<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg096.1st1K-grc1:58-61</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg096.1st1K-grc1:58-61</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg096.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="58"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.12"><milestone unit="ed2page" n="320"/>Καὶ οἱ καλεόμενοι δὲ ἐκ γενεῆς γαλιάγκωνες διὰ
							<lb/>δισσὰς ξυμφορὰς ταύτας γίνονται· ἤν γέ τι τοιοῦτον αὐτοὺς <pb n="395"/> ἐξάρθρημα
							καταλάβῃ ἐν γαστρὶ ἐόντας, διά τε ἄλλην <lb/>συμφορὴν, περὶ ἦς ὕστερόν ποτε
							γεγράψεται.</quote><p>Εἴτε ἀπὸ τῆς πρὸς τὰς γαλᾶς ὁμοιότητος ἐκλήθησαν <lb/>οἱ γαλιάγκωνες εἴτ’ ἀπ’ ἄλλου
							τινὸς ἐπιτρέπειν χρὴ τοῖς <lb/>περὶ αὐτὰ σπουδάζουσιν ἐπιμελῶς ζητεῖν. ἰατρῷ δὲ
							χρήσιμον <lb/>ἐπίστασθαι τὸ γεννᾶσθαί τινας ἐξάρθρους ἀμφότερα <lb/>τὰ κατ’ ὦμον
							ἄρθρα, τό τε ἀριστερὸν καὶ τὸ δεξιὸν, ὅτι <lb/>τε μικροὺς ἐξ ἀνάγκης ἔχουσιν οὗτοι
							τοὺς βραχίονας. εἰδέναι <lb/>δεῖ τινα καὶ ἄλλην συμφορὰν ἐργαζομένην ταὐτὸ πάθημα,
							<lb/>περὶ ἧς αὖθις ἐρεῖν ἐπαγγέλλεται. χαλεπὸν δὲ εὑρεῖν <lb/>ἑτέραν, ἣν αὐτὸς ἐφεξῆς
							λέγει συμβαίνειν τοῖς νηπίοις. <lb/>ἔχει δὲ ἡ λέξις οὕτως. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="59"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.12">Ἀτὰρ καὶ οἷσιν ἔτι νηπίοισιν ἐοῦσι κατὰ τὴν κεφαλὴν τοῦ
							<lb/>βραχίονος βαθεῖαι καὶ ὑποβρύχιοι ἐκπυήσιες γίνονται; <lb/>καὶ οὗτοι πάντες
							γαλιάγκωνες γίνονται. καὶ ἤν τε τμηθῶσιν <pb n="396"/> ἤν τε καυθῶσιν ἤν τε αὐτόματόν
							σφιν ἐκραγῇ, <lb/>εὖ εἰδέναι χρὴ ὅτι ταῦτα οὕτως ἔχει. χρέεσθαι μέντοι <lb/>τῇ χειρὶ
							δυνατώτατοί εἰσιν οἱ ἐκ γενεῆς γαλιάγκωνες, <lb/>οὐ μὴν <milestone unit="ed1page" n="594"/>οὐδὲ ἐκεῖνοί γε ἀνατεῖναι παρὰ τὸ οὖς <lb/>τὸν βραχίονα ἐκτανύσαντες τὸν
							ἀγκῶνα δύνανται, ἀλλὰ <lb/>πολὺ ἐνδεεστέρως ἢ τὴν ὑγιέα χεῖρα.</quote><p>Δύναται δὲ τοῦτο καὶ κυουμένοις ἐπισυμβαίνειν· συμφορὰν <lb/>δ’ ἄλλην ἔτι κυουμένοις
							ἐξαρθρήματος αἰτίαν γίνεσθαι <lb/>χαλεπὸν εὑρεῖν, ἀμφοτέρας δὲ ταύτας οὐκ ἀδύνατον
							<lb/>συμβῆναι· καὶ γὰρ ἐκπυῆσαι δυνατόν ἐστι τὸ ἐκραγῆναι καὶ <lb/>ἀπουλωθῆναι τῷ
							κυουμένῳ τῷ βρέφει πρὸς τῆς φύσεως καὶ <lb/>τοῦτο μᾶλλον ἔτι κατὰ ἔμπτωσιν ἐνδέχεται
							τοῦ κατ’ ὦμον <lb/>ἄρθρου διά τε τὴν ὑγρότητα τῆς φύσεως τοῦ παιδίου καὶ <lb/>τῆς κατὰ
							διάρθρωσιν κοτύλης τὸ εὐυπέρβατον. </p></div><pb n="397"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="60"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.12">Οἷσι δ’ ἂν ἤδη ἂν ἀνδράσιν ἐοῦσι ἐκπέσῃ ὁ ὦμος καὶ μὴ
							<lb/>ἐμβληθῇ, ἐπωμὶς ἀσαρκωτέρη γίνεται καὶ ἡ ἕξις λεπτὴ <lb/>ἡ κατὰ τοῦτο, ὅταν
							μέντοι ὀδυνώμενοι παύσωνται. ὁκόσα <lb/>μὲν δεῖ ἐργάζεσθαι ἐπάραντας τὸν ἀγκῶνα ἀπὸ
							τῶν πλευρέων <lb/>εἰς τὸ πλάγιον, ταῦτα μὲν οὐ δύναται ἅπαντα ὁμοίως <lb/>ἐργάζεσθαι.
							ὁκόσα δὲ δεῖ ἐργάζεσθαι παραφέροντας τὸν <lb/>βραχίονα παρὰ τὰς πλευρὰς ἢ ἐς τοὐπίσω ἢ
							ἐς τοὔμπροσθεν. <lb/>ταῦτα δὲ δύνανται ἐργάζεσθαι· καὶ γὰρ ἂν ἀρίδα <lb/>ἑλκύσαιεν καὶ
							πρίονα καὶ πελεκίσαιεν ἂν καὶ σκάψαιεν, <lb/>ἂν μὴ κάρτα ἄνω αἴροντες τὸν ἀγκῶνα καὶ
							τἄλλα ὅσα <lb/>τῶν τοιούτων σχημάτων ἐργάζονται.</quote><p><milestone unit="ed2page" n="321"/>Ἡ ἐπωμὶς τοῖς οὕτω πεπονθόσι κἀν τῷ παραχρῆμα
							<lb/>φαίνηται λεπτοτέρα καὶ ἀσαρκωτέρα τῆς κεφαλῆς <lb/>τοῦ βραχίονος ἀπολειπούσης τὸν
							ὦμον, ἀλλὰ καὶ εἰς ὕστερον <lb/>ἔτι μᾶλλον φαίνεται τοιαύτη, διότι γίνεται τοῦ χρόνου
								<pb n="398"/> περιόντος ἀτροφώτερα τὰ μόρια τοῦ δελτοειδοῦς μυὸς ἀσθενοῦς
							<lb/>τεινομένου, διότι κάτω γίνεται βίαιος ἀκολουθῶν εἰς μασχάλην <lb/>τῆς κεφαλῆς τοῦ
							βραχίονος. ὅτι δὲ διὰ τὸ μὴ κινεῖσθαι μηδὲ <lb/>ἐνεργεῖν τὴν οἰκείαν ἐνέργειαν, ἣν
							εἶχεν ἀνατείνων τὸν βραχίονα, <lb/>ψυχρότερος καὶ ἀσθενέστερος ἀποτενούμενος καὶ
							ἀτροφώτερος <lb/>διὰ τοῦτο γίνεται· κίνησις μὲν γὰρ κρατύνει, ἀργίη δὲ τήκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="61"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.13">Ὅσοισι δ’ ἂν τὸ ἀκρώμιον ἀποσπασθῇ, τουτέοισι φαίνεται
							<lb/>ἐξέχον τὸ ὀστέον τῶν ἀπεσπασμένων. ἔστι δὲ τοῦτο ὁ <lb/>σύνδεσμος τῆς κληῖδος καὶ
							τῆς ὠμοπλάτης· ἑτεροίη γὰρ <lb/>φύσις ἀνθρώπου ταύτη ἢ τῶν ἄλλων ζώων. οἱ οὖν ἰητροὶ
							<lb/>μάλιστα ἐξαπατέονται ἐν τούτῳ τῷ τρώματι, ἅτε <lb/>γὰρ ἀνασχόντος τοῦ ὀστέου τοῦ
							ἀποσπασθέντος ἡ ἐπωμὶς <lb/>φαίνεται χαμαιζήλη καὶ κοίλη, ὥστε καὶ προμηθεῖσθαι
							<lb/>τῶν ὤμων τῶν ἐκπεπτωκότων. πολλοὺς οὖν οἶδα ἰητροὺς <lb/>τἄλλα οὐ φλαύρους
							ἐόντας, οἳ πολλὰ ἤδη ἐλυμήναντο ἐμβάλλειν <lb/>πειρώμενοι τοὺς τοιούτους ὤμους, οὕτως
							οἰόμενοι <pb n="399"/> ἐκπεπτωκέναι καὶ οὐ πρόσθεν παύονται πρὶν ἢ ἀπογνῶναι <lb/>ἢ
							ἀπορῆσαι δοκέοντας αὐτοὶ σφᾶς αὐτοὺς ἐμβαλέειν <lb/>τὸν ὦμον. τούτοισιν ἰητρείη μὲν,
							ἥπερ καὶ τοῖσιν ἄλλοισι <lb/>τοιούτοισι κηρωτὴ καὶ σπλῆνες καὶ ὀθόνια καὶ ἐπίδεσις
							<lb/>τοιαύτη. καταναγκάζειν μέντοι τὸ ὑπερέχον χρὴ καὶ τοὺς <lb/>σπλῆνας κατὰ τοῦτο
							τιθέναι πλείστους καὶ πιέζειν ταῦτα, <lb/>μάλιστα τὸν βραχίονα πρὸς τῇσι πλευρῇσι
							προσηρτημένον <lb/>ἐς τὸ ἄνω μέρος ἔχειν, οὕτω γὰρ ἂν μάλιστα πλησιάζοιτο
							<lb/>ἀπεσπασμένον. τάδε μὴν εὖ εἰδέναι χρὴ καὶ προλέγειν <lb/>ὡς ἀσφαλέα, εἰ ἄλλως
							ἐθέλοις· ὅτι βλάβη μὲν οὐδεμίη <lb/>οὔτε μικρὴ οὔτε μεγάλη τῷ ὤμῳ γίνεται ἀπὸ τούτου
							τοῦ <lb/>τρώματος, αἴσχιον δὲ τὸ χωρίον. οὐδὲ γὰρ τοῦτο τὸ <lb/>ὀστέον ἐς τὴν ἀρχαίην
							ἕδρην ὁμοίως ἂν ἱδρυνθείη, ὥσπερ <lb/>πέφυκεν, ἀλλ’ ἀνάγκη πλέον ἢ ἔλασσον ὀγκηρότερον
							εἶναι <lb/>ἐς τὸ ἄνω. οὐδὲ γὰρ ἄλλο ὀστέον οὐδὲν ἐς τὸ αὐτὸ καθίσταται, <lb/>ὅτι ἂν
							κοινωνέον ἐστὶν ἑτέρῳ ὀστέῳ καὶ προσπεφυκὸς <lb/>ἀποπασθῇ ἀπὸ τῆς ἀρχαίης φύσιος.
							ἀνώδυνον <pb n="400"/> δὲ τὸ ἀκρώμιον ἐν ὀλίγῃσιν ἡμέρῃσιν γίνεται, ἢν χρηστῶς
							<lb/>ἐπιδέηται.</quote><p>Σύνζευξιν ἐνδείκνυται τὸ ἀκρώμιον εἶναι, λέγει δὲ καὶ <lb/>ὀστοῦν ὑπάρχειν αὐτὸ καὶ
							συνδεῖν ἄμφω τὰ εἰρημένα. δῆλον <lb/>οὖν ὅτι χονδρῶδες ὀστοῦν ἐστι τὸ ἀκρώμιον
							ἐπικείμενον <lb/>τῇ συνζεύξει τῆς κλειδὸς καὶ τῆς ὠμοπλάτης, ὑμένας <milestone unit="ed2page" n="322"/>
							<lb/>ἐκπεφυκότας ἔχον, οἷς συνδεῖται τὰ πέρατα τῶν ὀστῶν. ἀποσπασθέντι <lb/>δὲ αὐτῷ
							καὶ κλεὶς εἴωθε συνέπεσθαι καὶ διὰ <lb/>τοῦτο ἐπανόρθωσις γίγνεται καταναγκαζομένης
							εἰς τὸ κάτω <lb/>τῆς κλειδὸς, ὡς ἀποτελεῖσθαί τινας κυκλοτερεῖς καμπὰς αὐτῆς.
							<lb/>ἐνταῦθα δὴ καὶ τοῖς νεωτέροις ἡ κατανάγκασις αὕτη <lb/>μᾶλλον ἐπιτυγχάνει· ὅσῳ
							γὰρ ἡ ἡλικία προέρχεται, ξηρότερα <lb/>τὰ σώματα ἡμῶν ἀποτελεῖται. καθάπερ οὖν τὰ ξηρὰ
							<lb/>ξύλα πρὸς καμπάς ἐστιν οὐκ ἐπιτήδεια, τὰ δὲ ὑγρὰ καὶ <lb/>χλωρὰ ῥᾳδίως πάσχει
							τοῦτο, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ <lb/>τῶν ἔτι αὐξανομένων ὀστᾶ δύναται κάμπτεσθαι
							καταναγκαζόμενα, <lb/>καὶ πολὺ μᾶλλον, ὅταν ᾖ χαῦνα καὶ σηραγγώδη, καθάπερ <pb n="401"/> κλείς ἐστι. καὶ ἔγωγ’ ἐπειράθην αὐτὸς ἐπ’ ἐμαυτοῦ <lb/>καμπτομένης αἰσθανόμενος τῆς
							κλειδὸς, ἔσφυζε γὰρ διὰ βάθους <lb/>ὁπότε σφοδρῶς κατασπασθῇ τῷ βιαίῳ τῆς ἐπιδέσεως,
							<lb/>ὑπέμεινα δὲ τοῦτο μέχρι μ΄ ἡμέρας, ἐν αἷς οὕτω προσήχθη <lb/>τῇ κεφαλῇ τοῦ
							βραχίονος ἡ κλεὶς, ὥστε τοὺς μὲν νῦν ὁρῶντας <lb/>ἀπιστεῖν εἰ ἀπεσπάσθη ποτὲ, τοὺς δὲ
							ἰδόντας ὁπόταν <lb/>ἀπεσπάσθη, τριῶν δακτύλων διάστημα τὸ μεταξὺ γενόμενον
							<lb/>ὑπερθαυμάζειν τὸ πρᾶγμα. συνέβη μέντοι τὸν βραχίονα <lb/>τελείως ἀτροφῆσαι κατ’
							ἐκεῖνον τὸν χρόνον, ὡς ἰσχνὸν παντελῶς <lb/>γενέσθαι, συνατροφῆσαι δ’ αὐτῷ καὶ τὸν
							πῆχυν. <lb/>ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐπανορθωσάμενος ἑνὶ βοηθήματι τῷ τῆς <lb/>ἐπιδέσεως
							ἀνετράφη σύμπαν τὸ κῶλον, οὐκ ἐν πολλῷ χρόνῳ <lb/>μετὰ τὸ λυθῆναι τοὺς ἐπιδέσμους. ἐπὶ
								<milestone unit="ed1page" n="595"/>δὲ μειρακίου <lb/>καὶ μᾶλλον ἐπὶ παιδίων
							ἑτοιμότερον ἡ ἐπίδεσις καταναγκάζοι <lb/>τὸ ὀστοῦν· ἐμοὶ μὲν γὰρ ἔτος ἄγοντι ε΄ καὶ λ΄
							οὕτω <lb/>παθεῖν ἐν παλαίστρᾳ συνέβη, οὐ μὴν ἄλλον γέ τινα τῶν <lb/>ἤδη τελείων
							ἐδυνήθην ὁμοίως ἰάσασθαι διὰ τὸ μὴ φέρειν <lb/>αὐτοὺς τὸ βίαιον τῆς ἐπιδέσεως. ἐγὼ δ’
							οὖν καὶ αὐτὸς <lb/>ἠσθανόμην ψυχροῦ τοῦ χωρίου πάντως, ὡς ἀναγκάζεσθαι <pb n="402"/>
							δι’ ὅλης ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἔλαιον καταντλεῖν θερμὸν, ὑποβεβλημένου <lb/>δέρματος ὅλῳ
							τῷ σώματι, γυμνὸς γὰρ ἐπ’ αὐτοῦ <lb/>κατεκείμην, ὡς ἂν καὶ τῶν ὑπὸ κύνα καυμάτων
							ὄντων. <lb/>ὑποκειμένης οὖν κατὰ τὸ πρὸς τῶν ποδῶν μέρος λεκάνης <lb/>κενῆς
							ἐσχημάτισται κατὰ τοῦτο πρὸς ἔκρουν ἐπιτηδείως τὸ <lb/>δέρμα, πάλιν τε τὸ ἀθροισθὲν ἐν
							τῇ λεκάνῃ μεταβαλόντες <lb/>εἰς λέβητα κατὰ πυρὸς ἐπικείμενον ἐθέρμαινον, ἐντεῦθεν
							<lb/>λαβόντες ἀπήντλουν τῷ πεπονθότι χωρίῳ παντί. καὶ εἰ <lb/>βραχύ ποτε διέλιπον,
							εὐθέως ἠσθανόμην τάσεως τῶν κατὰ <lb/>τὸν τράχηλον μυῶν, ὡς εἶναι δῆλον ὅτι σπασμὸς
							ἀκολουθήσει <lb/>ῥαθυμησάντων περὶ τὴν κατάντλησιν. ἐμοὶ μὲν καὶ <lb/>ἄλλο τι συνέβη
							κατὰ τὰς κακοπαθείας τῶν μυῶν αἴτιον οὐ <lb/>σμικρὸν, ὃ καὶ αὐτὸ καλῶς ἔχει δηλῶσαι,
							χάριν τοῦ νομίσαι <lb/>τινὰ διὰ μόνην τὴν κατανάγκασιν τῆς κλειδὸς εὐπαθεῖς
							<lb/>γενέσθαι τοὺς μύας. ἀποσπασθέντος γὰρ τοῦ ἀκρωμίου <lb/>κατὰ παλαίστραν ὁ
							παιδοτρίβης ἰδὼν ταπεινὴν τὴν <lb/>ἐπωμίδα καὶ εἰς μασχάλην ὠλισθηκέναι τὸν βραχίονα
							κατέτεινέ <lb/>τε καὶ μοχλεύειν ἐπεχείρει καὶ τεχνικῶς ἐνήργει <pb n="403"/> ταῦτα. μὴ
							προχωροῦντος δὲ τοῦ ἔργου καὶ μάτην τοῦ χρόνου <lb/>τριβομένου νομίσας αὐτὸν ἐν τῇ
							μοχλείᾳ τι σφάλλεσθαι, <lb/>τοὺς μὲν ἄλλους μετ’ ἐκείνου τείνειν τε τὸν βραχίονα καὶ
							<lb/>ἀντιτείνειν ἄνω τὸν ὦμον ἐκέλευον, αὐτὸς ὑποβαλὼν τῆς <lb/>ἀπαθοῦς χειρὸς τοὺς
							δακτύλους ὡς ἐσωτάτω τοῦ δοκοῦντος <lb/>ὠλισθηκέναι τὸν βραχίονα, ἵνα μεταξὺ τῶν
							πλευρῶν καὶ τῆς <lb/>κεφαλῆς αὐτοὺς παρενθεὶς ἀναμοχλεύσειεν αὐτὸ μικρὸν τοῦτο
							<lb/>μηδὲν εὑρὼν ἐν τῇ μασχάλῃ παρὰ φύσιν ἐκέλευον ἐπισχεῖν <lb/>τὴν τάσιν τοὺς ἅμα τῷ
							παιδοτρίβῃ τείνοντάς τε καὶ ἀντιτείνοντας, <lb/>
							<milestone unit="ed2page" n="323"/>οὐ γὰρ ἐκπεπτωκέναι τὸ ἄρθρον. οἱ δ’ <lb/>ὡς μετὰ
							τὴν ὀδύνην μαλθακιζομένου μου περιέτρεπόν τε <lb/>παρέχειν αὐτὸν ἑαυτοῖς οὐκ ἐμαυτοῦ,
							οὐκ ἐπαύοντό τε <lb/>τείνοντες, ὥς τις ἂν διέσπασε τὸν μῦν, ὡς ἤδη καὶ ἄλλοις
							<lb/>τισὶ συνέπεσεν, εἰ μὴ κατὰ τύχην ἐπιφανὴς ἕτερος εὖ ἰδὼν, <lb/>μηδέποτ’ ἂν διὰ
							μαλακίαν εἶρξα αὐτοὺς τῆς τάσεως, ἀπέλυσε <lb/>μὲν ἐκείνους, ἐμοὶ δ’ ἐπύθετο τί ποτ’
							ἂν εἵη τὸ γεγονὸς, <lb/>ὅ τι τε κελεύοι με πράττειν. εἶπον οὖν αὐτῷ τὸ μὲν
							<lb/>γεγονὸς ἀποσπασθῆναι τοῦ ἀκρωμίου, χρῄζειν δὲ ἐλαίου καὶ <pb n="404"/> ὀθονίου
							καὶ ἐρίων εἰς τὸ βαλανεῖον αὐτὸς ἐπορεύθην καὶ <lb/>πολὺ περιχεόμενος ἔλαιον
							ἐνδιέτριψα τῇ δεξαμένῃ, μέχρι <lb/>δυνατὸν ἦν, νομίζων ὅπως κομισθείη τὰ πρὸς τὴν
							θεραπείαν· <lb/>ὥστε μοι καὶ διὰ ταύτην τὴν κακοπάθειαν οἱ μύες <lb/>ἐδέοντο συνεχοῦς
							καταντλήσεως. οἱ πολλοὶ δὲ καὶ μὴ γενομένης <lb/>αὐτῆς τῆς ἐπιδέσεως οὐ φέρουσιν, ἀλλ’
							αἱροῦνται <lb/>τὴν εἰς τὸν ἔπειτα χρόνον ἐκ τοῦ πάθους ἔχειν δυσχέρειαν <lb/>ὑπὲρ τοῦ
							μὴ πονεῖσθαι μέχρι τεσσαρακονθημέρου· οὐ γὰρ <lb/>ἡγοῦμαι θᾶττον δύνασθαι τῶν τοσούτων
							ἀκριβῶς καμφθῆναι <lb/>τὸ τῆς κλειδὸς ὀστοῦν. τὰ δ’ ἄλλα τῆς ῥήσεως δῆλα. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>