<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg070.1st1K-grc1:6-8</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg070.1st1K-grc1:6-8</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg070.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἥδε οὖν αὖθις ἀρχὴ γιγνέσθω τῷ λόγῳ. <lb/>τοῖς μὲν τὰ συνήθη πράττουσιν, ἤτοι
                        δὲ τῶν κυρίων τι μορίων <lb/>καὶ σύμπαν τὸ σῶμα βαρυνομένοις ἢ τεινομένοις,
                        ἀναγκαία <lb/>μέν ἐστιν ἡ κένωσις· εἰ δὲ κατὰ τὴν ἡλικίαν μήτε παῖδες εἶεν
                        <lb/>ἔτι μήτε ἤδη γέροντες, ἐπισκέπτου περὶ φλεβοτομίας ἀποβλέπων,
                        <lb/>μάλιστα μὲν εἰς τοὺς πρώτους σκοποὺς τούσδε, τήν τε <lb/>ποσότητα τοῦ
                        πλήθους καὶ τὴν ποιότητα καὶ τὴν τῆς δυνάμεως <lb/>ῥώμην ἢ ἀῤῥωστίαν, ἐφεξῆς
                        δὲ τὴν φυσικὴν ἕξιν ὅλου <lb/>τοῦ σώματος, ὥραν τε καὶ χώραν καὶ τὸν
                        προγεγενημένον <lb/>βίον, εἰ πλῆθος ἐδεσμάτων καὶ πομάτων καὶ μάλιστα
                        πολυτρόφων <lb/>ὁ οὕτως ἔχων προσηνέγκατο τὸ ἔθος τε καὶ παρὰ <lb/>τὸ ἔθος,
                        κινήσεις τε τίνας ἐκινήθη, ἐκκρίσεις τε τίνας ἔσχεν <pb n="268"/> ἢ ἐπεσχέθη
                        παρὰ τὸ ἔθος, ἐπὶ δὲ τούτοις ἅπασι πότερον <lb/>ἰσχνότερος ἢ παχύτερος
                        ἐγένετο. ἡ μὲν δὴ τοῦ πλήθους ἑκατέρου <lb/>ποσότης ἐκ τοῦ μεγέθους τῶν
                        ἰδίων ὀρισθήσεται <lb/>σημείων. εἰς ὅσον γὰρ ἑαυτῷ βαρύτερος ὁ ἄνθρωπος
                        εἶναι <lb/>δοκεῖ, πρόδηλον ὅτι καὶ τὸ πρὸς τὴν δύναμιν πλῆθος εἰς
                        <lb/>τοσοῦτον ηὔξηται. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν λόγον εἰς ὅσον ἡ τονώδης
                        <lb/>αἴσθησις ηὔξεται, κατὰ τοσοῦτον καὶ τὸ ἕτερον πλῆθος, <lb/>ὃ καλεῖσθαι
                        πρός τινων ἔφην κατὰ τὸ ἔγχυμα. τὴν ποιότητα <lb/>δ’ ἐφ’ ἑκατέρου τοῦ
                        πλήθους ἔκ τε τοῦ χρώματος <milestone unit="ed1page" n="20"/>διαγνώσῃ,
                        <lb/>μεμνημένος ὅτι τὸ χρῶμα χυμῶν ἐστιν, ἐπειδὰν μετρίως <lb/>ἔχει
                        θερμότητος λείπων σῶμα φύσει. τοῖς μὲν γὰρ ψυχροτέροις <lb/>ψυχροτέρα τοῦ
                        παντὸς σώματος ἡ αἴσθησις ἕπεται, τοῖς <lb/>δὲ θερμοτέροις θερμοτέρα, καὶ
                        τοῖς μὲν κατὰ τὰς φλέβας <lb/>ἠθροισμένοις χυμοῖς ὄγκος καὶ διάθεσις τῶν
                        ἀγγείων, τοῖς <lb/>δ’ ἐν τῇ σαρκὶ, κατ’ ἐκείνην ἡ αἴσθησις ἤτοι τοῦ βάρους ἢ
                        <lb/>τῆς τάσεως, ὥσπερ γε καὶ θερμότητος. αἱ δὲ τῶν διοικουσῶν <lb/>ἡμᾶς
                        δυνάμεων ἀῤῥωστίαι τε καὶ ῥῶμαι ταῖς οἰκείαις ἐνεργείαις <lb/>ἐδείχθησαν
                            κρινό<milestone unit="ed2page" n="435"/>μεναι, προαιρετικαῖς μὲν κατὰ
                            <pb n="269"/> τὰ νεῦρα καὶ τὴν τούτων ἀρχὴν τὸν ἐγκέφαλον, ταῖς δὲ κατὰ
                        <lb/>τοὺς σφυγμοὺς κατὰ τὰς ἀρτηρίας τε καὶ τὴν καρδίαν, τῇ δὲ <lb/>κατ’
                        εὐτροφίαν τε καὶ ἀτροφίαν εὔχροιάν τε καὶ ἄχροιαν ἡ <lb/>τρίτη δύναμις ἡ
                        θρεπτικὴ, ἣν ἐξ ἥπατος ὁρμᾶσθαι ἐδείκνυεν <lb/>τὴν διάγνωσιν ἐλάμβανεν. ὅταν
                        οὖν ἐπὶ τοῖς τοῦ πλήθους <lb/>σημείοις αἱ δυνάμεις ἐῤῥωμέναι τυγχάνουσιν
                        οὖσαι, φλεβοτομήσεις <lb/>δηλονότι κατὰ μὲν τὴν τονώδη διάθεσιν οὐδὲν
                        ἐπιδιοριζόμενος, <lb/>ἔτι δὲ μᾶλλον οὐδὲ κατὰ τὴν φλεγμονώδη. τοῦ <lb/>δὲ
                        βαρύνοντος πλήθους ἐνοχλοῦντος οὐ πάντως αἵματος <lb/>ἀφαιρετέον. ἐνδέχεται
                        γὰρ ὠμὸν ἠθροῖσθαι κατὰ τὸ σῶμα <lb/>χυμὸν, ἐφ’ οὗ προσέχειν ἀκριβῶς χρὴ
                        μέχρι πόσου μὲν ἡ <lb/>δύναμις ἔῤῥωται, μέχρι δὲ πόσου αὐτὸς ὁ χυμὸς ἔφυ.
                        προκαταλυθεῖσα <lb/>γὰρ ὑπὸ τῶν τοιούτων διαθέσεων ἡ δύναμις ἐν <lb/>ταῖς
                        φλεβοτομίας εἴωθε καταπίπτειν ἐς ἔσχατον, ὡς μηκέτ’ <lb/>αὐτὴν ἀνακτήσασθαι
                        δυνηθῆναι. τούτου δὲ γενομένου κίνδυνος <lb/>οὐ σμικρὸς ἕπεται, μάλισθ’ ὅταν
                        ἐπιπέσῃ πυρετὸς ἐν <lb/>καταστάσει θερινῇ στομάχου μοχθηρῶς ἔχοντος, ἢ τοῦ
                        σώματος <lb/>ὅλου μαλακοῦ τε φύσει καὶ ὑγροῦ τὴν κρᾶσιν ὄντος. ﻿<pb n="270"/> διαφοροῦνται γὰρ οἱ τοιοῦτοι συγκόπτονταί τε τάχιστα, κᾂν <lb/>μὴ μέγας
                        αὐτοῖς ἐπιπέσῃ πυρετός. εἰ δὲ μηδὲν εἴη τούτων, <lb/>ἀλλ’ ὁ χειμὼν ἢ τὸ
                        χωρίον ὑπάρχει φύσει ψυχρὸν, ἥ τε φύσις <lb/>τἀνθρώπου ψυχροτέρα,
                        καταψύχονταί τε δεινῶς ὅλον τὸ <lb/>σῶμα φλεβοτομηθέντες, ἐμπίπτει τέ τινα
                        τῶν διὰ κατάψυξιν <lb/>ἰσχυρὰν ἑπομένων συμπτωμάτων. τοὺς οὕτω διακειμένους
                        <lb/>οὐ προσήκει διὰ φλεβοτομίας κενοῦν, ἀλλὰ τρίψεσί τε καὶ <lb/>χρίσμασι
                        μετρίως θερμαίνουσι καὶ πόμασι τέμνουσι τὸ πάχος <lb/>τῶν χυμῶν καὶ
                        θερμαίνουσι μετρίως. ὅσα γὰρ σφοδρῶς θερμαίνει <lb/>καταλύει τὴν δύναμιν
                        ἀθροότερον, ὡς μηκέτι ἐξαρκεῖν <lb/>τῇ θεραπείᾳ. πολλάκις δὲ καὶ τὸν πυρετὸν
                        συνηύξησεν, ὥστε <lb/>κἀντεῦθεν βλάβην γίνεσθαι τῇ δυνάμει. διὸ δὲ τῶν
                        τεμνόντων <lb/>τὸ πάχος χυμῶν, ἐδεσμάτων τε καὶ πομάτων ἡ κατὰ τὸ θερμαίνειν
                        <lb/>δύναμις ἔστω μετρία. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Ὅσοι δὲ αἷμα πτύσαντες ἐθεραπεύθησαν <lb/>μὲν τῷ παραυτίκα, τοιαύτην δὲ
                        ἔχουσι κατασκευὴν, ἐν τοῖς <lb/>κατὰ θώρακά τε καὶ πνεύμονα μορίοις, ὡς εἰ
                        βραχὺ πλέον <pb n="271"/> ἀθροισθῇ θέλοι τὸ αἷμα, πάλιν αὐτοῖς ἤτοι γ’
                        ἀναστομωθῆναί <lb/>τι τῶν ἀγγείων ἤ ῥαγῆναι, τούτους εἰ καὶ μηδὲν εἴη κατὰ
                        <lb/>τὸ σῶμα μηδέπω σύμπτωμα, φλεβοτομεῖν χρὴ κατὰ τὴν ἀρχὴν <lb/>τοῦ ἦρος.
                        ὡσαύτως δὲ καὶ τοὺς εἰς ἐπιληπτικὰ πάθη ῥᾳδίως <lb/>ἐμπίπτοντος ἢ
                        ἀποπληκτικούς. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον, <lb/>εἰ καί τισί τῶν ἄλλων
                        νοσημάτων εὐάλωτον εἰδείημεν εἶναι <lb/>τὸν ἄνθρωπον, οἷον ἤτοι
                        περιπνευμονικοῖς ἢ πλευριτικοῖς ἢ <lb/>συναγχικοῖς, ἄμεινον φθάνειν
                        φλεβοτομοῦντας μὴ περιμένοντας <lb/>φανῆναί τι σύμπτωμα πλήθους ἐναργές.
                        ὡσαύτως δὲ καὶ <lb/>οἷς αἱμοῤῥοΐδες ἐπέσχηνται, καὶ μάλιστα εἰ
                        μελαγχολικώτεροι <lb/>φαίνονται. καὶ ὅσοι δὲ καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐν θέρει
                        νοσοῦσιν <lb/>νοσήματα πληθωρικὰ, καὶ τούτους χρὴ κενοῦν εἰσβάλλοντος
                        <lb/>ἦρος. ὡσαύτως καὶ ὅσοι κατ’ αὐτὸ τὸ ἔαρ <milestone unit="ed2page" n="436"/>ἁλίσκονται <lb/>τοῖς τοιούτοις, ἔνιοι ὀφθαλμοὺς ἔχοντες
                        ἀσθενεῖς, ἢ τοῖς <lb/>ὀνομαζομένοις σκοτωματικοῖς πάθεσιν εὐάλωτοι καὶ αὐτοὶ
                        <lb/>κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἦρος δέονται κενοῦσθαι, προσδιασκεψαμένων <lb/>ἡμῶν
                        ὁποῖόν τι τὸ ἀθροιζόμενον αὐτοῖς εἴη. τινὲς <lb/>μὲν γὰρ τὸν πικρόχολον
                        ἀθροίζουσι χυμὸν πλέονα τῶν ἄλλων, <pb n="272"/> τινὲς τὸν μελαγχολικὸν ἢ
                        φλεγματικὸν, ἔνιοι δὲ ὁμοτίμως <lb/>ἅπαντας ἐφ’ ὧν αἷμα πλεονάζειν λέγεται.
                        τούτους οὖν <lb/>ἅπαντας κενώσεις, ὥσπερ καὶ τοὺς ποδαγρικούς τε καὶ
                        ἀρθριτικοὺς <lb/>ἐν ἀρχῇ τοῦ ἦρος, ἀλλ’ ἤτοι φαρμακεύων ἢ φλεβοτομῶν.
                        <lb/>ἐγὼ γοῦν πολλοὺς ἐτῶν ἤδη τριῶν καὶ τεττάρων ἐνοχλουμένους <lb/>ἐκ
                        διαλειμμάτων ἀλγήμασι ποδῶν ἰασάμην, ἤτοι <lb/>καθαίρων τὸν πλεονάζοντα
                        χυμὸν ἐν ἀρχῇ τοῦ ἦρος ἢ αἵματος <lb/>ἀφαιρῶν. εὔδηλον δ’ ὅτι καὶ μέτριοι
                        τινὲς οἱ τοιοῦτοι κατὰ <lb/>τὴν ὅλην εἰσὶ δίαιταν, ὡς τούς γε ἀκολάστους
                        οἰνόφλυγάς τε <lb/>καὶ γαστριμάργους οὐδὲν ὀνήσεις μέγα, φαρμακεύων ἢ
                        φλεβοτομῶν. <lb/>ἀθροίζουσι γὰρ ἐν τάχει πλῆθος ὠμῶν χυμῶν, ἀκολάστως
                        <lb/>διαιτώμενοι. τούτους μὲν οὐδὲ ἐπιχειρεῖν χρὴ θεραπεύειν, <lb/>ὅπη δ’
                        εὐπειθεῖς εἰσὶν ὀνήσεις αὐτοὺς μέγιστα κατὰ <lb/>τὴν ἀρχὴν τοῦ ἦρος,
                        προκενώσας μὲν πρῶτον, ἐφεξῆς δ’ ἐπὶ <lb/>γυμνάσια καὶ δίαιταν ὑγιεινὴν
                        ἀναγαγών. ἃ δ’ ἐπὶ τούτων <lb/>εἴρηκα, ταῦτά σοι νόμιζε καὶ περὶ πάντων
                        εἰρῆσθαι τῶν <lb/>ἐπιτηδείων ἁλίσκεσθαι πάθεσιν οἷς ἀρτίως εἶπον, οἷον
                        ἐπιληπτικοῖς, <pb n="273"/> ἢ ἀποπληκτικοῖς, ἢ σκοτωματικοῖς, ἢ
                        αἱμοπτοϊκοῖς, <lb/>ἤ μελαγχολικοῖς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Οὐ μόνον δὲ πλήθους ὄντος, ἢ τοῦ πρὸς <lb/>τὴν δύναμιν ἢ τοῦ κατὰ τὸ
                        καλούμενον ἔγχυμα, φλεβοτομία <lb/>μεγάλως ὀνίνησιν, ἀλλὰ καὶ χωρὶς πλήθους
                        ἀρχομένην φλεγμονὴν, <lb/>ἤτοι διὰ πληγὴν ἢ ὀδύνην ἢ ἀτονίαν μορίων. ἥ τε
                        <lb/>γὰρ ὀδύνη πρὸς αὐτὴν ἐπισπᾶται τὸ αἷμα καὶ πολλάκις ἀτονία <lb/>μορίων
                        ἐργάζεται φλεγμονὴν ἄνευ τοῦ καθ’ ὅλον τὸ σῶμα <lb/>πλήθους. ἐδείχθη γὰρ ἐν
                        τοῖς τῶν φυσικῶν δυνάμεων ὑπομνήμασιν, <lb/>ὅταν ἀσθενὲς ᾖ φύσει μόριον,
                        ἑτοίμως βαρυνόμενον, <lb/>εἰ καὶ βραχὺ πλεῖον ἀθροισθείη ποτὲ ἐν αὐτῷ
                        περίττωμα. καὶ <lb/>μέντοι καὶ ὅτι δύναμιν ἔχει πᾶν μόριον ὥσπερ ἑλκτικὴν
                        <lb/>τῶν οἰκείων, οὕτω καὶ τῶν ἀλλοτρίων ἀποκριτικὴν, ὅτι τε <lb/>διττὸν εἴη
                        τὸ ἀλλότριον, ἕτερον μὲν τῷ ποιῷ, τῷ ποιῷ δ’ <lb/>ἄλλο. διὸ κἂν μὴ βαρύνοιτό
                        τι μόριον ὑπὸ τῶν καθ’ ἑαυτὸ <lb/>χυμῶν, ἴσχει δέ τινα περιττώματα κατὰ τὴν
                        ποιότητα παρὰ <lb/>φύσιν, ἐπὶ τὴν ἀπόκρισιν αὐτῶν ὁρμᾶν διὰ τῶν ἐν αὐτῷ
                        <lb/>φλεβῶν ὥσπερ δι’ ὀχετῶν, ἀλλ’ εἴθ’ αἷμα μοχθηρὸν εἴη τὸ <pb n="274"/>
                        ὠθούμενον, εἴτ’ ἄλλος χυμὸς, ἀνάγκη μὲν εἴς τι τῶν πλησίον <lb/>ἀφικέσθαι
                        μορίων αὐτόν. ἐν ἐκείνῳ δὲ δυοῖν θάτερον, ἢ <lb/>πεφθέντα ἢ καὶ διαφθαρέντα,
                        μηκέτ’ εἰς ἄλλο μεταρυῆναι <lb/>τρίτον, ἢ μηδετέρου τῶν εἰρημένων τυχόντα
                        πάλιν ἐκ τοῦ <lb/>δευτέρου μορίου μεταρεῖν εἰς ἕτερον, εἶτ’ ἐξ ἐκείνου πάλιν
                        εἰς <lb/>ἄλλο. καὶ τοῦτο μὴ παύεσθαι γιγνόμενον, ἄχρις ἂν εἴς τι
                        <lb/>κατασκήψῃ τοιοῦτον, ὃ μηκέτ’ εἰς ἄλλο διώσασθαι δύναται <lb/>τὸ
                            <milestone unit="ed2page" n="437"/>πλεονάζον ἐν ἑαυτῷ. συμβαίνει δὲ
                        τοῦτο τῶν μορίων <lb/>ἐκείνοις ὅσα τὴν ἀποκριτικὴν δύναμιν ἀσθενεστέραν ἔχει
                        <lb/>τῶν πλησιαζόντων ἁπάντων. οὐκέτι γὰρ ἀπώσασθαι τὸ <lb/>λυποῦν εἰς
                        ἐκεῖνα δύναται τὰ μὴ παραδεχόμενα, διὰ τὴν ἐν <lb/>αὐτοῖς ἰσχύν. ἐδείχθη
                        γοῦν καὶ τοῦτο ἡμῖν δι’ ἐκείνων τῶν <lb/>ὑπομνημάτων, ὡς οὐ μόνον ὠθεῖ τὸ
                        περιττὸν ἕκαστον τῶν <lb/>μορίων εἰς τὸ πλησιάζον, ἀλλὰ <milestone unit="ed1page" n="21"/>καὶ ὅτι δέχεται μὲν, <lb/>πολλάκις δ’ ἀντιπέμπει
                        καὶ ἀντωθεῖ μὴ παραδεχόμενον εἰς <lb/>ἑαυτὰ, κᾀν τούτῳ τὸ ἰσχυρότερον
                        ἐκράτησε. διὸ καὶ τὰ πάντων <lb/>ἀσθενέστερα μόρια πρῶτα τοῖς
                        περιττωματικοῖς ἁλίσκεται <lb/>νοσήμασιν. ἐκ τοιούτου δέ τινος τρόπου καὶ
                        τὰς καλουμένας ﻿<pb n="275"/> ῥευματικὰς διαθέσεις ἴσθι γιγνομένας, ἀσθενοῦς
                        μὲν <lb/>ὅλου τοῦ σώματος ὄντος, ὅπερ ἕν τι τῶν τῆς καχεξίας εἶδός
                        <lb/>ἐστιν, εἰωθότων τῶν κυρίων αὐτοῦ μορίων βαρύνεσθαι, κᾂν <lb/>ὀλίγον ἐν
                        αὐτοῖς ἐστὶ τὸ αἷμα, διωθούμενόν τε τοῦτο πρὸς <lb/>τὰ κατὰ τὸ δέρμα μέρη τὰ
                        σαρκώδη, καὶ μᾶλλόν γε εἰς τοὺς <lb/>ἀδένας ἐπιτηδείους ὄντας ὑποδέχεσθαι τὸ
                        περιττὸν, διά τε <lb/>τὸ χαῦνον τῆς οὐσίας καὶ ὅτι τῶν ἄλλων μορίων
                        ἀσθενεστάτας <lb/>ἔχουσι τὰς φυσικὰς δυνάμεις, ὥσπερ γε καὶ ἡ πιμελή.
                        <lb/>τεττάρων γὰρ αὐτῶν οὐσῶν, ὡς ἐδείχθη, πρώτης μὲν τῆς <lb/>ἑλκτικῆς,
                        δευτέρας δὲ καθεκτικῆς καὶ τρίτης τῆς ἀποκριτικῆς, <lb/>καὶ τετάρτης τῆς
                        ἀλλοιωτικῆς, τὰς μὲν ἄλλας τρεῖς ἀσθενεστάτας <lb/>ἔχουσιν οἱ ἀδένες καὶ αἱ
                        σάρκες, τὴν ἀλλοιωτικὴν δὲ <lb/>μόνην οὐ πολλῷ μείω τῶν ἄλλων μορίων. ἐφεξῆς
                        δὲ τοῖς <lb/>ἀδένεσιν ὁ πνεύμων ἐστὶν ἑτοιμότατος δέξασθαι ῥεῦμα. καὶ
                        <lb/>γὰρ οὗτος ἀσθενεῖς τε τὰς τρεῖς ἔχει δυνάμεις καὶ τὸ σῶμα <lb/>χαῦνον.
                        εἶθ’ ἑξῆς ὁ σπλήν. ὁ δ’ ἐγκέφαλος ὅμοιος μὲν τούτοις <lb/>ἢ καὶ μᾶλλον
                        ἐπιτήδειος δέξασθαι ῥεῦμα. πλεονεκτεῖ <lb/>δ’ αὐτῶν ἐκ τῆς κατασκευῆς εἰς
                        ἀπόκρισιν ἑτοίμης οὔσης ὧν <pb n="276"/> ὑπεδέξατο. κοιλίας μὲν γὰρ ἔχει
                        μεγάλας κατάντεσι πόροις <lb/>ἐκκενουμένας. οἷς ἂν οὖν φύσει ῥωμαλεώτερος ᾖ
                        τοῦ σαρκώδους <lb/>γένους ὁ πνεύμων τε καὶ ὁ σπλὴν καὶ ὁ ἐγκέφαλος, <lb/>ἐπὶ
                        τούτων εἰς τοὺς ἀδένας καὶ τὰς σάρκας ἀφικνεῖται τὰ <lb/>ῥεύματα καὶ τοῦ
                        σώματος ἕξεως ὅλης ἀσθενούσης, ὡς ἐπὶ <lb/>τῶν ῥευματικῶν ἐστι διαθέσεων.
                        εἰκότως τοιγαροῦν ἡ θεραπεία <lb/>τούτων οὐ κένωσιν ἔχει τὸν σκοπὸν, ἀλλὰ
                        τοῦ <lb/>παντὸς σώματος τὴν ῥῶσιν. ἥ γε μὴν ἀρχὴ τῆς θεραπείας <lb/>ἀπὸ
                        φλεβοτομίας αὐτοῖς γίγνεται. μοχθηρῶν δὲ τῇ ποιότητι <lb/>τῶν περιττωμάτων
                        ὄντων καὶ κάθαρσιν παραλαμβάνομεν <lb/>ἐφ’ ὧν μάλιστα σωμάτων οὐδετέρου
                        πλήθους ἀναμένειν <lb/>χρὴ τὸ οἰκεῖον σύμπτωμα, βάρος μὲν τοῦ πρὸς τὴν
                        δύναμιν, <lb/>τάσιν δὲ τοῦ κατὰ τὸ ἔγχυμα. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν <lb/>λόγον ἐπὶ
                        τῶν πληγέντων τι μορίων ἀξιολόγως, ἤτε ἄλλως <lb/>ὁπωσοῦν ἀρχομένην ἐχόντων
                        φλεγμονὴν, ἐπειδὰν μεγάλην <lb/>αὐτὴν ἔσεσθαι προσδοκήσωμεν, ἀπὸ κενώσεως
                        ἀρχόμεθα τῆς <lb/>θεραπείας ἢ καθαίροντες ἢ φλεβοτομοῦντες ὁποτέραν
                        <lb/>κρίνομεν ἀμείνω κένωσιν ἔσεσθαι. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>