<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg076.1st1K-grc1:5.1-6.4</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg076.1st1K-grc1:5.1-6.4</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg076.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΣΥΝΘΕΣΕΩΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ <lb/>ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΥΣ ΒΙΒΛΙΟΝ Ε.</head><p>Τὸ ὑπώπιον ὅτι μὲν ὑπὸ τοὺς ὦπας <lb/>γίνεται, καὶ τοὔνομα αὐτὸ δηλοῖ,
                            καθάπερ εἴ τις ὑποφθάλμιον <lb/>ὠνόμασεν αὐτό. τοῦ γένους δέ ἐστιν τῶν
                            ἐκχυμωμάτων, <lb/>ὀνομάζουσι δ’ οὕτως Ἱπποκράτης τε καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν
                            <lb/>ἰατρῶν τὸ κατὰ τὸ δέρμα πάθος, ὅταν τῶν ἐν αὐτῷ λεπτῶν <lb/>φλεβῶν
                            θλασθεισῶν αἷμα διὰ τῶν θλασμάτων ἐκχυθῇ, <lb/>μὴ καθ’ ἕνα τόπον ἀθρόως
                            θρομβούμενον αὐτίκα τὸ <pb n="12.805"/> οὕτως ἐκκριθὲν, ἀλλ’ ἐπειδὰν, ὡς
                            αὐτοὶ καλοῦσιν, κατὰ διαπήδησιν <lb/>ἡ ἔκχυσις γίνεται. συμβαίνει γε μὴν
                            ἐνίοτε, κᾂν <lb/>οὕτω συστῇ, πελιδνοῦσθαί τε καὶ μελαίνεσθαι τῷ χρόνῳ,
                            <lb/>μικρῶν δηλονότι θρομβίων γενομένων ἐκ τοῦ διασπαρέντος <lb/>αἵματος
                            εἰς πολλὰ μόρια τοῦ δέρματος, ὅθεν εἰκότως οἱ <lb/>ἰατροὶ σπεύδουσιν
                            αὐτὸ θεραπεύειν αὐτίκα πρὶν μελανθῆναι, <lb/>σκοπὸν μὲν ἔχοντες τῆς
                            ἰάσεως διαφορῆσαι τὸ αἷμα, <lb/>δυσδιαφόρητον εἰδότες γινόμενον τὸ
                            θρομβωθέν. ἐπεὶ δὲ ὁ χιτὼν <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="458"/>θλᾶται τῶν φλεβίων ἐξ ὧν διαπηδᾷ τὸ
                            αἷμα, <lb/>μίγνυταί τι βραχὺ τοῖς διαφορητικοῖς φαρμάκοις τῶν στυπτικῶν.
                            <lb/>ἂν γὰρ ἁπλῆς εἴη δυνάμεως μόνης τῆς διαφορητικῆς <lb/>τὸ φάρμακον,
                            ἐξ ἀρχῆς παραλαμβανόμενον, οὐ μόνον διαφορήσει <lb/>τὸ ἐκχυθὲν, ἀλλὰ καὶ
                            διὰ τῶν θλασμάτων ἕλξει τι <lb/>τοῦ περιεχομένου κατὰ τὰς τεθλασμένας
                            φλέβας αἵματος. <lb/>ὅταν δ’ εἰς τὸ κατὰ φύσιν ἐπανέλθῃ τὰ φλεβία καὶ
                            χωρὶς <lb/>τοῦ παραστύφειν, ἐπὶ τὰ διαφορητικὰ τῶν φαρμάκων μεταβαίνειν
                            <lb/>καιρός. ὥσπερ δ’ ἐπὶ τῶν ἄλλων παθῶν ἀδιορίστως <lb/>οἱ πλεῖστοι
                            τῶν ἰατρῶν τὰ βοηθήματα γεγράφασιν, οὕτω <pb n="12.806"/> κᾀπὶ τούτων ἄνευ
                            τῶν ἄρτι μοι λελεγμένων διορισμῶν, <lb/>ἔγραψαν ἁπλῶς ὑπωπίων βοηθήματα.
                            μεμνημένοι δὲ ὑμεῖς <lb/>ὧν ἐν τοῖς περὶ τῶν ἁπλῶν φαρμάκων δυνάμεως
                            ἐμάθετε <lb/>διακρίνειν δυνήσεσθε, τίνα μὲν αὐτῶν διαφορεῖν χρὴ μόνον
                            <lb/>ἄνευ τοῦ παραστύφειν, ἐπὶ τίνων δὲ μιγνύναι τῶν ἐπ’ ὀλίγον <lb/>τι
                            στυφόντων. καὶ μέντοι καὶ διαφορούντων αὐτῶν <lb/>εὔδηλον ὅτι τὰ μὲν
                            ἀσθενέστερα πρῶτα παραληπτέον ἐστὶ, <lb/>τὰ δ’ ἰσχυρότερα τοῖς
                            χρονίζουσί τε καὶ μελαινομένοις προσακτέα. <lb/>παραδείγματος γοῦν ἕνεκα
                            οἷς ἐγὼ χρῶμαι δηλώσω <lb/>πρῶτον, εἶθ’ οὕτως ἐπὶ τῶν ἀξιοπίστων ἰατρῶν
                            τὴν ἱστορίαν <lb/>μεταβήσομαι. καλεῖται δὲ Νείλου διάῤῥοδον ἔνδοξον ἐκ
                            <lb/>παλαιοῦ κολλύριον, οὗ καὶ τὴν σύνθεσιν ἐν τῷ πρὸ τούτου
                            <lb/>γράμματι διῆλθον. τοῦτο δι’ ὕδατος ἐπιτρίβων ἐπ’ ἀκόνης
                            <lb/>ὀφθαλμικῆς ἐπαλείφω τὸ ὑπώπιον, ἀφεψήματι πυριῶν μελιλώτου <lb/>τε
                            καὶ τήλεως, εἶθ’ ἑξῆς τὸ κολλύριον αὐτὸ διὰ τούτου <lb/>λύω, κᾄπειτα δι’
                            αὐτῆς μόνης τῆς τήλεως. εἰ δέ τι καταλείποι <lb/>τὸ λείψανον τοῦ
                            παθήματος, ἐν τῷ τῆς τήλεως <pb n="12.807"/> ἀφεψήματι τὰ καλούμενα
                            διάσμυρνα κολλύρια λύων ἐπιχρίω. <lb/>συμφέρει δὲ δὶς τῆς ἡμέρας
                            ἐπαλείφειν τὸ φάρμακον ἅμα τῷ <lb/>προπυριᾶσαι διὰ σπόγγου μαλακοῦ
                            θερμοῖς τοῖς ἀφεψήμασιν, <lb/>ἐν ἀρχῇ μὲν δι’ ἀμφοῖν γεγενημένου τῆς τε
                            τήλεως καὶ <lb/>τοῦ μελιλώτου, χρονίζοντος δὲ διὰ μόνης τῆς τήλεως.
                            οὗτος <lb/>ὁ τρόπος τῆς θεραπείας ὡς τὸ πολὺ τελέως ἐκθεραπεύει <lb/>τὰ
                            ὑπώπια, παντάπασιν ὀλίγων διαφευγόντων αὐτῶν, ἐφ’ <lb/>ὧν τό τε διὰ
                            σάνδικος κολλύριόν ἐστι χρήσιμον καὶ τῶν γεγραμμένων <lb/>τοῖς ἰατροῖς
                            πρὸς ὑπώπια φαρμάκων ὅσα διαφορεῖ <lb/>γενναίως. ἄρξομαι δ’ ἀπὸ τῶν ὑπ’
                            Ἀρχιγένους γεγραμμένων <lb/>ἐν τῷ πρώτῳ τῶν κατὰ γένος φαρμάκων,
                            προγράφων <lb/>μὲν τὴν λέξιν αὐτοῦ, μετὰ τοῦτο δὲ καὶ εἴ τις <lb/>αὐτῷ
                            λείποιτο διορισμὸς προστιθείς.</p><p>[Ἀρχιγένους φάρμακα πρὸς ὑπώπια κατὰ τὴν ἐκείνου <lb/>λέξιν.] Τὰ ὑπώπια
                            ἰᾶται παραχρῆμα καταπλασσομένη ῥάφανος, <lb/>ἀφαιρεῖν δὲ χρὴ αὐτὴν, ὅταν
                            ἄρχηται δάκνειν. ὀρθῶς <lb/>ἐποίησεν προσγράψας αὐτὴν αἱρεῖν, ὅταν
                            ἄρξηται δάκνειν. <pb n="12.808"/> ἀναστομώσει γὰρ, ἐὰν ἐπιμείνῃ δάκνουσα τὰ
                            τῶν φλεβίων <lb/>θλάσματα, διὸ καὶ κατ’ ἀρχὰς οὐ χρηστέον αὐτῇ,
                            κεχρονισμένων <lb/>μέντοι τῶν ὑπωπίων, ἡνίκα καὶ μελαίνεται, κᾂν πλείονα
                            <lb/>χρόνον ἐπικειμένην τις αὐτὴν φυλάξῃ, μᾶλλον ὠφελήσει. ποιεῖ <lb/>δὲ
                            καὶ τυρὸς νεαλὴς καταπλασσόμενος. καὶ αὐτὸς μὲν ὁ τυρὸς <lb/>ἐμπλαστικός
                            ἐστιν, ὁ δὲ νεαλὴς τουτέστιν ὁ νεωστὶ τοὺς <lb/>ἅλας προσειληφὼς καὶ
                            μήπω κεχρονισμένος μικτῆς ἐστι δυνάμεως, <lb/>ἐμπλαστικῆς δι’ ἑαυτὸν,
                            διαφορητικῆς δὲ καί τι στυπτικὸν <lb/>ἐχούσης διὰ τοὺς ἅλας, ὥστε
                            χρῆσθαι τούτῳ καὶ κατ’ <lb/>ἀρχὰς, οὐδὲν ἄτοπον. ἢ κηρωτὴ μετὰ ἀψινθίου,
                            ἢ χυλῷ ῥαφάνου <lb/>ἀναληφθεῖσα, ἢ ὑσσώπου κόμη λεία ὁμοίως. ἄν τε
                            <lb/>μετὰ κόμης ἀψινθίου λελειωμένης, ἄν τε μετὰ τοῦ χυλοῦ <lb/>τὴν
                            κηρωτὴν ἀναμίξας προσενέγ<milestone unit="ed2page" n="459"/>κῃς, ὁμοίαν
                            ἐπιδείξεται <lb/>δύναμιν. εὐαφέστερον δ’ ἂν εἴη τὸ φάρμακον, εἰ τοῦ
                            χυλοῦ <lb/>τῇ κηρωτῇ μιχθείη. ἡ μέντοι τῆς ῥαφανῖδος τὸ χύλισμα ἢ
                            <lb/>τὸ ὕσσωπον λαβοῦσα κηρωτὴ δραστικώτερόν ἐστι φάρμακον <lb/>ἢ ὡς
                            κατὰ τὴν ἀρχὴν εὐθέως προσφέρεσθαι, πλὴν εἰ φθάσειεν <lb/>ἢ πελιδνὸν ἢ
                            μέλαν γενέσθαι τὸ ὑπώπιον, ὅπερ καὶ <pb n="12.809"/> αὐτὸς ἐφεξῆς ἐρεῖ.
                            ἄκρως ποιεῖ πρὸς τὰ πρόσφατα καὶ πελιδνὰ <lb/>τῶν ὑπωπίων σπόγγος εἰς
                            ἅλμην ἀποβαπτόμενος καὶ <lb/>συνεχῶς προστιθέμενος καὶ ἀφαιρούμενος,
                            μετὰ τοῦτο δὲ <lb/>πυρία συνεχὴς δι’ ὕδατος θερμοῦ ὠφελεῖ. ὥσπερ δὲ τῇ
                            ῥαφανῖδι <lb/>κατ’ ἀρχὰς χρῆσθαι οὐκ ἀσφαλὲς, δι’ ἣν εἶπον αἰτίαν,
                            <lb/>οὕτως οὐδὲ τῇ ἅλμῃ. διὸ καὶ μετὰ ταῦτα δι’ ὕδατος <lb/>θερμοῦ
                            κελεύει πυριᾷν, ἕνεκα τοῦ παρηγορῆσαι τὴν ἐκ τῆς <lb/>ἅλμης δῆξιν. οὐ
                            μὴν οὐδ’ ἐπὶ πάντων ὑπωπίων ἐν ἀρχῇ <lb/>συνεβούλευε χρῆσθαι τῇ διὰ τῆς
                            ἅλμης πυρίᾳ, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν <lb/>εὐθέως πελιδνῶν γινομένων. ἐπ’ ὀλίγον οὖν
                            χρόνον ἐπὶ τούτων <lb/>ἅλμῃ χρηστέον, ἐφ’ ὧν δὲ αἱματώδης ἐστίν ἢ
                            ὑπόξανθος <lb/>ἢ ὕπωχρος ἡ χρόα φεύγειν δεῖ τὴν ἅλμην. κατάπλασσε
                            <lb/>δὲ ἐρεγμῷ λείῳ, ἀψινθίῳ, ὑσσώπῳ, ὀριγάνῳ, ῥαφάνου φλοιῷ,
                            <lb/>σταφίδι χωρὶς τῶν γιγάρτων κατ’ ἰδίαν ἑκάστῳ μετὰ μέλιτος <lb/>ἢ
                            ὄξους ἢ ὕδατος. ἐλλιπῶς ἔγραψε τὰ πρῶτα τῶν βοηθημάτων <lb/>μὴ προσθεὶς
                            τῷ λόγῳ πότερον ἑφθοῖς ἢ ὠμοῖς <lb/>χρῆσθαι κελεύει τῷ τε ἐρεγμῷ καὶ τῷ
                            ἀψινθίῳ καὶ τῷ ὑσσώπῳ. <lb/>ἔοικε δ’ ὠμοῖς χρῆσθαι κελεύειν, εἰπὼν ἐπὶ
                            τῷ τέλει <pb n="12.810"/> τῆς ῥήσεως μετὰ μέλιτος ἢ ὄξους ἢ ὕδατος ἑκάστῳ
                            τῶν εἰρημένων <lb/>χρῆσθαι, προσέθηκε γὰρ ἄν νῦν τὸ ἑψηθεῖσιν. ἀλλὰ
                            <lb/>καὶ κατ’ αὐτὸν τοῦτον τὸν λόγον, ἀνόμοια ταῖς δυνάμεσιν <lb/>εἰπὼν
                            τρία φάρμακα, μοχθηρῶς μοι δοκεῖ κελεῦσαι μετὰ <lb/>τοῦδε ἢ τοῦδε
                            χρῆσθαι. τὸ μὲν γὰρ ὕδωρ ἀδηκτότατόν ἐστὶν, <lb/>οὐ τῷ δέρματι μόνον,
                            ἀλλὰ καὶ τοῖς ἕλκεσιν. τὸ μέλι δὲ τοῖς <lb/>μὲν ἕλκεσι δακνῶδες, ἄδηκτον
                            δὲ τῷ δέρματι. τὸ δὲ ὄξος <lb/>ἀμφοτέροις δακνῶδες. οὐ μὴν οὐδὲ ῥαφάνου
                            φλοιὸς ἔοικε <lb/>τῇ σταφίδι κατὰ δύναμιν, ὥσπερ οὐδ’ ἀψίνθιον ὕσσωπόν
                            <lb/>τε καὶ ὀρίγανον. ἰσχυρὰ μὲν γὰρ ταῦτά ἐστι καὶ διαφορητικὰ,
                            <lb/>μετρίας δὲ καὶ ἀδήκτου δυνάμεως ἡ σταφὶς καὶ λευκὸς <lb/>βολβὸς
                                <milestone unit="ed1page" n="223"/>μετ’ ὠοῦ καὶ μέλιτος. ὡς
                            δριμύτερον τὸν <lb/>ξανθὸν βολβὸν παραιτεῖται κατ’ ἀρχὰς εὐθέως
                            προσφέρειν. <lb/>ἴσμεν δ’ ὅτι καὶ τὸ μέλι διαφορητικῆς ἐστι δυνάμεως.
                            διό <lb/>μοι δοκεῖ μιγνύναι τὸ ὠὸν αὐτοῖς, ἱκανῶς παρηγορικὸν ὑπάρχον.
                            <lb/>κυκλάμινος κατ’ ἰδίαν καὶ μετὰ σταφίδος. οὐδὲ ἐνταῦθα <lb/>μικρόν
                            ἐστι τὸ ἐν μέσῳ κυκλαμίνου καὶ σταφίδος, ὥστε οὐκ <lb/>οἶδα τίνι λόγῳ
                            καταμόνας κέχρηται τῇ κυκλαμίνῳ καὶ μιγνὺς <pb n="12.811"/> σταφίδι.
                            καταμόνας μὲν γὰρ ἰσχυρότατόν ἐστι φάρμακον, ἅμα <lb/>δὲ τῇ σταφίδι
                            τοσοῦτον ἀφαιρήσει τῆς δυνάμεως, ὅσῳ περ <lb/>ἄν ὄγκῳ συμμιχθῇ τῆς
                            σταφίδος. ἢ νίτρον μετὰ ὑσσώπου <lb/>καὶ σταφίδος μέλιτι μιχθέν. βελτίων
                            οὗτος ὁ λόγος τοῦ πρόσθεν, <lb/>ἐν ᾧ καὶ μόνῃ ποτὲ χρῆσθαι τῇ κυκλαμίνῳ
                            συνεχώρει. <lb/>ὡς εἴ γε καὶ νῦν τὸ ὕσσωπον αὐτό τε καθ’ ἑαυτὸ
                            προσφέρειν <lb/>συνεβούλευε μὴ προσθεὶς ἐπὶ τῶν πάνυ κεχρονισμένων
                            <lb/>ὑπωπίων, ὁμοίως ἄν ἥμαρτε. μυρσίνην μετὰ ἁλῶν καὶ <lb/>ὕδατος.
                            εἴρηταί μοι καὶ πρόσθεν ὡς ἐν ἀρχῇ βελτίονα τῶν <lb/>διαφορούντων μόνον
                            ἐστὶ τὰ προσειληφότα βραχείας στύψεως, <lb/>ὁποῖα τά τε ῥόδα καὶ τὸ
                            μελίλωτόν ἐστι καὶ ὁ κρόκος. <lb/>οὐ μὴν ἔκ γε τῶν τοιούτων φαρμάκων
                            ἐστὶν ἡ μυρσίνη <lb/>σφοδρῶς στύφουσα, διόπερ οὐκ ἄν ἔγωγέ ποτε
                            χρησαίμην <lb/>αὐτῇ, καὶ μάλιστα, ἐὰν ἤδη πελιδνὸν εἴη τὸ χρῶμα <lb/>τῶν
                            ὑπωπίων. νᾶπυ μετὰ στέατος προβατείου. τοῖς κεχρονισμένοις <lb/>καὶ
                            μεμελασμένοις ὑπωπίοις μόνοις ἁρμόσειεν ἄν <lb/>τοῦτο, <milestone unit="ed2page" n="460"/>καὶ μάλιστα ἐὰν μὴ παντάπασιν ὀλίγον ᾖ τὸ
                                <pb n="12.812"/> μιγνύμενον νᾶπυ τῷ στέατι. μυρίκης φύλλα καὶ ὁ καρπὸς
                            <lb/>λεῖα μεθ’ ὕδατος κατ’ ἰδίαν καὶ ὁμοῦ μιγνύμενα. καὶ τοῦτο <lb/>τὸ
                            φάρμακον οὐ μόνον διαφορητικὸν, ἀλλὰ καὶ συνακτικὸν <lb/>ἔχει τι, διόπερ
                            οὐχ ἁρμόττει τοῖς χρονίοις καὶ μελανθεῖσιν <lb/>ὑπωπίοις. ποιεῖ δὲ καὶ
                            σπόγγος καὶ ὀθόνιον ὄξει καὶ μέλιτι <lb/>διάβροχα προστιθέμενα. τοῦτο τὸ
                            βοήθημα κατ’ ἀρχὰς <lb/>μὲν προσφερόμενον οὐ πάνυ δριμέος ὄξους δεῖται,
                            προήκοντος <lb/>δὲ τοῦ χρόνου καὶ πελιδνωθέντος ἤ μελανθέντος <lb/>οὐδὲν
                            ὀνίνησι χωρὶς ὄξους δριμυτάτου σκευασθέν. ἢ ἐρεγμὸν <lb/>μασησάμενος
                            ἐπίθες σὺν μέλιτι. καὶ χωρὶς τοῦ μασήσασθαι <lb/>κυάμινον ἄλευρον εἰ
                            μετὰ μέλιτος φυραθείη διαφορεῖ <lb/>πελιώματα. διαφορητικώτατον δὲ
                            γίνεται μασησάμενον αὐτὸ, <lb/>προσλαμβάνον τὴν ἀπὸ τοῦ σιέλου δύναμιν.
                            ὠοῦ λέκιθον <lb/>ὁμοίως. ἐὰν μίξωμεν ὠοῦ λεκύθῳ μέλι, καθάπερ ἔμπροσθεν
                            <lb/>εἶπον τὸν ἐρεγμὸν, ὅμοιον ἐργασόμεθα τῷ προειρημένῳ φαρμάκῳ <lb/>ἔν
                            τε τῇ σκευασίᾳ καὶ τῇ δυνάμει. ἤ χοίρου πνεύμονα <lb/>θερμὸν ἐπιτίθει.
                            οὐκ ἄν τις ἀνάσχοιτο καθάριος ἀνὴρ <lb/>τοιούτου βοηθήματος. ἢ μυρίκης
                            ἀφεψήματι πρόσκλυζε. οὐ <pb n="12.813"/> πρὸ πολλοῦ περὶ μυρίκης δυνάμεως
                            εἴρηται. ἢ καρδάμωμον <lb/>μετὰ σμύρνης ἐπιτίθει. διαφορητικὸν μὲν ἡ
                            σμύρνα φάρμακόν <lb/>ἐστι, τὸ δὲ καρδάμωμον δριμύ. ταῦτα ἀρκεῖν μοι
                            δοκεῖ <lb/>τῶν ὑπ’ Ἀρχιγένους γεγραμμένων ἐν παραδείγματος μοίρᾳ
                            <lb/>λελέχθαι, δεικνύντι τὸν τρόπον τῆς ἐξετάσεως τῶν φαρμάκων,
                            <lb/>ὁποῖα μέν ἐστι κατ’ ἀρχὰς ἁρμόττοντα χωρὶς τοῦ πελιδνὸν <lb/>ἢ
                            μέλαν ἤδη τὸ ὑπώπιον ὑπάρχειν. ὁποῖα δὲ πελιδνῶν <lb/>ἢ μελάνων ἤδη
                            γεγονότων ἢ κεχρονισμένων, ὥστε τὰ <lb/>τούτων ἐφεξῆς αὐτὰ γράψω μόνα
                            κατὰ τὴν τοῦ Ἀρχιγένους <lb/>λέξιν. ἢ ψιμυθίου καὶ λιθαργύρου ἴσα μετὰ
                            μέλιτος λεάνας <lb/>ἐρεγμὸν μίσγε, ὥστε κηρωτῶδες γενέσθαι, καὶ χρῶ. ἢ
                            ὄφεως <lb/>γῆρας μετὰ θαλάσσης τρίβων ἐπίχριε, ἤ κύμινον ῥάκει ἐνδήσας
                            <lb/>ζεστὸν ἀποβάπτων πυρία, ἢ σίνηπι μετὰ κηρωτῆς ἐπιτίθει, <lb/>ἢ
                            μάραθρον λεῖον ἐπιτίθει, ἢ λίβανον καὶ θαψίαν <lb/>ἴσα μετὰ ῥοδίνης
                            κηρωτῆς, ἢ ἡδύοσμον καὶ λιθάργυρον ἴσα <lb/>ἐπιτίθει, ἢ κρίθινον ἄλευρον
                            μετ’ ὀξυμέλιτος ἑψημένον, ἢ <lb/>κύαμον ἐν οἴνῳ βεβρεγμένον μέχρις ἂν
                            λυθῇ λεάνας, ὡς <pb n="12.814"/> σπληνίον ἐπιτίθει, ἢ ἐρέβινθον ὀροβιαῖον
                            ὁμοίως, ἢ τὴν ἐπὶ <lb/>τῶν ἰπνῶν αἰθάλην μετὰ ἴσου ψιμυθίου σὺν οἴνῳ
                            εὐώδει <lb/>κατάχριε, ἢ θαψίαν καὶ ἀλεύρου ὀροβίνου τὸ τριπλοῦν
                            <lb/>ὁμοίως, ἢ ὠμὸν τάριχον βρέξας ἀπόθλιψον, εἶτα ἐν οἴνῳ <lb/>εὐώδει
                            λεάνας ἐπίθες. πρὸς δὲ τὰ παλαιότερα ὑπώπια σμίλακος <lb/>καρπὸς μετὰ
                            μελαίνης σταφυλῆς λεῖος, ἢ θαψίας ῥίζα <lb/>κοπεῖσα καὶ ὁ χυλὸς
                            ἀναληφθεὶς στέατι καὶ συνεχῶς προστιθέμενος. <lb/>γέγραπται μὲν ἔν τισι
                            τῶν ἀντιγράφων οὐ παλαιότερα <lb/>παραβλητικῶς, ἀλλ’ ὑπερθετικῶς
                            παλαιότατα. λέλεκται <lb/>δέ μοι κατ’ ἀρχὰς εὐθέως ὡς ἐπὶ τῶν τοιούτων
                            ὑπωπίων <lb/>ἰσχυρῶς διαφορητικοῖς χρῆσθαι δεῖ φαρμάκοις, ὁποῖα τά τε
                            <lb/>κατὰ τὴν προκειμένην ῥῆσίν ἐστιν ὑπ’ αὐτοῦ γεγραμμένα καί <lb/>τινα
                            τῶν ἔμπροσθεν ὡς ἐδείχθη. ταῦτα μὲν ὁ Ἀρχιγένης <lb/>ἔγραψεν, ὁ δὲ
                            Ἀπολλώνιος ἅμα διορισμοῖς πλείοσιν ἐπιμελέστερον <lb/>ἐν τῷ πρώτῳ τῶν
                            εὐπορίστων ὡδί πως ἔγραψεν.</p><p>[Τὰ ὑπ’ Ἀπολλωνίου γεγραμμένα φάρμακα, πρὸς ὑπώπια <lb/>πρόσφατα καὶ
                            πελιώματα.] Σπόγγον εἰς θάλατταν ἀποβάπτων <pb n="12.815"/> ἀπεζεσμένην
                            πυρία συνεχῶς τοὺς τόπους, ἢ σπόγγον <lb/>εἰς ἅλμην δριμεῖαν ἀποβάπτων
                            πυρία παραπλησίως. ἢ <lb/>εἰς ὄξος ἀπεζεσμένον καὶ οἶνον ὁμοίως.
                            ἐπιτίθει τε καὶ σπλήνιον <lb/>μέλιτι καὶ ὄξει κατα<milestone unit="ed2page" n="461"/>βρέχων ἢ ἔριον ἢ σπόγγον. <lb/>ἀψινθίῳ λείῳ
                            μετὰ μέλιτος ἀνάπλασσε, ἢ ὑσσώπῳ λείῳ μετὰ <lb/>μέλιτος ἐρεγμῷ
                            παραπλησίως, ὀριγάνῳ ὁμοίως, ῥαφανῖδος <lb/>φλοιῷ μετὰ μέλιτος, βολβοῖς
                            λείοις καθ’ αὑτοὺς, ἢ μετὰ <lb/>μέλιτος καὶ μετὰ λεκίθου ὠοῦ. λίνου
                            σπέρματι καὶ ἁλσὶ <lb/>λείοις μετ’ ἐλαίου καὶ λεκίθου ὠοῦ. σιλφίῳ λείῳ
                            μετ’ ἐλαίου <lb/>καὶ οἴνου, σαμψύχῳ λείῳ μετὰ μέλιτος, μυρσίνῃ καὶ ἁλσὶ
                            <lb/>λείοις μετ’ ὄξους, μαράθρῳ λείῳ μετὰ κηρωτῆς, ὑσσώπῳ καὶ <lb/>νίτρῳ
                            μετὰ μέλιτος καὶ ὄξους, ἀσβέστῳ μετὰ κηρωτῆς, νάπυϊ <lb/>λείῳ μετὰ
                            μοσχείου στέατος ἢ μετὰ κηρωτῆς.</p><p>[Πρὸς ὑπώπια χρόνια.] Ἄρου ῥίζαν ξύσας καὶ μέλιτι <lb/>μίξας εἰς ὀθόνιον
                            ἐγχρίσας ἐπιτίθει, χρῶ δὲ καὶ ταῖς διαφορητικαῖς <lb/>τῶν δυνάμεων,
                            αἵτινες ἀναγραφῆς τεύξονται.</p><p>[Πρὸς ὑπώπια μετ’ οἰδήματος.] Σπογγίον ὄξει καταβρέξας <lb/>ἐπιτίθει καὶ
                            ταῖς ὑποδεδειγμέναις πυρίαις χρῶ συνεχέστερον, <pb n="12.816"/> κατάπλασσε
                            δὲ ἀλεύρῳ κριθίνῳ μετ’ ὀξυμέλιτος <lb/>ἑψημένῳ μέχρι ταπεινώσεως καὶ τὸ
                            λοιπὸν ἤδη χρῶ τοῖς <lb/>ὑπογεγραμμένοις καταπλάσμασιν.</p><p>[Πρὸς ὑπώπια μετὰ φλεγμονῆς.] Ὕδατι θερμῷ πυρία <lb/>καὶ καταπλάσσων φακῷ
                            ἑφθῷ λείῳ μετὰ μέλιτος ἐπιτίθει. <lb/>κοχλίαν Αἰγύπτιον κεκομμένον
                            ἐπιτίθει, ὅταν δὲ τὰ τῆς φλεγμονῆς <lb/>ἔνδοσιν λάβῃ, τότε ἤδη καὶ τοῖς
                            λοιποῖς χρῶ φαρμάκοις.</p><p>[Πρὸς ὑπώπια μετὰ διακόμματος.] Ἐπὶ μὲν τὴν διακοπὴν <lb/>ἐπιτίθει τι τῶν
                            ἐναίμων τραυματικῶν, τὰ δὲ κύκλῳ <lb/>κατάπλασσε τοῖς πρὸς τὰ χωρὶς
                            διακοπῆς ὑπώπια γεγραμμένοις <lb/>φαρμάκοις. ἤρκει μὲν οὖν ἴσως
                            καταπαύειν ἐνταῦθα <lb/>τὸν περὶ τῶν ὑπωπίων λόγον, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ παρὰ
                            τῆς <lb/>συμφωνουμένης πείρας κεκριμένα τῶν γε ἄλλων βεβαιότερά
                            <lb/>ἐστιν, ἔδοξέ μοι καὶ τὰ ὑπὸ Κρίτωνος ἐν τῷ τρίτῳ τῶν
                            <lb/>κοσμητικῶν γεγραμμένα προσθεῖναι κατὰ τὴν ἐκείνου λέξιν <lb/>οὕτως
                            ἔχουσαν.</p><pb n="12.817"/><p><milestone unit="ed1page" n="224"/>[Τὰ ὑπὸ Κρίτωνος γεγραμμένα πρὸς
                            ὑπώπια <lb/>πρόσφατα.] Κώνειον λεῖον μεθ’ ὕδατος κατάπλασσε. ἀψίνθιον
                            <lb/>τρίψας μεθ’ ὕδατος καὶ εἰς ῥάκος ἐμπλάσας ἐπιτίθει. ἐὰν δὲ <lb/>ᾖ
                            ἁπαλὸς ὁ χρὼς, μέλιτος βραχὺ ἐπιβαλὼν ἐπιτίθει. ὕσσωπον <lb/>Κιλίκιον
                            τρίψας μεθ’ ὕδατος ἢ εἰς ῥάκος ἐνδήσας ποίει <lb/>σφαιρώματα, καὶ ταῦτα
                            εἰς ζέον ὕδωρ ἀποβάπτων ἡσυχῇ <lb/>ἀποπυρία. βρυωνίας ῥίζαν τρίψας μετὰ
                            μέλιτος ἐπιτίθει. ἢ <lb/>τετριμμένην κηρωτῇ ἀναλαβὼν ἐπιτίθει. ἅλμην
                            δριμεῖαν ποιήσας <lb/>καὶ σπόγγους ἐπιβρέχων ἀποπυρία καὶ μετὰ ταῦτα τῆς
                            <lb/>ῥαφανῖδος τὸν φλοιὸν τρίψας μετὰ μέλιτος καὶ εἰς ῥάκος
                            <lb/>ἐμπλάσας ἐπιτίθει. ἢ σίνηπι λεῖον κηρωτῇ ἀναλαβὼν καὶ <lb/>μικρὸν
                            στέατος μοσχείου ἐπιβαλὼν καὶ εἰς ῥάκος ἐμπλάσας <lb/>ἐπιτίθει. καὶ περὶ
                            μὲν τούτων ἐπὶ τοσοῦτον. χρονίων δὲ <lb/>ὄντων τῶν ὑπωπίων ἢ καὶ τῶν
                            λεγομένων πελιωμάτων, <lb/>χρηστέον ταῖς ὑπογεγραμμέναις σκευασίαις.</p><p>[Πρὸς πελιώματα καὶ βαθύτατα ὑπώπια.] Τορδύλου <lb/>μέρη δύο, γῆς Σαμίας
                            μέρος ἓν, ὄξει ἀναλαβὼν ἐπιτίθει, <pb n="12.818"/> μέλιτος ὀλίγον ἀνακόψας,
                            προσέχειν δὲ δεῖ ἐπιμελῶς <lb/>μή ποτε ἑλκωθῇ ὁ χρώς.</p><p><milestone unit="ed2page" n="462"/>[Ἀπόψηκτρον ὑπωπίων Ἀριστάρχου.] ♃
                            Ὑσσώπου <lb/>Κιλικίου δραχ. α΄. θαψίας ῥίζης τὸ ἴσον, λιβανωτοῦ
                            <lb/>ἀτόμου τὸ ἴσον, κηροῦ Τυῤῥηνικοῦ δραχ. β΄. ῥητίνης τερμινθίνης
                            <lb/>δραχ. α΄. τὰ τηκτὰ κατὰ τῶν ξηρῶν, εἶτ’ ἐμπλάσας εἰς <lb/>ὀθόνιον
                            ἐπιτίθει προσέχων μὴ ἑλκωθῇ, καὶ διὰ τοῦτο αἴρειν <lb/>δεήσει συνεχῶς.
                            ἄλλο. ♃ θαψίας ῥίζης δραχ. ιβ΄. ἢ τοῦ χυλίσματος <lb/>δραχ. στ΄.
                            λιβανωτοῦ ἀτόμου δραχ. η΄. ἐλλεβόρου λευκοῦ <lb/>δραχ. β΄. ἀψινθίου
                            δραχ. α΄. καὶ κηρωτῆς ῥοδίνης δραχ. ιστ΄. μαλάξας <lb/>ἀπόθου καὶ χρῶ,
                            ἐμπλάσσων εἰς ὀθόνιον, αἴρειν δὲ δεῖ <lb/>συνεχῶς. ἄλλο. ♃ ἄγνου λευκοῦ
                            ὀβολοὺς γ΄. στρουθίου τὸ <lb/>ἴσον, βαλάνου Αἰγυπτίας τὸ ἴσον, πνεύμονος
                            αἰγείου κεκαυμένου <lb/>τὸ ἴσον, ἀσπαράγου ῥίζης τὸ ἴσον, βδελλίου τὸ
                            ἴσον, <lb/>θαψίας χυλοῦ τὸ ἴσον, ὀξυμέλιτι ἀναλαβὼν χρῶ. ♃ ἄγνου
                            <lb/>λευκοῦ τοῦ καρποῦ δραχ. γ΄. στρουθίου ῥίζης τὸ ἴσον, νίτρου
                            <lb/>ἐρυθροῦ τὸ ἴσον, ῥαφάνου χυλοῦ τὸ ἴσον, ὑσσώπου Κιλικίου <lb/>τὸ
                            ἴσον, ἀλεύρου κυαμίνου τὸ ἴσον, βαλάνου μυρεψικῆς <pb n="12.819"/> δραχμὰς
                            μ΄. μυρίκης δραχμὰς μ΄. πνεύμονος αἰγείου κεκαυμένου <lb/>τῆς σποδοῦ
                            δραχ. μ΄. βολβῶν ἐρυθρῶν δραχμὰς μ΄. <lb/>θαψίας ῥίζης δραχ. μ΄.
                            λιβανωτοῦ δραχμὰς ιβ΄. ἀναλάμβανε κηρωτῇ <lb/>σκευασθείσῃ διὰ ῥοδίνου
                            καὶ χρῶ καθὰ προείρηται.</p><p>[Τὸ ὑφ’ Ἥρα γεγραμμένον πρὸς ὑπώπια, αἴροντος, ὥς <lb/>φησιν, ὥραις
                            τρισίν.] Προσκαταπλάττειν δὲ ἀξιοῖ φλεγμονῆς <lb/>γενομένης τυρῷ χλωρῷ
                            καὶ ἄρτῳ πυριᾷν. ἢ ♃ κωνείου χυλοῦ <lb/>ὀβολοὺς β΄. κρόκου δραχ. β΄.
                            σμύρνης δραχ. α΄. ἀκακίας δραχ. α΄. <lb/>ὀπίου δραχ. β΄. θαψίας χυλοῦ
                            δραχ. α΄. κόμμεως δραχ. α΄. ὕδωρ. <lb/>τοῦτο μὲν ὁ Ἥρας ἔγραψεν. ἐγὼ δὲ
                            ἐπειράθην καρύου, διὰ <lb/>χρόνου ἤδη γεγονότος ἐλαιηροῦ, θεραπεύσαντος
                            ἐνίοτε τοὺς <lb/>αἱμάλωπας. δεῖ δὲ δηλονότι τρίβειν ἐπιμελῶς αὐτὸ καὶ
                            οὕτως <lb/>ἐπιτιθέναι κατακλίναντα τὸν ἄνθρωπον ὕπτιον, ὅπως
                            <lb/>προσμείνῃ τὸ φάρμακον ὥραις δύο καὶ γ΄. οὕτω γὰρ ποιήσαντος,
                            <lb/>εἰ καὶ μετὰ ταῦτα ἀνασταίη, προσμένει μέχρι πολοῦ, <lb/>καὶ χρὴ
                            δηλονότι τοῦ προτέρου ἀποπεσόντος, ἕτερον. <lb/>εὐθέως τιθέναι. τοῦ
                            αὐτοῦ Ἥρα πρὸς αἰγίλωπας. ♃ μαλάχης <lb/>φύλλα μετὰ ἁλῶν καὶ μέλιτος
                            λειώσας ἐπίθες, ἀνασκευάζει <pb n="12.820"/> αἰγίλωπας. καὶ χόνδρον ἑψήσας
                            ὄξει, ἐπίθες ἀρχομένῳ <lb/>αἰγίλωπι. ἢ μυρσίνης νεαρωτάτῳ καρπῷ
                            κατάπλασσε, <lb/>ὅταν ῥευματίζηται. ὡσαύτως δὲ ποιεῖ καὶ ἡ Λημνία
                            <lb/>ἐπιχριομένη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>[Περὶ αἰγίλωπος.] Ὅμοιον ἀποστήματι μικρῷ <lb/>γίνεταί τι, μεταξὺ τοῦ τε
                            τῆς ῥινὸς ὀστοῦ καὶ τοῦ μεγάλου <lb/>κατὰ τὸν ὀφθαλμὸν κανθοῦ, καὶ
                            συῤῥήγνυται δὲ πολλάκις <lb/>εἰς τὸν κανθὸν, ὡς δυσθεράπευτον γενέσθαι
                            φθάνειν. χρὴ <lb/>οὖν θεραπεύειν αὐτὸ διαφορητικοῖς φαρμάκοις, ὅσα χωρὶς
                            <lb/>δήξεως ἐνεργεῖ, συμπάσχει τε γὰρ ὁ ὀφθαλμὸς ἐπὶ τοῖς δριμέσιν,
                            <lb/>οὕτω τε τὸ πεπονθὸς μόριον αὐξάνεται φλεγμαῖνον. <lb/>οὐ μόνον δὲ
                            διὰ τοῦτο δυσθεράπευτόν ἐστι τὸ πάθος, ἀλλὰ <lb/>καὶ διότι πολλῶν
                            φαρμάκων ὑγρῶν κατὰ τὴν σύστασιν εἰς <lb/>πεῖραν ἄγεσθαι δυναμένων οὐκ
                            ἀνέχεται τὸ μέρος. εἰσρεῖν <lb/>γὰρ ἐξ αὐτῶν εἰς τὸν ὀφθαλμὸν ἀναγκαῖον,
                            οὐ μὴν οὐδὲ <lb/>προσμεῖναι δύνανται τὰ τοιαῦτα χωρὶς ἐπιδέσεως
                            ἐπιλαμβανούσης <lb/>ὅλον τὸν ὀφθαλμὸν, ἣν οὐχ οἷόν τε φέρειν ἡμέραις
                            <lb/>τοσαύταις ὅσον εἰς θεραπείαν χρῄζει τὸ πάθος. διὰ τοῦτο <pb n="821"/> οὖν ὁ μὲν Ἀπολλώνιος οὐδὲν ἔγραψε τῶν πρὸς αἰγίλωπας <lb/>φαρμάκων·
                                <milestone unit="ed2page" n="463"/>ὁ δ’ Ἀρχιγένης ὀλίγων μνημονεύσας
                            ἐφεξῆς <lb/>αὐτῶν ἔγραψε τὴν διὰ χειρουργίας αὐτῶν θεραπείαν,
                            <lb/>καίτοι τῆς πραγματείας οὐ χειρουργικῆς, ἀλλὰ τῶν περὶ τῶν <lb/>κατὰ
                            γένος φαρμάκων οὔσης. ὅλην οὖν αὐτοῦ παραγράψω <lb/>τὴν ῥῆσιν ὧδέ πως
                            ἔχουσαν.</p><p>[Τὰ ὑπ’ Ἀρχιγένους γεγραμμένα πρὸς αἰγίλωπας, ἐν <lb/>τῷ πρώτῳ τῶν κατὰ
                            γένος φαρμάκων.] Τοὺς δὲ γινομένους <lb/>περὶ τοὺς κανθοὺς αἰγίλωπας
                            καταπλάττομεν ὀρόβοις μετὰ <lb/>μέλιτος, ἢ σποδὸν ἀμπελίνην ὄξει
                            φυράσαντες. καλῶς ποιεῖ <lb/>καὶ λιβανωτὸς μετὰ περιστερᾶς κόπρου νεαρᾶς
                            καταπλασθεῖσα. <lb/>ἢ χυλὸν αἰγίλωπος βοτάνης μετὰ μέλιτος ἔγχριε. ἐπὶ
                            <lb/>δὲ τῶν μήπω συντετρημένων σταφίδα ἀγρίαν καὶ ἀμμωνιακὸν
                            <lb/>θυμίαμα σὺν μέλιτι ὡς σπλήνιον ἐπίθες. ἢ σχιστὴν μετὰ
                            <lb/>τερμινθίνης ὡς σπλήνιον ἐπίθες. ἢ λαγωοῦ θαλασσίου αἵματι
                            <lb/>κροκύδα βάψας ἐντίθει. ἢ μελαντηρίαν λεάνας προσάπτου. <lb/>εἰ δὲ
                            μηδ’ οὕτως ἀφυγιάζοιντο, διελὼν τὸν κανθὸν <lb/>καὶ διαστήσας κατατίτρα
                            λεπτῷ τρυπανίῳ συνεχεῖς κατατρήσεις, <pb n="12.822"/> εἶτα τῇ κεφαλικῇ χρῶ,
                            ἀποστήσονται γὰρ λεπίδες <lb/>καὶ ὑγιασθήσονται. ἢ καυτήριον ἐπέρειδε,
                            ψιλώσας τὸ ὀστέον, <lb/>καὶ οὕτω λεπίδες ἀφίστανται καὶ ὑγιάζονται.
                            ἔνιοι δὲ διελόντες <lb/>τὸν κανθὸν ἐπερείδουσι τῷ ὀστέῳ, καθὸ τέτρηται
                            χωνεῖον <lb/>λεπτὸν καὶ μόλυβδον τετηκότα ἐγχέοντες καίουσι καὶ
                            <lb/>ἄριστα οὕτως ὑγιάζουσιν. ταῦτα μὲν ὁ Ἀρχιγένης ἔγραψεν.</p><p>[Τὰ ὑπ’ Ἀσκληπιάδου γεγραμμένα πρὸς αἰγίλωπας.] <lb/>Ὁ δὲ Ἀσκληπιάδης ἐν
                            τῷ πρώτῳ τῶν ἐκτός. ♃ ἰλλεκέβρας <lb/>χυλοῦ λίτρας S". στρύχνου χυλοῦ
                            λίτρας S". λιβάνου δραχ. η΄. <lb/>μαστίχης δραχ. γ΄. χαλβάνης λίτρας S".
                            ἕψε τοὺς χυλοὺς μετὰ <lb/>τοῦ λιβάνου καὶ ὅταν διαλυθῇ, ἐπίβαλλε τὴν
                            χαλβάνην, τὴν <lb/>δὲ μαστίχην παραιτούμεθα. ἄλλο. ♃ λιβάνου δραχ. η΄.
                            σμύρνης <lb/>δραχ. η΄. λαδάνου δραχ. δ΄. κηροῦ δραχ. δ΄. σχιστῆς, πιτύας
                            λαγωοῦ <lb/>ἀνὰ δραχ. δ΄. ἀφρονίτρου δραχ. δ΄. κόπτε τὸ φάρμακον καὶ
                            μάλασσε <lb/>ἰρίνου μύρου ὑποστάθμη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed1page" n="225"/>[Περὶ ἰόνθων, συκωδῶν ὄγκων,
                            λειχηνωδῶν <lb/>καὶ ἐξανθημάτων καὶ δοθιηνῶν.] Ὄγκος μικρὸς καὶ <pb n="823"/> σκληρὸς ἐν τῷ κατὰ τὸ πρόσωπον δέρματι γίνεται καλούμενος
                            <lb/>ἴονθος, ὑπὸ παχέος δηλονότι χυμοῦ συνιστάμενος, ἐνδεικνύμενός
                            <lb/>τε τὴν ἑαυτοῦ θεραπείαν εὐλόγως ἐσομένην διὰ <lb/>φαρμάκων
                            μαλαττόντων τε καὶ διαφορούντων. ἡ μὲν γὰρ <lb/>σκληρότης αὐτοῦ τῶν
                            μαλαττόντων, ὁ δὲ παρὰ φύσιν ὄγκος <lb/>τῶν διαφορούντων δεῖται.
                            προειρηκότος οὖν ἤδη μου πολλάκις <lb/>ἔν τε τοῖς ἔμπροσθεν ὑπομνήμασι
                            κᾀν τοῖς περὶ <lb/>τῆς τῶν ἁπλῶν φαρμάκων δυνάμεως, τὰς ὕλας τῶν
                            διαφορούντων <lb/>τε καὶ μαλαττόντων φαρμάκων, ἡ τῶν κατὰ μέρος
                            <lb/>σύνθεσις ὑπὸ τῆς πείρας κεκριμένη χρήσιμος ἔσται πρὸς τὸ <lb/>καλῶς
                            χρῆσθαι τοῖς εἰρημένοις, ἃ μετ’ ὀλίγον εἰρήσεται, διορίσαντός <lb/>μου
                            πρότερον, ὅσα παραπλήσια τοῖς ἰόνθοις ἐστὶ <lb/>πάθη, διαφορὰν ἔχοντα
                            κατὰ τι πρὸς αὐτούς.</p><p>[Περὶ συκωδῶν ὄγκων.] Ἕν τι τοῦτο πάθημα τῶν <lb/>ἐπὶ τοῦ γενείου
                            γεννωμένων ἐστὶ, διαφέρον τοῦ κατὰ τοὺς <lb/>ἰόνθους τῷ μὴ μόνον παχὺν
                            εἶναι τὸν ἐργαζόμενον αὐτὰ <lb/>χυμὸν, ἀλλὰ καὶ λεπτότητος ἰχωροειδοῦς
                            μετέχειν, δι’ ἣν <lb/>καὶ ταχέως ἑλκοῦται μὴ θεραπευόμενον ὡς προσήκει,
                            καὶ <pb n="12.824"/> διὰ τοῦτο δεῖται ξηραντικωτέρων ἢ κατὰ τοὺς ἰόνθους
                            <lb/>φαρμάκων.</p><p><milestone unit="ed2page" n="464"/>[Περὶ τῶν ἐν τῷ γενείῳ λειχηνωδῶν
                            ὄγκων.] <lb/>Καὶ τοῦτο τὸ πάθος ἐκ μικτοῦ τινος γίνεται χυμοῦ μεμιγμένων
                            <lb/>τῶν ἰχωροειδῶν τε καὶ λεπτῶν καὶ δριμέων τοῖς παχέσι, <lb/>καὶ διὰ
                            τοῦτο ῥᾳδίως εἰς ψώραν τε καὶ λέπραν μεταπίπτει, <lb/>δεόμενον καὶ αὐτὸ
                            τῶν ἰσχυρῶς ξηραινόντων φαρμάκων. <lb/>ὅταν δ’ εἰς ψώραν ἢ λέπραν
                            μεταπέσῃ, πρὸς τῷ τῶν ξηραινόντων <lb/>δεῖσθαι φαρμάκων, ἔτι καὶ τῶν
                            ῥυπτόντων χρῄζει.</p><p>[Περὶ τῶν ἐν τοῖς γενείοις ἐξανθημάτων.] Κοινόν γε <lb/>τοῦτο τοὔνομα,
                            κατὰ τῶν αὐτομάτως γιγνομένων ἑλκωδῶν <lb/>τε καὶ τραχέων ἐν τοῖς
                            γενείοις παθημάτων ἐπιφέρουσιν <lb/>ἔνιοι, καθάπερ γε καὶ ὁ Ἀρχιγένης
                            ξηραντικῶν καὶ αὐτὸ <lb/>δεόμενον φαρμάκων.</p><p>[Περὶ τῶν δοθιήνων.] Ἐκ παραπλησίων τοῖς ἰόνθοις <lb/>χυμῶν οἱ δοθιῆνες
                            γίνονται καθ’ ὅλον τὸ σῶμα διττοί πως <lb/>ὄντες· ἔνιοι μὲν, ὡς ἂν εἴποι
                            τις, ἰονθώδεις, σκληροὶ καὶ δύσπεπτοι, <pb n="12.825"/> τινὲς δὲ
                            φλεγματώδεις, ἐφ’ ὧν καὶ πυρετοὶ συνίστανται <lb/>ἐνίοτε καὶ μέγεθος ὁ
                            ὄγκος ἔχει καὶ μεταβολὴν εἰς <lb/>πῦον, ὅθεν καὶ ἡ θεραπεία τὸ πλεῖστον
                            ἔχει αὐτῶν τῆς <lb/>φλεγμονῆς.</p><p>[Ἐκ τῶν Κρίτωνος πρὸς ἰόνθους.] Κρίτων μὲν ἐν τῷ <lb/>τρίτῳ τῶν
                            κοσμητικῶν οὕτως ἔγραψεν αὐτοῖς ὀνόμασι <lb/>πρὸς ἰόνθους τοὺς ἐν τοῖς
                            προσώποις. ♃ μέλιτος Ἀττικοῦ <lb/>κύαθ. α΄. ἤτοι δραχ. ιβ΄. ὄξους
                            δριμυτάτου τὸ ἴσον, μίξας ἐπιμελῶς <lb/>ἐπίχριε τοὺς ἰόνθους τῷ δακτύλῳ
                            ἐπιχρίων καὶ παρατρίβων. <lb/>ἄλλο. ♃ λιθαργύρου χήμην, ἤτοι δραχ. γ΄.
                            τερμινθίνης <lb/>καθαρᾶς κυάμου Αἰγυπτίου μέγεθος. εἶτα βαλὼν ἐλαίου
                            <lb/>λευκοῦ ὀλίγον, ἔπειτα προαποσμήξας τὸ πρόσωπον λάμβανε <lb/>τοῦ
                            φαρμάκου βραχὺ τῷ δακτύλῳ, ἔπειτα ἀμφοτέραις ταῖς <lb/>χερσὶ διατρίψας
                            περιάλειφε τοὺς ἰόνθους τοῦτο καὶ τετανὸν <lb/>καὶ καθαρὸν διαφυλάττει
                            τὸ πρόσωπον. ἄλλο. ἀμύγδαλα <lb/>πικρὰ ὄξει διαλύσας καὶ τρίψας ἐπιμελῶς
                            κατάχριε τὸ πρόσωπον. <lb/>σχιστὴν λεάνας ἐπιμελῶς ἀναλάμβανε τερμινθίνῃ
                            καὶ <lb/>μαλάξας ἐπιτίθει. ἄλλο. κόστον Ἰνδικὸν κόψας καὶ σήσας <pb n="826"/> λεπτοτάτῳ κοσκίνῳ, ἀναλάμβανε αἰγείᾳ χολῇ καὶ ποιήσας
                            <lb/>κηρωτῆς τὸ πάχος, ἐπίχριε τοὺς ἰόνθους περὶ ἑσπέραν, καὶ <lb/>πρωῒ
                            ἀναστὰς κέλευε γάλακτι τῷ παθόντι προσκλύζεσθαι <lb/>τὸ πρόσωπον.
                            ἐγχρονιζόντων δὲ τῶν ἰόνθων χρηστέον ταῖς <lb/>ὑπογεγραμμέναις
                            σκευασίαις.</p><p>[Πρὸς τετυλωμένους ἰόνθους.] ♃ Σάπωνος Γαλλικοῦ <lb/>δραχμὰς δ΄.
                            ἀμμωνιακοῦ θυμιάματος δραχ. α΄. λιβανωτοῦ δραχ. α΄. <lb/>ὕδατι διαλύσας
                            ποίει κηρωτῆς τὸ πάχος, τούτῳ ἐπιχρίσας καὶ <lb/>διαστήσας ὥραν μίαν,
                            ἀπονίπτεσθαι παραίνει χλιαρῷ. ἄλλο. <lb/>♃ νίτρου ἐρυθροῦ, ὑσσώπου,
                            γλήχωνος, ἁλῶν ὀρυκτῶν τὸ <lb/>ἴσον, κόψας, σήσας λεπτοτάτῳ κοσκίνῳ,
                            ἀναλαβὼν κηρωτῇ <lb/>ῥοδίνῃ χρῶ. ἄλλο. ♃ ὠκίμου σπέρματος, νίτρου
                            ἐρυθροῦ, <lb/>γλήχωνος χλωροῦ, σχιστῆς, κόστου Ἰνδικοῦ, κόψας, σήσας,
                            ὁμοῦ <lb/>ἀναλαβὼν στέατι χηνείῳ ἢ ὀρνιθείῳ, ὥστε κηρωτῶδες ἔχειν τὸ
                            <lb/>πάχος, ἐκ τούτου ἔμπλασσε εἰς ὀθόνιον καὶ ἐπιτίθει μέχρι παντελοῦς
                            <lb/>ἀπαλλαγῆς. ἄλλο. ♃ ἁλῶν ὀπτῶν, γλήχωνος, ὑσσώπου, <lb/>ἀμμωνιακοῦ
                            θυμιάματος, ῥοῦ βυρσοδεψικοῦ, ἑκάστου τὸ ἴσον, <lb/>κηρωτῇ ῥοδίνῃ
                            ἀναλαβὼν, ἐπιτίθει μέχρι ἀπαλλαγῆς.</p><pb n="12.827"/><p><milestone unit="ed2page" n="465"/>[Πρὸς τὰς ὀχθώδεις διαθέσεις καὶ τοὺς
                            ἐπὶ τοῦ <lb/>προσώπου κνησμοὺς καὶ ἀρχὴν ἐλεφαντιάσεως.] ♃ Κόμμεως
                            <lb/>λευκοῦ, νίτρου ἀφροῦ, λιβανωτοῦ, θείου ἀπύρου, ἑκάστου <lb/>τὸ ἴσον
                            ὄξει διαλύσας καὶ τρίψας ἐπιμελῶς, ἀνάπλασσε τροχίσκους <lb/>καὶ ξήραινε
                            ἐν σκιᾷ, ἐπὶ δὲ τῆς χρήσεως ὄξει διαλύων <lb/>ἐπίχριε. ὅταν δὲ ξηρανθῇ,
                            ἀπόσμηχε τῇ ὑπογεγραμμένῃ <lb/>σκευασίᾳ. ♃ σάπωνος Γαλλικοῦ λίτραν μίαν,
                            ἀμμωνιακοῦ <lb/>θυμιάματος τὸ ἴσον, λιβανωτοῦ γο γ΄. μαστίχης γο γ΄.
                            ἀφρονίτρου <lb/>γο γ΄. ἕψε σάπωνα καὶ ἀμμωνιακὸν, εἰς ἀγγεῖον κεραμεοῦν
                            <lb/>ἐμβαλὼν καὶ ὕδατος ξεστ. β΄. καὶ ὅταν διαλυθῇ, ἐπίβαλε <lb/>τὰ
                            ξηρὰ, κεκομμένα καὶ σεσησμένα λεπτοτάτῳ κοσκίνῳ, <lb/>ἔπειτα μεταίρων
                            εἰς θυίαν καὶ ἀνακόψας ἐπιμελῶς ἀνελοῦ <lb/>εἰς ἀγγεῖον ὑέλινον, ἐπὶ δὲ
                            τῆς χρήσεως μολύνων τὸ πρόσωπον <lb/>καὶ μικρὸν διαστήσας ἀπονίπτου
                            ὕδατι δαψιλεῖ προανατρίβων <lb/>μαλακῶς. χρηστέον δὲ τῷ σμήγματι παρ’
                            ὅλην <lb/>τὴν ἐπιμέλειαν τῶν ἰόνθων.</p><p>[Πρὸς τὰς ἐπὶ τοῦ γενείου συκώδεις ἐπαναστάσεις.] <lb/>Ὁ μὲν Κρίτων ἐν τῷ
                            τρίτῳ τῶν κοσμητικῶν οὕτως ἔγραψε <pb n="12.828"/> περὶ αὐτῶν πρὸς τὰς ἐπὶ
                            τοῦ γενείου συκώδεις ἐπαναστάσεις, <lb/>ὡς Λεύκιος ὁ καθηγητής. ♃
                            λιθαργύρου, μίσυος <lb/>ὠμοῦ τὸ ἴσον τρίψας κατάπλασσε. ἄλλο. ♃
                            λιβανωτοῦ δραχ. β΄. <lb/>λιθαργύρου δραχμὰς δ΄. ἁλῶν ὀρυκτῶν δραχ. η΄.
                            σανδαράχου <lb/>δραχμὰς β΄. λείοις κατάπλασσε. ἄλλο. ♃ ψιμυθίου δραχ.
                            δ΄. <lb/>μίσυος ὠμοῦ δραχ. δ΄. ἁλῶν ὀρυκτῶν δραχμὰς β΄. σανδαράχης
                            <lb/>δραχ. β΄. λείοις κατάπλασσε. ἄλλο. ♃ χαλκάνθης δραχμὰς β΄.
                            <lb/>θείου ἀπύρου δραχ. β΄. ἰοῦ δραχ. α΄. νίτρου ἐρυθροῦ δραχμὰς β΄.
                            <lb/>λείοις κατάπλασσε. ἄλλο. ♃ ἐλατηρίου δραχμὰς δ΄. ἁλῶν <lb/>ὀρυκτῶν
                            δραχ. δ΄. χαλκάνθου δραχ. β΄. μίξας κατάπλασσε, παραπτόμενος <lb/>πυρῆνι
                            μήλης καθύγρου, ὥστε τὸ φάρμακον προσκαθίσαι. <lb/>μετὰ δὲ τὴν τοῦ
                            φαρμάκου ἐπίθεσιν χρηστέον λίνου <lb/>σπέρματι λεανθέντι μεθ’ ὕδατος.
                            καθύγρων δὲ ὄντων τῶν <lb/>ἑλκῶν, καὶ γὰρ ἀπ’ αὐτῶν ὕδωρ καθαρὸν
                            ἀποῤῥεῖ, ὥσπερ <lb/>ἀπὸ πηγῆς, χρηστέον ταῖς ὑπογεγραμμέναις σκευασίαις.
                            τροχίσκος <lb/>πρὸς τὰς ἐπὶ τῶν γενείων συκώδεις ἐπαναστάσεις.
                            <lb/>ἐχρήσατο Ἀρτεμίδωρος, ἔστι δὲ καὶ παντὸς ὄγκου κατασταλ<milestone unit="ed1page" n="226"/>τικὸς, <lb/>ὃς συμβαίνει ἐπὶ τῶν κακῶς
                            συνουλωκότων, <pb n="12.829"/> ὥσπερ ἐπὶ τῶν συνεῤῥαμμένων, ἡ δὲ σύνθεσις
                            ἥδε. ♃ λεπίδος <lb/>χαλκοῦ δραχμὰς δ΄. χαλκάνθου δραχμὰς β΄. σχιστῆς
                            <lb/>δραχμὰς β΄. κόλλης τεκτονικῆς διαυγοῦς δραχμὰς β΄. τὰ ξηρὰ
                            <lb/>κόπτεται καὶ σήθεται, ἡ δὲ κόλλα ὄξει βρέχεται καὶ τοῖς
                            λελειωμένοις <lb/>ἐπιβάλλεται ὑγροῖς καὶ πάλιν λεαίνεται καὶ τροχίσκους
                            <lb/>ἀναπλάσσομεν, ἐπὶ δὲ τῆς χρήσεως ὄξει διαλύοντες <lb/>ἐπιχρίομεν,
                            καὶ σύριγγας ἐκτυλοῖ.</p><p>[Μάγνου κλινικοῦ.] ♃ Στυπτηρίας σχιστῆς, ἰοῦ Κορινθίου, <lb/>μίλτου
                            σινώπιδος, χαλκίτεως, κόλλης τεκτονικῆς τὸ <lb/>ἴσον, συντίθει καὶ χρῶ
                            καθὰ προείρηται.</p><p>[Ἀρείου Ἀσκληπιαδείου.] Μίλτου σινώπιδος, ἰοῦ <lb/>Κορινθίου, σχιστῆς,
                            κηκίδος ὀμφακίτιδος, σιδίων ῥοιᾶς τὸ <lb/>ἴσον, κόμμεως τὸ διπλοῦν, ὄξει
                            ἀναλαβὼν χρῶ ὡς προείρηται.</p><p><milestone unit="ed2page" n="466"/>[Ἀπολλωνίου, ὡς Χαρίξενος.] ♃ Λεπίδος
                            χαλκοῦ, <lb/>μίσυος ὀπτοῦ, ἀρσενικοῦ, ἑκάστου δραχμὰς β΄. διφρυγοῦς
                            <lb/>δραχ. γ΄. χαλκοῦ κεκαυμένου δραχ. δ΄. χαλκίτεως κεκαυμένης <pb n="830"/> δραχ. δ΄. κόλλης τεκτονικῆς δραχ. δ΄. ὄξει διαλύσας,
                            ἀνάπλαττε <lb/>τροχίσκους καὶ χρῶ καθὰ προείρηται.</p><p>[Ἄνδρωνος φάρμακον ἐπιτετευγμένον.] ♃ Χαλκάνθου <lb/>δραχμὰς β΄. σμύρνης
                            δραχ. β΄. λιβανωτοῦ δραχμὰς δ΄. σχιστῆς <lb/>δραχ. δ΄. σιδίων δραχ. η΄.
                            κηκίδων δραχμὰς η΄. ἀριστολοχίας δραχμὰς <lb/>η΄. οἴνῳ αὐστηρῷ ἀναλαβὼν
                            χρῶ καθὰ προείρηται.</p><p>[Κρίτωνος πρὸς τοὺς ἐπὶ τῶν γενείων λειχῆνας.] Ἐφεξῆς <lb/>τούτων, ὁ
                            Κρίτων ἔγραψε πρὸς τοὺς ἐπὶ τῶν γενείων <lb/>λειχῆνας ὧδέ πως. πρὸς δὲ
                            τοὺς ἐπὶ τῶν γενείων λειχῆνας <lb/>πάθος ἀηδέστατον, καὶ γὰρ κνησμοὺς
                            ἐπιφέρει καὶ περίστασιν <lb/>τῶν πεπονθότων καὶ κίνδυνον οὐκ ὀλίγον,
                            ἕρπει γὰρ <lb/>ἔστιν ὅτε καθ’ ὅλου τοῦ προσώπου, καὶ ὀφθαλμῶν ἅπτεται
                            <lb/>καὶ σχεδὸν τῆς ἀνωτάτω δυσμορφίας ἐστὶν αἴτιον, καὶ <lb/>διὰ τοῦτο
                            χρηστέον ἂν εἴη ἐπιμελέστερον τῇ θεραπείᾳ, ἐφορῶντα <lb/>τοὺς
                            παροξυσμοὺς καὶ τὰ διαλείμματα καὶ συγκρίνοντα <lb/>ἀπὸ τῶν
                            κεχρονισμένων τὰ νεοσύστατα, ἐφ’ ὧν ἁρμόσει <lb/>χρῆσθαι τοῖς ξηραίνουσι
                            φαρμάκοις. ὅταν δ’ εἰς ψώραν <pb n="12.831"/> ἢ λέπραν μεταπέσῃ, πρὸς τοῖς
                            ξηραίνουσι χρῆσθαι καὶ τοῖς <lb/>ῥύπτουσιν, ἔπειτα δὲ καὶ ταῖς
                            ὑπογεγραμμέναις σκευασίαις.</p><p>[Κρίσπου τοῦ φίλου πρὸς τοὺς ἐπὶ τῶν γενείων προσφάτους <lb/>λειχῆνας ἢ
                            ἄλλο τι μέρος τοῦ προσώπου.] Πυροὺς <lb/>πολλοὺς λαμβάνων, ἐπιτίθει ἐπί
                            τινος ἄκμονος, εἶτα πλάτυσμα <lb/>χαλκοῦν πυρώσας ἐπιτίθει τοῖς πυροῖς
                            καὶ τὸ ἀνιέμενον ἐξ <lb/>αὐτῶν ὑγρὸν ἔτι θερμὸν ἀνελὼν ἐπίχριε τοὺς
                            λειχῆνας. <lb/>τούτῳ μόνῳ πολλοὺς θεραπευθέντας ἱστορήσαμεν. ἄλλο.
                            <lb/>μαλάχης ἀγρίας τὸν καρπὸν ἁπαλὸν ὄντα καθαρίσας συλλέγων,
                            <lb/>κόψας τὸν χυλὸν ἀπόθου καὶ τούτῳ συνεχῶς ἐπίχριε. <lb/>ἄλλο.
                            ἀνδράχνης χυλὸν κατάχριε συνεχῶς. ἄλλο. ἐλαίας Αἰθιοπικῆς <lb/>δάκρυον
                            τρίψας μεθ’ ὕδατος καὶ στύρακος ὀλίγον <lb/>ἐπιβαλὼν καὶ μίξας ἐπιτίθει.
                            ἄλλο. πτελέας δάκρυον. ὕδατι <lb/>διαλύων ἐπιτίθει. ἐγχρονιζόντων δὲ τῶν
                            λειχήνων χρηστέον <lb/>ταῖς ὑπογεγραμμέναις σκευασίαις πρὸς τοὺς
                            ἐγχρονίζοντας. <lb/>ἀσφοδέλου ῥίζαν ἐν ὄξει ἑψήσας καὶ τρίψας ἐπίχριε.
                            ἄγνου <lb/>τὰ φύλλα τρίψας ὄξος ἐπιβαλὼν ὀλίγον κατάπλασσε. καππάρεως
                            <lb/>τὰ φύλλα τρίψας μετ’ ὄξους ἐπιτίθει. λαπάθου ἡμέρου <lb/>τὸν φλοιὸν
                            τῆς ῥίζης μετ’ ὄξους λεάνας κατάπλασσε προεκνιτρώσας. <pb n="12.832"/>
                            χαμαιλέοντος ῥίζαν ἐν ὄξει ἑψήσας καὶ τρίψας <lb/>κατάπλασσε. πρὸς δὲ
                            τὴν τῶν λειχήνων ἐπιμέλειαν, ἐπεὶ τὰ <lb/>κατὰ μέρος πολλά ἐστι καὶ
                            ποικίλα, ἐν μέρει περὶ ἑκάστου <lb/>ἐρῶ, ἄρξομαι δὲ ἀπὸ σῶν λεγομένων
                            τροχίσκων.</p><p>[Τροχίσκος λειχηνικός.] ♃ Κόλλης τεκτονικῆς δραχ. δ΄. <lb/>ἐν ἄλλῳ
                            δραχμὰς β΄. θείου ἀπύρου δραχ. β΄. χαμαιλέοντος δραχμὰς <lb/>δ΄.
                            λιβανωτοῦ δραχ. β΄. ὄξους κοτύλης S". ἡ κόλλα ὄξει <lb/>διαλύεται, εἶτα
                            ἐπιβάλλεται τοῖς ξηροῖς. ἐπὶ δὲ τῆς χρήσεως <lb/>ὄξει διαλύων, ὅσον
                            ἐξαρκεῖ θερμαίνων ἐπιτίθει. ἐν ἄλλοις <lb/>ἴσα ἔχει. ἄλλος. ♃
                            χαμαιλέοντος, θείου ἀπύρου ἀνὰ δραχ. δ΄. <lb/>ἐλαίας Αἰθιοπικῆς δακρύου
                            δραχμὰς β΄. λιβανωτοῦ δραχμὴν <lb/>μίαν, ὄξους ὅσον ἐξαρκεῖ. <milestone unit="ed2page" n="467"/>παρ’ ἄλλοις. ♃ ἀλκυονίου <lb/>δραχ. β΄.
                            χαμαιλέοντος μέλανος δραχμὰς δ΄. πυρέθρου δραχ. β΄. <lb/>θείου ἀπύρου
                            δραχμὰς δ΄. λιβανωτοῦ δραχ. δ΄. ταυροκόλλης δραχμὰς <lb/>δ΄. ὄξους
                            δριμυτάτου κοτύλας δ΄. ἄλλος. ♃ ἐλαίας Αἰθιοπικῆς <lb/>δραχμὰς δ΄. θείου
                            ἀπύρου δραχ. δ΄. ἀλκυονίου δραχ. η΄. <lb/>ἀφρονίτρου δραχμὰς η΄. ἄλικος
                            ἐν ὄξει ἑψημένου δραχ. η΄. τὸ <lb/>αὔταρκες ὄξους. ἄλλος. ♃ ἀλκυονίου
                            κεκαυμένου δραχ. β΄. <pb n="12.833"/> χαμαιλέοντος μέλανος δραχ. δ΄.
                            ἀσφοδέλου ῥίζης δραχ. δ΄. θείου <lb/>ἀπύρου· δραχ. β΄. λιβανωτοῦ δραχ.
                            β΄. πυρέθρου δραχ. β΄. νίτρου <lb/>ἀφροῦ δραχ. β΄. ταυροκόλλης δραχ. δ΄.
                            ὄξους τὸ αὔταρκες. ἐπιτεινομένης <lb/>δὲ τῆς διαθέσεως καὶ τυλώδους
                            γενομένης, χρηστέον <lb/>ταῖς ὑπογεγραμμέναις σκευασίαις. ὑγρὰ πρὸς
                            λειχῆνας διαθέσεις. <lb/>♃ μίσους ξενικοῦ, λιβάνου; σμύρνης σχιστῆς,
                            ἑκάστου <lb/>δραχ. η΄. ἀλόης, θείου ἀπύρου ἀνὰ δραχ. δ΄. ἀναλάμβανε
                            γλυκεῖ, <lb/>ὥστε γλοιοῦ ἔχειν τὸ πάχος, καὶ δὶς ἢ τρὶς τῆς ἡμέρας
                            προαποσμήχων <lb/>ἐπίχριε καὶ ἔξωθεν ἐπιτίθει φυλακῆς χάριν τοῦ
                            <lb/>φαρμάκου, κύστεως ὑμένα ἢ ὠοῦ τῶν λεπύρων ἢ χλωρῶν <lb/>φύλλων ὅσον
                            ἐξαρκεῖ. ἄλλο. ♃ μίσυος δραχ. δ΄. ἀκακίας δραχ. β΄ <lb/>λεπίδος χαλκῆς
                            δραχ. δ΄. θείου ἀπύρου δραχ. στ΄. χαλκίτεως δραχ. η΄. <lb/>κόμμεως δραχ.
                            η΄. ὄξους ὅσον ἐξαρκεῖ. ὅταν δὲ διαλυθῇ, ἀμόργην <lb/>ἐπιβαλὼν καὶ
                            ἀνακόψας ἐπιμελῶς ἀνελόμενος χρῶ, ὡς <lb/>προείρηται. ἄλλο. ♃ θείου
                            ἀπύρου, λιβάνου, σμύρνης, χαλκάνθου, <lb/>μίσυος ὠμοῦ ἑκάστου δραχ. β΄.
                            κόμμεως δραχ. δ΄. ὄξει <lb/>διαλύσας καὶ κεδρίνῳ ἐλαίῳ ὅσον ἐξαρκεῖ χρῶ
                            ὁμοίως.</p><pb n="12.834"/><p>[Ἐκ τῶν Ζεύξιδος.] ♃ Χαλκίτεως ὠμῆς, μίσυος ὠμοῦ, <lb/>σμύρνης Ἀμιναίας,
                            θείου ἀπύρου τὸ ἴσον, κόμμεως τὸ διπλοῦν, <lb/>ὄξει διαλύσας, ἀναλάμβανε
                            κεδρίνῳ ἐλαίῳ· δεῖ δὲ τὸ <lb/>κέδρινον πρότερον ἕψειν, ὡς μέλιτος ἔχειν
                            πάχος. ἄλλο Διοδώρον. <lb/>♃ δάκρυον Αἰθιοπικῆς ἐλαίας δραχ. η΄. κόμμεως
                            δραχ. μ΄. <lb/>χαλκάνθου δραχμὰς ιστ΄. θείου ἀπύρου δραχ. ι΄. λιβάνου
                            δραχ. ι΄. <lb/>ἰοῦ δραχ. ι΄. ἀκακίας δραχ. ι΄. σμύρνης Ἀμιναίας δραχ.
                            ι΄. ὄξους τὸ <lb/>αὔταρκες, καὶ ὅταν διαλυθῇ καὶ λειότατον γένηται,
                            ἕκαστον <lb/>αὐτῶν ἀναλάμβανε συνεστραμμένῃ ἀμόργῃ καὶ ἀνελόμενος
                            <lb/>χρῶ, συναπτέον δὲ τούτοις καὶ ἄλλας σκευασίας.</p><p>[Περίχριστος ἑφθὴ πρὸς λειχῆνας χρονίους, ὥστε χωρὶς <lb/>ἑλκώσεως
                            ἀπαλλάττειν.] ♃ Χαλκάνθου, τήλεως ἀληλεσμένης, <lb/>καρδαμώμου ἀνὰ
                            δραχμὰς β΄. μελανθίου δραχμὴν μίαν S". <lb/>συκῆς ἡμέρου φύλλων δραχμὴν
                            μίαν S". ὄξους δριμέος τὸ <lb/>ἱκανὸν, λεῖα ποιήσας μίξον ὥστε μέλιτος
                            ἔχειν τὸ πάχος, <lb/>εἶτα ἕψε, καὶ ὅταν μέλαν γένηται καὶ
                            συνεστραμμένον, αἴρων <lb/>ἐπίχριε προαπονίπτων αὐτούς.</p><pb n="12.835"/><p>[Ἡρακλείδου Ταραντίνου λειχηνικὴ, ὥστε χωρὶς ἑλκώσεως <lb/>ἀπαλλάττειν.]
                            ♃ Ἀλφίτων δραχμὰς η΄. ταυροκόλλης <lb/>δραχμὰς στ΄. χαλκάνθου δραχμὰς
                            δ΄. χαλκίτεως δραχμὰς δ΄. <lb/>θείου ἀπύρου δραχμὰς δ΄. ἀφρονίτρου
                            δραχμὰς στ΄. <milestone unit="ed1page" n="227"/>
                            <lb/>ἀλκυονίου δραχμὰς δ΄. σμύρνης Ἀμιναίας δραχ. β΄. ὄξους κοτύλας
                            <lb/>γ΄. Διονυσίου συμμαθητοῦ, ὥστε δίχα ἑλκώσεως ἀπαλλάττειν. <lb/>♃
                            ἀλεύρου κριθίνου ξεστ. α΄. χαλκάνθου γο α΄. λαπάθου <lb/>ἀγρίου τῶν
                            ῥιζῶν τῶν φλοιῶν δραχμὴν μίαν. θείου <lb/>ἀπύρου δραχ.α΄. σμύρνης γο α
                            S". κόμμεως γο α΄. ὄξους κοτύλας <lb/>στ΄. ἕψε λαπάθου ῥίζαν. ὅταν δὲ
                            διαλυθῇ, ἐξελὼν τρῖβε, <lb/>τὸ δὲ κρίθινον <milestone unit="ed2page" n="468"/>λαβὼν εἰς τὸ λειπόμενον ὑγρὸν ἕψε, καὶ <lb/>ὅταν εὖ ἔχῃ,
                            ἐπίβαλε τὰ λοιπὰ καὶ ἀνελόμενος χρῶ.</p><p>[Σωκρατίωνος ἑφθή.] ♃ Ἄλικος ἀληλεσμένου ξεστ. στ΄. <lb/>θείου ἀπύρου
                            δραχ. ιστ΄. μίσυος ξενικοῦ δραχμὰς ιστ΄. χαλκίτεως <lb/>δραχ. ιστ΄.
                            κιμωλίας δραχμὰς ιστ΄. ἀφρονίτρου δραχ. η΄. ἀλκυονίου <lb/>δραχμὰς η΄.
                            σχιστῆς δραχμὰς η΄. ἀσφοδέλου ῥίζης <lb/>δραχ. η΄. σμύρνης δραχμὰς η΄.
                            λιβάνου δραχμὰς η΄. ἐλαίας <pb n="12.836"/> δακρύου δραχ. η΄. ἀμμωνιακοῦ
                            θυμιάματος δραχμὰς η΄. ὄξους <lb/>κοτύλας γ΄. ἕψε ἀλκυόνιον ἀσφόδελον
                            ὄξος, ὅταν δὲ εἰς ἥμισυ <lb/>καταντλήσῃ, διύλιζε. ἐκ δὲ τοῦ διυλίσματος
                            ἀνάλυε ἀμμωνιακὸν <lb/>καὶ σμύρναν, λίβανον, ἐλαίας δάκρυον, εἶτα
                            τρίβεται, <lb/>εἶτα ἐπιβάλλεται τούτοις τὰ ξηρά. τὸν δὲ ἅλικα ἕψε ἐν τῷ
                            <lb/>ὑπολειφθέντι ὑγρῷ, καὶ ὅταν διαλυθῇ, ἐπίβαλλε τοῖς λοιποῖς <lb/>καὶ
                            τρῖβε ὁμοῦ καὶ χρῶ. ἐν ἄλλαις συναγωγαῖς ἔχει οὕτω. <lb/>♃ θείου ἀπύρου,
                            μίσυος ξενικοῦ, χαλκίτιδος, ἑκάστου δραχ. ιστ΄. <lb/>νίτρου σχιστοῦ,
                            ἀλκυονίου, ἀσφοδέλου ῥίζης, λιβανωτοῦ, <lb/>ἐλαίας δακρύου, κιμωλίας
                            γῆς, ἀμμωνιακοῦ θυμιάματος, ἑκάστου <lb/>ἀνὰ δραχ. η΄. ὄξους κοτ. α΄.
                            ἄλλη σφόδρα ἐνεργής. ♃ ὄξους <lb/>δριμυτάτου ξεστ. στ΄. ἀλεύρου κριθίνου
                            ξεστ. β΄. μάννης ξεστ. α΄. <lb/>λαπάθου ἀγρίου ῥίζης δραχμὰς η΄.
                            ἐλλεβόρου λευκοῦ δραχ. ι΄. <lb/>ἀλκυονίου δραχμὰς ιε΄. καρδαμώμου δραχ.
                            α΄. κιμωλίας γῆς δραχ. η΄. <lb/>ταυροκόλλης δραχμὰς ιστ΄. ἀφρονίτρου
                            δραχ. ιστ΄. ἁλικακάβου <lb/>δέσμιον χειροπληθὲς τῶν ἀκρεμόνων χλωρῶν
                            συντίθει. ἐπεὶ <lb/>δὲ οἱ πολλοὶ τὰς μὲν τῶν ἐπιχριομένων φαρμάκων
                            δυνάμεις <pb n="12.837"/> παραιτοῦνται, αἱροῦνται δὲ μᾶλλον τὰς τῶν
                            ἐμπλάστρων <lb/>ἐπιθέσεις, αἵτινες οὔθ’ ἱδρώτων ἐπιγενομένων
                            περιῤῥέουσιν <lb/>οὔτε ξηραινόμεναι περιτείνουσι τὸν χρῶτα, συναπτέον ἂν
                            <lb/>εἴη καὶ τὰς τοιαύτας σκευασίας.</p><p>[Ἔμπλαστρα λειχηνικὰ, ὥστε χωρὶς ἑλκώσεως ἀπαλλάττειν.] <lb/>♃ Κηροῦ,
                            πίσσης ἑφθῆς, λιβανωτοῦ, τερμινθίνης, <lb/>θείου ἀπύρου, ἑκάστου ἀνὰ
                            λίτραν S". τὰ τηκτὰ κατὰ τῶν <lb/>ξηρῶν. ἄλλο. ♃ λιβάνου δραχ. η΄.
                            στυπτηρίας δραχ. η΄. χαλκάνθου <lb/>δραχ. η΄. θείου ἀπύρου δραχμὰς δ΄.
                            ταυροκόλλης δραχ. δ΄. χαμαιλέοντος <lb/>ῥίζης δραχμὰς δ΄. κηροῦ δραχ.
                            η΄. πίσσης ὠμῆς κοτύλας <lb/>β΄. ἕψε πίσσαν, ταυροκόλλαν, καὶ ὅταν
                            συστραφῇ, ἐπίβαλλε <lb/>κηρὸν, καὶ κατέρα κατὰ τῶν ξηρῶν καὶ ἀνελόμενος
                            χρῶ.</p><p>[Ἄλλο ποιεῖ πρὸς τοὺς ἐπαιρομένους λειχῆνας, ὥστε <lb/>καταστέλλειν τὰ
                            δοκοῦντα ὑπολείπεσθαι.] ♃ Μάννης λιβάνου, <lb/>πίσσης ἀνὰ δραχ. η΄.
                            ἀσφάλτου δραχ. η΄. κηροῦ δραχμὰς η΄. <lb/>πιτυΐνης δραχ. η΄. θείου
                            ἀπύρου δραχμὰς η΄. ἐλαίου Κυπρίνου <pb n="12.838"/> ὀλίγον, ἕψε, ὡς
                            προείρηται, καὶ ἀνελόμενος χρῶ καὶ ἔμπλασσε <lb/>εἰς ὀθόνιον ἢ δέρμα
                            λεπτόν.</p><p>[Ἄλλο χωρὶς ἑλκώσεως ἀπαλλάττει.] ♃ Πίσσης βρυτίας <lb/>ὑγρᾶς ξεστ. α΄.
                            μάννης λίτραν α΄. θείου ἀπύρου λίτραν α΄. <lb/>θερμίνου ἀλεύρου λίτραν
                            α΄. συντίθει κατὰ τρόπον, εἶτα <lb/>ἐπίβαλλε χαλβάνης· γο β΄. ἔστι δὲ
                            τῶν ἄγαν σπουδαίων. ἐν <lb/>ἄλλαις γραφαῖς οὐκ ἔχει τὸ ἄλευρον, οὐδὲ τὴν
                            χαλβάνην.</p><p><milestone unit="ed2page" n="469"/>[Φιλώτου λειχηνικὸν ἐπιτετευγμένον
                            χωρὶς ἑλκώσεως <lb/>ἀπαλλάττει. ἐδόθη ὑπὸ Φιλώτου τοῦ ἑταίρου, διὰ
                            <lb/>στίχων ἀναγέγραπται.] ♃ Χαλκίτεως ὀπτῆς, χρυσοκόλλης, <lb/>μίσυος
                            ὀπτοῦ, λεπίδος χαλκοῦ, διφρυγοῦς, ἁλὸς ἀμμωνιακοῦ, <lb/>γῆς Ἐρετριάδος,
                            ἑκάστου ἀνὰ δραχ. δ΄. θείου ἀπύρου δραχ. ιβ΄. <lb/>χαλκάνθου, λίθου
                            Ἀσίου τὸ ἄνθος, χαλκοῦ κεκαυμένου ἀνὰ <lb/>δραχ. στ΄. σώρεος δραχ. ε΄.
                            στυπτηρίας ὑγρᾶς δραχ. δ΄. ἅπαντα ταῦτα <lb/>λεάνας, εἶτα ἐπιβάλλων
                            κοτύλας ιβ΄. ὄξους, τρῖβε ἐπιμελῶς <lb/>ἐν ἡλίῳ, ἐν ταῖς ὑπὸ κύνα
                            ἡμέραις ε΄. ἕως ἂν ξηρανθῇ τὸ <lb/>φάρμακον. σκευαζέσθω δὲ ἐν ἄλλῃ θυείᾳ
                            λιβανωτοῦ γο α΄. <lb/>σμύρνης γο β΄. ἀλόης γο α΄. λαδάνου γο γ΄.
                            ὀποπάνακος γο γ΄. <pb n="12.839"/> ὄξει διαλυθέντα, ὡς γλοιοῦ ἔχειν πάχος,
                            καὶ ὅταν εὖ ἔχῃ, <lb/>ἐπίβαλε τοῖς ἐν ἡλίῳ λεανθεῖσι καὶ πάλιν τρῖβε,
                            καὶ τούτοις <lb/>ἐπίβαλε κεκομμένης καὶ σεσησμένης λεπτοτάτῳ κοσκίνῳ
                            <lb/>ἀριστολοχίας στρογγύλης καὶ μακρᾶς ἀνὰ δραχ. α΄. ὅταν δὲ ἤδη
                            <lb/>ἐμπλαστρώδη τὰ τριβόμενα γένηται, ἐπίβαλε τὰ τηκτὰ, τήξας
                            <lb/>πρότερον καὶ ψύξας. ἔστι δὲ ταῦτα. ♃ κηροῦ δραχ. ρι΄. τερμινθίνης
                            <lb/>δραχ. κ΄. χαλβάνης δραχ. θ΄. ἐλαίου κοτύλην α΄. καὶ μαλάξας
                            <lb/>ἐπιμελῶς ἀνελόμενος χρῶ. κείμενον δὲ τὸ φάρμακον <lb/>διπρόσωπον
                            γίνεται. τῆς δὲ διαθέσεως ἐμμόνου γενομένης <lb/>καὶ πρὸς τὴν τῶν
                            φαρμάκων ἐπίθεσιν ἀντιβαινούσης χρηστέον <lb/>τοῖς λεγομένοις ἐκδορίοις,
                            καὶ γὰρ ἀφιστᾶσι τὴν ἐπιφάνειαν <lb/>ἐκ προχείρου.</p><p>[Περὶ ἐκδορίων.] Ἐκδόριον λειχήνων. ταύτῃ Πάμφιλος <lb/>χρησάμενος ἐπὶ
                            Ῥώμης πλεῖστον ἐπορίσατο ἐπικρατούσης <lb/>ἐν τῇ πόλει τῆς μεντάγρας
                            λεγομένης. ♃ λεπίδος χαλκῆς <lb/>δραχ. στ΄. ἀρσενικοῦ δραχ. δ΄.
                            σανδαράχης δραχ. δ΄. χαλκοῦ κεκαυμένου <lb/>δραχ. α΄ S". ἐλλεβόρου
                            λευκοῦ δραχ. α΄ S". κανθαρίδων κοιλιδίων <lb/>δραχ. α΄ S". ἕκαστον τρῖβε
                            κατ’ ἰδίαν, εἶθ’ ὁμοῦ μίξας <pb n="12.840"/> ἀναλάμβανε κεδρίᾳ, καὶ γλοιοῦ
                            ποιήσας τὸ πάχος κατάθου <lb/>εἰς πυξίδα Κυπρίου χαλκοῦ. ἐπὶ δὲ τῆς
                            χρήσεως νίτρῳ καὶ <lb/>ὄξει βραχεῖ ἀποσμήχων τὰς λειχῆνας ἐπίχριε,
                            σπαθομήλῃ χρώμενος <lb/>καὶ παρατρίβων, ἔπειτα ἀποσμήξας ἀπόξυε καὶ
                            πάλιν <lb/>ἐπιτίθει τὸ φάρμακον. ἔπειτα δὶς καὶ τρὶς τοῦτο ποιήσας.
                            <lb/>ὥστε κούφως ἀποξύειν, πάλιν ἐπιτιθέναι πειρῶ σκεπάζων <lb/>τοὺς
                            ἐπιχρισθέντας τόπους ὑμένι κύστεως βοείας ἢ ἑτέρου <lb/>τινὸς ζώου, καὶ
                            γὰρ τὸ φάρμακον ἀδιάῤῥευστον φυλάττει καὶ <lb/>κοῦφόν ἐστι. μετὰ δὲ τὴν
                            τοῦ ὑμένος ἀφαίρεσιν ἐπιθέσει <lb/>ταινιδίου κούφως ἐπιδήσας ἔα. καλὸν
                            μὲν διανυκτερεύειν· εἰ <lb/>δὲ μή γε, μέχρις ὡρῶν τινων, ἕως φλυκταίνας
                            γενέσθαι ἰχῶρας <lb/>περιεχούσας παχεῖς καὶ κολλώδεις, εἶτα λούεσθαι
                            παραινοῦμεν <lb/>καὶ παρατείνειν ἐν τῷ βαλανείῳ. καὶ γὰρ τοῦτο συνεργεῖ
                            <lb/>τῇ τοιαύτῃ θεραπείᾳ, ἔστω δὲ θερμὸν τὸ βαλανεῖον. <lb/>εἰ δέ τι
                            κωλύει βαλανείῳ χρῆσθαι, ἀποπυριατέον θερμῷ <lb/>ὕδατι πολλῷ, εἶτα
                            περιμάττειν χρὴ καὶ καταπλάττειν ἄρτῳ <lb/>φυραθέντι ὑδρομέλιτι. ῥυπαρῶν
                            δὲ γενομένων τῆς χλωρᾶς <lb/>ἐπιτίθει σπλήνιον, προσλαβὼν ὀλίγον τοῦ
                            ἐκδορίου. ἰχώρων <pb n="12.841"/> δὲ ἐκκρινομένων καὶ μηδεμιᾶς ἐπικειμένης
                            ἐφελκίδος, ἐπιτίθει <lb/>λευκὸν σπλήνιον, καὶ ταύτῃ χρῶ τῇ θεραπείᾳ
                            μέχρι παντελοῦς <lb/>ἀπουλώσεως, ἀποπυριῶν τε καθ’ ἑκάστην ἡμέραν καὶ
                            <lb/>νεαρῷ χρώμενος σπληνίῳ. μετὰ δὲ τὴν παντελῆ ἀπούλωσιν
                            <lb/>ὑπολειπομένης τινὸς ὑποψίας, χρηστέον ταῖς αὐταῖς ἀγωγαῖς. <lb/>πρὸ
                            δὲ τῆς τῶν ἐκδορίων <milestone unit="ed1page" n="228"/>ἐπιθέσεως
                            περιλαμβάνειν <lb/>δεῖ τὰ ἔξωθεν τοῦ λειχῆνος φαρμάκου ἀφλεγμάντου
                            σπληνίῳ, <lb/>προσχαριζόμενον τῇ ἐξωτάτῳ γραμμῇ τοῦ λειχῆνος μικρόν
                            <lb/>τι τῶν ἀπαθῶν σωμάτων. αὕτη κοινὴ ἐπιμέλεια τῆς <lb/>μεντάγρας.</p><p><milestone unit="ed2page" n="470"/>[Ἀξιορίου.] ♃ Λεπίδος χαλκοῦ δραχ.
                            στ΄. χαλκάνθου <lb/>δραχ. δ΄. κανθαρίδων δραχ. α΄ S". ἐλλεβόρου λευκοῦ
                            δραχ. <lb/>α΄ S". σανδαράχης δραχ. α΄. κεδρίᾳ ἀναλάμβανε.</p><p>[Ἄλλο Ἀπίου Φάσκου πρὸς τὰς μεντάγρας, ὥστε <lb/>χωρὶς οὐλῆς
                            ἀποθεραπεύειν. ποιεῖ δὲ καὶ πρὸς ἀλωπεκίας <lb/>χρονίας.] Ἐπίχριε δὲ τὰς
                            μὲν ἀλωπεκίας ἐν ἡλίῳ ἢ παρὰ <lb/>πυρί. φλυκταίνης δὲ γενομένης βελόνῃ
                            χρὴ διακεντεῖν, ὑγροῦ <pb n="12.842"/> δὲ ἐκκριθέντος κηρωταῖς
                            ἀποθεραπεύειν. μετὰ δὲ τὴν ἀπούλωσιν <lb/>ἐκφύουσιν αἱ τρίχες. καὶ ταῦτά
                            μὲν ἐπὶ τῶν ἀλωπεκίων. <lb/>ἐπὶ δὲ τῶν λειχήνων χρηστέον καθὰ
                            προείρηται, τὸ δὲ <lb/>φάρμακον ἔχει οὕτως. ♃ σανδαράχης. δραχ. β΄.
                            ἀρσενικοῦ δραχ. β΄. <lb/>λεπίδος χαλκοῦ δραχ. β΄. ἐλλεβόρου μέλανος
                            δραχ. α΄. ἐλατηρίου <lb/>δραχ. α΄. κανθαρίδος τῆς κοιλίας δραχ. α΄.
                            ἀναλάμβανε κεδρίᾳ. <lb/>ἄλλο. ♃ κανθαρίδων δραχ. α΄ S". ἐλλεβόρου λευκοῦ
                            δραχ. α΄ S". <lb/>ἀρσενικοῦ δραχ. β΄. λεπίδος χαλκοῦ τὸ ἴσον, χαλκάνθου
                            δραχ. α΄. <lb/>σκαμμωνίας δραχ. β΄. ἀναλάμβανε κεδρίᾳ. ἄλλο. ♃ ἀρσενικοῦ
                            <lb/>κεκαυμένου δραχ. β΄. λεπίδος Κυπρίας δραχ. στ΄. χρυσοκόλλης δραχ.
                            α΄. <lb/>χαλκάνθου δραχ. α΄. ἐλλεβόρου μέλανος δραχ. α΄. σχιστῆς δραχ.
                            α΄. <lb/>θαψίας χυλοῦ δραχ. α΄. σκαμμωνίας δραχ. α΄. κανθαρίδων δραχ.
                            α΄. <lb/>κεδρίας τὸ αὔταρκες.</p><p>[Ἔμπλαστρα χλωρὰ λειχηνικά.] Μετὰ δὲ τὴν ἐκδορίων <lb/>χρῆσιν ἔμπλαστρα
                            χλωρὰ καὶ λευκὰ ἐπιτιθέναι δεῖ. εὔλογον <lb/>δ’ ἂν εἴη καὶ τὰς τούτων
                            σκευασίας ἀναγράφειν.</p><p>[Χλωρὸν ᾧ ἐχρήσατο Πάμφιλος ἐπὶ τῆς μεντάγρας <lb/>λεγομένης μετὰ τὴν
                            ῥῆξιν τῆς φλυκταίνης.] ♃ Κηροῦ λίτραν <pb n="12.843"/> α΄. ἰοῦ ξυστοῦ γο
                            στ΄. φρυκτοῦ λίτρας β΄. ἐλαίου κυάθους <lb/>δ΄. ὄξους δριμυτάτου ὅσον
                            ἐξαρκεῖ, τὸν ἰὸν χρὴ μετ’ <lb/>ὄξους τρίβειν ἐν ἡλίῳ. τὰ δὲ τηκτὰ
                            τήκεται καὶ ψύχεται, <lb/>ἔπειτα ἀναξύεται καὶ τοῖς ὑγροῖς
                            ἐπιβάλλεται.</p><p>[Δημοσθένους χλωρόν.] ♃ Κηροῦ λίτρας β΄. φρυκτοῦ <lb/>λίτραν α΄. ἰοῦ
                            ξυστοῦ γο δ΄. ἐλαίου, θέρους κυάθους δ΄. χειμῶνος <lb/>κυάθους στ΄.
                            ὄξους ὅσον ἐξαρκεῖ.</p><p>[Ἡροφίλου χλωρόν.] ♃ Ἰοῦ δραχ. β΄. μάννης δραχ. δ΄. στέατος <lb/>μοσχείου
                            δραχ. ιβ΄. χαλβάνης δραχ. γ΄. κηροῦ δραχ. π΄. ῥητίνης <lb/>δραχ. κ΄.
                            ὄξους τὸ ἀρκοῦν.</p><p>[Τρύφωνος ἀρχαίου ἡ εὔχρους λεγομένη.] ♃ Χαλκοῦ <lb/>κεκαυμένου γο δ΄.
                            στυπτηρίας στρογγύλης γο β΄. ἰοῦ ξυστοῦ <lb/>γο β΄. ἁλὸς ἀμμωνιακοῦ γο
                            β΄. μάννης γο β΄. κηροῦ λίτρας β΄. <lb/>φρυκτῆς λίτρας β΄. ἐλαίου γο ι΄.
                            ὄξους τὸ ἀρκοῦν.</p><p>[Ἀντωνίνου, ταύτην Τιμοκράτης μετὰ τὴν ἐκδορὰν <lb/>τῶν λειχήνων
                            ἐπιτίθησιν.] ♃ Κηροῦ δραχ. ρ΄. κολοφωνίας δραχ. σ΄. <lb/>λεπίδος Κυπρίας
                            δραχ. ιβ΄. στυπτηρίας στρογγύλης δραχ. ιβ΄. ἰοῦ <pb n="12.844"/> δραχ. ιβ΄.
                            μάννης δραχ. ιβ΄. χαλβάνης δραχ. ιβ΄. ἐλαίου κοτύλην μίαν, <lb/>ὄξους τὸ
                            ἀρκοῦν. συναπτέον δὲ τούτοις καὶ τὰς τῶν λευκῶν <lb/>σκευασίας, καὶ γὰρ
                            ταύταις χρηστέον ἐστὶ μετὰ τὰς χλωρὰς, <lb/>καθαρῶν γενομένων τῶν περὶ
                            τὴν ἐκδοράν. καὶ γὰρ <lb/>φροντιστέον, ὥστε χωρὶς τύλου ἀπουλοῦσθαι, καὶ
                            διὰ τοῦτο <lb/>χρηστέον τοῖς τοιούτοις φαρμάκοις, ἅτινα πολλὴν εὐάφειαν
                            <lb/>πιφέρει.</p><p><milestone unit="ed2page" n="471"/>[Λευκὴ ὑδατίνη λεγομένη. ταύτῃ Μάγνος
                            ὁ περιοδευτὴς <lb/>ἐχρήσατο μετὰ τὴν τῶν λειχήνων ἐκδοράν.] ♃
                            <lb/>Λιθαργύρου λίτραν α΄. κηροῦ Τυῤῥηνικοῦ λίτραν α΄. ἐλαίου <lb/>ξεστ.
                            α΄. ψιμυθίου λίτραν μίαν, ὕδατος ξεστ. α΄. τρῖβε λιθάργυρον,
                            <lb/>ψιμύθιον καὶ τὸ ὕδωρ, καὶ ὅταν λειότερα γένηται, <lb/>ἐπίβαλλε κατὰ
                            μικρὸν τὸ ἔλαιον καὶ τρῖβε συνεχῶς, καὶ ὅταν <lb/>ἑνωθῇ, μετέρα εἰς
                            ἀγγεῖον κεραμοῦν καὶ ἐπιτίθει ἐπὶ τὸ πῦρ <lb/>συνεχῶς κινῶν. ὅταν δὲ τὸ
                            ὕδωρ ἀναποθῇ, ἐπίβαλλε τὸν κηρὸν <lb/>καταπλάσας, καὶ ὅταν διαλυθῇ, εἰς
                            θυείαν μετεράσας <lb/>καὶ μαλάξας ἀνελόμενος χρῶ.</p><p>[Ἡ τῶν παγκρατιαστῶν λεγομένη τρυφερὰ, ποιεῖ καὶ <pb n="12.845"/> πρὸς
                            πυρίκαυστα, ὥστε χωρὶς οὐλῆς ἀπαλλάττειν.] ♃ Λιθαργύρου <lb/>δραχ. κε΄.
                            ψιμυθίου δραχ. κε΄. μολυβδαίνης δραχ. κε΄. κηροῦ <lb/>δραχ. ιστ΄.
                            τερμινθίνης δραχ. ιστ΄. ἐλαίου κοτ. α΄. ὕδατος τὸ ἴσον, <lb/>συντίθει
                            καθὰ προείρηται.</p><p>[Μέγητος χειρουργοῦ.] ♃ Ψιμυθίου λίτρας β΄. κηροῦ <lb/>λίτραν α΄.
                            τερμινθίνης γο α΄. λιθαργύρου λίτραν α΄. ἐλαίου <lb/>λίτρας γ΄. ὕδατος
                            ξεστ. β΄. συντίθει.</p><p>[Διοφάντου πρὸς πυρίκαυστα καὶ παρατρίμματα. ἔστι <lb/>δὲ καὶ τοῦ
                            προσώπου φυλακτικὴ ἀνιεμένη ῥοδίνῳ.] ♃ Λιθαργύρου <lb/>πεφωγμένου δραχ.
                            β΄. μυελοῦ ἐλαφείου δραχ. ιστ΄. ψιμυθίου <lb/>πεφωγμένου δραχ. ιβ΄.
                            κηροῦ δραχ. η΄. τερμινθίνης δραχ. η΄. λιβανωτοῦ <lb/>δραχ. η΄. ἐλαίου
                            κοτ. δ΄. συντίθει κατὰ τρόπον.</p><p>[Μάννη, φάρμακον ἐπιτετευγμένον.] ♃ Λιθαργύρου <lb/>δραχ. ρ΄. ψιμυθίου
                            δραχ. ρ΄. κηροῦ δραχ. ν΄. τερμινθίνης δραχ. κε΄. μάννης <lb/>δραχ. ιστ΄.
                            σχιστῆς δραχ. μ΄. ἐλαίου κοτ. β΄. S". συντίθει καὶ <lb/>ἀνελόμενος χρῶ.
                            ἐπιτριβομένων δὲ τῶν λειχήνων ὑφ’ ἧς δηποτοῦν <lb/>φαρμακείας, μάλιστα
                            δὲ ἐπὶ τῶν ἐκδορῶν χρηστέον <lb/>τοῖς ὑπογεγραμμένοις.</p><pb n="12.846"/><p>[Σκευασία Μενεκράτους ἡ διὰ τῆς ἐκδορίου λεγομένη.] <lb/>♃ Πίσσης βρυτίας
                            διαυγοῦς ξηρᾶς, ἐξαιρέτου δραχ. β΄ (S'). πιτυΐνης <lb/>διαυγοῦς λίτραν
                            α΄. καὶ γο γ΄. κηροῦ Ποντικοῦ τὸ <lb/>ἴσον, χαλβάνης γο γ΄. ὄξους κοτ.
                            α΄. τὰ τηκτὰ ἕψε λαμπροτέρῳ <lb/>πυρὶ, μέχρις ἀμολύντου, εἶτα ἐπίβαλλε
                            τὴν χαλβάνην, <lb/>καὶ ὅταν διαλυθῇ, ἄρας ἀπὸ τοῦ πυρὸς ἐπίῤῥιπτε κατὰ
                            μικρὸν <lb/>τὸ ὄξος καὶ κίνει συνεχῶς προσέχων μὴ ἀναζέσῃ, καὶ <lb/>ὅταν
                            δαπανήσῃς τὸ ὄξος, μετέρα τὸ φάρμακον εἰς θύειαν <lb/>μεγάλην καὶ τρῖβε
                            φιλοπόνως, ὥστε ἔχειν μήλινον τὸ χρῶμα, <lb/>εἶτα ἀποθέμενος εἰς δέρμα
                            λευκὸν ἐστυμμένον φύλαττε. ἐπὶ δὲ <lb/>τῆς χρήσεως, ἐμπλάσας εἰς δέρματα
                            ὅσον ἐξαρκεῖ σκεπάσαι <lb/>τοὺς πεπονθότας τόπους, ἐπιτίθει καὶ λύων διὰ
                            τρίτης νεαρὸν <lb/>ἐπιτίθει μέχρις ἡμερῶν ιβ΄. ὡς τέσσαρας εἶναι τὰς
                            ἐπιλύσεις. <lb/>ἀφίστησι λεπίδας τὸ φάρμακον καὶ λεπτύνει τὰ σώματα
                            <lb/>καὶ στερεὰ ποιεῖ πρὸς τὰς ἐπιτηδείας ἐκδοράς.</p><p><milestone unit="ed1page" n="229"/>[Τὰ ὑπ’ Ἀρχιγένους γεγραμμένα ἐν τῷ
                            δευτέρῳ <lb/>τῶν κατὰ γένος φαρμάκων, πρὸς τὰ ἐν τοῖς γενείοις
                            ἐξανθήματα <pb n="12.847"/> καὶ τἄλλα καὶ τὰ συκώδη] Τὰ δὲ ἐπὶ τοῦ γενείου
                            <lb/>ἐξανθήματα, μύρτα, σίδια, λιθάργυρον, χαλκοῦ ἄνθος, ἴσα <lb/>σὺν
                            οἴνῳ περίχριε. ἐπὶ δὲ τῶν συκωδῶν τῶν ἐπὶ τοῦ γενείου, <lb/>λεγομένων δὲ
                            μανταγρῶν, ὑπὸ δέ τινων λειχήνων ἀγρίων, <lb/>ποιεῖ μὲν καὶ τὰ
                            εὐτονώτερα τῶν <milestone unit="ed2page" n="472"/>πρὸς λειχῆνας, ἔτι
                            <lb/>δὲ καὶ ψώρας καὶ λέπρας ἀναγραφησομένων, θαυμαστῶς δὲ
                            <lb/>συμπεφώνηκεν αὕτη. ♃ χαλκάνθου δραχ. α΄. ἐλλεβόρου μέλανος
                            <lb/>δραχ. α΄. ἀρσενικοῦ δραχ. α΄. κανθαρίδων κοιλίας δραχ. β΄. ἔνιοι δὲ
                            <lb/>καὶ τριώβολον, λείοις χρῶ μετ’ ἐλαίου ἢ κεδρίας. ἢ ῥοδίνου
                            <lb/>προσμήχων τὸν τόπον. γίνονται φλύκταιναι, ταύτας ῥήσσων <lb/>πυρῆνι
                            μήλης ἐπιλέαινε, ὥστε παρεισέρχεσθαι τοῦ φαρμάκου <lb/>καὶ δάκνειν, εἶτα
                            μετὰ ὥραν πυριάσας κηρωτὴν ῥοδίνην ἐπίῤῥιπτε. <lb/>τοῦτο μέχρι
                            κατουλώσεως ποιεῖ. ἐὰν δὲ τὸ πρῶτον <lb/>μὴ κρατῇ, καὶ δὶς καὶ τρὶς
                            κατάχριε. ποιεῖ καὶ λέπραις καὶ <lb/>λεύκαις καὶ ἀλωπεκίαις καὶ ψώραις
                            ἄκρως.</p><p>[Ἡρακλείδου Ταραντίνου ἐκ τῶν πρὸς Ἀντιοχίδα, <lb/>πρὸς τὰ ἐπὶ τῆς
                            κεφαλῆς καὶ τοῦ γενείου συκώδη οἰδήματα, <pb n="12.848"/> κᾄν που ἀλλαχῇ
                            ἐξέχοντα ἕλκη.] Ἐλατηρίου καὶ ἁλῶν ἴσον <lb/>μίξας χρῶ, ἄνωθεν δὲ
                            ἐπιτίθει λείου σπέρμα ὠμὸν μεθ’ <lb/>ὕδατος ἢ σῦκα λεπτὰ λεῖα. τῷ δὲ
                            αὐτῷ καὶ πρὸς τὰ φύματα <lb/>χρηστέον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>[Περὶ τῶν ἐν τοῖς ὀδοῦσι παθῶν.] Τῶν ἐν <lb/>τοῖς ὀδοῦσι παθῶν ἔνια μὲν
                            ἅπασιν ἐναργῶς φαίνεται, καθάπερ <lb/>ὅταν οὕτω τρηθῶσιν ἢ μελανθῶσιν ἢ
                            ἐκτριβῶσιν, ἢ <lb/>μήτε τῶν ψυχρῶν ἀνέχωνται μήτε τῶν θερμῶν, ἀλλ’ ἐπ’
                            <lb/>ἀμφοτέροις ἢ θατέρῳ μόνῳ συμβαίνῃ τις ὀδύνη. τινὰ δ’ οὐ
                            <lb/>φαίνεται σαφῶς ἐν αὐτοῖς παθῶν, ὥσπερ ὅταν ὁ πάσχων <lb/>αὐτὸς
                            αἰσθάνεσθαι φῇ τῆς κατὰ τὸ σῶμα τοῦ ὀδόντος ὀδύνης, <lb/>ἐν τῷ βάθει
                            γινομένης. ἀντιλέγουσι γὰρ ἔνιοι φάσκοντες <lb/>ὀστοῦν ὄντα τὸν ὀδόντα,
                            χωρὶς ὀδύνης πάσχειν, ὥσπερ <lb/>ὅταν τῇ καλουμένῃ ῥίνῃ τὰς ὑπεροχὰς
                            αὐτῶν ἀναγκασθῶμεν <lb/>πρίζειν ἢ καὶ δι’ ἄλλην τινὰ πρόφασιν, ἣν ὀλίγον
                            ὕστερον <lb/>ἐρῶ. νυνὶ γὰρ βούλομαι χωρὶς λογικῆς τε καὶ φυσικῆς
                            ἀποδείξεως <lb/>μαρτυρῆσαι τοῖς φάσκουσιν αὐτὸν ἀλγεῖν τὸν ὀδόντα.
                            <lb/>καὶ γὰρ κᾀγὼ ἀλγήσας ἀκριβῶς ἑαυτῷ προσεῖχον, ὡς ἂν ἤδη <pb n="849"/> προακηκοὼς τῆς ἀμφισβητήσεως, ᾐσθανόμην τε σαφῶς, οὐ <lb/>μόνον
                            ἀλγοῦντος, ἀλλὰ καὶ σφύζοντος τοῦ ὀδόντος, ὁμοίως <lb/>ταῖς
                            φλεγμονούσαις σαρξὶν, ὥστε με θαυμάζειν εἰ καὶ τοῦτο <lb/>τὸ πάθος, ὃ
                            καλοῦμεν φλεγμονὴν, ἐν ὀδόντι γενέσθαι δύναται, <lb/>λιθώδη καὶ σκληρὰν
                            οὐσίαν ἔχοντι. καὶ μέντοι καὶ καθ’ <lb/>ἕτερον καιρὸν ἀλγήσας ὀδόντα,
                            σαφῶς ᾐσθανόμην οὐκ αὐτοῦ <lb/>τοῦ ὀδόντος, ἀλλὰ τῶν οὔλων εἶναι τὸ
                            ἄλγημα, φλεγμαινόντων <lb/>δὲ αὐτῶν, ὡς καὶ χωρὶς τῆς θλίψεως ἀλγεῖν.
                            <lb/>ἀλλὰ καὶ γειτνιάσει τῶν ὀδόντων σκληρῶν ὄντων, αὐξανομένης <lb/>τῆς
                            ὀδύνης διὰ τὴν θλίψιν, ὡς ἑκατέρας τῆς αἰσθήσεως <lb/>πεπειραμένος,
                            ἄλλης μὲν ἐπὶ τοῖς οὔλοις, ἄλλης δὲ ἐπ’ <lb/>αὐτῆς τῆς τοῦ ὀδόντος
                            οὐσίας, σαφῶς οἶδα καὶ μαρτυρῶ <lb/>τοῖς λέγουσιν ἀλγεῖν αὐτοὺς τοὺς
                            ὀδόντας ποτὲ καὶ μέντοι <lb/>καὶ τοῦ καταφυομένου νεύρου τῇ ῥίζῃ τοῦ
                            ὀδόντος ὀδύνην <lb/>γενέσθαι ποτὲ τοῦ νεύρου, φαντασίαν συγκεχυμένην καὶ
                            <lb/>ἀδιάρθρωτον τοῖς πολλοῖς φέροντος, ὡς αὐτοῦ ὀδόντος ἀλγοῦντος,
                            <lb/>εὔλογόν ἐστι. καὶ γὰρ καὶ τούτου σαφῶς ᾐσθόμην <pb n="12.850"/>
                            συμβάντος μοι. καὶ τό γε διαμένειν ἔτι μέρος μικρὸν τῆς <lb/>ὀδύνης
                            ἐξαιρεθέντος τοῦ ὀδόντος ἐπὶ τῇ τοῦ νεύρου ἐγγίνεται <lb/>φλεγμονῇ,
                            κουφιζομένου μόνον ἐκ τοῦ μηκέτι μήτε τείνεσθαι <lb/>τῆς πρὸς τὸ τεῖνον
                            ὀστοῦν συμφύσεως ἐλευθερωθὲν <lb/>ἀναπνοήν τέ τινα σχεῖν καὶ τῶν
                            προσφερομένων ἰαμάτων <lb/>ψαύειν. οὔτε γὰρ κατὰ ψαῦσιν οὔτε κατὰ
                            διάδοσιν οἷόν τε <lb/>τὸ φλεγμαῖνον ἰᾶσθαι νεῦρον ἑκατέρωθεν ὑπὸ τῶν
                            φατνίων <lb/>στεγόμενον, ἔμπροσθέν τε ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ὀδόντος. <milestone unit="ed2page" n="473"/>
                            <lb/>εἰ δὲ πελιδνοὶ δι’ ὅλης ἑαυτῶν τῆς οὐσίας οἱ ὀδόντες φαίνονταί
                            <lb/>ποτε γινόμενοι, θαυμαστὸν οὐδέν ἐστι πάσχειν αὐτούς <lb/>τι καὶ τῇ
                            φλεγμονῇ παραπλήσιον. ἔτι δὲ καὶ μᾶλλον <lb/>ἄν τις τούτῳ πιστεύσειεν ἐν
                            τῷ τρέφεσθαί τε καὶ σχεδὸν <lb/>ἐν ἅπαντι τῷ τῆς ζωῆς χρόνῳ τὴν αὔξησιν
                            ἔχειν. ἐναργῶς <lb/>γὰρ τοῦτο φαίνεται πολλάκις ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων
                            ἐξαιρεθεῖσιν <lb/>ὀδοῦσιν, ὥστε αὐξανομένων μὲν αὐτῶν διὰ παντὸς,
                            <lb/>ὅσον δ’ αὔξονται τοσοῦτον ἐν τῇ τῶν σιτίων λειώσει τριβομένων.
                            <lb/>εἰ δὲ ἀδύνατόν ἐστιν αὐξάνεσθαι χωρὶς τοῦ τρέφεσθαι <pb n="12.851"/>
                            πάντως που καὶ δυσὶν ὑποκείσονται παθήμασιν ἐναντίοις, <lb/>ἐνδείᾳ τε
                            καὶ πλεονεξίᾳ τῆς χορηγουμένης αὐτοῖς τροφῆς. <lb/>ἡ μὲν οὖν ἔνδεια
                            ξηροτέρους τε καὶ ἀτροφωτέρους καὶ <lb/>διὰ τοῦτο λεπτοτέρους ἐργάζεται.
                            ἡ πλεονεξία δὲ ποιήσειέ <lb/>ποτε διάθεσιν αὐτοῖς ἀνάλογον τῇ κατὰ
                            σαρκώδη μόρια <lb/>φλεγμονῇ. ταύτης μὲν οὖν ἰάματα γενήσεται τὸν αὐτὸν
                            <lb/>ἔχοντα σκοπὸν τοῖς τὰς φλεγμονὰς ἰωμένοις, ὅπερ ἐστὶ κενῶσαι
                            <lb/>τὴν πλεονεξίαν, τὸ μέν τι διαφοροῦντα, τὸ δὲ ἀποκρουόμενον
                            <lb/>αὐτῆς. τῆς δὲ δι’ ἔνδειαν τροφῆς λεπτότητος τῶν <lb/>ὀδόντων ἴαμα
                            μὲν οὐδέν ἐστι, τὸ χαλάσαι δὲ ἀναγκαῖον τηνικαῦτα <lb/>καὶ σείεσθαι
                            χαλαρωτέρας τῆς ἐγγομφώσεως γενομένης, <lb/>οὐ μόνον αὐτῶν τῶν ὀδόντων
                            λεπτυνθέντων, ἀλλὰ <lb/>καὶ τῶν περιεχόντων αὐτοὺς φατνίων. αὕτη μὲν οὖν
                            ἡ διάθεσις <lb/>ἐπιγίνεται τοῖς γηρῶσιν ἢ πρωϊαίτερον ἢ ὀψιαίτερον,
                            <lb/>ὥσπερ γε καὶ μᾶλλον καὶ ἧττον· ἣ δ’ ἀνάλογον τῇ φλεγμονῇ <lb/>ἔχει,
                            μᾶλλον τοῖς νέοις. βοηθητέον οὖν ἐστι καὶ τοῖς <lb/>γέρουσιν τῇ διὰ τῶν
                            οὔλων βοηθείᾳ. καλοῦνται δ’ οὕτως <lb/>αἱ ἀντιπεριλαμβάνουσαι τοὺς
                            ὀδόντας σάρκες, ἔνθα πρῶτον <pb n="12.852"/> ἀνίσχουσι τῶν φατνίων. αὐτὰς
                            οὖν χρὴ στύφουσι φαρμάκοις <lb/>εὐτονωτέρας τε καὶ μᾶλλον ἐσφιγμένας
                            περὶ τὸν ὀδόντα <lb/>ποιεῖν, ὥσπερ καὶ αὐτὰς ὠφελούσας τι τῷ μονίμῳ τε
                            καὶ <lb/>δυσκινήτῳ διὰ τὴν τῆς ἐγγομφώσεως ἀκρίβειαν γεγονότι. καὶ
                            <lb/>μὴν καὶ τὰ τρήματα τῶν ὀδόντων ἐξ ἐπιῤῥοῆς ὑγρῶν δριμέων <lb/>τε
                            καὶ διαβρωτικῶν ἀποτελεῖται, καθάπερ τὰ ἐπὶ τοῦ <lb/>δέρματος ἕλκη χωρὶς
                            τῆς ἔξωθεν αἰτίας. ἀλλ’ ἐπ’ ἐκείνου <lb/>μὲν συνεχῶς καὶ πολλοῖς, ἐπὶ δὲ
                            τῶν ὀστῶν σπανιάκις ὅσῳ <lb/>δυσπαθέστερα δέρματός ἐστι διὰ τὴν
                            σκληρότητα. δῆλον οὖν <lb/>ὅτι καὶ ἴασις ἔσται τῶν ἀναβιβρωσκομένων
                            σωμάτων, ἀναξηραινομένης <lb/>τῆς ἐπιῤῥεούσης κακοχυμίας. εἰ μὲν ὀλίγη
                            τις εἴη, <lb/>τοῖς τοπικοῖς βοηθήμασι διὰ τῶν ξηραινόντων φαρμάκων,
                            <lb/>ὧν τὴν ὕλην ὀλίγον ὕστερον ἐροῦμεν· εἰ δὲ πλείων, ὅλης <lb/>τῆς
                            κεφαλῆς τῇ προνοίᾳ, κᾂν αὕτη ποτὲ πάσχῃ, διὰ τὸ σύμπαν <lb/>σῶμα καὶ τῇ
                            κατ’ ἐκεῖνο θεραπείᾳ. τοὺς δὲ βεβρωμένους <lb/>ὀδόντας, ὡς ἂν ὑπὸ
                            μαλακότητος τοῦτο πάσχοντας, <lb/>ἐργάζεσθαι χρὴ σκληροτέρους καὶ
                            δυσπαθεστέρους διὰ τῶν <pb n="12.853"/> αὐστηρῶν τε καὶ στρυφνῶν φαρμάκων.
                            καὶ τοὺς πελιδνουμένους <lb/>δὲ διὰ τῶν ξηραινόντων, ὡς ἂν ἐξ ἐπιῤῥοῆς
                            ὑγρῶν <lb/>μοχθηρῶν τοῦτο πάσχοντας. ὁμοίως οὖν δέονται θεραπείας τοῖς
                            <lb/>τετρημένοις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p><milestone unit="ed1page" n="230"/>[Περὶ οὔλων θεραπείας.] Οὔλων διὰ
                            <lb/>φλεγμονὴν ὀδυνωμένων ἄριστόν ἐστι φάρμακον ἔλαιον σχίνινον,
                            <lb/>εὔκρατον κατὰ θερμότητα διακρατούμενον. ἔστω δὲ <lb/>νέον, ὡς τό γε
                            παλαιότερον εἰς τοσοῦτον τοῦ νέου φαυλότερον, <lb/>εἰς ὅσον παλαιότερον.
                            ἐνιστάσθω δὲ τὸ ἀγγεῖον, ἐν <lb/>ᾧ θερμαίνεται τὸ σχίνινον, ἑτέρῳ
                            μείζονι θερμὸν ἱκανῶς <lb/>ὕδωρ ἔχοντι. μάλιστα μὲν οὖν ἁρμόττει τοῦτο
                            τῇ φλεγμονῇ <lb/>τῶν οὔλων, οὐ μὴν κᾂν κατὰ ἄλλο τι μέρος τοῦ τε τὴν
                            <lb/>γλῶτταν ἀμφιεννύντος <milestone unit="ed2page" n="474"/>ὑμένος
                            ὑπεζωκότος τε σύμπαν <lb/>τὸ στόμα γένηταί τις ὀδύνη διὰ φλεγμονὴν,
                            ἀνωδυνίας ἐστὶ <lb/>ποιητικὸν τὸ σχίνινον. ἀποκρούεται γὰρ ἀλύπως ἄνευ
                            τραχύτητος, <lb/>ἣν ἔχει τὰ πλεῖστα τῶν αὐστηρῶν, διαφορεῖ τε
                            <lb/>ἀδήκτως, οὗ χρεία μᾶλλον τοῖς φλεγμαίνουσιν. ἔνιοι δὲ τῶν
                            <lb/>ἰατρῶν κοινῷ τινι χρώμενοι παραλογισμῷ βλάπτουσι τὰ <pb n="12.854"/>
                            φλεγμαίνοντα. καὶ χρὴ διασκεψαμένους ἅπαξ ὑπὲρ αὐτοῦ φυλάττεσθαι
                            <lb/>τοῦ λοιποῦ. νομίζουσι γὰρ εἰ τὰ στύφοντα μόνον <lb/>ὀνίνησι τὰς
                            φλεγμονὰς ἀποκρούοντα τὸ ἐπιῤῥέον, ἔστι <lb/>δ’ ὅτε καὶ τοῦ περιεχομένου
                            τι κατὰ τὸ φλεγμαῖνον ἐκθλίβοντα <lb/>πρὸς τὰς τρεφούσας φλέβας τὸ
                            μόριον, εἰκὸς εἶναι <lb/>τὸ μᾶλλον στῦφον ὀνήσειν μᾶλλον. οὕτω δὲ καὶ τὸ
                            διαφοροῦν <lb/>μᾶλλον ὀνήσειν μᾶλλον οἴονται τοῦ μετρίως τοῦτο
                            <lb/>δρῶντος, οὐκ ἐννοοῦντες ὡς τὸ ἑκάτερον αὐτῶν ἐπιτεταμένον
                            <lb/>ὀδυνηρὸν γίνεται τοῖς φλεγμαίνουσιν. ὑπὸ μὲν γὰρ τῶν <lb/>σφοδρῶς
                            στυφόντων ὅμοιόν τι θλάσει πάσχει τὰ μόρια συναγομένης <lb/>αὐτῶν τῆς
                            οὐσίας βιαίως. ὑπὸ δὲ τῶν δριμέων <lb/>διαβρώσει τι παραπλήσιον. εἰκότως
                            οὖν τὸ σύμμετρον ἐν ἑκατέρᾳ <lb/>βέλτιόν ἐστι τῶν ἀμέτρων. ταῦτα μὲν οὖν
                            αὐτάρκως <lb/>μοι προείρηται. περὶ δὲ τῶν κατὰ τὰς ὀδύνας διαθέσεων
                            <lb/>ἐφεξῆς ἐρῶ.</p><p>[Περὶ τῆς τῶν ὀδόντων ὀδύνης.] Τῶν ὀδυνωμένων <lb/>ὀδόντων ἄνευ τῆς τῶν
                            οὔλων φλεγμονῆς ἔσθ’ ὅτε μὲν, ὡς <pb n="12.855"/> ἔφην, ἐν αὐτῷ τῷ οἰκείῳ
                            σώματι τὴν ὀδύνην, ἔσθ’ ὅτε δὲ <lb/>ἐν τῷ νεύρῳ συμβαίνει γίνεσθαι.
                            σφοδροτάτων οὖν ἐστι χρεία <lb/>φαρμάκων, εἴτε ἀποκρούεσθαί τις εἴτε
                            διαφορεῖν ἐθέλοι τὸ <lb/>τῆς ὀδύνης αἴτιον, ἐάν τε χυμὸς ἐάν τε φυσῶδες
                            ᾖ πνεῦμα. <lb/>καὶ διὰ τοῦτο τὰ πλεῖστα αὐτῶν δι’ ὄξους σκευάζεται
                            δριμυτάτου. <lb/>παραγράψω δὲ ἐφεξῆς καὶ τὰ διὰ τῆς ἱστορίας <lb/>ἡμῖν
                            παραδεδομένα, τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τῶν ὑπ’ Ἀρχιγένους <lb/>γεγραμμένων
                            ποιησάμενος.</p><p>[Τὰ ὑπ’ Ἀρχιγένους γεγραμμένα πρὸς ἀλγοῦντας ὀδόντας.] <lb/>Ἀλγοῦντας δὲ
                            ὀδόντας διακλυζέσθωσαν ὄξει θερμῷ <lb/>δριμεῖ μετὰ κηκίδος, ἢ ἁλικακάβου
                            ῥίζῃ μετ’ ὄξους καὶ κηκίδος. <lb/>ἢ δᾳδίοις λιπαροῖς ἀνεζεσμένοις ἐν
                            ὄξει ἢ μυρσίνης κλωνίοις <lb/>καὶ μετὰ πίσσης ἐν ὄξει χλιαινομένοις, ἢ
                            ὑοσκυάμου <lb/>τῷ σπέρματι καὶ τοῖς φύλλοις σὺν ὄξει, ἢ κεδρίᾳ ἢ
                            προπόλει <lb/>ἢ νάρδῳ ἢ στρύχνῳ ἢ τῷ χυλίσματι αὐτοῦ ἢ καππάρει <lb/>ἢ
                            σκορόδοις ἢ μυρσίνης κλωνίοις ἢ ἐν ὄξει ἀνεζεσμένοις ἢ <lb/>οἴνου τρυγὶ
                            θερμῇ ἢ πολίου φύλλοις ἢ καὶ αὐτῇ τῇ βοτάνῃ <lb/>ἢ σικύου ἀγρίου ῥίζῃ ἢ
                            πρασίου, ἕκαστον αὐτῶν σὺν <lb/>ὄξει μετὰ νίτρου καὶ πεπέρεως ἢ
                            χαμαιλέοντος ῥίζης ὁμοίως <pb n="12.856"/> ἢ ὑσσώπῳ ἢ σταφίδι ἀγρίᾳ ἢ
                            πηγάνῳ μετ’ οἴνου, ἢ γλήχωνι <lb/>μετ’ ὀξυμέλιτος ἢ πλατάνου σφαιρία ἢ
                            ῥόδα ξηρὰ ἕψε ἐν <lb/>οἴνῳ λευκῷ, μέχρι τὸ τρίτον τοῦ οἴνου λειφθῇ, εἶτα
                            τοῦτο <lb/>ἔχε ἐν ἀγγείῳ φυλάττων ἐπὶ τῆς χρείας συνεχῶς διακλύζου.
                            <lb/>ὡσαύτως δὲ καὶ ἡ τῆς πενταφύλλου ῥίζα, ὑπὸ δέ τινων εὐπατορίου
                            <lb/>λεγομένης καθεψηθεῖσα ἐν οἴνῳ ἢ γλήχωνος ἐπιπολὺ <lb/>ἑψηθείσης
                            ἀφεψήματι, ἢ κέρας ἐλάφειον ἐν ὀξυκράτῳ <lb/>ἑψηθὲν ἐπιπολὺ διακλύζου, ἢ
                            κράμβης καυλοὺς τρεῖς καὶ <lb/>σώρεος δραχ. β΄. ἐν ὄξει ξεστ. α΄, μέχρι
                            τὸ τρίτον λειφθῇ ἑψήσας <lb/>διακλύζου. ἄκρως δὲ λέγεται ποιεῖν βατράχου
                            ἐν ὄξει καὶ <lb/>ὕδατι εὖ μάλα ἑψηθέντος τὸ ἀφέψημα ἐπιπολὺ
                            διακρατούμενον <lb/>ἐν τῷ στόματι. θαυμαστῶς ποιεῖ ἐὰν κυνόδοντα καύσῃς
                            <lb/>καὶ τρίψῃς, εἶτα σὺν ὄξει θερμῷ ἱκανῶς ἑψήσας διακρατήσῃς, <lb/>ἢ
                            σίδια καὶ κηκίδα ὄξει ἀναφεψήσας χρῶ, ἢ σκίλλης <lb/>ὄξει θερμῷ, ἢ
                            σκίλλης τὸ ἐντὸς εἰς λεπτὰ τέμνων λίτραν <lb/>α΄. καὶ εἰς τὸν ξέστην τοῦ
                            ὄξους βαλὼν εἰς ἄγγος <milestone unit="ed2page" n="475"/>
                            <lb/>ταρίχευσον ὀνείᾳ κόπρῳ κατορύξας ἐφ’ ἡμέρας λ΄. καὶ χρῶ, <lb/>ἢ
                            ὀνείῳ γάλακτι διακλύζου, τοῦτο καὶ τοὺς κινουμένους στερεοῖ, <pb n="857"/> ἢ ἁλικακάβου φλοιοῦ καὶ δᾳδίου ἐναπεσβεσμένου ὄξει <lb/>διακλύζου,
                            ἐπιπολὺ ἑψηθείσης ἀφεψήματι, ἢ κέρας ἐλάφειον <lb/>ἐν ὀξυγάρῳ ἐναφεψήσας
                            ἢ ἐν ὄξει διακλύζου, ἢ τιθυμάλλου <lb/>ῥίζαν ἐν οἴνῳ, μέχρι τὸ ἥμισυ
                            λειφθῇ, ἑψήσας διακλύζου, ἢ <lb/>ὑοσκυάμου ῥίζαν ὀξυμέλιτι ἑψήσας
                            διακλύζου, ἢ δᾳδίων ξύσματα. <lb/>σίδια, στυπτηρίαν στρογγύλην ἢ
                            σχιστὴν, ἐν ὄξει ἑψήσας, <lb/>μέχρι τὸ τρίτον λειφθῇ, διακλύζου χλιαρῷ,
                            ἢ ἑλξίνης <lb/>ῥίζαν ἐν ὄξει ἑψήσας, μέχρι τὸ τρίτον λειφθῇ, διακράτει.
                            <lb/>ὅταν δὲ σιέλου τὸ στόμα πληρωθῇ, ἀνοίξας ἔα φέρεσθαι, <lb/>ἢ
                            σκόροδα καὶ Ἀλεξάνδρινον κάλαμον ὄξει δριμυτάτῳ ἀποζέσας <lb/>διακλύζου,
                            ἢ ὕσσωπον ἢ θύμον ἢ ὀρίγανον κατ’ ἰδίαν <lb/>καὶ ὁμοῦ σὺν τῷ ὄξει ἕψων
                            διακλύζου, ἢ πύρεθρον μετὰ <lb/>ὑσσώπου καὶ κολοκυνθίδος τοῦ ἐντὸς,
                            ὁμοίως ἐν ὄξει καθεψήσας <lb/>διακράτει πλέονα χρόνον ἐν τῷ στόματι τὸ
                            ὑγρὸν, <lb/>ἢ οἴνῳ θερμῷ κολοκυνθίδος ἐναποβραχείσης διακράτει πλείονα
                            <lb/>χρόνον, πολὺ γὰρ φλέγμα ἄγει καὶ κουφίζει τὸν πόνον, ἢ
                            <lb/>σκορόδων καὶ εὐζώμου σπέρματι καὶ νίτρου ἀφεψήματι, ἢ
                            <lb/>βατράχιον ἐν οἴνῳ ἑψήσας περικαθάρας τὸν ὀδόντα διακλύζου, <pb n="858"/> ἢ συκαμίνου, τουτέστι μορέας γάλα εἰς οἶνον ἐκχέας,
                            <lb/>ὁμοῦ οἰσυπηρὰ ἔρια ἐναπόθλιβε χλιαίνων καὶ δι’ ἐρίων ῥυπαρῶν
                            <lb/>ἔγχει τῇ μύλῃ. ἀνασπᾷ γὰρ φλέγμα καὶ ἀπόνους ποιεῖ. <lb/>ἐν τούτοις
                            ἅπασιν ὁ Ἀρχιγένης κατάλογον ἐποιήσατο φαρμάκων <lb/>τμητικῶν τε καὶ
                            διαφορητικῶν καὶ θερμαινόντων, <lb/>σπανίως τῶν στρυφνῶν τι μίξας,
                            ὁποῖόν ἐστι φάρμακον ἡ <lb/>κηκίς. ἅπαξ δέ που κειμένου τοῦ στρύχνου
                            τεθαύμακα περὶ <lb/>τῆς μίξεως αὐτοῦ κατ’ οὐδένα λόγον ὠφελεῖν
                            δυναμένου, <lb/>πλὴν εἴπερ ἄρα καθ’ ὃν καὶ τὰ κωλικὰ φάρμακα, τῷ
                            ναρκωτικῷ <lb/>τῆς ὀδύνης. τί ἂν οὖν ἔτι τῶν εὐπορίστων Ἀπολλωνίου
                            <lb/>μνημονεύοιμι, περιεχομένων ὀλίγου δεῖν ἁπάντων ἐν <lb/>τοῖς ὑπ’
                            Ἀρχιγένους γεγραμμένοις; ἐπεὶ δὲ αὐτὸς ὁ Ἀπολλώνιος <lb/>ἐνίοις τῶν ὑπ’
                            αὐτοῦ γεγραμμένων ἐμαρτύρησεν, ὡς <lb/>παραχρῆμα παύουσι τοὺς πόνους τῶν
                            ὀδόντων, ἄμεινον ἔδοξέ <lb/>μοι κᾀκεῖνα γράψαι, κατὰ τὴν αὐτοῦ τοῦ
                            Ἀπολλωνίου λέξιν <lb/>οὕτως ἔχουσαν.</p><p>[Ἀπολλωνίου παραχρῆμα παῦον τοὺς πόνους τῶν ὀδόντων.] <lb/>♃ Σκορόδων
                            πυρῆνας ε΄. λιβάνου ἄῤῥενος ὀβολοὺς γ΄. <pb n="12.859"/> μυρσίνης κλωνία
                            διπάλαιστα δύο, τούτων ἀμέλξας τὰ φύλλα <lb/>κατ’ ἰδίαν λέανον ὁμοίως
                            καὶ τὰ σκόροδα καὶ τὸν λιβανωτὸν, <lb/>εἶθ’ ὁμοῦ πάντα ἐμβαλὼν εἰς
                            καινὴν χύτραν καὶ ἐπιχέας <lb/>ὄξους κοτύλην α΄. ἕψε κινῶν σπάθῃ δᾳδίνῃ,
                            μέχρις οὗ <lb/>λειφθῇ τὸ ἥμισυ, καὶ οὕτω χλιαρῷ χρῶ. δεῖ δὲ κρατεῖν τὸ
                            <lb/>ὑγρὸν ἐπὶ τῷ ἀλγοῦντι μέρει πρὸς πλείονα χρόνον, τοῦτο <lb/>δὲ
                            πρακτέον ἄχρις ἂν τὸ ὑγρὸν δαπανηθῇ. χρήσιμον δὲ καὶ <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="231"/>πρὸ τοῦ διακλύσασθαι βαλσάμου ὀπὸν ἢ
                            φλοιὸν ἐπιτιθέναι <lb/>ἐπὶ τὸν ἀλγούμενον ὀδόντα· εἰ δὲ μὴ, πάνακος ὀπὸν
                            <lb/>θλάσαντα ἐλαφρῶς ἐᾶσαι τὸ ὑγρὸν ἀποῤῥεῖν.</p><p>[Ἐφεξῆς τῶν γεγραμμένων ὁ Ἀρχιγένης ἔγραψε βοηθήματα <lb/>τετρημένων
                            ὀδόντων ὀδυνωμένων τε καὶ ἀνωδύνων <lb/>κατὰ τήνδε τὴν λέξιν.]
                            Περιπλάσμασι δὲ καὶ ἐπιθέμασι τοιούτοις <lb/>τισὶ χρῶ. σῶρυ Αἰγύπτιον
                            ῥητίνῃ τερμινθίνῃ ἀναληφθὲν <lb/>περίπλασσε καὶ τῷ βρώματι ἐντίθει
                            αὐτὴν, ἢ τὴν <lb/>διὰ δύο πεπέρεων ἐντίθει, ἀνιεὶς αὐτὴν νάρδῳ ἢ ῥοδίνῳ,
                            <lb/>μάλιστα δὲ ἀμυγδαλίνῳ, καὶ εἰς τὸ οὖς δὲ τὸ κατ’ αὐτὸ ἔνσταζε,
                            <lb/>τὸ αὐτὸ ποιεῖ ἄκρως. <milestone unit="ed2page" n="476"/>ἢ θεῖον
                            ἄπυρον μετὰ λυκίου <pb n="12.860"/> ἀναλαβὼν εἰς τὸ βρῶμα ἐντίθει, ἢ κηκίδα
                            λείαν ἢ λυκίῳ ἢ <lb/>ῥητίνῃ τερεβινθίνῃ ἀναλαβὼν περίπλασσε τὸν ἀλγοῦντα
                            περικαθάρας <lb/>πρότερον, ἢ κόμην γλήχωνος τρίψας ἐντίθει τῷ
                            <lb/>ὀδόντι. ἐπὶ δὲ τῶν μεγίστων ὀδονταλγιῶν ἄκρως ποιεῖ τοῦτο.
                            <lb/>ὄφεως γῆρας κατακαύσας καὶ μετ’ ἐλαίου, μέλιτος ποιῶν <lb/>πάχος
                            στερεοῦ, περικαθάρας περίπλασσε καὶ τὰ κύκλῳ πάντα <lb/>περίχριε καὶ
                            τοῖς βρώμασιν ἐντίθει, ἢ προσπίεζε τῷ γήρᾳ <lb/>μὴ κεκαυμένῳ τοὺς
                            ὀδόντας, καὶ ἐκπίπτουσιν. ἢ γῆς ἔντερα <lb/>φρύξας ἔμπασον εἰς τὸ βρῶμα
                            περικαθάρας, ἢ ὠὰ ἀραχνίων <lb/>ἀνιεὶς μύρῳ ναρδίνῳ ἐντίθει, ἢ μελάνθιον
                            φρυγὲν μετ’ ἐλαίου <lb/>περίπλασσε καὶ μικρὸν μύσας ἀποφλεγματίζου, ἢ
                            πεπέρεως <lb/>ἢ κάγχρυ ὀπίῳ ἀναλαβὼν ἐντίθει εἰς τὸ βρῶμα. ἐπὶ δὲ τῶν
                            <lb/>ὡσανεὶ ἐν φλεγμονῇ νίτρον ἐρυθρὸν καὶ Περσαίων ὀστέων <lb/>τὸ ἐντὸς
                            ἑνώσας ῥητίνῃ ἀναλάμβανε καὶ περίπλασσε τὸν <lb/>ὀδόντα καὶ ἔα ἕως ἂν
                            ἀποτακῇ. ἐπὶ δὲ τοῦ βρώματος πεπέρεως <lb/>καὶ νίτρου ἀφρὸν καὶ χαλβάνην
                            σὺν μέλιτι ἐπιτίθει, <lb/>ἢ γλοιῷ μετὰ πεπέρεως ὁμοίως, ἢ πύρεθρον μετὰ
                            σμύρνης, <pb n="12.861"/> ἢ ὀπὸν Κυρηναϊκὸν καὶ πέπερι ἴσα μετὰ χαλβάνης, ἢ
                            μελάνθιον <lb/>καὶ σκορόδου τὸ ἥμισυ καὶ ἁλὸς ὀλίγον συλλεάνας
                            περίπλασσε, <lb/>ἀπόνους ποιεῖ. ἢ σίλφης τῆς κεφαλῆς δεούσης τὸ στῆρ
                            <lb/>σὺν ῥοδίνῳ θερμάνας εἴς τε τὸ οὖς ἔνσταζε καὶ εἰς τὸ βρῶμα
                            <lb/>ἐντίθει, ἢ κηκίδα λείαν μετὰ κεδρίας χρῶ, ἢ εἰς τὸ κατὰ τὸν
                            <lb/>ἀλγοῦντα οὖς σησαμέλαιον ἐναφεψημένων αὐτῷ γῆς ἐντέρων <lb/>ἔγχει.
                            αὐτῷ δὲ τῷ ἀλγοῦντι ὑοσκύαμον δακνέτωσαν, ἢ κισσοῦ <lb/>λευκοῦ κορύμβους
                            ε΄. μετὰ ῥοδίνου τρίψας καὶ ἐν σιδίῳ χλιάνας <lb/>ἔνσταζε, δεύτερον καὶ
                            τρίτον τῆς ἡμέρας εἰς τὸ κατὰ τὸν <lb/>ἀλγοῦντα οὖς. καὶ αὐτὸς δὲ ὁ
                            καρπὸς μετ’ οἴνου λεῖος ἐπιχριόμενος <lb/>ἐπὶ τὸν ὀδόντα ὠφελεῖ. τούτων
                            ἐφεξῆς ὁ Ἀρχιγένης <lb/>καὶ τάδε γράφει. ἄκρως γὰρ ποιεῖ καὶ
                            αἱμασσομένοις <lb/>οὔλοις ὑγρὰ στυπτηρία μετὰ τοῦ διπλοῦ ἀλόης προσάπτου
                            <lb/>ἢ σχιστῇ καὶ μυρσίνῃ λειοτάτοις παράτριβε. στυφθέντων δὲ
                            <lb/>μέλιτι χρῖε, ἢ Περσαίων τῶν μαχαιρίων μέρη δύο, σμύρνης <lb/>μέρος
                            ἓν περικαθάρας ἔνθες, ἄπονον ποιεῖ. τοῖς δὲ τεθραυσμένοις <lb/>καὶ
                            ἀλγοῦσιν ὀδοῦσιν καυτήριον ἐπιτίθει πυρώσας.</p><pb n="12.862"/><p>[Περὶ ἀποφλεγματισμῶν.] Ἐφεξῆς τῶν προγεγραμμένων <lb/>ὁ Ἀρχιγένης οὕτως
                            ἔγραψεν. ἀποφλεγματισμοὶ δὲ ἄριστοι <lb/>τοῖς ὀδονταλγοῦσιν· σταφὶς
                            ἀγρία διαμασηθεῖσα ἰδίᾳ <lb/>καὶ μετὰ γλήχωνος ἢ κηκίδος τὸ ἔνδοθεν
                            μέλαν, δακέτω τῷ <lb/>ἀλγοῦντι ὀδόντι καὶ ἔα ἀποῤῥεῖν. εἰς δὲ τὸ
                            ἀντικείμενον οὖς <lb/>ἔνσταζε κισσοῦ δύο κορύμβους μετὰ ῥοδίνου
                            λελεασμένους, <lb/>ἢ μυρίκης καρποῦ δραχμὰς β΄. ἀφρονίτρου δραχ. α΄.
                            στυπτηρίας <lb/>ὀλίγον, σκορόδων πυρῆνας ε΄. μυρσίνης φύλλα ὀλίγα, σὺν
                            <lb/>ὄξει κινῶν σπάθῃ δᾳδίνῃ, ἕψε μέχρι ἡμίσεος καὶ δίδου διακλύζεσθαι
                            <lb/>καὶ διακρατεῖν, εἶτα χαίνοντες ἐάτωσαν ῥεῖν τὸ <lb/>φλέγμα, καὶ
                            μετὰ τοῦτο ῥοδίνῳ ἐλαίῳ διακλυσάμενοι πτισάνην <lb/>δίδου ῥοφῆσαι. ἐὰν
                            δέ τινα ἐκ τοῦ διακλύσματος περὶ <lb/>στόμα ἑλκωθῇ, κρόκῳ καὶ ῥόδων χυλῷ
                            διάχριε.</p><p>[Περὶ πυριῶν.] Πυρίαι δὲ ποιοῦσι πρὸς ὀδονταλγίαν, <lb/>ἔξωθεν μὲν αἱ δι’
                            ἁλὸς πεφρυγμένου ἢ κέγχρου εἰς μαρσύππους <lb/>ἐμβεβλημένων ἢ καὶ διὰ
                            ῥυπαρῶν ῥακίδων εὖ μάλα <lb/>θερμανθέντων, ἢ καὶ ἐπιθέματα διὰ τῶν χωρὶς
                            ὑδάτων, ὡς <pb n="12.863"/> τὰ δι’ ὠμῆς λύσεως, εἴτε κρίθινον εἴτε
                            λινόσπερμα. αὐτοῦ <lb/>δὲ τοῦ ἀλγοῦντος <milestone unit="ed2page" n="477"/>ὀδόντος πυρίᾳ οὕτω χρηστέον. ὀριγάνου <lb/>ξηροῦ κλώνιον
                            εἰς ζεστὸν ἔλαιον βάπτων, τῷ πονοῦντι <lb/>ὀδόντι ἄνωθεν ἐπέρειδε, ἢ
                            κίκεως καυλὸν ὁμοίως, ἢ σταφίδα <lb/>ἀγρίαν εἰς ὀξύ τι αὐτὴν πήξας, ἢ
                            κηρὸν ἐπιτιθεὶς τῷ ἀλγοῦντι <lb/>ὀδόντι, πυρῆνι μήλης θερμοτάτῳ
                            προσάπτου συνεχῶς, <lb/>ἢ ὀποπάνακα καὶ ὀπὸν πευκεδάνου, ἴσα ἑνώσας
                            ὀθονίῳ <lb/>ἔνδησον καὶ εἰς ζεστὸν ἔλαιον τῆξον. ὅταν δὲ ἄρξηται ζέειν
                            <lb/>τὸ φάρμακον, ἐπιτίθει τῷ ὀδόντι καὶ προσπίεζε μύλῃ, χρῶ <lb/>πρωῒ
                            καὶ δείλης καὶ καθὸ εἶπον, συμπυρία ἐκτός τε καὶ <lb/>ἐντὸς πρὸ τροφῆς.
                            καὶ μετὰ τροφὴν μὴ πολὺ λίαν διαστησάντων <lb/>ἀπὸ τροφῆς χρῶ. εἶδος δὲ
                            πυρίας ἐστὶ καὶ τὸ τοιοῦτον, <lb/>εὖ μάλα περικαθάρας τὸν ὀδόντα καὶ
                            σκεπάσας τὸν <lb/>πάσχοντα, ἀναγκάσας τε χαίνειν ὑποθυμία ὑοσκυάμου
                            σπέρματι. <lb/>εἰ δὲ πρὸς μηδὲν τῶν προγεγραμμένων εἴκει, ἔγκειται
                            <lb/>δὲ ἰσχυρῶς ὁ πόνος, λεπτῷ τρυπάνῳ τρήσας τὸν ὀδόντα, <lb/>χρῶ τοῖς
                            εἰρημένοις βοηθήμασιν, εἴωθε γὰρ μᾶλλον οὕτως <pb n="12.864"/> ὠφελεῖν. εἰ
                            δὲ μηδ’ οὕτως ὑπακούει καὶ δόξειεν ἀρθῆναι τὸν <lb/>ὀδόντα, ἀπόνως
                            ἀρθείη φαρμάκῳ συμφωνοῦντι λίαν τῷδε. <lb/>πύρεθρον δριμυτάτῳ ὄξει ἐφ’
                            ἡμέρας μ΄. ταριχεύσας τρῖψον <lb/>καὶ ἀπόθου. ἐπὶ δὲ τῆς χρείας τοὺς
                            λοιποὺς κηρώσας καὶ <lb/>ἀσφαλισάμενος αὐτόν τε τὸν ἀλγοῦντα περικαθάρας
                            περίπλασον <lb/>τῷ φαρμάκῳ, εἶτα διαστήσας ὥραν ἔκλυσον τοῖς
                            <lb/>δακτύλοις ἢ γραφείῳ ἀνάλαβε, ἢ σῶρυ μετ’ ὄξους δριμυτάτου <lb/>ἐπὶ
                            πολλὰς ἡμέρας κατάπλασσε, καὶ ἐκπεσεῖται. ἢ μολύβδαιναν <lb/>λείαν
                            κηρωτῇ ἀναληφθεῖσαν ἐπίθες. ἐξάγει σφοδρῶς <lb/>τιθυμάλλου ὀπὸς καὶ σῶρυ
                            μετὰ χαλβάνης <lb/>καταπλασσόμενα.</p><p>[Περὶ τῶν ὑπ’ Ἀπολλωνίου γεγραμμένων ἐν τῷ πρώτῳ <lb/>τῶν εὐπορίστων.]
                            Πρῶτον μὲν αὐτῶν κεφάλαιόν ἐστι τὰ <lb/>πρὸς ὀδονταλγίας διακλύσματα,
                            μηδὲν ἔχοντα πλέον τῶν ὑπ’ <lb/>Ἀρχιγένους γεγραμμένων. δεύτερον δὲ πρὸς
                            ὀδόντας βεβρωμένους <lb/>ἐπαλγεῖς, ἐπιθέματα καὶ ἐμπλάσματα. τρίτον ἐπὶ
                            <lb/>τούτοις πυρίαι καὶ καύσεις, πρὸς ὀδονταλγίας. τέταρτον ὑποθυμιάματα
                            <lb/>πρὸς τοὺς πόνους τῶν ὀδόντων. πέμπτον ὀδοντικὰ <pb n="12.865"/>
                            διαμασήματα καὶ καθαρτικά. καὶ πρὸς τούτοις ἕκτον ἀναγαργαρίσματα
                            <lb/>πρὸς ὀδονταλγίας. ἕβδομον δὲ κεφάλαιον <lb/>ἔγραψε πρὸς ὀδονταλγίας
                            ἐγχύματα εἰς τὸ οὖς, ὧν οὐδενὸς <lb/>μνημονεύειν ἔτι ἠξίωσα τῷ βουλομένῳ
                            παραναγινώσκειν τὸ <lb/>βιβλίον, οὐ πάνυ τι τῶν δυσπορίστων ὑπάρχον. ἐγὼ
                            δὲ τοῖς <lb/>ὑπ’ Ἀρχιγένους γεγραμμένοις ἠρκέσθην, ἐφεξῆς δὲ γράψαντος
                            <lb/>τοῦ Ἀπολλωνίου ἔγχυτα εἰς τὴν ῥῖνα ἔδοξέ μοι προσθεῖναι.</p><p><milestone unit="ed1page" n="232"/>[Πρὸς ὀδονταλγίας ἐγχύματα εἰς τὴν
                            ῥῖνα, ὡς <lb/>Ἀπολλώνιος ἐν τῷ πρώτῳ τῶν εὐπορίστων.] Σεύτλου ῥίζης
                            <lb/>τὸν χυλὸν αὐτὸν καθ’ ἑαυτὸν ἐγχυμάτιζε εἰς τὴν ῥῖνα <lb/>καὶ λύσεις
                            τοὺς πόνους τῶν ὀδόντων. κυμίνου ὅσον τοῖς <lb/>τρισὶ δακτύλοις καὶ
                            σμύρνης ὅσον κύαμον καὶ σικύου τὸ <lb/>ἐντὸς ὅσον διπλάσιον, τρίψας καὶ
                            γάλακτι γυναικὸς μίξας <lb/>ἀνάπλασον κολλύρια καὶ ἔνθες εἰς ἑκάτερον
                            τῶν μυκτήρων, <lb/>εἶθ’ οὕτω κέλευσον ἀνασπᾷν, ἐφ’ ὅσον ἄν τις διέλθοι
                            στάδια <lb/>πέντε, εἶτα ἐκμάξασθαι τὸ φάρμακον τοῦτο καὶ πρὸς
                            <lb/>ὠταλγίαν ποιεῖ.</p><p>[Πρὸς τὸ μὴ κόπτεσθαι τοὺς βεβρωμένους ὀδόντας <pb n="12.866"/> μηδὲ ποιεῖν
                            δυσωδίαν.] Ἐλλεβόρου μέλανος ἡλίκον ὄροβον <lb/>ἐν μέλιτι ἑφθῷ
                            ἐντίθει.</p><p><milestone unit="ed2page" n="478"/>Πρὸς ὀδόντας μεμελασμένους.] Ὄστρακον
                            καλλάϊνον <lb/>ὀπτήσας καὶ λεάνας παράτριβε τοὺς ὀδόντας, οὕτω <lb/>δὲ
                            οὖλα κρατύνει. ἄλλο. ἅλα ὀρυκτὸν μέλιτι φυράσας ὄπτησον
                            <lb/>ἐπικληματίσι καὶ τρίψας μῖξον σμύρνης βραχὺ καὶ χρῶ
                            <lb/>παραπλησίως. ἄλλο. ♃ γλήχωνος μέρος ἓν, ἁλὸς τὸ ἴσον, <lb/>ταῦτα
                            φυράσας ὕδατι ὄπτησον ἐν τῷ αὐτῷ, ἕως ἄνθραξ γένηται <lb/>καὶ λεάνας
                            ἀπόσμα τοὺς ὀδόντας. ἄλλο. ἰσχάδας κατακαύσας <lb/>καὶ τρίψας νάρδου
                            βραχὺ καὶ μέλιτι διεὶς χρῶ. <lb/>τοῦτο καὶ οὖλα συστέλλει. ἄλλο. ἄλφιτον
                            φυράσας ἐν ὄξει <lb/>δριμυτάτῳ κατάκαυσον καὶ λεάνας παράτριβε τοὺς
                            ὀδόντας, <lb/>τοῦτο καὶ τὰ οὖλα κρατύνει. ἄλλο. ♃ ἀλαβάστρου κεκαυμένου
                            <lb/>δραχ. η΄. κισσήρεως κεκαυμένου δραχ. δ΄. ἁλὸς πεφρυγμένου
                            <lb/>δραχ. γ΄. λεάνας ὡσαύτως χρῶ. διακλύσματι δὲ χρηστέον ἀπὸ
                            <lb/>τούτων, οἴνῳ εὐώδει ἀποβεβρεγμένης ἐν αὐτῷ πρὸ χρόνου <lb/>πλείονος
                            ἴριδος ξηρᾶς.</p><p>[Τὰ ὑπ’ Ἀσκληπιάδου γεγραμμένα πρὸς ὀδόντας ἐν <pb n="12.867"/> τῷ πρώτῳ τῶν
                            ἐντός. Ἡρακλείδου Ταραντίνου πρὸς σειομένους <lb/>ὀδόντας.] Χρηστέον τῇ
                            Κυπρίᾳ σποδῷ παραστέλλοντας <lb/>τὰ οὖλα καὶ φλόμου ταῖς ῥίζαις
                            ἑψημέναις, ἔπειτα ἀποπλύνειν <lb/>ὕδατι ἢ μυρσίνης ἢ βάτου ἢ δάφνης,
                            ἔπειτα τῇ σποδῷ <lb/>παραψάμενος ἡσυχάζειν κελεύειν. ἄλλο. ♃ ἐλλεβόρου
                            μέλανος <lb/>χειρόπληθες, μανδραγόρου τῆς ῥίζης δραχ. δ΄. ὑοσκυάμου
                            <lb/>τῆς ῥίζης δραχ. δ΄. βαλὼν εἰς ἄγγος κεραμεοῦν καὶ οἴνου Χίου
                            <lb/>κοτύλας γ΄. ἢ Κώου ὡς βελτίστου ἕψε ἐπ’ ἀνθρακιᾶς μεγάλης,
                            <lb/>ὑπολειφθείσης δὲ τῆς ἡμισείας χυλίσας τὸ ὑγρὸν, δίδου <lb/>ἐν τῷ
                            στόματι διακρατεῖν.</p><p>[Ξηρὸν πρὸς σειομένους ὀδόντας.] ♃ Τερμίνθου καρποῦ <lb/>πεφρυγμένου
                            δραχ. η΄. στυπτηρίας σχιστῆς κεκαυμένης δραχ. η΄. <lb/>βαλαυστίου δραχ.
                            β΄. κηκίδων δραχ. α΄. κρόκου δραχ. α΄. σμύρνης δραχ. α΄. <lb/>λείοις
                            χρῶ. ἄλλο. ♃ κέρατος ἐλαφείου κεκαυμένου δραχ. η΄. ῥοῦ <lb/>ἐρυθροῦ
                            δραχ. δ΄. ὀμφακίου δραχ. β΄. βαλαυστίου δραχ. δ΄. πίτυος <lb/>φλοιοῦ
                            δραχ. α΄. σμύρνης Ἀμιναίας δραχ. α΄. λείοις χρῶ.</p><p>[Διάκλυσμα πρὸς μυλαλγίας.] Σμυρνίου τὰς ῥίζας <lb/>ἕψε μετ’ ὀξυμέλιτος
                            καὶ τὸ ὑγρὸν διυλίσας δίδου ἐν τῷ <pb n="12.868"/> στόματι κρατεῖν. ἄλλο.
                            λαπάθου ἀγρίου ῥίζας καὶ πλατάνου <lb/>σφαιρία ἕψε μετ’ ὀξυμέλιτος καὶ
                            δίδου καθὰ προείρηται.</p><p>[Διαμασήματα πρὸς μυλαλγίας.] ♃ Κάγχρυος δραχμὰς <lb/>β΄. ὀριγάνου δραχ.
                            β΄. πεπέρεως λευκοῦ δραχ. α΄. σμύρνης δραχ. α΄. <lb/>σταφίδος γνησίας ἢ
                            τῆς ἄλλης λιπαρωτάτης ξεστ. S". τὴν σταφίδα <lb/>κόπτε φιλοπόνως· τὸ δὲ
                            σμύρνιον μέλιτι διαλύσας, τὰ <lb/>δὲ ξηρὰ κόψας καὶ σήσας λεπτῷ κοσκίνῳ
                            ἐπίβαλλε τῇ σταφίδι <lb/>καὶ τῇ σμύρνῃ καὶ μίξας ποίει μαλαγματῶδες· ἐν
                            δὲ <lb/>τῇ χρήσει δίδου καρύου Ποντικοῦ τὸ μέγεθος διαμασᾶσθαι.
                            <lb/>ὑγρῶν δὲ συναγομένων τὸν κάμνοντα κεχηνέναι δεήσει <lb/>καὶ κάτω
                            νεύειν, ὥστε τὸ ὑγρὸν εὐχερῶς ἀποῤῥεῖν. μετὰ δὲ <lb/>τὴν χρῆσιν τοῦ
                            φαρμάκου οἴνῳ προσκλύζεσθαι παραίνει. <lb/>ἄλλο. ♃ σταφίδος λιπαρᾶς
                            χωρὶς τῶν γιγάρτων ξεστ. S". πεπέρεως <lb/>λευκοῦ ὀξύβαφον, κόκκου
                            κνιδίου δραχ. β΄. ναρδοστάχυος <lb/>δραχ. β΄. κασσίας δραχ. α΄. πυρέθρου
                            δραχ. β΄. σμύρνης δραχ. β΄. <lb/>σκεύαζε καὶ χρῶ καθὰ προείρηται.</p><p><milestone unit="ed2page" n="479"/>[Πρὸς βεβρωμένους ὀδόντας φυλακτικόν.
                            τούτῳ <pb n="12.869"/> χρησάμενος διετήρησα βεβρωμένους ὀδόντας ἀνωδύνους.]
                            Ζίγγιβερ <lb/>ἕψε μετ’ ὀξυμέλιτος καὶ τρίψας ἐπιμελῶς ἐντίθει εἰς
                            <lb/>τὸ τρῆμα καὶ περίπλαττε ἔξωθεν. ἄλλο. κισσοῦ δάκρυον <lb/>χαλβάνῃ
                            μίξας ἢ ὀπῷ τιθυμάλλου ἢ συκῆς ἀγρίας διαλύσας <lb/>χρῶ ὡς
                            προείρηται.</p><p>[Ἄλλο ἀνώδυνον πρὸς περιωδυνῶντας καὶ βεβρωμένους <lb/>ὀδόντας. ἔστι δὲ
                            καὶ βηχικὸν ἀγαθόν.] ♃ Ὀποῦ μήκωνος <lb/>δραχ. β΄. πεπέρεως λευκοῦ
                            κεκομμένου καὶ σεσησμένου <lb/>δραχ. α΄. σμύρνης δραχμὰς β΄. στύρακος
                            δραχ. β΄. χαλβάνης δραχ. α΄. <lb/>γλυκέος εἰς ἀνάληψιν ὅσον ἀρκεῖ, κόπτε
                            ὁμοῦ καὶ ἀνάπλαττε <lb/>καταπότια καὶ περίπλαττε τὸν ὀδόντα καὶ ἐντίθει
                            τῷ βρώματι. <lb/>ἄλλο. ♃ ὑοσκυάμου χυλοῦ δραχ. β΄. σμύρνης δραχμὰς β΄.
                            <lb/>ὀπίου δραχ. β΄. χαλβάνης δραχμὰς β΄. στύρακος δραχ. β΄. ζιγγιβέρεως
                            <lb/>δραχμὰς β΄. πεπέρεως δραχ. α΄. ὀποῦ Συριακοῦ τὸ ἴσον, <lb/>γλυκέος
                            ὅσον ἐξαρκεῖ. σκεύαζε καὶ χρῶ καθὰ προείρηται.</p><p>[Μυλικὴ ἀγαθὴ, ἐπὶ πολλῶν θαυμασθεῖσα.] ♃ Ἐλαίας <lb/>δακρύου δραχ. α΄.
                            σμύρνης δραχμὰς β΄. ἐλλεβόρου μέλανος δραχ. α΄. <lb/>ὀποβαλσάμου
                            σπέρματος δραχμὴν μίαν, στύρακος δραχ. α΄. πεπέρεως <pb n="12.870"/>
                            δραχμὴν μίαν, ὑοσκυάμου δραχμὴν μίαν, μηκωνείου <lb/>δραχ. α΄. καστορίου
                            τετρώβολον, χαλβάνης δραχμὰς στ΄. ὀποῦ <lb/>Κυρηναϊκοῦ δραχ. α΄. ὀποῦ
                            καρπάσου δραχ. α΄. πάνακος δραχ. α΄. <lb/>σαγαπηνοῦ τετρώβολον, πυρέθρου
                            τετρώβολον, σταφίδος <lb/>ἀγρίας δραχ. β΄. κεδρίας τὸ αὔταρκες, ὥστε
                            ἐμπλαστρῶδες γενέσθαι. <lb/>ἄλλο. ♃ θείου ἀπύρου δραχ. δ΄. ἀσφάλτου
                            δραχμὰς β΄. <lb/>ἀμόργης ἐλαίου δραχ. δ΄. πίσσης ὑγρᾶς δραχμὰς η΄.
                            κεδρίας δραχμὰς <lb/>ιβ΄. πεπέρεως μακροῦ δραχμὰς δ΄. ὀπίου δραχμὰς δ΄.
                            <lb/>πυρέθρου δραχ. δ΄. σταφίδος ἀγρίας δραχ. α΄. ἐλλεβόρου μέλανος
                            <lb/>δραχ. α΄. κόκκου Κνιδίου δραχ. α΄. ὀποπάνακος δραχ. α΄. πίσσης
                            ξηρᾶς <lb/>λίτραν μίαν. ὄξει ἀναλάμβανε τὰ ξηρὰ, εἶτα ἐπίβαλλε <lb/>τὰ
                            τηκτὰ καὶ ἀνελόμενος χρῶ, περιπλάττων τὴν μύλην τῷ <lb/>φαρμάκῳ.</p><p>[Πρὸς τοὺς ἐῤῥωμένους ὀδόντας, ὥστε ἀπόνως σαλεύεσθαι.] <lb/>Πύρεθρον εἰς
                            ὄξος βαλὼν, ἔα ἐπὶ ἡμέρας γ΄ ἢ δ΄. <lb/>ἔπειτα τρίψας ἐπιτίθει τῷ
                            πεπονθότι ὀδόντι, φυλαττόμενος <lb/>τοὺς παρακειμένους ὀδόντας. δεῖ δὲ
                            περικαθαίρειν ἐπιμελῶς <lb/>καὶ τότε περιπλάττειν τὸ φάρμακον καὶ τοῦτο
                            ποιεῖν ἐπὶ δύο <pb n="12.871"/> ἢ τρεῖς ἡμέρας, οὕτω γὰρ ἀπόνως σαλεύεται.
                            ἄλλο. ♃ σικύου <lb/>ἀγρίου τὰς ῥίζας, τοῦτο σκευάσας, ὥσπερ τὸ πύρεθρον,
                            <lb/>χρῶ καθὰ προείρηται.</p><p><milestone unit="ed1page" n="233"/>[Περὶ τῶν σειομένων ὀδόντων καὶ τῶν
                            ἐξεχόντων.] <lb/>Εἴρηται μέν μοι καὶ πρόσθεν, ὡς διὰ γεροντικὴν ἡλικίαν
                            <lb/>ἔνιοι σείονται ξηραινόμενοι, βραχεῖαν ἐκ τῶν συναγομένων <lb/>οὔλων
                            φαρμάκοις στύφουσι βοήθειαν ἔχοντες, εἰρήσεται <lb/>δὲ καὶ νῦν ὅπως
                            ἔνιοι πληγέντες ἐσείσθησαν. εἰσὶ δὲ <lb/>οἳ καὶ χωρὶς πληγῆς, ἐφ’ ὧν
                            τεκμαίρομαι διαβρεχόμενον ὑγρότητι <lb/>πολλῇ τὸ καταφυόμενον εἰς τὰς
                            ῥίζας αὐτῶν νεῦρον <lb/>χαλᾶσθαι καὶ διὰ τοῦτο τοῖς ξηραίνουσι φαρμάκοις
                            θεραπεύεσθαι. <lb/>ἐπεὶ δὲ προπετεστέρους τῶν ἄλλων ἑώρων τοὺς
                            <lb/>σειομένους ὀδόντας γινομένους, καὶ μάλιστα ὅταν ἐκ πληγῆς
                            <lb/>πάθωσιν, ἔδοξέ μοι ῥινᾷν αὐτῶν τοσοῦτον, ὅσον ὑπὲρ τοὺς <lb/>ἄλλους
                            ἐστὶν, ὅπως μὴ προσκρούσωσι τοῖς ἀντιτεταγμένοις <lb/>ἐν τῷ διαλέγεσθαι
                            καὶ μασᾶσθαι. εὑρὼν δὲ καὶ τὴν πεῖράν <lb/>μοι <milestone unit="ed2page" n="480"/>μαρτυρήσασαν σιδήριον ἐποίησα ῥινίον, ὡς ἐνεργεῖν <pb n="872"/> ταχέως. αἱ γὰρ πολλαὶ παραγωγαὶ σείουσι τὸν ὀδόντα
                            <lb/>δεόμενον ἀκινησίας, εἰ μέλλοι παγήσεσθαι. ποτὲ μὲν οὖν ἐξοχαί
                            <lb/>τινες ἀνώμαλοι φαίνονται τῶν ὀδόντων κατά τινα μέρη <lb/>ῥινήσεως
                            δεόμεναι, ἔσθ’ ὅτε δὲ καὶ ὁμαλὲς ἔχουσαι τὸ πέρας <lb/>ὁμαλοῦς καὶ τῆς
                            ῥινήσεως δέονται. χρὴ δὲ περιθέντα τοῖς <lb/>οὔλοις ἄχρι τῆς ῥίζης τῶν
                            ὀδόντων ὀθόνην μαλακὴν, εἶτα <lb/>περιλαμβάνοντα πράως τοῖς δακτύλοις
                            τῆς ἀριστερᾶς χειρὸς, <lb/>ἀσφαλῶς τε ἅμα καὶ ἀθλίπτως, ὅπως μὴ σείοιτο
                            ῥινώμενος, <lb/>οὕτως ἐπιχειρεῖν τῇ χειρουργίᾳ. ἐὰν δὲ ἀλγήματος
                            αἰσθάνηται <lb/>ἐν τῷ παράγεσθαι τὴν ῥίνην καὶ μὴ διακρατεῖσθαι
                            σφοδρότερον <lb/>τοῖς δακτύλοις τὸ πεπονθὸς, παύεσθαι μὲν ἐν τῷ
                            <lb/>παραυτίκα, προσενεγκόντα δὲ ἐν τῷ μεταξὺ τῶν ῥηθησομένων <lb/>τι
                            φαρμάκων αὖθις ἐπιφέρειν, ὡς εἴρηται, βραχύ τε διαστήσαντα <lb/>μέχρι
                            τοῦ κατὰ τὸν ὀδόντα πέρατα ἀποτρῖψαι, καὶ <lb/>τοῦτο ποιεῖν οὐ τῇ πρώτῃ
                            μόνον ἡμέρᾳ δίς που καὶ τρὶς, <lb/>ἀλλὰ τῇ δευτέρᾳ προστάξαντα τῷ
                            πάσχοντι μήτε διαλέγεσθαί <lb/>τι μήτε σκληρὸν ἔδεσμα προσφέρεσθαι,
                            χρῆσθαι δὲ <pb n="12.873"/> τροφῇ χυλῷ πτισάνης καὶ ῥοφήματι τῷ ἐκ χόνδρου
                            καὶ <lb/>ἄρτῳ διαβρόχῳ καὶ τοῖς οὕτω μαλακοῖς. ἡ δὲ τῶν ὠφελούντων
                            <lb/>τοὺς σειομένους ὕλη τοιάδε τίς ἐστι.</p><p>[Τὰ ὑπ’ Ἀρχιγένους γεγραμμένα πρὸς σειομένους <lb/>ὀδόντας κρατυντικά.]
                            Τοὺς δὲ σειομένους ὀδόντας στῆσαι <lb/>θέλων, σμύρνης, πομφόλυγος,
                            στυπτηρίας σχιστῆς, ἀμύλου <lb/>ἴσα λείοις προσάπτου. ἢ ἐλαιῶν λευκῶν
                            χυλὸν καὶ πήγανον <lb/>μέλιτι μίξας παράτριβε, εἶτα περίπλασσε νάρδῳ
                            μετὰ στυπτηρίας <lb/>ὑγρᾶς. ἢ στρογγύλῃ στυπτηρίᾳ μεθ’ ἁλὸς διπλοῦ
                            <lb/>τοῖς ὀδοῦσι περίπλασσε. ἢ σχιστῆς καὶ μίσυος ἴσα μετὰ κεδρίας,
                            <lb/>πάχος ὑγρᾶς κηρωτῆς περίχριε τοὺς ὀδόντας καὶ ἔα <lb/>ἀποῤῥεῖν
                            φλέγμα, εἶτα διακλυζέσθω ὀνείῳ γάλακτι θερμῷ ἢ <lb/>ὄξει ἢ οἴνῳ
                            ἐναφεψημένων σιδίων καὶ κηκίδος.</p><p>[Πρὸς τοὺς ἠσθενηκότας ὀδόντας ἢ μύλας.] Μέλι, κηρὸν, <lb/>ἴσα ἐν ἡλίῳ
                            θερμῷ ὕδατι ἀνιεὶς, πίσσης τὸ ἥμισυ πρόσμιξον, <lb/>καὶ ποιήσας
                            ἐμπλαστρῶδες, δίδου διαμασᾶσθαι. ἐὰν <lb/>δὲ ᾖ ξηρὸν, βραχὺ ἔλαιον
                            πρόσμιξον· ἄκρως ποιεῖ καὶ ἡ Χία <pb n="12.874"/> μαστίχη μασωμένη. πρὸς
                            αἱμωδίαν. ἐπὶ δὲ αἱμωδίας ἀνδράχνην <lb/>διαμασάσθωσαν ἢ ἔλαιον θερμὸν
                            διακρατείτωσαν.</p><p>[Περὶ δὲ τῶν ὀδοντοφυούντων ἔγραψεν ὁ Ἀρχιγένης.] <lb/>Περὶ δὲ τῶν
                            ὀδοντοφυούντων βρεφῶν, ἐὰν ὦσιν ἐπαλγεῖς, <lb/>κυνείῳ γάλακτι τὰ οὖλα
                            περίχριε. ἢ λαγωοῦ ἐγκεφάλῳ, ἐὰν <lb/>χρίσῃς τὰ οὖλα βρέφους, ταχέως
                            ὀδοντοφυεῖ.</p><p>[Περίαπτα δὲ ἀντιπαθῆ ὀδοῦσιν, ἃ δοκεῖ πιστευθῆναι, <lb/>τάδε.] Ἐὰν
                            ὀδονταλγοῦντι βατραχίου φύλλα ἐπὶ τοῦ κατὰ <lb/>τὸν ἀλγοῦντα βραχίονος
                            ἐπιθῇς, ἀπόνους μὲν ποιεῖ, ἑλκοῖ δὲ <lb/>τὸν βραχίονα, ὃν θεραπεύσεις ὡς
                            προσήκει. ἐὰν δὲ ὀδοντοφυοῦν <lb/>παιδίον ἀλγήματα ἔχῃ, τὸ τοῦ παλαιοῦ
                            κοχλίου κέρας <lb/>ἐνδήσας δέρματι περίαπτε.</p><p>[Περὶ οὔλων πόνων.] Οὔλων πονούντων διακλύσματα <lb/>μὲν ποιεῖ σχεδὸν τὰ
                            καὶ πρὸς ὀδονταλγίαν γεγραμμένα, πλὴν <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="481"/>ἰδιαίτερον ποιεῖ ὄξος, ἀπεζεσμένης
                            ὑοσκυάμου ῥίζης. <lb/>τὰ δὲ φλεγμαίνοντα οὖλα στυπτηρίαν μεθ’ ἁλὸς
                            τετάρτου <lb/>μέρους λείοις προσάπτου, μετὰ δὲ τὸν δηγμὸν οἴνῳ ἢ ἐλαίας
                                <pb n="12.875"/> φύλλων ἀφεψήματι διακλυζέσθωσαν. ἐπὶ δὲ τῶν
                            ῥευματιζομένων <lb/>καὶ περιβιβρωσκομένων μετὰ ἐξοιδήσεώς τε καὶ ὀδύνης
                            <lb/>καὶ ὑπονεμομένων ἄκρως ποιεῖ ἡ πυρία. πυριᾷν δὲ μηλωτίδι <lb/>ἔριον
                            περιδήσας, εἰς ζεστὸν ἔλαιον ἀπόβαπτε καὶ πρόσαγε <lb/>τοῖς οὔλοις ἕως
                            ἐξομαλισθῇ καὶ λευκὰ τὰ κύκλῳ γένηται. <lb/>οὕτω γὰρ ἵσταται ἡ νομὴ καὶ
                            ἐξ ὑγιοῦς τῆς σαρκὸς τὸ <lb/>περιβρωθὲν τρέφεται. μετὰ ταῦτα δὲ χρῶ
                            προστρίμμασι καὶ <lb/>τοῖς ἀναγεγραμμένοις περὶ ὀδόντων. ἰδίως δὲ
                            συμφωνεῖ κηκὶς <lb/>λειοτάτη, ὀξύβαφον μετὰ σμύρνης ὡς κυάθου τὸ
                            μέγεθος, <lb/>χρῶ λείοις ξηροῖς. ἐὰν δὲ ἐκφυόμενος ὀδοὺς δυσχερῶς
                            <lb/>ἀναστέλλῃ καὶ διακεντῇ τὸ οὖλον, κύπρον μετὰ βουτύρου <lb/>καὶ
                            μύρου σουσίνου χρῖε κατὰ τὴν ἔκφυσιν. περὶ ἐπουλίδων. <lb/>ἐπὶ δὲ τῶν
                            ἐπουλίδων προσάπτου χαλκάνθῳ καὶ μυρσίνῳ <lb/>ἴσοις μετ’ ὀλίγης σχιστῆς.
                            ποιοῦσι δὲ καὶ αἱ πλείους τῶν <lb/>ἀνθηρῶν.</p><p>[Προφυλακτικὰ ὀδόντων.] Καὶ τὰ προφυλακτικὰ δὲ <lb/>τῶν ὀδόντων τῆς
                            ἀλγηδόνος Ἀρχιγένης οὕτως ἔγραψε κατὰ <pb n="12.876"/> λέξιν. ἐπὶ δὲ τῶν
                            περὶ τοὺς ὀδόντας ἀλγημάτων φυλακτικὰ <lb/>μὲν ἁρμόζει τὰ τοιαῦτα,
                            τιθυμάλλου ῥίζας ἑψήσας ἐν οἴνῳ <lb/>μέχρι ἡμίσεος, δὶς τοῦ μηνὸς
                            διακλύζου καὶ οὐδέποτε ἀλγήσεις. <lb/>καλῶς διατηρεῖ ἀπόνους καὶ
                            ἰσχυροὺς τοὺς ὀδόντας, <lb/>ἐὰν κύαμον Αἰγύπτιον δίχα τοῦ ἐντὸς πικροῦ
                            λεῖον ποιῶν, <lb/>παρατρίβῃς τοὺς ὀδόντας καὶ τὰ οὖλα ἅπαξ τοῦ ἔτους. ἢ
                            <lb/>σχιστῇ μετ’ ὀλίγης σμύρνης παράτριβε καὶ οὐδέποτε βρωθήσονται.
                            <lb/>ἐὰν δὲ ἀποστύφῃ, μέλιτι χρῶ. ἢ ἀρκευθίδας λεπτὰς <lb/>καὶ
                            κυπαρίσσου φύλλων τὸ ἴσον, κηκίδος ὀλίγον σὺν μέλιτι <lb/>ἑφθῷ
                            δραχμιαίους τροχίσκους ποιήσας χρῶ, προδιαμασῶ καὶ <lb/>ἐπιδιακλύζου
                            οἴνῳ εὐώδει. ἢ ἴρεως Ἰλλυρικῆς καρύου Ποντικοῦ <lb/>μέγεθος διαμάσησαι
                            καὶ ὁμοίως διακλύζου. ἢ προσμίξας <lb/>ἁλσὶν ὀμφακίνην κηκίδα ἐν οἴνῳ
                            εὐώδει ἑψημένην διαμασῶ. <lb/>ἄριστα δὲ ποιεῖ πρός τε φυλακὴν ἀλγημάτων
                            ῥῶσίν <lb/>τε τῶν οὔλων καὶ τῶν ὀδόντων, ἔτι δὲ εὐπρέπειαν καὶ <lb/>τὰ
                            ὑπογεγραμμένα σμήγματα. ἔρια οἰσυπηρὰ ὀθονίῳ ἐνδήσας <lb/>καῦσον, εἶτα
                            ἁλῶν τὸ τρίτον μίξας λείοις σμήχου. ἢ <pb n="12.877"/> δασύποδος κεφαλὴν
                            κεκαυμένην λεάνας χρῶ. ἢ ἅλας καὶ μέλι <lb/>λεάνας, μέχρι κηρωτῶδες
                            γένηται, καθαρῷ ὀθονίῳ ἐνδήσας <lb/>καῦσον, εἶτα μίξας ἴριν Ἰλλυρικὴν
                            ὀλίγην σμῆχε τοὺς ὀδόντας.</p><p><milestone unit="ed1page" n="234"/>[Τὰ ὑπ’ Ἀνδρομάχου γεγραμμένα πρὸς
                            ἁπάσας <lb/>ὀδύνας ὀδόντων μυλικὴ αὐθωρὸν παύουσα.] ♃ Πεπέρεως,
                            <lb/>πυρέθρου, ὀποῦ τιθυμάλλου, χαλβάνης ἀνὰ δραχ. α΄. λεάνας,
                            ἀναλάμβανε <lb/>τὴν χαλβάνην καὶ ἐντίθει εἰς τὸ βρῶμα.</p><p>[Μυλητικὴ Ἀντιφάνους, κᾂν μὴ περικαθάρῃς, ἐντίθει <lb/>καὶ περίπασσε τὸν
                            ὀδόντα.] ♃ Ὑοσκυάμου σπέρματος, ὀπίου, <lb/>νίτρου, σμύρνης, πυρέθρου,
                            πεπέρεως ἀνὰ δραχ. α΄. χαλβάνης <lb/>δραχ. β΄. μετ’ οἴνου λείοις χρῶ.
                            ἄλλη μυλικὴ ᾗ χρῶμαι. ♃ Στυπτηρίας <lb/>σχιστῆς δραχ. α΄. πεπέρεως
                            λευκοῦ δραχ. β΄. ὀποπάνακος <lb/>ἢ πεπέρεως μακροῦ τετρώβολον, σώρεως
                            τετρώβολον, κόμμεως <lb/>βεβρεγμένου ἐν ὕδατι δραχ. β΄. τῆς ὅλης
                            σταθμίας, κηροῦ <lb/>τὸ διπλοῦν, ἀνατρίβων ἐν ὕδατι θερμῷ πρόσμιξον καὶ
                            οὕτω <lb/>χρῶ. ἄλλη ἡ Χαιρέα. ♃ σμύρνης δραχ. α΄. ἐλλεβόρου δραχ. α΄ S".
                            <lb/>πυρέθρου δραχ. α΄. S". ἴρεως Ἰλλυρικῆς δραχ. α΄. S". στυπτηρίας
                            σχιστῆς <pb n="12.878"/> τριώβολον, <milestone unit="ed2page" n="482"/>ὕδατι λεάνας περίχριε τὸν ὀδόντα καὶ <lb/>ἐπάνω κηρὸν ἐπίθες. ἄλλη
                            μυλικὴ ἐκ τῶν Ἀφρόδα. ♃ στυπτηρίας <lb/>σχιστῆς δραχ. δ΄. σμύρνης
                            τριώβολον, πεπέρεως κόκκους ε΄. <lb/>ἐγὼ δὲ τριώβολον καὶ κάλλιον ποιεῖ,
                            ῥητίνῃ ἀναλάμβανε <lb/>προπερικαθάρας, ἐντίθει εἰς τὸ βρῶμα ἐπάνω καὶ
                            σπλήνιον <lb/>ἐγχρίσας ἐπιτίθει. ἄλλη μυλικὴ τοῦ αὐτοῦ· καὶ μὴ
                            περικαθάρας <lb/>ἐντίθει εἰς τὸ βρῶμα καὶ ἐπάνω τοῦ φαρμάκου σπλήνιον
                            <lb/>περίπλασσε, ποιεῖ ὑοσκυάμου σπέρματος, ὀποῦ μήκωνος, <lb/>σμύρνης,
                            νίτρου, πυρέθρου, πεπέρεως λευκοῦ, ἑκάστου <lb/>μέρος α΄. χαλβάνης μέρη
                            β΄. μετ’ ὄξους λεάνας χρῶ. ἄλλη ἐκ <lb/>τῶν Ἀφρόδα. ♃ ὀποῦ πευκεδάνου
                            δραχ. α΄. ὀποῦ μήκωνος <lb/>δραχ. α΄. τιθυμάλλου μυρσινήτου, ὀποῦ
                            Κυρηναϊκοῦ ἀνὰ δραχ. α΄. <lb/>χαλβάνης δραχ. α΄ S". τῇ χαλβάνῃ
                            ἀναλάμβανε καὶ εἰς τὸ βρῶμα <lb/>ἐντίθει καὶ περικαθάρας σπληνίῳ
                            ἔμπλασσε, ὥρᾳ μιᾷ παύει. <lb/>μυλικὴ καλή. στυπτηρίας σχιστῆς μηκωνείῳ
                            ἀναλαβὼν χρῶ, <lb/>ἐντιθεὶς καὶ περιπλάσσων. μυλικὴ ἄλλη ὡς
                            Ἀριστοκράτης. <lb/>♃ μήκωνος δραχ. β΄. σαγαπηνοῦ ὀβολὸν α΄ S". ὀποῦ
                            Κυρηναϊκοῦ <lb/>τὸ ἴσον, πεπέρεως δραχ. α΄. σφονδύλου τὸ ἴσον, σμύρνης
                                <pb n="12.879"/> τὸ ἴσον, χαλβάνης τὸ ἴσον, πυρέθρου τὸ ἴσον, κρόκου τὸ
                            ἴσον, <lb/>μέλι ὡς γλοιῶδες γενέσθαι.</p><p>[Πρὸς ἀλγήματα ὀδόντων καὶ οὔλων καὶ πολλὰ τοῦ <lb/>Ἀριστοκράτους
                            γραμματικοῦ.] ♃ Μέλιτος λίτραν μίαν, ὄξους <lb/>δριμέος ξεστ. α΄.
                            στυπτηρίας σχιστῆς γο στ΄. οἱ δὲ ὑγρᾶς γο δ΄. <lb/>ἕψε μέχρις ἂν
                            μελανθῇ. πρὸς ὀδόντας σειομένους. ♃ στυπτηρίας <lb/>σχιστῆς μέρος α΄.
                            μάννης μέρος α΄. λείοις χρῶ, προσπάσσων <lb/>τὸν σειόμενον ὀδόντα.</p><p>[Πρὸς ὀδόντων βρῶσιν καὶ πόνους.] Πενταφύλλου ῥίζας <lb/>σὺν οἴνῳ ἑψήσας
                            δίδου διακλύζεσθαι μετὰ τὸ δεῖπνον, <lb/>ἀφέψου δὲ εἰς τὸ τρίτον μέρος.
                            ἄλλο. λαπάθου ῥίζας σὺν <lb/>οἴνῳ ἢ ὄξει ἑψήσας, ἀρσενικὸν λεῖον
                            ἐπιπάσας, ὀλίγον τοῦ <lb/>ὑγροῦ δίδου διακρατεῖν, ἑψέσθω δὲ ἄχρις ἂν εἰς
                            τὸ τρίτον <lb/>ἔλθῃ. πρὸς οὖλα πλαδαρά. ♃ πυρέθρου δραχ. γ΄. θύμου δραχ.
                            β΄. <lb/>στυπτηρίας σχιστῆς τριώβολον, ἴρεως Ἰλλυρικῆς δραχ. α΄. λείοις
                            <lb/>χρῶ καὶ ἐπιτίθει τοῖς οὔλοις.</p><p>[Παρὰ Πυθίου πρὸς σειομένους ὀδόντας καὶ οὖλα <lb/>πλαδαρὰ καὶ ὑποφθοράς]
                            Στυπτηρία στρογγύλη ἐνειληθεῖσα <pb n="12.880"/> χάρτῃ καίεται, εἶτα
                            λεανθεῖσα χρωΐζετα μίλτῳ. τούτων προσάπτου <lb/>τῶν οὔλων καὶ ἐντίθει
                            τοῖς ὑποφθορίοις.</p><p>[Παρὰ Διοκλέους ἰατροῦ πρὸς ὀδόντων πόνους.] ♃ <lb/>Χαλβάνης, ὀπίου,
                            πεπέρεως, κηροῦ, σταφίδος ἀγρίας, κόκκου <lb/>κνιδίου ἀνὰ δραχ. α΄.
                            λεάνας ἀναλάμβανε κηρῷ καὶ περίπλασσε.</p><p>[Πρὸς βεβρωμένους ὀδόντας ἄλλο εὔθετον.] Ὀπὸν σιλφίου <lb/>ἐντίθει ἢ
                            αὐτὴν τὴν ῥίζαν ἢ χαλβάνην μετὰ πεπέρεως <lb/>ἢ ὄπιον μετὰ χαλβάνης ἢ
                            ὀποπάναξ ἐμπλασσόμενος. πρὸς <lb/>ὀδόντων πόνους. ♃ σώρεως δραχ. β΄.
                            στυπτηρίας σχιστῆς δραχ. β΄. <lb/>μίσυος δραχ. α΄. ξηρῷ χρῶ.</p><p>[Σμῆγμα ᾧ χρῶμαι σταλτικὸν οὔλων.] ♃ Κέρατος ἐλαφείου <lb/>κεκαυμένου
                            λίτρας β΄. ἐρίων οἰσυπηρῶν ἁπαλῶν γο γ΄. <lb/>ἁλὸς ἀμμωνιακοῦ γο δ΄.
                            πεπέρεως λευκοῦ γο β΄. κόστου γο α΄. <lb/>σχιστῆς γο β΄. σχίνου καὶ
                            περδικίου βοτάνης κεκαυμένης σὺν <lb/>τοῖς ἐρίοις ἢ μόνης, τέταρτον
                            λίτρας, μαλαβάθρου φύλλων <lb/>γο α΄. κόψας ὁμοῦ χρῶ.</p><p><milestone unit="ed2page" n="483"/>[Τὰ ὑπὸ Κρίτωνος γεγραμμένα πρὸς
                            ἅπαντα <lb/>τῶν ὀδόντων τὰ πάθη, τινὰ δὲ τούτων καὶ πρὸς οὖλα πρὸς <pb n="881"/> στόματα δυσώδη καὶ μέλανας ὀδόντας ἐξ ἐπιπολῆς.] Κριθὰς
                            <lb/>καὶ ἅλας μέλιτι καὶ οἴνῳ δεύσας ἔνδησον εἰς χάρτην καὶ <lb/>καύσας
                            καὶ λειώσας τρῖβε τὰ οὖλα. ἄλλο. χαλκάνθην, στυπτηρίαν, <lb/>σίδια ῥοιᾶς
                            γλυκείας ἴσα λεάνας παράτριβε τὰ οὖλα <lb/>νῆστις, εἶτα οἴνῳ στυπτικῷ
                            διακλύζου. ἄλλο πρὸς οὖλα ἡλκωμένα. <lb/>♃ νίτρου κεκαυμένου, κυπέρου
                            κεκαυμένου, ἑκάστου <lb/>ἴσον, λείοις μετὰ μέλιτος διάχριε. ἄλλο πρὸς
                            οὖλα καὶ ὀδόντας <lb/>σειομένους. ♃ Ἴρεως γε δ΄. πίτυος φλοιοῦ γο δ΄.
                            σχιστῆς <lb/>γο α΄. ξηρῷ χρῶ. <milestone unit="ed1page" n="235"/>ἄλλο
                            πρὸς σειομένους ὀδόντας. <lb/>σχῖνον, μυρσίνην, κηκίδα ἑψήσας ἐν οἴνῳ
                            δίδου διακλύζεσθαι. <lb/>ἄλλο. ♃ ἁλὸς μέρη δύο, στυπτηρίας σχιστῆς
                            κεκαυμένης <lb/>καὶ ἐσβεσμένης ὄξει δριμεῖ μέρος ἓν, λείοις χρῶ, εἶτα
                            <lb/>οἴνῳ διακλυζέσθω.</p><p>[Πρὸς σειομένους ὀδόντας ἵνα παγῶσι.] Χάλκανθον <lb/>τρίψας μετὰ ἐλαίου
                            παράπτου τῶν ῥιζῶν ἐρίῳ. ποιεῖ καὶ <lb/>πρὸς βεβρωμένους ὀδόντας
                            ἀναληφθὲν κηρῷ, καὶ ἐντιθέμενον <lb/>μετὰ μυρσίνης ἴσης τριβὲν καὶ
                            μέλιτι ἀναληφθέν. πρὸς <lb/>σειομένους ὀδόντας. πτελέας φλοιὸν ἐν οἴνῳ
                            ἑψήσας διακρατεῖν <pb n="12.882"/> ποίει. καὶ κέρατα τοῦ ἐλάφου ἐν οἴνῳ
                            ἑψημένα. πρὸς <lb/>δὲ τοὺς βεβρωμένους ὀδόντας καππάρεως ῥίζαν σὺν ὄξει
                            δριμεῖ <lb/>ἕψε εἰς ἥμισυ καὶ χλιαρῷ διακλύζου ἢ τὸν φλοιὸν ὁμοίως.
                            <lb/>τὸ δ’ αὐτὸ καὶ πρὸς πόνους ποιεῖ.</p><p>[Ἄλλη πυρία ὀδόντων καὶ βεβρωμένων καὶ πονούντων.] <lb/>♃ Θείου ἀπύρου
                            μέρος α΄. βουτύρου μέρος α΄. πήξας <lb/>πυρία διὰ μηλωτίδος. ἄλλη πρὸς
                            ὀδόντων πόνους. ἅλατι <lb/>προσμίξας τοὺς ὀδόντας, κονίαν στακτὴν λαβὼν,
                            χλιάνας κατάσχες <lb/>ἐν τῷ στόματι μέχρι χρόνου συμμέτρου. ἔδει
                            προσκεῖσθαι <lb/>ἐπὶ τοῦ τῶν οὔλων πόνου.</p><p>[Ἄλλη μυλικὴ αὐθωρὸν παύουσα.] ♃ Πεπέρεως, πυρέθρου, <lb/>τιθυμάλλου
                            ὀποῦ, χαλβάνης ἀνὰ δραχ. α΄. λεάνας ἀναλάμβανε <lb/>τῇ χαλβάνῃ καὶ
                            ἐντίθει εἰς τὸ βρῶμα. ἄλλη. ♃ <lb/>πεπέρεως ὀβολὸν α΄ S". κόκκου κνιδίου
                            τὸ ἴσον, χαλβάνης <lb/>δραχ. α΄ S". ἀφρονίτρου ὀβολοὺς δύο, κρόκου
                            ὀβολὸν α΄ S". <lb/>ἴρεως ξηρᾶς ὀβολὸν α΄ S". ῥόδων ἁπαλῶν δραχ. (S'').
                            τρίψας, <lb/>μέλιτι ἀναλάμβανε καὶ ἐμπλαστρῶδες ποιήσας ἔμπλασσε τὴν
                            <lb/>μύλην.</p><pb n="12.883"/><p>[Πρὸς βεβρωμένην μύλην.] Μελάνθιον φώξας καὶ τρίψας <lb/>μετ’ ὄξους
                            δριμέος κατάπλασσε τὸ βρῶμα τῆς μύλης <lb/>καὶ οὐκ ἔτι βρωθήσεται, ἀλλὰ
                            μένει οἷόν ἐστιν. οἱ δὲ καὶ <lb/>νίτρου δραχ. α΄. μετ’ ὄξους δριμέος.
                            πρὸς τὸ αὐτό. ♃ καστορίου, <lb/>πυρέθρου ὀπτοῦ, χαλβάνης ἴσον ἑκάστου
                            μίξας ἐντίθει.</p><p>[Πρὸς μύλην ἀπόνως ἆραι.] ♃ Ἀλεύρου ἐρεβίνθου <lb/>καθαροῦ δραχ. β΄.
                            φυράσας ὀπῷ τιθυμάλλου, ἐπίθες ἐπὶ τὸν <lb/>ὀδόντα καὶ ἐπάνω κισσοῦ
                            φύλλα καὶ ἐάσας ὥραν αἶρε καὶ <lb/>αὐτομάτως θρυβήσεται. ποιεῖ τοῦτο καὶ
                            πρὸς βεβρωμένους, <lb/>κηρωτὴν δ’ ἐπὶ τῆς χρείας μαλάξας περιτίθει.</p><p>[Ἄλλο, ὥστε τοῖς δακτύλοις ἆραι τὸν ὀδόντα, περικαθάρας <lb/>καλῶς.] ♃
                            Σώρεως, κηκίδος ὀμφακίνης, σταφίδος <lb/>ἀγρίας, στυπτηρίας σχιστῆς,
                            θείου ἀπύρου, πεπέρεως μακροῦ, <lb/>λεῖα ποιήσας, κεδρίᾳ μίσγων λέαινε
                            καὶ κηρὸν τήξας <lb/>καλῶς περίχρισον τὸν ὀδόντα. <milestone unit="ed2page" n="484"/>ἐκβάλλει δὲ αὐτοὺς καὶ <lb/>πύρεθρον καὶ
                            τιθυμάλλου μυρσινίτου ὀπὸς μετὰ ἀλεύρου <lb/>ὀροβίνου, ὥστε στεατώδη
                            γενέσθαι καταπλασθείς. ἢ πύρεθρον <pb n="12.884"/> ἡμέραις μ΄. βραχὲν ὄξει
                            καὶ περιπλαττόμενον τῷ ὀδόντι. <lb/>ἄλλο πρὸς τοὺς τετρημένους. ♃
                            Καστορίου, πυρέθρου, <lb/>ὀπίου, χαλβάνης ἴσον ἑκάστου μίξας
                            ἐντίθει.</p><p>[Περὶ ὀδοντοτριμμάτων συνθέσεως, οἷς χρῶμαι.] Ἔνια <lb/>τῶν ὑπ’ ἐμοῦ
                            συντεθέντων ὀδοντοτριμμάτων τῇ πείρᾳ δοκιμασθέντα <lb/>καὶ φανέντα
                            γενναίαν ἔχειν ἐνέργειαν, ἄξια γραφῆς <lb/>ἔδοξεν εἶναί μοι, καὶ πρῶτόν
                            γε τὰς ψυχρὰς διαθέσεις <lb/>τῶν ὀδόντων ἰωμένων, ἐάν τε διὰ ψυχροῦ
                            πόσιν ὕδατος ἄμετρον <lb/>ἢ τῶν ὑπὸ χιόνος ψυχθεισῶν ὀπωρῶν ἤ τινων
                            ἐδεσμάτων <lb/>ἢ πομάτων ὦσι γεγονυῖαι καὶ πρὸς τούτοις, ἐὰν διὰ
                            <lb/>χυμὸν ψυχρὸν ἐκ τῆς κεφαλῆς εἰς αὐτοὺς καταῤῥέοντα. τούς <lb/>μὲν
                            οὖν διὰ χυμὸν ἐψυγμένους μεγάλως ὀνίνησιν ὁ ἀποφλεγματισμός. <lb/>ὅπως
                            δὲ δεῖ ποιεῖν τοῦτον, καθ’ ἕτερον κεφάλαιον <lb/>ἰδίᾳ γεγραμμένον ἔχεις.
                            τοὺς δὲ ἄνευ χυμοῦ διὰ <lb/>μόνου τοῦ νῦν εἰρημένου φαρμάκου θεραπεύειν
                            προσήκει, <lb/>χρῆσθαί τε αὐτῷ καὶ μετὰ τὸν ἀποφλεγματισμὸν ἄμεινόν
                            <lb/>ἐστιν, ὅπως ἐκκενώσῃς μὴ μόνον τὸν βλάπτοντα χυμὸν, ἀλλὰ <lb/>καὶ
                            τὴν ὑπ’ αὐτοῦ γεννωμένην διάθεσιν ἐκθεραπεύσῃς. ἡ δὲ <pb n="12.885"/>
                            σύνθεσις τοῦ φαρμάκου τῷδε τῷ τρόπῳ γίνεται. λαβὼν <lb/>δύο βοτάνας, ὧν
                            ἡ μὲν σιδηρῖτις, ἡ δὲ περδικίας ὀνομάζεται, <lb/>ξήρανον ἐν οἴκῳ ἀτρέμα
                            χωρὶς ἡλίου προσβολῆς, ὡς μήτε <lb/>ὑγρὰς ἔτι μήτε ξηρὰς εἶναι, καὶ
                            καῦσον εἰς τοσοῦτον, ὡς <lb/>ὅτε πρῶτον ἐπιτήδειοι γένοιντο κοπῆναι καὶ
                            διατμηθῆναι <lb/>παύσασθαι καίοντα. διαφθείρεται γὰρ ἡ δύναμις αὐτῶν
                            ἐπιπλέον <lb/>καυθεισῶν. ἐν ἑτέρῳ δὲ χυτριδίῳ καυθήτωσαν ἅλες
                            <lb/>ὀρυκτοὶ μετὰ σχιστῆς στυπτηρίας Ἀττικῷ μέλιτι φυραθέντες, <lb/>εἶτα
                            μετὰ τῶν ἄλλων ταῦτα μιχθέντα κοπτέσθωσαν καὶ <lb/>διασησθέντα καλῶς
                            λεπτῷ κοσκίνῳ, πάλιν ἐν θυΐᾳ τριβέσθωσαν, <lb/>βέλτιον γὰρ ἔσται τὸ
                            φάρμακον εἰς ὅσον ἂν ἀκριβέστερον <lb/>λειωθῇ. χρῆσθαι δὲ αὐτῷ δεῖ,
                            μόνους τοὺς ὀδόντας <lb/>τρίβοντας χωρὶς τῶν περικειμένων οὔλων, εἰ μὴ
                            τύχοι <lb/>ταῦτα ὄντα πλαδαρὰ, ξηραντικὴν γὰρ ἔχον δύναμιν τὸ φάρμακον.
                            <lb/>ἐπιτήδειον μέν ἐστιν τοῖς ὑγροῖς οὔλοις, ἐναντίον δὲ <lb/>τοῖς
                            ξηροῖς, τὰς μέντοι μετὰ τὰ οὖλα ῥίζας τῶν ὀδόντων <lb/>ἀνατρίβειν αὐτῷ
                            χρὴ, καθάπερ γε καὶ αὐτοὺς τοὺς ὀδόντας. <lb/>ἡ δὲ τῶν μιγνυμένων εἰς
                            τὴν σύνθεσιν τοῦ φαρμάκου συμμετρία <pb n="12.886"/> τοιαύτη ἐστὶ, τῶν μὲν
                            βοτανῶν μετὰ τὸ καυθῆναι <lb/>δραχ. ιστ΄. τῶν δὲ ἁλῶν τῶν μετὰ τῆς
                            στυπτηρίας καυθέντων <lb/>δραχ. ια΄. ἔστω δὲ τῶν μὲν βοτανῶν ἴσος
                            ἑκατέρας σταθμὸς <lb/>μιγνύμενος πρὶν καυθῆναι. οἱ δὲ ἅλες τετραπλάσιοι
                            <lb/>τῷ σταθμῷ τῆς στυπτηρίας ἔστωσαν, τῶν δὲ ἄλλων μηδὲν <lb/>καέσθω.
                            ξηρὰ δ’ ἐμβαλλέσθω κατὰ τὴν ὑπογεγραμμένην συμμετρίαν. <lb/>♃ ὀριγάνου
                            κόμης δραχ. β΄. πεπέρεως δραχ. θ΄. ἐν ἄλλῳ <lb/>δραχ. β΄. πυρέθρου δραχ.
                            β΄. κόστου δραχ. γ΄. σελίνου σπέρματος <lb/>δραχ. γ΄. ἴρεως Ἰλλυρικῆς
                            δραχ. ε΄. ἡδυόσμου ξηροῦ δραχ. β΄. κέρατος <lb/>ἐλαφείου ἢ αἰγείου
                            κεκαυμένου δραχ. β΄. σεσέλεως, ὑσσώπου <lb/>ἀνὰ δραχ. β΄. ἐὰν εὐῶδες
                            αὐτὸ βουληθῇς εἶναι, κασσίας ἢ ἀμώμου <lb/>μίξας δραχ. β΄. εἰ δὲ βασιλεῖ
                            σκευάσεις, ἐμβαλεῖς κινναμώμου <lb/>δραχ. α΄.</p><p><milestone unit="ed1page" n="236"/>[Πρὸς τοὺς σειομένους ὀδόντας ᾧ
                            χρῶμαι.] ♃ <lb/>Καλλιτρίχου καρποῦ λίτραν α΄. στυπτηρίας σχιστῆς καὶ
                            <lb/>στρογγύλης ἀνὰ γο γ΄. ναρδοστάχυος γο β΄. μαλαβάθρου φύλλων <lb/>γο
                            α΄. πεπέρεως λευκοῦ γο α΄. πυρέθρου δραχ. ε΄. κόψας <lb/>καὶ λειώσας
                            ὁμοῦ πάντα παράπτου τῶν οὔλων, ἄχρι τῶν <lb/>ῥιζῶν τῶν ὀδόντων.</p><pb n="12.887"/><p><milestone unit="ed2page" n="485"/>[Τὸ Τιμοκράτους ὀδοντότριμμα. πρὸς
                            οὖλα πλαδῶντα, <lb/>μυδῶντα αἱμασσόμενα, σειομένους ὀδόντας, κινουμένας
                            <lb/>μύλας, ὀζαίνας, σηπεδόνας, παρουλίδας καὶ πάντα τὰ ἐν τῷ
                            <lb/>στόματι καὶ ὀδονταλγίας.] Λαβὼν τῆς περδικίας βοτάνης μόδιον
                            <lb/>Ἰταλικὸν, ἐν ἄλλῳ μνᾶν, ἁλῶν λευκῶν καὶ λεπτῶν ξεστ. α΄.
                            <lb/>μέλιτος ἑξάγειον α΄. κόψον, ὡς γενέσθαι μάζαν ψαφαρωτέραν,
                            <lb/>εἶτα ἐμβαλὼν εἰς χύτραν καινὴν περίπλασον πηλῷ κεραμικῷ. <lb/>τὸ δὲ
                            πῶμα ἡρμοσμένον, κατὰ μέσον τρῆμα ἔχον, δι’ οὗ κινείσθω <lb/>ῥάβδῳ ἐξ
                            ἀνθρακιᾶς. ὠπτημένῳ, ἕως οὗ μήτε καπνῶδες <lb/>μήτε ἀτμῶδες ἀναφέρηται,
                            εἶτα ἄρας ἀπὸ τοῦ πυρὸς καὶ <lb/>ψύξας λάμβανε ἐπ’ αὐτοῦ δραχ. ιδ΄.
                            πεπέρεως λευκοῦ δραχ. ε΄. <lb/>πεπέρεως μέλανος δραχ. στ΄. πυρέθρου
                            δραχ. στ΄. στυπτηρίας σχιστῆς <lb/>κεκαυμένης καὶ ἐσβεσμένης οἴνῳ
                            αὐστηρῷ δραχ. β΄. κισσήρεως, <lb/>σμύρνης, ὑσσώπου, σελίνου σπέρματος,
                            γλήχωνος ἀνὰ <lb/>γο β΄. ἡδυόσμου, ἴρεως Ἰλλυρικῆς, ἀνὰ δραχ. γ΄. ταῦτα
                            προξηράνας <lb/>ἐν ἡλίῳ, κόπτε, σῆθε καὶ μίγνυε τῷ ἐκ τῆς χύτρας
                            <lb/>προλελειωμένῳ. ἄλλο. ♃ περδικίου προσφάτου δραχ. ι΄. μέλιτος <pb n="888"/> δραχ. δ΄. στυπτηρίας σχιστῆς δραχ. δ΄. ἴρεως Ἰλλυρικῆς
                            δραχ. δ΄. <lb/>πεπέρεως λευκοῦ δραχ. η΄. μέλανος δραχ. γ΄. κισσήρεως
                            δραχ. β΄. σμύρνης <lb/>δραχ. γ΄. πυρέθρου δραχ. β΄. ἡδυόσμου ξηροῦ δραχ.
                            γ΄. ὑσσώπου <lb/>δραχ. β΄. γλήχωνος δραχ. β΄. σελίνου σπέρματος δραχ.
                            β΄. σιδηρίτιδος <lb/>βοτάνης δραχ. γ΄. ἁλῶν ὀρυκτῶν δραχ. ιδ΄. τὴν
                            περδίκιον καὶ τὴν <lb/>σιδηρίτιδα καὶ τὸ μέλι καὶ τοὺς ἅλας φυράσας
                            καῦσον, τὴν <lb/>δὲ σχιστὴν ἰδίᾳ καύσας οἴνῳ σβέσον, εἶτα ὁμοῦ πάντα
                            κόψας <lb/>χρῶ. ἄλλο. ♃ ἁλῶν ὀπτῶν διὰ μέλιτος τῶν μετὰ τοῦ
                            <lb/>περδικίου δραχ. ιδ΄. στυπτηρίας σχιστῆς, ὀπτῆς, ἐσβεσμένης οἴνῳ
                            <lb/>αὐστηρῷ, ἴρεως Ἰλλυρικῆς ἀνὰ δραχ. δ΄. ἑλξίνης, σμύρνης, ἡδυόσμου
                            <lb/>ξηροῦ ἀνὰ δραχ. γ΄. γλήχωνος ξηρᾶς, κισσήρεως, πυρέθρου,
                            <lb/>ὑσσώπου, σελίνου σπέρματος ἀνὰ δραχ. β΄. φύλλου <lb/>μαλαβάθρου
                            δραχ. β΄. πεπέρεως λευκοῦ δραχ. ε΄. μέλανος δραχ. στ΄. <lb/>κόψας, σήσας
                            χρῶ. ἄλλο. ♃ ἁλῶν ὀπτῶν διὰ τοῦ μέλιτος <lb/>τῶν μετὰ τοῦ περδικίου
                            δραχ. ιδ΄. γλήχωνος δραχ. β΄. στυπτηρίας <lb/>σχιστῆς, ὀπτῆς καὶ
                            ἐσβεσμένης οἴνῳ αὐστηρῷ δραχ. δ΄. <lb/>ἴρεως Ἰλλυρικῆς δραχ. δ΄.
                            πεπέρεως λευκοῦ δραχ. ε΄. καὶ μέλανος <lb/>δραχ. στ΄. κισσήρεως δραχ.
                            β΄. σμύρνης δραχ. γ΄. ἡδυόσμου δραχ. γ΄. πυρέθρου <lb/>δραχ. β΄. ὑσσώπου
                            δραχ. β΄. σελίνου σπέρματος δραχ. β΄. οἱ <pb n="12.889"/> ἅλες πεπλυμένοι
                            μέλιτι καλῶς φυρῶνται, τριβέντες καὶ ἐντεθέντες <lb/>εἰς χύτραν καινήν·
                            ἔπειτα δεῖ τὸ περδίκιον ἐπιτιθέναι <lb/>μεταξὺ τῶν ἁλῶν αὐτοῦ
                            ἐνσπειρομένων, ἔπειτα δὲ <lb/>ἐπιτιθέντος ἐπιτιθέντος περιπλάσσεται πηλῷ
                            καὶ ἐν τῷ κλιβάνῳ <lb/>ὀπτᾶται, ἐξαιρεθέντα δὲ τρίβεται συντριβομένων
                            τῶν <lb/>ἁλῶν, πάνυ δὲ λείοις χρῆσθαι.</p><p>[Σμῆγμα ὀδόντων, ἵνα λευκοὶ ὦσι καὶ εὐώδεις καὶ ἵνα <lb/>μὴ
                            διαβιβρώσκωνται.] ♃ Νίτρου γο α΄. σηπίας ὀστράκου <lb/>γο α΄. σμύρνης γο
                            α΄. λείοις χρῶ. ὀδοντότριμμα κάλλιστον. <lb/>♃ στυπτηρίας σχιστῆς γο
                            στ΄. μαστίχης γο α΄. ῥόδων κόμης <lb/>γο γ΄. ἴρεως γο δ΄. λείοις χρῶ καὶ
                            ὕδατι χλιαρῷ <lb/>διακλύζου.</p><p>[Τὸ Δαμοκράτους ἐγγραφόμενον ὀδοντότριμμα.] Πυθικοῦ <lb/>λεγόμενόν τι
                            βιβλίδιον εἶναι μικρὸν, ὁ Δαμοκράτης <lb/>ἐπέγραψε Πυθικὸν, ἀπὸ τοῦ
                            δόντος αὐτῷ τὰς τῶν στοματικῶν <lb/>φαρμάκων συνθέσεις ὀνομάσας οὕτω, ἐν
                            ᾧ κατὰ τὸ <lb/>τέλος καὶ ταῦτα γέγραπται·</p><pb n="12.890"/><lg><l>Ὀδοντοτρίμμασιν δὲ τούτοις χρώμενος</l><l>Λευκοὺς τηρήσεις τοὺς ὀδόντας κᾀσινεῖς.</l><l>Τὰ πλαδαρά τε οὖλα καταστέλλεις ἅμα.</l><l>Αἴρεις δὲ καὶ τὰς τῶν στομάτων δυσωδίας,</l><l>Ποιῶν τὸ μὲν ἄκρως λευκὸν οὕτω σκευάσας,</l><l><milestone unit="ed2page" n="486"/>Κέρατος ἐλαφείου τετράκις
                                κεκαυμένου</l><l>Λίτρας τέσσαρας, ἁλὸς λίτραν α΄.</l></lg><p>Ἐν ἄλλῳ δ’ εὗρον οὕτω.</p><lg><l>Κέρατος ἐλαφείου κεκαυμένου τετράκις</l><l>Λίτρας S. ἁλὸς γο διπλᾶς,</l><l>Ἀμμωνιακοῦ ξηροῦ τε καὶ μὴ τοῦ πικροῦ,</l><l>Χόνδρου τε λίτραν α΄. μαστίχης Χίας λίτραν μίαν.</l><l>Κόστου λίτρας γο γ΄. ἢ πλεῖον βραχὺ,</l><l>Σχίνου τε λευκῆς ταὐτὸ καὶ λευκοῦ πεπέρεως</l><l>γο α΄. φύλλου μαλαβάθρου γο β΄.</l><l>Κόψας ἐν ὅλμῳ πάντα καὶ σήσας ἅμα</l><l>Χρῆσθαι κελεύσεις, ὡς φράσω μετ’ οὐ πολύ.</l><l>Εἰ δὲ θελήσεις αὐτὸ σκευάσαι ποτὲ</l><pb n="12.891"/><l>Πρὸς φλεγμονὴν οὔλων καὶ τραύματα ἔχοντα,</l><l>Σαρκῶν ἐπιφύσεις τετυλωμένας, σχιστῆς</l><l>Προσέμβαλε στυπτηρίας λίτραν μίαν.</l><l>Ἄλλο Δαμοκράτους ὀδοντότριμμα.</l><l>Τὸ δὲ μᾶλλον οὕτω γενέσθαι δυνάμενον,</l><l>Μετὰ εὐχερείας καὶ τὸ συμφέρον πολὺ</l><l>Ἔχον, μετά τινος ἡδονῆς τῶν χρωμένων.</l><l>Χλωρὰν ἐπὶ πολὺ, τὴν σιδηρῖτιν πόαν,</l><l>Εἰς λοπάδα καινὴν εὐμεγέθη πολλὴν ἐμβαλὼν,</l><l>Κριθῆς παράμισγε τὸ μέτριον τῆς προσφάτου,</l><l>Κᾆτα θές γε ἐπ’ αὐτῆς τῆς πόας δεσμίδιον,</l><l>Ἅλας περίπασσε, εἶτα τῆς πόας πάλιν,</l><l>Εἶτα κριθὴν πάλιν, εἶτα τοῦτο πολλάκις</l><l>Ποιῶν, ἀποπλήρου τὸ πᾶν κύτος τῆς λοπάδος.</l><l>Ἄνωθεν δὲ ἱκανὸν τῆς πόας τιθεὶς πάλιν,</l><l>Εἰς ἴπνον ἔχοντα θερμασίαν ἢ κλιβάνῳ</l><l>Θεῖναι κέλευσον νύκτα ὅλην ἵνα ἐκφρυγῇ,</l><l>Μᾶλλον δ’ ἵνα ἐκκαῇ καὶ δυνηθῇ ῥᾳδίως</l><pb n="12.892"/><l>Λεῖον γενέσθαι καὶ διελθεῖν κοσκίνῳ.</l><l>Εὐωδίας δὲ χάριν πρόσβαλλε βραχὺ</l><l>Λευκοῦ πεπέρεως καὶ λιβάνου μὴ πολύ.</l><l>Σχίνου δὲ πλεῖον καὶ κυπείρου τῆς καλῆς.</l><l>Ταῦτα ἀφαιρῶν πάντα καταμίσγεις μόνον,</l><l>Χίας πολὺ πλέον, μαστίχης ξηρᾶς πάνυ</l><l>Διδόναι χρὴ τοῖς θέλουσι εἰς ἑσπέραν.</l><l>Ὄρθρου δὲ πάλιν τοῖς καθαρίοις ἀνδράσιν,</l><l>Ἐπὶ διακλύζεσθαι μετὰ φάρμακα κράματι,</l><l>Πρόσταττε χρῆσθαι καὶ μάλιστ’ εἰς ἑσπέραν.</l><l>Ὄρθρου δ’ ὀξυμέλιτος εὖ κεκραμένου,</l><l>Μάλιστα πρὸς τὰς τῶν στομάτων δυσωδίας.</l></lg><p><milestone unit="ed1page" n="237"/>[Παρὰ Αὐρηλίου.] Στυπτηρίας καύσας
                            ἐπὶ μύακος <lb/>χαλκοῦ καὶ ὀστράκου, κατασβέννυε οἴνῳ αὐστηρῷ, ἀπὸ
                            <lb/>ταύτης λάβε γο θ΄. μαστίχης γο στ΄. λιβάνου γο α΄. φύλλου
                            <lb/>δραχ. δ΄. κυπέρου δραχ. δ΄. καὶ χρῶ. ἄλλη ᾗ χρῶμαι. ♃ κέρατος
                            <lb/>ἐλαφείου κεκαυμένου δραχ. β΄. μαρμάρου γο α΄. ὀριγάνου δραχ. δ΄.
                            <lb/>χρῶ.</p><pb n="12.893"/><p>[Περὶ φαρμάκου συνθέσεως προφυλακτικοῦ ὀδόντων.] <lb/>♃ Τραγοριγάνου
                            δραχ. β΄. ὑσσώπου δραχ. δ΄. περδικίου βοτάνης, <lb/>τῆς τιβερίας
                            ἀναδευθείσης μέλιτι καὶ ἅλατι λεπτῷ καὶ καυθείσης <lb/>ἐν χύτρᾳ ὡς
                            ἀνθρακωθῆναι γο γ΄. πεπέρεως δραχ. δ΄. <lb/>κόψας, σήσας, τούτῳ χρώμενος
                            ἀπόθου, οὔτε ἀλγήσονται <lb/>ὀδόντες οὔτε τμηθήσονται οὔτε παρουλίδες
                            αἱμαχθήσονται <lb/>οὔτε ὑπερσαρκώσουσιν οὔτε ῥευματισθήσονται, ἕξεις δὲ
                            εὐῶδες <lb/>τὸ στόμα καὶ λαμπροὺς τοὺς ὀδόντας. τινὲς δὲ ταρίχους
                            <lb/>καύσαντες ἐν χύτρᾳ προσβάλλουσι τῷ φαρμάκῳ ἢ κύβιον. <lb/>κατ’
                            ἰδίαν γὰρ ἐάν τις χρήσηται τῇ σποδιᾷ, οὐκ ἀλγήσει. </p></div></div><pb n="12.894"/><div type="textpart" subtype="book" n="6"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΣΥΝΘΕΣΕΩΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ <lb/>ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΥΣ ΒΙΒΛΙΟΝ Ζ.</head><p>Ἀληθὴς μὲν ἀμέλει καὶ ὁ λεγόμενος ὑπὸ <lb/>τῶν πλείστων τεχνιτῶν ἐστι
                            λόγος, ὡς οὐκ ἴσον οὐδ’ <lb/>ὅμοιον εἴη παρὰ ζώσης φωνῆς μαθεῖν ἢ ἐκ
                            συγγράμματος <lb/>ἀναλέξασθαι. τοῖς γε μὴν φιλοπόνοις καὶ φύσει συνετοῖς
                            <lb/>οὐχ ἡ τυχοῦσα πολλάκις ὠφέλεια γίνεται βιβλίοις ἐντυγχάνουσι
                            <lb/>σαφῶς γεγραμμένοις. ἐπιστάμενος οὖν κᾀγὼ πρώτοις <lb/>μὲν τοῖς
                            ἑταίροις, ὅσοι καὶ διὰ τῶν ἔργων ἔγνωσαν ὁπόσην <pb n="12.895"/> ἔχει
                            δύναμιν ἡ λογικὴ μέθοδος εἰς εὐπορίαν φαρμάκων, οὐ <lb/>σμικρὸν ὄφελος
                            ἐκ τῆσδε τῆς πραγματείας ἔσεσθαι, βουλόμενος <lb/>δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις
                            βοηθεῖν, ὅσοι κάμνειν ἐπὶ τοῖς καλλίστοις <lb/>οὐκ ὀκνοῦσιν, τὴν τοῦ
                            λόγου τοῦδε διέξοδον ἐνεστησάμην, <lb/>οὐκ ἐσπευμένην οὐδὲ σύντομον ἐν
                            αὐτῇ τὴν διδασκαλίαν <lb/>ποιούμενος, ἀλλ’ ἐκτεταμένην τε καὶ
                            μακροτέραν, <lb/>ὁποίαν διὰ τῶν ἄνευ γραφῆς λόγων ἑκάστοτε πρὸς τοὺς
                            <lb/>ἑταίρους εἴωθα ποιεῖσθαι. διαφέρει γὰρ ἡ λογικὴ τῶν βοηθημάτων
                            <lb/>εὕρεσις τῆς ἐμπειρικῆς, ὡς καὶ πρόσθεν ἤδη μοι κατὰ <lb/>τὸν τῶν
                            νευροτρώτων λόγον εἴρηται, τῇ καθόλου γνώσει τῆς <lb/>δυνάμεως τῶν
                            φαρμάκων, οἷς χρῆσθαι προσήκει καθ’ ἕκαστον <lb/>τῶν παθῶν. ἐπὶ γοῦν τῶν
                            στοματικῶν ὀνομαζομένων <lb/>φαρμάκων, ὁποῖόν ἐστι τὸ διὰ τῶν μόρων
                            ἅπασι γινωσκόμενον, <lb/>ὁ πρῶτος σκοπὸς τῆς ἰάσεως ἐστὶ κοινὸς ἁπάντων
                            <lb/>τῶν φλεγμαινόντων μορίων, εἶθ’ ἑξῆς ὁ δεύτερος, ἴδιος ἐξ <lb/>αὐτοῦ
                            θεραπευομένου. τίς οὖν ἡ τῶν φλεγμαινόντων ἐστὶ <lb/>διάθεσις ἐγνῶσθαι
                            χρὴ πρότερον, εἰ μέλλοιμεν ἐξ αὐτῆς ἔνδειξίν <pb n="12.896"/> τινα τῶν
                            βοηθημάτων λήψεσθαι. προμεμαθήκαμεν δὲ <lb/>καὶ προαποδεδειγμένον
                            ἔχομεν, ἐξ ἐπιῤῥοῆς αἵματος θερμοῦ <lb/>γίνεσθαι τὰς φλεγμονάς. ἐμάθομεν
                            δὲ καὶ ὡς τὸ ἐπιῤῥεον <lb/>τοῦτο κατ’ ἀρχὰς μὲν ἀναστεῖλαί τε καὶ
                            ἀποκρούσασθαι <lb/>προσήκει, πλὴν εἰ παλινδρομήσει ἐπί τι κύριον μόριον,
                                <milestone unit="ed2page" n="488"/>
                            <lb/>ἕτερόν τι μεῖζον ἐργάζεσθαι πολὺ κακόν. ἀλλ’ οὐ νῦν ἐστι <lb/>χρεία
                            τῶν τοιούτων διορισμῶν, ὡς μεμνημένων γὰρ ἡμῶν <lb/>ὅπως χρὴ τὸ σύμπαν
                            σῶμα προπαρασκευάζειν εἰς τὴν κατὰ <lb/>τὸ μόριον ὁτιοῦν συνισταμένων
                            παθῶν ἴασιν, ἐπὶ τὸ προκείμενον <lb/>ἀφίξομαι. καὶ γὰρ φλεβοτομίᾳ
                            χρώμεθα καὶ καθάρσει <lb/>καὶ κλυστῆρσι καὶ ἀσιτίαις, ὅταν ἡμῖν τὸ πᾶν
                            σῶμα <lb/>φαίνηται πληθωρικὸν ἢ κακόχυμον ὑπάρχον. εἰ δὲ μηδέτερον
                            <lb/>εἴη τούτων, ἐπὶ τὴν διὰ τῶν τοπικῶν ἴασιν εὐθέως <lb/>ἀφικνούμεθα.
                            πῶς οὖν εὑρίσκειν αὐτὰ χρὴ τὸν μέλλοντα <lb/>καλῶς ἰᾶσθαι τὰς ἐν τῷ
                            στόματι φλεγμονάς; ὁ γάρτοι λόγος <lb/>οὕτως εὐθέως σε διδάσκει, καὶ πῶς
                            δεῖ τοῖς εὑρημένοις χρήσασθαι <lb/>προσηκόντως ἑωρακότας δὲ τοὺς
                            ἑταίρους πολλάκις <lb/>ἀναμιμνήσκω τοῖς τῶν καλεσάντων ἰατρῶν εἰς
                            συμβουλήν με <pb n="12.897"/> φαρμάκοις θεραπεύσαντα τὰς διαθέσεις, ὧν
                            ἕνεκεν ἐκλήθην. <lb/>ἀδύνατον γάρ ἐστι καλῶς χρῆσθαι φαρμάκῳ μὴ
                            γινώσκοντα <lb/>τὴν δύναμιν αὐτοῦ, καθ’ ἣν ἐνεργοῦν ὠφελεῖ. κατὰ τὸν οὖν
                            <lb/>αὐτὸν τρόπον ἐπὶ τῶν ἐν τῷ στόματι συνισταμένων φλεγμονῶν <lb/>ὁ
                            κοινὸς σκοπὸς ἁπασῶν αὐτῶν, ἐὰν προσλάβῃ τὴν <lb/>ἐκ τῆς τοῦ μορίου
                            φύσεως ἔνδειξιν, εὑρήσει πρῶτον μὲν τὸ <lb/>γένος τῶν φαρμάκων οἷς
                            χρῆσθαι προσήκει, εἶτα ἑξῆς τὰς <lb/>κατὰ μέρος ἐν αὐτοῖς διαφορὰς, ἐάν
                            γε προγινώσκῃ τῶν <lb/>ἁπλῶν φαρμάκων τὴν δύναμιν, ὡς ἤδη πολλάκις
                            ἐδείχθη. <lb/>τὸ μὲν οὖν γένος τῶν ἀποκρουστικῶν φαρμάκων ἐπὶ τῶν
                            <lb/>ἀρχομένων φλεγμονῶν ἐν τῇ τῶν ψυχόντων ἐστὶν ὕλῃ. τούτων <lb/>δὲ
                            αὐτῶν διττῶν ὄντων, ὡς ἐμάθομεν, ὅσα στύφειν <lb/>πέφυκεν, ἐναργεστέραν
                            ἔχει τὴν δύναμιν εἰς τὸ θᾶττον ἀποκρούσασθαι <lb/>τὸ ἐπιῤῥέον, ὑπάρχει
                            δ’ εὐθέως αὐτοῖς καὶ τὸ <lb/>συνάγειν καὶ πυκνοῦν τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ
                            σώματος, ᾧ προσάγεται. <lb/>κοινὸς μὲν οὖν ὁ σκοπὸς οὗτός ἐστι τῆς τῶν
                            ἀρχομένων <lb/>φλεγμονῶν κωλύσεως ἀπὸ τοῦ πάθους ἐνδεικτικῶς <pb n="898"/> εὑρημένος. ὁ δὲ ἀπὸ τῆς τοῦ θεραπευομένου μορίου φύσεως <lb/>αὐτῷ
                            προσέρχεται, γινωσκόντων ἡμῶν ἀραιοτέραν εἶναι καὶ <lb/>μαλακωτέραν τὴν
                            ἐπιφάνειαν τοῦ κατὰ τὸ στόμα χιτῶνος, <lb/>οὐ σμικρῷ τῆς τοῦ περιέχοντος
                            ὅλον τὸ σῶμα δέρματος. <lb/>ὑπάρχει δέ τι καὶ ἄλλο τοῖς κατὰ τὸ στόμα
                            μορίοις διττὸν, <lb/>οὐχ ὑπάρχον τῷ δέρματι. τῆς τε γὰρ ἀηδίας τῶν
                            προσαγομένων <lb/>αἰσθάνεται φαρμάκων, ὑποκειμένους τε δύο πόρους
                            <lb/>ἔχει, δι’ ὧν εἴς τε τὴν γαστέρα καὶ τὸν πνεύμονα καταῤῥυῆναί
                            <lb/>τι δύναται τῶν στοματικῶν φαρμάκων, ὁποῖόν ἐστι <lb/>καὶ τὸ διὰ
                            χαλκάνθου. καί τις ἰατρὸς οὔτε ἀσύνετος οὔτε <lb/>ἄπειρος φαρμάκων
                            δυνάμεως μίξας τοῦτο τῷ στοματικῷ <lb/>πολὺ μὲν ἰσχυρότερον εἰργάσατο,
                            βλάπτων δὲ ἱκανῶς, ὁπότε <lb/>παρεῤῥύη τι πρὸς τὸν στόμαχον ἢ τὸν
                            λάρυγγα καὶ ταῦτα <lb/>μὲν εὐθέως αὐτὰ καὶ δι’ αὐτῶν δὲ τὴν γαστέρα τε
                            καὶ τὴν <lb/>τραχεῖαν ἀρτηρίαν καὶ τὸν πνεύμονα. συνυπάρχει δὲ τῷ
                            φαρμάκῳ <lb/>καὶ ἡ κατὰ τὴν γεῦσιν ἀηδία, κατά τε τὴν χρῆσιν <lb/>αὐτὴν
                            ἀνιῶσα καὶ παραμένουσα δι’ ὅλης ἡμέρας, ὡς κᾀν ﻿<pb n="12.899"/> ταῖς
                            ἐδωδαῖς εἶναι λυπηράν. τοῖς οὖν οὕτως ἰσχυροῖς τε ἅμα <lb/>καί τινα
                            δηλητηρίαν ἔχουσι δύναμιν οὐ προσήκει χρῆσθαι <lb/>θεραπεύοντι τὰς ἐν τῷ
                            στόματι διαθέσεις ἄνευ μεγάλης ἀνάγκης. <lb/>οὐ γὰρ περὶ φλεγμονῶν μόνον
                            εἰρῆσθαι χρὴ νομίζειν <lb/>τὸν λόγον, ὅτι μηδ’ ἐκ τῆς τούτων ἐνδείξεως
                            εὕρομεν αὐτὸν, <lb/>ἀλλὰ κοινὸν εἶναι πάντων τῶν κατὰ τὸ στόμα τὴν
                            ἔνδειξιν <lb/>ἐκ τῆς φύσεως τοῦ μορίου ἐσχηκότα. ταῦτ’ οὖν ἐννοήσας
                            <lb/>ὁ τὸ διὰ χυλοῦ τῶν συκαμίνων φάρμακον συνθεὶς, πρῶτον <lb/>μὲν
                            ἕψησεν αὐτὸ μετὰ μέλιτος, ὅπως ἀποκείμενον <milestone unit="ed2page" n="489"/>
                            <lb/>ἕτοιμον ἔχοι καθ’ ὅλον τὸν ἐνιαυτὸν, οὐ μόνον ἐκείνῳ τῷ <lb/>καιρῷ,
                            καθ’ ὃν ἐκθλίψαντα τὴν ὀπώραν ἔστι τῷ χυλῷ <lb/>χρῆσθαι. βελτίων
                                <milestone unit="ed1page" n="238"/>γὰρ μόνος ἐπὶ τῶν ἀρχομένων
                            φλεγμονῶν, <lb/>καί με πολλάκις οὕτως ἐπὶ τῶν τοιούτων φλεγμονῶν
                            <lb/>χρώμενον ἐθεάσασθε. διαρκέστερος δὲ ἰδίως ὁ μετὰ τοῦ <lb/>μέλιτος
                            σκευαζόμενος. ὠνόμασα δὲ αὐτὸν διαρκέστερον οὐ <lb/>μόνον ὅτι ταχέως
                            διαφθείρεται χωρὶς τῆς μετὰ τοῦ μέλιτος <lb/>ἑψήσεως ἀποτεθεὶς, ὡς
                            μηκέτι ἔχειν ἡμᾶς αὐτῷ χρῆσθαι <lb/>κατὰ τὸν ἐφεξῆς χρόνον, ἀλλὰ καὶ ὅτι
                            χρησιμώτερός ἐστιν <pb n="12.900"/> εἰς τοὺς ἑπομένους καιροὺς τῆς
                            φλεγμονῆς ἄχρι τῆς παντελοῦς <lb/>ἰάσεως. ὥσπερ γὰρ ἐν ἀρχῇ τῶν
                            ἀπωθουμένων τὸ ἐπιῤῥέον <lb/>ἐστὶ χρεία φαρμάκων, οὕτω μετὰ τὴν ἀρχὴν
                            ἄχρι τοῦ <lb/>τέλους μικτοῦ τινος ἐξ ἀμφοῖν, τοῦ τε ἀποκρουομένου καὶ
                            <lb/>τοῦ διαφοροῦντος. ἐπικρατεῖν δὲ χρὴ κατὰ μὲν τοὺς πρώτους
                            <lb/>χρόνους τὸ στῦφον, ἐπὶ δὲ τῆς τελευτῆς τὸ διαφοροῦν, ἐν <lb/>δὲ τῷ
                            μεταξὺ τὴν τούτων ἰσομοιρίαν ὑπάρχειν ἀμφοῖν. ὅταν <lb/>δὲ οἷον
                            σκιῤῥῶδές τι λείπηται τῆς φλεγμονῆς, οὐδ’ ὅλως χρὴ <lb/>μεμίχθαι τῷ
                            διαφοροῦντι τὸ στῦφον, ἐὰν κεκενωμένον εἴη <lb/>τὸ σύμπαν σῶμα, οὐ μὴν
                            οὐδὲ ἐν ἀρχῇ τῷ στύφοντι τὸ <lb/>διαφοροῦν ἄμεινόν ἐστι μιγνύειν. ὁ δὲ
                            τὸ διὰ τοῦ χυλοῦ <lb/>τῶν συκαμίνων φάρμακον συνθεὶς ὀλίγον γε φαίνεται
                            κρόκου <lb/>τε καὶ σμύρνης αὐτῷ συμμίξας, κοινὴν μὲν ἐχόντων
                            <lb/>δύναμιν τὴν πεπτικὴν τῶν φλεγμονῶν, ἰδίαν δὲ ἑκατέρου· <lb/>τοῦ μὲν
                            κρόκου τὸ στῦφον, τῆς σμύρνης δὲ τὸ θερμαίνειν <lb/>εἰς τοσοῦτον, ὡς
                            διαφορεῖν ἱκανῶς. ἐξικνεῖται γάρ τοι μέχρι <lb/>τοῦ βάθους τῶν σωμάτων ἡ
                            σμύρνα μᾶλλον τοῦ κρόκου, <pb n="12.901"/> λεπτομερῆ τὴν οὐσίαν ἔχουσα, καὶ
                            ἐκ τούτου διττὴν ὠφέλειαν <lb/>παρέχεται, συνεπαγομένη μέν πως ἅμα αὑτῇ
                            καὶ τὰς <lb/>τῶν μεμιγμένων δυνάμεις, ἐκθεραπεύουσα δὲ μέχρι τοῦ βάθους
                            <lb/>τὰ φλεγμαίνοντα. καὶ μέντοι καὶ συμπράττουσιν ἀλλήλοις <lb/>ὅ τε
                            κρόκος καὶ ἡ σμύρνη πρὸς τὴν εἰς τὸ βάθος <lb/>δίοδον, ὁ μὲν οἷον ἐπωθῶν
                            τὴν σμύρναν, ἡ δ’, ὡς ἂν εἴποι <lb/>τις, ποδηγοῦσα τὸν κρόκον. ὥσπερ γὰρ
                            ἧττον ἔχει λεπτομερῆ <lb/>τὴν οὐσίαν ὁ κρόκος τῆς σμύρνης διὰ τὴν
                            στύψιν, οὕτως ἡ <lb/>σμύρνα λεπτομερεστέραν ἔχουσα, θᾶττον μὲν εἰς τὸ
                            βάθος <lb/>διαπέμπει τὴν ἑαυτῆς δύναμιν, θᾶττον δὲ παλινδρομεῖ πρὸς
                            <lb/>τὸ δέρμα, συναναφέρουσα τὰ λεπτυνθέντα τῶν ἐν τῷ βάθει. <lb/>τοῦτο
                            οὖν αὐτῆς τὸ τάχος τῆς ἐπανόδου κωλύουσιν <lb/>αἱ τῶν στυφόντων μίξεις,
                            οὐ γὰρ δὴ μόνος ὁ κρόκος. ἔστι <lb/>γοῦν ἐν τῷ διὰ μόρων ὀνομαζομένῳ
                            φαρμάκῳ στοματικῷ <lb/>τῶν τε συκαμίνων ὁ χυλὸς, οὐκ ὀλίγην στύφουσαν
                            ἔχων <lb/>ποιότητά τε καὶ δύναμιν, ἕτερά τε τῶν ἐπιμιγνυμένων, ὅταν
                            <lb/>ἰσχυρόν τις τὸ φάρμακον γενέσθαι βουληθῇ· ταῦτ’ οὖν τὰ <pb n="902"/> στύφοντα ποδηγεῖται μὲν ὑπὸ τῆς σμύρνης, συνεπωθεῖ δ’ <lb/>ἐκείνην
                            αὐτὰ καὶ οὕτως ἀλλήλοις συμπράττει πρὸς τὸ μέχρι <lb/>πλείονος
                            ἐξικνεῖσθαι τὴν δύναμιν αὐτῶν. ἐθεάσασθε δέ με <lb/>πολλάκις τῷ διὰ
                            μόρων φαρμάκῳ κατ’ ἀρχὰς μὲν μιγνύντα <lb/>ῥοῦ χυλὸν ἢ ὄμφακος, ὃ
                            καλοῦσιν ἰδίως ὀμφάκιον. εἰ δὲ μὴ <lb/>παρείη ταῦτα, ῥόδων ἄνθος ἢ αὐτὰ
                            τὰ ῥόδα ξηρὰ βαλαύστιόν <lb/>τε καὶ κυτίνους καὶ σίδια ξηρὰ καὶ κηκίδα
                            τὴν ὀμφακῖτιν <lb/>ὀνομαζομένην, ἔτι τε τὸν τῆς πίτυος φλοιὸν καὶ τὸν
                            <lb/>τοῦ λιβανωτοῦ καὶ τὸν τῆς ὑποκυστίδος τε καὶ σχίνου χυλὸν <lb/>καὶ
                            συνελόντι φάναι τὰ στύφοντα πάντα χωρὶς τὴν <lb/>φθαρτικὴν δύναμιν
                            ἐχόντων, ἣν ὀνομάζουσι δηλητήριον, εἶδός <lb/>τι τῶν θανασίμων οὖσαν.
                            ἐμάθετε γὰρ ὡς οὐ πᾶν τὸ θανάσιμον <lb/>εὐθύς ἐστι καὶ <milestone unit="ed2page" n="490"/>δηλητήριον. ὥσπερ δὲ ἐν ἀρχῇ <lb/>τῆς
                            φλεγμονῆς ἡ τῶν τοιούτων μίξις ἰσχυρότερον ἐργάζεται <lb/>τὸ στοματικὸν
                            φάρμακον, οὕτως ὅταν στῇ τὸ ἐπιῤῥέον, οὐδενὸς <lb/>τῶν τοιούτων ἐστὶ
                            χρεία μόνον. ἀρκεῖ γὰρ τηνικαῦτα <lb/>τὸ τοῦ κρόκου τε καὶ τῆς σμύρνης
                            προσειληφὸς εἰς τὸ πέψαι <pb n="12.903"/> τὴν φλεγμονὴν, ὡς ὁπόταν γε
                            πεφθῇ, μίγνυμεν ἤδη τι καὶ <lb/>τῶν διαφορούντων, ὡς ἐθεάσασθε πολλάκις
                            ἐμβάλλοντά με <lb/>τὸν ἀφρὸν τοῦ νίτρου καί ποτε καὶ αὐτὸ τὸ νίτρον,
                            ὅσον <lb/>ἐστὶ λεπτομερὲς, ὀνομαζόμενον ὑπὸ πάντων ἤδη βερενίκιον,
                            <lb/>ἔτι τε πρὸς τοῦτο καὶ θεῖον ὃ καλοῦσιν ἄπυρον, ἐνίοτε δὲ
                            <lb/>σίρον. ἐναφεψημένου αὐτῷ ποτὲ μὲν ὀριγάνου, ποτὲ δὲ <lb/>ὑσσώπου,
                            ποτὲ δὲ ἄλλου τινὸς τῶν ὁμοίων, οἷον γλήχωνος, <lb/>θύμβρας, θύμου,
                            καλαμίνθης ἡμέρου τε καὶ ἀγρίας. οὕτω <lb/>μὲν ἄν τις αὐτῷ τῷ διὰ μόρων
                            φαρμάκῳ καλῶς χρῷτο, τῷ <lb/>ποσῷ τῶν καθόλου σκοπῶν, ἐξαλλάττων αὐτοῦ
                            τὴν χρῆσιν. <lb/>ἄχρι μὲν ἐπιῤῥεῖ τι, τοῦτο ἀποκρούεσθαι προσήκει.
                            στάντος <lb/>δὲ αὐτοῦ τὰ πέπτοντα προσφέρειν, εἶτα ἑξῆς τὰ διαφοροῦντα.
                            <lb/>δῆλον γὰρ ὅτι ταύτῃ χρώμενος τῇ μεθόδῳ καὶ <lb/>ἐπιγινώσκων τῶν
                            ἁπλῶν φαρμάκων τὴν δύναμιν οὐδέ ποτε <lb/>ἀπορήσει βοηθημάτων, ἐάν τε
                            κυνηγετῇ κατ’ ὄρος, ἐάν τε <lb/>καταπράττηταί τι τῶν κατ’ ἀγρὸν ἔργων,
                            ἐάν τε ἐν ὁδοιπορίᾳ <lb/>ποτὲ τῶν παρεσκευασμένων ἀπορῇ φαρμάκων, ὡς
                            Ἐρασίστρατος <lb/>ἔγραψεν, ἐθεράπευσεν ἑαυτὸν ἐπὶ τὸν τοῦ βάτου ﻿<pb n="904"/> χυλὸν ἐλθὼν οὐ παρόντος ἐν ἐκείνῳ τῶ χωρίῳ τοῦ Ἀνδρωνείου.
                            <lb/>γινώσκων γὰρ ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ Ἀνδρώνειον ἐν <lb/>τῷ στύφειν ἔχει τὸ
                            κῦρος τῆς θεραπείας, ἐζήτησεν ὕλην στύφουσαν, <lb/>οὐχ ὡς οἱ περὶ
                            Σεραπίωνα καὶ Μηνόδοτόν φασιν, <lb/>ἐμπειρικῇ χρησάμενος ὁμοίου
                            μεταβάσει. κατὰ ταύτην γὰρ <lb/>ὑμῖν ἔνδειξα πλείστην μὲν ἀνομοιότητα
                            τοῦ χυλοῦ τοῦ βάτου <lb/>πρὸς τὸν Ἀνδρώνειον τροχίσκον ὑπάρχουσαν,
                            ὀλιγίστην <lb/>δὲ ὁμοιότητα, καθ’ ἓν μόνον τὸ στύφειν. ἀλλ’ ὅ γε τὴν
                            γενικὴν <lb/>δύναμιν, ἣν καθόλου καλοῦσιν, ἐπιστάμενος, ἐν ᾗπερ <lb/>ἂν
                            ὕλῃ ταύτην εὑρίσκῃ, θαῤῥῶν ἐκείνῃ χρῆται. πάμπολυ δὲ <lb/>πλῆθος ὑλῶν
                            τοιούτων, αἷς ἁπάσαις ἔνεστι χρήσασθαι μόνας <lb/>φεύγοντα τὰς ἄγαν ἀηδῆ
                            τινα δύναμιν ἐχούσας φθαρτικήν. <lb/>οὕτως οὖν κᾀγὼ τὸ διὰ τοῦ χυλοῦ τῶν
                            χλωρῶν <lb/>καρύων ἐσκεύασα φάρμακον, οὔτε ἰδών τινα τῶν διδασκάλων
                            <lb/>οὔτε γεγραμμένον εὑρὼν, οὗ τῆς δυνάμεως πεπείραμαι <lb/>πολλῷ τῆς
                            τῶν ἄλλων στοματικῶν δυνάμεως ὑπερεχούσης. <lb/>ἄλλα δὲ λέγω τό τε διὰ
                            τῶν μόρων καὶ τὸ διὰ τῶν βατίνων, <lb/>οὕτω γὰρ ὀνομάσουσι τὸν καρπὸν
                            τοῦ βάτου, καὶ τρίτου <pb n="12.905"/> τοῦ διὰ γλεύκους καὶ τετάρτου τοῦ
                            διὰ τῶν ῥοιῶν χυλοῦ <lb/>καὶ πέμπτου διὰ τῶν στυφόντων μήλων, ὧν
                            κάλλιστ’ <lb/>ἐστὶ τὰ κυδώνια καὶ τὰ στρουθία καλούμενα, καὶ μετὰ ταῦτα
                            <lb/>πρὸς τὴν προκειμένην χρείαν τὰ κεστιανὰ παρὰ Ῥωμαίοις
                            <lb/>ὀνομαζόμενα. σύνθετα δὲ ἐκ πολλῶν τοιούτων ἐστὶ τὰ διὰ <lb/>τῶν
                            ὀπωρῶν σκευαζόμενα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>[Περὶ τοῦ διὰ καρύων στοματικοῦ.] Ἐγὼ δ’ <lb/>ὅτε πρῶτον ἐκ τῆς
                            Ἀλεξανδρείας ἐπανῆλθον εἰς τὴν πατρίδα <lb/>πορευθεὶς εἰς ἀγρὸν, εὗρόν
                            τινα τῶν κηπουρῶν ὑπό τε σταφυλῆς <lb/>καὶ παρισθμίων καὶ ἀντιάδων
                            πνιγόμενον. ἐχρῆτο δὲ <lb/>διακλύσματι μελικράτῳ, ῥόδων ἐνεψημένων ἐν
                            αὐτῷ. θεασάμενος <lb/>οὖν ἀκμάζοντα τὸν καρπὸν τῶν καρύων, ἐκέλευσα
                            περιελόντας <lb/>αὐτῶν τὸ ἔξωθεν λέπος, ᾧ καὶ <milestone unit="ed2page" n="491"/>τοὺς βαφέας <lb/>ἑωράκειν χρωμένους, αὐτίκα κόψαντας ἐν
                            ὅλμῳ δι’ <lb/>ὀθονίου τὸν χυλὸν διηθῆσαι, μὴ γινώσκων ὅπως ἔχοι πάχους
                            <lb/>ἢ λεπτότητος. εὑρεθέντος δὲ ὑδατώδους αὐτοῦ καὶ <lb/>λεπτοῦ κατὰ
                            τὴν σύστασιν, ἀνακογχυλίζεσθαι προστάξας <lb/>αὐτῷ τὸν κηπουρὸν, ἐπειδὴ
                            πάνυ λεπτὸς ἐφαίνετο, προαφεψήσας <pb n="12.906"/> ἔμιξα μέλι σύμμετρον, ὡς
                            ἐπὶ <milestone unit="ed1page" n="239"/>τοῦ διὰ μόρων <lb/>ἠπιστάμην
                            μιγνύμενον, ἑψήσας τε μέχρι συστάσεως μελιτώδους, <lb/>κατέλιπον χρῆσθαι
                            τῷ κηπουρῷ. θεασάμενος δὲ ταχίστην <lb/>τὴν ὠφέλειαν ἀκολουθοῦσαν αὐτῷ,
                            βέλτιον ἡγησάμην <lb/>ἐπὶ πολλῶν πειραθῆναι, κᾀκ τούτου βάσανον ἱκανὴν
                            λαβὼν <lb/>τῆς δυνάμεως τοῦ φαρμάκου, διὰ παντὸς χρῶμαι, καθάπερ
                            <lb/>ἴστε. θαυμάζειν οὖν ἐπῆλθέ μοι τῶν ἔμπροσθεν ἰατρῶν, οὐδενὸς
                            <lb/>αὐτῶν ἐπινοήσαντος, εὐπορίστῳ τε καὶ γενναίῳ τῷ χυλῷ <lb/>τούτῳ
                            χρῆσθαι, καὶ ταῦτα μέντοι θεωμένων, ὅπως αἱ χεῖρες <lb/>βάπτονται τῶν
                            λεπιζόντων τὰ κάρυα τὰ χλωρά. φαίνεται <lb/>γὰρ ἐκ τούτων ὁποῖός τις
                            αὐτῶν ὁ χυλὸς καὶ δυσέκλυτος <lb/>ὑπάρχει ἡ στύψις, ὥστε μηδὲ διὰ τῶν
                            γενναιοτάτων ἐκπλύνεσθαι <lb/>ῥυμμάτων. ἔτι δὲ μᾶλλον ἐθαύμασα τῶν
                            ἰατρῶν εἰ <lb/>καὶ τοὺς βαφέας ὁρῶντες, ὡς τοιούτοις χρωμένους τοῖς
                            λέμμασι <lb/>τῶν καρύων, οὐκ ἐνόησαν ἰσχυρὰν εἶναι τὴν δύναμιν
                            <lb/>αὐτῶν. εἰ μὴ γὰρ ἐγκατέβαινε τῷ βάθει τῶν χειρῶν ἢ δι’ <lb/>ὅλης
                            διεδύετο τῆς οὐσίας τῶν ἐρίων, οὐκ ἂν ἦν δυσέκπλυτος. <pb n="12.907"/>
                            ἐγκαταβαίνουσα δὲ δηλοῖ λεπτομερῆ τὴν οὐσίαν εἶναι <lb/>τοῦ χυλοῦ,
                            μάλιστα δὲ ὠφελεῖν εὔλογόν ἐστι τὴν στύψιν, ὅταν <lb/>ἐν οὐσίᾳ τοιαύτῃ
                            περιέχηται. τὰ γάρ τοι παχυμερῆ τῶν στυφόντων <lb/>συνάγοντα τῇ στύψει
                            καὶ πυκνοῦντα τὴν ἐπιφάνειαν <lb/>αὐτῶν σωμάτων οἷς ὁμιλεῖ, μέχρι τοῦ
                            βάθους τῶν σωμάτων <lb/>ὁδοιπορεῖν ἑαυτὰ κωλύει. οἷς γὰρ καὶ ἄλλως διὰ
                            τὸ <lb/>παχυμερὲς τῆς οὐσίας ἀδύνατον ἦν ἐξικνεῖσθαι πρὸς τὸ βάθος,
                            <lb/>τούτοις ἔτι ἀδυνατώτερον πυκνωθέντος τοῦ σώματος <lb/>ὅλον ὠφελῆσαι
                            τὸ φλεγμαῖνον. ἄριστον οὖν εἶναι τὸν χυλὸν <lb/>τῶν καρύων πεισθεὶς,
                            ἑψηθέντος τε μετὰ τοῦ μέλιτος αὐτοῦ <lb/>γευσάμενος, οὐδὲν ἀηδὲς ἔχοντος
                            εἰς τέτταρας μοίρας ἀεὶ <lb/>διαιρῶν, ἐμβάλλω μὲν αὐτίκα τῇ μιᾷ τῶν
                            στυφόντων τι, τῇ <lb/>δευτέρᾳ δὲ σμύρνης καὶ κρόκου καὶ τῇ τρίτῃ θείου
                            ἀπύρου <lb/>καὶ νίτρου. τὴν τετάρτην δὲ φυλάττω μόνην εἰλικρινῆ,
                            <lb/>παιδίοις τε χρήσιμον ἐσομένην διὰ τὴν γλυκύτητα καὶ τοῖς
                            <lb/>ἐκλύτοις τὴν γνώμην ἀνδράσι καὶ γυναιξίν. ἐγὼ μὲν οὖν <lb/>ὑπὸ τοῦ
                            λόγου ποδηγηθεὶς εὗρον ὥσπερ τὴν τῶν νευροτρώτων <lb/>ἀγωγὴν, οὕτω καὶ
                            τοῦτο τὸ φάρμακον ἁπάντων ἄμεινον. <pb n="12.908"/> ἔστι μὲν γὰρ καὶ τὸ διὰ
                            τῶν βατίνων ἰσχυρότερον τοῦ <lb/>διὰ τῶν μόρων, ὥσπερ γε τοῦτο τοῦ διὰ
                            τοῦ γλεύκους. <lb/>ἁπάντων δὲ τούτων βέλτιόν ἐστι τὸ διὰ τοῦ χυλοῦ τῶν
                            <lb/>καρύων. ἐπὶ μὲν ἀρχομένων τῶν φλεγμονῶν ἅμα τοῖς στύφουσιν
                            <lb/>ἰσχυρῶς σκευασθὲν, ἐπὶ δὲ τῶν ἀκμαζουσῶν, εἰ΄ κρόκου <lb/>τι καὶ
                            σμύρνης προσλάβοι, καὶ μέντοι καὶ μόνον ἐνίοτε <lb/>δύναται τὰς μετρίας
                            φλεγμονὰς ἰᾶσθαι. ἡνίκα δὲ διαφορεῖσθαι <lb/>χρὴ τὸ σφηνωθὲν τοῦ τὴν
                            φλεγμονὴν ἐργασαμένου <lb/>χυμοῦ, μετὰ τῆς τῶν δριμέων μίξεως χρήσιμον
                            ὑπάρχει. ἀλλ’ <lb/>ἴσως ἐρεῖ τίς μοι τῶν πενήτων ἰατρῶν, ἀγαπᾷν αὐτὸ εἰ
                            πυξίδα <lb/>μίαν ἔχοι πληρῶσαι τοῦ φαρμάκου σκευάσας ἅπαξ, ἐμὲ <lb/>δὲ
                            κελεύειν ἢ ἐξ ἀρχῆς εὐθέως τέτταρας αὐτοῦ ποιῆσαι συνθέσεις <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="492"/>ἢ μίαν ἀποθέμενον ἐκ μέλιτός τε καὶ
                            χυλοῦ <lb/>συγκειμένην ἐπὶ τῆς χρείας αὐτῇ μιγνύειν, ἄχρι μὲν ἐπιῤῥεῖ
                            <lb/>τι τοῖς φλεγμαίνουσι τὰ στύφοντα σφοδρῶς, ἐπειδὰν δὲ παύσηται,
                            <lb/>τὰ πέπτοντα, κενώσεως δὲ χρῃζόντων τῶν ἐπιῤῥυέντων <lb/>τὰ
                            διαφοροῦντα· δύσεργον δ’ εἶναι τοῦτο καὶ χαλεπὸν ﻿<pb n="12.909"/> οἷς οὐκ
                            ἔστιν οἴκοι παρασκευὴ τῶν ἁπλῶν ἁπάντων φαρμάκων· <lb/>ἀλλ’ οὐδ’ εἰς
                            ὁδοιπορίας ἐπιτήδειόν με παρασκευὴν <lb/>ὑφηγεῖσθαι, καθ’ ἃς οὐχ οἷόν τε
                            τέτταρας ἑκάστου φαρμάκου <lb/>διαφορὰς ἐπιφέρεσθαι. διὰ τοῦτο οὖν καὶ
                            ἐπενοήθη κᾀμοὶ <lb/>καὶ τοῖς πρὸ ἐμοῦ τὰ μέσα ταῖς δυνάμεσιν φάρμακα,
                            <lb/>πρός τε τὰς ὁδοιπορίας ἐπιτήδεια γεννησόμενα καὶ τοῖς πένησιν
                            <lb/>ἰατροῖς χρήσιμα. τίνα μὲν οὖν ἐστι ταῦτα μικρὸν ὕστερον <lb/>ἐρῶ,
                            νυνὶ δὲ ἀπαντῆσαι τῷ λόγῳ τῶν πενήτων ἰατρῶν <lb/>βούλομαι. καθάπερ γὰρ
                            αὐτοὶ τὴν πενιχρὰν παρασκευὴν <lb/>ἐπαινοῦσιν, οὕτω χρὴ καὶ τοῖς
                            πλουσίοις ἐπιτρέπειν αὐτοῖς <lb/>ἀξίαν πλούτου παρασκευὴν φαρμάκων
                            κεκτῆσθαι. γινώσκω <lb/>γὰρ ἤδη που καὶ αὐτὸς οὐ μόνον ἰατροὺς πένητας
                            ὄντας <lb/>πολλοὺς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑπ’ αὐτῶν θεραπευομένους, οἷς ἀγαπητόν
                            <lb/>ἐστιν, ἐπειδὰν νοσῶσιν, χόνδρον ἅμα μελικράτῳ προσενέγκασθαι
                            <lb/>καὶ καθαρὸν ἄρτον ἔχειν ἤ τι τῶν εἰς κατάπλασμα <lb/>χρησίμων
                            ἀλεύρων. ἀλλὰ τὸν γεγραφότα θεραπευτικὴν <lb/>πραγματείαν εὔλογόν ἐστιν
                            ἁπάσης τῆς ὕλης μνημονεύειν, <pb n="12.910"/> ὅπως τοῖς τε εὐποροῦσιν
                            αὐτοῖς ὑπάρχῃ τεχνικῶς <lb/>χρῆσθαι τοῖς τε πένησιν ἐκείνοις μόνοις, ὧν
                            ἂν ἑκάστοτε <lb/>τύχωσιν εὐποροῦντες. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>[Περὶ τῆς τῶν μέσων συνθέσεως φαρμάκων.] <lb/>Εἴπωμεν οὖν ἤδη τι περὶ τῆς
                            τῶν μέσων φαρμάκων συνθέσεως, <lb/>ἀπὸ τοῦ διὰ τῶν μόρων ἀρξάμενοι.
                            κοινὸν δὲ αὐτοῖς <lb/>ἐστι πρὸς τὰ μέσα τὴν συμμετρίαν ὁρίσαι τοῦ
                            μέλιτος πρὸς <lb/>τὸν χυλὸν, εὑρίσκεται δὲ αὕτη διὰ τῆς πείρας. ἀναμίξας
                            γὰρ <lb/>τῷ μέλιτι τὸν μιγνύμενον χυλὸν καὶ γευσάμενος, εἰ μέν σοι
                            <lb/>φαίνοιτο συμμέτρως ἔχειν, ὁμοίως αὖθις αὐτὰ μίξεις, εἰ δὲ
                            <lb/>ἐλλείπειν τι δοκοίη, προσθήσεις. οἷον εὐθέως ἐπὶ τοῦ τῶν
                            <lb/>συκαμίνων χυλοῦ τὸ πέμπτον εἰ μιχθείη μέλιτος, εἴη ἂν μέση
                            <lb/>κρᾶσις, ὡς ἑψηθέντος τοῦ φαρμάκου τοῖς πλείστοις μὲν ἀρέσκειν
                            <lb/>πάνυ τὴν μίξιν, ὀλίγους δὲ μέμψασθαι, τοὺς μὲν ὡς <lb/>γλυκύτερον
                            εἴη, τοὺς δὲ ὡς αὐστηρότερον. ὡς γὰρ καὶ τὸ <lb/>μελίκρατον ἔνιοι μὲν
                            ὑδαρέστερον, ἔνιοι δὲ γλυκύτερον ἡδέως <lb/>πίνουσιν, οὕτω καὶ τοῖς
                            φαρμάκοις ἑκάτεροι χαίρουσι κατὰ <pb n="12.911"/> τὴν οἰκείαν φύσιν. ὅταν
                            γοῦν τις αὑτῷ φάρμακον ἀξιώσῃ <lb/>σκευασθῆναι, πάντως δεῖ που τεθεᾶσθαι
                            τῷ μὲν γλυκυτέροις <lb/>ἡδομένῳ πλέον τοῦ μέλιτος ἐμβάλλοντα, τῷ δὲ τοῖς
                            ἐναντίοις <lb/>ἧττον. ἐπὶ μὲν οὖν τῶν καταπινομένων φαρμάκων
                            <lb/>στοχάζεσθαι χρὴ μάλιστα τῆς τῶν προσφερομένων αὐτὰ φύσεως. <lb/>τὸ
                            γὰρ ἀηδῶς ληφθὲν ἀνατρέπει τὸν στόμαχον. ἐπὶ <lb/>δὲ τῶν στοματικῶν
                            ἐγχωρεῖ καταφρονῆσαί ποτε τῆς τοιαύτης <lb/>ἀκριβείας. ἡ τοίνυν μέση
                            κρᾶσις, ὥσπερ ἔφην, τοῦ χυλοῦ <lb/>πρὸς τὸ μέλι πενταπλάσιον ἐχέτω τὸν
                            χυλὸν τῷ πλήθει. <lb/>ἄκους δέ μου προσέχων τὸν νοῦν ἀκριβῶς οἷς χρῶμαι
                            ῥήμασιν <lb/>ἐν τῇ πρὸς ἄλληλα συμμετρίᾳ τῶν μιγνυμένων φαρμάκων.
                            <lb/>ἄρτι <milestone unit="ed2page" n="493"/>μὲν γὰρ ἐκέλευσα
                            πενταπλάσιον εἶναι τῷ <lb/>πλήθει τὸν χυλὸν τοῦ μέλιτος, οὐδὲν διαφέρον
                            εἰ καὶ κατὰ <lb/>τὸν ὄγκον εἴποιμι πενταπλάσιον εἶναι δεῖν αὐτόν.
                            ὁποτέρως <lb/>γὰρ ἂν ῥηθῇ, μετρῆσαι χρὴ τὰ μιγνύμενα φάρμακα. τῷ μέντοι
                            <lb/>σταθμῷ κελεύσαντός μου πενταπλάσιον εἶναι τόδε τὸ <lb/>φάρμακον,
                            τοῦδε διὰ ζυγοῦ χρὴ ποιεῖσθαι τὴν συμμετρίαν <pb n="12.912"/> τοῦ βάρους
                            αὐτῶν. ἄχρι μὲν οὖν τῆς τοῦ χυλοῦ πρὸς τὸ <lb/>μέλι μίξεως, οὐκ
                            ἀναγκαῖόν ἐστι κοτύλης ἢ κυάθου μνημονεύειν, <lb/>ἀλλ’ ἀρκεῖ φάναι
                            πενταπλάσιον εἶναι χρῆναι τὸν χυλὸν <lb/>τοῦ μέλιτος. ἐὰν δέ τι τούτοις
                            μιγνύῃς ἄλλο τῶν εἰρημένων <lb/>ἀρτίως ἀναγκαῖόν ἐστιν εἰπεῖν, ὁπόσοις
                            οὖσι κατὰ <lb/>τὸν ὄγκον αὐτοῖς ὁπόσον μίξεις ἐκείνων, ἐπὶ ζυγοῦ στήσας,
                            <lb/>οἷον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ διὰ τῶν μόρων ἐν τῇ τοῦ Καππάδοκος <lb/>Ἥρα
                            βίβλῳ φαρμακίτιδι, μέλιτος μὲν ἐμβάλλεται λίτραν α΄. <lb/>τοῦ χυλοῦ δὲ
                            τῶν μόρων λίτρας στ΄. ἐπιμίγνυσι δ’ αὐτοῖς <lb/>δραχ. α΄. τοῦ κρόκου,
                            τῆς δὲ σμύρνης τὸ διπλάσιον. ἴσον δὲ <lb/>τῷ κρόκῳ βάλλει καὶ τοῦ χυλοῦ
                            τῆς ὄμφακος, ὅπερ ὀμφάκιον <lb/>ὀνομάζεται, καὶ τούτου <milestone unit="ed1page" n="240"/>πάλιν ἥμισυ τῆς σχιστῆς <lb/>στυπτηρίας.
                            ἐμοὶ δὲ ἀρέσκει πενταπλάσιον μὲν τοῦ μέλιτος <lb/>βάλλειν τὸν χυλὸν,
                            ἴσον δὲ κρόκου τε καὶ σμύρνης ἑκατέρου <lb/>δραχ. α΄ S". ὥστε ἐξ
                            ἀμφοτέρων τὰς τρεῖς συνάγεσθαι. <lb/>τοῦ δὲ ὀμφακίου βαλὼν μέν τις καὶ
                            οἴνου αὐστηροῦ κοτύλην <lb/>μίαν, ὡς ὁ Ἥρας ἀξιοῖ. καλῶς ἂν μίξῃ δραχ.
                            α΄. εἰ δὲ <lb/>χωρὶς οἴνου σκευάζοιτο, πολὺ πλέον ἐμβάλλειν αὐτοῦ
                            προσήκει. <pb n="12.913"/> εἰ μὲν μέσον τῇ κράσει βουληθῇς γενέσθαι τὸ
                            φάρμακον, <lb/>γο α΄. εἰ δὲ αὐστηρότερον ὡς πρὸς τὰς ἀρχὰς ἁρμόσῃ,
                            <lb/>πάντως μὲν δύο καὶ τρεῖς ποτε μίξας οὐκ ἂν ἁμάρτοις. εἰ <lb/>δὲ οὐκ
                            ἔχοις ὀμφάκιον, ἀντ’ αὐτοῦ ῥοῦ χυλὸν ἔμβαλλε. καὶ <lb/>εἰ βουληθῇς δὲ τὸ
                            ἴσον ἑκατέρου βάλλειν, οὐδ’ οὕτω τι <lb/>βλάψεις. ὅ γε μὴν Ἥρας ἐν τῇ
                            συμμετρίᾳ τοῦ φαρμάκου καὶ <lb/>τοῦτο προσέγραψεν οὕτω. τινὲς δὲ καὶ
                            κοτύλην μίαν γλυκέος <lb/>οἴνου, δηλονότι γλεῦκος δηλῶσαι βουληθεὶς,
                            προείρηκε <lb/>γὰρ οἴνου αὐστηροῦ ἀθαλάσσου κοτύλην α΄. ἐμοὶ δὲ οὐκ
                            <lb/>ἀρέσκει, τοῦ μέλιτος αὐτάρκους βεβλημένου, μετὰ τοῦ καὶ
                            <lb/>κοτύλην αὐστηροῦ οἴνου προσειληφέναι, μιγνύει πάλιν οἴνου
                            <lb/>ἄλλην γλυκέος κοτύλην, ἔσται γὰρ οἰνῶδες πάνυ τὸ φάρμακον.
                            <lb/>ἕψουσι δὲ τὸ διὰ τῶν μόρων τοῦτο φάρμακον ἔνιοι <lb/>μὲν ἐξ ἀρχῆς
                            μίξαντες τὸν χυλὸν τῶν συκαμίνων, ἔνιοι δέ τι <lb/>βραχὺ προεψήσαντες. ὁ
                            δὲ Ἥρας ἔοικεν ἐπιπλέον ἀξιοῦν <lb/>ἕψειν τὸν χυλὸν μόνον, ἔγραψε γοῦν
                            οὕτως. μόρων χυλοῦ <lb/>κοτύλας στ΄. ἕψε ὡς γλοιοῦ ἔχειν τὸ πάχος, εἶτα
                            πρόσμιξον ﻿<pb n="12.914"/> λεῖα κρόκου δραχ. α΄. καὶ τἄλλα δηλονότι τὰ
                            εἰρημένα. κᾀγὼ <lb/>δὲ ἀξιῶ προεψεῖσθαι τὸν χυλὸν μόνον αὐτὸν καθ’
                            ἑαυτὸν, <lb/>εἶθ’ οὕτως προσλαμβάνειν τὸ μέλι. κᾀπειδὰν ἤδη μέλλῃς
                            αἴρειν <lb/>τὴν κακάβην ἀπὸ τοῦ πυρὸς, ἐπιμιγνύειν τὰ λοιπά. φαίνεται
                            <lb/>δὲ ὁ Ἥρας ἅμα τῷ μέλιτι κελεύων καὶ τἄλλα μίγνυσθαι. <lb/>τὸν μὲν
                            οἶνον οὖν εὐλόγως ἄν τις τότε μιγνύοι. τὴν <lb/>σμύρναν δὲ καὶ τὸν
                            κρόκον ἄμεινον ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἑψήσεως <lb/>προσεμβάλλειν, ἄχρι
                            τοσούτου μετὰ τῶν ἄλλων ἕψοντας <lb/>ἢ μετὰ τὸ θεῖναι κάτω τὴν κακάβην
                            κινοῦντας, ἄχρις <lb/>οὗ πάνθ’ ἑνωθῇ καλῶς. τὸ δ’ ἐπιπλέον ἕψειν αὐτὰ
                            καθαιρετικὸν <lb/>τῆς δυνάμεως γίνεται τῶν ἀρωματικῶν φαρμάκων.
                            <lb/>λιθάργυρος μὲν γὰρ καὶ μολύβδαινα, καὶ ἄλλα πολλὰ τῶν
                            <lb/>μεταλλικῶν ἑψόμενα βελτίω γίνεται. κρόκος δὲ καὶ σμύρνα <lb/>καὶ
                            ἄλλα πολλὰ τῶν ἀρωμάτων ἐν ταῖς ἑψήσεσιν ἀποβάλλει <lb/>τὴν δύναμιν. ἡ
                            μὲν οὖν τοῦ μέσου τῇ δυνάμει φαρμάκου <lb/>συμμετρία τε καὶ ἕψησις
                            ἁρμόττουσα ταῖς μετρίαις <lb/>φλεγμοναῖς καὶ ταῖς τῶν μειζόνων ἀκμαῖς,
                            ἔτι τε τὸ πρὸς τὰς <lb/>ἀρχὰς καὶ τὰς αὐξήσεις αὐτῶν ἁρμόττον φάρμακον
                            εἴρηται. <pb n="12.915"/>
                            <milestone unit="ed2page" n="494"/>πρὸς δὲ τὰς σκληρυνομένας φλεγμονὰς,
                            ὅταν ἤδη παύσηται <lb/>μὲν ἡ ἀκμὴ καὶ μηκέτι ἐπιῤῥέῃ μηδὲν, ἥκῃ δὲ τοῦ
                            <lb/>διαφορεῖν ὁ καιρὸς, ἐπιμίγνυσθαι προσήκει τῷ στοματικῷ <lb/>φαρμάκῳ
                            τῶν διαφορητικῶν ἔνια. τοιαῦτα δ’ ἐστὶν ὅ τε <lb/>ἀφρὸς τοῦ νίτρου καὶ
                            αὐτὸ τὸ μαλακὸν νίτρον, Ἀσίας τε <lb/>πέτρας ἄνθος καὶ θεῖον ἄπυρον.
                            ἀρκεῖ δὲ τῇ προειρημένῃ <lb/>τοῦ μέσου συμμετρίᾳ συμμιχθῆναι νίτρου μὲν
                            γο S". τοῦ <lb/>θείου δὲ γο β΄. εἰ δὲ μήτε ἐσκευασμένον ἔχοις αὐτὸ οὕτω
                            <lb/>μήτε παρείη σοι νίτρον ἢ θεῖον ἢ τὸ τῆς Ἀσίας πέτρας ἄνθος,
                            <lb/>ἀναζέσας ὀρίγανον ἐν σιρκίῳ, καλοῦσι δὲ αὐτὸ παρ’ <lb/>ἡμῖν πάντες
                            ἕψημα, μίξας τῷ στοματικῷ φαρμάκῳ κέλευσον <lb/>ἀνακογχυλίζειν· μὴ
                            παρόντος δὲ ἑψήματος, ἐν μελικράτῳ <lb/>προαναζέσας τὸ ὀρίγανον. οὐδὲν
                            δὲ διαφέρει κᾂν ὕσσωπον <lb/>ἐμβάλῃς ἀντὶ τῆς ὀριγάνου, κᾂν εἰ γλήχωνα,
                            κᾂν εἰ θύμον, <lb/>κᾂν εἰ θύμβραν ἢ καλαμίνθην ἢ τὴν εὐώδη μίνθην, ἣν οἱ
                            <lb/>παλαιοὶ καλοῦσιν ἡδύοσμον. ἐν μέντοι ταῖς ἀκμαῖς τῶν φλεγμονῶν
                            <lb/>οὐ μόνον οὐδὲν χρὴ τῶν τοιούτων φαρμάκων προσφέρειν, <lb/>ἀλλὰ καὶ
                            τοὐναντίον ἅπαν ὀλιγάκις μὲν χρῆσθαι <pb n="12.916"/> τοῖς στοματικοῖς
                            φαρμάκοις, διακλύσμασι δὲ καὶ ἀναγαργαλίσμασι <lb/>παρηγορικωτέροις
                            πέπτειν τὴν φλεγμονὴν, οἷόν ἐστι <lb/>τό τε διὰ τῶν λιπαρῶν ἰσχάδων
                            ἀφέψημα καὶ τὸ σχίνινον <lb/>ἔλαιον, ἐπὶ διπλοῦ σκεύους χλιαινόμενον.
                            ἀλλὰ καὶ αὐτὸ <lb/>τὸ στοματικὸν φάρμακον ἐν ταῖς ἀκμαῖς
                            ἀνακογχυλίζεσθαι <lb/>προσήκει, μιγνύμενον ὑδαρεῖ μελικράτῳ ἢ θερμῷ τῷ
                            σιραίῳ· <lb/>μὴ παρόντων δὲ τούτων, ὕδατι θερμῷ. ἐπικρατεῖν γὰρ χρὴ
                            <lb/>τηνικαῦτα τὴν παρηγορικήν τε καὶ πεπτικὴν ἀγωγὴν, ὥσπερ <lb/>ἐν
                            ταῖς παρακμαῖς τὴν διαφορητικὴν, ἥτις διὰ τῶν ἰσχυροτέρων <lb/>γίνεται
                            φαρμάκων. τὸ δὲ ἐμὸν φάρμακον, τὸ διὰ τοῦ <lb/>χυλοῦ τῶν καρύων, ὅτι μὲν
                            ἁπάντων τῶν ἄλλων ἐστὶ δραστικώτατον, <lb/>ἔργῳ πεπείρασθε, πρὸς ὑμᾶς
                            γὰρ ὁ λόγος ἐστί <lb/>μοι τοὺς ἑταίρους, οἷς μάλιστα χαριζόμενος ἐπὶ
                            τήνδε τὴν <lb/>πραγματείαν ἥκω. ὅτι δὲ καὶ πάντων ἐστὶν εὐωνότατόν τε
                            <lb/>καὶ εὐποριστότατον οὐδεὶς ἀγνοεῖ. ῥίπτουσι γὰρ οἱ κηπουροὶ <lb/>τὰ
                            λέμματα τῶν χλωρῶν καρύων, ὅταν ἐκλέψαντες αὐτὰ <lb/>τύχωσιν, ὥστε
                            κοφίνους μεγίστους πληροῦν ἡμᾶς προῖκα. τὸ <lb/>μέλι τοίνυν μόνον ὡς
                            πένησιν ἰατροῖς, καὶ γὰρ κᾀκείνοις <pb n="12.917"/> ἡμᾶς δεῖ κοινωνεῖν ὧν
                            ἐροῦμεν, ὑπολείπεται μόνον ὅταν ᾖ <lb/>δεόμενον, ἄλλο δ’ οὐδὲν, εἰ μὴ
                            βούλοισθε, πολλάκις γὰρ οὕτω <lb/>σκευασθὲν τὸ φάρμακον οὐδέν τι χεῖρον
                            ἐφάνη τοῦ διὰ τῶν <lb/>μόρων εἰς ὃ τὸν κρόκον καὶ τὴν σμύρναν
                            ἐνεβάλομεν. ἀλλ’ <lb/>εἰ καὶ στυπτηρίας αὐτῷ προσμῖξαι βουληθείημεν, οὐκ
                            ἀνάγκη <lb/>τὴν σχιστὴν ἐμβάλλειν. αὐτάρκως γὰρ στύφει καὶ ἡ ὑγρὰ,
                            <lb/>ἣν καλοῦσιν ἔνιοι φόριμον, εὐωνοτάτην τε καὶ εὐποριστοτάτην
                            <lb/>ὑπάρχουσαν ἐν πᾶσι χωρίοις, ἀπολειπομένην μέντοι τῇ
                            <lb/>λεπτομερείᾳ τῆς σχιστῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἧττον ἀνύουσαν. καὶ
                            <lb/>μέντοι κᾂν ὁ κηπουρὸς αὐτὸς ἤ τις ἄγροικος ἄλλος, ἐθέλῃ <lb/>σοι
                            σκευάσαι τὸ φάρμακον, ἔχοι προῖκα καὶ τοὺς κυτίνους <lb/>ἐμβάλλειν
                            ξηροὺς κόψας τε καὶ διασήσας, ὀνομάζονται δ’ <lb/>οὕτως αἱ πρωτόγονοι
                            ῥοιαὶ, καθ’ ὃν γὰρ χρόνον ἀνθοῦν <lb/>παύεται τὸ δένδρον, ὁ καρπὸς αὐτοῦ
                            φαίνεται σχηματιζόμενος <lb/>εἰς ἰδέαν ῥοιᾶς, ὃν ἔνεστιν ἀφελόντα καὶ
                            ξηραίνοντα <lb/>φυλάττειν εἰς τὸν καιρὸν τοῦ καρποῦ τῶν καρύων. ἐν μὲν
                            <lb/>γὰρ τῇ τελευτῇ τοῦ ἦρος οἱ κύτινοι γεννῶνται· παυσαμένου <lb/>δὲ
                            τοῦ θέρους εἰς τελείωσιν ἀφικνεῖται τὰ κάρυα, καὶ μέντοι <pb n="12.918"/>
                            καὶ καταπίπτουσιν ἐπὶ τὴν γῆν πολλοὶ τῶν κυτίνων ἢ <lb/>ὑπὸ ἀνέμου
                            διασεισθέντες ἢ καὶ <milestone unit="ed2page" n="495"/>ἄλλως πως οὓς
                            ἔνεστιν <lb/>ἀνελομένους ξηραίνειν, ὡς μηδὲ κατὰ τοῦτο δοκεῖν τι
                            <lb/>δαπανᾷν τοὺς πένητας ἰατρούς. ἴστε δὲ δήπου καὶ ὡς ὁ <lb/>τῶν ὀξέων
                            τε καὶ στρυφνῶν ῥοιῶν, ὧν ὀλίγου δεῖν ἄβρωτος <lb/>ὁ καρπὸς, οἱ κύτινοι
                            κρείττους εἰσὶν, ὥστε κᾂν ἀφέλῃς <lb/>τῶν δένδρων αὐτοὺς, ἢ οὐδείς σε
                            κωλύσει τὸ παράπαν ἢ <lb/>βραχυτάτην αἰτήσει δοῦναι τιμήν. τὸ δὲ
                            βαλαύστιον ὀνομαζόμενον <lb/>ἄβρωτόν ἐστι τελέως, ἐπὶ τῷ βουλομένῳ
                            συλλέγειν <lb/>ὑπάρχον, ὥσπερ ὀρίγανος καὶ θύμβρα καὶ θύμος καὶ ὅσα
                            <lb/>τοιαῦτα. καὶ τοίνυν καὶ τὸ βαλαύστιον, εἰ θελήσει τις ὠμὸν
                            <lb/>κόψας καὶ διασήσας ἐμβαλεῖν κατὰ τὴν ἀναλογίαν ἣν ἔμπροσθεν
                            <lb/>εἶπον ἴσα ὀμφακίῳ, χρήσιμον ἐργάσεται τὸ φάρμακον. <lb/>ἀλλὰ καὶ τὰ
                            λέμματα τῶν ῥοιῶν, εὐποριστότατόν ἐστι πρᾶγμα <lb/>στύψιν ἱκανωτάτην
                            ἔχοντα, συμβάλλεσθαι τοῖς εἰρημένοις <lb/>εὐθὺς ἐν ἀρχῇ δυνάμενα,
                            κάλλιστον δ’ ἂν γένοιτο φάρμακον, <lb/>εἰ κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν τῶν
                            ῥοιῶν οὔπω μὲν οὐσῶν ﻿<pb n="12.919"/> τελείων, οὐ μὴν οὐδὲ πόῤῥω πάνυ τῆς
                            τελειώσεως <lb/>ἐμβάλλειν ἀπ’ ἀρ<milestone unit="ed1page" n="241"/>χῆς
                            ἑψημένῳ χυλῷ τῶν καρύων ἐθελήσαις. <lb/>χρὴ δὲ θλᾷν ἐν ὅλμῳ πρότερον
                            αὐτὰ, ἕνεκα τοῦ ταχέως <lb/>ἐς τὸ σκευαζόμενον φάρμακον ὅλην ἐκταθῆναι
                            τὴν δύναμιν <lb/>αὐτῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>[Περὶ σκευασίας τοῦ διὰ ῥοιῶν καὶ μήλων <lb/>καὶ ἄλλων στοματικῶν.] Οὐσῶν
                            δ’ ἐν ταῖς ῥοιαῖς τριῶν διαφορῶν, <lb/>ἔνιαι μὲν γὰρ αὐτῶν εἰσιν
                            αὐστηραὶ, στρυφναὶ δὲ <lb/>ἕτεραι, καί τινες ὀξεῖαι, τὰς μὲν αὐστηρὰς
                            μόνας ἐμβαλόντι <lb/>σοι στυπτικώτερον ἔσται τὸ φάρμακον. τὰς δὲ
                            γλυκείας <lb/>ἥδιον, ὥσπερ γε καὶ σφοδρότερον, εἰ τὰς ὀξείας ἐμβάλλοις.
                            <lb/>ἐγὼ δ’ εἴωθα τὸ ἴσον ἑκάστου γένους μιγνύναι· καὶ γὰρ καὶ
                            <lb/>ἄλλως αὐτὰς μόνας τὰς πεπείρους ῥόας ὅλας κόπτων μετὰ <lb/>τῶν
                            λεμμάτων, εἶτα τὸν χυλὸν ἐκθλίβων ἕψων τε μετὰ μέλιτος, <lb/>οὐ μόνον
                            στοματικὸν ἴσχω φάρμακον, ἀλλὰ καὶ πολλοῖς <lb/>ἄλλοις ὠφέλιμον, ὡς
                            αὖθις εἰρήσεται. καὶ γίνεται καὶ <lb/>οὗτος ὁ χυλὸς ἀμείνων εἰς πάντα
                            τῶν τριῶν τῆς ῥοιᾶς <pb n="12.920"/> εἰδῶν ἢ γενῶν ἢ διαφορῶν ἢ ὅπως ἄν τις
                            ὀνομάζειν ἐθέλοι. <lb/>μίγνυμεν δὲ καὶ τῶν βάτων τὸν καρπὸν, ὃν ἔνιοι
                            μὲν—ἀπὸ <lb/>τοῦ φυτοῦ παρονομάζουσι βάτινα προσαγορεύοντες, ἔνιοι
                            <lb/>δὲ συνθέτῳ προσηγορίᾳ μόρα καλοῦσι, προστιθέντες τὰ <lb/>ἀπὸ τῶν
                            βάτων, ἐξ ὧν ὁ χυλὸς ὁμοίως σκευαζόμενος τῷ <lb/>διὰ τῶν συκαμίνων
                            ἄμεινον ἐκείνου γίνεται φάρμακον, ἀπολειπόμενον <lb/>δὲ τοῦ διὰ τῶν
                            καρύων. καὶ μήλων δὲ τῶν κυδωνίων <lb/>ἀχράδων τε καὶ μεσπίλων ὁ χυλὸς
                            ὁμοίως σκευασθεὶς <lb/>στοματικὸν γίνεται τὸ φάρμακον, ἐπιτήδειόν τε
                            καταποθῆναι <lb/>τοῦ διὰ τῶν καρύων, οὐκ ἔχοντος τοῦτο. βλαβερὸν
                            <lb/>μὲν γὰρ οὐκ ἔστιν ὡς χάλκανθον, οὐ μὴν εὐστόμαχόν <lb/>γε. πρόδηλον
                            δ’ ὅτι καὶ τὸ διὰ τῶν ῥοιῶν ἐστιν ἐπιτήδειον <lb/>ἐκλύτῳ καὶ ἀνορέκτῳ
                            στομάχῳ, λείπεται μέντοι τοῦ διὰ <lb/>τῶν μήλων. ἀβλαβὴς δὲ καὶ ὁ τῶν
                            βατίνων χυλὸς εἰς κατάποσιν, <lb/>ὥσπερ γε καὶ ὁ τῶν συκαμίνων, ἀλλ’ ὁ
                            τῶν βατίνων <lb/>ἔχει τι καὶ τονωτικὸν τοῦ στομάχου τοῦ τῶν συκαμίνων
                            <lb/>οὐκ ἔχοντος. <milestone unit="ed2page" n="496"/>ἐμβάλλεται δὲ οὐ
                            κατὰ τὴν αὐτὴν <pb n="12.921"/> ἀναλογίαν ἅπασι τοῖς χυλοῖς τὸ μέλι.
                            πλείστου μὲν γὰρ ὅ τε <lb/>τῶν καρύων δεῖται καὶ μετ’ αὐτὸν ὁ τῶν
                            βατίνων τε καὶ <lb/>συκαμίνων, ὀλίγου δὲ ὅ τε τῶν μήλων καὶ τῶν ῥοιῶν
                            καὶ <lb/>ἀχράδων, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ αὐτῶν ὁ μεσπίλων, καὶ ἀπὸ κρανίων
                            <lb/>δὲ καὶ βραβύλων καὶ τῶν καλουμένων παρ’ ἡμῖν προύμνων.
                            <lb/>σκευάζεται δὲ παρ’ ἡμῖν στοματικὰ φάρμακα κατὰ τὸν <lb/>αὐτὸν
                            τρόπον, ὃν κατ’ ἀρχὰς εἶπον ἐπὶ τῶν μόρων, ἐφ’ ὧν <lb/>ἁπάντων τῆς
                            κατασκευῆς ἐρῶ τινα λόγον κοινὸν τόνδε. παχεῖ <lb/>μὲν φανέντι τῷ χυλῷ
                            τὸ μέλι μιγνύειν εὐθέως προσῆκεν, <lb/>εἰ δ’ ὑγρότερος εἴη, προεψηθέντι.
                            δέχεται δὲ ὁ τῶν ἀπίων <lb/>μὲν καὶ μήλων χυλὸς, ἔτι δὲ τῶν πλείστων
                            ὀπωρῶν, ἴσον <lb/>ἑαυτῶν τὸ μέλι, τῶν στρυφνῶν δ’ ἱκανῶς, οἷοσπερ ἐστὶν
                            ὁ <lb/>τῆς κρανίας καρπὸς, ἐνίοτε μὲν διπλάσιον, ἔστι δ’ ὅτε καὶ
                            <lb/>τριπλάσιον. πάντα δ’ οὖν ταῦτα καταπίνειν ἀκίνδυνον. χαλκάνθου
                            <lb/>δὲ μιχθέντος ἢ μιχθείσης, ὁποτέρως σοι φίλον ὀνομάζειν, <lb/>οὐ
                            πάνυ τι χρὴ καταπίνειν τὸ σκευασθὲν τοῦτο φάρμακον, <lb/>πλὴν εἰ κατὰ
                            τὸν στόμαχον ἢ κατὰ τὴν κοιλίαν <pb n="12.922"/> ἑλκώδη διάθεσιν
                            ὑπονοήσαιμεν γίνεσθαι. καὶ κατὰ τὸ στόμα <lb/>δὲ αὐτὸ κακοήθων ἑλκῶν
                            γινομένων, ἀμείνω τὰ διὰ χαλκάνθου <lb/>φάρμακα. δραχμὴ δὲ ἀρκεῖ
                            μιγνυμένη τῇ προειρημένῃ <lb/>συνθέσει, καθ’ ἣν ἡ μία τοῦ μέλιτος
                            εἴρηται βάλλεσθαι λίτρα, <lb/>καὶ πλέον δ’ ἄν ποτε καλῶς βληθείη πρὸς τὰ
                            σηπεδονώδη <lb/>τῶν ἑλκῶν. ἕκαστον δὲ ὧν εἶπον ἐμβάλλειν ποτὲ καὶ
                            <lb/>γλεύκει σταφυλῶν αὐστηρῶν, ἃς ὀνομάζουσιν ἀμιναίας. ἄμεινον <lb/>δὲ
                            τὸ τελευταῖον γλεῦκος εἰς τὰ τοιαῦτα. τὸ γὰρ ἐν <lb/>ἀρχαῖς ῥέον
                            ὑγρότερόν ἐστι καὶ ὑδατωδέστερον, ἐμβάλλειν <lb/>δὲ χρὴ τῶν εἰρημένων
                            φαρμάκων τὰ στρυφνότερα, καθάπερ <lb/>ἐμὲ ἐθεάσασθε πολλάκις ἤτοι ῥοιὰς
                            ἢ βαλαύστιον ἢ κυτίνους <lb/>ἢ ἀκάνθης Αἰγυπτίας καρπὸν ἢ τὸν τῆς
                            κρανίας ἤ τι <lb/>τῶν οὕτω στυφόντων μιγνύντα· μάλιστα δὲ ἐπιτήδειός
                            ἐστι <lb/>ῥοῦς, εἴτε ἀῤῥενικῶς ἐθέλοις ὀνομάζειν αὐτόν εἴτε θηλυκῶς.
                            <lb/>ἔστι δὲ διττὸς, ὁ μὲν ἕτερος ἐπιπαττόμενος τοῖς ὄψοις εὐστόμαχος,
                            <lb/>ὁ δὲ ἕτερος τοῖς βυρσοδέψαις χρήσιμος. ἑκάτερος <lb/>δὲ ἐνεψηθεὶς
                            ἐν τῷ γλεύκει στοματικὸν ἐργάζεται φάρμακον, <lb/>ᾧ μιγνύειν ἔξεστί σοι
                            τἄλλα κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν τῇ <pb n="12.923"/> διὰ τῶν μόρων εἰρημένῃ.
                            χωρὶς δὲ τοῦ μιχθῆναι μέλιτι μόνον <lb/>αὐτὸ τὸ γλεῦκος εἰς μελιτώδη
                            σύστασιν ἀχθὲν, ἐξαιρεθέντων <lb/>τε τῶν ἐμβληθέντων, ἀγαθὸν γίνεται
                            φάρμακον εἰς <lb/>ἀρχὰς καὶ ἀναβάσεις καὶ ἀκμάς· εἰς δὲ τὰς παρακμὰς,
                            ἐὰν <lb/>δᾷδας ἐπιμίξῃς λιπαρὰς ἢ καὶ κόψας εἰς λεπτὰ καὶ θλάσας
                            <lb/>ἐμβάλλῃς τῷ γλεύκει μετὰ τῆς ῥοῦ, κᾄπειτα μετὰ μίαν ἡμέραν
                            <lb/>ἑψήσας, ἄχρις ἂν ἐναπόθωνται τῷ γλεύκει τὴν ἑαυτῶν <lb/>ποιότητα,
                            τηνικαῦτα δὲ ἐξαίρειν μὲν ἐκεῖνα καὶ ἀποῤῥίπτειν, <lb/>ἕψειν δὲ τὸ
                            γλεῦκος ἕως ἐπιτηδείου συστάσεως, ὡς διάχριστον <lb/>γενέσθαι τὸ
                            φάρμακον. ὅσα δὲ ἔμπροσθεν εἶπον ἐμβάλλεσθαι <lb/>τῶν στυφόντων εἰς τὸ
                            διὰ τῶν καρύων τοῦ χυλοῦ <lb/>σκευαζόμενον φάρμακον, ἅπαντα καὶ νῦν
                            ἀκηκοέναι πίστευε <lb/>τῷ γλεύκει μιγνύμενα. καὶ μέντοι κᾂν
                            πολυτελέστερον ἐθέλῃς <lb/>ποιῆσαι τὸ φάρμακον, ἐμβαλεῖς καὶ κασσίας
                            φλοιὸν ἢ <lb/>νάρδον Ἰνδικὴν ἢ τὸ τοῦ μαλαβάθρου φύλλον. ὥσπερ γὰρ
                            <lb/>τοῖς πένησιν, οὕτω καὶ τοῖς πλουσίοις χρὴ γράφειν ἡμᾶς
                            <lb/>φάρμακα. τὰ δὲ αὐτὰ τοῖς προειρημένοις στοματικοῖς φαρμάκοις ﻿<pb n="924"/> μίγνυται. <milestone unit="ed2page" n="497"/>δραχμὴ δὲ
                            ἀρκεῖ τῶν τριῶν ἑκάστου, <lb/>πρὸς τὴν τοσαύτην συμμετρίαν τοῦ φαρμάκου,
                            καθ’ ἣν ἡ <lb/>λίτρα τοῦ μέλιτος ἐμβάλλεται. βλάψεις δ’ οὐδὲν, εἰ
                            προσθήσεις <lb/>ἑκάστης δραχμῆς τὸ ἥμισυ μέρος, ὡς γενέσθαι πάσας
                            <lb/>τέτταρας καὶ ἡμίσειαν. πρὸς δὲ τὰς σκληρυνομένας φλεγμονὰς <lb/>τὰ
                            δυνάμενα διαφορεῖν γενναιότερον ἐμβάλλεται κοπέντα <lb/>δηλονότι καὶ
                            διασηθέντα, καιρὸς δ’ ἐμβάλλειν αὐτὰ μὴ κατ’ <lb/>ἀρχὰς, ἀλλ’ ὁπόταν
                            ἐγγὺς γένηται τῆς παντελοῦς ἑψήσεως <lb/>τὸ φάρμακον ἢ καὶ τελέως
                            ἑψημένον, ὡς χαμαὶ τίθεσθαι τὸ <lb/>ἀγγεῖον. ἔστι δὲ ταῦτα κόστος τε καὶ
                            ἄμωμον καὶ τὸ καλούμενον <lb/>μάκερ. ὀνομάζεται δὲ οὕτω φλοιός τις
                            ἀρωματικὸς <lb/>ἐκ τῆς Ἰνδίας κομιζόμενος, ἱκανῶς θερμαίνων τε καὶ
                            στύφων, <lb/>ἀλλὰ καὶ ὁ Κυρηναῖος ὀπὸς εἰς διαφόρησιν τῶν σκληρυνομένων
                            <lb/>φλεγμονῶν ἐπιτήδειος, ὥσπερ γε καὶ ὁ Μηδικὸς <lb/>ἤ τις τῶν μετ’
                            αὐτούς. τοῖς πένησι δ’ ἐμβλητέον ἀντὶ τῶν <lb/>πολυτελῶν φαρμάκων τῶν
                            διαφορητικῶν ἤτοι δίκταμνον ἢ <lb/>ἄκορον ἢ μῆον ἢ πύρεθρον ἢ καρδαμώμου
                            τε καὶ νάπυος <lb/>ἴσον, εἰς τριῶν δραχμῶν σταθμοὺς συμπληρουμένου τοῦ
                            τῶν <pb n="12.925"/> μιγνυμένων ὄγκου, πρὸς τὴν εἰρημένην ἐξ ἀρχῆς τῶν
                            στοματικῶν <lb/>φαρμάκων συμμετρίαν, ἐν οἷς ἦν ἡ λίτρα τοῦ μέλιτος.
                            <lb/>εἰ δὲ καὶ τεττάρων ἢ πέντε ποιῆσαι θελήσεις δραχμῶν <lb/>τὸ
                            συμπληρούμενον ἐκ τούτων, διαφορητικώτερον ἕξεις <lb/>τὸ φάρμακον.
                            ἀνάλογον γὰρ ἀεὶ χρὴ ταῖς κατασκευαῖς τῶν <lb/>παθῶν συναυξάνεσθαι καὶ
                            συμμειοῦσθαι τὴν σφοδρότητα <lb/>τῶν φαρμάκων. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>