<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg076.1st1K-grc1:3.1-3.3</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg076.1st1K-grc1:3.1-3.3</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg076.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΣΥΝΘΕΣΕΩΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ <lb/>ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΥΣ ΒΙΒΛΙΟΝ Γ.</head><p>Ὤτων πόνοι γίνονται τινὲς μὲν διὰ ψύξιν, <lb/>οὓς ἐν ὁδοιπορίαις
                            καταπνευσθέντες ὑπὸ ἀνέμων ψυχρῶν <lb/>ἴσχουσιν, ἔνιοι δὲ καὶ διὰ λουτρὰ
                            ψυχρὰ καὶ διά τινα τῶν <lb/>φαρμακωδῶν ὑδάτων, ἐν οἷς λούονται πολλάκις
                            ἔνιοι τρυφῶντες, <lb/>εἰσὶ δ’ οἳ καὶ δι’ ὠφέλειαν. γίνονται δὲ ὠτὸς
                            ὀδύναι <lb/>καὶ διὰ φλεγμονὴν, ποτὲ μὲν αὐτοῦ μόνου τοῦ κατὰ <lb/>τὸν
                            πόρον δέρματος, ποτὲ δὲ καὶ διὰ βάθους, ἡνίκα τὸ <pb n="12.600"/> νεῦρον τὸ
                            ἀκουστικὸν εἰς φλεγμονώδη διάθεσιν ἀφίκηται. <lb/>καθ’ ὃν δὲ λόγον ἡ
                            φλεγμονὴ τείνουσα τὰ φλεγμαίνοντα <lb/>μόρια τὴν ὀδύνην ἐργάζεται, κατὰ
                            τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ <lb/>πνεῦμα φυσῶδες οὐκ ἔχον διέξοδον ὀδυνηρὸν
                            γίνεται. τῇ δὲ <lb/>ἐκ τῶν ἔξωθεν ὑγρῶν δακνωδῶν ἐκπτώσει παραπλησίως
                            ὀδυνῶσιν <lb/>οἱ ὲν αὐτῷ τῷ σώματι γεννηθέντες ἰχῶρες.</p><p>[Περὶ τῶν ἀπὸ ψύξεως ὠταλγιῶν.] Τὰς μὲν οὖν ὑπὸ <lb/>ψύξεως μόνης
                            γινομένας ὀδύνας τὰ θερμαίνοντα θεραπεύει <lb/>τάχιστα. καί τινας τῶν
                            ἀγροίκων οἶδα διαγλύφοντάς τι τῶν <lb/>μεγάλων κρομμύων, εἶτα πληροῦντας
                            ἐλαίου καὶ θερμαίνοντας <lb/>ἐν σποδιᾷ συμμέτρως, ἐγχέοντας τοῖς ὠσί.
                            τινὰς δὲ ἐν <lb/>ἐλαίῳ ζέοντας οὐ κρόμμυον μόνον, ἀλλὰ σκόροδον, εἶθ’
                            οὕτως <lb/>ἐγχέοντας. ἐγὼ δὲ εὐφορβίου παντελῶς <milestone unit="ed2page" n="391"/>ὀλίγον <lb/>ἐλαίῳ παλαιῷ πολλῷ μιγνὺς
                            χρῶμαι, καθάπερ γε καὶ πεπέρεως <lb/>ἀκριβέστατα λελειωμένου. τὰς γὰρ
                            κατὰ ψύξιν ὠταλγίας <lb/>τὰ οὕτω θερμαίνοντα μεγάλως ὀνίνησιν. ὠφελεῖ δὲ
                                <pb n="12.601"/> αὐτοὺς καὶ τὸ ἀμαράκινον ἔλαιον ἐγχεόμενον καὶ ἡ
                            ἀρίστη <lb/>νάρδος καὶ τὸ καλούμενον Ῥωμαϊστὶ φουλίατόν τε καὶ σπικάτον.
                            <lb/>ὠφελεῖ δὲ καὶ τὸ Κομμαγηνόν. εἰ δὲ καὶ πήγανον <lb/>ἑψήσεις ἐλαίῳ
                            μὴ στύφοντι καὶ προσέτι λεπτομερεῖ, καθάπερ <lb/>ἐστὶ τὸ Σαβῖνον,
                            ὀνήσεις μεγάλως.</p><p>[Περὶ τῶν ἐξ ὕδατος φαρμακώδους ὠταλγιῶν.] Ὅταν <lb/>δὲ ἐξ ὕδατος
                            φαρμακώδους περιέχηταί τι κατὰ τὸν ἀκουστικὸν <lb/>πόρον, συνεχῶς ἐγχεῖν
                            ἔλαιον προσήκει, ἐκκλύζοντας <lb/>αὐτὸ καὶ δι’ ἐρίου μαλακοῦ
                            σπογγίζοντας καὶ αὖθις ἐγχέοντας. <lb/>παρηγορεῖ δὲ αὐτοὺς μεγάλως καὶ
                            ὠοῦ τὸ λευκὸν, ᾧ <lb/>καὶ πρὸς τὰς ὀφθαλμίας χρώμεθα, καὶ γάλα
                            γυναικεῖον. εὔδηλον <lb/>δὲ ὅτι πᾶν ὅ τι ἂν προσφέρηται θερμὸν εἶναι χρὴ
                            <lb/>μετρίως. ὠφελεῖ δὲ αὐτοὺς καὶ τὸ χήνειον στέαρ ἱκανῶς· <lb/>ὠφελεῖ
                            δὲ καὶ τὸ τῶν ἀλωπέκων.</p><p>[Περὶ τῆς διὰ φλεγμονὴν γινομένης ὠταλγίας.] Εἰ δὲ <lb/>φλεγμονή τις εἴη,
                            κάλλιστον πρὸς αὐτὴν φάρμακον ἐγχεόμενον <lb/>νάρδινον μύρον μετὰ
                            βραχυτάτου βασιλικοῦ καλουμένου <lb/>φαρμάκου. προσαγορεύεται δὲ τοῦτο
                            καὶ τετραφάρμακον· <pb n="12.602"/> καὶ τὸ Κομμαγηνὸν δὲ ἐπιτήδειόν ἐστι.
                            καὶ τὸ διὰ <lb/>τῶν στεάτων φάρμακον, οὗ τὴν σύνθεσιν ὀλίγον ὕστερον
                            <lb/>γράψω. βιαζομένης δὲ τῆς ὀδύνης ἀναγκαῖόν ἐστι χρῆσθαι <lb/>καὶ
                            τοῖς ναρκῶσι μὲν αἴσθησιν, ὥσπερ καὶ τοῖς ἐπὶ κώλῳ <lb/>καὶ νεφροῖς καὶ
                            ὅλως ἅπαντα πάσχοντι μορίῳ σφοδρῶς ἀλγοῦσι. <lb/>μίγνυται δὲ τοῦτο τῷ
                            γυναικείῳ γάλακτι καὶ τῷ <lb/>λευκῷ τοῦ ὠοῦ, ἃ καὶ καθ’ ἑαυτὰ
                                πολ<milestone unit="ed1page" n="188"/>λάκις ἥρμοσεν <lb/>ὤτων
                            φλεγμοναῖς. μίγνυται δὲ καὶ καστορίῳ τὸ ὄπιον καὶ <lb/>χρὴ παρεσκευάσθαι
                            τοῦτο πρὸ πολλοῦ μεμιγμένον, ἤτοι γε <lb/>ἴσῳ κατὰ τὸν σταθμὸν ἢ
                            διπλασίῳ τῷ καστορίῳ, πρὸς μὲν <lb/>τὰς σφοδροτάτας ὀδύνας ἴσῳ, πρὸς δὲ
                            τὰς ἐλάττονας διπλασίῳ. <lb/>τὸ δὲ ὑγρὸν ἔστω τὸ ἐκ τοῦ γλεύκους ἕψημα,
                            πολὺ <lb/>γὰρ ἀνωδυνώτερον τοῦτο τῶν γλυκέων ἐστὶν οἴνων. εὐθέως
                            <lb/>οὖν ἀπ’ ἀρχῆς ἀκριβῶς λεῖα τὰ εἰρημένα φάρμακα τούτῳ <lb/>μιγνύσθω,
                            τὸ μὲν καστόριον προλελειωμένον ἀκριβῶς, ὁ δὲ <lb/>τῆς μήκωνος ὀπὸς ἐν
                            αὐτῷ τῷ ἑψήματι λελυμένος καὶ οὕτω <lb/>μιχθέντα τὰ τρία λειούσθω καλῶς.
                            εἶτα ἐπὶ τῆς χρήσεως <lb/>ἀνιέσθω πάλιν ἑψήματι μέχρι τοσαύτης
                            συστάσεως, ὡς ἐγχεῖσθαι <pb n="12.603"/> δύνασθαι διὰ τῶν καλουμένων
                            ὠτεγχύτων, ἐπὶ λύχνῳ <lb/>χλιανθέντων. ἐγὼ δὲ οὐκ ἐγχέω τοῖς
                            περιωδυνοῦσιν <lb/>οὐδὲν φάρμακον, οὐδ’ ἐκμάττω δι’ ἐρίου, τῇ πείρᾳ
                            τοῦτο <lb/>διδαχθεὶς, ὡς ἄμεινόν ἐστι μηδ’ ὅλως ψαύειν τοῦ πόρου
                            <lb/>τοῦ ἀκουστικοῦ κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ὀδύνης. ἀλλὰ διὰ μηλωτίδος
                            <lb/>ἀμφιεσθείσης ἐρίῳ μαλακωτάτῳ πυριῶ τε τοὺς περιωδυνῶντας,
                            <lb/>ἐμβάλλω τε τὸ φάρμακον ὡδί πως ἑτοιμασθὲν, <lb/>κεχλιασμένον ἐν
                            ὠτεγχύτῃ μετρίως οὕτως, ὡς πυνθανομένων <lb/>ἡμῶν τοῦ κάμνοντος, εἰ
                            χλιαρὸν αὐτῷ φαίνοιτο καὶ εἰ ἔτι <lb/>δύναται φέρειν αὐτὸ, θερμότερον
                            γενόμενον μέχρι τοσούτου <lb/>προσάγειν τὴν θερμασίαν, ὡς μηδέπω λυπεῖν.
                            βάπτων οὖν <lb/>εἰς τὸ οὕτω παρεσκευασμένον φάρμακον τὴν μηλωτίδα κατὰ
                            <lb/>τὴν ἀρχὴν τοῦ πόρου μετρίως ἐπιτιθεὶς, ἀποῤῥεῖν εἰς τὸ βάθος
                            <lb/>ἐπίτρεπε καὶ μετὰ ταῦτα πάλιν αὖθις καὶ αὖθις καὶ <lb/>πολλάκις
                            βάπτων τὸ αὐτὸ τοῦτο ποίει, μηδένα διαλείπων <lb/>χρόνον. εὔδηλον δ’ ὅτι
                            τούτου γινομένου πάντως τι καὶ <lb/>ἀποῤῥυήσεται πρὸς τοὐκτὸς
                            πληρωθέντος ὅλου <milestone unit="ed2page" n="392"/>τοῦ <lb/>ἀκουστικοῦ
                            πόρου. τοῦτο τοίνυν δέχου μετρίως, καθ’ ὅσον ﻿<pb n="12.604"/> οἷόν τε μὴ
                            ψαύων τοῦ ὠτός. ἐπειδὰν δὲ καλῶς πυριάσῃς, <lb/>ἐάσας τὸν πόρον, ὃς
                            ἐπληρώθη τοῦ φαρμάκου, μαλακὸν ἐπίθες <lb/>ἔξωθεν ἔριον αὐτῷ τε τῷ
                            στόματι τοῦ πόρου καὶ μετὰ <lb/>τοῦτο παντὶ τῷ ὠτί. καὶ ἐὰν δεήσῃ
                            πυριάσαι πάλιν, ἀτρέμα <lb/>βαστάξας τὸ ἀντεπικείμενον ἔξωθεν ἔριον
                            αὖθις ὁμοίως πυρία <lb/>φυλαττόμενος ὡς οἷόν τε μηδ’ ἄλλου τινὸς μέρους
                            τοῦ <lb/>ὠτὸς ἅψασθαι. καὶ τούτῳ γε πρόσεχε τὸν νοῦν ὡς μεγίστῳ
                            <lb/>παραγγέλματι τῆς τῶν ὤτων ἐπιμελείας. ἡ πυρία δέ σοι γινέσθω,
                            <lb/>καθὰ προείρηται, διὰ τῶν ἀνωδύνων, ἅπερ ἐστὶ τό <lb/>τε κάλλιστον
                            νάρδινον μύρον, ἔχον ὀλίγιστον ἐν αὑτῷ τοῦ <lb/>τετραφαρμάκου, καὶ μετὰ
                            τοῦτο τὸ Κομμαγηνόν τε καὶ Σούσινον <lb/>καὶ τὰ πολυτελῆ μύρα τῶν
                            πλουσίων γυναικῶν, ἃ <lb/>καλοῦσιν αὗται σπικάτα καὶ φουλιάτα. ἔστι δὲ
                            παχύτερα ἢ <lb/>ὥστε ἐγχεῖσθαι. λύειν οὖν αὐτὰ διά τε τοῦ ναρδίνου μύρου
                            <lb/>καὶ, εἰ θέρος εἴη καὶ θερμασίας αἴσθησις τῷ κάμνοντι, κατὰ <lb/>τὸ
                            φλεγμαῖνον οὖς διὰ ῥοδίνου καλοῦ, μὴ παρόντος δὲ <lb/>τούτου, δι’
                            ἀμυγδαλίνου. μέμνησο δ’ ὅτι καλὸν ἀεὶ λέγω <pb n="12.605"/> ῥόδινον, ἐν ᾧ
                            πλεῖστα μὲν ἀποβέβρεκται ῥόδα, τὸ δὲ ἔλαιον, <lb/>ἐν ᾧ ταῦτα
                            ἀποβέβρεκται τῶν ὠμοτριβῶν καλουμένων ἔστω, <lb/>εἰ οἷόν τε, χωρὶς ἁλῶν
                            ἐσκευασμένον, οὐδενὸς ἄλλου προσεμβεβλημένου <lb/>τοῖς ῥόδοις, καθάπερ
                            οἱ τὰ στύμματα προσεμβάλλοντες <lb/>ποιοῦσιν, ἕνεκα τοῦ πολλῷ χρόνῳ
                            διαμεῖναι τὸ <lb/>ῥόδινον εὐῶδες.</p><p>[Περὶ τῶν ἐπὶ πνεύματι φυσώδει ἢ παχέσι καὶ γλίσχροις <lb/>χυμοῖς
                            ὠταλγιῶν.] Εἰ δὲ καὶ πνεῦμα φυσῶδες ἤ τινα <lb/>παχὺν ἢ γλίσχρον χυμὸν,
                            οὐκ ἔχοντα διέξοδον, ἐγκατακεκλεῖσθαι <lb/>στοχάσαιο καὶ τῶν
                            ἐκφραττόντων τι φαρμάκων μίγνυε. <lb/>τεχνικὸς γὰρ στοχασμός σοι γένοιτο
                            τῶν τοιούτων αἰτίων <lb/>τοῦ πόνου τά τε προηγησάμενα καὶ τὰ παρόντα
                            πυθομένῳ. <lb/>ψύξεως μὲν γὰρ προηγησαμένης τὸ φυσῶδες ἀθροίζεται
                            <lb/>πνεῦμα, βάρους δὲ κεφαλῆς ἐδεσμάτων τε φλεγματωδῶν καὶ
                            <lb/>κακοχύμων οἱ ψυχροὶ καὶ παχεῖς χυμοί. τούτοις γὰρ ἐπιγενομένης
                            <lb/>ψύξεως αἱ ὀδύναι συμβαίνουσι τῶν πρότερον διαπνεομένων
                            <lb/>ἐπισχεθέντων διὰ τὴν πύκνωσιν. ἐπὶ τούτων οὖν <pb n="12.606"/> ὁ ἀφρὸς
                            τοῦ νίτρου καὶ τὸ νίτρον αὐτὸ τὸ μαλακὸν, ἀφρόνιτρόν <lb/>τε τὸ τοιοῦτον
                            καὶ τὸ καλούμενον ἀμυγδάλινον ἔλαιον <lb/>εὐλόγως μίγνυται τοῖς ὠτικοῖς
                            φαρμάκοις. ἐκ τούτου τοῦ <lb/>γένους ἐστὶν ὅ τε λευκὸς καὶ ὁ μέλας
                            ἐλλέβορος καὶ τὸ <lb/>στρουθίον, ἀμύγδαλά τε τὰ πικρὰ καὶ τῶν τριῶν
                            ἀριστολοχιῶν <lb/>ἣν ἂν ἔχοις, ἥ τε Ἰλλυρικὴ ἴρις. εἰ δὲ καὶ τὸ
                            κιννάμωμον <lb/>ἔχοις, ἐμβαλεῖς καὶ τούτου, μὴ παρόντος δὲ αὐτοῦ,
                            <lb/>κασσίαν τήν τε ζίγιρ καλουμένην καὶ τὴν μοτώδη καὶ τὸ
                            <lb/>καρπήσιον, ὃ πλεῖστον μέν ἐστιν ἐν Σίδῃ τῆς Παμφυλίας <lb/>καὶ διὰ
                            τοῦτο εὐωνότατον πιπράσκεται. Κόϊντος δὲ ὁπότε <lb/>ἀποροίη κινναμώμου,
                            τοῦτο ἐπέβαλλεν ἀντ’ αὐτοῦ διπλάσιον, <lb/>ὥσπερ ἔνιοι τὴν κασσίαν.
                            ἐκφρακτικὰ δὲ τῶν ἐν τοῖς <lb/>ὠσὶ πόρων εἰσὶ καὶ τὰ τοὺς ἐν τοῖς
                            νεφροῖς λίθους θρύπτοντα <lb/>καὶ πᾶν εἴ τι λεπτομερὲς ἄνευ δήξεως, ὅπως
                            μὴ <lb/>παροξύνῃ τὴν ὀδύνην. ἐν οἷς ἐστι καὶ σικύου τοῦ ἀγρίου ἡ
                            <lb/>ῥίζα καὶ βρυωνίας καὶ ἄρου καὶ δρακοντίου καὶ κενταυρίου <lb/>καὶ
                            πολίου καὶ ὅλως τῶν πικρῶν ἁπάντων. ἀδήκτως γὰρ <lb/>καὶ ἀλύπως
                            ἐκκαθαίρει ταῦτα τοὺς πόρους, διαῤῥύπτει τε <pb n="12.607"/> καὶ διατέμνει
                            τὰ ἐμπεφραγμένα. διὰ τοῦτο δὲ γράφω πολλὰ <lb/>παραδείγματα τῶν
                            τοιούτων, καίτοι γε ἐν τοῖς περὶ τῶν <lb/>ἁπλῶν φαρμάκων τῆς δυνάμεως
                            εἰρηκὼς πάντα, διότι βούλομαι <lb/>κατὰ πάντα τόπον τῆς γῆς εὐπορεῖν
                            ἡμᾶς βοηθη<milestone unit="ed2page" n="393"/>μάτων, <lb/>ἔχοντας
                            πρόχειρον αὐτῶν τὴν μνήμην. ἄλλα γὰρ <lb/>ἐν ἄλλοις χωρίοις πλεονάζει τε
                            καὶ βελτίω τῶν ἐν ἑτέροις <lb/>γινομένων ἐστίν. ἐπεί τοι τό γε διὰ τῶν
                            στεάτων ἀρκέσει <lb/>σοι σύνθετον φάρμακον ἔκ τε τῶν ἁπλῶν, ὅσα μικρῷ
                            πρόσθεν <lb/>διῆλθον ὀδύνης πραϋντικά. θαυμάσαι δέ ἐστι τῶν ἰατρῶν,
                            <lb/>ὅσοι χωρὶς διορισμοῦ πρὸς ὀδύνας ὤτων ἔγραψάν τινα <lb/>φάρμακα. τὰ
                            μὲν γὰρ ὑπὸ ψύξεως ὀδυνώμενα τάχιστα θεραπεύεται <lb/>διὰ τῶν
                            θερμαινόντων. ἐὰν δὲ ὑπὸ δριμύτητος <lb/>δακνώδους ἢ φλεγμονῆς
                            σφυγματώδους ἡ ὀδύνη γίνηται, μεγίστη <lb/>βλάβη συμπίπτει τοιούτων
                            προσαχθέντων φαρμάκων. <lb/>αἱ μέντοι μέτριαι φλεγμοναὶ καὶ μὴ
                            σφυγματώδεις καὶ διὰ <lb/>τῶν τοιούτων θεραπεύονται φαρμάκων, ὁποῖόν
                            ἐστιν ὄξος <lb/>μετὰ ῥοδίνου χλιανθὲν, ἀναμιχθέντων ἀμφοῖν ἀκριβῶς. οὕτω
                            <lb/>δὲ καὶ γλαύκιον, ἐπ’ ἀκόνης ἰατρικῆς ἀποτριβόμενον μετ’ <pb n="608"/> ὄξους ὀνίνησι τὰς ἐπὶ φλεγμονῆς βραχείας ὀδύνας. ἄμεινον <lb/>δὲ τὸν
                            ἐκ τοῦ γλαυκίου προκατεσκευασμένον τροχίσκον ἔχειν, <lb/>πολυχρηστότατον
                            φάρμακον, ὅστις γίνεται λειωθέντος ἀκριβῶς <lb/>τοῦ γλαυκίου δι’ ὕδατος
                            ὀμβρίου, κᾄπειτα ξηρανθέντος <lb/>τε καὶ ἀναπλασθέντος. ἐὰν δὲ
                            ψαθυρώτερον ᾖ, ὡς ἀναπλάττεσθαι <lb/>φαίνηται, μίξεις αὐτῇ κόμμεως
                            ὀλίγον. ἀρκεῖ δὲ <lb/>δωδέκατον ἢ πεντεκαιδέκατον εἶναι μέρος αὐτοῦ τοῦ
                            γλαυκίου. <lb/>καὶ τὰ διὰ γλαυκίου δὲ κολλύρια κατὰ τὸν αὐτὸν
                            <lb/>τρόπον ἀποτριβόμενα δι’ ὄξους ὀνίνησιν ἐνσταζόμενα τοῖς <lb/>ὠσὶ,
                            καὶ τούτων οὐδὲν ἧττον τὰ διὰ κρόκου. ταῦτα μὲν <lb/>οὖν εἰσιν ὀδύνης τε
                            καὶ φλεγμονῆς ἰάματα· περὶ δὲ τῶν <lb/>ἄλλων διαθέσεων τῶν ἐν τοῖς ὠσὶν
                            γινομένων ἃ διὰ τῆς <lb/>ἐμῆς ἐμπειρίας ἔκρινα διελθὼν, οὕτως ἐπὶ τὰ
                            τοῖς πρὸ ἐμοῦ <lb/>γεγραμμένα καταβήσομαι.</p><p><milestone unit="ed1page" n="189"/>[Περὶ τῶν ἐν τοῖς ὠσὶν ἑλκῶν.] Ὅσα
                            μὲν πρόσφατα <lb/>τό τε γλαύκιον ἀποθεραπεύει, μόνον ἀποτριβόμενον
                            <lb/>μετ’ ὄξους, ὡς ἀρτίως εἴρηται, καὶ τὰ δι’ αὐτοῦ κολλύρια <lb/>πάντα
                            καὶ τὰ διάκροκά τε καὶ τὰ διάῤῥοδα καλούμενα ﻿<pb n="12.609"/> παρὰ τῶν
                            ἰατρῶν, ὥσπερ καὶ τὸ τοῦ Νείλου, θεραπεύει δὲ <lb/>καὶ τὸ τοῦ
                            Δαμοκράτους διάσμυρνον. τὰ δὲ πυοῤῥοοῦντα <lb/>χωρὶς ὀδύνης, ὅσα μὲν
                            μετρίως τοῦτο πάσχει, διὰ τῶν αὐτῶν <lb/>θεραπεύεται, τὰ δὲ ἰσχυρῶς διὰ
                            τῶν τοιούτων, ὁποῖός <lb/>ἐστιν ὁ Ἀνδρώνειος τροχίσκος καὶ ὁ τοῦ Μούσα,
                            μεθ’ ἑψήματος <lb/>καὶ ὀλίγου ὄξους ἀνιέμενος, ὧν ἡ ποικιλία τῆς
                            συνθέσεως <lb/>αὖθις εἰρήσεται. νικωμένων δὲ καὶ τούτων σκωρίαν
                            <lb/>σιδήρου μετ’ ὄξους δριμυτάτου λειώσας ἐπιπλεῖστον πολλαῖς
                            <lb/>ἡμέραις ἐν ἡλίῳ θαῤῥῶν χρῶ, εἰ καὶ παράλογον εἶναι δοκεῖ <lb/>τῶν
                            δριμυτάτων φαρμάκων ἀνέχεσθαι τὸ οὖς, ὃ μικρὸν ἔμπροσθεν <lb/>εἶπον,
                            οὐδὲν δὲ τῶν μαλακωτάτων ἐγχεομένων <lb/>ἀλύπως ὑπομένειν τὴν πρόπτωσιν,
                            ἀλλὰ καὶ ταῦτα φαίνεσθαι <lb/>πλήττοντα.</p><p>[Περὶ δυσηκοϊῶν καὶ ἤχων.] Λείποιτ’ ἂν οὖν ἔτι περὶ <lb/>δυσηκοΐας τε καὶ
                            ἤχων διελθεῖν, οὐδὲν κοινωνούντων ἀλγήμασί <lb/>τε καὶ ἑλκώσεσι, περὶ ὧν
                            ἑξῆς ἐρῶ τὰς ἐπαινουμένας <lb/>μεγάλας ὑπὸ τῶν ἐνδόξων ἰατρῶν πρότερον
                            διελθὼν ὠτικὰς <pb n="12.610"/> δυνάμεις, καθ’ ὅντινα λόγον συνετέθησαν.
                            ἄρξομαι δὲ <lb/>ἀπὸ τῆς ὑφ’ Ἥρα γεγραμμένης.</p><p><milestone unit="ed2page" n="394"/>[Ὠτικὴ, ὡς Ἥρας·] Ἥρας μὲν οὖν οὕτως
                            ἔγραψεν. <lb/>ὠτικὴ πρὸς πᾶν ἄλγημα καὶ πᾶν ἕλκος. ταύτῃ ἐχρησάμην
                            <lb/>ἐπί τινος πυρέσσοντος καὶ παρακόπτοντος διὰ τὰ ἀλγήματα <lb/>καὶ
                            ἐποίησε δαιμονίως. ♃ σμύρνης δραχ. α΄. λιβάνου δραχ. γ΄. <lb/>οἱ δὲ
                            δραχ. ζ΄. ἀφρονίτρου δραχ. γ΄. κρόκου δραχμὰς δ΄. οἱ δὲ <lb/>δραχ. α΄.
                            μηκωνείου δραχ. γ΄. χαλβάνης δραχ. β΄. ἀμύγδαλα πικρὰ <lb/>λελεπισμένα
                            κ΄. ἀναλάμβανε ὄξει, ἐπὶ δὲ τῆς χρείας περιωδυνίας <lb/>μὴ οὔσης, ῥοδίνῳ
                            διεὶς ἔνσταζε, δυσηκοΐας δὲ οὔσης <lb/>ὄξει διεὶς. Ἥρας μὲν οὖν ἓν τοῦτο
                            ἠρκέσθη γράψαι φάρμακον <lb/>ἀλγήματός τε παντὸς ἴαμα καὶ ἕλκους ὤτων·
                            ἐγὼ δὲ <lb/>τὰς μὲν ὀδύνας τῇ τε διὰ τῶν στεάτων, ὡς εἴρηκα, γινομένῃ
                            <lb/>θάλψει καὶ τῷ ναρδίνῳ μύρῳ μετὰ τοῦ τετραφαρμάκου <lb/>πραΰνεσθαί
                            φημι, σὺν τῷ καὶ τὰς διαθέσεις αὐτὰς ὠφελεῖσθαι, <lb/>καθάπερ γε καὶ ὠοῦ
                            τῷ λευκῷ καὶ γάλακτι γυναικείῳ. <lb/>πραΰνεσθαι δὲ μόνον ἄνευ τοῦ τὰς
                            διαθέσεις ὠφελεῖσθαι <lb/>διὰ τοῦ μηκωνείου, κατὰ δέ τι συμβεβηκὸς οὐ
                            πρώτως <pb n="12.611"/> εἴποι τις ἂν καὶ τὰς διαθέσεις ὀνίνασθαι.
                            παυσαμένης γὰρ <lb/>τῆς ὀδύνης καὶ ὕπνων γενομένων ἡ φύσις πέττει τὰς
                            τὴν <lb/>ὀδύνην ἐργαζομένας διαθέσεις. τὰ δὲ ἕλκη τὰ ἐν τοῖς ὠσὶν
                            <lb/>ἐθεράπευσα διὰ παντὸς τῷ γλαυκίῳ δι’ ὄξους, ὥσπερ γε <lb/>μετὰ
                            ῥεύματος ἢ πύου τοῖς τροχίσκοις, ἀπὸ τῶν πρᾳοτέρων <lb/>ἀρχόμενος,
                            ὁποῖός ἐστιν ὁ Πολυείδου καὶ μετὰ τοῦτον ὁ <lb/>Ἀνδρώνειος καὶ μετ’
                            ἐκεῖνον ὁ καλούμενος Βιθυνὸς, ᾧ παραπλήσιός <lb/>ἐστιν ὁ ἐμὸς, τουτέστιν
                            ὁ διὰ χάρτου κεκαυμένης, <lb/>ὡς δὲ ἐγὼ νομίζω, καὶ βελτίων. γίνεται δὲ
                            οὐκ ἀεὶ χρεία <lb/>πάντων, ἀλλ’ ἀρκεῖ τοὐπίπαν εἶς, ἐὰν ἐπίστηταί τις
                            αὐτῷ <lb/>χρῆσθαι, ποτὲ μὲν διὰ σιραίου λύων, ὁπόταν βούληται πρᾳότερον
                            <lb/>ἐργάσασθαι τὸ φάρμακον, αὖθις δὲ δι’ οἴνου γλυκέος, <lb/>εἶτα δι’
                            ὄξους μὴ δριμέος, εἶτα διὰ τοῦ δριμέος, ἐπὶ <lb/>τέλει δὲ διὰ τοῦ
                            δριμυτάτου. διὸ καὶ διὰ τῆς τοιαύτης μίξεως <lb/>ἄλλοτε ἄλλης γινομένης
                            ἐκλύειν δυνάμενος τὸ σφοδρὸν <lb/>τοῦ φαρμάκου τὸ ἰσχυρότατον σκευάσας
                            μόνον, ἔχειν δυνήσῃ. <lb/>θαυμάσαι δὲ ἔστιν, ὡς ἔφην, τῶν πλείστων
                            ἰατρῶν <pb n="12.612"/> ὠταλγίας φάρμακα γραψάντων πάμπολλα χωρὶς
                            διορισμῶν, <lb/>ἐφεξῆς ἀλλήλων ἐναντιωτάτας ἔχοντα δυνάμεις· οἷον
                            εὐθέως, <lb/>ἀπὸ γάρ τοι τῶν παλαιοτέρων ἄρξασθαι κάλλιον, Ἀπολλώνιος
                            <lb/>ὁ Ἡροφίλειος ἐν τῇ τῶν εὐπορίστων φαρμάκων <lb/>γραφῇ κατὰ μὲν τὴν
                            ἀρχὴν τοῦ βιβλίου κεφαλαλγίας ἰάματα <lb/>γράφων, πρῶτα μὲν πάντων ἔταξε
                            τὰ δι’ ἔγκαυσιν, <lb/>εἶτ’ ἐφεξῆς δεύτερα τὰ διὰ ψύξιν, εἶτ’ ἐπ’ αὐτῷ τὰ
                            διὰ μέθης <lb/>τε καὶ ἀκρατοποσίης· αὐτὸς γὰρ οὕτως ὠνόμασε· τέταρτα
                            <lb/>δὲ τὰ διὰ πληγὴν ἢ πτῶμα, τελευταῖα δ’, ὡς αὐτὸς προὔγραψε,
                            <lb/>πρὸς τὰς τῶν κροτάφων ἀλγηδόνας καὶ τοὺς πόνους <lb/>ὅλους τῆς
                            κεφαλῆς τοὺς χωρὶς φανερᾶς αἰτίας γινομένους. <lb/>ἐπὶ δὲ τῆς τῶν ὤτων
                            ὀδύνης οὐδένα προσέθηκε διορισμὸν, <lb/>ἀλλ’ ἁπλῶς προγράψας πρὸς
                            ὠταλγίαν ἑξῆς καταλέγει <lb/>φάρμακα τὰ μὲν θερμαίνοντα, τὰ δὲ ψύχοντα,
                            καὶ τὰ <lb/>μὲν ὑγραίνοντα, τὰ δὲ ξηραίνοντα, καὶ κατὰ τὰς δευτέρας
                            <lb/>δυνάμεις τε καὶ ποιότητας τὰ μὲν αὐξηρὰ, τὰ δὲ στρυφνὰ, <lb/>τὰ δὲ
                            πικρὰ, τὰ δὲ δριμέα, τὰ δ’ ὀξέα, τὰ δ’ ἁλυκὰ, καὶ πρὸς <pb n="12.613"/>
                            τούτοις ἔτι τὰ μὲν διαφοροῦντα, τὰ δὲ σφίγγοντά τε καὶ <lb/>συνάγοντα
                            καὶ ἀποκρουόμενα τὰς ἐπιῤῥοὰς, τὰ δ’ ἑλκτικὰ <lb/>τῶν ἐν βάθει, καὶ τὰ
                            μὲν ἐκφρακτικὰ, τὰ δὲ ῥυπτικὰ, τὰ δὲ <lb/>τῆς αἰσθήσεως ναρκωτικά. εἰ
                            μὲν οὖν μία διάθεσίς ἐστιν <lb/>ἀλγημάτων αἰτία, μίαν εὔλογον εἶναι καὶ
                            τὴν τῶν ἰωμένων <lb/>αὐτὴν δύναμιν· <milestone unit="ed2page" n="395"/>εἰ δὲ πολλαὶ, τοσοῦτον εἶναι χρὴ καὶ <lb/>τὸν τῶν ἰωμένων ἀριθμὸν,
                            ὅσος ὁ τῶν ἐργαζομένων αἰτίων <lb/>ἐστίν. Ἡροφίλου τοίνυν οὕτως
                            ἐπαινοῦντος τοὺς διορισμοὺς <lb/>ὡς οὐκ οἶδ’ εἴ τις ἄλλος, αὐτοῦ τε τοῦ
                            Ἀπολλωνίου τὰ <lb/>τῆς κεφαλαλγίας φάρμακα μετὰ διορισμῶν γράψαντος, ἔτι
                            <lb/>μᾶλλον θαυμάζω τὸ κατὰ τὰς ὠταλγίας ἀδιόριστον αὐτοῦ. <lb/>κατέλιπε
                            μὲν οὖν καὶ τὸ πέμπτον γένος τῶν φαρμάκων <lb/>ἀδιόριστον, ὃ κατὰ τὴν
                            τελευτὴν ἔγραψα πρὸς τὰς χωρὶς <lb/>φανερᾶς αἰτίας κεφαλαλγίας, καίτοι
                            καὶ τὰς τοιαύτας κεφαλαλγίας <lb/>ἀναγκαῖόν ἐστι πρῶτον μὲν τοῖς κοινοῖς
                            γένεσι <lb/>τῶν τὰς ὀδύνας ἐργαζομένων αἰτίων ὑποπεπτωκέναι συνεχείας
                            <lb/>λύσει ἤ δυσκρασίᾳ, ὡς ἐδείξαμεν· εἶτα δηλονότι καὶ <lb/>τοῖς τὰς
                            αὐτὰς ἐργαζομένοις, ἃ διώρισται μὲν ὑπ’ ἐμοῦ ﻿<pb n="12.614"/> πάντα κατὰ
                            τὰς οἰκείας πραγματείας. νυνὶ δὲ τῶν ἐν ταῖς <lb/>ὠταλγίαις μνημονεύσω
                            μόνον, ὑστάτης ἁπασῶν τῆς πραγματείας <lb/>οὔσης ταύτης, ὡς πολλάκις
                            εἴρηται, κατὰ τῆς θεραπευτικῆς <lb/>μεθόδου βιβλία. τὰς γὰρ μεθόδους τῆς
                            θεραπείας <lb/>ἐν ἐκείνῃ γράφων, ἐν ᾗ δύο που παραδείγματα τῶν κατὰ
                            <lb/>μέρος προσέθηκα, τὸ πλῆθος τῶν φαρμάκων ὅσα συντίθεμαι <lb/>ἐκ
                            πολλῶν, εἰς τὴν ἐνεστῶσαν ἀναβαλλόμενος πραγματείαν· <lb/>ὡς ἡγεῖσθαι
                            μὲν τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου τὰ περὶ τῆς <lb/>τῶν ἁπλῶν φαρμάκων
                            δυνάμεως, ἕνδεκα τὸν ἀριθμὸν ὄντα. <lb/>μετὰ ταῦτα δὲ τὰ τῆς
                            θεραπευτικῆς μεθόδου τεσσαρασκαίδεκα, <lb/>μεθ’ ἃ τὰ τῆς νῦν προκειμένης
                            γράφεσθαι τὰ περὶ <lb/>τῆς συνθέσεως τῶν φαρμάκων.</p><p>[Περὶ τῶν ὑπὸ Ἀπολλωνίου γεγραμμένων πρὸς ὠταλγίαν.] <lb/>Ὅτι δὲ λέγων
                            τὸν Ἀπολλώνιον ἡμαρτηκέναι μὴ διορισάμενον <lb/>ἐπὶ ποίας ὠταλγίας
                            ἕκαστον ὧν γράφει φαρμάκων <lb/>ὑπάρχει χρήσιμον, οὐ καταψεύδομαι
                            τἀνδρὸς, ἐξ ὀλίγων <lb/>ἀποδείξω παραδειγμάτων. προσγράψας γὰρ, ὡς ἔφην,
                            πρὸς <pb n="12.615"/> ὠταλγίαν ἔγχυτα καὶ γράψας ἐν αὐτοῖς, χήνειον ἢ
                            ὀρνίθειον <lb/>στέαρ ἡσυχῇ τήξας ἔνσταζε· πόλιν ἐφεξῆς <milestone unit="ed1page" n="190"/>γράφει, <lb/>χολὴν ταυρείαν ἢ αἰγείαν μετὰ
                            χυλοῦ πράσου ἔνσταζε. τὸ <lb/>μὲν οὖν στέαρ ὧν εἶπε ζώων παρηγορικώτατόν
                            ἐστιν ἁπασῶν <lb/>τῶν τὰς ὀδύνας ἐργαζομένων διαθέσεων, μετὰ τοῦ καὶ
                            <lb/>μεγάλως αὐτῶν ὠφελεῖν ἐνίας. αἱ χολαὶ δὲ αἱ μετὰ πράσου <lb/>τάς τε
                            διὰ φλεγμονὴν ὀδύνας αὐξήσουσι καὶ τὰς ἐπὶ δριμέσι <lb/>καὶ δάκνουσιν
                            ὑγροῖς, μόνας δὲ ὠφελήσουσι τὰς δι’ <lb/>ἔμφραξιν ἢ ψύξιν γεννωμένας
                            ἤτοι κατὰ ψιλὴν δυσκρασίαν <lb/>τῆς ψύξεως τῶν στερεῶν μορίων ὀδυνηρᾶς
                            γενομένης ἢ διὰ <lb/>τὸ γεννᾶσθαι μὲν ἐν ταῖς τοιαύταις διαθέσεσι φυσώδη
                            πνεύματα <lb/>καὶ χυμοὺς ψυχροὺς, κωλύεσθαι δὲ ἐκκρίνεσθαι διὰ <lb/>τὴν
                            τοῦ περιέχοντος πύκνωσιν ἄνευ φλεγμονῆς γενομένην. <lb/>ἐκκριθέντων γὰρ
                            ὑπὸ τῶν οὕτω δριμέων καὶ θερμῶν φαρμάκων <lb/>τῶν ἀλγημάτων αἰτίων,
                            θεραπεία τε ἅμα καὶ ἀνωδυνία <lb/>γίνεται. τὸ μὲν οὖν ὀρνίθειόν τε καὶ
                            τὸ χήνειον στέαρ, <lb/>ἐὰν μὲν εὕρῃ κεκενωμένον τὸ σῶμα καὶ μηκέτι
                            ἐπιῤῥέοντα <lb/>τὸν τὴν φλεγμονώδη διάθεσιν ἐργαζόμενον χυμὸν, κατὰ τοὺς
                                <pb n="12.616"/> δύο λόγους ὀνήσει, τόν τε παρηγορικὸν καὶ τὸν
                            θεραπευτικόν. <lb/>ἐὰν δὲ ἐπιῤῥέοντος ἔτι τοῦ αἰτίου προσενεχθῇ, τὴν
                            <lb/>διάθεσιν μὲν οὐδὲν ὀνίνησι, παρηγορεῖ δὲ τὸ τῆς ὀδύνης
                            <lb/>σύμπτωμα, καθάπερ γε κᾂν ἐπὶ χυμῶν δριμύτητι ἡ δῆξις <lb/>γίνηται.
                            χολὴ δὲ οὐδέποτε μετὰ πράσου χυλοῦ δύναταί τι <lb/>χρηστὸν ἐπὶ τῶν
                            εἰρημένων διαθέσεων ἐργάζεσθαι, καθάπερ <lb/>οὐδὲ πέπερι, καίτοι τοῦτό
                            γε οἶδα τῶν ἰατρῶν τινα πράξαντα <lb/>γυναικὸς ἀλγησάσης οὖς, ἐν χρήσει
                            θερμῶν ὑδάτων <lb/>αὐτοφυῶν. <milestone unit="ed2page" n="396"/>εἰωθὼς
                            γὰρ πάντα πιστεύειν τοῖς τῶν <lb/>εὐπορίστων φαρμάκων Ἀπολλωνίου
                            βιβλίοις, κεχρημένος τε <lb/>κατὰ τύχην πολλάκις ἤδη τῷ διὰ τοῦ πεπέρεως
                            βοηθήματι, <lb/>καὶ τότε ἤλπισεν ὠφελήσειν τι τὴν ὠταλγίαν· ἀλλ’ οὕτω
                            <lb/>γε ὑπ’ αὐτοῦ παρωξύνθη τὸ γύναιον, ὡς ὀλίγου δεῖν ἀπάγξασθαι.
                            <lb/>γράφει οὖν ὁ Ἀπολλώνιος ὡδί. πεπέρεως ἐν οἴνῳ <lb/>ἀπεξεσμένου
                            λεάνας καὶ σύμμετρον τῷ πάχει ποιήσας ἔνσταζε. <lb/>γράφει δὲ ἐν αὐτοῖς
                            τούτοις ἐφεξῆς τὰ διὰ πεπέρεως <lb/>καὶ ταῦτα. λύκειόν τε καὶ μηκώνειον
                            ἴσα, γάλακτι γυναικείῳ <lb/>διεὶς χρῶ, καὶ τούτῳ γε ἐφεξῆς ἕτερον τουτί·
                            καστορίου καὶ <pb n="12.617"/> μηκωνείου ἴσον, φώξας ἐπ’ ὀστράκου μάλιστα
                            μὲν Ἀττικοῦ, <lb/>εἰ δὲ μὴ, Ῥωμαϊκοῦ, καὶ λεάνας διεὶς γλυκεῖ ἔνσταζε.
                            <lb/>τὰ μὲν οὖν διὰ τοῦ μηκωνείου πάντα φάρμακα, ναρκωτικὰ <lb/>τῆς
                            αἰσθήσεως ὄντα, κατὰ τοῦθ’ ἡμᾶς ἀναγκάζει ποτὲ αὐτοῖς <lb/>ἐπὶ τῶν ὑπὸ
                            μηδενὸς τῶν παρηγορικῶν ὠφελουμένων <lb/>χρῆσθαι, τὸ δὲ διὰ τοῦ πεπέρεως
                            φάρμακον ἐξ ἑτέρου γένους <lb/>ἐστὶν, ὥσπερ γε καὶ τὸ διὰ τῶν στεάτων ἐξ
                            ἄλλου, καθάπερ <lb/>γε καὶ τὸ μετὰ ταῦτα γεγραμμένον ἐφεξῆς φάρμακον
                            <lb/>ὡδί πως. χαλβάνην Σουσίνῳ μύρῳ διεὶς πρόσμιξον μέλι καὶ
                            <lb/>ῥόδινον καὶ οἰσυπηρὸν ἔριον περὶ μηλωτίδα συστρέψας, κίνει <lb/>καὶ
                            χλιαίνων ἔνσταζε. διαφορητικὸν γὰρ ἀλύπως ἐστὶ <lb/>τοῦτο, δυνάμενον
                            ἁρμόττειν φλεγμοναῖς ἐν αἷς οὐκέτι οὐδὲν <lb/>ἐπιῤῥεῖ. καλῶς δὲ ποιήσειε
                            κᾀπὶ τῶν διὰ ψύξιν ἀλγούντων. <lb/>ἴσως δέ τις ἐπιζητήσει διὰ τίνα τὴν
                            αἰτίαν οὐ μόνον τοῦ <lb/>Ἀπολλωνίου, ἀλλὰ καὶ ἄλλων τινῶν ἀξιολόγων
                            ἀνδρῶν <lb/>φῶξαι κελευόντων τὸ μηκώνειόν τε καὶ τὸ καστόριον, ὅπως
                            <lb/>αὐτῶν τὸ σφοδρὸν τῆς δυνάμεως μειωθείη, παρέλιπον ἐγὼ <pb n="12.618"/>
                            τοῦτο προσθεῖναι κατὰ τὸν ἔμπροσθεν λόγον, ἡνίκα τὴν <lb/>ἐμὴν ἀγωγὴν
                            τῆς θεραπείας τῶν ὠταλγιῶν ἔγραφον. ἀπολογητέον <lb/>οὖν αὐτῷ κατὰ τάδε.
                            τὸ μὲν οὖν καστόριον οὐδ’ <lb/>ὅλως ἀξιῶ φώσσειν· οὐ γὰρ ὡς ναρκωτικὸν
                            αὐτὸ τῆς αἰσθήσεως <lb/>τῷ μηκωνείῳ μίγνυμεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἅπαν
                            <lb/>ὡς ἀμβλῦνον τὸ σφοδρὸν τῆς ψυκτικῆς δυνάμεως, ὅπερ οἱ <lb/>φῶξαι
                            κελεύοντες ἐπὶ μὲν τοῦ μηκωνείου οὐκ ἀτόπως ποιοῦσιν, <lb/>ἐπὶ δὲ τοῦ
                            καστορίου παντάπασιν ἀτόπως. αὐτὸ γὰρ <lb/>καθ’ αὑτὸ πεπτικὴν τῶν
                            δυσλύτων τε καὶ σκιῤῥωδῶν διαθέσεων <lb/>ἔχει δύναμιν. αὐτάρκης οὖν ἐστι
                            καὶ ἡ ἐκ τοῦ μηκωνείου <lb/>κεχρονίσθαι τὸ συντεθὲν ἐξ αὐτῶν πραΰνης,
                            φωγνύμενον <lb/>γὰρ ἀπόλλυσι τὸ δραστήριον, εἰ δὲ μιχθὲν τῷ καστορίῳ
                            <lb/>χρονίσειε, μένει μὲν ἔτι καὶ νῦν ἱκανῶς δραστικὸν, <lb/>ἀμαυροῦται
                            δὲ αὐτοῦ τὸ κακόηθες, διὸ καὶ βλάπτονταί τινες, <lb/>ὡς ἀχλυῶδες ὁρᾷν
                            ἄχρι πολλῶν ἡμερῶν καὶ καρηβαρεῖν καὶ <lb/>μὴ καλῶς πέττειν τὰς τροφὰς
                            ποιεῖ, εἰ ποθείη· καὶ διὰ ταύτην <lb/>αὐτοῦ τὴν κακοήθειαν ἐπὶ τὴν φῶξιν
                            ἀφίκοντο πολλοὶ ﻿<pb n="12.619"/> τῶν ἰατρῶν. ἀλλ’ ἐπεὶ πάλιν ἐν τῷ
                            φωχθῆναι τὸ δραστήριον <lb/>αὐτοῦ ἀμαυροῦσθαι φαίνεται, τούτου γὰρ
                            ἐπειράθην <lb/>πολλάκις, ἄμεινον ἡγησάμην ἄφωκτον μὲν μιγνύναι, μετὰ
                            <lb/>χρόνον δὲ χρῆσθαι. ταῦτα μὲν οὖν κατὰ τὸ πάρεργον εἴρηται
                            <lb/>γιγνώσκεσθαι χρήσιμα· τὸ δὲ προκείμενον ἦν οὐ μικρῶς <lb/>βλάβην
                            γενέσθαι τοῖς πιστεύουσιν ἀδιορίστοις γραφαῖς φαρμάκων. <lb/>γέγραπται
                            δὲ καὶ ἄλλοις πολλοῖς τὸν αὐτὸν τρόπον <lb/>ἐπὶ πολλῶν μορίων τε καὶ
                            παθῶν ἀδιόριστα φάρμακα, μὴ <lb/>γινώσκουσιν ὅσην ὁ διορισμὸς ἔχει
                            δύναμιν εἰς τέχνης σύστασιν. <lb/>ἐφ’ ὧν οὖν θαυμάζω τὸ συγκεχυμένον τε
                            καὶ ἀδιόριστον, <lb/>ὡς ἐπ’ Ἀπολλωνίου τοῦ Ἡροφιλείου, γινώσκοντος
                            <lb/>τἀνδρὸς ὅτι κελεύει διὰ παντὸς ὁ Ἡρόφιλος <milestone unit="ed2page" n="397"/>τί τε <lb/>καὶ ποῖον καὶ πηλίκον ἐστὶ τὸ τοῦ νοσήματος
                            αἴτιον καὶ <lb/>κατὰ τί μάλιστα δυναστεῦον ἐπίστασθαι τὸν ἰατρὸν, ὅπως
                            <lb/>καὶ τὴν θεραπείαν ἁρμόττουσαν ἑκάστῳ ποιεῖται. ἔτι δὲ <lb/>μᾶλλον
                            ἐπ’ Ἀρχιγένους ἄν τις θαυμάσειεν, ἀδιορίστως οὐκ <pb n="12.620"/> ὀλίγα καὶ
                            αὐτοῦ γράφοντος ἔν τε ταῖς ἄλλαις θεραπείαις <lb/>καὶ ταῖς τῶν ὠταλγιῶν.
                            ἕνα γὰρ ἔγραψεν αὐτὸς ἐπ’ αὐτῶν <lb/>μόνον διορισμὸν, τὸν ἀπὸ τοῦ
                            μετρίου τε καὶ σφοδροῦ τῆς <lb/>ὀδύνης, καὶ σοι παραγράψω τὴν λέξιν ὅλην
                            αὐτοῦ.</p><p>[Τὰ ὑπ’ Ἀρχιγένους γεγραμμένα φάρμακα πρὸς ὤτων <lb/>ἀλγήματα.] Ἐν τῷ
                            προτέρῳ τῶν κατὰ γένος φαρμάκων ὁ <lb/>Ἀρχιγένης ὧδέ πως ἔγραψε κατὰ
                            λέξιν. ἐπὶ δὲ ὠταλγίας <lb/>τῆς ἄλλης προηγουμένης διαίτης, ἥνπερ καὶ
                            ἐπὶ κεφαλαλγίας <lb/>ἐτάττομεν. ἐπὶ μὲν τῶν μετρίων τῶν ἁπλῶν μύρων
                            χλιαρῶν <lb/>ἐνέσταξεν, οἷον κρόκινον ἢ ἴρινον ἢ ῥόδινον ἢ καρύων
                            <lb/>πικρῶν ἀπόθλιμμα, ἢ τῆς κασσίας τὸ μύρον, ἢ νάρδον ἁπλῆν <lb/>ἢ
                            Σούσινον ἢ ἀμυγδάλινον, ἢ ῥόδων ἢ ῥοιᾶς ἢ μήκωνος <lb/>χύλισμα μετ’
                            ἐλαίου θερμοῦ ἢ πράσου σπέρμα λεῖον ἢ ἐλλέβορον <lb/>λευκὸν λεῖον μετὰ
                            ῥοδίνου χλιαρὸν ἔγχει ἐν ξύστρᾳ. <lb/>ἢ μηκωνείου ὀλίγον σὺν γάλακτι
                            γυναικείῳ, ἢ μηκωνίου χύλισμα <lb/>σὺν γάλακτι ὁμοίως. σφοδρυνομένης δὲ
                            ἥ τε κοιλία <lb/>διὰ κλυστῆρος εὐτόνως ὑπαγέσθω καὶ ἀπ’ ἀγκῶνος αἷμα <pb n="621"/> ἀφαιρείσθω καὶ ὅσα τοιαῦτα. τοὐντεῦθεν πυριάσθωσαν
                            ἀφεψήματι <lb/>δάφνης ἢ τοιούτου τινὸς ἢ θείου ἀπύρου ἐμπασσομένῳ
                            <lb/>τῷ ὕδατι. σφόδρα δὲ ἀποθλιβέσθωσαν οἱ σπόγγοι καὶ <lb/>τῷ ὠτὶ
                            προστιθέσθωσαν. καὶ γὰρ τὸ ὑγρὸν ῥᾷστα αὐτοὺς <lb/>περιψύχει, παρ’ ὃ καὶ
                            μακρῶς αἱ πυρίαι αὐτοῖς αἱ ξηραὶ ὠφελιμώτεραί <lb/>εἰσιν, αἵ τε δι’ ἁλῶν
                            ἢ κέγχρου ἢ δι’ ἁπαλῶν πιλημάτων <lb/>ἢ διὰ λιπαρῶν ἐκμαγείων. ἢ
                            ἀποζέσας πήγανον <lb/>βάλε εἰς στενόστομον ἀγγεῖον τὸ ὕδωρ, ἐρίῳ τε
                            ἔμφραξον <lb/>τὸ στόμα καὶ τῷ ὠτίῳ πρόσφερε, ὥστε διικνεῖσθαι εἰς τὸ
                            <lb/>οὖς διὰ τοῦ ἐρίου τὴν ἀτμίδα. ἔνιοι δὲ ἐν ὀξυκράτῳ καὶ <lb/>ὀλίγῳ
                            ἐλαίῳ τὸ πήγανον ἑψήσαντες οὕτως ἐγχέουσι τὸ <lb/>ὑγρὸν εἰς τὸ ἀγγεῖον
                                <milestone unit="ed1page" n="191"/>καὶ πυριῶσι. μετὰ δὲ τὰς πυρίας
                            <lb/>διαψήσας τὸ οὖς καὶ ἐγχυματίσας ἢ βαλσάμῳ σὺν ῥοδίνῳ
                            <lb/>λεανθέντι, ἤ τινι τῶν προειρημένων μύρων χλιαρῷ ἢ <lb/>ἄλλῳ τινὶ
                            συμφώνῳ πρὸς ὠταλγίαν τῶν αὐτίκα ἀναγραφησομένων <lb/>κατάπλασσε. ἢ
                            κωδίαν λεπτὴν, ἀλεύρῳ μεμιγμένην <lb/>καὶ ἐν μελικράτῳ ἑψημένην ἢ αὐτῇ
                            τῇ κωδίᾳ λεπτῇ μετὰ <pb n="12.622"/> κριθίνου ἀλεύρου ἐν οἴνῳ ἑψημένῃ. ἢ
                            βουκέρατι ἐν μελικράτῳ <lb/>ἑφθῷ ἢ λινοσπέρμῳ ὁμοίως. ἄκρως ποιεῖ
                            σπόγγος ὀφθαλμικὸς <lb/>μέλιτι ἑφθῷ καὶ ἔτι θερμῷ βρεχόμενος καὶ
                            ἐπιτιθέμενος, <lb/>ἢ κηρωτὴ ἰρίνου, μιγέντος αὐτῇ στύρακος. ἄκρως
                            <lb/>ποιεῖ πρὸς ὠταλγίαν ἀλόη μεμιγμένη μετὰ ῥοδίνου καὶ μέλιτος <lb/>τὸ
                            πάχος ἐγχεομένη, ἢ χαλκῖτις ἐν οἴνῳ διειμένη, ἢ <lb/>περδικίου χυλὸς
                            χλιαρὸς ἐνσταζόμενος ἰδίᾳ ἢ μετὰ μέλιτος, <lb/>ἢ νίτρον διεὶς ὀλίγῳ
                            ὕδατι, μίσγε ἔλαιον καὶ χλιαίνων ἔνσταζε. <lb/>ἢ ἀριστολόχου ῥίζαν μετ’
                            ἐλαίου. ἢ ἐλλέβορον λευκὸν <lb/>λεάνας σὺν ῥοδίνῳ, χλιαρὸν διὰ ξύστρας
                            ἔνσταζε. καλῶς <lb/>ποιεῖ ὄπιον ἐπ’ ὀστράκου ὀπτηθέν. καὶ καστόριον
                            ὁμοίως, <lb/>ἴσα λεανθέντα μετὰ ῥοδίνου καὶ γλυκέος, μέχρι μέλιτος σχῇ
                            <lb/>πάχος, εἶτα μετὰ τὴν πυρίαν περὶ τὴν ὀξεῖαν ἔριον περιειλιχθὲν
                            <lb/>ἐμβάπτεται καὶ ἐπιτίθεται. ἢ μαράθρου χυλὸν μετά <lb/>τινος τῶν
                            εἰρημένων μύρων ἐν ἀρχῇ ἔνσταζε. ἢ μετὰ κωδυῶν <lb/>μήκωνος ἀφέψει καὶ
                            ἔγχει τὸ τοῦ ὄφεως γῆρας, ἢ μετά <lb/>τινος τῶν εἰρημένων μύρων,
                                <milestone unit="ed2page" n="398"/>ἢ τὸ Σπανὸν γάρος θερμαίνων
                            <lb/>διὰ ξύστρας. ποιεῖ καὶ τὸ δυσῶδες ἄκοπον ἐγχεόμενον <pb n="12.623"/>
                            χλιαρόν. ἢ μηκώνειον διεθὲν ῥοδίνῳ καὶ ὀλίγον κρόκιον. <lb/>καὶ παντὸς
                            μᾶλλον ἡ ἱερὰ ἀρωματικὴ μετά τινος τῶν <lb/>μύρων. ποιεῖ δὲ ἄκρως λευκὸς
                            ἐλλέβορος λεανθεὶς μετὰ μέλιτος <lb/>καὶ ῥοδίνου ἐγχεόμενος,
                            ἐμφρασσομένου τοῦ πόρου πορφύρας <lb/>μαλλῷ. καλῶς ποιεῖ καὶ ὁ ἐλλέβορος
                            μετὰ ἰρίνου μύρου. <lb/>ποιεῖ δὲ καὶ κεδρία σὺν ναρδίνῳ μύρῳ ἐγχεομένη.
                            Σεβῆρος <lb/>δὲ τοὺς ἐπὶ ταῖς ὑδρίαις ὄνους λείους μετὰ μώρων <lb/>εἰς
                            τὰ ἡλκωμένα ἐνέχει, ἔνιοι δὲ ψυχρὸν ὕδωρ εἰς τὸ ἀλγοῦν <lb/>ἐγχέουσιν
                            οὖς, καὶ παραχρῆμα μὲν ὑπεραλγοῦσι, μετὰ <lb/>βραχὺ δὲ τελέως παύονται.
                            ἄλλοι δὲ κάλλιον ποιοῦντες εἰς <lb/>τὸ ἕτερον τοῦ ἀλγοῦντος ψυχρὸν
                            ἐγχέουσιν, ὥσπερ Λεύκιος. <lb/>ποιεῖ καλῶς ἀλόη καὶ κρόκινον μετὰ
                            ἀμυγδαλίνου μύρου <lb/>ἐγχεόμενα. ἢ χαλκὸς λεῖος μετ’ ὄξους καί τινος
                            μύρου. ἄκρως <lb/>ποιεῖ σίλφιον μετὰ ῥοδίνου ἐὰν ἕλκωσις ᾖ. θαυμαστῶς
                            ὠφελεῖ <lb/>τὰς ὑπερβαλλούσας ὠταλγίας, πράσου χυλὸς καὶ οὖρον
                            <lb/>αἴγειον καὶ ῥόδινον μετ’ ὀλίγης σμύρνης ἐγχεόμενα. ἢ σκιούρου
                            <lb/>στέαρ, ἐν ξύστρᾳ χλιαίνων ἔνσταζε. ἢ σχιστὴν καὶ ﻿<pb n="12.624"/>
                            ἡδυόσμου χυλὸν μετὰ γλυκέος. ἢ πέπερι λευκὸν καὶ ἅλας <lb/>ἴσα μεθ’
                            ἑψήματος, ἔγχει ἀριστερᾷ χειρὶ πεντάκις ἢ ἑπτάκις. <lb/>ἢ κοχλίαν
                            σεσηπότα Ἀφρικανὸν παρακεντήσας, ῥοδίνου πληρώσας <lb/>καὶ ζέσας, διὰ
                            ξύστρας ἐγχυμάτιζε θερμοτέρῳ. ἐὰν δὲ <lb/>ἐκ πληγῆς ἀλγῇ τὸ ἐκτὸς τοῦ
                            ὠτὸς, λιβάνου χόνδρῳ γάλα <lb/>ἐπιχέας δὶς καὶ ἀποχέας τὸ τρίτον, ἔασον
                            βραχῆναι καὶ κινήσας <lb/>ἔγχει, εὐθὺς γὰρ παύει. ταῦτα μὲν ὁ Ἀρχιγένης
                            ἔγραψεν <lb/>ἀδιορίστως πάνυ. δύναιτο δ’ ἄν τις νοῦν ἔχων ἀναμνησκόμενος
                            <lb/>ὧν ἔμπροσθεν εἶπον ἐννοεῖν ὁποῖόν τι τῶν <lb/>εἰρημένων φαρμάκων
                            ἑκάστῃ τῶν εἰρημένων ὠταλγιῶν ἁρμόττει, <lb/>μεμνημένος τῆς δυνάμεως
                            αὐτῶν ἐξ ὧν ἔμαθεν ἐν <lb/>τοῖς περὶ τῆς τῶν ἁπλῶν φαρμάκων δυνάμεως
                            ὑπομνήμασιν. <lb/>ἐγὼ δὲ ἐπὶ τὰς ὑπ’ Ἀνδρομάχου γεγραμμένας ὠτικὰς
                            δυνάμεις <lb/>ἤδη μεταβήσομαι.</p><p>[Ὠτικαὶ Ἀνδρομάχου τὸν ἀριθμὸν κδ΄.] Τέσσαρας <lb/>ἐπὶ τὰς εἴκοσι
                            δυνάμεις ὠτικὰς, ἐφεξῆς ἀλλήλων ἔγραψεν ὁ <lb/>Ἀνδρόμαχος, ἐνίαις μὲν
                            προσθείς τινα διορισμὸν, ἐνίαις δὲ <pb n="12.625"/> οὐδένα. καὶ πρώτη γε
                            αὐτῶν ἐστιν οὕτω γεγραμμένη. ὠτικὴ <lb/>ἐκ τῶν Γάλλου ᾗ χρῶμαι. ♃
                            σμύρνης δραχ. α΄. ἁλὸς δραχ. δ΄. <lb/>λιβάνου δραχ. γ΄. ἀφρονίτρου δραχ.
                            γ΄. κρόκου δραχ. δ΄. μηκωνείου <lb/>δραχ. γ΄. ἀμύγδαλα πικρὰ κ΄.
                            χαλβάνης δραχ. β΄. ὄξους καλοῦ <lb/>τὸ ἱκανόν. ἀναφέρεται ἡ γραφὴ εἰς
                            Μενέμαχον. πολύχρηστόν <lb/>τινα ταύτην ὠτικὴν ὁ Ἀνδρόμαχος ἔγραψεν,
                            ἐστοχασμένην <lb/>πολλῶν ἅμα διαθέσεων ἐν ὠσὶ γινομένων. εἴρηται δέ μοι
                            <lb/>καὶ πρόσθεν ὡς αἱ τοιαῦται δυνάμεις οὔτε κατορθώματα <lb/>μεγάλα
                            ποιοῦσιν οὔτε σφάλματα, διὰ παντὸς αὐταῖς χρωμένων <lb/>ἡμῶν. ὅσαι δὲ
                            πρὸς μίαν διάθεσιν ἁρμόττουσιν, ἐκείνην <lb/>μὲν ἄριστα θεραπεύουσιν,
                            τὰς δὲ ἄλλας ἐνίοτε πρὸς τῷ μηδὲν <lb/>ὠφελεῖν ἔτι καὶ παροξύνουσι.
                            δευτέραν ὁ Ἀνδρόμαχος <lb/>δύναμιν ἔγραψεν ἐφεξῆς τῇ προειρημένῃ τήνδε.
                            ὠτικὴ Αἰλίου <lb/>Γάλλου πρὸς φλεγμονὴν καὶ ἐπιτεταμένας ἀλγηδόνας. ♃
                            <lb/>χαλβάνης δραχ. η΄. κινναμώμου δραχ. β΄. σμύρνης δραχ. η΄. κρόκου
                            <lb/>δραχ. η΄. λιβάνου δραχ. γ΄. ἀφρονίτρου δραχ. γ΄. ὀποῦ μήκωνος
                            <lb/>δραχ. γ΄. ὄξους ὡς μέλιτος ἔχειν πάχος. δεῖ δὲ προεκνιτροῦν, <pb n="626"/> ἵνα μὴ λίπος ἔχῃ, εἶθ’ οὕτως ἐγχεῖν τὸ φάρμακον.
                                <milestone unit="ed2page" n="399"/>
                            <lb/>κᾀνταῦθα πάλιν ἐκφρακτικά τε καὶ πεπτικὰ καὶ χαλαστικὰ <lb/>καὶ
                            διαφορητικὰ μέμικται φάρμακα, μὴ δυνάμενα σφοδρὰς <lb/>ὀδύνας ἰᾶσθαι.
                            διὰ τοῦτο οὖν αὐτοῖς ὁ τοῦ μήκωνος ὀπὸς <lb/>ἐμίχθη. τρίτην ὠτικὴν
                            ἔγραψε τοιάνδε κατὰ λέξιν. ὠτικὴ <lb/>Λαοδίκου βασιλέως, ᾗ κέχρημαι
                            συνεχῶς. ♃ καστορίου δραχ. β΄. <lb/>ὀποῦ μήκωνος δραχ. δ΄. ὀποπάνακος
                            δραχ. β΄. λυκίου ἀφροῦ δραχ. α΄. <lb/>γλυκεῖ ἀναλάμβανε καὶ χρῶ
                            χλιαίνων. αὕτη μὲν προφανῶς <lb/>ἁρμόττει ταῖς ἐπιτεταμέναις ὀδύναις, οὐ
                            μὴν ταῖς γε ἄλλαις <lb/>διαθέσεσιν. ἐγὼ δὲ, ὡς ἔφην, ἐφ’ ἑκάστῃ τῶν
                            διαθέσεων <lb/>οἰκείῳ χρῶμαι φαρμάκῳ, φεύγων ἀεὶ τὸν ὀπὸν τοῦ μήκωνος,
                            <lb/>ἔνθα μή τις ἀνάγκη μεγάλη πρὸς αὐτὸν ἡμᾶς ἔρχεσθαι <lb/>βιάζεται.
                            τετάρτην ἔγραψε δύναμιν ὠτικὴν ὡδί πως. ἄλλη <lb/>πρὸς φλεγμονὴν καὶ
                            πυοῤῥοῦν καὶ παλαιὰς διαθέσεις. ♃ <lb/>κυάμων Αἰγυπτίων τοῦ ἐντὸς
                            πικροῦ, στυπτηρίας σχιστῆς, <lb/>πεπέρεως λευκοῦ, ἀφρονίτρου, κρόκου,
                            ὀπίου, σιδίων, σμύρνης, <lb/>λιβάνου, νάρδου ἀνὰ δραχ. β΄. καστορίου
                            δραχ. α΄. μέλιτος <lb/>καὶ ὄξους τὸ ἱκανόν. οἱ δὲ μέλιτος δραχ. στ΄. ἐν
                            ταύτῃ τὰ <pb n="12.627"/> ἄλλα φάρμακα διαφορητικὰ καὶ ξηραντικὰ καὶ τῶν
                            ἐμφράξεων <lb/>ἐκφρακτικὰ καί τινα καὶ τῶν πεπτικῶν, οἷον ἥ τε
                            <lb/>σμύρνα καὶ ὁ λιβανωτὸς ἔγκειται. στυπτηρία δὲ σχιστὴ στυπτικὸν
                            <lb/>ἰσχυρῶς φάρμακον ὑπὲρ τοῦ ξηραίνεσθαι τὰ πυοῤῥοοῦντα <lb/>μέμικται.
                            πρόσκειται δὲ καὶ τὸ ὄπιον, ἀνωδυνίας <lb/>ἕνεκεν. ἀντιτέτακται δὲ αὐτῷ
                            τὸ καστόριον, ὡς ἔμπροσθεν <lb/>ἔφην. ἀλλ’ ἐπὶ τῶν τοιούτων διαθέσεων οὐ
                            μόνον ὡς ἀντιτεταγμένον, <lb/>ἀλλὰ καὶ ὡς πέττον αὐτὰς καὶ ὡς ξηραῖνον
                            <lb/>εἰκότως ἐμβάλλεται. πέμπτην ἔγραψεν ὁ Ἀνδρόμαχος ὠτικὴν <lb/>τήνδε
                            κατὰ λέξιν. ἄλλη ἀπὸ Ξενοκράτους, ᾗ κέχρημαι <lb/>πολλάκις. ♃ ἀφροῦ
                            λυκίου δραχ. β΄. σμύρνης δραχ. α΄. λιβάνου <lb/>δραχ. α΄. σχιστῆς
                            τριώβολον, κρόκου τριώβολον, ἀφρονίτρου <lb/>ὀβολοὺς δύο, λεῖα σὺν ὄξει
                            ἀπόθου, χρῶ σὺν ὄξει. καὶ αὕτη <lb/>πολύχρηστος μέν ἐστιν, οὐ μὴν ἔνθα
                            πόνος ἰσχυρὸς ἁρμόττει, <lb/>μήτε ὄπιον ἔχουσα μήτε καστόριον μήτε τῶν
                            ἀνωδύνων <lb/>τι στεάτων μήτε χαλβάνης. ἕκτη δύναμις ὠτικὴ κατὰ τήνδε
                            <lb/>τὴν λέξιν γέγραπται. ἄλλη ἀπὸ Πρυτάνιδος συμπεφώνηκε τῇ <pb n="628"/> Ἁρπάλου. ♃ σμύρνης τριώβολον, νάρδου τριώβολον, κρόκου
                            <lb/>τριώβολον, χαλκῆς κεκαυ<milestone unit="ed1page" n="192"/>μένης
                            ὀβολοὺς ε΄. ὀπίου ὀβολοὺς <lb/>δύο, καστορίου τετρώβολον, σχιστῆς δραχ.
                            α΄. καὶ στρογγύλου <lb/>δραχ. α΄. σὺν γλυκεῖ, ὅταν ῥεῦμα, ὅταν δὲ ὀδύνη,
                            σὺν <lb/>ῥοδίνῳ. ὅταν δὲ σκώληκες γεννῶνται, ἐλλεβόρου μέλανος μίσγε
                            <lb/>δραχ. β΄. καλῶς ἐποίησεν ἐπὶ τῇ τελευτῇ τὴν χρῆσιν αὐτῆς
                            <lb/>εἰπὼν, ἣν ἡμεῖς ἂν εἰρήκειμεν, εἴπερ αὐτὸς αὐτὴν ὤκνησε
                            <lb/>προσγράψαι. ἑβδόμη παραπλησία τῇ προγεγραμμένῃ γέγραπται <lb/>κατὰ
                            τόνδε τὸν τρόπον· ἄλλη δίου Γαίου σύμφωνος. <lb/>♃ ἐλλεβόρου μέλανος
                            ὀβολοὺς β΄. σμύρνης ὀβολὸν α΄ (S''). <lb/>ὀπίου τριώβολον, χαλκοῦ
                            κεκαυμένου τετρώβολον, στυπτηρίας <lb/>σχιστῆς ὀβολοὺς β΄. καστορίου
                            ὀβολὸν​ α΄. κρόκου τετρώβολον, <lb/>νάρδου τετρώβολον γλυκεῖ χρῶ. ἔστι
                            δὲ ἡ ὀγδόη παραπλησία <lb/>ταῖς προγεγραμμέναις. περὶ δὲ τῆς ἐνάτης ὡδί
                            <lb/>πως αὐτὸς ἔγραψεν. ἄλλη ᾗ χρῶμαι πρὸς περιωδυνίας καὶ <lb/>ἤχους. ♃
                            νίτρου δραχ. α΄. σμύρνης δραχ. α΄. ῥοδίνου κύαθος α΄. <lb/>ὄξους κύαθος
                            εἷς, ὁμοῦ λεάνας χρῶ. οὐ πρὸς τὰς ἐν φλεγμονῇ <lb/>περιωδυνίας ἁρμόττει
                            τοῦτο τὸ φάρμακον, ἀλλὰ τὰς <lb/>ἐπ’ ἐμφράξει καὶ πνεύματι ψυχρῷ καὶ
                            ἀτμώδει καὶ χυμῷ ﻿<pb n="12.629"/> παραπλησίως. δεκάτην ἄλλην ἔγραψεν ὡδί
                            πως. πρὸς ὦτα <lb/>πυοῤῥοοῦντα παρὰ Ἁρποκρατίωνος. ♃ κυτίων, σιδίων,
                            ἀριστολοχίας, <lb/>χαλκίτεως, μίσους κυπρίου, κηκίδος, λεπίδος χαλκοῦ,
                            <lb/>ἀνὰ δραχ. α΄. σμύρνης, λιβάνου ἀνὰ τριώβολον, <milestone unit="ed2page" n="400"/>χαλκάνθης <lb/>ὀπτῆς, στυπτηρίας σχιστῆς ἀνὰ
                            τριώβολον, σὺν γλυκεῖ <lb/>τροχίσκους ποιῶν χρῶ. εἰ δὲ καὶ μὴ
                            προσέγραψεν αὐτὸς <lb/>ἐν ἀρχῇ τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ φαρμάκου,
                            προχειρότατον <lb/>ἦν ἡμῖν νοῆσαι, μεμνημένοις ὧν ἐν ἀρχῇ προεῖπον, ὅτι
                            ξηραντικόν <lb/>ἐστι τὸ φάρμακον ὤτων πυοῤῥοούντων. ὅπερ γίνεται
                            <lb/>καταφερομένου τινὸς ἐκ τῆς κεφαλῆς ῥεύματος, ἐφ’ ᾧ <lb/>καὶ τὰς
                            ἑλκώσεις χρονίζοντι συμβαινούσας ὁρῶμεν. ἑνδεκάτην <lb/>ὠτικὴν ἔγραψεν
                            οὕτως. ὠτικὴ ἐν πολλοῖς σύμφωνος. ♃ <lb/>κρόκου δραχ. α΄. σμύρνης δραχ.
                            α΄. καστορίου δραχ. β΄. σχιστῆς <lb/>δραχ. δ΄. λιβάνου δραχ. α΄. σὺν
                            γλυκεῖ μέλιτος πάχος ποιῶν, εἶθ’ <lb/>οὕτως ἀνιεὶς χρῶ. καὶ αὕτη τῶν
                            μετρίων διαθέσεών ἐστιν <lb/>ἰατικὴ, καθάπερ καὶ ἡ ἐφεξῆς αὐτῇ
                            γεγραμμένη, τὰς δὲ ἐφεξῆς <lb/>ταύτῃ προγεγραμμένας δυνάμεις ὠτικὰς ὑπὸ
                            τοῦ Ἀνδρομάχου <pb n="12.630"/> δρομάχου χωρὶς τῆς ἐμῆς ἐξηγήσεως
                            παραγράψω, γνωρίζειν <lb/>αὐτὰς ἤδη δυναμένων ὅσοι μέμνηνται τῶν
                            προειρημένων. <lb/>ἐφ’ ὧν δὲ καὶ αὐτὸς πεποίηται μετὰ διορισμοῦ τὴν
                            γραφὴν, <lb/>οὐδὲν ἔτι τούτων οὐδεμία τῆς ἡμετέρας ἐξηγήσεως χρῄζει.
                            <lb/>ἐφεξῆς οὖν ἅπασαι γεγράψονται, χάριν τοῦ μηκέτι μνημονεύειν
                            <lb/>ἡμᾶς ἄλλης ὠτικῆς δυνάμεως ὑφ’ ἑτέρου τῶν ἰατρῶν <lb/>γεγραμμένης,
                            ἐνταῦθα γὰρ ἡ ποικιλία πασῶν αὐτῶν περιέχεται. <lb/>ὠτικὴ ὡς Σόλων
                            διαιτητής. ♃ σμύρνης δραχ. δ΄. σχιστῆς <lb/>δραχ. δ΄. καστορίου δραχ.
                            β΄. λιβάνου δραχ. α΄. κρόκου δραχ. α΄. <lb/>ὀπίου δραχ. α΄. Κρητικῷ ἢ
                            οἰνομέλιτι πάχος μέλιτος. ὠτικὴ <lb/>Ἀντιπάτρου πρὸς περιωδυνίας. ♃
                            κρόκου γο β΄. οἱ δὲ γο α΄. <lb/>σμύρνης γο α΄. ἁλὸς ἀμμωνιακοῦ γο α΄.
                            σχιστῆς, ἀμμωνιακοῦ <lb/>θυμιάματος ἀνὰ γο (S''). μύρου ἰρίνου ἢ
                            Συριακοῦ ὑποστάθμης <lb/>γο β΄. σὺν οἰνομέλιτι ἢ Κρητικῷ ποιῶν μέλιτος
                            <lb/>πάχος λεπτοῦ χρῶ. ὠτικὴ ἄλλη λίαν καλή. ♃ ὀποπάνακος <lb/>δραχ. β΄.
                            ὀποῦ μήκωνος δραχ. δ΄. ἀφροῦ λυκίου δραχ. δ΄. καστορίου <pb n="12.631"/>
                            δραχ. β΄. σχιστῆς τριώβολον, κρόκου τριώβολον, σμύρνης δραχ. α΄. <lb/>ἡ
                            χρῆσις σὺν γάλακτι γυναικείῳ. πρὸς ὦτα πυοῤῥοοῦντα <lb/>παρὰ Σπενδούσης.
                            ♃ χοίρου ἐκτομίου χολῆς μέρη β΄. μέλιτος <lb/>Ἀττικοῦ μέρος α΄. ὁμοῦ ἐν
                            ὑελίνῳ ἀγγείῳ ἐπὶ θερμοσποδιᾶς <lb/>θέρμαινε ἄχρι τοῦ ἡμίσεως καὶ οὕτω
                            χρῶ. ὠτικὴ <lb/>παρὰ Ἁρποκράτους πρὸς διαθέσεις καὶ ὀδύνας. ♃
                            ναρδοστάχυος <lb/>δραχ. στ΄. σμύρνης δραχ. στ΄. πεπέρεως δραχ. στ΄.
                            ἀφρονίτρου <lb/>δραχ. στ΄. ἁλὸς ἄνθους δραχ. στ΄. κρόκου δραχ. ζ΄. κάρυα
                            πικρὰ ι΄. <lb/>ὀποῦ μήκωνος δραχ. ιβ΄. οἴνου παλαιοῦ τὸ ἱκανὸν,
                            <lb/>ἔγχει κασσιτερίνῳ ἀγγείῳ τὸ φάρμακον. πρὸς δυσηκοΐαν καὶ
                            <lb/>ἤχους. ♃ ἐλλεβόρου λευκοῦ δραχ. α΄. καστορίου ὀβολὸν α΄.
                            <lb/>ἀφρονίτρου ὀβολὸν α΄ (S''). χρῶ μετ’ ὄξους ὡς καλλίστῳ.
                            <lb/>στρουθίου δραχ. α΄. κρόκου Κιλικίου δραχ. α΄. καστορίου δραχ. α΄.
                            <lb/>ἐλλεβόρου λευκοῦ δραχ. δ΄. νίτρου δραχ. α΄. τροχίσκους ποιῶν
                            <lb/>ἐπὶ τῆς χρήσεως ἀνιεὶς οἴνῳ χρῶ. πρὸς ὦτα πυοῤῥοοῦντα.
                            <lb/>στυπτηρίαν ἐκκεκαυμένην καὶ σμύρναν μετὰ μέλιτος λεάνας,
                            <lb/>προεκκλύσας τὸ ὠτίον ἐρίῳ τὸ φάρμακον ἐπιτίθει. ὠτικὴ <lb/>παρὰ
                            Χρυσάνθου Γρατιανοῦ πρὸς φλεγμονὰς καὶ ἑλκώσεις. <pb n="12.632"/> ♃ σίλφας
                            χωρὶς πτερῶν δεκαδύο, οἴνου παλαιοῦ καὶ μέλιτος <lb/>γο στ΄. ῥοιᾶς
                            κέλυφον α΄. πράσου χυλοῦ κύαθον α΄ (S''). <lb/>ἐν χύτρᾳ καινῇ ἕψε, ἕως
                            τακερωθῇ ἡ ῥοιὰ, εἶτα λέαινε καὶ <lb/>πρόσβαλε μύρου Συριακοῦ γο α΄.
                            πίσσης ὑγρᾶς γο α΄ (S''). <lb/>κρομμύων δ΄. τὸν χυλὸν ἐκθλίψας καὶ
                            συλλεάνας ἀπόθου, <lb/>ἐπὶ δὲ τῆς χρείας χλιάνας σὺν ἐρίῳ ἐπιτίθει.
                            ὠτικὴ πρὸς <lb/>φλεγμονὰς καὶ πυῤῥοοῦντας. <milestone unit="ed2page" n="401"/>♃ νάρδου Ἰνδικῆς δραχ. α΄. <lb/>στυπτηρίας σχιστῆς δραχ.
                            β΄. ὀπίου δραχ. δ΄. σιδίων δραχ. δ΄. κρόκου <lb/>δραχ. γ΄. σμύρνης δραχ.
                            δ΄. λιβάνου δραχ. δ΄. μέλιτος Ἀττικοῦ <lb/>δραχ. δ΄. ἀφρονίτρου δραχ.
                            δ΄. καστορίου δραχ. β΄. ἀμυγδάλων πικρῶν <lb/>δραχ. η΄. πεπέρεως λευκοῦ
                            κόκκους λ΄. ὄξους κύαθον α΄. <lb/>οὔρου συάγρου τὸ ἴσον, κυάμων
                            Αἰγυπτίων χλωρῶν τοῦ <lb/>ἐντὸς δραχ. δ΄. λεάνας ὁμοῦ ἀπόθου εἰς
                            κασσιτέρινον ἀγγεῖον, <lb/>ἐπὶ δὲ τῆς χρήσεως μετὰ ῥοδίνου ἔνσταζε καὶ
                            κροκίδα ἐντίθει <lb/>πορφυρᾶν. ὠτικὴ πρὸς τὰ ἀπεγνωσμένα, ὡς Ζωΐλος ὁ
                            <lb/>ὀφθαλμικός. ♃ ὑοσκυάμου σπέρματος τριώβολον, στυπτηρίας
                            <lb/>σχιστῆς ὀβολοῦ τὸ (S''). σμύρνης δραχ. α΄. καστορίου τριώβολον, <pb n="633"/> μηκωνείου τριώβολον, κηκίδος τριώβολον, κρόκου τετρώβολον,
                            <lb/>κινναμώμου τετρώβολον, λιβάνου ὀβολοὺς β΄. ἀφρονίτρου <lb/>ὀβολοὺς
                            δύο, σανδαράχης ὀβολοὺς β΄. ὀπίου προσφάτου κοχλιάρια <lb/>τρία, οὔρου
                            συάγρου ἄῤῥενος κοχλιάρια τρία, κογχυλίου <lb/>αἵματος τριώβολον,
                            μανδραγόρου χυλοῦ ὀβολὸν α΄. μέλιτος <lb/>Ἀττικοῦ τὸ ἱκανὸν, κογχυλίῳ
                            ἔμφρασσε τὸ οὖς. ὠτικὴ <lb/>ἄλλη πρὸς φλεγμονὰς καὶ πυοῤῥοοῦντα
                            θαυμαστή. ♃ πηγάνου <lb/>τριώβολον, σμύρνης τριώβολον, δαφνίδων
                            ἀληλεσμένων <lb/>τριώβολον, ὑοσκυάμου χυλοῦ δραχ. α΄. ὀπίου δραχ. α΄.
                            κρόκου <lb/>δραχ. α΄. σὺν γάλακτι γυναικείῳ χρῶ, ἐγχυματίζων χλιαρόν.
                            <lb/>ὠτικὴ λίαν καλὴ καὶ δεδοκιμασμένη ἐκ τῶν Ἀπολλωνίου. <lb/>♃ σμύρνης
                            δραχ. β΄. λιβανωτοῦ δραχ. β΄. καρύων πικρῶν δραχ. α΄. <lb/>ἀφρονίτρου
                            δραχ. β΄. σχιστῆς δραχ. α΄. σιδίων δραχ. α΄. ναρδοστάχυος <lb/>δραχ. β΄.
                            ἀλόης δραχ. γ΄. οἰνομέλιτος παλαιοῦ κυάθους γ΄. τὰ <lb/>ξηρὰ λεῖα μίσγε
                            τῷ οἰνομέλιτι καὶ ἑψήσας, ἀπόθου εἰς ἀγγεῖον <lb/>κασσιτέρινον, ἐπὶ δὲ
                            τῆς χρείας χλιαρῷ χρῶ.</p><p><milestone unit="ed1page" n="193"/>[Αἱ ὑπὸ Ἀσκληπιάδου γεγραμμέναι
                            δυνάμεις ὠτικαὶ <lb/>ἐν τῷ πρώτῳ τῶν ἐκτός.] Ὠτικὴ πρὸς τὰς προσφάτους
                            περιωδυνίας, ﻿<pb n="12.634"/> αἷς ἐχρήσατο Νικήρατος, κάλλιστον τοῦτό
                            ἐστιν. <lb/>ὀνίσκον τῶν κατοικιδίων. ζῶον δέ ἐστιν πολύπουν ἐν τοῖς
                            <lb/>ὑδρηροῖς ἀγγείοις καὶ ἐν ταῖς κοπρίαις γεννώμενον, κατὰ δὲ <lb/>τὰς
                            τῶν δακτύλων ἐπαιρήσεις σφαιρούμενον. τούτων λαβὼν <lb/>τρεῖς ἢ τέτταρας
                            καὶ σὺν ἐλαίῳ ἀποζέσας καὶ τὸ ἔλαιον <lb/>ἀποθλίψας ἐγχυμάτιζε. ποιεῖ δὲ
                            καὶ ὁ κολοκύνθης χυλὸς, <lb/>μετὰ ῥοδίνου ἢ ναρδίνου μιγνύμενος καὶ
                            χλιαινόμενος. καὶ <lb/>περδικίου βοτάνης χυλὸς μετὰ ἐλαίου ἑψόμενος. καὶ
                            κενταυρίου <lb/>χυλὸς μελικράτῳ διαλυθεὶς, καὶ ὑοσκυάμου χυλὸς ῥοδίνῳ
                            <lb/>μιγνύμενος. ποιεῖ καὶ ὀποῦ μήκωνος ὀλίγον, γάλακτι <lb/>γυναικείῳ
                            διαλυθέν. καὶ βοείων κρεῶν οἱ ἀποῤῥέοντες ἰχῶρες <lb/>ὅτε ὀπτᾶται, ταῦτα
                            δεῖ ὠμὰ πρόσφατα ἐπιτιθέναι ἀνθρακιαῖς <lb/>καὶ ἔνωμα ὄντα ἐκθλίβειν καὶ
                            τῷ ἐκθλιβομένῳ θερμῷ <lb/>ὑγρῷ ἐγχυματίζειν. ποιεῖ δὲ καὶ καρύων
                            σεσηπότων τοῦ <lb/>ἐντὸς τὸ ὑγρὸν, ὄξει διαλυθὲν καὶ ῥοδίνῳ. ποιεῖ δὲ
                            καὶ ὁ <lb/>Λιβυκὸς κοχλίας, ἀποσβεννύμενος ἐν τῷ οἰκείῳ ὀστράκῳ
                            <lb/>μετὰ ἐλαίου ναρδίνου ἢ ῥοδίνου. ποιεῖ δὲ καὶ ὑὸς ἀτόκου <lb/>χολὴ,
                            ἰσοστάθμῳ μέλιτι Ἀττικῷ μιγνυμένη. ἄλλο. ♃ ὀποῦ <pb n="12.635"/> μήκωνος,
                            καστορίου, ἀνὰ ὀβολοὺς β΄. γλυκεῖ διαλύσας καὶ <lb/>ὀλίγον ῥοδίνου
                            ἐπιβαλὼν χλιαίνων ἐγχυμάτιζε. ἄλλο. ♃ ὀποῦ <lb/>μήκωνος καὶ ὀποῦ
                            πευκεδάνου τὸ ἴσον, διαλύων ἐγχυμάτιζε.</p><p>[Πρὸς τὰς μεθ’ ἑλκώσεως φλεγμονὰς Χαριξένου.] ♃ <lb/>σμύρνης, ὀπίου,
                            καστορίου τὸ ἴσον γλυκεῖ διαλύσας, χλιαίνων <lb/>ἐγχυμάτιζε. ἄλλο. ♃
                            ὑοσκυάμου χυλοῦ, ὀποῦ μήκωνος, <lb/>σμύρνης, καστορίου, ἀνὰ δραχ. δ΄.
                            πεπέρεως δραχ. α΄. προτρόπου <lb/>τὸ ἱκανόν. πρὸς ξηρὰς καὶ ἀνίκμους
                            ἑλκώσεις. ἔστι δὲ καὶ <lb/>πεσσὸς ἀγαθός. ♃ οἰσύπου δραχ. δ΄. μυελοῦ
                            ἐλαφείου δραχ. δ΄. <lb/>βουτύρου δραχ. δ΄. στέατος χηνείου δραχ. δ΄.
                            κηροῦ Τυῤῥηνικοῦ <milestone unit="ed2page" n="402"/>
                            <lb/>δραχ. δ΄. τερμινθίνης δραχ. α΄. ἐλαίου κικίνου κυάθους β΄. ἐλαίου
                            <lb/>ἀμυγδαλίνου κυάθους β΄. ἐλαίου κυπρίνου κυάθους δύο, πισσελαίου
                            <lb/>κύαθον α΄. συντίθει καὶ χρῶ ἐξανιεὶς ὅσον ἐξαρκεῖ <lb/>ἐλαίῳ
                            ναρδίνῳ μίσγε, ὥστε μέλιτος ἔχειν πάχος. σφόδρα καλὸν <lb/>καὶ πρὸς τὰς
                            τῶν νεύρων διαθέσεις. ♃ ἐλαίου κυπρίνου <lb/>κυάθους β΄. ἰρίνου,
                            ῥοδίνου, ἀμυγδαλίνου, ἐλαίου παλαιοῦ <lb/>ἀνὰ κυάθους β΄. πισσελαίου
                            κύαθον α΄. κηροῦ γο β΄. τερμινθίνης <pb n="12.636"/> γο α΄. στέατος χηνείου
                            γο α΄. συντίθει καὶ χρῶ. <lb/>ἄλλο πρὸς τὰς ἐν βάθει ἀποστάσεις,
                            Ἀντωνίου Μούσα. ♃ <lb/>κρόκου δραχ. β΄. σμύρνης δραχ. β΄. βδελλίου δραχ.
                            δ΄. καρύων πικρῶν <lb/>δραχ. η΄. πρασίου χυλοῦ κοτύλης τὸ ἥμισυ,
                            προτρόπου <lb/>κοτύλης τὸ ἥμισυ, ἕψε τὰ ὑγρὰ καὶ τοῖς λοιποῖς ἐπιβαλὼν
                            <lb/>ἀνελόμενος χρῶ γλυκεῖ διαλύων ὅσον ἐξαρκεῖ. ἄλλο. ♃ κρόκου,
                            <lb/>σμύρνης, καστορίου, κενταυρίου ἀνὰ δραχ. β΄. ἀφρονίτρου· <lb/>δραχ.
                            α΄. ἀμυγδάλων πικρῶν κεκαθαρμένων δραχ. η΄. ἑλξίνης χυλοῦ <lb/>ξεστ. α΄
                            S". προτρόπου ξεστ. α΄. S". συντίθει καὶ χρῶ καθὰ προείρηται. <lb/>πρὸς
                            τὰς σὺν ῥεύματι φλεγμονὰς, ᾧ ἐχρήσατο Κλέων. <lb/>♃ σμύρνης, ἀλόης,
                            λιβάνου, ὀποῦ μήκωνος ἀνὰ δραχ. β΄. μίσυος <lb/>ὠμοῦ δραχ. α΄. ὄξει
                            ἀναλάμβανε, ἐν δὲ τῇ χρήσει γλυκεῖ <lb/>διαλύων ἐγχυμάτιζε. ἄλλο. Ἀρείου
                            Ταρσέως. ♃ σμύρνης <lb/>δραχ. δ΄ λιβάνου δραχ. δ΄. μίσυος ὠμοῦ δραχ. β΄.
                            λυκίου Ἰνδικοῦ <lb/>δραχ. δ΄. ἀναλάμβανε ὄξει. ἡ χρῆσις ὡς δεδήλωται.
                            πολλοῦ δὲ ῥεύματος <lb/>ἐπιγινομένου, χρηστέον ταῖς ὑπογεγραμμέναις
                            σκευασίαις. <lb/>♃ κρόκου, λιβάνου, σμύρνης, ὀπίου, λύγου σπέρματος
                            <lb/>ἀνὰ δραχ. α΄. λυκίου Ἰνδικοῦ, κυτίνων ῥοιᾶς, ῥόδων ἄνθους <pb n="637"/> ἀνὰ δραχ. β΄. ὄξους κοτύτην α΄. ἕψε λύγου σπέρμα,
                            κυτίνους, <lb/>ῥόδων ἄνθος εἰς τὸ ὄξος ἐμβαλὼν καὶ ὅταν διαλυθῇ,
                            ἐπίβαλλε <lb/>τοῖς λοιποῖς καὶ ἀνελόμενος ἀπόθου. ἐν δὲ τῇ χρήσει
                            <lb/>γλυκεῖ διαλύσας ἐγχυμάτιζε. πρὸς τὰ πυοῤῥοοῦντα ὦτα μετ’
                            <lb/>ὀδύνης ᾧ ἐχρήσατο Κίμων. ♃ καστορίου δραχ. β΄. σχιστῆς,
                            <lb/>κρόκου, σμύρνης, λιβανωτοῦ ἀνὰ δραχ. α΄. γλυκεῖ ἀναλάμβανε <lb/>ἢ
                            μυρτίνῃ καὶ χρῶ, ἐπὶ μὲν τῶν προσφάτων μετ’ οἰνομέλιτος, <lb/>ἐπὶ δὲ
                            κεχρονισμένων μετ’ ὄξους. Κλαυδίου Δαμονίκου <lb/>πρὸς πυοῤῥοοῦντα καὶ
                            χρονίας διαθέσεις. ♃ κρόκου δραχ. γ΄. <lb/>σμύρνης δραχ. α΄. κάρυα πικρὰ
                            κεκαθαρμένα ἀριθμῷ λ΄. νίτρου <lb/>ἀφροῦ, νάρδου Συριακῆς, στυπτηρίας
                            σχιστῆς ἀνὰ δραχ. α΄. λιβάνου <lb/>τριώβολον, ὄξει δριμυτάτῳ
                            ἀναλαμβάνεται καὶ δι’ <lb/>ὄξους ἀνίεται. πρὸς δυσωδίαν καὶ νομὴν ἡ τῶν
                            Ἱσπανῶν <lb/>λεγομένη. ♃ γάρου μέλανος ῥωμαϊστὶ λεγομένου ὀξυπόρου
                            <lb/>ξεστ. α΄. ὄξους σκιλλητικοῦ ξεστ. α΄. μέλιτος Ἀττικοῦ ξεστ. α΄ S".
                            <lb/>ἕψε μέχρι συστάσεως καὶ ἀνελόμενος εἰς ἀγγεῖον ὑέλινον χρῶ. <lb/>ἐν
                            ἄλλαις γραφαῖς ἔχει οὕτω. κολοκύνθης χυλοῦ ξεστ. α΄. συντίθει, <pb n="638"/> ποιεῖ πρὸς τὰς μετὰ φλεγμονῆς δυσωδίας. Χαριξένου
                            <lb/>πρὸς φθορὰς καὶ δυσωδίας. ♃ στυπτηρίας Μιλησίας λίτραν <lb/>α΄.
                            χαλκάνθου λίτρας η΄. ἀλόης δραχ. η΄. κροκομάγματος <lb/>δραχ. η΄.
                            σμύρνης δραχ. η΄. οἴνου μυρτίνου ξεστ. γ΄. ἕψε στυπτηρίαν <lb/>καὶ τὸν
                            γλυκὺν, καὶ ὅταν συστῇ ἐπίβαλε τὰ λοιπὰ <lb/>ὄξει διαλύσας καὶ
                            ἀνελόμενος χρῶ. πρὸς τὰς τῶν σαρκῶν <lb/>ἐπαναστάσεις, ᾧ ἐχρήσατο
                            Ἡρακλείδης ὁ Ταραντῖνος. ♃ ἰοῦ <lb/>ξυστοῦ δραχ. η΄. λεπίδος χαλκοῦ
                            δραχ. η΄. ἐν ἄλλῳ δραχ. δ΄. μέλιτος <lb/>κοτύλης S". τὰ ξηρὰ τρίψας καὶ
                            μέλιτι ἀναλαβὼν ἕως <lb/>ἐρυθρὸν γενέσθαι καὶ ἀνελόμενος χρῶ. ἄλλο. ♃
                            ἰοῦ δραχ. δ΄. <lb/>χαλκάνθου δραχ. δ΄. σμύρνης δραχ. δ΄. πρασίου χυλοῦ
                            κυάθους γ΄. <lb/>μέλιτος τὸ ἱκανὸν, σκεύαζε καθὰ προείρηται. Χαλκηδονία
                            <lb/>πρὸς τὰς κεχρονισμένας διαθέσεις. ♃ ἐλλεβόρου λευκοῦ δραχ. δ΄.
                            <lb/>κρόκου δραχ. δ΄. σμύρνης δραχ. δ΄. καστορίου δραχ. δ΄. λιβανωτοῦ
                            <lb/>δραχ. δ΄. ὀπίου δραχ. δ΄. χαλκάνθου δραχ. ιστ΄. πεπέρεως δραχ. β΄.
                            <lb/>σμύρναν, ὄπιον λιβανωτὸν, καστόριον, ἔμβρεχε ὄξει ἐναφεψημένων
                            <lb/>σιδίων μέχρι διαλύσεως, <milestone unit="ed2page" n="403"/>εἶτα
                            ἔμβαλε κεκομμένα, <lb/>ἐλλέβορον, κρόκον, πέπερι, χάλκανθον, εἶτα τρῖβε
                            ὁμοῦ ﻿<pb n="12.639"/> πάντα ἐπιμελῶς, καὶ ὅταν εὖ ἔχῃ, ἐπίβαλε οἰνομέλιτος
                            τὸ <lb/>αὔταρκες, ὥστε τὸ πάχος ἔχειν μέλιτος ἀνιεμένου. ἐπὶ δὲ τῆς
                            <lb/>χρήσεως χλιαίνων ἐγχυμάτιζε. τούτῳ τῷ φαρμάκῳ χρώμενος
                            <lb/>πολλάκις κατώρθωσα καὶ προκόπτοντος τοῦ χρόνου προσέθηκα <lb/>τῇ
                            γραφῇ ὀμφακίνου δραχ. α΄. <milestone unit="ed1page" n="194"/>Αἰγυπτία
                            πρὸς τὰς <lb/>αὐτὰς διαθέσεις, κᾂν ὦσι συγγεγενημέναι. ♃ ἀμυγδάλων
                            πικρῶν <lb/>κεκαθαρμένων δραχ. β΄. κυάμων. Αἰγυπτίων τοῦ ἐντὸς,
                            <lb/>πεπέρεως λευκοῦ, κρόκου, σμύρνης, ὀπίου ἀνὰ δραχ. β΄. λιβανωτοῦ
                            <lb/>δραχ. β΄. ὀμφακίου δραχ. δ΄. σχιστῆς δραχ. δ΄. καστορίου <lb/>δραχ.
                            β΄. χαλκάνθου δραχ. δ΄. ἀφρονίτρου δραχ. β΄. ἀναλάμβανε <lb/>ὄξει
                            ἐναφεψημένων σιδίων, ὡς γλοιοῦ ἔχειν τὸ πάχος. ἐπὶ <lb/>δὲ τῆς χρήσεως,
                            αὔταρκες λαβὼν τοῦ φαρμάκου καὶ μύρῳ <lb/>ναρδίνῳ διαλύσας ἐγχυμάτιζε.
                            πρὸς τὰς ἐκ τῶν ὤτων αἱμοῤῥαγίας <lb/>Ἡρακλείδου Ταραντίνου, ὥστε μὴ
                            θρομβοῦσθαι. <lb/>πρασίου τὸν χυλὸν ἑψήσας καὶ ὄξος μίξας ἐγχυμάτιζε. ἢ
                            <lb/>ῥοιᾶς ἐν ὄξει ἑψημένης τὸν χυλὸν ἐκθλίψας ἐγχυμάτιζε. ἢ
                            <lb/>πολυγόνου χυλὸν ἐν ὄξει βραχεῖ ἢ ἀκακίαν ἢ ἀμόργην ἢ <pb n="12.640"/>
                            λύκιον μετ’ ὄξους. ἄλλο Βότρυος, ἐφεκτικὸν αἱμοῤῥαγίας. <lb/>βάτου χυλὸν
                            καὶ κυκίδων ἐν ὄξει ἑψημένων τὸν χυλὸν ὁμοῦ μίξας <lb/>ἐγχυμάτιζε.</p><p>[Τὰ ὑπ’ Ἀρχιγένους γεγραμμένα φάρμακα τῶν προγεγραμμένων <lb/>ἐφεξῆς.]
                            Ὅσα μὲν πρὸς τὰς ὠταλγίας ἔγραψεν <lb/>ὁ Ἀρχιγένης φάρμακα, πρόσθεν
                            εἴρηται. νυνὶ δὲ προσθήσω <lb/>καὶ τὰ πρὸς τὰς ἄλλας διαθέσεις ὑπ’ αὐτοῦ
                            γεγραμμένα. ἐπὶ <lb/>δὲ τῶν ὑγραινομένων πολυγόνου χυλὸν μετὰ ἴσου ῥόδων
                            <lb/>χυλοῦ ἐγχυμάτιζε. ἢ κρόκον καὶ σμύρναν μετὰ γλυκέος καὶ
                            <lb/>ῥοδίνου χλιάνας ἔγχει. ἐπὶ δὲ τῶν πυοῤῥοούντων ποιεῖ μὲν <lb/>καὶ
                            πολύγονον σὺν ῥοδίνῳ ἐγχεόμενον, συμφωνεῖ δὲ ἄκρως <lb/>οἶνος
                            ἐνσταζόμενος, ἐναφεψημένων αὐτῷ κονύζης τῆς λεπτοφύλλου <lb/>φύλλων.
                            ἔνιοι δὲ καὶ λίβανον προσμίσγουσι τῷ <lb/>οἴνῳ. ἢ λύκιον ῥοδίνῳ διεὶς
                            ἔνσταζε. ἢ πρασίου ἀγρίου <lb/>σπέρμα σὺν ὄξει καὶ ῥοδίνῳ ὁμοίως. ἢ
                            κυμίνου καὶ κρόκου <lb/>ἴσον σὺν οἴνῳ αὐστηρῷ· ἢ κρόκου καὶ σμύρνης ἀνὰ
                            δραχ. β΄. <lb/>κάρυα λεπτὰ λελεπισμένα λεάνας μῖξον μετὰ μέλιτος κοτ.
                            (S''). <pb n="12.641"/> καὶ πράσον χυλοῦ κοτ. S". λεάνας τὰ ξηρὰ εὖ μάλα
                            καὶ <lb/>διεὶς τοῖς ὑγροῖς συλλεαίνων ἔνσταζε.</p><p>[Περὶ ἡλκωμένων ὤτων.] Ἐπὶ δὲ τῶν ἡλκωμένων <lb/>ὤτων καὶ αἱμασσομένων
                            καὶ ἀλγούντων χαλβάνην καὶ ὄπιον <lb/>μετὰ γλυκέος καὶ ῥοδίνου μέλιτος
                            πάχος ἔνσταζε. ἢ ἀντὶ <lb/>τῆς χαλβάνης ὀπὸν πευκεδάνου μίσγε, καὶ
                            μᾶλλον ποιεῖ. ἢ <lb/>σπόδιον ὀπτηθὲν λεῖον μετὰ ῥοδίνου ἔγχει. ἢ λύκιον
                            μετὰ <lb/>γυναικείου γάλακτος μεγάλως ἐνεργεῖ. καὶ τὸ μέλι καθ’
                            <lb/>ἑαυτὸ χλιαρὸν ἐγχεόμενον, μάλιστα δὲ ἐφ’ ὧν καὶ δυσωδίαι
                            <lb/>εἰσίν. ἔνιοι δὲ τοὺς ἐπὶ ταῖς ὑδρίαις ὄνους μετά τινος μύρου
                            <lb/>ἐνστάζουσι, καὶ ἄκρως ὠφελεῖ. ἢ τὰς κατοικιδίους σίλφας, <lb/>μετὰ
                            ῥοδίνου ἔνσταζε. καλῶς ποιεῖ πρὸς πᾶσαν ὠτὸς <lb/>διάθεσιν ἀλώπεκος
                            στέαρ τεταριχευμένον, τηκόμενον καὶ ἐνσταζόμενον. <lb/>ἢ σπονδυλίου τὸ
                            ἐντὸς σὺν μέλιτι καὶ ῥοδίνῳ <lb/>ἔγχει, ἢ κλύσας καὶ διαψήσας τὸ οὖς,
                            πράσου ἢ πρασίου <lb/>χυλὸν μετὰ μέλιτος ἔγχει. ἢ κονίαν τὴν τῶν
                            πηλοποιῶν μετὰ <lb/>μέλιτος ἀνεζεσμένην, ἢ λίβανον μετὰ ὄξους ἐν ῥοιᾶς
                            κελύφει <pb n="12.642"/> ζέσας ἔγχει. ἢ κρόκον καὶ σχιστὴν μετ’ οἰνομέλιτος
                            <lb/>ὁμοίως ἐν τῷ κελύφει. ζέσας ἔγχει. ἢ κηκίδα λείαν ὀθονίῳ
                            <lb/>ἐνδήσας ἕψε ἐν οἴνῳ καὶ ἐκ τούτου ἔνσταζε, εὐθέως ἀπόνους
                            <lb/>ποιεῖ.</p><p><milestone unit="ed2page" n="404"/>[Περὶ σκωλήκων ἐν ὠσίν.] Ἐφ’ ὧν δὲ
                            σκώληκές <lb/>εἰσιν, ἐλλέβορον λευκὸν μετὰ μέλιτος κάθιε ἢ ξηρὸν
                            <lb/>ἐμφύσα ἢ χυλὸν βάτου ἔγχει. εἰ δὲ λελεπισμένον τὸ τοῦ <lb/>ὠτὸς
                            ὀστέον τύχῃ, διελὼν ὄπισθεν τοῦ ὠτὸς ξύσον, ἔπειτα <lb/>καύσας ἀπούλου
                            ἀλύπως.</p><p>[Περὶ τῶν ἐν τοῖς ὠσὶν ἤχων.] Ἔνιοι μὲν αὐτῶν <lb/>φυσώδους πνεύματός
                            εἰσιν ἔκγονοι, τινὲς δὲ διὰ τὴν ἀκρίβειαν <lb/>τῆς ἀκουστικῆς αἰσθήσεως
                            γίνονται, καθάπερ ἐν ὀφθαλμοῖς <lb/>τὰ τῶν ὑποχεομένων φαντάσματα διὰ
                            τὰς ἀπὸ τοῦ <lb/>τῆς γαστρὸς στόματος ἀναθυμιάσεις, ἀκριβὲς δὲ οὐδετέρας
                            <lb/>τῶν διαθέσεων γνώρισμα δυνατὸν ἐν ἀρχῇ σχεῖν, οὐ μὴν <lb/>οὐδὲ
                            ἀτέχνως προσήκει ἄρχεσθαι τῆς τε διαγνώσεως αὐτῶν <lb/>καὶ τῆς ἰάσεως.
                            εἴρηται γὰρ καὶ δέδεικται πολλάκις οὐχ ἕν <lb/>τι γένος ὂν ἐλπίδος
                            στοχαστικῆς. εἶναι γὰρ τεχνικὸν στοχασμόν <pb n="12.643"/> τινα ἐκ τῶν
                            προκαταρκτικῶν ὀνομαζομένων αἰτίων, <lb/>ὅταν ἐπίστηταί τις αὐτῶν τὰς
                            δυνάμεις, ἄλλης μὲν ἐπὶ <lb/>ψύξει διαθέσεως γινομένης, ἄλλης δὲ ἐπ’
                            ἐγκαύσει, καθάπερ <lb/>γε καὶ πληγῆς προηγησαμένης ἢ νόσου τοίας ἢ
                            τοίας, ὥσπερ <lb/>γε καὶ ἀπεψίας ἢ οἰνοποσίας δαψιλοῦς ἢ ἐμέτων βιαίων
                            τε <lb/>καὶ πολλῶν. ἔσθ’ ὅτε καὶ ἐπὶ φαρμάκων ὠτικῶν χρήσει γίνονταί
                            <lb/>τινες ἦχοι. καὶ τὸ κατὰ βραχὺ δὲ συστῆναι τὸν ἦχον <lb/>ἢ ἀθρόως
                            γενέσθαι συντελεῖται πρὸς τὴν τῆς διαθέσεως <lb/>εὕρεσιν. ἔτι τε τὸ
                            διαλείμματα ποιεῖν ἢ παραμένειν τὸ σύμπτωμα <lb/>διηνεκῶς. ἀκριβὴς δὲ
                            διάγνωσις ἐν τῷ χρόνῳ γίγνεται <lb/>μετὰ τὴν τῶν τεχνικῶς στοχασθέντων
                            χρῆσιν φαρμάκων. <lb/>εἰ μὲν οὖν ἐπὶ πυρετοῖς ἦχοι γίνονται, μὴ
                            παρενοχλεῖν, παύονται <lb/>γὰρ παραυτίκα ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. ἐὰν δὲ
                            ὑπονοήσας <lb/>τις ἐπὶ πνεύματι φυσώδει διέξοδον οὐκ ἔχοντι γίνεσθαι
                            <lb/>τοὺς ἤχους τὰ τέμνοντα καὶ λεπτύνοντα καὶ διαφοροῦντα <lb/>φάρμακα
                            προσφέρων ἀνύῃ μηθὲν, ἅμα τῷ δηλονότι καὶ <lb/>ἀποφλεγματισμοῖς χρῆσθαι
                            καὶ τῇ τῆς ὅλης κεφαλῆς προνοίᾳ, ﻿<pb n="12.644"/> πολλὴν ἕξει ῥοπὴν εἰς
                            ὑπόνοιαν εὐαισθησίας ἀκριβοῦς, <lb/>καὶ μάλιστα ἐὰν ὀξυήκους ὁ πάσχων
                            φαίνηται. τοιούτῳ γοῦν <lb/>τινι περιπεσὼν ἐγὼ, κεχρημένῳ φαρμάκοις οἷς
                            εἶπον, οὐδὲν <lb/>δὲ ὠφελουμένῳ, προσέμιξά τι τῶν ναρκούντων τὴν
                            αἴσθησιν, <lb/>ὁποῖόν ἐστιν ὅ τε τοῦ μανδραγόρου χυλὸς καὶ ὁ τοῦ μήκωνος
                            <lb/>ὀπός· ὅπερ ἀπήλλαξε τοῦ συμπτώματος αὐτόν. αἱ <lb/>δὴ οὖν ὑπὸ τῶν
                            ἔμπροσθεν ἰατρῶν ὠτικαὶ δυνάμεις, πρὸς <lb/>τὰ τοιαῦτα συμπτώματα
                            γεγραμμέναι, διαφορητικῶν καὶ τμητικῶν <lb/>φαρμάκων εἰσίν. ἔμπροσθεν
                            μὲν οὖν ἐν τῷ καταλόγῳ <lb/>τῶν ὠτικῶν δυνάμεων, ἃς ἔγραψεν Ἀνδρόμαχος,
                            ἦσαν ὑπ’ <lb/>αὐτοῦ τινες λεγόμεναι πρὸς ἤχους ἁρμόττειν ἐκ τῆς τοιαύτης
                            <lb/>ὕλης συγκείμεναι. νυνὶ δὲ προσθήσω τὰς ὑπ’ Ἀρχιγένους
                            <lb/>γεγραμμένας.</p><p>[Αἱ ὑπ’ Ἀρχιγένους γεγραμμέναι δυνάμεις πρὸς ἤχους.] <lb/>Ἐπὶ δὲ τῶν
                            ἐξαίφνης ἤχων ὄξος μετὰ ῥοδίνου ἔγχεε, ἢ κύμινον <lb/>καὶ ἔλαιον,
                            μέλιτος πάχος ποιῶν, ἢ σικύου ἀγρίου ῥίζης <pb n="12.645"/> χυλὸν, ἢ αὐτὴν
                            ἕψε τὴν ῥίζαν τῷ ἐλαίῳ. εἰ δὲ ἐπιμένοι <lb/>πλείονα χρόνον, πᾶσι τοῖς
                            πικροῖς καὶ δριμέσι καὶ λεπτυντικοῖς <lb/>καὶ διαφορητικοῖς, τοῖς
                            ἀναγραφεῖσιν ἐπὶ τῶν διὰ πάχος <lb/>χυμῶν ὀδυνωμένων, ἕκαστον ἕψων σὺν
                            ὄξει καὶ μέλιτι, <lb/>προσπλέκων ἢ κατακλίνας τὸν πάσχοντα καὶ νίτρον
                            ὠμὸν <lb/>λεῖον ἐμπάσας εἰς τὸ οὖς, ὄξος δριμὺ χλιαρὸν ἔγχει. εἶτα
                            <lb/>ἐπειδὰν παύσηται ζέον, ἐρίῳ ἑψήσας καρύων <milestone unit="ed2page" n="405"/>πικρῶν <lb/>χυλὸν ἔγχει καὶ ἀπόφραττε ἐρίῳ. ἢ νίτρον καὶ
                            σμύρναν εὖ <lb/>ἑνώσας μετὰ ῥοδίνου καὶ ὄξους καὶ μέλανος γραφικοῦ
                            παχέος <lb/>ἔνσταζε. ἢ πτερῷ βάπτων δὶς τῆς ἡμέ<milestone unit="ed1page" n="195"/>ρας ἐπιτίθει, <lb/>ἢ καστορίῳ καὶ ναρδίνῳ ἴσοις μετ’ ὄξους
                            καὶ ῥοδίνου χρῶ, <lb/>ἢ ὄξει καὶ νίτρῳ καὶ μέλιτι κλύζε. ἐφ’ ὧν δὲ διὰ
                            πολλὴν <lb/>αἴσθησιν ἐγγίνεται ἦχος, καστόριον καὶ κωνείου σπέρμα
                            λειώσας <lb/>σὺν ὄξει ἐπίσταζε. ἐπὶ δὲ τῶν ἐκ νόσου ἤχων ἀψινθίου
                            <lb/>ἀφεψήματος πυριάσας, τὸ ὄξος καὶ τὸ ῥόδινον ἔγχει, ἢ ῥαφάνου
                            <lb/>χυλὸν μετὰ ῥοδίνου, ἢ ἀλόην καλλίστην μετ’ οἰνομέλιτος
                            <lb/>ἀνεθεῖσαν. εἰ δ’ ἐπιμένοι, ἐλλέβορον μέλανα ἑψήσας <pb n="12.646"/>
                            μετ’ ὄξους χρῶ. τοιαῦτα μὲν ὁ Ἀρχιγένης ἔγραψε πρὸς <lb/>τοὺς ἐν τοῖς
                            ὠσὶν ἤχους, ὁ δ’ Ἀπολλώνιος ἐν τῷ πρώτῳ <lb/>τῶν εὐπορίστων τὰ
                            ὑπογεγραμμένα.</p><p>[Τὰ ὑπ’ Ἀπολλωνίου πρὸς ἤχους καὶ βόμβους καὶ <lb/>συριγμοὺς καὶ
                            ἐμπνευματώσεις.] Ὄξος δριμὺ χλιαίνων ἔνσταζε. <lb/>ἔλαιον καὶ ὄξος
                            χλιαίνων ἔνσταζε. μέλι Ἀττικὸν θερμὸν ἔνσταζε. <lb/>δάφνινον ἔλαιον
                            ὡσαύτως. πράσου χυλὸν μετὰ γάλακτος <lb/>γυναικείου ἢ ῥοδίνου
                            ἐγχυμάτιζε. σικύου ἀγρίου τὸν <lb/>καρπὸν χυλίσας ἢ φύλλα δι’ ὀθονίου
                            ἔνσταζε. κολοκύνθης <lb/>ἀγρίας ἐντεριώνην ἐλαίῳ διεὶς ἔγχει, κύμινον
                            λεῖον καὶ μυελὸν <lb/>μόσχειον ἔνσταζε. σικύου ἀγρίου ἐντεριώνην ἐλαίῳ
                            διεὶς <lb/>ἔγχει, βάλανον μυρεψικὴν τρίψας καὶ στέαρ χήνειον καὶ
                            ῥητίνην, <lb/>ἴσα μίξας ἔνσταζε. λινόσπερμα τρίψας καὶ διεὶς μύρῳ
                            <lb/>Ἀραβικῷ ἔνσταζε. μίσυ λεάνας καὶ διεὶς μύρῳ ῥοδίνῳ χρῶ.
                            <lb/>πήγανον καὶ κύμινον ἴσα τρίψας καὶ διεὶς καὶ εἰς μέλι μίξας
                            <lb/>ἔγχει. ὕσσωπον τρίψας καὶ κεδρίνῳ διεὶς ἐλαίῳ ἔνσταζε,
                            <lb/>ἀμυγδάλων πικρῶν ἔλαιον μέλιτι μίξας. ἐὰν δὲ ἐνεργεστέρῳ <pb n="647"/> βούλῃ χρῆσθαι, σύμπλεξον τοῦτο τῷ προτέρῳ, ἄγνου καὶ
                            <lb/>ἀσκαλαβώτου κεφαλὴν τρίψας ἐξ ἴσου καὶ μίξας ἔλαιον ἔνσταζε.
                            <lb/>νίτρον καὶ ῥητίνην καὶ στέαρ χήνειον, ἴσα μετ’ ἐλαίου <lb/>μίξας
                            καὶ διαλύσας χρῶ. κρόμμυον καὶ σκόροδον καὶ στέαρ <lb/>χήνειον ἴσα
                            τρίψας καὶ διηθήσας ἔγχει καὶ προεκκλύσας <lb/>ὕδατι θερμῷ νίτρον λεῖον
                            ἐμφύσα.</p><p>[Πρὸς ὦτα ἡλκωμένα καὶ ἰχωῤῥοοῦντα τοῦ αὐτοῦ.] <lb/>Πρώτους μὲν ἔγραψε
                            κλυσμοὺς Ἀπολλώνιος, δεύτερα δὲ τὰ <lb/>ἔγχυτα φάρμακα καὶ τρίτα τὰ
                            ξηραντικὰ καὶ τέταρτα τὰ <lb/>ἐμφυσώμενα κατὰ τὴν ὑπογεγραμμένην λέξιν
                            ἑρμηνεύων <lb/>ταῦτα. κλυσμοί. ὕδατι θερμῷ συνεχέστερον ἔκκλυζε. φακοῦ
                            <lb/>ἀφεψήματι ὡσαύτως. ὑδρομέλιτι θερμῷ παραπλησίως ἔκκλυζε.
                            <lb/>κισσοῦ ἀποβρέγματι ἢ ἀφεψήματι μετ’ οἴνου χρῶ. σιδίων
                            <lb/>ἀποβρέγματι ἢ ἀφεψήματι μετ’ οἴνου παραπλησίως. κηκίδος <lb/>ἁδρᾶς
                            ἀφεψήματι μετ’ οἴνου μυρσίνην ἀφεψημένην ἐν οἴνῳ <lb/>κλύζε. οἴνῳ μετ’
                            ὀλίγης στυπτηρίας τετριμμένης χρῶ. στοιβῆς <lb/>καρπὸν ἐν οἴνῳ ἑψήσας
                            κλύζε. οὖρον καὶ οἶνον μίξας <lb/>καὶ θερμάνας ἔκκλυζε, πίσσης ὀῤῥῷ
                            ἐγχυμάτιζε. ἐλαίας φύλλα <pb n="12.648"/> χυλίσας καὶ μέλιτι μίξας,
                            συνέψησον καὶ τούτῳ χρῶ. μηκώνιον <lb/>διεὶς γλυκεῖ ἔνσταζε. κρομμύου
                            χυλίσματι μετὰ μέλιτος <lb/>χρῶ. πηγάνου ἀγρίου χυλὸν μετ’ οἴνου καὶ
                            ῥοδίνου <lb/>ἐλαίου, ἐν ῥοιᾶς σιδίῳ τεθερμασμένον ἔνσταζε. χολὴν βοὸς
                            <lb/>ἢ συὸς ἐν σιδίῳ ῥοιᾶς χλιαρὰν ἔνσταζε. χολὴν αἰγὸς ἢ προβάτου.
                            <lb/>ἢ χελώνης θαλασσίας μετὰ γάλακτος γυναικείου χλιαρὰν <lb/>ἔνσταζε.
                            καρδάμωμον τρίψας μετὰ μέλιτος ἔνσταζε. πευκεδάνου <lb/>ὀπὸν ῥοδίνῳ
                            διεὶς χρῶ. ἀλόην καὶ κροκόμαγμα διεὶς <lb/>ἔνσταζε. <milestone unit="ed2page" n="406"/>ἀψινθίῳ λείῳ μετὰ μέλιτος χρῶ. σμύρνην
                            <lb/>καὶ ῥητίνην καὶ στέαρ χήνειον μετ’ ἐλαίου τρίψας ἐγχυμάτιζε.
                            <lb/>τὸ λίπος τὸ ἐπιγινόμενον ἐπὶ τοῦ τυροῦ ἐν τοῖς κεραμείοις
                            <lb/>συγκειμένου χλιάνας ἔνσταζε. διφρυγὲς λεάνας μετὰ <lb/>μέλιτος
                            ἔνσταζε. στυπτηρίαν σχιστὴν λεάνας μετὰ γλυκέος <lb/>καὶ ὄξους ἕψησον,
                            ἕως ἂν μέλιτος σχῇ πάχος καὶ χρῶ. ξηραντικά. <lb/>κεδρίαν μέλιτι μίξας
                            ἔνσταζε. πεπέρεως λευκοῦ κόκκους <lb/>τρεῖς διεὶς μύρῳ Αἰγυπτίῳ, κόγχῃ
                            μικρᾷ λεάνας ἔνσταζε. <lb/>κρόκου καὶ ψιμμυθίου ἴσα τρίψας καὶ διεὶς
                            ῥοδίνῳ ἔγχει. <lb/>μελάνθιον καὶ θεῖον ἴσα τρίψας καὶ διεὶς ῥοδίνῳ καὶ
                            μίξας ﻿<pb n="12.649"/> μύρον ἴρινον καὶ στέαρ αἴγειον, ἴσα καὶ αὖθις
                            τρίψας χρῶ. <lb/>σμύρναν καὶ θεῖον ἴσα τρίψας καὶ ἐλαίῳ μίξας ἔνσταζε.
                            <lb/>σμύρναν καὶ σίδιον ῥοιᾶς γλυκείας ἴσα τρίψας καὶ μέλιτι <lb/>διεὶς
                            ἔγχει. θηρία τὰ ἀπὸ τῶν δένδρων, ὥσπερ σκώληκας <lb/>ἐρυθροὺς, τρίψας
                            καὶ διεὶς ἐλαίῳ χρῶ. θηρίον ὃ γῆς ἔντερον <lb/>καλεῖται, ἑψήσας καὶ
                            διασήσας ἔνσταζε. ῥητίνην καὶ μέλι καὶ <lb/>ἔλαιον ἴσα μίξας καὶ
                            διαλύσας ἔνσταζε. ῥοιὰν λαβὼν γλυκεῖαν <lb/>καὶ περιτεμὼν τὸν ὀμφαλὸν
                            ἐκκόκκισον, εἶτα ἐγχέας γλυκέος <lb/>κύαθον καὶ προσεπιπάσας χαλκάνθου
                            λείου ὀβολοὺς δύο, <lb/>συνέψησον μέχρις ἂν σύμμετρον πάχος σχῇ καὶ
                            χλιαρῷ χρῶ.</p><p>[Ἐμφυσητικά.] Κηκίδα λείαν ἐμφύσα. πέπερι στογγύλον <lb/>μετ’ οἴνου
                            συντρίψας ἔμπασον. τῷ δ’ αὐτῷ χρηστέον <lb/>καὶ ἐγχύματι μᾶλλον
                            διειμένῳ. ὀμφάκινον καὶ κηκίδα πεφωγμένην, <lb/>ἴσην λεάνας ἐμφύσα.
                            χρηστέον δὲ καὶ περιπάτοις <lb/>καὶ κοιλίας κενώσεσι καὶ σιτίων ὑποστολῇ
                            καὶ διακαθάρσει <lb/>τῶν ὤτων ἐπιμελέστερον. πρὸς τὰ κάθυγρα ὦτα. πρὸς
                            δὲ <lb/>τὰ κάθυγρα τῶν ὤτων, οὕτω γὰρ αὐτὸς ὀνομάζει, φάρμακα <pb n="650"/> χρήσιμά φησιν ὁ Ἀπολλώνιος τὰ ὑπογεγραμμένα. μίσυ καύσας
                            <lb/>ἐν ὀθονίῳ καὶ σὺν αὐτῷ λεάνας ἐμφύσα. κηκίδα καύσας <lb/>καὶ τρίψας
                            παραπλησίως χρῶ. σποδὸν λείαν ὡσαύτως, <lb/>στυπτηρίαν ὀπτήσας ἐπ’
                            ὀστράκῳ καὶ λεάνας, ἔλαιον προσεγχέας <lb/>ἐμφύσα. τῷ δ’ αὐτῷ τῆς
                            ἐπιμελείας τρόπῳ χρῶ.</p><p>[Πρὸς δυσηκοΐας.] Πρὸς δὲ τοὺς ὑποκώφους, εἴτε δυσκώφους <lb/>εἴτε
                            δυσηκόους ἐθέλοι τις ὀνομάζειν, τῶν μὲν μικρῶν <lb/>φωνῶν μηδ’ ὅλως
                            ἀκούοντας, τῶν δὲ μεγάλων μόγις, <lb/>ὑποπτευτέον τὸ σύμπτωμα, κατὰ
                            βραχὺ γὰρ αὐξανόμενον <lb/>ἐν τῷ χρόνῳ κωφότητα τελείαν ἀπεργάζεται.
                            καθαρτέον <lb/>τοίνυν ἐστὶ τῇ ἱερᾷ καὶ τοῖς διὰ τῆς κολοκυνθίδος
                            καταποτίοις, <lb/>ἀποφλεγματιστέον τε καὶ κεφαλὴν ξηραντέον, ἅπαντί
                            <lb/>τε τρόπῳ ῥωστέον, ὡς ἐπιδέδεικται πολλάκις. ἔστι δὲ καὶ <lb/>διαίτῃ
                            λεπτυνούσῃ χρηστέον, εἰς αὐτὸ δὲ τὸ οὖς ἐμβλητέον <lb/>φάρμακα
                            διαιρετικά τε καὶ τμητικὰ καὶ λεπτυντικὰ γλίσχρων <lb/>τε καὶ παχέων
                            χυμῶν, ὧν ἡ ὕλη τοιάδε τίς ἐστιν.</p><pb n="12.651"/><p>[Τὰ ὑπ’ Ἀπολλωνίου γεγραμμένα κατὰ τὸ πρῶτον <lb/>τῶν εὐπορίστων, πρὸς
                            δυσηκοΐαν φάρμακα κατὰ λέξιν οὕτως.] <lb/>Πρὸς τὰς δυσηκοΐας τὰς
                            ἐξαπίνης καὶ τὰς ἐκ τῶν κεφαλαλγιῶν <lb/>ἀψίνθιον μεθ’ ὕδατος ἑψήσας,
                            πυρία διὰ καλάμης <lb/>κατὰ τὸν ὑποδεδειγμένον διὰ καλάμου τρόπον.
                            δαφνίδας <lb/>ἢ φύλλα δάφνης ἑψήσας ἐν ὕδατι παραπλησίως χρῶ. ὀρίγανον
                            <lb/>ὁμοίως, ὕσσωπον ὁμοίως, θάλασσαν καὶ ὄξος ὁμοίως. <lb/>τοῖς δ’
                            αὐτοῖς τούτοις χρηστέον καὶ ἐν χυτρίδι ἑψημένοις, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="407"/>καὶ τῇ διὰ τῆς χυτρίδος δεδηλωμένῃ
                            πυρίᾳ. κλυσμοί. <lb/>ὄξει λευκῷ καὶ ὕδατι ἴσοις καὶ νίτρῳ λείῳ ὁμοῦ
                            ἐξεσμένοις <lb/>κλύζε ἐφ’ ἡμέρας πλείους, καὶ μετὰ ταῦτα κλύζε ὕδατι
                            θερμῷ <lb/>δαψιλεῖ. ἐνστάξεις. καὶ οὕτως ἐγχυμάτιζε τοῖς πρὸς ταῦτα
                            <lb/>ἀναγεγραμμένοις. πράσου χυλὸν καὶ ἴρινον μύρον μίξας ἔνσταζε.
                            <lb/>χολὴν βοείαν καὶ αἰγείαν καὶ μύρον ῥόδινον μίξας <lb/>ἔνσταζε.
                            κρομμύων χύλισμα καὶ ῥητίνην ἐλαίῳ διεὶς ἐξ ἴσου <lb/>χρῶ. καρύων ἔλαιον
                            καὶ ῥητίνην μίξας, ἐξ ἴσου χρῶ. στυπτηρίαν <lb/>ὄξει διεὶς ἔνσταζε.
                            σμύρναν καὶ στυπτηρίαν ἴσην <pb n="12.652"/> λεάνας καὶ διεὶς ὄξει
                            ἐγχυμάτιζε. στέαρ χήνειον καὶ χο<milestone unit="ed1page" n="196"/>λὴν
                            <lb/>βοὸς καὶ δάφνινον ἴσα μίξας ἔνσταζε. κισσοῦ ἀγρίου <lb/>τὸν καρπὸν
                            χυλίσας δι’ ὀθονίου ἔνσταζε. ἐλλέβορον μέλανα <lb/>σὺν ὄξει λεάνας καὶ
                            μέλιτι ἐπὶ πολὺ ἑψημένῳ ἀναλαβὼν <lb/>ποίει κολλύρια βαλανοειδῆ μικρὰ
                            καὶ ἐντίθει τῷ πόρῳ καὶ <lb/>ἔα ἐπὶ ἡμέρας ε΄. γῆρας ὄφεως τρίψας μετ’
                            ὄξους ἔνσταζε. <lb/>τῷ δ’ αὐτῷ καὶ μετὰ χολῆς βοείας ἢ αἰγείας ἢ χελώνης
                            θαλασσίας <lb/>ἢ τοῦ καλλιωνύμου διειμένου χρῶ. καρδάμου τὸ ἱκανὸν
                            <lb/>καὶ νίτρου βραχὺ, σύκου σαρκὶ χωρὶς τῶν κεγχραμίδων <lb/>ἀναλαβὼν
                            ποίησον κολλύριον ἁρμόττον τῷ πόρῳ τῆς ἀκοῆς <lb/>καὶ ἔνθες, κομίζου δὲ
                            αὐτὸ τριταῖον. τοῦτο ἄγει ῥύπον ἱκανὸν <lb/>καὶ παραχρῆμα κουφίζει.
                            ἐπιμελητέον δὲ καὶ τοῦ λοιποῦ <lb/>σώματος, περιπάτοις τε πρὸς δύναμιν
                            ἱκανῶς καὶ τρίψει <lb/>τῆς κεφαλῆς καὶ τῶν ἄλλων μερῶν, ἔτι δὲ
                            ἀποφλεγματισμοῖς <lb/>καὶ διακλύσμασιν ἀποκρίνειν δυναμένοις, τροφαῖς τε
                            <lb/>χρηστέον πλήθει συμμέτροις καὶ κατὰ τὸ γένος εὐλύτοις τε <lb/>καὶ
                            εὐεκκρίτοις. βοηθεῖ δὲ ἱκανῶς τοῖς ἐν ταύτῃ τῇ διαθέσει <pb n="12.653"/>
                            καθεστῶσι καὶ σπογγίον εἰς λεπτὰ κατατετριμμένον καὶ <lb/>συνεστραμμένον
                            καὶ μέλιτι καταβεβρεγμένον καὶ εἰς τὴν ἀκοὴν <lb/>ἐπιτιθέμενον. τὸ δ’
                            αὐτὸ τοῦτο χρήσιμόν ἐστι καὶ πρὸς <lb/>τὴν σάρκα, τὴν φυομένην ἐν τῷ
                            πόρῳ τῆς ἀκοῆς. ἐπὶ δὲ <lb/>τούτοις ἔφησε χρηστέον εἶναι τῇ διὰ τῆς
                            χυτρίδος δεδηλωμένῃ <lb/>πυρίᾳ, ἣν αὐτὸς δηλονότι πρόσθεν ἐγεγράφει κατὰ
                            τὰ <lb/>τῆς ἀκοῆς βοηθήματα. παραλέλοιπα δὲ αὐτὴν ἐγὼ, κατεγνωκὼς
                            <lb/>διὰ τὸ κλυσμὸν μέν τινα ποιεῖν τοῖς ὀδυνωμένοις, <lb/>ὠφέλειαν δὲ
                            οὐδεμίαν. διὰ τοῦτο νῦν αὐτὴν προσθήσω. τοὺς <lb/>γὰρ δυσκωφοῦντας εἰκός
                            ἐστιν ὑπ’ αὐτῆς ὠφεληθήσεσθαί τι <lb/>τῶν ἐναντίων βοηθημάτων δεομένους
                            τοῖς ὀδυνωμένοις. ἡσυχίας <lb/>μὲν γὰρ ἀκριβοῦς ἐν ταῖς ὀδύναις χρήζει
                            τὰ πεπονθότα <lb/>μόρια, κινήσεως δὲ σφοδρᾶς καὶ ὡς ἂν εἴποι τις
                            μεταποιήσεως <lb/>εἰς ἐναντίαν διάθεσιν τῆς οὔσης τὰ
                            <lb/>δυσκωφοῦντα.</p><p>[Πυρίαι πρὸς ὠταλγίαν αἱ ὑπὸ Ἀπολλωνίου γεγραμμέναι <lb/>κατὰ λέξιν
                            οὕτως.] Πυρίαις δὲ χρηστέον ταῖς διὰ τῶν ﻿<pb n="12.654"/> σπόγγων, εἰς
                            θερμὸν ὕδωρ ἀποβεβρεγμένων τούτων, ἱκανῶς <lb/>τε ἐκτεθλιμμένων καὶ ταῖς
                            διὰ τῆς σικύας, ἔτι τε ταῖς διὰ <lb/>τοῦ ἀτμοῦ τῶν τετρημένων καλάμων.
                            χρὴ δὲ τὸ μὲν ἕτερον <lb/>τοῦ καλάμου πέρας ἡρμόσθαι τῇ κοιλότητι τοῦ
                            ὠτίου, τὸ <lb/>δὲ ἕτερον ἐν χύτρᾳ πῶμα τετρημένον ἐχούσῃ καὶ πάντοθεν
                            <lb/>ἐστεγνωμένῃ ἐγκεῖσθαι. ἔστω δὲ ἀψίνθιον ἐν ὕδατι ἀπεζεσμένον
                            <lb/>ἐχούσῃ ἐν αὐτῇ, ὥστε τὸν ἀναφερόμενον χυμὸν προσπίπτειν <lb/>τῷ τῆς
                            ἀκοῆς πόρῳ, ὡσαύτως δὲ πυριατέον καὶ <lb/>στέατι περὶ ὀβελίσκον
                            ὠπτημένῳ. σφόδρα δὲ ἁρμόζει καὶ ὁ <lb/>ὑπογεγραμμένος τῆς πυρίας τρόπος.
                            οὖρον μάλιστα μὲν ταύρου, <lb/>εἰ δὲ μὴ, βοὸς, ὡς παλαιότατον εἰς χύτραν
                            ἐγχέοντα καινὴν <lb/>στενόστομον καὶ ὄξος τὸ τρίτον μέρος, τοῦ οὔρου
                            μίξαντα <lb/>καὶ μυρσίνην κεκομμένην, <milestone unit="ed2page" n="408"/>ὄστρακα πίθου τοῖς <lb/>μεγέθεσιν ἱκανὰ διάπυρα ποιήσαντα, ἐμβάλλειν
                            εἰς τὴν χύτραν, <lb/>εἶτα κλίναντα τὸν ἄνθρωπον εἰς τὸ οὖς προσθεῖναι
                            <lb/>τὴν χυτρίδα καὶ οὕτω πυριᾷν. περὶ δὲ τὸ οὖς σπεῖραν χρὴ <lb/>ποιεῖν
                            ἐξ ἐρίου, πρὸς τὸ μὴ κατακαίεσθαι τοὺς ἐν κύκλῳ <lb/>τόπους. χρηστέον δὲ
                            καὶ ἀλεύρῳ κριθίνῳ τε καὶ πυρίνῳ μετ’ <pb n="12.655"/> οἴνου ἑψημένῳ καὶ
                            ἰρίνῳ μύρῳ θερμῷ πυρίας χάριν. ἐπὶ δὲ <lb/>τὸ οὖς ἄνωθεν ἐπιθετέον ἔρια
                            μαλακὰ καὶ καθαρὰ οἴνῳ καὶ <lb/>ἐλαίῳ κατειργασμένα καὶ ἄλευρον κρίθινον
                            ἢ πύρινον, ποτὲ <lb/>μὲν αὐτὸ καθ’ αὑτὸ ἑψημένον μετ’ οἴνου καὶ ἰρίνου
                            μύρου, <lb/>ποτὲ δὲ καὶ μίγμα ἔχον περιστερᾶς ἀφόδου καὶ ἀριστολοχίας
                            <lb/>λεπτῆς ἴσον. συνοίσει δὲ καὶ τροφῆς ἔνδεια καὶ λεπτὴ <lb/>δίαιτα
                            καὶ κοιλίας κένωσις ἀξιόλογος, ἔτι δὲ ἀνάπαυσις, ἡσυχία, <lb/>σκέπη τῆς
                            κεφαλῆς, πόμα θερμὸν ὕδωρ, μελίκρατον, πτισάνης <lb/>χυλὸς μετὰ μέλιτος
                            ἄχρις ἂν ἐνδῶσιν οἱ πόνοι.</p><p>[Ἀρχιγένους τὰ πρὸς δυσηκοΐας καὶ κωφώσεις αὐτοῖς <lb/>ὀνόμασι
                            γεγραμμένα.] Ἐπὶ δὲ δυσηκοΐας τοῦ φλοιοῦ τῆς ῥαφάνου <lb/>τὸν χυλὸν σὺν
                            ῥοδίνῳ ἢ κυπρίνῳ χλιάνας ἔνσταζε. <lb/>ἢ χαλβάνην σὺν ὄξει καὶ μέλιτι
                            ζέσας. ἐπὶ δὲ τῶν ἐπιγενομένων <lb/>κωφώσεων ἐλλεβόρου μέλανος ὅσον
                            ὄροβον, ἐν μέλιτι <lb/>ἑφθῷ τίθει καὶ ἔα ἕως ἂν τὸ ἐμποδίζον διαφράγῃ. ἢ
                            ἀψινθίου <lb/>ἐκκλύσας ἀφεψήματι μέλι καὶ ἔλαιον ἔνσταζε. ἢ κολλύριον
                            <lb/>καθέντες διὰ νίτρου καὶ σύκου καὶ νάπυος, οὐκ ἐξαιροῦμεν
                            <lb/>ἡμέρας τρεῖς. μετὰ τοῦτο δὲ ὀξείαις φωναῖς ἐμβοῶμεν <pb n="12.656"/>
                            συνεχέσι καὶ αὖθις βαρείαις, ἐνσαλπίσαντες δὲ αὐτοῖς <lb/>ὕστερον
                            ἀποκαθιστῶμεν, μεθ’ ἃ ἐγχέομεν ὠφελίμως ἀσφοδέλου <lb/>ῥίζας ἐλαίῳ
                            παλαιῷ ἀφεψήσαντες, αἰγείῳ τε οὔρῳ ἐκκλύζομεν <lb/>συνεχῶς. πρὸς δὲ τὰς
                            ἐκ κεφαλαλγιῶν κωφώσεις <lb/>ῥαφάνου χυλὸν μετὰ ῥοδίνου ἔγχεον. ἢ σικύου
                            ἀγρίου χυλὸν <lb/>τῶν φύλλων. ἢ καστορίου μετὰ δαφνίδων καὶ ὄξους ἢ
                            ἀλλεβόρου <lb/>μέλανος λευκῷ ὄξει πεφυραμένου ὅσον ὄροβον, μέλιτι
                            <lb/>μίξας ἑφθῷ βαλάνια ποιῶν ἐντίθει. τοῦ αὐτοῦ περὶ <lb/>τῶν
                            ἐμπιπτομένων τοῖς ὠσὶ σωμάτων. εἰ δὲ ὕδωρ εἰς τὸ <lb/>οὖς ἐμπέσοι,
                            βοηθεῖ μὲν τὸ ὄξος καὶ ἐφ’ ἑνὶ ποδὶ τῷ κατὰ <lb/>τὸ πάσχον οὖς ἅλλεσθαι,
                            παρεκκλίναντά πως ἑαυτὸν, ἐκκρίνεται <lb/>γὰρ αὐτόθι εὐχερῶς. καὶ ὁ
                            ἐκμυξησμὸς δὲ ἄκρως ἐπισπᾶται <lb/>διὰ ψιλοῦ τοῦ στόματος ἢ καὶ διὰ
                            καλαμίδος, εἶτα <lb/>δι’ ἐρίου διαψήσας τῶν προειρημένων τι μύρων
                            ἔνσταζε. <lb/>ψηφῖδος δὲ ἐμπεσούσης τῷ πόρῳ τοῦ ὠτὸς ἢ κυάμου ἢ
                            <lb/>τινος παραπλησίου ἔκκλυζε. ἢ μηλωτρίδι περιελίξας ἔριον καὶ
                            <lb/>ἐμβάψας ῥητίνῃ ἀνάσπα ἢ διά τινος τῶν ἐχεκόλλων φαρμάκων. <pb n="657"/> εἰ δὲ μὴ ὑπακούοι, πταρμικὸν εἰς τὰς ῥῖνας ἐνιεὶς
                            <lb/>ἔμφραττε τὸ στόμα καὶ τοὺς ῥώθωνας. κατὰ γὰρ τὴν γεγενημένην
                            <lb/>ἔντασιν τοῦ πνεύματος ἐκφυσᾶται τὸ ἐμπεσόν. <lb/>ποίει δὲ συνεχῶς
                            ἄχρις ἂν ἐκπέσῃ. εἰ γὰρ ἐμμείνῃ ἐπιφλεγμαῖνον <lb/>τὸ οὖς, σπασμοὺς
                            ἐπιφέρει. κάλλιστα δὲ συνεργεῖ εἰς <lb/>τὴν τῶν ἐμπεσόντων ἀποβολὴν καὶ
                            ὁ κατασεισμὸς, εἰ μὲν <lb/>παιδίον ᾖ, τῷ ποδὶ κατεχόμενον καὶ ἐπὶ κεφαλῇ
                            αἰωρούμενον <lb/>μετὰ κατασεισμοῦ, εἰ δὲ τέλειος εἴη ὁ πάσχων,
                            κατακλίνας <lb/>αὐτὸν ἐπὶ σανίδα κατὰ τὸ πάσχον οὖς, καὶ κελεύων
                            <lb/>τὴν κεφαλὴν ἐρείδειν τῇ σανίδι, ἔπειτα κουφίζων τὸ πρὸς <lb/>τὴν
                            κεφαλὴν μέρος τῆς σανίδος, ἔα καταφέρεσθαι καὶ τοῦτο <lb/>ποίει
                            πλειστάκις. κινηθήσεται γὰρ τὸ ἐμπεσὸν καὶ προβιβασθήσεται <lb/>περὶ τὰ
                            προχειρότερα μέρη τοῦ πόρου, μετὰ δὲ ταῦτα <lb/>κυαθίσκῳ στενῷ μικρῷ
                            μηλωτρίδος ἀνάσπα εὐφυῶς. <milestone unit="ed2page" n="409"/>
                            <lb/>εἰ δὲ κύαμος ἐμπεσὼν ἤ τι ἕτερον παραπλήσιον καὶ ἐμμεῖναν,
                            <lb/>διάβροχόν τε γενόμενον καὶ ἐξοιδῆσαν, ὀδύνας ἐπιφέροι,
                            <lb/>ὁλόκληρον μὲν αὐτὸ ἐξελεῖν ἀδύνατον, χρὴ δὲ τῷ κυαθίσκῳ <pb n="658"/> τῆς μηλωτρίδος εὐφυῶς αὐτὸ διαμερίζειν καὶ οὕτω κατὰ <lb/>βραχὺ
                            ἐκφέρειν, ἔπειτα ἕψημα ἢ γλυκὺν οἶνον θερμὸν ἐγχεῖν <lb/>καὶ παρηγορεῖν
                            τὸν πόρον διὰ τὸν γινόμενον σπαραγμόν. <lb/>ζώου δέ τινος ἐμπεσόντος,
                            σκαμμωνίαν διεὶς ὄξει ἢ ἀψινθίου <lb/>χυλὸν ἢ πευκεδάνου χυλὸν, καὶ
                            νίτρου καὶ θείου μετὰ <lb/>χυλοῦ ῥαφάνου ἔνσταζε.</p><p>[Ἀπολλωνίου περὶ τῶν αὐτῶν.] Ἀπολλώνιος δὲ περὶ <lb/>τῶν αὐτῶν οὕτως
                            ἔγραψε. πρὸς ψύλλας καὶ σκώληκας ἐν <lb/>ὠσὶ καὶ τὰ λοιπὰ τὰ εἰς τὸν
                            πόρον τῆς ἀκοῆς εἰσδυόμενα. <lb/>ὄξος καὶ ἔλαιον ἔνσταζε. ἢ καππάρεως
                            χυλὸν ἔνσταζε. ἢ <lb/>ἀμύγδαλα πικρὰ τρίψας καὶ τὸ ἐλαιῶδες αὐτῶν
                            ἐκθλίψας <lb/>ἔνσταζε. ἄλλο. ἐλλέβορον λευκὸν λεῖον ἔμπασσε. ἢ
                            ἀριστολοχίαν <lb/>λείαν ἔμπασον. ἢ καλαμίνθης χυλὸν ἔγχει. ἢ κινναβάρεως
                            <lb/>χλωρᾶς ἔνσταζε. ἢ ἐλλέβορον λευκὸν μετ’ οἴνου ἐγχυμάτιζε. <lb/>ἢ
                            στυπτηρίας καὶ <milestone unit="ed1page" n="197"/>κολοκύνθης τῆς ἀγρίας
                            τοῦ <lb/>σπέρματος ἢ τῆς ἐντεριώνης ἴσον τρίψας μετὰ κεδρίνου
                            <lb/>ἐλαίου ἔνσταζε. ἢ κρόμμυον τρίψας καὶ ὑσσώπου τὸ ἴσον <lb/>οὔρῳ
                            παλαιῷ διεὶς ἐγχυμάτιζε. ἢ σμύρναν τρίψας ὄξει τε καὶ ﻿<pb n="12.659"/>
                            μέλιτι διεὶς ἴσοις χρῶ. ἢ χαλκῖτιν ὠμὴν τρίψας καὶ μέλιτι <lb/>διεὶς
                            ἐγχυμάτιζε. καθόλου δὲ ἐξαιρετέον τὰ εἰς τὸν πόρον <lb/>ἐμπίπτοντα
                            τοῦτον τὸν τρόπον. ὠτογλυφίδι ἢ λαβίδι ἢ ἐρίῳ <lb/>μαλακῷ περὶ μηλωτρίδα
                            περιειλημένῳ καὶ περιεῤῥητινωμένῳ <lb/>ἢ ἄγκιστρον ἔχοντι λεπτόν. πρὸς
                            ῥύπον τὸν ἐν ὠσί. νίτρον <lb/>ὀπτὸν λεάνας ἔμπλασον εἰς τὸ οὖς καὶ
                            ἐπίσταξον ὄξος καὶ <lb/>ἔριον προσθεὶς, ἔασον διὰ νυκτὸς, τῇ δ’ ὑστεραίᾳ
                            κλύσον <lb/>ὕδατι καὶ ἐλαίῳ θερμῷ. πρὸς δὲ τὸ ἐναπολαμβανόμενον
                            <lb/>ὕδωρ κρομμύου χυλὸν καὶ στέαρ χήνειον χλιάνας ἔνσταζε. <lb/>ἢ ῥοιᾶς
                            ἀπυρήνου γλυκείας καὶ ὀξείας χυλὸν ἑψήσας ἐν <lb/>χαλκῷ ἀγγείῳ, ἕως
                            λειφθῇ τὰ δύο μέρη, χρῶ, ὅσον δύο σταλαγμοὶ <lb/>ἐνστάζων. ἢ σμύρναν
                            τρίψας ὄξει καὶ μέλιτι ἐγχυμάτιζε.</p><p>[Ἐκ τῶν Κρίτωνος ὠτικῶν φαρμάκων γεγραμμένων <lb/>αὐτοῖς ὀνόμασι.] Ὠτικαὶ
                            πρὸς τοὺς ἀπὸ νόσων ἤχους. ἀψίνθιον <lb/>ἑψήσας ἐν ὕδατι πυρία καὶ
                            ῥόδινον μετ’ ὄξους ἔνσταζε. <lb/>ἢ ῥαφάνου χυλὸν τοῦ φλοιοῦ μετὰ ῥοδίνου
                            ἔνσταζε. ἢ ἀλόην <lb/>μετ’ οἴνου καὶ μέλιτος. ἢ λίβανον μετ’ ὄξους καὶ
                            ῥοδίνου, <pb n="12.660"/> ἐν κελύφῳ ῥοιᾶς ἑψηθέντα, ὡς γενέσθαι μελιτῶδες.
                            ἢ ὑοσκυάμου <lb/>χυλὸν σὺν ῥοδίνῳ χλιαρόν. ἢ καλάμου χλωροῦ χυλὸν
                            <lb/>τῶν ῥιζῶν σὺν γάλακτι. ἢ ῥάμνου χυλὸν σὺν νάρδῳ <lb/>Κελτικῇ. ἢ
                            κηκίδα μέλαιναν μετὰ σμύρνης ἴσης σὺν μέλιτι. <lb/>ἢ λύκιον μετ’
                            οἰνομέλιτος ἔνσταζε. ἢ ἀλώπεκος στέαρ. πρὸς <lb/>τὰς χωρὶς ὑγρότητος
                            περιωδυνίας τὰς ἐν ὠσὶ καὶ πυοῤῥοίας. <lb/>♃ οἴνου παλαιοῦ γο α΄ S".
                            μέλιτος Κορσικοῦ γο α΄. νίτρου <lb/>ἐρυθροῦ γο τὸ S". λυκίου Ἰνδικοῦ γο
                            α΄. λειοτρίβει τὸ λύκιον <lb/>μετὰ τοῦ οἴνου καὶ τοῦ νίτρου καὶ ἐπίμιξον
                            τὸ μέλι <lb/>καὶ εἰς ὑέλινον ἀγγεῖον ἀπόθου καὶ ἐγχυμάτιζε χειμῶνος μὲν
                            <lb/>δὶς τῆς ἡμέρας, θέρους δὲ πλεονάκις, καὶ ἐντίθει κροκύδα
                            <lb/>κογχυλίου. πρὸς ὦτα πυοῤῥοοῦντα. στυπτηρίαν σχιστὴν λειώσας
                            <lb/>παρέγχει ὄξος καὶ τρίψας ὡς γλοιοῦ ὑγροτέραν σχεῖν <lb/>σύστασιν,
                            ἀναλάμβανε πλακὶ ἐρίου καὶ ξηράνας τὸ ἔριον. ἐκ <lb/>τούτου ἐντίθει εἰς
                            τὸ οὖς. ἢ αὐτὸ τὸ φάρμακον ὑγρὸν δι’ <lb/>ἐρίου περὶ μηλωτίδα καθιεὶς
                            εἰς τὴν ἀκοὴν, διάχριε αὐτὴν <lb/>καθ’ ἡμέραν. πρόσβαλλε δὲ καὶ γλυκέος
                            ὀλίγου, ἵνα μὴ <lb/>ξηραίνηται.</p><pb n="12.661"/><p><milestone unit="ed2page" n="410"/>[Ἀρχιγένους πρὸς τὰ ἔξωθεν τοῦ πόρου
                            τῶν <lb/>ὤτων πάθη.] Πρὸς δὲ τὰ τῶν ὤτων ἔξωθεν τοῦ πόρου <lb/>πάθη
                            Ἀρχιγένης μὲν οὕτως ἔγραψεν. ἐπὶ δὲ τῶν τεθλασμένων <lb/>ὤτων, σμύρναν,
                            λίβανον, γῆν μέλαιναν ᾗ τινες σμῶνται <lb/>σὺν ὄξει δριμεῖ, εὖ ἑνώσας
                            κηρωτῆς πάχος κατάπλασσε <lb/>καὶ μὴ ἐρέθιζε μηδαμῶς. ἢ ψιμμυθίου καὶ
                            σελίνου σπέρμα <lb/>ἴσα μετὰ μέλιτος κατάχριε, τινὲς ἀψίνθιον ἀντὶ
                            ψιμμυθίου <lb/>γράφουσιν. ἢ θεῖον ἄπυρον, σμύρναν καὶ λίβανον μετὰ
                            πίσσης <lb/>ὑγρᾶς σπληνίον ἐπιτίθει. ἢ κόλλαν τεκτονικὴν καὶ ἄσφαλτον
                            <lb/>ὁμοίως, ἔνιοι καὶ μάνναν μίσγουσιν. ἢ τῇ Ἀσκληπιαδείῳ <lb/>χρῶ
                            κεφαλικῇ. ἢ τοῖς πρὸς τὰ αἰδοῖα τροχίσκοις κατάχριε. <lb/>ἐφ’ ὧν δὲ
                            τέθλασται τὰ ὦτα, πληρώσας ἔσωθεν τὴν <lb/>κοιλότητα τὴν προχειροτέραν
                            τοῦ χόνδρου, γῆς κεραμικῆς τῇ <lb/>ἑξῆς, ὅταν ξηρανθῇ, στρύχνον μετὰ
                            ψιμμυθίου ἐπάλειφε μέχρι <lb/>καταστῇ. ἐπὶ δὲ τῶν περὶ τὰ ὦτα τραυμάτων
                            καὶ διαιρέσεων <lb/>ἐγχονδρίσας ἐπιμελῶς ἀγκτηρίασον, εἶτα τοῖς
                            ἀφλεγμάντοις <lb/>καὶ τῇ λοιπῇ κολλητικῇ ἀγωγῇ χρῶ. τὰ δὲ φλεγμαίνοντα
                                <pb n="12.662"/> τρήματα τῶν λοβῶν ἐπὶ παίδων, ἐλαίῳ ἐν χαλκῷ
                            <lb/>λύχνῳ ἰωθέντι καταχρίων ὑγιάσεις. Ἀσκληπιάδης δὲ τούτῳ <lb/>πρὸς
                            ὦτα τεθλασμένα ἐχρήσατο. κοχλίας τοὺς μικροὺς σὺν <lb/>τοῖς ὀστράκοις
                            τρίψας καὶ μίλτῳ χρώσας ἐπιτίθει. ἄλλο. ♃ <lb/>ἀλόης μέρος α΄. κόλλης
                            τεκτονικῆς ἑψημένης μετ’ ὄξους μέρος <lb/>α΄. μίξας ἐπιτίθει, ἔνιοι καὶ
                            μάνναν μίσγουσιν.</p><p>[Ἐπιθέματα πρὸς τεθλασμένα ὦτα.] ♃ Κοτυληδόνος <lb/>βοτάνης δραχ. η΄.
                            ἀμυγδάλων πικρῶν κεκαθαρμένων δραχ. β΄. τραγακάνθου <lb/>δραχ. β΄. ὄξει
                            διαλύσας ἀναλάμβανε ἰξῷ δρυΐνῳ, <lb/>ἔπειτα ἐμπλάσας ἐπιτίθει. ἢ κηροῦ
                            δραχ. η΄. χαλβάνης δραχ. η΄. <lb/>κάρυος δραχ. η΄. ἰξοῦ δρυΐνου δραχ.
                            ιστ΄. λιβανωτοῦ δραχ. η΄. μίσυος <lb/>ὀπτοῦ δραχ. η΄. συντίθει καὶ χρῶ.
                            Ἀπολλώνιος δὲ οὕτω <lb/>πρὸς τὰς τῶν ὤτων φλεγμονὰς τὰς ἐν τῇ ἐπιφανείᾳ
                            γινομένας <lb/>ἐξ ἐπιφορᾶς ἢ πληγῆς, καὶ τὰ οἰδήματα καὶ τὰ ἐρυθήματα
                            <lb/>ἐθεράπευε. βούτυρον πρόσφατον διηθήσας ἔνσταζε. <lb/>ἢ στέαρ
                            χήνειον διηθήσας ἐγχυμάτιζε. ἢ στέαρ χήνειον καὶ <lb/>γάλα γυναικεῖον
                            μίξας ἔνσταζε. ἢ βαλάνου πίεσμα καὶ ῥητίνην <pb n="12.663"/> ὑγρὰν χλιαρὰν
                            ἔγχει. ἢ στέαρ βόειον καὶ χήνειον ἴσα <lb/>λεάνας ἔνσταζε. ἢ ὠκίμου
                            χυλὸν καὶ στέαρ χήνειον ἴσα μίξας <lb/>ἔνσταζε. ἄλλο ἐπίχριστον.
                            μηκώνειον ὕδατι διεὶς πτερῷ <lb/>ἔγχριε. ἢ κρόκον τρίψας καὶ γάλακτι
                            γυναικείῳ διεὶς κατάχριε. <lb/>ἢ λιθάργυρον τρίψας μεθ’ ὕδατος καὶ
                            νάρδου λεπτῆς <lb/>ἐπίχριε. ἢ ψιμμύθιον, κορίων χυλῷ ἢ πολυγόνου ἢ
                            στρύχνου <lb/>διεὶς κατάχριε. καταπλάσματα. ἀψίνθιον τρίψας μεθ’ ὕδατος
                            <lb/>κατάπλασσε. ἢ σήσαμον τρίψας ἐν ὕδατι κατάπλασσε. φακὸν <lb/>ἑψήσας
                            ἐν ὕδατι καὶ τρίψας μετὰ μέλιτος κατάπλασσε. ἢ <lb/>ῥοιᾶς γλυκείας σίδια
                            ἑψήσας ἐν οἴνῳ καὶ τρίψας κατάπλασσε, <lb/>ἀγαθὸν πάνυ τὸ φάρμακον.
                            σμύρναν καὶ στέαρ χήνειον ἢ <lb/>βούτυρον ἢ ῥητίνην καὶ κογχυλίου τὸ
                            ἐντὸς ἴσα τρίψας <lb/>ἐπιτίθει ἐπὶ τὸ οὖς καὶ τὸν κατ’ αὐτῷ κρόταφον.
                            ἔνδεια <lb/>δὲ σιτίων ἁρμόζει καὶ κοιλίας κένωσις. ἔτι δὲ ἡσυχία καὶ
                            <lb/>σκέπη κεφαλῆς καὶ σώματος ἀνάπαυσις. ἀλλότρια δέ ἐστιν
                            <lb/>ἔγκαυσις, κατάψυξις, λουτρὸν, ἔμετος, κραυγὴ καὶ πᾶσα
                            <lb/>διάστασις.</p><pb n="12.664"/><p>[Τοῦ αὐτοῦ πρὸς τὰ ἐκ πληγῆς εἱλκωμένα καὶ τὰ καταγνύμενα <lb/>τῶν ὤτων.]
                            Ἄρτου θερμοῦ τὸ ἐντὸς τρίψας <lb/>μετὰ μέλιτος ἐπιτίθει. <milestone unit="ed2page" n="411"/>σμύρναν μετ’ οἴνου τρίψας· παλαιοῦ
                            <lb/>ἐπίχριε. κοχλιῶν τοὺς τραχήλους τρίψας σὺν τοῖς <lb/>ὀστράκοις καὶ
                            σμύρνης μίξας τὸ ἥμισυ μέρος ἐπιτίθει. ἀψινθίου <lb/>καὶ σελίνου
                            σπέρματος τὸ ἴσον λεάνας μετὰ μέλιτος <lb/>ἐπιτίθει. πίσσῃ περιχρίσας
                            θεῖον λεῖον ἢ μάνναν ἐπίπασσε, <lb/>μὴ ἐπίδει δὲ ταῦτα, μηδὲ πυκνὰς
                            ποίει τὰς τῶν ἐπιθεμάτων <lb/>ἀφαιρέσεις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>[Περὶ παρωτίδων.] Αἱ παρωτίδες ἐν τῷ <lb/>γένει μέν εἰσι τῶν φλεγμονῶν.
                            γίνονται δὲ τῶν παρὰ τοῖς <lb/>ὠσὶν ἀδένων πασχόντων, οὐ μὴν χρώμεθά γε
                            ἐπ’ αὐτῶν τῷ <lb/>πρώτῳ μέρει τῆς τῶν φλεγμαινόντων μορίων θεραπείας.
                            ἐπ’ <lb/>ἐκείνων μὲν γὰρ ὡς τὸ πολὺ τῇ καλουμένῃ πρὸς τῶν ἰατρῶν
                            <lb/>ἀποκρουστικῇ καὶ ἀνασταλτικῇ θεραπείᾳ προσήκει χρῆσθαι, <lb/>καὶ
                            μάλισθ’ ὅταν μήτε κακόηθες ᾖ τὸ ἐπιῤῥέον μήτε <lb/>πολὺ μήτε πληθωρικοῦ
                            τοῦ σώματος ὑπάρχοντος. οὕτω γοῦν <lb/>καὶ σπόγγος μόνος ἐπιτιθεὶς ἐξ
                            ὀξυκράτου κατέστειλεν ἀρχομένας <lb/>φλεγμονὰς, οὐδὲν ἐκ τούτου παθόντος
                            τοῦ παντὸς <pb n="12.665"/> σώματος· ἐπὶ δὲ τῶν παρωτίδων αὐτὸ τοὐναντίον
                            ἐργαζόμεθα <lb/>φαρμάκοις ἑλκτικοῖς χρώμενοι, κᾂν μηδὲν ἀξιόλογον
                            <lb/>ἀνύῃ ταῦτα, καὶ σικύαν προσφέροντες ἢ πυρίαις χρώμενοι
                            <lb/>συχναῖς. βουλόμεθα γὰρ ἐκ τοῦ βάθους εἰς τὸ δέρμα τὸν <lb/>λυποῦντα
                            χυμὸν ἐπισπάσασθαι, καὶ μάλισθ’ ὅταν ἐν τῇ κεφαλῇ <lb/>τὸ πάθος
                            ἐστηριγμένον ὑπάρχῃ ἐστηριγμένων ἐν αὐτῇ <lb/>χυμῶν, καὶ μέντοι κᾀπειδὰν
                            ἄνευ τοῦ <milestone unit="ed1page" n="198"/>πεπονθέναι τὴν <lb/>κεφαλὴν
                            ἐν πυρετοῖς ὀξέσιν ἡ φύσις ἀποτίθεται τοὺς περισσοὺς <lb/>χυμοὺς ἐκ τῶν
                            ἀγγείων ἐκχέουσα πρὸς τὴν μεταξὺ χώραν <lb/>τοῦ δέρματός τε καὶ τῶν
                            ὑποκειμένων σωμάτων, ἡνίκα <lb/>καὶ οἱ ἀδένες ἀπολαύσουσι τῶν
                            ἐκπιπτόντων χυμῶν, ἄμεινον <lb/>εἶναι καὶ τότε δοκεῖ συνεργῆσαι τῇ
                            φύσει, δι’ ἀποσκήμματος <lb/>ἰωμένῃ τοὺς πυρετούς. ὅταν μέντοι σφοδρὰν
                            ὁρμὴν <lb/>ἔχῃ τὸ ἐπιῤῥέον, οὐδὲν ἡμεῖς προσπεριεργαζόμεθα τῇ <lb/>φύσει
                            τὸ πᾶν ἐπιτρέποντες. ἐὰν γὰρ ἤτοι σικύαν ἤτοι φάρμακον <lb/>ἕλκον ἐκ τοῦ
                            βάθους ἐπὶ, τὸ δέρμα τοὺς χυμοὺς <lb/>ἐπενέγκωμεν, ὀδύνη σφοδρὰ
                            καταλαμβάνει τὸν ἄνθρωπον, ὡς <lb/>δι’ αὐτὴν ἀγρυπνίας τε γίνεσθαι καὶ
                            τοὺς πυρετοὺς ἐπιγίγνεσθαι <pb n="12.666"/> καὶ τὴν δύναμιν καταλύεσθαι.
                            παρηγορεῖν οὖν τηνικαῦτα <lb/>μᾶλλον, οὐ συμπράττειν τῇ ῥοπῇ τῶν χυμῶν
                            προσήκει, <lb/>καταπλάσμασι χρωμένους παρηγορικωτάτοις· οἷόν ἐστι
                            <lb/>τὸ διὰ σιτίνου ἢ κριθίνου ἢ λινοσπέρματος ἀλεύρου σὺν
                            <lb/>μελικράτῳ ἢ τήλεως ἢ ἀλθαίας ἢ χαμαιμήλων ἀποζέματι <lb/>ἑψόμενον
                            καὶ ὅσα πρὸς τῷ συμμέτρῳ τῆς ὑγρᾶς θερμότητος, <lb/>ἐξ ἧς τὸ παρηγορεῖν
                            ἔχει τὰς ὀδύνας, ἔτι καὶ πέττειν δύναται <lb/>τοὺς ἐπιῤῥέοντας χυμοὺς
                            καὶ διαπυΐσκειν, ὡς ἐν τῇ περὶ <lb/>τῶν καταπλασμάτων διδασκαλίᾳ τὸν
                            λόγον ἐποιούμεθα. εἰ <lb/>δὲ καὶ πλεονάζον αἷμα φανείη σοι, προσκενωτέον
                            αὐτὸ διὰ <lb/>φλεβοτομίας ἐπιτρεπούσης μάλιστα τῆς δυνάμεως. νυνὶ δ’
                            <lb/>ἐπὶ τὴν τῶν φαρμάκων σύνθεσιν, ἥτις ἐξ ἀρχῆς ἡμῖν πρόκειται
                            <lb/>μεταβάντες εἴπωμεν ᾧτινι λόγῳ τήν τε σύνθεσιν <lb/>αὐτῶν καὶ τὴν
                            χρῆσίν ἐστι ποιητέον. μὴ διαφορουμένου μὲν <lb/>τοῦ ὄγκου τοῖς
                            διαπυΐσκουσι χρηστέον φαρμάκοις, οἷόν ἐστι <lb/>τὸ σίτινον ἄλευρον μετὰ
                            ἰσχάδος ἀφεψήματος καὶ ἐλαίου τό <lb/>τε διὰ γύρεως καὶ τὸ διὰ ζύμης
                            φάρμακον. ἐὰν δὲ ἐκπυΐσκωσιν <pb n="12.667"/> αἱ παρωτίδες, ἤτοι διὰ τομῆς
                            ἐκκρῖναι δεῖ τὸ πῦον, <lb/>ἐξιᾶσθαί τε χρὴ τὸ ἕλκος, ὡς ἐπὶ τῶν τοιούτων
                            ὡμολόγηται <lb/>πᾶσιν, ἢ δριμεῖ διαῤῥήξειν φαρμάκῳ, οἷόν ἐστι τὸ σμίλιον <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="412"/>καὶ τὸ διὰ σκορόδων, ἢ πειρᾶσθαι
                            διαφορεῖν <lb/>αὐτὸ φαρμάκοις, ἑλκτικήν τε ἅμα καὶ λεπτομερῆ δύναμιν
                            <lb/>ἔχουσιν, ἀφαιροῦντας δὶς τῆς ἡμέρας αὐτὰ καὶ πυριῶντας <lb/>μέχρις
                            ἂν ἐνδῶσί τι καὶ χαλάσωσιν αἱ ὀδύναι, διαφορηθέντος <lb/>τοῦ πλείονος
                            πύου. τηνικαῦτα γὰρ ἤδη πρῶτον μὲν <lb/>ἅπαξ λύειν καὶ πυριᾷν, εἶτα δὲ
                            οὐδὲ τοῦτο συμφέρει πράττειν, <lb/>ἀλλ’ ἐπιτρέπειν τοῖς φαρμάκοις, εἴ τι
                            λείψανον ἐν βάθει <lb/>περιέχεται, δυσφορεῖν τοῦτο, κᾂν σκληρότης εἴη,
                            μαλάττειν <lb/>καὶ αὐτὴν, ὥστε κατὰ μὲν τὸν καιρὸν τοῦτον ἐκ μικτῆς
                            <lb/>δυνάμεως φαρμάκων ἡ σύνθεσις ἔσται τοῦ κατασκευαζομένου
                            <lb/>φαρμάκου τοῖς ἑλκτικοῖς τῶν μαλακτικῶν μιγνυμένων. <lb/>ἐπειδὰν δὲ
                            πᾶν μὲν ᾖ κεκενωμένον τὸ πῦον, ὑπολείπηται <lb/>δέ τις σκληρότης, τοῖς
                            καλουμένοις μαλακτικοῖς φαρμάκοις <lb/>χρηστέον, ὧν τὴν ποικιλίαν τῆς
                            ὕλης τε καὶ τῆς συνθέσεως <pb n="12.668"/> ἐν τῷ περὶ μαλαγμάτων ἐδήλωσα
                            λόγῳ. πρόδηλον <lb/>δ’ ὅτι τὰς μετρίας παρωτίδας, ἐφ’ ὧν οὔτε πλῆθός
                            ἐστι τὸ <lb/>κατασκῆψαν εἰς τὰ μόρια τοσοῦτον ὡς ὀδύνας σφοδρὰς
                            ἐργάζεσθαι <lb/>οὔτε θερμότης σύνεστι τῷ χυμῷ, ῥᾳδίως ἰᾶσθαι <lb/>ταῦτα
                            δυνατόν. οὔτε γὰρ σπεύδουσι πρὸς τὴν ἐκπύησιν, <lb/>οὔτε ὀδύνην ἐπάγουσι
                            σφοδρὰν, ἀλλ’ ἔξεστι τηνικαῦτα καὶ <lb/>ταῖς πυρίαις χρῆσθαι δι’ ἅλμης
                            καὶ καταπλάσματα θερμαντικώτερά <lb/>τε καὶ διαφορητικώτερα προσφέρειν
                            καὶ φάρμακα <lb/>τῆς αὐτῆς ἐχόμενα δυνάμεως· ἀδιορίστως δὲ καὶ τὰ τῶν
                            <lb/>παρωτίδων φάρμακα γεγραφότων τῶν πλείστων ἰατρῶν, ἐάν <lb/>τις τῶν
                            νῦν εἰρημένων μεμνημένος ἐπὶ τὴν χρῆσιν αὐτῶν <lb/>ἀφίκηται, συνήσει
                            τίσιν ἐπὶ τίνων παρωτίδων χρηστέον. προγυμνάσω <lb/>δὲ ὑμᾶς κᾀγὼ διὰ
                            παραδειγμάτων ὧν Ἀρχιγένης <lb/>ἔγραψεν ἐν τῷ πρώτῳ τῶν κατὰ γένος
                            φαρμάκων αὐτοῖς <lb/>ὀνόμασιν ὡδί.</p><p>[Ἀρχιγένους πρὸς παρωτίδας.] Παρωτίδας διαλύεσθαι <lb/>θέλοντες
                            καταπλάσσομεν συνεχῶς ἀρνογλώσσῳ λείῳ μετὰ ﻿<pb n="12.669"/> ἁλῶν. ἢ αἰγείῳ
                            κόπρῳ μετ’ ὄξους. ἢ λαπάθου ἀγρίου ῥίζαις <lb/>ἑψημέναις ἐν οἴνῳ. ἢ σύκῳ
                            λείῳ μετὰ χαλκάνθης. ἢ σύκῳ <lb/>ἑφθῷ μετὰ ἀψινθίου καὶ οἴνου
                            λελειωμένοις. ἢ κήρυκας καύσας <lb/>θαλασσίους. ἢ πορφύρας ἀναλαβὼν
                            μέλιτι ἢ ἀξουγγείῳ <lb/>ἐπιτίθει καὶ εὐθέως διαφοροῦνται. τὸ δ’ αὐτὸ
                            τοῦτο ποιεῖ <lb/>καὶ ὀστρέου ὄστρακον καὲν καὶ μετὰ μέλιτος
                            ἐπιτιθέμενον. <lb/>ἢ κηρωτὴ ῥοδίνη ἢ κυπρίνη, πηγάνῳ ἀναληφθεῖσα. ἢ θείῳ
                            <lb/>ἀπύρῳ συμμαλαχθεῖσα. ἢ κιμωλίαν μετ’ ὄξους. διαφορεῖ δὲ
                            <lb/>μάλιστα τὸ σῦκον ἐν θαλάσσῃ ἑψημένον. ἢ ἅλμῃ ἐπιτιθέμενον
                            <lb/>λεῖον. τὸ δ’ αὐτὸ τοῦτο ποιεῖ καὶ πράσιον λεῖον μεθ’ <lb/>ἁλῶν καὶ
                            ἔριον βουτύρῳ βαπτισθὲν καὶ ἐπιτεθὲν τὰς ἀρχομένας <lb/>παρωτίδας
                            ὠφελεῖ. ὥσπερ τούτῳ τῷ τελευταίῳ ῥηθέντι <lb/>καλῶς προσέθηκεν ὁ
                            Ἀρχιγένης τὸν διορισμὸν, εἰπὼν <lb/>τὰς ἀρχομένας παρωτίδας ὠφελεῖσθαι
                            ὑπὸ τοῦ βουτύρου, <lb/>οὕτως ἐχρῆν αὐτὸν καὶ περὶ τῶν ἄλλων εἰρηκέναι
                            τὸν καιρὸν, <lb/>ὥσπερ ἐγὼ μικρὸν ἔμπροσθεν ἔπραξα καὶ κατ’ αὐτὸ δὲ
                            <lb/>τοῦτο τὸ βούτυρον οὐκ αὐτάρκης ὁ ἀπὸ μόνης διορισμὸς <lb/>τῆς
                            ἀρχῆς, εἰ μὴ προστεθείη πότερον σφοδρῶς ἢ μαλακῶς <pb n="12.670"/>
                            ἐξορμᾶται. καὶ πότερον ὀδυνηρῶς, ὡς μετὰ σφυγμῶν καὶ <lb/>ἀγρυπνιῶν
                            ἐνοχλεῖν ἢ μετὰ μετρίας ὀδύνης, ἥτις τε τοῦ νοσήματός <lb/>ἐστιν ἡ
                            κατάστασις, ἆρά γε μεγάλης ἀποστάσεως <lb/>δεομένη πάντως ἢ διὰ
                            μικροτέρας κριθῆναι δυναμένη. τῇ τοιαύτῃ <lb/>γὰρ ἀρκεῖ τὸ βούτυρον καὶ
                            μάλιστα ἐπὶ μαλακῶν σωμάτων, <lb/>εὐνούχων τε καὶ παίδων καὶ γυναικῶν
                            καὶ τῶν ἁπαλοσάρκων. <lb/>εἰ δὲ σὺν ὀδύνῃ σφοδρᾷ γένοιτο, καταπλάσματος
                            <lb/>ἀνωδύνου δεῖται μετὰ συνεχοῦς πυρίας ἤτοι δι’ ὕδατος μόνου
                            <lb/>γινομένης ἢ καὶ βραχυτάτων ἁλῶν ἐμβεβλημένων. <milestone unit="ed2page" n="413"/>
                            <lb/>ἐπεὶ δὲ πρῶτον πάντων ἔγραψε φάρμακον ἀρνόγλωσσον μεθ’ <lb/>ἁλῶν,
                            ἀπ’ ἐκείνου καὶ ἡμεῖς αὖθις ἀρξόμεθα τῆς ἀρνογλώσσου <lb/>φύσεως
                            ἀναμνησθέντες ἐκ μικτῶν δυνάμεων συγκειμένου, <lb/>διαφορητικῆς τε καὶ
                            ἀποκρουστικῆς. ἐγὼ δὲ οὐδέποτε <lb/>ἀξιῶ τὰ ἀποκρουστικὰ μεμίχθαι τοῖς
                            ὠφελοῦσι τὰς παρωτίδας <lb/>φαρμάκοις, πλὴν εἴποτε ἂν σπανίως μικρὸν
                            παμπόλλῳ <lb/>τῷ διαφορητικῷ καὶ τούτῳ δηλονότι, χωρὶς ὀδύνης σφοδρᾶς
                            <lb/>ἐξορμώσης τῆς παρωτίδος. ὃ δ’ ἐφεξῆς τούτῳ γέγραπται· <pb n="12.671"/>
                            κόπρος αἰγεία μετ’ ὄξους κεχρονισμένης καὶ σκιῤῥουμένης καὶ <lb/>μηκέτι
                            μηδὲ ἀξιόλογον ὀδύνην ἐχούσης παρωτίδος εἴη ἂν <lb/>φάρμακον, ὥσπέρ γε
                            καὶ σπληνὸς σκιῤῥουμένου. ὃ δὲ τρίτον <lb/>ἐπ’ αὐτοῖς ἔγραψε· ῥίζας
                            ἀγρίας λαπάθου μετ’ οἴνου <lb/>ἑψημένας. εἰ καὶ τὴν ποιότητα καὶ τὸν
                            χρόνον προσέθηκε <lb/>τοῦ οἴνου τάχ’ ἂν ἐπεχείρησα καὶ αὐτὸ κρίνειν.
                            ἐπεὶ δὲ οὐ <lb/>προσέθηκε, παμπόλλῳ δὲ διαφέρει στρυφνὸν ἢ αὐστηρὸν ἢ
                            <lb/>δριμὺν ἢ γλυκὺν ἢ νέον ἢ παλαιὸν ἢ παχὺν ἢ <lb/>κιῤῥὸν ἢ λευκὸν ἢ
                            μέλανα τὸν οἶνον εἶναι, διὰ τοῦτο κᾀγὼ <lb/>λέγειν οὐδὲν ἔχω περὶ τοῦ
                            γεγραμμένου φαρμάκου. γινώσκοντες <lb/>δὲ ὑμεῖς ὅτι διαφορητικώτερος μέν
                            ἐστιν ὁ παλαιὸς, <lb/>καὶ μάλιστα ἐὰν ᾖ τῶν φύσει θερμοτέρων, οἷοίπερ
                            εἰσὶν οἱ <lb/>κιῤῥοὶ τοὐπίπαν. ἐναντίοι δὲ τούτῳ κατὰ δύναμιν ὅ τε
                            αὐστηρὸς <lb/>καὶ ὁ στρυφνός. δεῖ μὲν φυλάξασθαι τὸν τοιοῦτον
                            <lb/>οἶνον. ἐν δὲ κιῤῥῷ καὶ συμμέτρως παλαιῷ καὶ λεπτομερεῖ <lb/>τὰς τοῦ
                            λαπάθου ῥίζας ἑψήσαντες, ἐπὶ παρωτίδων χωρὶς <lb/>ὀδύνης <milestone unit="ed1page" n="199"/>σφοδρᾶς γινομένων χρῆσθαι δυνήσεσθε. γράφει
                            <lb/>δ’ ἐφεξῆς τῷδε· σῦκον λεῖον μετὰ χαλκάνθου. διαφορητικῆς <pb n="672"/> μὲν οὖν καὶ πεπτικῆς δυνάμεώς ἐστι τὸ σῦκον, εἰ μὲν ξηρὸν
                            <lb/>εἴη μάλιστα, πρόσφατον δὲ ὂν ἔχει μὲν τὸ διαφορητικὸν, <lb/>οὐ μὴν
                            πέπτειν γε δύναται. χάλκανθον δὲ ὅτι σφοδρότατόν <lb/>ἐστι φάρμακον,
                            ἰσχυρὰς ἀμφοτέρας ἔχον τὰς δυνάμεις, <lb/>τήν τε ἀποκρουστικὴν καὶ
                            διαφορητικὴν, οὐδεὶς ἀγνοεῖ, <lb/>διὸ καὶ φυλακτέον αὐτοῦ τὴν
                            σφοδρότητα. ἑφθῷ δὲ σύκῳ <lb/>δηλονότι τῷ ξηρῷ, μετ’ ἀψινθίου καὶ οἴνου
                            λελεασμένοις <lb/>ἀξιοῖ χρῆσθαι καὶ ἐχρησάμεθά γε αὐτῷ καὶ ἡμεῖς ἐν
                            καιρῷ <lb/>κατὰ τὰς μέσας μεγέθει τε καὶ χρόνῳ φλεγμονὰς, ὥσπερ γε
                            <lb/>καὶ τοῖς κεκαυμένοις κήρυξι καὶ πορφύραις καὶ ὀστρέοις, ἐπὶ
                            <lb/>τῶν ἤδη σκιῤῥουμένων καὶ χρονιζουσῶν, ἔστι γὰρ ἄλυπόν <lb/>τε καὶ
                            ἄδηκτον φάρμακον, οὐ μόνον εἰ μέλιτι δεύσειέ τις <lb/>αὐτῶν τὴν σποδιὰν,
                            ἀλλὰ καὶ πολὺ μᾶλλον εἰ παλαιὸν στέαρ <lb/>ὑὸς ἄναλον ἐξινίσας μίξειεν.
                            ἀλυπότατα γὰρ τοῦτο διαφορεῖ <lb/>τὰς κεχρονισμένας ἁπάσας φλεγμονὰς,
                            κᾂν ἐκ ῥευματικῆς <lb/>διαθέσεως ὦσιν. ἐφεξῆς δὲ κηρωτῇ ῥοδίνῃ καὶ
                            κυπρίνῃ μετὰ <lb/>πηγάνου κελεύει χρῆσθαι, διαφορητικῷ μὲν φαρμάκῳ,
                            σφοδρὸν <pb n="12.673"/> δ’ οὐδὲν οὐδὲ βίαιον ἔχοντι. βραχὺ δ’ αὐτοῦ
                            σφοδρότερον <lb/>γίνεται τὸ σύνθετον φάρμακον, εἰ θεῖον ἄπυρον ἀντὶ
                            <lb/>τοῦ πηγάνου μίξαιμεν. ἡ δὲ ἐφεξῆς γεγραμμένη κιμωλία μετ’
                            <lb/>ὄξους οὔτε ἰσχυρᾶς οὔτε ὀδυνώδους οὔτε μεγάλης παρωτίδος <lb/>ἐστὶν
                            ἴαμα. τὸ δ’ ἐν τῇ θαλάσσῃ σῦκον ἑψημένον ἐπὶ τῶν <lb/>ἤδη σκιῤῥουμένων
                            χρήσιμον ἂν εἴη διαφορητικὸν ὑπάρχον. <lb/>ὡσαύτως δὲ καὶ εἰ τῆς
                            θαλάσσης μὴ παρούσης ἅλμῃ τις <lb/>χρήσαιτο. παραπλήσιον δὲ τούτῳ,
                            καθάπερ καὶ ὁ Ἀρχιγένης <lb/>ἔφη, καὶ τὸ πράσιόν ἐστι μεθ’ ἁλῶν. ἐφεξῆς
                            δὲ τούτων ἔγραψεν <lb/>οὐ μικρὸν ἔμπροσθεν, ὑστάτου κατὰ τὴν ῥῆσιν οὕτως
                            <lb/>ἐμνημόνευσα, τοῦ βουτύρου καὶ μετ’ αὐτὸ πάλιν ἐπὶ γενναῖον
                            <lb/>φάρμακον κατέβη. πύρεθρον λεῖον ἀναλαμβάνεσθαι σύκῳ κελεύων,
                            <lb/>εἶθ’ ἑξῆς ἀσβέστῳ λείᾳ μετὰ μέλιτος χρῆσθαι προστάττει. <lb/>καὶ
                            μετὰ τοῦτο γαλῆς αἵματος καταχριομένου μέμνηται. <lb/>περίεργα δ’
                            ἡγούμενος εἶναι τὰ τοιαῦτα <milestone unit="ed2page" n="414"/>καὶ
                            <lb/>πενιχρὰν ἀποφαίνοντα τὴν ἰατρικὴν, εἰ διὰ τῶν ἄλλων βοηθημάτων
                            <lb/>ἄνευ γαλῆς αἵματος ἀδυνατεῖ θεραπεῦσαι παρωτίδας, <lb/>οὔτ’
                            ἐχρησάμην αὐτοῖς οὔτε πεῖραν ἔσχον, ἀλλ’ οὐδὲ ﻿<pb n="12.674"/> ἄλλος τις
                            τῶν φίλων ἐπεχείρησε χρῆσθαι. τῷ δ’ ἐγκεφάλῳ <lb/>καταχρίειν οἵῳ δήποτε
                            μετρίων παρωτίδων ἐστὶν ἴαμα. <lb/>τούτῳ δ’ ἐφεξῆς γράφει κατὰ λέξιν
                            οὕτως. ὄξει ζεστῷ καταντλήσας <lb/>ἢ σπόγγον ὀξάλμῃ βρέχων ἐπιτίθει.
                            σκαπανέων <lb/>δ’ ἂν εἴη τοῦτο καὶ θεριστῶν, οὐ πολιτικῶν σωμάτων
                            βοήθημα. <lb/>μετὰ τοῦτο δὲ δριμέος μέμνηται φαρμάκου τοῦ διὰ <lb/>τῆς
                            κεκαυμένης γαλῆς, ἧς τὴν σποδὸν ἐκέλευσεν ἀναλαμβάνεσθαι <lb/>κηρωτῇ
                            ἰρίνῃ. κατ’ ἐκεῖνον δὲ δηλονότι τὸν καιρὸν, <lb/>ἡνίκα χρονίζει τε καὶ
                            σκιῤῥοῦται, τοῖς τοιούτοις δηλονότι <lb/>φαρμάκοις χρηστέον. τὰ γάρ τοι
                            πλεῖστα τῶν γεγραμμένων <lb/>ὑπ’ αὐτοῦ τῶν χρονιζουσῶν δυσλύτως
                            παρωτίδων ἐστὶν ἰάματα. <lb/>διὰ τοῦτο καὶ προσέθηκε τῷ φαρμάκῳ τούτῳ τὸ
                            δύνασθαι <lb/>καὶ χοιράδα καλῶς ἰᾶσθαι. παρέγκειται δ’ ἀτάκτως <lb/>μετὰ
                            τοῦτο τοιάδε τις λέξις, ἥ τε συνεχὴς καταιόνησις τοῦ <lb/>θερμοῦ καὶ ἡ
                            συνεχὴς τῆς ὠμηλύσεως ἐπίθεσις, ὅπερ εἴτε <lb/>καθ’ αὑτό τις ἀναγινώσκοι
                            εἴτε καὶ τὴν τελευτὴν τῆς προτέρας <lb/>ῥήσεως ἀρχὴν ταύτης τῆς λέξεως
                            ποιοῖτο, κατ’ ἀμφότερα <lb/>καλῶς εἴρηται. δῆλον δὲ ἔσται προταξάντων
                            ἡμῶν τὴν <pb n="12.675"/> τελευτὴν τῆς πρὸ ταύτης ῥήσεως, ὥστε γενέσθαι τὸν
                            ὅλον <lb/>λόγον τοιοῦτον. θαυμαστῶς διαφορεῖ καὶ χοιράδας, πολλάκις
                            <lb/>καὶ παρωτίδας, ἥ τε συνεχὴς καταιόνησις τοῦ θερμοῦ καὶ <lb/>ἡ
                            συνεχὴς τῆς ὠμηλύσεως ἐπίθεσις. ψευδὲς γάρ ἐστι φανερῶς <lb/>τὸ φάναι τὸ
                            διαφορεῖσθαι θαυμαστῶς τὰς χοιράδας καὶ <lb/>τὰς παρωτίδας ἐκ τῆς
                            συνεχοῦς καταιονήσεως τοῦ θερμοῦ <lb/>καὶ τῆς συνεχοῦς ἐπιθέσεως τῆς
                            ὠμηλύσεως. εἰ δέ γε περὶ <lb/>τῶν παρωτίδων μόνον λέγοιτο ὁ διορισμὸς,
                            λείψει τῇ λέξει, <lb/>διδάσκων ἡμᾶς ἐπὶ τίνων καὶ ὁποίων παρωτίδων
                            καταιόνησις <lb/>ὕδατος θερμοῦ καὶ συνεχὴς ὠμηλύσεως ἐπίθεσις ἁρμόττει.
                            <lb/>οὐ γὰρ ἐπὶ πάσης γε, ἀλλ’ ἢν ἐθέλωμεν ἐκπυῆσαι <lb/>τάχιστα,
                            καθάπερ ἐν τῷ πρόσθεν λόγῳ διῆλθον. τοῦτο μὲν <lb/>οὖν ὡς ἔφην
                            παράκειται μοχθηρῶς· ἐπὶ δὲ τὰ συνεχῆ μεταβὰς <lb/>ὁ Ἀρχιγένης αὖθις
                            γράφει φάρμακα, μὴ προσθεὶς μὲν <lb/>ὅτι τῶν σκληρυνομένων καὶ
                            χρονιζουσῶν παρωτίδων ἐστὶν <lb/>ἀλεξητήρια, γινωσκόντων δὲ ἡμῶν ἐκ τῆς
                            ὕλης ἐκείνων ὑπάρχειν <lb/>αὐτά. παραγράψω δ’ ὑμῖν ἤδη καὶ τὴν αὐτοῦ τοῦ
                            <lb/>Ἀρχιγένους λέξιν ἔχουσαν οὕτω. ἰδίως δὲ θέρμους πικροὺς <pb n="676"/> ἀληλεσμένους ἑψήσας μετὰ μέλιτος, ὀλίγην ἄσβεστον πρόσμιξον <lb/>καὶ
                            κατάπλασσε. διαφορεῖ δὲ καὶ τοῦτο ἄκρως. πίσσης <lb/>βρυτίας, μάννης,
                            λιβάνου ἴσον, τερμινθίνης, φοινίκων συριακῶν <lb/>μὴ παλαιῶν, λιπαρῶν
                            τῆς σαρκὸς καθαρᾶς, ἑκάστου τὸ <lb/>διπλοῦν, χαλβάνης ὡς ἥμισυ τῆς
                            μάννης ἑνώσας εὖ χρῶ. ἐὰν <lb/>δὲ ᾖ σκληρὰ, ῥητίνην πρόσμισγε. ἢ νίτρου
                            καὶ σινωπίδος τὸ <lb/>τρίτον μετὰ κυπρίνου γλοιῶδες ποιῶν ἔμπλασσε καὶ
                            ἐπιτίθει. <lb/>ἢ ἄσβεστον μετὰ γλοιοῦ ὁμοίως. ἢ ἰσχάδα, χαλβάνην,
                            <lb/>νίτρον ἴσα, θείου τὸ τρίτον, τερμινθίνης, ὀποπάνακος ἀνὰ
                            <lb/>ἐλάχιστον ἑνώσας χρῶ. ἢ ἄσβεστον μετ’ ὄξους λείου καὶ
                            <lb/>ἐπιτίθει. εἰ δὲ μηδ’ ἐπὶ τούτοις διαφοροῖντο, συνεργητέον τῇ
                            <lb/>μεταβολῇ εἰς πῦον, καταπλάσσοντας πυκνῶς θερμῇ τῇ ὠμηλύσει.
                            <lb/>εἶτα πάλιν διαφορητέον διά τε καταντλήσεως πολλῆς <lb/>ἢ δάφνης ἢ
                            δαφνίδος ἀφεψήματι καταντλοῦντας, ἢ θεῖον ἤ τι <lb/>τοιοῦτον ἐμπάσσοντας
                            εἰς τὸ ὕδωρ ἢ καὶ νίτρον ἢ περιστερᾶς <lb/>κόπρον αὐτῇ μιγνύντας. ἢ καὶ
                            σικύαν προσκολλητέον <pb n="12.677"/> μετὰ ἀμύξεως. εἶτα ἐπὶ τὴν
                            χειρουργίαν ἰτέον καὶ ὠμοτομητέον. <lb/>κράτιστον γὰρ ἐπὶ τούτων τὸ
                            τάχιστα εἰς τὰ ἐκτὸς <lb/>τὸν ῥευματισμὸν ἐπισπᾶσθαι. <milestone unit="ed2page" n="415"/>ταῦτα μὲν ὁ Ἀρχιγένης <lb/>ἔγραψεν. εἰσὶ δὲ
                            καὶ ἔμπλαστροι πολλαὶ, διαφοροῦσαι παρωτίδας, <lb/>αἱ μέν τινες τὰς ἤδη
                            σκιῤῥουμένας καὶ κεχρονισμένας, <lb/>αἱ δὲ τὰς πεπαυμένας μὲν τῆς
                            ὀδύνης, οὐδεμίαν δὲ <lb/>ὑπόφασιν ἐχούσας πύου, καθάπερ γε καὶ τὰς ἤδη
                            διαπυϊσκομένας <lb/>ἐκθεραπεύουσαι. γεγραμμέναι δέ εἰσι μετὰ τῆς
                            <lb/>ἰδίας ἐπαγγελίας ἐν ταῖς ἐμπλάστροις ταῖς διαφορητικαῖς αἱ
                            <lb/>τοιαῦται· καθάπερ γε καὶ αἵδε τὰς ἁπλᾶς παρωτίδας ἐκθεραπεύουσαι
                            <lb/>χαλαστικαὶ καλούμεναι πᾶσίν εἰσι γνώριμοι. <lb/>παραδείγματα αὐτῶν
                            ἥ τε Μνασέου καὶ ἡ διὰ χυλῶν καὶ <lb/>ἡ διὰ πτισάνης, καὶ τούτων ἔτι
                            μαλακώτεραι αἱ κηρωτοειδεῖς, <lb/>αἵ τε διὰ τοῦ βουτύρου καὶ αἱ διὰ τοῦ
                            οἰσύπου προσλαμβάνουσαι <lb/>ὀστρέων κεκαυμένων ἢ κηρύκων ἢ πορφυρῶν,
                            <lb/>οἵαπερ ἐστὶν αὕτη. ♃ στέατος χοιρείου παλαιοῦ ἀνάλου <lb/>πάντων
                            ἀνὰ γο γ΄. βουτύρου γο α΄. κηροῦ γο β΄ S". <lb/>ὀστρέων κεκαυμένων
                            λειοτάτων γο β΄. τὰ τηκτὰ τήξας, <pb n="12.678"/> ἐπίπασσε τὰ ὄστρεα. καὶ
                            ἑνώσας χρῶ θαῤῥῶν ὡς ἐνεργέστατα <lb/>πρὸς παρωτίδας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>[Περὶ τῶν ἐν τῇ ῥινὶ παθῶν.] Ἐκ μὲν τοῦ <lb/>γένους τῶν παρὰ φύσιν ὄγκων
                            οἱ πολύποδες ἐν ταῖς ῥισὶ <lb/>γεννῶνται· κατὰ δὲ τὸ τῶν ἑλκώσεων αἱ
                            ὄζαιναι· κατὰ δὲ <lb/>τὸ τῶν παρὰ φύσιν ἐκκρίσεων αἱ αἱμοῤῥαγίαι
                            γινόμεναι ταῖς <lb/>ὀξέως νοσοῦσι, κατὰ τὰς καλουμένας ἰδίως παρὰ τοῖς
                            νεωτέροις <lb/>ἰατροῖς ὑπερεκκρίσεις, ἐν αἷς ἡ φύσις ἐπὶ κριτικὸν
                            <lb/>ὁρμήσασα βοήθημα τῆς συμμετρίας οὐκ ἐκράτησε. πρῶτον <lb/>οὖν τῶν
                            ὀζαινῶν ποιήσομαι τὸν λόγον, ἐξ ἐπιῤῥοῆς ὑγρῶν <lb/>δριμέων καὶ
                            σηπεδονωδῶν γινομένων, ὡς ἐάν γε μόνον ᾖ <lb/>δρι<milestone unit="ed1page" n="200"/>μέα, δυσίατα μὲν ἕλκη ποιεῖν πέφυκεν, οὐ μὴν
                            <lb/>ὄζοντα μοχθηρῶς. ἡ δὲ θεραπεία κοινὴ μὲν ἀμφοῖν τε τούτοιν <lb/>καὶ
                            τοῦ πολύπου ξηρᾶναι τὸ πρῶτον, καὶ ῥῶσαι τὴν <lb/>κεφαλήν. εὔδηλον γὰρ
                            ὅτι διὰ περιουσίαν ὑγρῶν μοχθηρῶν <lb/>ἐπιῤῥεῖ τι ταῖς ῥισὶν ἐξ αὐτῆς.
                            ὅπως δὲ χρὴ ῥωννύναι τὴν <lb/>κεφαλὴν ὅλην, ὡς μηδὲν ἐξ αὐτῆς περίττωμα
                            τοῖς κάτω μέρεσιν ﻿<pb n="12.679"/> ἐπιῤῥεῖν, εἴρηται πολλάκις. ὅταν οὖν
                            δι’ ἐκείνων παρασκευάσῃς <lb/>τὴν κεφαλὴν ἐῤῥωμένην, ἐπὶ τὴν τῆς ῥινὸς
                            ἀφίξῃ <lb/>θεραπείαν, ἐν ταῖς ὀζαίναις σκοπὸν ἔχων ξηρᾶναι τὸ πεπονθὸς
                            <lb/>μόριον διὰ φαρμάκων μικτῆς δυνάμεως, ἀποκρουομένων <lb/>τε καὶ
                            διαφορούντων. ἀποκρούεται μὲν οὖν δηλονότι τά τε <lb/>αὐστηρὰ καὶ
                            στρυφνὰ κοινῇ προσηγορίᾳ κεχρημένα τῇ τῶν <lb/>στυφόντων. διαφορεῖ δὲ τὰ
                            θερμὰ καὶ ξηρὰ ταῖς δυνάμεσιν, <lb/>ὧν ἡ ὕλη τοιάδε ἐστίν.</p><p>[Ἀρχιγένους φάρμακα πρὸς ὀζαίνας.] Ὀζαίνης δ’ οὔσης <lb/>ἐν ταῖς ῥισὶ,
                            καλαμίνθης χυλὸν ἐγχυμάτιζε. ἢ αὐτὴν <lb/>ξηρὰν τὴν καλαμίνθην ἐμφύσα
                            διὰ σίφωνος. ἢ ἐλλέβορον <lb/>λευκὸν μετὰ σπέρματος καρδάμου χήμης
                            ἐμφύσα καθ’ ἡμέραν. <lb/>μετὰ δὲ τοῦτο τὴν κεφαλὴν κατάντλει. διάχριε δ’
                            αὐτοὺς <lb/>ἢ χαλκίτιδι ἢ χαλκάνθῳ ἢ ψορικῷ μετὰ μέλιτος ἢ μέλι
                            <lb/>ἐνστάξας τὴν εἰς ῥῖνα καὶ διασήσας πταρμικῷ τὰς ἐφελκίδας
                            <lb/>ἐκτίναξον, εἶτα τὸ προγεγραμμένον διὰ τοῦ καρδάμου καὶ <lb/>τοῦ
                            ἐλλεβόρου φάρμακον ἀνασπᾷν ποίει τῇ ῥινὶ ὡς πλεῖστον <lb/>καὶ μετὰ τοῦτο
                            διάχριε ἀμόργῃ μετὰ μέλιτος. ἢ σμύρνην <pb n="12.680"/> καὶ κάρδαμον μετὰ
                            μέλιτος. ἢ βατραχίου χυλὸν μετὰ <lb/>στυπτηρίας ὑγρᾶς ἐγχυμάτιζε εἰς τὴν
                            ῥῖνα, ὕπτιον κατακλίνας, <lb/>καὶ κέλευε ἀνασπᾷν, μέχρις οὗ εἰς τὸ στόμα
                            διέλθῃ, καὶ <lb/>τοῦτο ποίει μέχρις ἂν ἀποθεραπεύσῃς. ἐὰν δὲ ᾖ παλαιὰ
                            καὶ <lb/>ὄξος παλαιὸν πρόσμισγε ἢ θεῖον λεῖον, <milestone unit="ed2page" n="416"/>καὶ δριμὺ ὄξος <lb/>εἰς στενόστομον ἀγγεῖον βαλὼν,
                            προστίθει τῇ ἀναπνοῇ αὐτῶν <lb/>ἐφ’ ἱκανὸν, εἶτα μίσυος κυπρίου καὶ
                            νάρδου Ἰνδικῆς τὸ <lb/>ἥμισυ μετὰ χίου οἴνου λεάνας, μέχρι μελιτῶδες
                            γένηται, πτερῷ <lb/>διάχριε τοὺς πόρους καὶ ἐρίῳ ἔμφρασσε.</p><p>[Πρὸς τὰ ἐν τοῖς μυκτῆρσιν ἕλκη.] Τὰ δὲ ἐν τοῖς <lb/>μυκτῆρσιν ἕλκη,
                            ῥοιῶν χυλὸν ἐν χαλκῷ ἀγγείῳ ἑψήσας μέχρι <lb/>ἡμίσους διάχριε. ἢ ῥόαν
                            γλυκεῖαν ὅλην ἐν οἴνῳ ἑψήσας <lb/>λέανον καὶ ἔξωθεν κατάπλασον. ἢ
                            λευκοΐῳ μεθ’ ὕδατος διάψα. <lb/>ἢ βάτου χυλὸν καὶ στυπτηρίαν, λεῖα διεὶς
                            μεθ’ ὕδατος. <lb/>ἐὰν δὲ ᾖ παλαιὸν, μετ’ ὄξους. ἢ ἴριδι καὶ σανδαράχῃ
                            μετὰ <lb/>μέλιτος. ἢ στέατι μοσχείῳ καὶ ῥητίνῃ διάχριε.</p><pb n="12.681"/><p>[Περὶ τοῦ κατὰ τὰς ῥῖνας πολύποδος.] Ὄγκος ἐστὶ <lb/>παρὰ φύσιν ἐν ταῖς
                            ῥισὶ γεννώμενος, ἐοικὼς κατὰ τὴν τῆς <lb/>οὐσίας ἰδιότητα τῇ τοῦ
                            πολύποδος σαρκί. πρόδηλον οὖν ὅτι <lb/>παχέων καὶ γλίσχρων χυμῶν ἔγγονόν
                            ἐστι τὸ πάθημα καὶ <lb/>διὰ τοῦτο μικτῆς ὕλης δεόμενον, ὡς τὸ μέν τι
                            στύφειν αὐτῆς <lb/>δύνασθαι, τὸ δὲ τέμνειν καὶ λεπτύνειν, τὸ δὲ
                            διαφορεῖν <lb/>καὶ παχύνειν. Ἀρχιγένους πρὸς πολύποδας. ἐπὶ δὲ
                            πολύποδος. <lb/>♃ καρδάμου λεπτοῦ χήμην ἤτοι δραχ. S". σὺν ἐλλεβόρου
                            <lb/>λευκοῦ ὀβολοῖς δύο, λεῖα κέλευε τῇ ῥινὶ ἀνασπᾷν. <lb/>ὅταν δὲ
                            ἐκπέσῃ, μοτοῖς σὺν τῇ ἀνθηρᾷ διὰ μέλιτος χρῶ ἢ <lb/>λυκίῳ ὁμοίως.
                            Ἀσκληπιάδου πρὸς ὀζαίνας καὶ πολύποδας. <lb/>ἐν μὲν τῷ πέμπτῳ τῶν ἐκτὸς
                            οὕτως ἔγραψεν ὁ Ἀσκληπιάδης. <lb/>ξηρὸν πρὸς ὀζαίνας. ♃ στυπτηρίας
                            σχιστῆς δραχ. δ΄. σμύρνης <lb/>δραχ. δ΄. σανδαράχης δραχ. δ΄. κηκίδος
                            δραχ. α΄. χαλκάνθου κεκαυμένης <lb/>δραχ. α΄. λείοις χρῶ, πρότερον
                            ἐκκλύζων τοὺς μυκτῆρας <lb/>οἴνῳ εὐώδει, καὶ τότε παραπτόμενος πυρῆνι
                            μήλης. <lb/>ἄλλο. ♃ ἐρείκης καρποῦ δραχ. η΄. σμύρνης δραχ. η΄. νίτρου
                            ἐρυθροῦ <lb/>δραχ. η΄. σιδίων δραχ. η΄. μυρίκης καρποῦ δραχ. α΄.
                            κροκομάγματος <pb n="12.682"/> δραχ. β΄. λείοις χρῶ. ἄλλο. ♃ σώρεως
                            Αἰγυπτίου εὐθρύπτου <lb/>δραχ. β΄. χαλκίτεως ὀπτῆς δραχ. β΄. μυρίκης
                            καρποῦ δραχ. α΄. <lb/>κρόκου δραχ. α΄. σμύρνης δραχ. α΄. λείοις χρῶ.
                            ἄλλο. ♃ χαλκίτεως <lb/>ὀπτῆς δραχ. β΄. χαλκάνθου ὀπτῆς δραχ. β΄. μίσυος
                            δραχ. β΄. <lb/>ἀμώμου δραχ. α΄. σμύρνης δραχ. δ΄. κρόκου δραχ. α΄.
                            λείοις χρῶ. <lb/>ἄλλη σύνθεσις ξανθίζουσα λεγομένη. ♃ στυπτηρίας σχιστῆς
                            <lb/>δραχ. η΄. χαλκίτεως ὠμῆς δραχ. στ΄. σανδαράχης δραχ. γ΄. σιδίων
                            <lb/>ῥοιᾶς δραχ. β΄. χαλκάνθου κεκαυμένου δραχ. β΄. μίσυος δραχ. β΄.
                            <lb/>λείοις χρῶ. ἄλλο. ♃ χαλκάνθου κεκαυμένου δραχ. δ΄. διφρυγοῦς
                            <lb/>δραχ. β΄. ἀσβέστου δραχ. β΄. σανδαράχης δραχ. β΄. ξηροῖς παράπτου.
                            <lb/>ἢ στρεπτῷ προβρέχων ὕδατι καὶ μολύνων τὸ φάρμακον. <lb/>ἄλλο. ♃
                            μίσυος ὀπτοῦ δραχ. β΄. μάννης λιβάνου δραχ. β΄. <lb/>χαλκίτεως ὀπτῆς
                            δραχ. β΄. λεπίδος χαλκοῦ δραχ. α΄ S". ἰοῦ δραχ. α΄. <lb/>ξηροῖς
                            παράπτου.</p><p>[Λάμπωνος πρὸς ὀζαίνας καὶ αἰγίλωπας καὶ πολύποδας <lb/>καὶ ἄλλα πολλά.]
                            Πρὸς ὀζαίνας καὶ αἰγίλωπας καὶ <lb/>πολύποδας καὶ ὅσα βούλει χωρὶς τομῆς
                            καὶ καύσεως ἀπαλλάττειν. <lb/>ἀφίστησι δὲ καὶ ὀστᾶ διεφθορότα, ποιεῖ δὲ
                            καὶ <pb n="12.683"/> πρὸς νομὰς καὶ σηπεδόνας ἐπιπασσομένη καὶ πρὸς τὰ
                            ῥυπαρὰ <lb/>ἕλκη, ἐν μοτῷ μετὰ μέλιτος. ♃ χαλκοῦ ἐρυθροῦ ῥινήματα
                            <lb/>γο α΄. ἁλῶν ἀμμωνιακῶν γο β΄. ἀμμωνιακοῦ θυμιάματος <lb/>γο β΄.
                            στυπτηρίας στρογγύλης γο γ΄. ὄξους δριμυτάτου <lb/>κοτ. στ΄. τὰ ξηρὰ
                            λειώσας καὶ ἐπιβαλὼν ὄξος, ἀναλάμβανε <lb/>εἰς ἄγγος ἐρυθροῦ χαλκοῦ καὶ
                            κίνει ἐν ἡλίῳ κερκίδι ἐρυθροῦ <lb/>χαλκοῦ, <milestone unit="ed2page" n="417"/>ἐν τοῖς ὑπὸ κύνα καύμασιν, ἕως ἂν ξηρανθῇ <lb/>τὸ φάρμακον,
                            εἶτα κατεράσας εἰς θυίαν καὶ τρίψας ἐπιμελῶς <lb/>ἀνελοῦ εἰς ἄγγος
                            κεραμεοῦν. ἐπὶ δὲ τῆς χρήσεως δίδου <lb/>ὕδωρ ἀναῤῥοφῆσαι, εἶτα ἐν τῷ
                            στόματι κατέχειν, τὸ δὲ φάρμακον <lb/>ἐμφύσα διὰ συριγγίου. Σκριβωνίου
                            Λάργου, ποιεῖ πρὸς <lb/>πᾶσαν ἐξοχήν. ♃ μίσυος κεκαυμένης, χαλκίτεως
                            κεκαυμένης, <lb/>χαλκάνθης κεκαυμένης, σώρεως, λεπίδος χαλκοῦ ἀνὰ δραχ.
                            η΄. <lb/>ξηρῷ παράπτου. δεῖ δὲ προαναπαύειν πρὸ μιᾶς ἡμέρας καὶ <lb/>τῇ
                            ἐπιούσῃ τὸ φάρμακον ἐπιτιθέναι μετὰ τὴν τροφήν. πρότερον <lb/>δὲ δεῖ
                            ὑποχρῖσαι τοὺς μυκτῆρας ἀσφάλτῳ ἢ πίσσῃ <lb/>ὑγρᾷ ἢ σμύρνης στακτῇ.</p><p>[Φιλοξένου χειρουργοῦ πρὸς πολύποδας, ὀζαίνας, πᾶν ﻿<pb n="12.684"/>
                            ὑπερσάρκωμα, αἱμοῤῥοΐδας καὶ ἐὰν βούλῃ ἐσχαρῶσαι.] ♃ <lb/>Χαλκοῦ
                            κεκαυμένου ἀρσενικοῦ πεφυρμένου, μίσυος ὀπτοῦ <lb/>ἀνὰ δραχ. β΄.
                            διφρυγοῦς δραχ. γ΄. χαλκίτεως κεκαυμένης, χαλκάνθης <lb/>κεκαυμένης,
                            λεπίδος χαλκοῦ ἀνὰ δραχ. δ΄. λείοις χρῶ. μετὰ <lb/>δὲ τὴν τῶν φαρμάκων
                            ἐπίθεσιν χρώμεθα πταρμικοῖς τὰς <lb/>ἐφελκίδας βουλόμενοι σαλεύειν, αἳ
                            ἐκπίπτουσι διὰ τριῶν ἢ <lb/>τεσσάρων. καὶ μετὰ τὸ ἐκπεσεῖν
                            ἀποθεραπεύονται στέατι <lb/>χηνείῳ καὶ βουτύρῳ μετὰ κηρωτῆς ῥοδίνης. ἐν
                            δὲ τῷ πρώτῳ <lb/>τῶν ἐκτὸς φαρμάκων οὕτως ἔγραψεν ὁ Ἀσκληπιάδης.
                                <milestone unit="ed1page" n="201"/>
                            <lb/>Ἀσκληπιάδου πρὸς ὀζαίνας, ᾧ ἐχρήσατο Μέγης. ♃ ἐρείκης <lb/>καρποῦ
                            δραχ. δ΄. σμύρνης δραχ. δ΄. νίτρου ἐρυθροῦ δραχ. δ΄. σιδίων <lb/>ῥοιᾶς
                            δραχ. δ΄. κρόκου δραχ. β΄. κόστου δραχ. β΄. λείοις ἐμφύσα. <lb/>ἄλλο.
                            στυπτηρίας σχιστῆς δραχ. δ΄. σμύρνης δραχ. δ΄. σανδαράχης <lb/>δραχ. β΄.
                            ῥοῦ ἐρυθροῦ δραχ. β΄. ἁλῶν ὀρυκτῶν δραχ. β΄. κρόκου <lb/>δραχ. β΄.
                            κόστου δραχ. β΄. λείοις ἐμφύσα. πρὸ δὲ τῆς θεραπείας, <lb/>ἐκκλύζειν
                            τοὺς μυκτῆρας πειρώμεθα οἴνῳ εὐώδει καὶ μέλιτι <lb/>καλῷ. πρὸς τὰ ἐν
                            μυκτῆρσι πολύποδα, ᾧ ἐχρήσατο Ἀντίπατρος. <lb/>♃ χαλκοῦ κεκαυμένου δραχ.
                            δ΄. μίλτου σινωπίδος δραχ. α΄. <pb n="12.685"/> λείοις ἐμφύσα διὰ
                            καλαμίδος, ἀλλὰ καὶ παράπτου πυρῆνι <lb/>μήλης. ἄλλο Ἀντωνίου Μούσα. ♃
                            χαλκάνθου μέρος α΄. <lb/>σανδαράχης μέρος α΄. λείοις ἐμφύσα. ἄλλο
                            Χαριξένους μετὰ <lb/>χειρουργίαν. ♃ κέρατος ἐλαφείου κεκαυμένου δραχ.
                            δ΄. λεπίδος <lb/>ἐρυθρᾶς δραχ. δ΄. ἀρσενικοῦ δραχ. α΄. λείοις ἐμφύσα.
                            ἄλλο. ♃ <lb/>βρυωνίας ῥίζης κεκαυμένης δραχ. δ΄. χαλκάνθης δραχ. δ΄.
                            ἀφρονίτρου <lb/>δραχ. δ΄. ἐλατηρίου δραχ. δ΄. λείοις ἐμφύσα.</p><p>[Πρὸς τὰ ἐν μυκτῆρσιν ἕλκη.] ♃ Μολύβδου σκωρίας, <lb/>οἴνου παλαιοῦ,
                            ἐλαίου μυρσίνου, ἑκάστου τὸ ἴσον. τὴν σκωρίαν <lb/>τοῦ μολύβδου
                            λειοτρίβει, ὥστε λειοτάτην γενέσθαι, καὶ <lb/>ταύτῃ ἐπιβάλλων τὸν οἶνον
                            λειοτρίβει. ἔπειτα τὸ μύρσινον <lb/>καὶ πάντα ὁμοῦ μίξας καὶ ἀνακόψας
                            βαλὼν εἰς ἄγγος κεραμεοῦν <lb/>τίθει ἐπ’ ἀνθράκων κινῶν συνεχῶς καὶ ὅταν
                            γλοιῶδες <lb/>γένηται τὸ φάρμακον, ἀνελόμενος εἰς πυξίδα μολυβδίνην
                            φύλαττε. <lb/>ἄλλο. ♃ μολύβδου κεκαυμένου καὶ πεπλυμμένου δραχ. η΄.
                            <lb/>οἴνου ῥοδίνου τὸ αὔταρκες, ἐλαίου μυρσίνου ὅσον ἐξαρκεῖ
                            <lb/>σκεύαζε καὶ χρῶ καθὼς ἄνω προείρηται. ἄλλο. ♃ λιθαργύρου <lb/>δραχ.
                            στ΄. ψιμμυθίου δραχ. η΄. σιδίων δραχ. δ΄. στυπτηρίας σχιστῆς <pb n="686"/> δραχ. δ΄. οἴνου Ἀμιναίου ὅσον ἐξαρκεῖ, ἐλαίου μυρσίνου <lb/>τὸ
                            αὔταρκες. τὰ ξηρὰ κόψας καὶ σήσας καὶ εἰς θυίαν βαλὼν <lb/>λέαινε μετ’
                            οἴνου, ὥστε γλοιοῦ ἔχειν τὸ πάχος. μετὰ δὲ <lb/>ταῦτα ἐπίβαλλε τὸ
                            μύρσινον καὶ ἀνακόψας καὶ ἀνελόμενος <lb/>εἰς πυξίδα μολυβδίνην χρῶ
                            καθὼς προείρηται. ἔστω δὲ τοῦ <lb/>μὲν μυρσίνου κοτύλαι τέσσαρες, τοῦ δὲ
                            οἴνου κύαθοι δ΄. <lb/>Διογένους φάρμακον ἐπιτετευγμένον. ♃ στέατος
                            χηνείου δραχ. δ΄. <lb/>οἰσύπου δραχ. α΄ S". μυελοῦ ἐλαφείου δραχ. β΄.
                            κηροῦ Τυῤῥηνικοῦ <lb/>δραχ. η΄. μολύβδου κεκαυμένου καὶ πεπλυμμένου
                            δραχ. δ΄. <lb/>στίμμεως κεκαυμένου καὶ πεπλυμμένου <milestone unit="ed2page" n="418"/>δραχ. η΄. λαδάνου <lb/>δραχ. β΄. στέατος
                            μοσχείου δραχ. β΄. τερμινθίνης δραχ. δ΄. ψιμμυθίου <lb/>δραχ. β΄.
                            λιθαργύρου δραχ. α΄. ῥοδίνου τὸ αὔταρκες. τὰ <lb/>τηκτὰ κατὰ τῶν ξηρῶν
                            καὶ ἀνελόμενος χρῶ, ἐν δὲ τῇ χρήσει <lb/>αἴρων ὅσον ἐξαρκεῖ καὶ ῥοδίνῳ
                            διαλύων ὑπόχριε τοὺς <lb/>μυκτῆρας.</p><p>[Ἀπολλωνίου πρὸς τὰς ἐν μυκτῆρσι διαθέσεις ἐκ τοῦ <lb/>πρώτου τῶν
                            εὐπορίστων.] Πρὸς τὰς ἐν μυκτῆρσιν ἑλκώσεις <lb/>καὶ σηπεδόνας καὶ
                            ὀσμάς· ῥοιᾶς ἀπυρήνου γλυκείας καὶ <lb/>ὀξείας χυλὸν ἑψήσας ἐν χαλκῷ
                            ἀγγείῳ μέχρι λειφθῇ τὰ δύο <pb n="12.687"/> μέρη χρῶ, διαχρίων ἐσωτάτω.
                            ποιεῖ δὲ καὶ ῥοιὰ γλυκεῖα <lb/>μετ’ οἴνου ἑψηθεῖσα καὶ λειανθεῖσα καὶ
                            ἔξωθεν καταπλασσομένη <lb/>καὶ ἔσωθεν διαχριομένη.</p><p>[Πρὸς σαρκώματα ἐν μυκτῆρσι καὶ πολύποδας.] Διφρυγεῖ <lb/>λείῳ προσάπτου
                            καὶ μοτῷ διάστελλε τοὺς μυκτῆρας. <lb/>ἄλλο. ἐλλέβορον τρίψας μῖξον
                            ὀρίγανον ἴσην λείαν, καὶ <lb/>ἐμφύσα εἰς τοὺς μυκτῆρας δὶς τῆς ἡμέρας.
                            ἄλλο. ἐλλέβορον <lb/>μέλανα καὶ σανδαράχην ἴσην τρίψας καὶ μίξας ἔλαιον,
                            ἀναλαβὼν <lb/>ἐρίῳ, πλήρωσον τὸν μυκτῆρα. ἄλλο. χαλκοῦ ἄνθος καὶ
                            <lb/>ἰὸν καὶ ὀπὸν σιλφίου ἐξ ἴσου τρίψας ἐλαίῳ μίξον καὶ πάχος
                            <lb/>ὑπαλείπτου ποιήσας ὑπάλειφε μέχρι πέντε ἡμερῶν, ἔπειτα <lb/>λαβιδίῳ
                            ἐξαίρει. ἄλλο. ἀρσενικὸν καὶ τιτάνην τρίψας, μήλῃ <lb/>προσάπτου δαψιλεῖ
                            χρώμενος τῷ φαρμάκῳ, ἐπειδὰν δὲ ἐξοιδήσῃ <lb/>καὶ ἐπαρθῇ, ἐλλεβόρῳ
                            μέλανι ξηρῷ λείῳ συμμέτρως <lb/>χρῶ. ἐν ἡμέραις γὰρ ἑπτὰ ταῖς πλείσταις
                            κενὸς ὁ μυκτὴρ <lb/>γίνεται, εἶτα προκάθαιρε διφρυγεῖ λείῳ μετὰ μέλιτος
                            χρώμενος. <lb/>ἄλλο. ἀρσενικὸν καὶ τίτανον καὶ ἐλλέβορον λευκὸν
                            <lb/>λεάνας μήλῃ προσάπτου.</p><pb n="12.688"/><p>[Πρὸς τὰ ἐμπίπτοντα εἰς τοὺς μυκτῆρας.] Τὰ δὲ <lb/>ἐμπίπτοντα εἰς τοὺς
                            μυκτῆρας ἔξαιρε ὠτογλυφίδι ἢ λαβίδι <lb/>ἢ πταρμικὸν πρόσφερε φάρμακον
                            καὶ τὸ στόμα καταλάμβανε <lb/>καὶ τὸν ἕτερον τῶν μυκτήρων προσπίεζε, ἐάν
                            περ μὴ ἐν <lb/>ἀμφοτέροις τοῖς μυκτῆρσι τὸ πάθος ὑπάρχῃ. ταῦτα μὲν καὶ
                            <lb/>τὰ τοῦ Ἀπολλωνίου οἷς αὐτὸς ἐχρήσατο. ὡς δ’ ἐγὼ κέχρημαι <lb/>καὶ
                            ἐπὶ τῶν ἐν ταῖς ῥισὶ πολυπύδων τε καὶ ὀζαινῶν <lb/>εὗρον εὐδοκιμώτατα τὰ
                            ὑπογεγραμμένα, πρῶτον μὲν τὸ διὰ <lb/>τῶν ῥοιῶν. ἔστωσαν δὲ ἴσαι τόν τε
                            ἀριθμὸν καὶ τὸ μέγεθος, <lb/>ἐκ τῶν τριῶν διαφορῶν λαμβανόμεναι. αἱ μὲν
                            γὰρ <lb/>αὐτῶν εἰσιν αὐστηραὶ, τινὲς δὲ γλυκεῖαι, τινὲς δὲ ὀξεῖαι.
                            <lb/>κόπτειν οὖν αὐτὰς προσφάτους καὶ πεπείρους καὶ συνθλᾷν <lb/>ὅλας
                            ἀκριβῶς, ὡς ἐκθλιβῆναι δύνασθαι τὸν ἐξ αὐτῶν χυλὸν, <lb/>ὃν χρὴ
                            καταθέμενον ἐν ἀγγείῳ κασσιτερίνῳ φυλάττειν, ἐπ’ <lb/>ὀλίγον ἀφεψήσαντα
                            εἴ ποτε φαίνοιτο τοῦ δέοντος ὑγρότερον, <lb/>τὸ δὲ ὑπολειπόμενον αὐτῶν
                            στερεὸν καὶ παχὺ κόπτειν αὖθις <lb/>ἀκριβῶς, ὡς δύνασθαι μετὰ τὸ κοπῆναι
                            λειωθῆναι πάλιν <lb/>εἰς θυίαν καὶ ἀναπλασθῆναι κολλυρίοις ὅμοια,
                            συμμέτρως <pb n="12.689"/> ἔχοντα πρὸς τὴν ῥῖνα τοῦ θεραπευομένου. καθίεται
                            γὰρ εἰς <lb/>τὸν πόρον τῆς ῥινὸς, ἐν ᾧ ὁ πολύπους, ὥστε ἄνευ δήξεως
                            <lb/>καὶ συμπαθείας, ὁποῖον ἐργάζεται τὰ δριμέα τῶν φαρμάκων, <lb/>ἐν
                            χρόνῳ πλείονι καθαίρειν αὐτόν. ἐὰν δὲ ὑγρότερος καὶ <lb/>μαλακώτερος ὁ
                            πολύπους σοι φαίνηται, πλεῖον ἐμβάλλῃς τῶν <lb/>αὐστηρῶν ῥοιῶν, εἰ δὲ
                            σκληρότερος, τῶν ὀξειῶν. ἐπεὶ δὲ δύσφορόν <lb/>ἐστιν ἀνέχεσθαι διὰ
                            παντὸς τοῦ κολλυρίου, διαπαύειν <lb/>προσήκει, χρώμενον ἐν αἷς οὐκ
                            ἐντίθεται αὐτὸ τῷ <lb/>τεθλιμμένῳ χυλῷ, καὶ μέντοι καὶ χαίνοντα μέγα τὸν
                            πεπονθότα <lb/>διαχρίειν κατ’ ἐκεῖνα τὰ μέρη, καθ’ ἃ συντέτρηται ἡ
                            <lb/>ῥὶς πρὸς τὸν οὐρανίσκον, τῷ ὑγρῷ φαρμάκῳ ἐκθλιβέντι χρώμενον, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="419"/>ἢ πτεροῖς ἢ ἐρίῳ περιβεβλημένῳ μήλῃ ἢ
                            πυρῆνι. <lb/>τῶν δὲ ξηρῶν φαρμάκων ἀδήκτως οἶδά ποτε τῷ διφρυγεῖ
                            <lb/>δαπανηθέντα χρόνῳ πλείονι πολύπουν. εὐδοκιμεῖ δὲ <lb/>ἐπ’ αὐτῶν καὶ
                            τὸ προειρημένον κολλύριον, τὸ ἐκ τῶν ῥοιῶν <lb/>ἀναπλαττόμενον, ὅταν
                            ξηρὸν γένηται καλῶς κοπτόμενόν τε <lb/>καὶ διαττώμενον καὶ λειούμενον,
                            εἶτ’ ἐμφυ<milestone unit="ed1page" n="202"/>σώμενον ἢ ﻿<pb n="12.690"/> καὶ
                            διὰ πυρῆνος μήλης ἐντιθέμενον. ἅπαντα δὲ ταῦτα συνεχῶς <lb/>δεῖ ποιεῖν,
                            ὡς μηδέποτε λείπειν τὸ φάρμακον τῷ πεπονθότι <lb/>μορίῳ, ῥᾳδίως γὰρ ὑπὸ
                            τῆς ὑγρότητος ἐκκλύζεται. καθάπερ <lb/>οὖν ἐπὶ τῶν ὀφθαλμιώντων, οὕτω
                            κᾀπὶ τούτων, εἰ <lb/>οἶόν τε, διὰ παντὸς ἐπιτιθέναι χρὴ τὸ φάρμακον,
                            ἀποπλύνεται <lb/>γὰρ ῥᾳδίως, ὡς ἔφην, ὑπὸ τῆς ἐπιῤῥεούσης ὑγρότητος.
                            <lb/>μὴ φέροντος δέ τινος εὐνούχου μηδενὸς τῶν φαρμάκων τὴν
                            <lb/>προσφορὰν, ἀλλ’ ὑπὸ πάντων ἐρεθιζομένου, ῥόδα ξηρὰ κόψας <lb/>καὶ
                            λειώσας ἀκριβῶς καὶ ἐπιθεὶς ἀδήκτως τε ἅμα καὶ <lb/>θαυμαστῶς, ὅπως
                            ἔγνων ὑπ’ αὐτῶν ὠφεληθέντα τὸν ἄνθρωπον, <lb/>ὥστε καὶ αὖθις ἐπὶ τῶν
                            μαλακῶν καὶ ὑγρῶν ἢ <lb/>δυσελκῶν σωμάτων ἐχρησάμην αὐτῷ. δυοῖν γὰρ
                            θάτερον, ἢ <lb/>οὐδὲν ἔβλαψεν ἢ πάντως γε ἐνήργησεν ἀλύπως. τὰ γὰρ
                            πλεῖστα <lb/>τῶν δραστικῶς καθαιρόντων τοὺς πολύποδας παροξυντικά
                            <lb/>πως αὐτῶν ἐστιν, ὅταν μὴ τύχῃ τοῦ σκοποῦ. τὰ δὲ <lb/>ἕλκη τὰ ἐν
                            τοῖς πόροις τῆς ῥινὸς, ἀεὶ διὰ τῶν τροχίσκων <lb/>ἐθεράπευσα τοῦ τε
                            Ἀνδρωνείου καὶ τοῦ Πασίωνος καὶ τοῦ <lb/>Πολυείδου καὶ τοῦ Βιθυνοῦ καὶ
                            τοῦ συντεθέντος ὑπ’ ἐμοῦ, <pb n="12.691"/> ποτὲ μὲν οἴνῳ γλυκεῖ λειῶν
                            αὐτοὺς, ποτὲ δὲ αὐστηρῷ, καὶ <lb/>ποτὲ μὲν συμμέτρῳ κατὰ τὴν ἡλικίαν,
                            ποτὲ δὲ παλαιῷ, ποτὲ <lb/>δὲ καὶ δι’ ὄξους ἢ οἰνώδους ἢ ἁπλῶς ὀξέος ἢ
                            καὶ δριμέος <lb/>πάνυ καὶ παλαιοῦ, κατὰ τὰς εἰρημένας ἐνδείξεις ἀπὸ τῶν
                            <lb/>κατὰ τὰ πάθη συμπτωμάτων τῆς χρήσεως τῶν φαρμάκων
                            <lb/>εὑρισκομένης. ἐπὶ δὲ πλουσίου τινὸς, ἀξιοῦντος εὐῶδες εἶναι <lb/>τὸ
                            προσφερόμενον φάρμακον, ἐπὶ τὴν τῆς ὀζαίνης θεραπείαν <lb/>ἐπενόησα
                            χρήσασθαι τῷ καλουμένῳ ἡδυχρόῳ, δεύων αὐτὸ <lb/>φαλερίνῳ παλαιῷ, καὶ
                            θαυμαστῶς ὅπως ἐν τάχει τὸ πάθος <lb/>ἐθεραπεύθη. λέλεκται δὲ ἡ τοῦ
                            ἡδυχρόου σκευασία κατὰ <lb/>τὴν τῆς θηριακῆς ἀντιδότου γραφήν.</p><p>[Ἡρακλείδου πρὸς τὰς ἐκ τῶν ῥινῶν αἱμοῤῥαγίας πρὸς <lb/>Ἀντιοχίδα.]
                            Εἴρηται μὲν ἱκανῶς καὶ περὶ τούτων ἐν τοῖς <lb/>τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου
                            γράμμασιν, ἀλλὰ νῦν ὅσα διὰ τῆς <lb/>πεπειραμένης ὕλης ἐγνώσθη τοῖς πρὸ
                            ἡμῶν εἰρήσεται. τοὺς <lb/>θρόμβους κομισαμένη, κᾄπειτα περὶ μηλωτίδα
                            περιθεῖσα ἔριον <lb/>κάθες εἰς λύκιον, διεὶς δ’ αὐτὸ ὕδατι διάχριε τὸν
                            αἱμοῤῥοοῦντα <pb n="12.692"/> τόπον. ἢ μοτὸν μακρὸν δεύσασα τῷ λυκίῳ ἔνθες,
                            εἶτα ἔξωθεν <lb/>περιλαβοῦσα τοῖς δακτύλοις τὸν ῥώθωνα προσπίεσον,
                            <lb/>ἕως ἂν στῇ τὸ αἷμα. ἢ χαλκῖτιν λεάνασα συμμέτρως καὶ συστρέψασα
                            <lb/>ἐλλύχνιον κάθες εἰς ψυχρὸν ὕδωρ, εἶτα κυλίσασα <lb/>ἐν τῇ χαλκίτιδι
                            ἢ πριαπίσκῳ ἐντίθει τοῖς μυξωτῆρσιν. ἢ τῳ <lb/>σχιστῷ μοτῷ χρῶ, ὡς
                            ἐσωτάτω προσερείδουσα. βέλτιον δὲ <lb/>καὶ εἰς τὴν ὑπερῴαν τὸν δάκτυλον
                            καθεῖναι, ὅπως μήποτε <lb/>ὁ σχιστὸς ἔκχηται. ἢ λιβανωτὸν θραύσασα καὶ
                            διαχέασα πολυγόνου <lb/>χυλῷ. ἢ πράσου καρπὸν χυλίσασα τὸν σχιστόν. ἢ
                            <lb/>τὸ ἐλλύχνιον κάθιε. ἢ ἡδύοσμον λεάνας κάθιε. ἢ σπόγγον <lb/>ξηρὸν
                            ἔνθες. ἢ εἰς ἐζεσμένον ὄξος δριμὺ καταθεῖσα τὸ σπογγίον, <lb/>ἐπιτίθει
                            ἔξωθεν τοῦ αἱμοῤῥοοῦντος μυκτῆρος, πιέζουσα <lb/>μηλωτρίδι μέχρι τοῦ
                            προωσθῆναι. βέλτιον δὲ τὴν ἀρχὴν <lb/>ἀποδεδέσθαι λίνῳ διὰ βελόνης, ἵνα
                            εὐεξέλκυστον ᾖ. ἐξαίρει <lb/>δὲ, ὅταν <milestone unit="ed2page" n="420"/>καταπιστεύσῃς. ἐὰν δὲ ξηρὸν γένηται τὸ <lb/>σπογγίον καὶ κεκολλημένον
                            ἐντὸς, ὠτικῷ κλυστῆρι δίει ψυχρὸν <lb/>ὕδωρ ἔχοντι καὶ ἐκκλύζουσα
                            ἐνύγραινε καὶ οὕτω κομίζου. <pb n="12.693"/> χρῶ δὲ καὶ ταῖς
                            ἀναγραφησομέναις τραυματικαῖς καὶ <lb/>ἰσχαίμοις. εὐθετεῖ δὲ καὶ τὸ
                            μέτωπον ψύχειν σπογγίοις καὶ <lb/>μετέωρα ποιεῖν τὰ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς καὶ
                            βραχίονας καὶ καρποὺς <lb/>καὶ μηροὺς καὶ βουβῶνας καὶ γόνατα ἐν τοῖς
                            συνεσταλμένοις <lb/>ἀποδεσμεύειν, καθάπερ ἐπὶ φλεβοτομιῶν, καὶ κελεύειν
                            <lb/>κινεῖν αὐτὰ, χεῖρας μὲν ἀνατρίβοντας, πόδας δὲ βαδίζοντας.
                            <lb/>πληρουμένων γὰρ αἵματος τῶν ἐνταῦθα φλεβῶν, <lb/>τὰ περὶ τὰς ῥῖνας
                            λιφαιμήσουσι, καὶ ποτίζειν τοῖς πρὸς <lb/>τὰς ἀγωγὰς τοῦ αἵματος
                            γραφησομένοις καὶ τὰ ὦτα ἐμφράττειν <lb/>εὐτόνως ὀθονίοις καὶ κηρῷ, κᾀν
                            τῷ στόματι διακατέχειν <lb/>ὕδωρ ὄμβριον ψυχρόν. ἐὰν δὲ φαίνηται
                            καταπεπόσθαι <lb/>τι τοῦ αἵματος, καὶ τοῦθ’ ἱκανὸν ὂν τῷ πλήθει κενώματι
                            <lb/>κομίζου. θρομβούμενον γὰρ ἐν κοιλίᾳ καὶ ἐντέροις ἔμπρησιν
                            <lb/>κατασκευάζει.</p><p>[Τὰ ὑπ’ Ἀσκληπιάδου γεγραμμένα πρὸς τὰς ἐκ ῥινῶν <lb/>αἱμοῤῥαγίας, ἐν τῷ
                            πέμπτῳ τῶν ἐκτὸς ἃ Μαρκέλλης ἐπιγράφει.] <lb/>Τὰ τῆς πλατάνου σφαιρία
                            συλλέγων ξήραινε ἐν <pb n="12.694"/> σκιᾷ καὶ ξηράνας, ἐν δίσκῳ τινὰ χιτῶνα
                            τραχὺν ἐπίτριβε τὰ <lb/>σφαιρία τῷ ὕφει τοῦ χιτῶνος· εἰ δὲ μή γε, ἐπί
                            τινος τριχίνου <lb/>παράτριβε, καὶ τὸ μὲν σπέρμα τῶν σφαιρίων ἀπόῤῥιπτε,
                            <lb/>τὰ δὲ γνάφαλα συλλέγων, ἀποτίθεσο εἰς ἀγγεῖον ὀστράκινον
                            <lb/>καινόν. ἐπὶ δὲ τῆς χρήσεως τὰ ἐριώδη τῆς πλατάνου <lb/>ἐνθεὶς εἰς
                            κάλαμον ἀφῃρημένα τὰ γόνατα ἔχοντα, ἀπογλυφὴν <lb/>δ’ ἔχοντα καθ’ ὃ
                            μέρος ἐπιτίθεται, τῷ μυκτῆρι ἐμφύσα, <lb/>συντόμως περιγίνεται τῆς
                            αἱμοῤῥαγίας. ἄλλο. χάλκανθον τρίψας <lb/>ἐπιμελῶς ἀπόθου, ἐπὶ δὲ τῆς
                            χρήσεως ξύσματι ὀθονίων <lb/>καταβάπτων εἰς τὸ φάρμακον ἐντίθει. σπόγγον
                            ὠμῇ πίσσῃ <lb/>δεύσας κατάκαυσον καὶ ἐκ τούτου στρεπτὸν ἀναλαβὼν
                            ἐντίθει. <lb/>ἄλλο. ♃ ὠοῦ κελύφου μέρος ἓν, κηκίδος ὀμφακίτιδος
                            <lb/>μέρος ἓν, λεῖα στρεπτῷ ὕδατι δεδευμένῳ ἢ ὄξει ἀναλαμβάνων
                            <lb/>ἐντίθει, τὸ δὲ μέτωπον καὶ τὴν ῥῖνα κατάπλασσε γύψῳ <lb/>ἢ πηλῷ
                            κεραμικῷ, κρατεῖν δὲ τὰ ὦτα εὐτόνως παραίνει. <lb/>ἔνιοι δὲ σπόγγον
                            Ἀφρικανὸν καθεψήσαντες ἐν ὄξει <lb/>δριμυτάτῳ, εἶτα ἐκπιέσαντες καὶ
                            τούτῳ περιειλήσαντες διάπυρον <pb n="12.695"/> λίθον πυκνὸν ὑπεθυμίασαν,
                            κελεύοντες τὸν ἀτμὸν <lb/>ἀνασπᾷν.</p><p>[Τὰ ὑπ’ Ἀνδρομάχου γεγραμμένα.] Πρὸς μὲν τὰς ἐκ <lb/>ῥινῶν αἱμοῤῥαγίας
                            ἰδίως οὐδὲν ἔγραψεν ὁ Ἀνδρόμαχος, ἐπὶ <lb/>δὲ τῶν ἰσχαίμων τὰ πλεῖστα
                            καὶ ταύτας ἵστησι, διὰ τοῦτο <lb/>κᾀγὼ γράψω τὰ ὑπ’ αὐτοῦ γεγραμμένα
                            τοιαῦτα φάρμακα. <lb/>ἴσχαιμος ᾗ χρῶμαι. ♃ χαλκίτεως, μίσυος, μάννης,
                            ἀνὰ δραχ. δ΄. <lb/>λείοις χρῶ. ξανθὴ ᾗ χρῶμαι. ♃ χαλκίτεως δραχ. ρ΄.
                            χαλκάνθου <lb/>δραχ. ν΄. μίσυος ὀπτοῦ δραχ. κε΄. χαλκοῦ κεκαυμένου δραχ.
                            ιβ΄ S". λείοις <lb/>χρῶ. ἴσχαιμος ἡ μεγάλη. ♃ μίσυος κυπρίου δραχ. ζ΄.
                            χαλκάνθου <lb/>δραχ. ζ΄. φλοιοῦ πίτυος δραχ. δ΄. λεπίδος χαλκοῦ δραχ.
                            δ΄. μάννης κλιβάνου <lb/>δραχ. δ΄. οἱ δὲ δραχ. ιε΄. χαλκοῦ κεκαυμένου
                            δραχ. ιε΄. χαλκίτεως <lb/>δραχ. ιε΄. ἀσβέστου δραχ. η΄. οἱ δὲ δραχ. μ΄.
                            γύψου πεφωγμένης <lb/>δραχ. δ΄. οἱ δὲ δραχ. η΄. λείοις χρῶ. ἴσχαιμος
                            Ἀφρόδα. ♃ χαλκίτεως <lb/>δραχ. στ΄. μάννης λιβάνου δραχ. β΄. ῥητίνης
                            τερμινθίνης φρυκτῆς <lb/>δραχ. δ΄. οἱ δὲ γ΄. λείοις χρῶ. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>