<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg102.1st1K-grc1:13-15</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg102.1st1K-grc1:13-15</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg102.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Περὶ τῶν τοῦ λάρυγγος ἰδίων μυῶν.</p><p>Δύο μὲν ἐπὶ τοῖς προσθίοις μέρεσι τοῦ χόνδρου τοῦ
<lb/>θυρεοειδοῦς, ὁ μὲν ἐκ τῶν δεξιῶν, ὁ δὲ ἐκ τῶν ἀριστερῶν
<lb/>ὄρθιοι κατὰ τὸ μῆκος ἐπίκεινται πεφυκότες ἐκ τῶν ταπεινῶν
<lb/>μερῶν τοῦ λαμβδοειδοῦς. ἀνασπῶσι δὲ οὗτοι πρός τε
<lb/>τὸ ἄνω καὶ πρόσω τὸν χόνδρον, ἕτεροι δὲ δύο μύες ἀπὸ
<lb/>τῶν ὀπίσω περάτων τοῦ θυρεοειδοῦς χόνδρου καθ’ ἑκάτερον
<lb/>εἷς ἐκφυόμενος καταφύονται τῷ στομάχῳ σφιγκτήρων
<lb/>τρόπον περιλαμβάνοντες αὐτὸν. συνάγειν οὗτοι καὶ προστέλλειν
<lb/>πεφύκασι τὸν χόνδρον. ἄλλοι δὲ δύο διφυεῖς τὰ πέρατα
<lb/>τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου χόνδρου συνάπτουσί τε καὶ συνάγουσι
<lb/>καὶ μετὰ τούτους ἄλλοι τέσσαρες ἐκ τοῦ δευτέρου

<pb n="951"/>

χόνδρου διήκοντες εἰς τὸν τρίτον· οἱ μὲν εἰς τοὐπίσω διαστέλλουσι
<lb/>τὴν διάρθρωσιν, οἱ δὲ εἰς τὰ πλάγια τὸ ἄνω πέρας
<lb/>ἀνοίγοντες τοῦ λάρυγγος· καὶ μετ’ αὐτοὺς ἄλλοι δύο
<lb/>μὴ φαινόμενοι πρὶν διοιχθῆναι τὸν λάρυγγα συνάπτουσι τὸν
<lb/>θυρεοειδῆ χόνδρον, τῷ μὲν ἀρυταινοειδεῖ διὰ παντὸς, οὐ
<lb/>διὰ παντός δὲ τῷ λοιπῷ τῷ ἀνωνύμῳ ἀντικειμένην οἱ μύες
<lb/>οὗτοι τὴν ἐνέργειαν ἔχουσι τοῖς προειρημένοις τέσσαρσι,
<lb/>στενοῦντες ἀκριβῶς ἅμα τοῖς εἰρημένοις δύο συμφυέσι τὸ
<lb/>κάτω πέρας τοῦ λάρυγγος. ἔστι δὲ καὶ περὶ τῇ βάσει τοῦ
<lb/>τρίτου χόνδρου μῦς διφυὴς ἢ δύο συμφυεῖς ἢ ὡς ἂν ἐθέλῃς
<lb/>ὀνομάζειν, οὐκ ἐν ἅπασι τοῖς ζώοις ὑπάρχοντες, ἀλλ’ ἐνίοις
<lb/>τισὶ συνάγοντες τὸν χόνδρον καὶ κλείοντες τὸν λάρυγγα.
<lb/>πεπλάνηνται δ’ οὐ σμικρὰ περὶ πολλοὺς τῶν εἰρημένων μυῶν
<lb/>οἱ ἀνατομικοί.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Περὶ τῶν ἐν ἄκρᾳ τῇ χειρὶ μυῶν.</p><p>Διττὰ μὲν γένη μυῶν ἐστιν ἐν ἄκρᾳ τῇ χειρὶ κατὰ τὰ
<lb/>ἔνδον αὐτῆς μέρη· μικροὶ μὲν πάντες ἐξ ἀνάγκης, ἀλλήλων

<pb n="952"/>

δὲ οὐκ ὀλίγον διαφέροντες, τά τε ἄλλα καὶ κατὰ τὸ μέγεθος.
<lb/>πέντε μὲν οὖν εἰσιν οἱ τῶν λοξῶν κινήσεων ἐπὶ τὸ
<lb/>ἔσω τε καὶ ἄνω κινοῦντες τοὺς δακτύλους, εἷς καθ’ ἕκαστον.
<lb/>ἕκτος δὲ ὁ τὸν ἀντίχειρα καλούμενον τὸν μέγαν προσάγων
<lb/>τῷ λιχανῷ. ὁ δὲ ἕβδομος ἀπάγει μέχρι πλείστου τὸν μικρὸν
<lb/>δάκτυλον ἀπὸ τῶν ἄλλων. τῶν μὲν οὖν ἐπὶ τὰ ἄνω
<lb/>καὶ ἔσω ὅλους τοὺς δακτύλους ἐκκλινόντων οἱ τέσσαρες μὲν
<lb/>ἐκ τῶν περιεχόντων ἀμφιεσμάτων τοὺς τένοντας, οἱ τὸ πρῶτόν
<lb/>τε καὶ τρίτον ἄρθρον ἐλέχθησαν κάμπτειν ἀρχόμενοι,
<lb/>τελευτῶσιν εἰς λεπτὸν τένοντα μετρίως στρογγύλον ὅλῳ τῷ
<lb/>πλαγίῳ μέρει καθ’ ἕκαστον δάκτυλον παραπεφυκότες, δι’
<lb/>οὗ δὴ κινοῦσιν αὐτοὺς τὴν εἰρημένην κίνησιν. ὁ δὲ πέμπτος
<lb/>ὁ τὸν μέγαν δάκτυλον ἀπάγων ἐπὶ πλεῖστον τοῦ λιχανοῦ
<lb/>τὴν κεφαλὴν ἀνηρτημένην ἔχων πρὸς τὸ πρῶτον ὀστοῦν τοῦ
<lb/>καρποῦ. τελευτήσας δὲ εἰς τένοντα ὁμοίως καὶ αὐτὸς τοῖς
<lb/>ἄλλοις λεπτὸν ὁμοίως καταφύεται τῷ μεγάλῳ δακτύλῳ καὶ
<lb/>τὴν αὐτὴν ἐργάζεται κίνησιν. ὁ δὲ προσάγων αὐτὸν τῷ

<pb n="953"/>

λιχανῷ τὴν ἐναντίαν ἔχων κίνησιν, τῷ δὲ λοξῷ ἴσως ἕλκει
<lb/>τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὴν ἑαυτοῦ κεφαλὴν ἀνηρτημένην. εἰς τὸ
<lb/>πρὸ τοῦ μέσου δακτύλου μετακάρπιον. ὁμογενῆ δὲ τούτῳ
<lb/>κίνησιν ἔχει μῦς ἄλλος, ἐκφυόμενος μὲν ἐκ τοῦ πρώτου τῶν
<lb/>κατὰ τὸν καρπὸν ὀστῶν τοῦ ταπεινοῦ τὴν θέσιν, καταφυόμενος
<lb/>δὲ εἰς τὰ κάτω τοῦ μικροῦ δακτύλου κατὰ φύσιν ἐσχηματισμένης
<lb/>δηλονότι τῆς χειρὸς ἀπάγων αὐτὸν ἐπὶ πλεῖστον
<lb/>τοῦ παραμέσου· καὶ τοίνυν εἰκότως οὕτως καὶ τὸν μέγιστον
<lb/>ἀπάγων τοῦ λιχανοῦ μείζονές εἰσι πολὺ τῶν ἄλλων πέντε
<lb/>μυῶν ἀνηρτῆσθαι δεηθέντες εἰς τὸν καρπὸν ἕνεκεν τῆς ἐπὶ
<lb/>πολὺ κινήσεως. ἀρθέντων δ’ αὐτῶν ἅμα τοῖς τένουσιν ἅλλοι
<lb/>μύες ἐν τῷ μετακαρπίῳ κείμενοι φανοῦνταί σοι τοῖς τε
<lb/>ἀνατομικοῖς ἀγνοηθέντες ἅπασι, κἀμοὶ δὲ μέχρι πολλοῦ, τὴν
<lb/>δ’ ἔκφυσιν ἔχοντες ἐκ τοῦ περιλαμβάνοντος συνδέσμου τὰ
<lb/>κατὰ τὸν καρπὸν ὀστᾶ· κατ’ ἐκεῖνο μάλιστα τὸ μέρος ἔνθα
<lb/>παύεται μὲν ὁ καρπὸς, ἄρχεται δὲ τὸ μετακάρπιον. ἐντεῦθεν
<lb/>δ’ ὁρμώμενοι πρὸς τὴν πρώτην διάρθρωσιν ἥκουσιν

<pb n="954"/>

ἑκάστου δακτύλου δύο καθ’ ἕκαστον ὄντες, ἐμφυόμενοί τε
<lb/>τῆς μέσης χώρας ἑκατέρωθεν, ὡς ἐπιλαμβάνειν τι καὶ τοῦ
<lb/>πλαγίου· καὶ διὰ τοῦτό γε αὐτὸ μετὰ παρεγκλίσεως τῆς εἰς
<lb/>τὸ πλάγιον ἑκάστου τῶν δακτύλων κάμπτουσι τὸ πρῶτον
<lb/>ἄρθρον, ὃ καὶ διὰ τοῦ περιέχοντος συνδέσμου τοὺς μεγάλους
<lb/>τένοντας ἔφην κάμπτεσθαι. κατὰ δὲ τὸν μέγαν δάκτυλον
<lb/>οὐκ ἴσος γ’ ἔστιν ὁ τῶν εἰρημένων μυῶν ἀριθμὸς τοῦ τὸν
<lb/>μέγαν δάκτυλον ἐπὶ πλεῖστον ἀπάγοντος τῶν ἄλλων· εἷς μὲν
<lb/>γάρ ἐστι μακρότερος καὶ καταφύεται τῷ δακτύλῳ, πλησίον
<lb/>τῆς δευτέρας διαρθρώσεως, οὐ πάνυ μὲν ἐκείνην σαφῶς κινῶν,
<lb/>τὴν πρώτην δὲ μᾶλλον. οἱ δ’ ἐφεξῆς αὐτοῦ δύο τὴν
<lb/>δευτέραν κάμπτουσι διάρθρωσιν, ὁ μὲν τοῦ προειρημένου
<lb/>τοῦ μείζονος ψαύων ἄνω ῥέπειν τὴν καμπτὴν ποιούμενος,
<lb/>ὁ δὲ μετ’ αὐτὸν ἐκκλίνων ἀτρέμα εἰς τὸ πλάγιον. ἁπάντων
<lb/>δὲ τῶν εἰρημένων ἕνδεκα μυῶν τῶνδε κοινόν ἐστιν ἔργον

<pb n="955"/>

τὴν πρὸς τὸν καρπὸν συνάρθρωσιν ἑκάστου τῶν κατὰ τὸ
<lb/>μετακάρπιον ὀστῶν κάμπτειν τοσοῦτον, ὅσον ἑκάστῃ πέφυκε
<lb/>κάμπτεσθαι. βραχύτατον δὲ τοῦτό ἐστι· συνήρθρωται γὰρ
<lb/>ἀλλήλοις τὰ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος ὀστᾶ, καὶ οὐ καθάπερ τὰ
<lb/>τῶν δακτύλων διήρθρωται· διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἡ τοῦ μεγάλου
<lb/>δακτύλου διάρθρωσις πρώτη ἐναργῆ τὴν κίνησιν ἔχειν.
<lb/>λεληθυῖαν δὲ καὶ τελέως ἀμυδρὰν ἡ τῶν τοῦ μετακάρπου
<lb/>πρὸς τὸν καρπὸν, ἐνίοτε μέντοι κατὰ τὸν μέγαν δάκτυλον
<lb/>οἱ δύο μόνοι φαίνονται μύες, ὁμοίως ἔχοντες τοῖς ἐπὶ τῶν
<lb/>ἄλλων. κἀκεῖνοι δὲ πολλάκις ἀλλήλοις δέ οὕτως εἰσὶ συμφυεῖς,
<lb/>ὡς ἕνα φαίνεσθαι καθ’ ἕκαστον δάκτυλον.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Περὶ τῶν ὑπὸ ταῖς κλεισὶ μυῶν.</p><p>Ὑφ’ ἑκατέρᾳ κλειδὶ μῦς ὑπόκειται μηδὲ φανῆναι σαφῶς
<lb/>δυνάμενος πρὶν ἀρθῆναι τὴν κλεῖν. ἔστι δὲ σαρκώδης
<lb/>ὅλος ἑκάτερος αὐτῶν, εἰς ὀστᾶ δύο τὴν κεφαλὴν κατὰ φύσιν
<lb/>ἔχων· τήν τε κλεῖν αὐτὴν καὶ τὴν πρώτην τοῦ θώρακος

<pb n="956"/>

πλευρὰν τὴν μικρὰν, ἣν ἔνιοι κατακλεῖδα προσαγορεύουσι.
<lb/>τῇ μὲν οὖν κλειδὶ συμπέφυκε κατὰ τὰ πρὸς ἀκρώμιον ἀναφερόμενα
<lb/>μέρη, τὸ δὲ τῆς πλευρᾶς, ἵνα καὶ ὅπου συναρθροῦται
<lb/>τῷ στέρνῳ. περὶ τούτων τῶν μυῶν τῆς ἐνεργείας
<lb/>ἔνιοι μὲν ἀποροῦσι τῶν ἀνατομικῶν, ἔνιοι δὲ τὴν ὠμοπλάτην
<lb/>οἴονται προσαγορεύεσθαι, καθάπερ ὁ Λύκος ἐπί τε
<lb/>τῶν ἄλλων ζώων ὅσα κλεῖς οὐκ ἔχει· καὶ γὰρ καὶ νομίζει
<lb/>συμφύεσθαι τοὺς μῦς τῇ ἀγκυροειδεῖ τῆς ὠμοπλάτης ἀποφύσει
<lb/>μέγιστα σφαλλόμενος. ἐπὶ δὲ τῶν ἀνθρώπων καὶ
<lb/>τῶν κλεῖς ἐχόντων ζώων οὐδὲ τοῦτο δυνάμενος εἰπεῖν, τὴν
<lb/>ὡς συνδέσμου χρείαν αὐτοῖς ἀνατίθησιν· οὐ μὴν οὕτω γε
<lb/>ἔχει τὸ ἀληθὲς, ἀλλὰ καὶ οὗτοι οἱ μύες ὁμοίαν τοῖς μεσοπλευρίοις
<lb/>ὀνομαζομένοις μυσὶ τὴν ἐνέργειαν ἔχουσιν. ὥσπερ
<lb/>γὰρ ἐκείνων ἕκαστος ταῖς ἔξωθεν ἰσὶ πρὸς τὴν ὑψηλοτέραν
<lb/>πλευρὰν ἀνασπᾷ τὴν ταπεινοτέραν, οὕτω καὶ οἵδε πρὸς τὴν
<lb/>κλεῖν ἀνέλκουσι τὴν πρώτην πλευράν.</p><pb n="957"/></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>