ταῦτ’ ἔνεστι
							μέν, ἀορίστως δ’ ἔνεστιν. Ἡ μὲν <lb/>οὖν αἰσθητικὴ φαντασία, ὥσπερ εἴρηται, καὶ ἐν
							τοῖς ἄλλοις <lb/>ζῴοις ὑπάρχει, ἡ δὲ βουλευτικὴ ἐν τοῖς λογιστικοῖς· πότερον <lb/>γὰρ
							πράξει τόδε ἢ τόδε, λογισμοῦ ἤδη ἐστὶν ἔργον· <lb/>καὶ ἀνάγκη ἑνὶ μετρεῖν· τὸ μεῖζον
							γὰρ διώκει. Ὥστε δύναται <lb/>ἓν ἐκ πλειόνων φαντασμάτων ποιεῖν. Καὶ αἴτιον <lb/>τοῦτο
							τοῦ δόξαν μὴ δοκεῖν ἔχειν, ὅτι τὴν ἐκ συλλογισμοῦ <lb/>οὐκ ἔχει, αὕτη δὲ ἐκείνην. Διὸ
							τὸ βουλευτικὸν οὐκ ἔχει ἡ <lb/>ὄρεξις. Νικᾷ δ’ ἐνίοτε καὶ κινεῖ τὴν βούλησιν· ὁτὲ δ’
							<lb/>ἐκείνη ταύτην, ὥσπερ σφαῖρα, ἡ ὄρεξις τὴν ὄρεξιν, ὅταν <lb/>ἀκρασία γένηται.
							Φύσει δὲ ἀεὶ ἡ ἄνω ἀρχικωτέρα καὶ κινεῖ, <lb/>ὥστε τρεῖς φορὰς ἤδη κινεῖσθαι. Τὸ δ’
							ἐπιστημονικὸν οὐ <lb/>κινεῖται, ἀλλὰ μένει. Ἐπεὶ δ’ ἡ μὲν καθόλου ὑπόληψις <lb/>καὶ
							λόγος, ἡ δὲ τοῦ καθ’ ἕκαστα (ἡ μὲν γὰρ λέγει ὅτι δεῖ <lb/>τὸν τοιοῦτον τὸ τοιόνδε
							πράττειν, ἡ δὲ ὅτι τόδε τὸ νῦν <pb n="239"/> τοιόνδε, κἀγὼ δὲ τοιόσδε) ἤδη αὕτη κινεῖ
							ἡ δόξα, οὐχ ἡ <lb/>καθόλου. Ἢ ἄμφω, ἀλλ’ ἡ μὲν ἠρεμοῦσα μᾶλλον, ἡ δ’ οὔ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>Τὴν μὲν οὖν θρεπτικὴν ψυχὴν ἀνάγκη πᾶν ἔχειν ὅτι <lb/>περ ἂν ζῇ καὶ ψυχὴν ἔχῃ ἀπὸ
							γενέσεως μέχρι φθορᾶς· <lb/>ἀνάγκη γὰρ τὸ γενόμενον αὔξησιν ἔχειν καὶ ἀκμὴν καὶ
							φθίσιν, <lb/>ταῦτα δ’ ἄνευ τροφῆς ἀδύνατον· ἀνάγκη ἄρα ἐνεῖναι <lb/>τὴν θρεπτικὴν
							δύναμιν ἐν πᾶσι τοῖς φυομένοις καὶ φθίνουσιν. <lb/>Αἴσθησιν δ’ οὐκ ἀναγκαῖον ἐν ἅπασι
							τοῖς ζῶσιν· οὔτε γὰρ <lb/>ὅσων τὸ σῶμα ἁπλοῦν, ἐνδέχεται ἁφὴν ἔχειν, οὔτε ἄνευ
							<lb/>ταύτης οἷόν τε οὐθὲν εἶναι ζῷον· οὔτε ὅσα μὴ δεκτικὰ τῶν <lb/>εἰδῶν ἄνευ τῆς
							ὕλης. Τὸ δὲ ζῷον ἀναγκαῖον αἴσθησιν ἔχειν, <lb/>εἰ μηθὲν μάτην ποιεῖ ἡ φύσις. Ἕνεκά
							του γὰρ πάντα <lb/>ὑπάρχει τὰ φύσει, ἢ συμπτώματα ἔσται τῶν ἕνεκά του. Εἰ <lb/>οὖν πᾶν
							σῶμα πορευτικὸν μὴ ἔχον αἴσθησιν, φθείροιτο ἂν <lb/>καὶ εἰς τέλος οὐκ ἂν ἔλθοι, ὅ ἐστι
							φύσεως ἔργον· πῶς γὰρ <lb/>θρέψεται; Τοῖς μὲν γὰρ μονίμοις ὑπάρχει τὸ ὅθεν πεφύκασιν·
							<lb/>οὐχ οἷόν τε δὲ σῶμα ἔχειν μὲν ψυχὴν καὶ νοῦν κριτικόν, <lb/>αἴσθησιν δὲ μὴ ἔχειν,
							μὴ μόνιμον ὄν, γεννητὸν δέ. <lb/>Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ ἀγέννητον· διὰ τί γὰρ ἕξει; Ἢ γὰρ τῇ
							<lb/>ψυχῇ βέλτιον ἢ τῷ σώματι. Νῦν δ’ οὐδέτερον· ἡ μὲν γὰρ <lb/>οὐ μᾶλλον νοήσει, τὸ
							δ’ οὐθὲν ἔσται μᾶλλον δι’ ἐκεῖνο. <lb/>Οὐθὲν ἄρα ἔχει ψυχὴν σῶμα μὴ μόνιμον ἄνευ
							αἰσθήσεως. <lb/>Ἀλλὰ μὴν εἴγε αἴσθησιν ἔχει, ἀνάγκη τὸ σῶμα εἶναι ἢ <lb/>ἁπλοῦν ἢ
							μικτόν. Οὐχ οἷόν τε δὲ ἁπλοῦν· ἁφὴν γὰρ οὐχ <lb/>ἕξει, ἔστι δὲ ἀνάγκη ταύτην ἔχειν.
							Τοῦτο δὲ ἐκ τῶνδε δῆλον. <lb/>Ἐπεὶ γὰρ τὸ ζῷον σῶμα ἔμψυχόν ἐστι, σῶμα δὲ ἅπαν
							<lb/>ἁπτόν, ἁπτὸν δὲ τὸ αἰσθητὸν ἁφῇ, ἀνάγκη καὶ τὸ τοῦ ζῴου <pb n="240"/> σῶμα
							ἁπτικὸν εἶναι, εἰ μέλλει σώζεσθαι τὸ ζῷον. Αἱ γὰρ <lb/>ἄλλαι αἰσθήσεις δι’ ἑτέρων
							αἰσθάνονται, οἷον ὄσφρησις ὄψις <lb/>ἀκοή· ἁπτόμενον δέ, εἰ μὴ ἕξει αἴσθησιν, οὐ
							δυνήσεται τὰ μὲν <lb/>φεύγειν τὰ δὲ λαβεῖν. Εἰ δὲ τοῦτο, ἀδύνατον ἔσται σώζεσθαι
							<lb/>τὸ ζῷον. Διὸ καὶ ἡ γεῦσίς ἑστιν ὥσπερ ἁφή τις· <lb/>τροφῆς γάρ ἐστιν, ἡ δὲ τροφὴ
							τὸ σῶμα τὸ ἁπτόν. Ψόφος <lb/>δὲ καὶ χρῶμα καὶ ὀσμὴ οὐ τρέφει, οὐδὲ ποιεῖ οὔτ’ αὔξησιν
							<lb/>οὔτε φθίσιν. Ὥστε καὶ τὴν γεῦσιν ἀνάγκη ἁφὴν εἶναί τινα, <lb/>διὰ τὸ τοῦ ἁπτοῦ
							καὶ θρεπτικοῦ αἴσθησιν εἶναι. Αὗται μὲν <lb/>οὖν ἀναγκαῖαι τῷ ζῴῳ, καὶ φανερὸν ὅτι οὐχ
							οἷόν τε ἄνευ <lb/>ἁφῆς εἶναι ζῷον. Αἱ δὲ ἄλλαι τοῦ τε εὖ ἕνεκα καὶ γένει <lb/>ζῴων ἤδη
							οὐ τῷ τυχόντι, ἀλλὰ τισίν, οἷον τῷ πορευτικῷ <lb/>ἀνάγκη ὑπάρχειν· εἰ γὰρ μέλλει
							σώζεσθαι, οὐ μόνον <lb/>δεῖ ἁπτόμενον αἰσθάνεσθαι ἀλλὰ καὶ ἄποθεν. Τοῦτο δ’ ἂν
							<lb/>εἴη, εἰ διὰ τοῦ μεταξὺ αἰσθητικὸν εἴη τῷ ἐκεῖνο μὲν ὑπὸ τοῦ <lb/>αἰσθητοῦ πάσχειν
							καὶ κινεῖσθαι, αὐτὸ δ’ ὑπ’ ἐκείνου. Ὥσ περ <lb/>γὰρ τὸ κινοῦν κατὰ τόπον μέχρι τοῦ
							μεταβάλλειν ποιεῖ, <lb/>καὶ τὸ ὦσαν ἕτερον ποιεῖ ὥστε ὠθεῖν, καὶ ἔστι διὰ μέσου ἡ
							<lb/>κίνησις, καὶ δὴ τὸ μὲν πρῶτον κινοῦν ὠθεῖ οὐκ ὠθούμενον, <lb/>τὸ δ’ ἔσχατον μόνον
							ὠθεῖται οὐκ ὦσαν, τὸ δὲ μέσον ἄμφω, <lb/>πολλὰ δὲ μέσα, οὕτως ἐπ’ ἀλλοιώσεως, πλὴν ὅτι
							μένοντος <lb/>ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ ἀλλοιοῖ, οἷον εἰ εἰς κηρὸν βάψειέ τις, <lb/>μέχρι τούτου
							ἐκινήθη, ἕως ἔβαψεν· λίθος δὲ οὐδέν, ἀλλ’ <lb/>ὕδωρ μέχρι πόρρω. Ὁ δ’ ἀὴρ ἐπὶ πλεῖστον
							κινεῖται καὶ ποιεῖ <lb/>καὶ πάσχει, ἐὰν μένῃ καὶ εἷς ᾖ. Διὸ καὶ περὶ ἀνακλάσεως
							<lb/>βέλτιον ἢ τὴν ὄψιν ἐξιοῦσαν κλᾶσθαι, τὸν ἀέρα πάσχειν <lb/>ὑπὸ τοῦ σχήματος καὶ
							χρώματος, μέχρι περ οὗ ἂν εἷς ᾖ. <pb n="241"/> Ἐπὶ δὲ τοῦ λείου ἐστὶν εἷς· διὸ πάλιν
							οὗτος τὴν ὄψιν <lb/>κινεῖ, ὥσπερ ἂν εἰ τὸ ἐν τῷ κηρῷ σημεῖον διεδίδοτο μέχρι <lb/>τοῦ
							πέρατος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Ὅτι δ’ οὐχ οἷόν τε ἁπλοῦν εἶναι τὸ τοῦ ζῴου σῶμα, <lb/>φανερόν, λέγω δ’ οἷον πύρινον
							ἢ ἀέρινον. Ἄνευ μὲν γὰρ <lb/>ἁφῆς οὐδεμίαν ἐνδέχεται ἄλλην αἴσθησιν ἔχειν· τὸ γὰρ σῶμα
							<lb/>ἁπτικὸν τὸ ἔμψυχον πᾶν, ὥσπερ εἴρηται. Τὰ δὲ ἄλλα ἔξω <lb/>γῆς αἰσθητήρια μὲν ἂν
							γένοιτο, πάντα δὲ τῷ δι’ ἑτέρου <lb/>αἰσθάνεσθαι ποιεῖ τὴν αἴσθησιν καὶ διὰ τῶν
							μεταξύ. Ἡ δ’ <lb/>ἁφὴ τῷ αὐτῶν ἅπτεσθαί ἐστιν, διὸ καὶ τοὔνομα τοῦτο <lb/>ἔχει. Καίτοι
							καὶ τὰ ἄλλα αἰσθητήρια ἁφῇ αἰσθάνεται, <lb/>ἀλλὰ δι’ ἑτέρου· αὕτη δὲ δοκεῖ μόνη δι’
							αὑτῆς. Ὥστε τῶν <lb/>μὲν τοιούτων στοιχείων οὐθὲν ἂν εἴη σῶμα τοῦ ζῴου. Οὐδὲ <lb/>δὴ
							γήϊνον. Πάντων γὰρ ἡ ἁφὴ τῶν ἁπτῶν ἐστὶν ὥσπερ <lb/>μεσότης, καὶ δεκτικὸν τὸ
							αἰσθητήριον οὐ μόνον ὅσαι διαφοραὶ <lb/>γῆς εἰσίν, ἀλλὰ καὶ θερμοῦ καὶ ψυχροῦ καὶ τῶν
							ἄλλων <lb/>ἁπτῶν ἁπάντων. Καὶ διὰ τοῦτο τοῖς ὀστοῖς καὶ ταῖς θριξὶ <lb/>καὶ τοῖς
							τοιούτοις μορίοις οὐκ αἰσθανόμεθα, ὅτι γῆς ἐστίν. <lb/>Καὶ τὰ φυτὰ διὰ τοῦτο οὐδεμίαν
							ἔχει αἴσθησιν, ὅτι γῆς <lb/>ἐστίν· ἄνευ δὲ ἁφῆς οὐδεμίαν οἷόν τε ἄλλην ὑπάρχειν,
							<lb/>τοῦτο δὲ τὸ αἰσθητήριον οὐκ ἔστιν οὔτε γῆς οὔτε ἄλλου τῶν <lb/>στοιχείων οὐδενός.
							Φανερὸν τοίνυν ὅτι ἀνάγκη μόνης ταύτης <lb/>στερισκόμενα τῆς αἰσθήσεως τὰ ζῷα
							ἀποθνήσκειν· <lb/>οὔτε γὰρ ταύτην ἔχειν οἷόν τε μὴ ζῷον, οὔτε ζῷον ὂν <lb/>ἄλλην ἔχειν
							ἀνάγκη πλὴν ταύτης. Καὶ διὰ τοῦτο τὰ μὲν <lb/>ἄλλα αἰσθητὰ ταῖς ὑπερβολαῖς οὐ
							διαφθείρει τὸ ζῷον, οἷον <lb/>χρῶμα καὶ ψόφος καὶ ὀσμή, ἀλλὰ μόνον τὰ αἰσθητήρια, ἂν
							<lb/>μὴ κατὰ συμβεβηκός, οἷον ἂν ἅμα τῷ ψόφῳ ὦσις γένηται <pb n="242"/> καὶ πληγή, καὶ
							ὑπὸ ὁραμάτων καὶ ὀσμῆς ἕτερα κινεῖται, ἃ <lb/>τῇ ἁφῇ φθείρει. Καὶ ὁ χυμὸς δὲ ᾗ ἅμα
							συμβαίνει ἁπτικὸν <lb/>εἶναι, ταύτῃ φθείρει. Ἢ δὲ τῶν ἁπτῶν ὑπερβολή, οἷον <lb/>θερμῶν
							καὶ ψυχρῶν καὶ σκληρῶν, ἀναιρεῖ τὸ ζῷον· παντὸς <lb/>μὲν γὰρ αἰσθητοῦ ὑπερβολὴ ἀναιρεῖ
							τὸ αἰσθητήριον, ὥστε <lb/>καὶ τὸ ἁπτὸν τὴν ἁφήν, ταύτῃ δὲ ὥρισται τὸ ζῆν· ἄνευ
							<lb/>γὰρ ἁφῆς δέδεικται ὅτι ἀδύνατον εἶναι ζῷον. Διὸ ἡ τῶν <lb/>ἁπτῶν ὑπερβολὴ οὐ
							μόνον τὸ αἰσθητήριον φθείρει, ἀλλὰ καὶ <lb/>τὸ ζῷον, ὅτι ἀνάγκη μόνην ἔχειν ταύτην.
							Τὰς δ’ ἄλλας <lb/>αἰσθήσεις ἔχει τὸ ζῷον, ὥσπερ εἴρηται, οὐ τοῦ εἶναι ἕνεκα <lb/>ἀλλὰ
							τοῦ εὖ, οἷον ὄψιν, ἐπεὶ ἐν ἀέρι καὶ ὕδατι, ὅπως ὁρᾷ, <lb/>ὅλως δ’ ἐπεὶ ἐν διαφανεῖ,
							γεῦσίν τε διὰ τὸ ἡδὺ καὶ λυπηρόν, <lb/>ἵνα αἰσθάνηται τὸ ἐν τροφῇ καὶ ἐπιθυμῇ καὶ
							κινῆται, <lb/>ἀκοὴν δὲ ὅπως σημαίνῃ τι αὑτῷ, γλῶτταν δὲ ὅπως σημαίνῃ <lb/>τι ἑτέρῳ.
						</p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>