<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg096.1st1K-grc1:26-37</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg096.1st1K-grc1:26-37</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg096.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.8">Καλῶς γὰρ Ὅμηρος καταμεμαθήκει ὅτι πάντων τῶν προβάτων
							<lb/>βόες ὅτι μάλιστα πονέουσι ταύτην τὴν ὥρην καὶ <lb/>βοῶν οἱ ἀρόται, ὅτι κατὰ τὸν
							χειμῶνα ἐργάζονται. τούτοισι <lb/>τοίνυν ἐκπίπτει μάλιστα, οὗτοι γὰρ μάλιστα
							λεπτύνονται· <lb/>τὰ μὲν γὰρ ἄλλα βοσκήματα δύναται βραχεῖαν <pb n="356"/> τὴν πόην
							βόσκεσθαι, βοῦς δὲ οὐ μάλα, πρὶν βαθεῖα <lb/>γένηται. τοῖσι μὲν γὰρ ἄλλοισίν ἐστι
							λεπτὴ ἡ προβολὴ <lb/>τοῦ χείλεος, λεπτὴ δὲ ἡ ἄνω γνάθος, παχεῖα δὲ <lb/>καὶ ἀμβλεῖα ἡ
							ἄνω γνάθος, διὰ ταῦτα ὑποβάλλειν εἰς τὰς <lb/>βραχεῖας πόας οὐ δύνανται.</quote><p>Πρόβατα νῦν εἷπεν ἅπαντα τὰ βοσκήματα, καθάπερ <lb/>ἐν τῷ περὶ ἱερῆς νόσου γέγραπται
							κατὰ λέξιν οὕτως· οὐκ <lb/>ἔστιν ἄλλο πρόβατον οὐδὲν ἢ βόες καὶ αἶγες. καὶ τὸ παρὰ
							<lb/>τῷ ποιητῇ τοιοῦτόν ἐστιν, ἔνθα φησί·</p><l>Πολλά τέ οἱ πρόβατ’ ἐστί.</l><p>βούλεται γὰρ ἀγέλας βοσκημάτων δηλοῦν. ἐχρήσαντο καὶ <lb/>ἄλλοι οὕτως τῶν παλαιῶν τῇ
							φωνῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.8"><quote><p>Τά τε αὖ μώνυχα τῶν ζώων, ἅτε ἀμφώδοντα ἐόντα. δύναται <lb/>μὲν γὰρ σαρκάζειν,
								δύναται δὲ ὑπὸ τὴν βραχεῖαν <pb n="357"/> πόην ὑποβάλλειν τοὺς ὀδόντας καὶ ἥδεται τῇ
								οὕτως ἐχούσῃ <lb/>πόῃ μᾶλλον ἢ τῇ βαθείῃ. καὶ γὰρ τὸ ἐπίπαν ἀμείνων <lb/>καὶ
								στερεωτέρη ἡ βραχεῖα πόη τῆς βαθείας, ὅτι καὶ πρὶν <lb/>ἐκκαρπεῖν τὴν βαθεῖαν. διὰ
								τοῦτο οὖν ἐποίησεν ὧδε <lb/>τάδε τὰ ἔπη·</p><l>ὡς δ’ ὁπότ’ ἀσπάσιον ἔαρ ἤλυθε βουσὶν ἕλιξιν.</l><p>ὅτι ἀσμενωτάτη τοῖσι αὐτοῖσιν ἡ βαθεῖα πόη φαίνεται. <lb/>ἀτὰρ καὶ ἄλλως ὁ βοῦς
								χαλαρὸν φύσει τὸ ἄρθρον τοῦτο <lb/>ἔχει μᾶλλον τῶν ἄλλων, διὰ τοῦτο καὶ εἰλίπουν
								ἐστὶ μᾶλλον <lb/>τῶν ἄλλων ζώων καὶ μάλιστα ὅταν λεπτὸν καὶ γηραλέον <lb/>ἔῃ, διὰ
								ταῦτα πάντα καὶ ἐκπίπτει βοΐ μάλιστα. <lb/>πλείω δὲ γέγραπται περὶ αὐτοῦ, ὅτι πάντων
								τῶν προειρημένων <lb/>ταῦτα μαρτύριά ἐστι. περὶ οὗ νῦν ὁ λόγος, τοῖσιν
								<lb/>ἀσάρκοισι μᾶλλον ἐκπίπτει, ὡς θᾶσσον ἐμπίπτειν ἢ <lb/>τοῖσιν εὖ σεσαρκωμένοισι
								καὶ ἧσσον ἐπιφλεγμαίνουσι τοῖσιν <lb/>ὑγροῖσι καὶ τοῖσιν ἀσάρκοισιν ἢ τοῖσι
								σκελιφροῖσι καὶ σεσαρκωμένοισι.</p></quote><pb n="358"/><p>Τὸ σαρκάζειν ἔνιοι μὲν δηλοῦν φασι συνάγειν ἀλλήλοις <lb/>τὰ χείλη σφοδρῶς οὕτως, ὡς
							δύνασθαι καὶ ἀποσπᾶσθαί τι <lb/>βοτάνης μέρος ὑπ’ αὐτῶν, ἔνιοι δὲ τὸ τοῖς ὀδοῦσι τὸ
							κάτω <lb/>μετὰ τοῦ ἄνω ἐργάζεσθαι ταὐτὸ, ἐπειδὴ καὶ οἱ σαρκάζοντές <lb/>τινες δάκνουσι
							τοῖς ὀδοῦσι τὸ χεῖλος. ἀλλ’ ἐκεῖνοι μὲν <lb/>τοῖς ἄνωθεν ὀδοῦσι τὸ κάτω χεῖλος
							δάκνουσι, τὰ δὲ μηρυκίζοντα <lb/>τὸν κάτω στοῖχον μόνον ἔχοντα τῶν ὀδόντων, χρῆσθαι
								<milestone unit="ed2page" n="307"/>
							<lb/>πρὸς τοὺς δάκνοντας διότι μὲν ὠνόμασται, <lb/>φασὶ, σαρκάζειν, ἐπειδὴ καὶ
							σαρκοφαγοῦντα τοῖς ζώοις ἑκατέροις <lb/>χρῆται· καὶ τούτοις ἔοικε τὰ συμφραζόμενα τῇ
							λέξει <lb/>μαρτυρεῖν, οὐ τὰ· μηρυκίζοντα τῶν ζώων εἰρηκότος αὐτοῦ <lb/>σαρκάζειν, ἀλλὰ
							τὰ τοὺς δύο τῶν ὀδόντων ἔχοντα στοίχους <lb/>ἃ καλοῦσιν ἀμφόδοντα. ταῦτα μὲν δύναται
							καὶ τὰς βραχείας <lb/>νέμεσθαι πόας, τουτέστι βοτάνας, οἷον ἵπποι καὶ ὄνοι καὶ
							<lb/>ἡμίονοι. τῶν δὲ τὸν ἕνα στοῖχον ἐχόντων ἐκεῖνα μόνα δύνανται, <lb/>οἷς λεπτὴ τοῦ
							χείλους ἐστὶ προβολὴ καὶ διὰ τοῦτο <pb n="359"/> μόνοι τῶν βοτάνας ἐσθιόντων ζώων οἱ
							βόες ἀποροῦσι τροφῆς <lb/>ἐν χειμῶνι, διότι μήτε σαρκάζειν δύνανται τὴν βραχεῖαν
							<lb/>πόαν, τουτέστι τοῖς ὀδοῦσιν ἀποτέμνειν αὐτὴν, μηδὲ <lb/>τοῖς χείλεσι
							παραλαμβάνειν δύνασθαι τὴν βραχεῖαν πόαν <lb/>ὁμοίως αἰξὶ καὶ προβάτοις. ταῦτα μὲν οὖν
							τὰ τρία γένη <lb/>τῶν ζώων ἔχει χηλάς. μώνυχα δέ ἐστι τὰ ἀμφόδοντα, συνῃρημένου
							<lb/>τοῦ ὀνόματος, ὥς φασιν οἱ τὰς ἐτυμολογίας τιμῶντες, <lb/>ἐκ τοῦ μονώνυχας,
							ἐπειδήπερ ἔχουσιν ὄνων ὄνυχας. <lb/>τοιοῦτον γὰρ ἐν τοῖς ὅπλοις ἔχουσι ζώοις, οἷς ἐστὶ
							τὸ κατ’ <lb/>ἄκρους τοὺς πόδας, οἷον ἀνθρώποις οἱ ὄνυχες, καὶ ἧσσον <lb/>ἐπιφλεγμαίνει
							τούτοις, ὅτι καὶ ῥᾷον ἐκπίπτει. τούτῳ γὰρ <lb/>ἕπεται καὶ τὸ τὸ ἐμβάλλεσθαι, τούτοις
							δ’ αὖ πάλιν τὸ μικρὰν <lb/>ἢ μηδ’ ὅλως ἕπεσθαι φλεγμονήν. ἐν γὰρ ταῖς βιαίοις
							<lb/>ἐκπτώσεσιν, ὥσπερ καὶ ταῖς ἐμβολαῖς, ὀδύναι γίνονται τοῖς <lb/>μυσὶν, αἷς ἕπονται
							φλεγμοναί. </p></div><pb n="360"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.8"><milestone unit="ed1page" n="588"/>Καὶ ἧσσόν γε δέδειται ἐς τὸν ἔπειτα χρόνον· ἀτὰρ
							καὶ ἡ <lb/>μύξα πλείων ὑπείη τοῦ μετρίου, μὴ ξὺν φλεγμονῇ δὲ, οὕτως <lb/>ἂν ὀλισθηρὸν
							εἴη. μυξωδέστερα γὰρ τοὐπίπαν τὰ <lb/>ἄρθρα τοῖσιν ἀσάρκοισιν ἢ τοῖσι σεσαρκωμένοισίν
							ἐστιν.</quote><p>Ἅπαντα δύναται λέγειν διττὸν ὄντα χρόνον τόν τε <lb/>μετὰ τὴν ἐμβολὴν εὐθέως, ἐν ᾧ
							θεραπεύονται τὰ φλεγμαίνοντα <lb/>μόρια καὶ τὸν τῆς διαδεχομένης αὐτὸν ἑξῆς ἀοχλήτου
							<lb/>καταστάσεως. ὁ μὲν γὰρ μετὰ τὴν ἐμβολὴν εὐθέως, ὅταν <lb/>μετὰ φλεγμονῆς ᾖ, δι’
							αὐτὴν ἐκείνην ἔχει ἐσφιγμένον τὸ <lb/>ἄρθρον, ὡς καὶ αὐτὸς εἴρηκεν, ὁ δὲ μετὰ τὴν
							θεραπείαν <lb/>ὅτι σύντονός ἐστιν ἐπὶ τῶν τοιούτων ἀνθρώπων ἡ τῶν μυῶν <lb/>οὐσία καὶ
							ὅτι διὰ τὰς ἐπιγινομένας φλεγμονὰς μεγάλας οὔσας <lb/>ὑπολείπεταί τις ἐν τοῖς μυσὶ
							σκληρότης, ὡς ὑπὸ δεσμοῦ <lb/>σφίγγεται τὸ ἄρθρον. </p></div><pb n="361"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.8-6.9">Καὶ γὰρ αὗται αἱ σάρκες τῶν μὴ ἀπὸ τέχνης ὀρθῶς
							λελιμαγχημένων <lb/>αἱ τῶν λεπτῶν μυξωδέστεραί εἰσιν ἢ αἱ τῶν <lb/>παχέων. ὅσοισι
							μέντοι ξὺν φλεγμονῇ μύξα ὑπογίνεται, ἡ <lb/>φλεγμονὴ δήσασα ἔχει τὸ ἄρθρον. διὰ τοῦτο
							οὐ μάλα <lb/>ἐκπίπτει τὰ ὑπόμυξα, ἐκπίπτοντα ἂν εἰ μή τι ἢ πλέον ἢ <lb/>ἔλασσον
							φλεγμονῆς ὑπεγένετο· οἷσι μὲν οὖν ὅταν ἐκπέσῃ <lb/>τὸ <milestone unit="ed2page" n="308"/>ἄρθρον καὶ μὴ ἐπιφλεγμήνῃ τὰ περιέχοντα, <lb/>χρῆσθαί τε ἀνωδύνως αὐτίκα τῷ
							ὤμῳ δύνανται. οὗτοι <lb/>μὲν οὐδὲν νομίζουσι δεῖν ἑωυτῶν ἐπιμελεῖσθαι. ἰητροῦ <lb/>μήν
							ἐστι καταμαντεύσασθαι τῶν τοιούτων. τοῖσι τοιούτοισιν <lb/>ἐκπίπτει καὶ αὖθις μᾶλλον
							καὶ οἷσιν ἂν ἐπιφλεγμήνῃ <lb/>τὰ νεῦρα, τοῦτο κατὰ πάντα τῷ ἀνθρώπῳ οὕτως <lb/>ἔχει
							καὶ μάλιστα κατ’ ὦμον καὶ κατὰ γόνυ. μάλιστα γὰρ <lb/>οὖν καὶ ὀλισθαίνῃ ταῦτα. οἶσι δ’
							ἂν ἐπιφλεγμήνῃ τὰ <lb/>νεῦρα οὐ δύνανται χρέεσθαι τῷ ὤμῳ· κωλύει γὰρ ἡ ὀδύνη <lb/>καὶ
							ἡ ξύντασις τῆς φλεγμονῆς. τοὺς οὖν τοιούτους ἰᾶσθαι <pb n="362"/> χρὴ κηρωτῇ καὶ
							σπλήνεσι καὶ ὀθονίοισι πολλοῖσιν <lb/>ὑποδέοντα. ὑποτιθέναι δὲ ἐς τὴν μασχάλην εἴριον
							μαλθακὸν, <lb/>καθαρὸν ξυνειλίσαντα, ἐκπλήρωμα τοῦ κοίλου <lb/>ποιέοντα, ἵνα
							ἀντιστήριγμα μὲν τῇ ἐπιδέσει ἔῃ, ἀνακωχέῃ <lb/>δὲ τὸ ἄρθρον. τὸν δὲ βραχίονα ἐς τὸ ἄνω
							ῥέποντα <lb/>ἴσχειν χρὴ τὰ πλεῖστα, οὕτω γὰρ ἂν οἵη ἑκάστῳ εἴη χωρίου, <lb/>ἐς ὃ
							ὄλισθεν ἡ κεφαλὴ τοῦ ὤμου. χρὴ δὲ ὅταν <lb/>ἐπιδήσῃς τὸν ὦμον ἔπειτα προσκαταδεῖν τὸν
							βραχίονα <lb/>πρὸς τὰς πλευρὰς ταινίῃ τινὶ κύκλῳ περὶ τὸ σῶμα
							<lb/>περιβάλλοντα.</quote><p>Ὅσοι διὰ λιμὸν ἢ διὰ πολιορκίαν ἢ πένθος ἢ λύπην ἢ <lb/>ἀνορεξίαν ἐνδεῶς
							προσφερόμενοι τροφὴν ἐλεπτύνθησαν, οὐκ <lb/>εὐθέως αἱ σάρκες αὐτοῖς γίνονται ξηραὶ,
							καθάπερ τοῖς <lb/>ὑπὸ τέχνης ὀρθῶς λελιμαγχημένοις. ἀλλ’ ὑγροτέρας τοὐπίπαν <lb/>ἐν
							ἁπάσαις εἴρηκε περιστάσεσιν ἀποτελούσας συντήξεων <lb/>τινῶν ἐν αὐταῖς γιγνομένων διὰ
							τὴν ἔνδειαν. οἶς δὲ καὶ <lb/>λυπεῖσθαι πρόσεστι καὶ μᾶλλον οὗτοι συντήκονται δὴ καὶ
								<pb n="363"/> μελεδόνας οἱ ποιηταὶ τὰς λύπας καλοῦσιν ἐν ἴσῳ τὰ μέλη <lb/>ἐδούσας
							καὶ κατεσθιούσας. συντήκεται δὲ ἐν αὐταῖς ἥ τε <lb/>πιμελὴ πᾶσα καὶ ὅση μαλθακὴ καὶ
							ὅση νεοπαγής ἐστι σάρξ. <lb/>ὅταν δὲ ἰατρὸς ἑκὼν ἰσχνότερον ἐργάζηταί τι, σῶμα μέν
							εὑρημένοις <lb/>τε τοῦτο πράττῃ καὶ μετὰ τοῦτο τρίβει ὅτε χρή. <lb/>εἴ τις γένοιτο
							σύντηξις, ἐκκενοῦν αὐτὴν εἴτε διὰ τῶν ἱδρώτων <lb/>αἰσθητῶς ἢ λόγῳ θεωρητῶς κατὰ τὴν
							ἄδηλον αἰσθήσει <lb/>διαπνοήν. εἰκὸς δὲ δήπου καὶ τῶν ἐδεσμάτων τε καὶ <lb/>πομάτων
							οὐκ ἀμελῶς ἔχειν αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ διὰ τούτων ἐπιχειρεῖν <lb/>εὐλύτους ἐργάζεσθαι τὰς
							ἐκκρίσεις ἁπάσας, οὐ μόνον <lb/>ὅσαι διὰ τῆς γαστρὸς, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν οὔρων
							γιγνομένας. <lb/>οὕτω γὰρ ἂν μάλιστα πανταχόθεν, εἴ τις εἵη κατὰ <lb/>τὸ σῶμα διὰ τὴν
							σύντηξιν ὑγρότης περὶ τὴν κένωσιν ἔξω <lb/>τοῦ σώματος ποιοῖτο. μένουσα γὰρ ἔνδον
							ὑπομυξώδεις τῷ <lb/>χρόνῳ τὰς σάρκας ἐργάζεται, κατὰ τὴν ἄδηλον διαπνοὴν <lb/>ἄνευ τῶν
							ἄλλων μᾶλλον γιγνομένην. ὅσον μὲν γὰρ ἀκριβῶς <lb/>λεπτόν ἐστι καὶ ὀῤῥῶδες ἐν τοῖς
							συντήγμασιν ἀπέρχεταί τε <lb/>καὶ διαφορεῖται. τὸ δὲ ὑποπαχύτερον ὑπομένει μόνον, ὅπερ
								<pb n="364"/> ἑνὶ τῷ χρόνῳ γλισχρότητά τινα προσλαμβάνον ὅμοιον μύξῃ <lb/>γίγνεται.
						</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.9">Χρὴ δὲ καὶ ἀνατρίβειν τὸν ὦμον ἡσυχέως καὶ λιπαρῶς.
							<lb/>πολλῶν δὲ ἔμπειρον δεῖ εἶναι τὸν ἰατρὸν, ἀτὰρ δὴ καὶ <lb/>ἀνατρίψιος· ἀπὸ γὰρ τοῦ
							αὐτοῦ ὀνόματος οὐ τὸ αὐτὸ <lb/>ἀποβαίνει. καὶ γὰρ ἂν δήσειεν ἄρθρον ἀνάτριψις
							χαλαρώτερον <lb/>τοῦ καιροῦ ἐὸν καὶ λύσειεν ἄρθρον σκληρότερον <lb/>τοῦ καιροῦ ἐόν.
							ἄλλα διοριεῖται ἡμῖν περὶ ἀνατρίψιος ἐν <lb/>ἄλλῳ λόγῳ. τὸν γοῦν τοιοῦτον ὦμον
							μαλθακοῖσι <milestone unit="ed2page" n="309"/>
							<lb/>χρὴ χερσὶν ἀνατρίβειν, συμφέρει γὰρ καὶ ἄλλως <lb/>πρῃέως.</quote><p>Εἰς τὸ μηδὲν ὑπολειφθῆναι λείψανον τῆς φλεγμονῆς <lb/>σκιῤῥῶδες ἐπιτήδειός ἐστιν
							ἡσύχως τε καὶ λιπαρῶς ἡ τρίψις <lb/>γιγνομένη. χρὴ δ’ αὐτὴν ποιεῖσθαι πολυειδῶς,
							περιφέρεσθαι <lb/>τὰς χεῖρας ἄνωθέν τε κάτω καὶ κάτωθεν ἄνω· <pb n="365"/> κἄπειτα
							λοξὰς οὐ κάτωθεν ἄνω μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄνωθεν <lb/>κάτω. καὶ μὲν δὴ καὶ τὰς ἐν κύκλῳ τε
							καὶ οἷον ἐγκαρσίας <lb/>ἀπό τε τῶν δεξιῶν ἐπὶ τὰ ἀριστερὰ καὶ αὖθις ἐπ’ ἐκείνων
							<lb/>ἐπὶ τὰ δεξιὰ, χάριν τοῦ τὰς ἶνας ἁπάσας μαλάττεσθαι τῶν <lb/>μυῶν. τὸ γὰρ τῆς
							ἀνατρίψεως ὄνομα τοῖς παλαιοῖς ἀντὶ <lb/>τοῦ τῆς τρίψεως ἐλέγετο. μὴ τοίνυν ὑπονοήσῃς
								<milestone unit="ed1page" n="589"/>πῶς <lb/>ἔδοξάν τινες ἀξιοῦν αὐτὸν ἐκ τῶν κάτω
							μερῶν ἄνω ποιεῖσθαι <lb/>τὴν φορὰν τῶν χειρῶν, ὁπότε τὸν ὦμον ἀνατρίβομεν, <lb/>ἀλλὰ
							τὸ ἀνατρίβειν αὐτὸ συμβαίνει ὅλου τοῦ γένους τῶν <lb/>τρίψεων ὂν δηλωτικὸν οὐ μιᾶς
							διαφορᾶς τῆς κάτωθεν ἄνω. <lb/>δῆλον δὲ τοῦτο ποιεῖ λέγων αὐτὸς, ἀλλὰ διώρισται περὶ
							<lb/>ἀνατρίψεως ἐν ἄλλῳ λόγῳ· οὐ γὰρ δήπου τὸν περὶ μιᾶς <lb/>διαφορᾶς λόγον ἐρεῖν
							ἐπαγγέλλεται, τὰς ἄλλας λιπών. καὶ <lb/>μέντοι κἀν τῷ κατ’ ἰητρεῖον ἁπάσας ἐδήλωσεν
							αὐτὰς ὀνομάζων <lb/>κἀκεῖ τὸ γένος ὅλον, ἀνάτριψις δύναται λύσαι, δῆσαι,
							<lb/>σαρκῶσαι, μινυθῆσαι καὶ τὰ τούτοις ἐφεξῆς, ὑπὲρ ὧν ἐν <pb n="366"/> τε τοῖς εἰς
							ἐκεῖνο τὸ βιβλίον ὑπομνήμασι λέλεκται καὶ <lb/>μέντοι κατὰ τὴν ὑγιεινὴν πραγματείαν
							εἴρηται τελεώτατα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.9">Τὸ δὲ ἄρθρον διακινέειν μὴ βίῃ, ἀλλὰ τοσοῦτον, ὅσον ἀνωδύνως
							<lb/>κινήσεται. καθίσταται δὲ πάντα τὰ μὲν ἐν πλείονι <lb/>χρόνῳ, τὰ δ’ ἐν
							ἐλάσσονι.</quote><p>Οὐδέν ἐστι χρησιμώτερον τῆς τοιαύτης κινήσεως ἐν <lb/>παρακμαζούσαις φλεγμοναῖς. λύει
							γὰρ αὐτῶν τὸ λείψανον <lb/>ἅπαν, ἐξ οὗ πέφυκεν ἀμεληθέντος ἀγκυλοῦσθαί τε καὶ
							δεσμεῖσθαι <lb/>τὰ ἄρθρα, καλοῦσι γὰρ ἑκατέρως τὸ πάθημα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.10">Γινώσκειν δὲ εἰ ἐκπέπτωκεν ὁ βραχίων τούτοισι χρὴ τοῖσι
							<lb/>σημείοισι.</quote><pb n="367"/><p>Κἀν τῷ περὶ τῶν ἀγμῶν ἐπὶ τοὺς ἁμαρτάνοντας ἧκε <lb/>τῷ λόγῳ προτέρους καὶ νῦν οὕτω
							πράξας, ἐπειδὴ συνάψας <lb/>τῷ πρὸς ἐκείνους ἐλέγχῳ καὶ περὶ τῆς ἐμβολῆς εἶπεν, οὐ
							<lb/>μόνον ἑπομένοις τοῖς εἰρημένοις, ἀλλὰ καὶ μαρτυροῦσιν, ἐπ’ <lb/>ἐκείνην ἀφίκετο
							προτέραν, εἶθ’ ἑξῆς νῦν διδάσκει τὰ γνωρίσματα <lb/>τοῦ κατ’ ὦμον ὀλισθήματος. ἐπὶ μὲν
							τῶν ἔργων <lb/>τῆς τέχνης ἐξ ἀνάγκης προηγούμενα, <milestone unit="ed2page" n="310"/>κατὰ δὲ τὴν <lb/>διδασκαλίαν οὐκ ἐξ ἀνάγκης. ἔστω δέ σοι τὸ γνώρισμα τῶν
							<lb/>ἑπομένων ἢ προηγουμένων ἐξ ἀνάγκης τὸ μὴ δύνασθαι καλῶς <lb/>ἤτοι πραχθῆναι τὸ
							ἑπόμενον ἔργον ἢ νοηθῆναι τὸ μάθημα, <lb/>πρὶν γνωρισθῆναι τὸ ἡγούμενον. ἡ τοίνυν
							ἐμβολὴ <lb/>τῶν ἐξηρθρηκότων πρὸ μὲν τοῦ νοηθῆναι τὴν μετάστασιν <lb/>τοῦ ἐκπεσόντος
							εἰς τὶ χωρίον ἐγένετο, διδαχθῆναι σαφῶς οὐ <lb/>δύναται, πρὶν μέντοι τὰ σημεῖα μαθεῖν
							αὐτῆς, ἐγχωρεῖ <lb/>διδαχθῆναι. μόνον γοῦν τοῦτο μεμαθηκότος ἐν ἀρχῇ τοῦ <lb/>λόγου τὸ
							γίγνεσθαι τὴν ἔκπτωσιν εἰς μασχάλην, αὐτοί γ· <lb/>ἐπινοῆσαι τὴν ἐμβολὴν ἐδυνάμεθα καὶ
							διδάσκοντος ἑτέρου <lb/>μαθεῖν, οὐ μὴν ἄνευ τοῦ γνῶναι σαφῶς ὅτι εἰς μασχάλην <pb n="368"/> ἔκπτωσις γίγνεται πρὸ τοῦ γνῶναι τὴν φύσιν ἅπασαν τῆς <lb/>διαρθρώσεως. εἰ
							μὲν οὖν τις εἰπὼν ἐμβολὴν ἐφεξῆς διδάσκει <lb/>ποίας διαφορὰς ὀλισθήματος εἴρηκεν
							ἐμβολὴν, ἐναλλάττει <lb/>τάξιν ἀναγκαίαν, ὥσπερ εἰ καὶ ὅσον τις ἐπὶ τὴν <lb/>διαφορὰν
							τῆς ἐκπτώσεως ἀφικόμενος ἐν τῇ διδασκαλίᾳ πρότερον <lb/>αὐτῆς ἐπὶ τὴν φύσιν ἔρχεται
							τῆς διαρθρώσεως. εἰ <lb/>γὰρ ὅλως ἐνόησέ τις ὅπως εἰς μασχάλην ἔκπτωσις γίγνεται
							<lb/>περιττὸν αὐτῷ διδάσκεσθαι τὴν φύσιν τῆς διαρθρώσεως. <lb/>εἰ, δὲ πρώτην μὲν
							ἀκουστέον, ὡς μάθοι ταύτην ὁποία τίς <lb/>ἐστιν, ἐφεξῆς δὲ τὴν ἔκπτωσιν, οὐδὲν ἐνδεῖ
							τοῦτο πρὸς τὴν <lb/>τῆς ἐμβολῆς διδασκαλίαν. ἀμέλει καὶ νῦν ἡμῖν οὐδὲν ἐνενόησεν
							<lb/>εἰς τὴν τῶν ἐμβολῶν νόησιν ἡ τῶν σημείων ἄγνοια καὶ <lb/>τοῦτο ἐν πάσῃ διδασκαλίᾳ
							θεραπείας ἐστί. δύναται γάρ τις <lb/>ἥπατος φλεγμονῆς διδάσκεσθαι θεραπείαν ἢ κοιλίας
							ἢ νεφρῶν <lb/>ἢ κώλου πρὸ τῆς διαγνώσεως τῶν ἐν αὐτοῖς παθῶν, <lb/>οὐ μὴν θεραπεῦσαι
							δύναται πρὸ τῆς διαγνώσεως, ὥσπερ οὐ <lb/>κατὰ μέθοδον ἢ εὑρεῖν τὴν θεραπείαν ἢ
							διδαχθῆναι πρὸς <pb n="369"/> ἑτέρου, πρὶν ἀκριβῶς γνῶναι τοῦ θεραπευομένου μορίου τὴν
							<lb/>φύσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.10">Τοῦτο μὲν ἐπειδὴ δίκαιον ἔχουσι τὸ σῶμα οἱ ἄνθρωποι καὶ
							<lb/>τὰς χεῖρας καὶ τὰ σκέλεα παραδείγματι χρέεσθαι δεῖ τῷ <lb/>ὑγιεῖ πρὸς τὸ μὴ ὑγιὲς
							καὶ τῷ μὴ ὑγιεῖ πρὸς τὸ ὑγιὲς <lb/>μήτ’ ἀλλότρια ἄρθρα καθορῶντα.</quote><p>Τὸ ἀκριβῶς ἴσον ἑκατέρωθεν ἐκ δεξιῶν γε καὶ ἀριστερῶν <lb/>δίκαιον ὠνόμασεν, ἐπεὶ δὲ
							τῶν κώλων ἰδέαι διαφέρουσαι <lb/>τοῖς ἀνθρώποις εἰσὶν, ἀξιοῖ παραβάλλεσθαι τὸ τοῦ
							πεπονθότος <lb/>αὐτοῦ κῶλον ὁμόζυγον ἐξ ἐκείνου τε τεκμαίρεσθαι <lb/>πόσον ἐξήλλακται
							τοῦ κατὰ φύσιν. </p></div><pb n="370"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.10">Ἄλλοι γὰρ ἄλλων μᾶλλον ἔξαρθροι πεφύκασιν, ἄλλα τὰ <lb/>αὐτὰ
							τοῦ κάμνοντος, ἢν ἀνόμοιον ἔῃ τὸ ὑγιὲς τῷ <lb/>κάμνοντι.</quote><p><milestone unit="ed2page" n="311"/>Τοὺς ἐκκείμενα καὶ προὔχοντα κεκτημένους τὰ
							<lb/>ἄρθρα κέκληκεν ἐξάρθρους ἐν αὐτῷ τῷ κατὰ φύσιν ἔχειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.10">Καὶ τοῦτο εἰρήσεται μὲν ὀρθῶς, παραξύνεσιν δὲ ἔχει πάνυ
							<lb/>πολλήν. διὰ τὰ τοιαῦτα καὶ οὐκ ἀρκέει μοῦνον λόγῳ εἰδέναι <lb/>τὴν τέχνην ταύτην,
							ἀλλὰ καὶ ὁμιλίῃ ὁμιλέειν.</quote><p>Οὐχ ἁπλῶς ἅπασαν ἄγνοιαν ὀνομάζει παρασύνεσιν, <lb/>ἀλλὰ τὴν παρακειμένην τε καὶ τὴν
							πλησιάζουσαν τῇ γνώσει. <lb/>διδάξει δ’ αὐτὸς διὰ τῶν ἐφεξῆς, ὅπως ἐξαπατᾶσθαι
							συμβαίνει <lb/>τοῖς ἐνίοτε παραβάλλουσι τὸ ἐφεξῆς τὸ ὑγιὲς τῷ <lb/>πεπονθότι. </p></div><pb n="371"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.10">Πολλοὶ γὰρ ὑπὸ ὀδύνης ἢ ὑπ’ ἀλλοίης προφάσιος οὐκ ἐξεστεώτων
							<lb/>αὐτέοισι τῶν ἄρθρων. ὅμως οὐ δύνανται ἐς τὰ <lb/>ὅμοια σχήματα καθιστάναι, ἐς οἶά
							περ τὸ ὑγιαῖνον σῶμα <lb/>σχηματίζεται. προξυνιέναι δὲ δεῖ οὖν καὶ ἐννοεῖν καὶ τὸ
							<lb/>τοιόνδε σχῆμα χρὴ, ἀτὰρ καὶ ἐν τῇ μασχάλῃ ἡ κεφαλὴ <lb/>τοῦ βραχίονος φαίνεται
							ἐγκειμένη, πολλῷ μᾶλλον τοῦ <lb/>ἐκπεπτωκότος ἢ τοῦ ὑγιέος. τοῦτο δὲ ἄνωθεν κατὰ τὴν
							<lb/>ἐπωμίδα κοῖλον φαίνεται τὸ χωρίον καὶ τὸ τοῦ ἀκρωμίου <lb/>ὀστέου ἐξέχον
							φαίνεται, ἅτε ὑποδεδυκότος τοῦ ἄρθρου ἐς <lb/>τὸ κάτω τοῦ χωρίου.</quote><p>Μίαν μὲν τήνδε παρασύνεσιν, ὧς αὐτὸς ὠνόμασεν, ἐδίδαξεν <lb/>ἐν τῷ νῦν λόγῳ περὶ τὰ
							σχήματα γιγνομένην, <milestone unit="ed1page" n="590"/>
							<lb/>ἐνίοτε γὰρ οὐ δύνανταί τινα σχήματα περιτιθέναι τοῖς πεπονθόσι <lb/>κώλοις. οἱ
							κάμνοντες δὲ οὐ δι’ ἔκπτωσιν ἄρθρου <lb/>τοῦτο πάσχουσι, ἀλλὰ δι’ ὀδύνην ἢ σύστασιν
							μυός. ἐφεξῆς <lb/>δὲ ἑτέραν ἄγνοιαν διδάσκει. </p></div><pb n="372"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><quote corresp="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010:6.10">Παραξύνεσιν μὲν καὶ ἐν τούτῳ ἔχει τινὰ, ἀλλ’ ὕστερον περὶ
							<lb/>αὐτοῦ γεγράψεται, ἄξιον γὰρ γραφῆς ἐστι.</quote><p>Τὸ κατὰ τὴν ἐπωμίδα κοῖλον φαίνεσθαι τὸ χωρίον, <lb/>ἔχειν τινὰ διαμαρτίαν φησὶν, ἣν
							ὕστερον ἐρεῖν ἐπαγγέλλεται. <lb/>γίγνεται γὰρ ἐνίοτε τοῦτο διασπασθείσης τῆς κλειδὸς
							ἀπὸ <lb/>τῆς ὠμοπλάτης. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>