<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg096.1st1K-grc1:62-65</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg096.1st1K-grc1:62-65</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg096.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="62"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.14">Κληῒς δὲ κατεηγεῖσα ἢν μὲν ἀτρεκέως ἀποκαυλισθῇ, εὐϊητοτέρη
							<lb/>ἐστὶν, ἢν δὲ παραμηκέως, δυσιητοτέρη. τἀναντία <lb/>δὲ τούτοις ἐστὶν ἢ ὡς ἄν τις
							οἴοιτο· τὴν μὲν γὰρ ἀτρεκέως <lb/>ἀποκαυλισθεῖσαν προσαναγκάσειεν ἄν τις μᾶλλον ἐς
							<lb/>τὴν φύσιν ἐλθεῖν καὶ εἰ πάνυ προμηθηθείη τὸ ἀνωτέρω, <lb/>κατωτέρω ἂν ποιήσειε
							σχήμασί τε ἐπιτηδείοισι καὶ ἐπιδέσει <pb n="405"/> ἁρμοζούσῃ. εἰ δὲ μὴ τελέως
							ἱδρυνθείη, ἀλλ’ οὖν <lb/>τὸ ὑπερέχον γε τοῦ ὀστέου οὐ κάρτα ὀξὺ γίνεται. ὡς δ’ <lb/>ἂν
							παράμηκες τὸ ὀστέον κατεάγῃ, ἰκέλη ἡ ξυμφορὴ γίνεται <lb/>τοῖσιν ὀστέοισι τοῖσιν
							ἀπεσπασμένοισι, περὶ ὧν πρόσθεν <lb/>γέγραπται· οὕτε γὰρ ἱδρυνθῆναι αὐτὸ πρὸς ἑωυτὸ
							<lb/>κάρτα ἐθέλει, ἥ τε ὑπερέχουσα ἀκρὶς τοῦ ὀστέου ὀξεῖα <lb/>γίνεται κάρτα. τὸ μὲν
							οὖν σύμπαν εἰδέναι χρὴ ὅτι <lb/>βλάβη οὐδεμίη τῷ ὤμῳ οὐδὲ τῷ ἄλλῳ σώματι γίνεται
							<lb/>διὰ τὴν κάτηξιν τῆς κληῖδος, ἢν μὴ ἐπισφακελίσῃ. ὀλιγάκις <lb/>δὲ τοῦτο
							γίνεται.</quote><p>Λέγει τὴν δι’ ὅλως ἀποκαυλισθεῖσαν, ὡς κατὰ μηδὲν <lb/>προσέχεσθαι, τὸ δὲ
							ἀντικείμενον τούτῳ τὸ οὐκ ἀτρεκέως <lb/>ἐστὶν, ὃ καθ’ ἕνα τρόπον γινόμενον ἐδήλωσεν
							εἰπών· ἢν δὲ <lb/>παραμηκέως, δυσιητοτέρη μετ’ αὐτοῦ καὶ συνενδείξασθαι <lb/>τὴν μὲν
							ἀκριβῶς ἀποκαυλιζομένην ἐγκαρσίαν πάσχειν τοῦτο, <lb/>τὴν δ’ οὐκ ἀκριβῶς κατὰ μῆκος.
							ὅταν μὲν οὖν ὁλοκλήρως <lb/>ἀποκαυλισθῇ, παραλλάττειν εἴωθε τοὐπίπαν ἀλλήλων τὰ <pb n="406"/> μόρια, καὶ τὸ μὲν ἄνω χωρεῖν, τὸ δὲ κάτω, τὸ μὲν ἔσω, τὸ <lb/>δὲ ἕξω. καὶ
							κατὰ τοῦτο φαίνεται μέγα τε τὸ κάταγμα καὶ <lb/>δυσίατον εἶναι, κατὰ δὲ τὸν ἕτερον
							τρόπον, ἡνίκα παραμήκης <lb/>ἐστὶν ἡ διάθεσις τοῦ κατάγματος, ἡ μὲν φαντασία
							μικροτέρα, <lb/>χαλεπωτέρα δὲ ἡ ἴασις. οὐ γὰρ ἐνδέχεται τὴν <lb/>ἐν κύκλῳ περιβολὴν
							ὥσπερ τὰ κῶλα μόνην δυναμένην <lb/>προστεῖλαι καὶ παραγαγεῖν τὸ παρὰ μῆκος ἐσχισμένον
							τῆς <lb/>κλειδός. ἐὰν οὖν, <milestone unit="ed2page" n="324"/>ὦν εἴρηκα νῦν εἴης
							μεμνημένος, <lb/>οὐδὲν ἐνεγκεῖν φαίνεται τῶν ἐφεξῆς ὑπ’ αὐτοῦ λεγομένων <lb/>ἀσαφές.
						</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="63"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.14">Αἶσχός γε μὴν προσγίνεται περὶ τὴν κάτηξιν τῆς κληῖδος
							<lb/>καὶ τούτοισι τοῖσι τὸ πρῶτον αἴσχιστον, ἔπειτα μὴν ἐπὶ <lb/>ἧσσον
							γίνεται.</quote><p>Βέλτιον ἦν εἰπεῖν ἐπὶ ἧσσον γίνεται· κατ’ ἀρχὰς μὲν <lb/>γὰρ τῷ ξένῳ τοῦ πράγματος
							αἰσχρὸν αὐτοῖς εἶναι δοκεῖ τὸ <pb n="407"/> γεγονός. ἐν δὲ τῷ χρόνῳ συνειθιζομένοις
							ὥσπερ ἐπὶ τοῖς <lb/>ἄλλοις ἅπασιν, οὕτω κἀπὶ τῷδε καταφρονεῖται τὸ αἶσχος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="64"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.14">Συμφύεται δὲ ταχέως κληῒς καὶ τἄλλα πάντα ὅσα χαῦνα
							<lb/>ὀστέα. ταχεῖαν γὰρ τὴν ἐπιπώρωσιν ποιέεται τὰ τοιαῦτα. <lb/>ὅταν μὲν οὖν νεωστὶ
							καταγῇ, οἱ τετρωμένοι σπουδάζουσιν <lb/>οἰόμενοι μεῖζον τὸ κακὸν εἶναι ἢ ὅσον ἐστὶν οἵ
							τε ἰητροὶ <lb/>προθυμέονται δῆθεν ὀρθῶς ἰῆσθαι. προϊόντος δὲ <lb/>τοῦ χρόνου οἱ
							τετρωμένοι, ἅτε οὐκ ὀδυνώμενοι οὔτε κωλυόμενοι <lb/>οὔτε ὁδοιπορίης οὔτε ἐδωδῆς
							καταμελέουσιν· <lb/>οἵ τε αὖ ἰητροὶ ἅτε οὐ δυνάμενοι κατὰ τὰ χωρία ἀποδεικνύναι
								<milestone unit="ed1page" n="596"/>
							<lb/>ἀποδιδράσκουσι καὶ οὐκ ἄχθονται τῇ <lb/>ἀμελείῃ τῶν τετρωμένων, ἐν τούτῳ δὲ ἡ
							ἐπιπώρωσις συνταχύνεται. <lb/>ἐπιδέσιος μὲν οὖν τρόπος καθέστηκε παραπλήσιος
							<lb/>τοῖσι πλείστοισι, κηρωτῇ καὶ σπλήνεσι καὶ ὀθονίοισι <lb/>μαλθακοῖσιν ἰητρεύειν,
							καὶ τάδε δεῖ προσιητρεύειν <lb/>καὶ τάδε δεῖ προσξυνιέναι καὶ μάλιστα ἐν τούτῳ τῷ
							χειρίσματι, <pb n="408"/> ὅτι τούς τε σπλῆνας πλείστους κατὰ τὸ ἐξέχον <lb/>χρὴ
							τιθέναι καὶ τοῖσι ἐπιδέσμοισι πλείστοισι καὶ μάλιστα <lb/>κατὰ τοῦτο χρὴ πιέζειν. εἰσὶ
							δὲ δή τινες οἳ ἐπεσοφίσαντο <lb/>ἤδη μολύβδιον βαρὺ προσεπικαταδεῖν, ὡς καταναγκάζειν
							<lb/>τὸ ὑπερέχον. ξυνιᾶσι μὲν οὖν ἴσως οὐδὲ οἱ ἁπλῶς <lb/>ἐπιδέοντες· ἀτὰρ δὴ οὐδὲ
							οὗτος ὁ τρόπος κληῖδος κατήξιός <lb/>ἐστιν, οὐ γὰρ δυνατὸν τὸ ὑπερέχον καταναγκάζεσθαι
							<lb/>οὐδὲν ὅ τι καὶ ἄξιον λόγου. ἄλλοι δ’ αὖ τινές εἰσιν οἵτινες <lb/>καταμαθόντες
							τοῦτο, ὅτι αὗται αἱ ἐπιδέσιες παράφοροί <lb/>εἰσι καὶ οὐ κατὰ φύσιν καταναγκάζουσι τὰ
							ὑπερέχοντα. <lb/>ἐπιδέουσι μὲν οὖν αὐτοὺς σπλήνεσι καὶ ὀθονίοισι <lb/>χρώμενοι, ὥσπερ
							καὶ οἱ ἄλλοι, ζώσαντες δὲ τὸν ἄνθρωπον <lb/>ταινίῃ τινὶ, ᾗ εὐζωστότατος αὐτὸς ἑωυτοῦ
							ἐστιν, ὅταν <lb/>ἐπιθῶσι τοὺς σπλῆνας ἐπὶ τὰ ὑπερέχοντα τοῦ κατήγματος
							<lb/>ἐξογκώσαντες ἐπὶ τὰ ἐξέχοντα τὴν ἀρχὴν τοῦ ὀθονίου <lb/>προσέδησαν πρὸς τὸ ζῶσμα
							ἐκ τοῦ ἔμπροσθεν καὶ <lb/>οὕτως ἐπιδέουσιν ἐπὶ τὴν ἴξιν τῆς κληῖδος ἐπιτανύοντες
							<lb/>ἐς τοὔπισθεν ἄγοντες, κἄπειτα περιβαλόντες περὶ τὸ <pb n="409"/> ζῶσμα ἐς
							τοὔμπροσθεν ἄγουσι καὶ αὖθις ἐς τοὔπισθεν. οἱ <lb/>δέ τινες οὐχὶ περὶ τὸ ζῶσμα
							περιβάλλουσι τὸ ὀθόνιον, <lb/>ἀλλὰ περὶ τὸ περίνεόν τε καὶ παρ’ αὐτὴν τὴν ἕδρην καὶ
							<lb/>παρὰ τὴν ἄκανθαν κυκλεύοντες τὸ ὀθόνιον, οὕτω πιέζουσι <lb/>τὸ κάταγμα. ταῦτα
							γοῦν ἀπείρῳ μὲν ἀκοῦσαι φαίνεται <lb/>ἐγγὺς τοῦ κατὰ φύσιν εἶναι, χρεωμένῳ δὲ ἄχρηστα·
							οὔτε <lb/>γὰρ μόνιμα οὐδένα χρόνον, οὐδ’ εἰ κατακέοιτό τις, καίτοι <lb/>ἐγγυτάτω ἂν
							οὕτως, ἀλλ’ ὅμως εἰ κατακείμενος ἢ τὸ σκέλος <lb/>συγκάμψειεν ἢ αὐτὸς καμφθείη, πάντα
							ἂν τὰ ἐπιδέσματα <lb/>κινέοιτο ἄλλως τε ἀσηρὴ ἡ ἐπίδεσις.</quote><p><milestone unit="ed2page" n="325"/>Τὴν αἰτίαν εἶπεν αὐτὸς τοῦ ταχέως τὰ τοιαῦτα
							<lb/>συμφύεσθαι, τοῦ μέντοι τὴν πώρωσιν γίγνεσθαι ταχεῖαν, <lb/>οὐκ ἔτ’ εἶπε τὴν
							αἰτίαν, ὡς ἂν ἐξ αὐτῶν τῶν ὀστῶν <lb/>τῆς φύσεως ὑπὲρ ὧν ὁ λόγος ἐστὶ νοηθῆναι
							δυναμένην. τὰ <lb/>γὰρ χαῦνα πλείονος ἐν αὐτοῖς ὑγρότητος μετέχει. λέλεκται <lb/>δὲ
							ἡμῖν ἐν τοῖς ἔμπροσθεν ὡς ἐκχεομένης αὐτῆς, εἶτα πηγνυμένης <lb/>ὑπὸ τῆς κατὰ τὸ
							πεπονθὸς ὀστοῦν δυνάμεως ὁ <pb n="410"/> πῶρος ἐπιτρέφεται τοῖς χείλεσι τοῦ κατεαγότος
							ὀστοῦ. κἀπειδὰν <lb/>ἱκανῶς τοῦτο γένηται, συνδεῖταί τε καὶ σφίγγεται <lb/>τὰ χείλη
							τοῦ κατάγματος, οὐ διὰ τοῦ βάθους ἐῤῥιμμένου <lb/>τοῦ πεπονθότος ὀστοῦ, καθάπερ
							ἐῤῥιμμέναι σάρκες, ἀλλ’ <lb/>ὡς εἴρηται κατὰ τὴν ἐκτὸς ἐπιφάνειαν, οἷον δεσμόν τινα
							<lb/>ἀχθομένου. τὰ δ’ ἑξῆς ἅπαντα δῆλα τοῖς προσέχουσι τὸν <lb/>νοῦν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="65"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.14">Ἥ τε γὰρ ἕδρη ἀπολαμβάνεται ἀθρόα τε τὰ ὀθόνια ἐν ταύτῃ
							<lb/>τῇ στενοχωρίῃ γίνεται. τά τε αὖ περὶ τὴν ζώνην παραβαλλόμενα <lb/>οὐχ οὕτως
							ἰσχυρῶς ἔζωσται, ὡς οὐκ ἀναγκάσαι <lb/>ἐς τὸ ἄνω τὴν ζώνην ἐπανιέναι καὶ οὕτως ἀνάγκη
							ἂν <lb/>εἴη πάντα χαλᾷν τὰ ἐπιδέσματα, ἄγχιστα δ’ ἄν τις δοκέῃ <lb/>ποιέειν, καίπερ οὐ
							μεγάλα ποιέων, εἰ τοῖσι μέν τισι <lb/>τῶν ὀθονίων περὶ τὴν ζώνην περιβάλλοι, τοῖσι δὲ
							πλείστοισι <lb/>τῶν ὀθονίων τὴν ἀρχαίην ἐπίδεσιν ἐπιδέοι· οὕτω <lb/>γὰρ ἂν μάλιστα τὰ
							ἐπιδέσματα μόνιμά τε εἴη καὶ ἀλλήλοισι <lb/>τιμωρέοι. τὰ μὲν οὖν πλεῖστα εἴρηται ὅσα
							καταλαμβάνει <pb n="411"/> τοὺς τὴν κληῖδα καταγνυμένους, προσξυνιέναι <lb/>δὲ καὶ
							τόδε χρὴ, ὅτι κληῒς ὡς ἐπὶ τὸ πουλὺ κατάγνυται, <lb/>ὥστε τὸ μὲν ἀπὸ τοῦ στήθεος
							πεφυκὸς ὀστέον εἰς τὸ <lb/>ἄνω μέρος ὑπερέχειν, τὸ δὲ ἀπὸ τῆς ἀκρωμίης πεφυκὸς
							<lb/>ὀστέον ἐν τῷ κάτω μέρει εἶναι. αἴτια δὲ τούτων τάδε, <lb/>ὅτι τὸ μὲν στῆθος οὔτε
							κατωτέρω ἂν πουλὺ οὔτε ἀνωτέρω <lb/>χωρήσειεν.</quote><p>Οὐκ ἔστι σύνθετον ὄνομα τὸ στενυγροχωρίῳ ἐκ τε τοῦ <lb/>ὑγροῦ καὶ τοῦ στενοῦ καὶ τῆς
							χώρας γεγονὸς, ὥς τινες νομίζουσιν, <lb/>ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ στενυγρὸν, ὅπερ οὐδ’ αὐτὸ πλέον
							<lb/>σημαίνει τοῦ στενοῦ κατὰ παραγωγήν τινα γεγενημένης <lb/>στενυγροχωρίας μηδὲν
							πλέον δηλούσης τῆς στενότητος. εὔδηλον <lb/>δὲ τοῦτο κἀξ ὧν Σιμωνίδης εἶπεν, ὧδέ πως
							ἐχόντων· <lb/>οὔπω τις οὕτω δασκίοις ἐν οὔρεσιν ἀνὴρ λέγονται δὶς ἐν οὐδὲ
							<lb/>πάρδαλιν μοῦνος στενυγρῷ συντυχὼν ἐν ἀτραπῷ. ψιλοῦται <lb/>δὲ δηλονότι κατὰ τὴν
							δευτέραν συλλαβήν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>