<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg076.1st1K-grc1:4.4-4.6</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg076.1st1K-grc1:4.4-4.6</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg076.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p><milestone unit="ed1page" n="206"/>[Περὶ τῶν ἐν ὀφθαλμοῖς ἑλκῶν.] Δεῖται
                            <lb/>μὲν καὶ ταῦτα τῆς αὐτῆς κατὰ γένος θεραπείας τοῖς <lb/>ἄλλοις
                            ἕλκεσιν, ἣν ἐπιπλεῖστον διῆλθον ἐν τῷ τρίτῳ καὶ τετάρτῳ <lb/>τῆς
                            θεραπευτικῆς μεθόδου, διὰ δὲ τὴν τοῦ μορίου <lb/>φύσιν ἀδηκτότατα
                            προσοιστέον, ἐν οἷς ἔφην εἶναι τὸ διὰ <lb/>πομφόλυγος πεπλυμμένης.
                            μίγνυνται δ’ αὐτοῖς καὶ χυλοί τινες <lb/>οὐ μόνον ἄδηκτοι παντάπασιν,
                            ἀλλὰ καὶ τὰς σφοδροτάτας <pb n="12.715"/> ὀδύνας πραΰνειν δυνάμενοι,
                            καθάπερ ὁ τοῦ μανδραγόρου <lb/>χυλός. ἔνιοι δὲ καὶ πολυγόνου χυλὸν
                            ἔμιξαν, ὥσπερ ἕτεροι, <lb/>καὶ αὐτῶν τῶν ὠῶν τὸ λευκόν. εὔδηλον δ’ ὅτι
                            πλησίον ἀναπλάσεως <lb/>ὄντι τῷ φαρμάκῳ τὰ τοιαῦτα μίγνυται διὰ τὸ
                            ταχέως <lb/>ὀξύνεσθαι. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν καιρὸν καὶ ὁ τῶν ῥόδων
                            <lb/>μίγνυται χυλός. ἡ δὲ ἰδίως ὕλη τῶν ἐν ὀφθαλμοῖς ἑλκῶν <lb/>εὔδηλον
                            ὅτι καὶ αὕτη σκοπὸν ἔχει καθαρὸν φυλάττειν <lb/>τὸ ἕλκος, ὡς τῆς φύσεως
                            τῶν μορίων πληρούσης τε καὶ πρὸς <lb/>οὐλὴν ἀγούσης αὐτὸ, καθάπερ ἐπὶ
                            τῶν ἄλλων ἑλκῶν προείρηται. <lb/>φλεγμονῆς μὲν οὖν ἔτι κατὰ τὸν ὀφθαλμὸν
                            οὔσης <lb/>ἢ καί τινος ὀδύνης, τὰ διὰ λιβανωτοῦ τε κολλύρια καὶ τῶν
                            <lb/>πεπλυμμένων μεταλλικῶν καὶ τῶν ἀδήκτων χυλῶν προσφέρεται.
                            <lb/>ῥυπαρῶν δὲ ἐν τῇ χρήσει ταύτῃ τῶν ἑλκῶν γενομένων, <lb/>μίγνυσθαί
                            τι χρὴ τῶν ῥυπτόντων, ὁποῖόν ἐστι τὸ Πακκιανὸν <lb/>δι’ οἴνου κροκῶδες,
                            ᾧ χρώμεθα παραμιγνύντες ἐλάχιστον <lb/>αὐτοῦ τοῖς προειρημένοις
                            φαρμάκοις. ἔχει δὲ τοῦτο <lb/>πλεῖστον μὲν τὸν κρόκον, ἀφ’ οὗ καὶ
                            κροκῶδες ὀνομάζεται, ﻿<pb n="12.716"/> μέμικται δ’ αὐτῷ καὶ τῶν ῥυπτόντων
                            μεταλλικῶν ἔνια· διὸ <lb/>καὶ τραχωμάτων ἐστὶ καθαιρετικὸν οὐ μόνον τῶν
                            μικρῶν, <lb/>ἀλλὰ καὶ τῶν μεγάλων, ἃ προσαγορεύουσι συκώσεις· λεπτύνει
                            <lb/>δὲ καὶ τὰ πτερύγια. περὶ μὲν οὖν τῶν τοιούτων φαρμάκων <lb/>μικρὸν
                            ὕστερον εἰρήσεται· τῶν δ’ ἑλκῶν ὅσα δι’ ἀνάβρωσιν <lb/>γίνεται τοῦ
                            κερατοειδοῦς, ὡς προκύπτειν τι καὶ τοῦ <lb/>ῥαγοειδοῦς, ὅτι δὴ καὶ ταῦτα
                            δι’ ἑαυτό τε καὶ τὸ προπεσὸν <lb/>ἀποκρουστικῶν τε καὶ στυπτικῶν δεῖται
                            φαρμάκων εὔδηλόν <lb/>ἐστι. πειρᾶσθαι δὲ ἐπ’ αὐτῶν δεῖ ἐκλέγεσθαι τὰ
                            μηδεμίαν <lb/>ἐργαζόμενα τραχύτητα. τῶν δ’ ἐναντίων τούτοις φαρμάκων,
                            <lb/>ὅπερ ἐστὶ τῶν διαφορητικῶν, αἱ φλύκταιναι χρῄζουσι <lb/>καὶ τὸ
                            γεννώμενόν ποτε πῦον ἔνδον τοῦ κερατοειδοῦς. <lb/>τὰ μὲν οὖν πρόσφατα
                                <milestone unit="ed2page" n="428"/>καὶ ἔτι φλεγμαίνοντα τοῖς διὰ
                            <lb/>σμύρνης καὶ λιβανωτοῦ καὶ κρόκου καθίσταται φαρμάκοις. <lb/>τὰ
                            χρονιώτερα δὲ καὶ τῶν διαφορητικῶν τι προσλαμβάνουσι, <lb/>καθάπερ γε
                            καὶ αἱ σκιῤῥούμεναι φλεγμοναὶ τῶν χιτώνων. <lb/>ἐπὶ τούτων γὰρ καὶ διὰ
                            τῶν δριμέων ὀπῶν εὐδοκιμεῖ φάρμακα <lb/>τάδε· εἰς κολλυρίων εἴδη
                            ἀναπλαττόμενα αἱ καλούμεναι <lb/>πρὸς τῶν ἰατρῶν ἰδίως ἔγχρισται
                            δυνάμεις ὑγραὶ, ὁποίας καὶ <pb n="12.717"/> τοῖς ἀρχομένοις ὑποχεῖσθαι
                            σκευάζουσιν. ἐπὶ δὲ τῶν πτερυγίων <lb/>τε καὶ τῶν συκώσεων, ὡς ἔφην, τὰ
                            ῥυπτικὰ φάρμακα <lb/>προσφέρεται, τὰ μὲν εἰς κολλυρίων ἰδέαν
                            ἀναπλαττόμενα, <lb/>τὰ δὲ καὶ ξηρὰ χωρὶς ἀναπλάσεως, ἐφ’ ὧν ἔμιξάν τινες
                            ὀλίγον <lb/>τι τῶν σηπτικῶν φαρμάκων. ἐγγὺς δὲ τούτων ἐστὶ τὰ <lb/>τὰς
                            ψωρώδεις διαθέσεις ἐν τοῖς βλεφάροις ἰώμενα, καὶ διὰ <lb/>τοῦτο
                            προσαγορευόμενα ψωρικά. πάντων δ’ αὐτῶν ἐστιν <lb/>ἰσχυρότατα τά τε τοὺς
                            παλαιοὺς τύλους ἐκτήκοντα καὶ τὰ <lb/>καλούμενα πτερύγια θεραπεύοντα,
                            διὰ τῶν ῥυπτικῶν τε καὶ <lb/>σηπτικῶν φαρμάκων συγκείμενα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>[Περὶ τῆς τῶν ὀφθαλμικῶν φαρμάκων δυνάμεως.] <lb/>Καί μοι σχεδὸν ἤδη τῆς
                            ἁπάντων τῶν ἐν ὀφθαλμοῖς <lb/>παθῶν τε καὶ κατὰ γένος φαρμάκων ἐξηγήσεως
                            γενομένης, <lb/>εἰρημένων δὲ καὶ τῶν κατὰ γένος ἀδήκτων φαρμάκων,
                            <lb/>ὁποῖα τὰ διὰ τῶν πεπλυμμένων μεταλλικῶν ἔφην συντίθεσθαι,
                            <lb/>βέλτιον εἶναι δοκεῖ καὶ τῶν ἄλλων ὀφθαλμικῶν φαρμάκων
                            <lb/>ἐξηγήσασθαι τὰς δυνάμεις. ἐκ τούτου γὰρ ἡγοῦμαι
                            <lb/>συνθετικωτέρους γενέσθαι καὶ τῶν ἤδη συγκειμένων κριτικωτέρους, <pb n="718"/> τοὺς ἐν αὐτοῖς γεγυμνασμένους. ἀδηκτοτάτων οὖν <lb/>ὄντων
                            ὧν εἶπον ἔμπροσθεν φαρμάκων, ἀδήκτων δὲ καὶ τῶν <lb/>τριῶν ὑγρῶν, ὧν τὸ
                            μὲν ἀφέψημα τῆς τήλεως ἦν, τὸ δὲ <lb/>γάλα, τὸ δὲ τὸ ἐν τοῖς ὠοῖς ὑγρὸν
                            τὸ λεπτὸν, ἐν τῷ γένει <lb/>τούτων ἡγητέον εἶναι τό τε κόμμι καὶ τὴν
                            τραγάκανθαν, καὶ <lb/>εἰ μὴ τὰ προειρημένα τρία πρόχειρον εἶχε τὴν
                            κτῆσίν τε καὶ <lb/>χρῆσιν, ἀποβρέχοντες ἂν ἐν ὕδατι πολλῷ βραχὺ κόμμεως
                            ἢ <lb/>τραγακάνθης εἰς τὴν αὐτὴν χρείαν ἄγομεν τοῖς τρισὶν, ὡς
                            <lb/>ἀποτρίβειν τε δι’ αὐτῶν ἐπὶ τῆς ἰατρικῆς ἀκόνης τὰ κολλύρια
                            <lb/>καὶ μόνοις ἐγχεομένοις, ἐκκλύζειν τοὺς ἐν τοῖς πάσχουσιν
                            <lb/>ὀφθαλμοῖς γενομένους ἰχῶρας. ἀλλὰ καὶ νῦν αὐτοῖς χρώμεθα <lb/>κατὰ
                            πάντα σχεδὸν τὰ κολλύρια. πλὴν γὰρ ὀλιγίστων <lb/>ἀναλαμβάνεται πάντα
                            μετὰ τὸ λειωθῆναι διαβεβρεγμένα συμμέτρως <lb/>τοῖς φαρμάκοις τούτοις.
                            ἓν μὲν δὴ τοῦτο γένος ἡμῖν <lb/>ἀριθμείσθω φαρμάκων ὀφθαλμικῶν, ἔν τε
                            τοῖς τρισὶν ὑγροῖς <lb/>καὶ τῇ τραγακάνθῃ καὶ τῷ κόμμει καὶ τοῖς
                            πεπλυμένοις <lb/>μεταλλικοῖς. ἑτέρα δ’ ἐπ’ αὐτοῖς τὰ βραχεῖαν ἔχοντα
                            δῆξιν <lb/>ἐκ τοῦ μεμίχθαι τινὰ αὐτοῖς τῶν ἐπ’ ὀλίγον στυφόντων ἢ <pb n="719"/> ῥυπτόντων, ὁποῖα φάρμακά ἐστι ῥόδα τε καὶ λιβανωτὸς,
                            <lb/>ὀλίγην μὲν ἐχόντων τῶν ῥόδων τὴν στύψιν, ὀλίγον δὲ καὶ <lb/>τὸ
                            ῥυπτικὸν τοῦ λιβανωτοῦ. θερμὸς δὲ συμμέτρως κατὰ τὴν <lb/>δύναμιν ὁ
                            λιβανωτὸς ὑπάρχων ἔχει τι διὰ τοῦτο πεπτικόν <lb/>τε καὶ ἀνώδυνον. ἐκ
                            τοῦ αὐτοῦ δὲ γένους αὐτῷ κατά γε τὸ <lb/>πέττειν τε καὶ διαφορεῖν
                            μετρίως ἡγητέον εἶναι τόν τε κρόκον <lb/>καὶ τὴν σμύρναν, ἀλλήλων
                            διαφέροντα τῷ τὸν μὲν στύφειν <lb/>μετρίως, τὴν δὲ ἄνευ στύψεως, οὐκ
                            ἀγεννῶς διαφορεῖν <lb/>τε καὶ ξηραίνειν ὑγρότητας. γενναιότερα δὴ ταῦτα
                            ταῖς δυνάμεσίν <lb/>ἐστι τοῦ λιβανωτοῦ καὶ διὰ τοῦτο καὶ
                            διαφορητικώτερα. <lb/>τὸ ῥυπτικὸν δ’ οὐκ ἔχοντα πρὸς τὴν τῶν ἑλκῶν
                            <lb/>θεραπείαν ἀπολείπονται τοῦ λιβανωτοῦ. τοῦ γένους τούτου <lb/>τῶν
                            φαρμάκων, <milestone unit="ed2page" n="429"/>λέγω δὲ τοῦ πεπτικοῦ τε καὶ
                            διαφορητικοῦ, <lb/>καὶ τὸ λύκιόν ἐστι καὶ τὸ καστόριον. εὔδηλον δ’ ὅτι
                            <lb/>λύκιον λέγω τὸ Ἰνδικὸν, οὐ τουτὶ τὸ καὶ τοῖς παρ’ ἡμῖν <lb/>ἔθνεσι
                            γινόμενον. ἐγγὺς δὲ τούτων ἥκει τῇ δυνάμει καὶ ἡ <lb/>καλουμένη
                            σαρκοκόλλα, πεπτικόν τε καὶ διαφορητικὸν οὖσα <lb/>φάρμακον· ἔτι δὲ
                            μᾶλλον αὐτῆς ἡ χαλβάνη τὰς εἰρημένας <pb n="12.720"/> ἔχει δυνάμεις.
                            ἀφέψημα δὲ μελιλώτου τῷ πεπτικῷ προσείληφέ <lb/>τι καὶ στυπτικὸν,
                            ὁμογενές πως ὑπάρχον τῷ κρόκῳ. <lb/>ἐμβάλλεται δ’ εἰς τὰς ὀφθαλμικὰς
                            δυνάμεις καὶ ὁ καλούμενος <lb/>αἱματίτης λίθος ξηραντικὴν ὑγρῶν ἔχων
                            δύναμιν, ὥσπερ <lb/>καὶ ἡ καδμεία. πρᾳότερον δὲ αὐτῆς ἐστι φάρμακον ὁ
                            λίθος, <lb/>ὡς ἂν ἐξ ὑγρᾶς οὐσίας οὐ γεώδους ὥσπερ ἡ καδμεία τὴν
                            <lb/>γένεσιν ἐσχηκώς. δηλοῖ γὰρ αὐτοῦ τὴν φύσιν οὖσαν τοιαύτην <lb/>ἡ
                            ἐπὶ τῆς ἰατρικῆς ἀκόνης λύσις εἰς χυλὸν ἀναλυομένου <lb/>κατὰ τὴν μεθ’
                            ὑγροῦ τινος τρίψιν. καὶ κατὰ μόνας δὲ χωρὶς <lb/>ὑγρότητος ἀποτριβόμενος
                            οὐκ εἰς γεώδη θραύματα διαλύεται <lb/>τῇ καδμείᾳ παραπλησίως, ἀλλ’ εἰς
                            ὁμοιομερές τε καὶ <lb/>συνεχὲς αὐτῷ σῶμα. παραπλησίως αὐτῷ καὶ ὁ σχιστὸς
                            καλούμενος <lb/>λίθος ὑπάρχων ἰσχυρότερός ἐστι τῇ δυνάμει. τὸ <lb/>δὲ
                            στίμμι καλούμενον ἄπλυτον μὲν ἰσχυρὰν ἐπιδείκνυται τὴν <lb/>στυπτικὴν
                            δύναμιν, ἐκλύεται δὲ πλυνθὲν, ὡς ἐγγὺς ἥκειν <lb/>ἀδήκτου. ἰσχυροτέρας
                            δὲ δυνάμεως ῥυ<milestone unit="ed1page" n="207"/>πτικῆς ὅ τε κεκαυμένος
                            <lb/>χαλκός ἐστι καὶ ἡ λεπὶς αὐτοῦ καὶ τὸ ἄνθος. ﻿<pb n="12.721"/> οὐχ
                            ἧττον δὲ δραστήριον, ἀλλ’ ἧττον ἄδηκτον ἡ κεκαυμένη <lb/>χαλκῖτίς ἐστιν.
                            εἰ δὲ καὶ πλυθείη τὰ τοιαῦτα, ῥυπτικὰ μὲν <lb/>ἔτι διαμένει, τοσούτῳ δὲ
                            ἀσθενέστερα ταῖς ἐνεργείαις, ὅσον <lb/>καὶ ἀδηκτότερα γίνεται. τούτου δὲ
                            τοῦ γένους ἐστὶ καὶ τὸ <lb/>μίσυ καὶ ὁ ἰὸς, ἰσχυρότατα φάρμακα τοῖς πρὸς
                            συκώσεις καὶ <lb/>τύλους ἁρμόττουσι μιγνύμενα. τινὲς δὲ αὐτοῖς ἐπέβαλον
                            καὶ <lb/>κηκίδας, σφοδρῶς στῦφον φάρμακον, ὥσπερ ἔνιοι τὸ πάντων
                            <lb/>τούτων σφοδρότατον εἰς στύψιν ἅμα δριμύτητι, καλούμενον <lb/>δὲ
                            χάλκανθον οὐδετέρως ἢ, ὡς ἔνιοι, χάλκανθος ἀρσενικῶς <lb/>ἢ θηλυκῶς.
                            εὔδηλον δ’ ὅτι μετριώτερον πολὺ γίνεται καυθέν <lb/>τε καὶ πλυνθέν. ἐκ
                            τῆς τοιαύτης ὕλης καὶ ἡ τοῦ στομώματός <lb/>ἐστι λεπίς. ὁ δὲ τοῦ
                            λιβανωτοῦ φλοιὸς στύφει μὲν <lb/>καὶ αὐτὸς οὐκ ἀγεννῶς, ἀπολείπεται δὲ
                            τῶν εἰρημένων ἁπάντων <lb/>πάμπολυ. καὶ μέντοι καὶ τὸ μίσυ καλούμενον
                            εἴς τε τὰς <lb/>αὐτὰς διαθέσεις καὶ προσέτι τὰ ψωρώδη βλέφαρα τοῖς
                            κολλυρίοις <lb/>ἔμιξάν τινες. ἐπεὶ δὲ καὶ μάννης ἐμνημόνευσάν τινες
                            <lb/>καὶ δοκεῖ τισιν οὐδὲν διαφέρειν λιβανωτοῦ λελειωμένου, γνωστέον <pb n="722"/> ὅτι καλοῦσιν ἰδίως μάνναν τὸ ὑπόσεισμα τοῦ ὑποτεθρυμμένου
                            <lb/>κατὰ τὰ μεγάλα φορτία λιβάνου. συμφέρεται <lb/>γὰρ αὐτῷ θραύσματά
                            τινα μικρὰ λιβανωτοῦ φλοιοῦ, ὥστε <lb/>διαφέρειν τοῦ λιβανωτοῦ τὸ
                            τοιοῦτον φάρμακον τῷ προσειληφέναι <lb/>βραχύ τι τῆς στύψεως. ὅσα μὲν
                            οὖν τῶν στυφόντων <lb/>ἱκανῶς γεώδη ταῖς συστάσεσίν ἐστι, τραχώματά τε
                            καὶ <lb/>συκώσεις καὶ τύλους ἐκτήκει. τὰ δὲ ἐν τῷ γένει τῶν χυλῶν
                            <lb/>ὄντα, καθάπερ ὀμφάκιόν τε καὶ ὑποκυστὶς, ἐκπλύνεται ῥᾳδίως <lb/>ἐν
                            ταῖς ὑπαλείψεσιν ἐκρέοντα μετὰ τοῦ δακρύου. τούτου <lb/>δὲ τοῦ γένους
                            ἐστὶ καὶ γλαύκιον καὶ ἀκακία. ῥυπτικὰ <lb/>δὲ ἀδήκτως ἐστὶν ἐλάφου κέρας
                            καυθὲν, ὥσπερ γε καὶ ὁ τῶν <lb/>αἰγῶν. εἴρηται δὲ ὅτι καὶ ὁ λιβανωτὸς ἐκ
                            τῶν τοιούτων <lb/>ἐστὶν, ἀλλ’ οὗτος, ὥσπερ ἐῤῥέθη, βραχυτάτης μετείληφε
                            τῆς <lb/>ῥυπτικῆς δυνάμεως, ἀνώδυνός τε καὶ πεπτικὸς ὑπάρχων. τὰ <lb/>δὲ
                            τῶν εἰρημένων ζώων κέρατα ῥυπτικὰ μέν ἐστιν, οὔτε δὲ <lb/>ἀνώδυνον οὔτε
                                πε<milestone unit="ed2page" n="430"/>πτικὸν ἔχει τι, ψυχρὰ καὶ ξηρὰ
                            ταῖς <lb/>κράσεσιν ὄντα. ῥυπτικὸν δέ τι καὶ τὸ καλούμενον Ἀρμένιον <pb n="723"/> ἔχει, καθάπερ καὶ τὸ καλούμενον Ἰνδικὸν μέλαν, καὶ διὰ
                            <lb/>τοῦτο τοῖς ἀφλεγμάντοις ἕλκεσιν ἀλύπως ὁμιλεῖ. μικτῆς δέ <lb/>πώς
                            ἐστι δυνάμεως ἡ ἀλόη, καθάπερ τὸ ῥόδον. ἔχει μὲν γάρ <lb/>τι καὶ πικρὸν
                            τὸ ῥύπτειν πεφυκὸς, ἔχει δέ τι καὶ στυπτικὸν, <lb/>ὡς συνάγειν τε καὶ
                            συνουλοῦν τὰ ἕλκη.</p><p>[Τίνα πρὸς τὰς ψωρώδεις διαθέσεις ἁρμόττει.] Τῶν δὲ <lb/>πρὸς τὰς
                            ψωρώδεις ἐν βλεφάροις διαθέσεις ἁρμοττόντων <lb/>φαρμάκων ἅλες εἰσὶν
                            ἀμμωνιακοὶ καὶ λίθος Ἄσιος, αὐτός <lb/>τε καὶ τὸ ἄνθος αὐτοῦ, καὶ τὸ
                            καλούμενον ψωρικὸν, οὐχ <lb/>ἁπλοῦν οὐδ’ αὐτοφυὲς ὂν, ἀλλ’ ἔχον τινὰ
                            σκευασίαν, ἣν καὶ <lb/>Διοσκουρίδης ἔγραψε καὶ οἱ ἄλλοι σχεδὸν ἅπαντες,
                            ὅσοι <lb/>περὶ ὕλης ἐποιήσαντο πραγματείας. ἐπιμίγνυται δὲ τούτοις
                            <lb/>καὶ τὸ κεκαυμένον μίσυ καὶ ἡ σανδαράχη καὶ τὸ καλούμενον
                            <lb/>ἀῤῥενικὸν μὲν ὑπὸ τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων, ἀρσενικὸν <lb/>δὲ ὑπὸ τῶν
                            νῦν. ἐκ δὲ τῶν ἀρωματικῶν φαρμάκων κασσία <lb/>τε καὶ τὸ τοῦ μαλαβάθρου
                            φύλλον, ἄμωμόν τε καὶ κιννάμωμον <lb/>ἔμιξάν τινες ὀφθαλμικαῖς δυνάμεσι,
                            διαφορητικῆς <pb n="12.724"/> μὲν ὑπάρχον δυνάμεως τὸ κιννάμωμον, τὰ δὲ
                            ἄλλα καὶ στύψεως <lb/>μετέχοντα. κοινῇ δὲ περὶ πάντων ἐγνωκέναι χρὴ τῶν
                            <lb/>ῥυπτικῶν φαρμάκων, ὅσα τε μέτρια καὶ ὅσα συκώσεις καὶ <lb/>τύλους
                            ἐκτήκει, ταῦτα πάντα καὶ πρὸς οὐλὰς παχείας ἁρμόττειν. <lb/>λεπτύνει γὰρ
                            αὐτῶν τὸ πάχος καὶ ἀποῤῥύπτει τῆς <lb/>ἐπιπολῆς οὐσίας.</p><p>[Τίνα τοῖς ἐσκιῤῥωμένοις βοηθεῖ.] Αἱ δὲ πρὸς ἐσκιῤῥωμένους <lb/>χιτῶνας
                            ἁρμόττουσαι δυνάμεις, ὡς καὶ πρόσθεν <lb/>ἐῤῥέθη, διά τε τῶν ὀπῶν
                            συντίθενται καὶ τοῦ ἀμμωνιακοῦ <lb/>θυμιάματος. μιγνυμένων δ’ αὐτοῖς καὶ
                            μετριωτέρων μὲν, <lb/>οὐκ ἀντιπραττόντων δὲ τῇ δυνάμει, σμύρνης δηλονότι
                            καὶ <lb/>λιβανωτοῦ καὶ χαλβάνης, ὅσα τ’ ἄλλα τοιαῦτα.</p><p>[Τίνα πρὸς τοὺς ὑποχεομένους ἁρμόττει.] Πρὸς δὲ <lb/>τοὺς ὑποχεομένους
                            συνετέθησάν τινες ὑπὸ τῶν ἰατρῶν δυνάμεις <lb/>ἐν ὑγροῖς φαρμάκοις,
                            πρώτη μὲν σχεδόν τι πασῶν <lb/>ἡ διὰ μαράθρου χυλοῦ καὶ ὑαίνης χολῆς καὶ
                            μέλιτος Ἀττικοῦ, <lb/>οἱ δὲ καὶ αἰγείας. μετὰ ταῦτα δὲ ἄλλος ἄλλην
                            <lb/>ἔμιξε χολὴν, ὁ μὲν ἀλεκτρυόνος, ὁ δὲ ἐχίδνης, ὁ δὲ θαλαττίας <pb n="725"/> χελώνης, ὁ δὲ καλλιωνύμου. νυνὶ δὲ ἔνδοξόν ἐστι τὸ
                            <lb/>διὰ τῶν σκάρων τῆς χολῆς φάρμακον, ὥσπερ καὶ τὸ διὰ <lb/>τῆς
                            στακτῆς σμύρνης. ἐπαγγελίαι μὲν οὖν ἁπάντων αὐτῶν <lb/>εἰσι μεγάλαι. τὸ
                            δὲ ἔργον αὐτῶν ἐνίοτε μὲν οὐδὲν, ἔστι δ’ <lb/>ὅτε πάνυ σπικρόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>[Περὶ τῶν χρησίμων τοῖς ὀφθαλμοῖς φαρμάκων <lb/>ξηρῶν.] Ἐκ τῆς
                            προγεγραμμένης ὕλης συνετέθη τοῖς <lb/>ἰατροῖς φάρμακα ξηρὰ τὰ καλούμενα
                            πρὸς αὐτῶν ἰδίως ξηροκολλύρια, <lb/>τινὰ μὲν ἐκτήκοντα τύλους καὶ
                            συκώσεις, ἀκανθίδας <lb/>τε καὶ πτερύγια, τινὰ δὲ τοῖς ψωρώδεσι
                            βλεφάροις <lb/>ἁρμόττοντα καὶ τοὺς ὀνομαζομένους μίλφους ὠφελοῦντα. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="431"/>τῶν δριμέων δὲ κολλυρίων ἑτέραν
                            δύναμιν ἔχοντα, διὸ <lb/>καὶ καλοῦνται πρός τινων ἰατρῶν ἀποδακρυτικὰ
                            καὶ ἀποκρουστικὰ, <lb/>καθάπερ καὶ αὐτὰ τὰ κολλύρια. τούτων δὲ αὐτῶν
                            <lb/>τὰ πλεῖστα καὶ τοῖς ἀμβλυωποῦσι διὰ γῆρας ἢ πάχος <lb/>ἢ ψύξιν
                            ὑγρῶν τῶν ἐν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἢ καὶ πνεύματος ﻿<pb n="12.726"/> ἀχλυώδους
                            περιουσίαν οὐ μικρῶς βοηθεῖ. ἔνια δὲ τῶν ξηρῶν <lb/>φαρμάκων κωλύει
                            συστῆναι τὸ πάθος ἐν αὐτοῖς, τὰς ἐπιῤῥοὰς <lb/>εἴργοντα δηλονότι τῶν
                            ὑγρῶν, ἐξ ὧν εἰώθασιν οἱ <lb/>ὀφθαλμοὶ κακοῦσθαι. κάλλιστον δ’ αὐτῶν
                            ἐφάνη τῇ πείρᾳ <lb/>κριθὲν τὸ ὑπ’ ἐμοῦ συντεθὲν, καὶ διὰ τοῦτο παρὰ
                            πολλοῖς <lb/>ὂν ἐν χρήσει σχεδὸν ἐν ἅπασι τοῖς ἔθνεσιν, ὧν ἄρχουσι
                            <lb/>Ῥωμαῖοι. καὶ πρῶτόν γε αὐτοῦ τὴν κατασκευὴν γράψω, βέλτιον
                            <lb/>ἡγούμενος εἷναι τὸ μηδ’ ὅλως ἁλίσκεσθαι πάθεσι τοῦ
                            <lb/>θεραπεύεσθαι καλῶς τὰ γενέσθαι φθάσαντα. ἐπεὶ δὲ καὶ
                            <lb/>Ἀσκληπιάδης πλείστην τε καὶ καλλίστην ἔγραψεν ὕλην τῶν <lb/>τε
                            ξηρῶν καὶ τῶν ὑγρῶν καὶ τῶν κολλυρίων, ἀρξάμενος ἀπὸ <lb/>τῶν ξηρῶν,
                            κᾀγώ μοι δοκῶ πράξειν οὕτω τῇ τάξει τῆς γραφῆς <lb/>ὁμοίᾳ χρησάμενος,
                            ὥστε μετὰ τὸ προσγράψαι τὸ ἐμὸν <lb/>ξηρὸν ἐφεξῆς ἅπαντα γράψαι τὰ ὑπ’
                            Ἀσκληπιάδου κατατεταγμένα <lb/>κατὰ τὸ πρῶτον βιβλίον τῶν ἐκτὸς, ὃ
                            Μαρκέλλᾳ <lb/>ἐπιγράφει. καὶ μετὰ ταῦτά γε καταπλασμάτων τῶν τοῖς
                            <lb/>ὀφθαλμοῖς ἁρμοττόντων, ἀνακολλημάτων τε καί τινων ἐπιχρίστων
                            <lb/>φαρμάκων ὑπὸ τοῦ Ἀσκληπιάδου γεγραμμένων, <pb n="12.727"/> ἄμεινον
                            εἶναί μοι δοκεῖ κᾀκείνων φυλάξαντα τὴν τάξιν τῆς <lb/>γραφῆς, οὕτως ἐπὶ
                            τὴν τάξιν τῶν κολλυρίων τε καὶ τῶν <lb/>ὑγρῶν φαρμάκων ἀφικέσθαι πάντα
                            παραθέμενον, ὡς ὁ <lb/>Ἀσκληπιάδης ἡρμήνευσεν αὐτοῖς τοῖς ἐκείνου
                            ῥήμασιν.</p><p><milestone unit="ed1page" n="208"/>[Τὸ ὑπ’ ἐμοῦ συντεθὲν εἰς ὑγείαν
                            ὀφθαλμῶν <lb/>φάρμακον ξηρόν.] Χρησιμώτατον ὑγιαίνουσιν ὀφθαλμοῖς
                            προφυλακτικὸν <lb/>ἐγὼ συνέθηκα φάρμακον, ὃ πάντες ἔχουσιν ἤδη.
                            <lb/>καίεται γὰρ λίθος Φρύγιος εἰς λεπτὰ καταθραυσθεὶς, ὡς <lb/>εἶναι
                            μείζων τοῦ καλουμένου μὲν ὑπό τινων καρύου ποντικοῦ, <lb/>πρὸς ἄλλων δὲ
                            λεπτοκαρύου. ὁ δὲ τρόπος τῆς καύσεως, <lb/>ὡς κᾀπὶ τῶν ἄλλων ποιούμεθα,
                            εἰς χυτρίδιον καινὸν ἐμβάλλοντες, <lb/>εἶτα περιπηλοῦντες ἔξωθεν,
                            ἐπιτιθέντες δὲ πῶμα τετρημένον <lb/>ἤτοι κατὰ μόνην τὴν κορυφὴν ἢ, ὅπερ
                            βέλτιόν ἐστι, <lb/>καὶ κατὰ ἄλλα μέρη πλείονα, πρὸς τὸ ῥᾳδίως
                            ἀναφέρεσθαι <lb/>δι’ αὐτῶν τὰς λιγνυώδεις τε καὶ καπνώδεις τῶν καιομένων
                            <lb/>ἀποῤῥοάς. ἐπειδὰν δὲ ὁ λίθος ὅλος διάπυρος γένηται, τηνικαῦτα
                            <lb/>χρὴ τὸ χυτρίδιον ἐκκενώσαντας εἰς ἀγγεῖόν τι καθαρὸν <lb/>ἐπιχεῖν
                            βούτυρον οὐ παλαιὸν, ἀνακινοῦντα τὰ μόρια <pb n="12.728"/> τοῦ κεκαυμένου
                            λίθου, καὶ τοῦτο ποιεῖν ἄχρις ἂν ἅπαντα <lb/>σβεσθῇ, τηνικαῦτα δὲ
                            παύεσθαι, καὶ οὕτω πάλιν εἰς τὸ χυτρίδιον <lb/>ἐμβάλλοντας αὐτὰ καίειν
                            αὖθις, ἐνιστάντας τὸ χυτρίδιον <lb/>ἄνθραξι διακεκαυμένοις, ὡς μηδὲν
                            ἔχειν καπνῶδες, ῥιπίζειν <lb/>δὲ τούτους ἕνεκα τοῦ θᾶττον γενέσθαι τὴν
                            καῦσιν. εἶθ’ <lb/>ὅταν διάπυροι γενηθῶσιν οἱ λίθοι καὶ μηκέτ’ ἀναφέρηται
                            <lb/>μηδεμία λιγνὺς, ἐκχέοντας πάλιν αὐτοὺς σβεννύειν οἴνῳ Φαλερίνῳ
                            <lb/>ἤ τινι τῶν κιῤῥῶν καὶ εὐωδῶν, οἷος ὁ Τμωλίτης, <lb/>Ἀριούσιός τε
                            καὶ Λέσβιος, εἶτα πάλιν εἰς τὸ χυτρίδιον <lb/>ἐμβάλλοντας ἐκ τρίτου
                            καίειν, κᾀπειδὰν διάπυρος ὁ λίθος <lb/>γένηται, σβεννύειν αὖθις μέλιτι
                            Ἀττικῷ μὴ πολλῷ, γενήσεται <lb/>γὰρ οὐ ξηρὸν τὸ φάρμακον, ἀλλ’ ἔχον τι
                            γλισχρότητος. <lb/>ἔστω δέ σοι προλελειωμένα πλείοσιν ἡμέραις ἀκριβῶς,
                            ὡς <lb/>χνοώδη γεγονέναι τὰ ὑπογεγραμμένα. ♃ χαλκοῦ <milestone unit="ed2page" n="432"/>κεκαυμένου <lb/>γο α΄. ὅπερ ἐστὶ δραχ. η΄.
                            πεπέρεως λευκοῦ τὸ ἴσον, <lb/>φύλλου μαλαβάθρου τὸ ἴσον, στίμμεως τὸ
                            ἡμιόλιον, ὅπερ <lb/>ἐστὶ δραχ. ιβ΄. τούτοις μίγνυε τοῦ κεκαυμένου λίθου
                            λίτραν α΄. <lb/>κᾀπειδὰν ἅπαντα καλῶς λειωθῇ καὶ μέλλῃς ἀνελέσθαι τὸ <pb n="729"/> φάρμακον, ἐπέμβαλλε τοῦ Συριακοῦ ὀποβαλσάμου γο α΄ S".
                            <lb/>ὅπερ ἐστὶν αὐτῶν τὸ πᾶν δραχ. ιβ΄. λεπτὸν δὲ καὶ διαφανὲς <lb/>ἔστω
                            κατὰ τὴν σύστασιν τὸ ὀποβάλσαμον, μὴ παχὺ, καθάπερ <lb/>εἴωθεν ἐν τοῖς
                            ἀγγείοις αὐτὸ κατὰ τὸν πυθμένα συνίστασθαι. <lb/>κωλύσει γὰρ τὸ οὕτω
                            παχὺ ξηρὸν εἶναι τὸ φάρμακον, <lb/>χρῆσθαι δ’ αὐτῷ δεῖ κατὰ τῶν βλεφάρων
                            μόνον ἐπιφέροντα <lb/>τὴν μήλην χωρὶς τοῦ τῶν χιτώνων αὐτῶν ἅψασθαι
                            <lb/>τοῦ ὀφθαλμοῦ. τὰ πολλὰ μὲν οὖν ἀρκεῖ κατὰ μόνου τοῦ <lb/>κάτω
                            βλεφάρου τὴν μήλην ἐπιφέρειν. οὐδὲν δὲ κωλύει καὶ <lb/>τὸ ἄνω βλέφαρον
                            ὁμοίως ὑπαλείφειν, ὅταν ἡ χρεία μείζων <lb/>ᾖ τοῦ φαρμάκου, τουτέστιν
                            ὅταν ἤδη σαφῶς ἔχῃ τινὰ ταραχὴν <lb/>ὁ ὀφθαλμὸς, οὐ μὴν περιμένειν γε
                            χρὴ γενέσθαι τοῦτο. <lb/>φθάνοντα δὲ χρῆσθαι κατὰ τὴν αἴσθησιν τοῦ
                            πάθους <lb/>ἐν παντὶ καιρῷ τῆς ἡμέρας, εἰ καὶ πεπωκώς τις εἴη <lb/>καὶ
                            δεδειπνηκὼς, καὶ πολλάκις γε χρῆσθαι φυλαττόμενον, ὡς <lb/>ἔφην,
                            ἅπτεσθαι τῶν χιτώνων. χρὴ δὲ καὶ τὸν ὑπαλειφόμενον <lb/>αὐτὸν ἀνεῳγμένα
                            παρέχειν τὰ βλέφαρα, κᾀπειδὰν ὑπαλείψηται, <lb/>μὴ ἐπιμύειν αὐτοῖς.
                            τοῦτο μὲν ὑπ’ ἐμοῦ συνετέθη <pb n="12.730"/> τὸ φάρμακον, οὐκ ἐπιτρέπον
                            ὀφθαλμιάσαι τὸν καλῶς τούτῳ <lb/>χρώμενον. ἐφεξῆς δὲ γράψω τὰ πρὸς
                            διαθέσεις ἁρμόττοντα, <lb/>τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τῶν ὑπ’ Ἀσκληπιάδου γεγραμμένων
                            <lb/>ποιησάμενος. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>