<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg070.1st1K-grc1:5-6</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg070.1st1K-grc1:5-6</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg070.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Οὐ μόνον ἡ τροφὴ τοῖς τοῦ ζώου μέρεσιν <lb/>ἐξ αἵματός ἐστιν, ἀλλὰ καὶ ἡ κατὰ
                        φύσιν θερμασία τὴν διαμονὴν <lb/>ἐξ αἵματος ἔχει, καθάπερ ἐκ τῶν ἐπιτηδείων
                        καίεσθαι <lb/>ξύλων τὸ κατὰ τῆς ἑστίας πῦρ, ὑφ’ οὗ καὶ τοὺς οἴκους ὁρῶμεν
                        <lb/>ὅλους θερμαινομένους. ὥσπερ οὖν τὸ πῦρ τοῦτο βλάπτεται <lb/>ποτὲ μὲν
                            <milestone unit="ed1page" n="19"/>ἀθρόως ξύλων ἐπιβληθέντων αὐτῷ, ποτὲ
                        <lb/>δ’ εἰ καὶ μὴ πολλῶν, ἀλλ’ ὑγρῶν ἱκανῶς, ἐνίοτε δ’ οὐδ’ ὅλως
                        <lb/>ἐπιτιθεμένων ἢ παντάπασιν ὀλίγων, οὕτω καὶ ἡ κατὰ τὴν <lb/>καρδίαν
                        θερμότης ποτὲ μὲν ἐλάττων ἑαυτῆς διά τε πλῆθος <lb/>αἵματος ἢ ἔνδειαν πολλὴν
                        ἢ ποιότητα ψυχρὰν ἀποτελεῖται, <lb/>ποτὲ δὲ πλείων ἤτοι διὰ ποιότητα θερμὴν
                        αἵματος ἢ δι’ <lb/>ἔνδειαν ὀλίγην. ὅ τι δ’ ἂν ἡ καρδία πάθοι κατὰ ψύξιν ἢ
                        <lb/>θερμότητα, τούτου καὶ τἄλλα μέρη τοῦ σώματος εὐθέως <lb/>μεταλαμβάνει.
                        γίγνεται δὲ καὶ καθ’ ἕν τι μέρος ἐνίοτε παρὰ <lb/>φύσιν ἤτοι θερμότης ἢ
                        ψυχρότης, ὡς δέδεικται πολλάκις <lb/>ἐν ἑτέροις ὑπομνήμασι. καὶ γενέσεις δὲ
                        τούτων ἐν διττῷ <pb n="263"/>
                        <milestone unit="ed2page" n="433"/>τρόπῳ, ποτὲ μὲν ἐπὶ χυμοῖς θερμοῖς ἢ
                        ψυχροῖς, ἐνίοτε <lb/>δὲ καὶ κατὰ δυσκρασίαν μόνην. ἀλλ’ αἱ μερικαὶ
                        θερμότητες <lb/>καὶ ψύξεις, ὅσαι μὲν ἐγγύς εἰσι τῷ πεπονθότι μορίῳ
                        συμμεταβάλλουσιν, <lb/>εἰς ὅλον δ’ οὐκ ἐκτείνονται τὸ σῶμα πρὶν τὴν
                        <lb/>καρδίαν ἀλλοιῶσαι. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐπεδείχθη καὶ <lb/>τὸ σῶμα
                        τῆς καρδίας ἀλλοιούμενον διττῶς, ἤτοι κατὰ δυσκρασίαν <lb/>ἢ διὰ χυμοὺς
                        θερμοὺς ἢ ψυχροὺς ἢ δι’ ἔνδειαν τινὸς <lb/>αὐτῶν. οἱ χυμοὶ δὲ ἐδείχθησαν
                        θερμοὶ καὶ ψυχροὶ γινόμενοι <lb/>διά τε τὸ ποσὸν τῶν ἐσθιομένων τε καὶ
                        πινομένων καὶ δι’ <lb/>ἡσυχίας τε καὶ κινήσεις σώματός τε καὶ ψυχῆς πλείους.
                        ὥσπερ <lb/>δὲ ἐν τῇ γαστρὶ πολλάκις αἱ πέψεις γίνονται μοχθηραὶ,
                        φλεγματωδεστέρων <lb/>ἢ χολωδεστέρων ἀποτελουμένων τῶν ληφθέντων, <lb/>ἢ
                        τινὰ παρὰ φύσιν ἑτέραν διαφθορὰν ἰσχόντων ἢ ὠμῶν <lb/>καὶ ἀμεταβλήτων ἄχρι
                        πλείστου μενόντων καὶ πνευματουμένων, <lb/>οὕτω καὶ κατὰ τὴν τοῦ αἵματος
                        γένεσιν ἀποτυγχανομένων, <lb/>ἀνάλογον ταῖς ἐπὶ τῆς γαστρὸς ἀποτυχίαις τῆς
                        πέψεως, ἔσονται <lb/>κατ’ αὐτὰς τὰς ἀρτηρίας καὶ τὰς φλέβας κατὰ τοὺς χυμοὺς
                            <pb n="264"/> διαθέσεις. ἐπεὶ δὲ πάντα τὰ θερμὰ καὶ ὑγρὰ φαίνεται
                        τάχιστα <lb/>σηπόμενα, καὶ μάλισθ’ ὅταν ἐν θερμοῖς ᾖ χωρίοις, ἀναγκαῖον
                        <lb/>ἔσται καὶ τὴν ἐκ τῆς κοιλίας ἀναδιδομένην τροφὴν, <lb/>ὅταν μὴ κρατῆται
                        καὶ μεταβάλληται πρὸς τῆς φύσεως εἰς <lb/>γένεσιν αἵματος χρηστοῦ, σηπεδόνας
                        ἴσχειν ἄλλοτε ἀλλοίας. <lb/>ἐπεὶ δὲ τοῖς ἒξ ὕλης θερμοῦ σηπομένοις συμβαίνει
                        γίνεσθαι <lb/>θερμοτέροις, διὰ τοῦτο θερμότερον ἔσται τὸ σηπόμενον αἷμα.
                        <lb/>τούτου δὲ θερμοτέρου γιγνομένου καὶ τὸ μόριον ἐν ᾧ σήπεται
                        <lb/>θερμότερον αἰσθητῶς ἔσται. ἐπεὶ δ’ ὑπὸ τῶν αἰσθητῶς θερμῶν <lb/>τὰ
                        πλησιάζοντα συνθερμαίνεται, συνθερμανθήσεται τοῖς <lb/>οὕτω διακειμένοις
                        μορίοις τὰ πέριξ ἅπαντα, δακνώδει καὶ <lb/>δριμείᾳ δηλονότι θερμασίᾳ,
                        τοιαύτη γὰρ ἡ ἐκ σηπεδόνος. <lb/>ἐὰν οὖν ἀξιόλογόν τε τὸ μόριον ᾖ τὸ οὕτως
                        θερμανθὲν, ἐκτείνειν <lb/>τε τὴν ἑαυτοῦ θερμασίαν ἐπὶ τὴν καρδίαν ἱκανὸν,
                        ἤτοι <lb/>γε ὅτι πλησίον αὐτῆς ἐστὶν, ἢ ὅτι κύριον, ἢ ὅτι θερμὸν,
                        συνεκπυρώσει <lb/>κᾀκείνην, ἅτε φύσει θερμοτάτην οὖσαν. εἰ δὲ ἅπαξ <lb/>αὐτὴ
                        πυρωθείη, ῥᾳδίως ἤδη τὸ πᾶν αὐτῆς σῶμα συνεκθερμανθήσεται, ﻿<pb n="265"/>
                        καθάπερ τινὸς ἑστίας φλόγα πολλὴν ἐχούσης ὁ <lb/>περιέχων αὐτὴν οἶκος.
                        ὀνομάζουσι δὲ τὸ τοιοῦτον πάθημα <lb/>τοῦ σώματος οἱ Ἕλληνες πυρετόν. ἐνίοτε
                        δὲ πρὶν ἄρχεσθαι <lb/>σήπεσθαι τὸ πλῆθος τοῦ αἵματος, ἐπί τι μόριον ἀθρόως
                        <lb/>ἀφικόμενον ἤτοι τελέως ἐνέκρωσεν, ὥστε διαφθεῖραι τὴν <lb/>ἐνέργειαν, ἢ
                        βλάβην ἀξιόλογον ἐνεγκεῖν. αἱ γοῦν ἀποπληξίαι <lb/>κατὰ τοῦτον γίνονται τὸν
                        τρόπον, ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ ζώου <lb/>ῥυέντος ἀθρόως αἵματος πολλοῦ. ὡς ὅταν
                        γ’ εἰς ἄλλο τι <lb/>κατασκήψῃ μόριον, ὄγκον ἐν τούτῳ παρὰ φύσιν ἐργάζεται.
                        <lb/>ἐκ τούτου τοῦ γένους ἐστὶ καὶ ἡ φλεγμονή. ὅταν δὲ παχύτερόν <lb/>τε καὶ
                        μελαγχολικώτερον ᾖ τὸ κατασκῆψαν αἷμα, σκιῤῥώδης <lb/>ὁ ὄγκος γίνεται,
                        καθάπερ γε καὶ χαῦνος, ὅταν ᾖ φλεγματικώτερον <lb/>τὸ ῥεῦμα· χολώδους δὲ
                        ὄντος ἐρυσίπελας <lb/>ἀποτελεῖται. διωρισμένα δ’ ἀκριβῶς ἔχεις ἅπαντα ταῦτα
                        <lb/>κατὰ τὰς προειρημένας ἄρτι πραγματείας, ἀλλὰ νῦν γ’, ὡς <lb/>ἔφην,
                        ὑποθέσεις τῷ παρόντι λόγῳ τὰ δεδειγμένα ποιούμενος <lb/>ἀκολούθως αὐτοῖς τὸν
                        περὶ τῆς φλεβοτομίας ἐπιδείκνυμι <lb/>λόγον. ὄντος οὖν πλήθους διττοῦ,
                        κάλλιστον γὰρ ἐντεῦθεν <pb n="266"/> ἄρξασθαι, καὶ τοῦ μὲν ὡς πρὸς τὴν
                        δύναμιν εἰς σηπεδόνα <lb/>τε ῥᾳδίως ἀφικνουμένου καὶ μέντοι καὶ
                        κατασκήπτοντος <lb/>ἐνίοτε εἰς μόριά τινα, κᾀν τούτοις ἐργαζομένου τοὺς παρὰ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="434"/>φύσιν ὄγκους, ἑτέρου δὲ τοῦ κατὰ τὸ
                        καλούμενον <lb/>ἔγχυμα, κατασκήπτοντος μὲν καὶ τούτου πολλάκις εἰς μόρια
                        <lb/>καὶ γεννῶντος ὄγκους, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀποπληξίας καὶ τὰς <lb/>ῥήξεις τῶν
                        φλεβῶν ἐργαζομένου, πειρᾶσθαι χρὴ κενοῦν αὐτὸ <lb/>διὰ ταχέων, πρὶν ἄρξασθαί
                        τι μέγα κακὸν ἐργάσασθαι περὶ <lb/>τὸν ἄνθρωπον. εἴρηται δ’ ἐπὶ πλέον ὅπως
                        τε χρὴ διαγινώσκειν <lb/>ἄμφω τὰ πάθη καὶ ὅπως ἰᾶσθαι, κατὰ τὴν τῶν ὑγιεινῶν
                        <lb/>πραγματείαν, ὥσπερ γε κἀπειδὰν ἤτοι πυρετὸς ἢ αἵματος <lb/>ἀναγωγὴ
                        γένηται διὰ πλῆθος, ἤτοι τῶν ἀποπληκτικῶν ἀῤῥωστημάτων, <lb/>ὅπως χρὴ καὶ
                        τοῦτο θεραπεύειν ἐν τοῖς τῆς <lb/>θεραπευτικῆς μεθόδου γράμμασιν εἴρηται,
                        διὸ καὶ περιττὴν <lb/>ἡγοῦμαι τήνδε τὴν συγγραφήν. εἰ μὲν γὰρ ὡσαύτως καὶ ἐν
                        <lb/>ἐκείναις ταῖς πραγματείαις ἔγραψα, κἀνταῦθα γράφοιμι, δὶς <lb/>περὶ τῶν
                        αὐτῶν ἀναγκασθήσομαι διέρχεσθαι, καὶ διὰ ταῦτα <lb/>μακρὸν ἀποτείνειν τὸν
                        λόγον. εἰ δὲ ἐπὶ τὸ συντομώτερον <lb/>ἄγοιμι τὸν λόγον τόνδε, κινδυνεύσω
                        παθεῖν δυοῖν θάτερον, <pb n="267"/> ἢ ἀσαφῶς τι διὰ τὴν βραχυλογίαν εἰπεῖν,
                        ἢ διορισμόν τινα <lb/>τῶν χρησίμων παραλιπεῖν. ἀλλ’ ἐπεὶ μὴ κατὰ τὴν ἐμαυτοῦ
                        <lb/>προαίρεσιν ἧκον ἐπὶ τὸν λόγον τοῦτον, εἴ τι γίγνοιτο τῶν <lb/>εἰρημένων
                        τούτων ἐν αὐτῷ σφάλμα, τὴν αἰτίαν οἱ ἀξιώσαντες <lb/>ἕξουσιν, ὥσπερ γε καὶ
                        εἰ κατορθωθείη καὶ φανείη χρήσιμος, <lb/>ἀποστήσομαι τῶν ἐπαίνων ἐκείνοις.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἥδε οὖν αὖθις ἀρχὴ γιγνέσθω τῷ λόγῳ. <lb/>τοῖς μὲν τὰ συνήθη πράττουσιν, ἤτοι
                        δὲ τῶν κυρίων τι μορίων <lb/>καὶ σύμπαν τὸ σῶμα βαρυνομένοις ἢ τεινομένοις,
                        ἀναγκαία <lb/>μέν ἐστιν ἡ κένωσις· εἰ δὲ κατὰ τὴν ἡλικίαν μήτε παῖδες εἶεν
                        <lb/>ἔτι μήτε ἤδη γέροντες, ἐπισκέπτου περὶ φλεβοτομίας ἀποβλέπων,
                        <lb/>μάλιστα μὲν εἰς τοὺς πρώτους σκοποὺς τούσδε, τήν τε <lb/>ποσότητα τοῦ
                        πλήθους καὶ τὴν ποιότητα καὶ τὴν τῆς δυνάμεως <lb/>ῥώμην ἢ ἀῤῥωστίαν, ἐφεξῆς
                        δὲ τὴν φυσικὴν ἕξιν ὅλου <lb/>τοῦ σώματος, ὥραν τε καὶ χώραν καὶ τὸν
                        προγεγενημένον <lb/>βίον, εἰ πλῆθος ἐδεσμάτων καὶ πομάτων καὶ μάλιστα
                        πολυτρόφων <lb/>ὁ οὕτως ἔχων προσηνέγκατο τὸ ἔθος τε καὶ παρὰ <lb/>τὸ ἔθος,
                        κινήσεις τε τίνας ἐκινήθη, ἐκκρίσεις τε τίνας ἔσχεν <pb n="268"/> ἢ ἐπεσχέθη
                        παρὰ τὸ ἔθος, ἐπὶ δὲ τούτοις ἅπασι πότερον <lb/>ἰσχνότερος ἢ παχύτερος
                        ἐγένετο. ἡ μὲν δὴ τοῦ πλήθους ἑκατέρου <lb/>ποσότης ἐκ τοῦ μεγέθους τῶν
                        ἰδίων ὀρισθήσεται <lb/>σημείων. εἰς ὅσον γὰρ ἑαυτῷ βαρύτερος ὁ ἄνθρωπος
                        εἶναι <lb/>δοκεῖ, πρόδηλον ὅτι καὶ τὸ πρὸς τὴν δύναμιν πλῆθος εἰς
                        <lb/>τοσοῦτον ηὔξηται. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν λόγον εἰς ὅσον ἡ τονώδης
                        <lb/>αἴσθησις ηὔξεται, κατὰ τοσοῦτον καὶ τὸ ἕτερον πλῆθος, <lb/>ὃ καλεῖσθαι
                        πρός τινων ἔφην κατὰ τὸ ἔγχυμα. τὴν ποιότητα <lb/>δ’ ἐφ’ ἑκατέρου τοῦ
                        πλήθους ἔκ τε τοῦ χρώματος <milestone unit="ed1page" n="20"/>διαγνώσῃ,
                        <lb/>μεμνημένος ὅτι τὸ χρῶμα χυμῶν ἐστιν, ἐπειδὰν μετρίως <lb/>ἔχει
                        θερμότητος λείπων σῶμα φύσει. τοῖς μὲν γὰρ ψυχροτέροις <lb/>ψυχροτέρα τοῦ
                        παντὸς σώματος ἡ αἴσθησις ἕπεται, τοῖς <lb/>δὲ θερμοτέροις θερμοτέρα, καὶ
                        τοῖς μὲν κατὰ τὰς φλέβας <lb/>ἠθροισμένοις χυμοῖς ὄγκος καὶ διάθεσις τῶν
                        ἀγγείων, τοῖς <lb/>δ’ ἐν τῇ σαρκὶ, κατ’ ἐκείνην ἡ αἴσθησις ἤτοι τοῦ βάρους ἢ
                        <lb/>τῆς τάσεως, ὥσπερ γε καὶ θερμότητος. αἱ δὲ τῶν διοικουσῶν <lb/>ἡμᾶς
                        δυνάμεων ἀῤῥωστίαι τε καὶ ῥῶμαι ταῖς οἰκείαις ἐνεργείαις <lb/>ἐδείχθησαν
                            κρινό<milestone unit="ed2page" n="435"/>μεναι, προαιρετικαῖς μὲν κατὰ
                            <pb n="269"/> τὰ νεῦρα καὶ τὴν τούτων ἀρχὴν τὸν ἐγκέφαλον, ταῖς δὲ κατὰ
                        <lb/>τοὺς σφυγμοὺς κατὰ τὰς ἀρτηρίας τε καὶ τὴν καρδίαν, τῇ δὲ <lb/>κατ’
                        εὐτροφίαν τε καὶ ἀτροφίαν εὔχροιάν τε καὶ ἄχροιαν ἡ <lb/>τρίτη δύναμις ἡ
                        θρεπτικὴ, ἣν ἐξ ἥπατος ὁρμᾶσθαι ἐδείκνυεν <lb/>τὴν διάγνωσιν ἐλάμβανεν. ὅταν
                        οὖν ἐπὶ τοῖς τοῦ πλήθους <lb/>σημείοις αἱ δυνάμεις ἐῤῥωμέναι τυγχάνουσιν
                        οὖσαι, φλεβοτομήσεις <lb/>δηλονότι κατὰ μὲν τὴν τονώδη διάθεσιν οὐδὲν
                        ἐπιδιοριζόμενος, <lb/>ἔτι δὲ μᾶλλον οὐδὲ κατὰ τὴν φλεγμονώδη. τοῦ <lb/>δὲ
                        βαρύνοντος πλήθους ἐνοχλοῦντος οὐ πάντως αἵματος <lb/>ἀφαιρετέον. ἐνδέχεται
                        γὰρ ὠμὸν ἠθροῖσθαι κατὰ τὸ σῶμα <lb/>χυμὸν, ἐφ’ οὗ προσέχειν ἀκριβῶς χρὴ
                        μέχρι πόσου μὲν ἡ <lb/>δύναμις ἔῤῥωται, μέχρι δὲ πόσου αὐτὸς ὁ χυμὸς ἔφυ.
                        προκαταλυθεῖσα <lb/>γὰρ ὑπὸ τῶν τοιούτων διαθέσεων ἡ δύναμις ἐν <lb/>ταῖς
                        φλεβοτομίας εἴωθε καταπίπτειν ἐς ἔσχατον, ὡς μηκέτ’ <lb/>αὐτὴν ἀνακτήσασθαι
                        δυνηθῆναι. τούτου δὲ γενομένου κίνδυνος <lb/>οὐ σμικρὸς ἕπεται, μάλισθ’ ὅταν
                        ἐπιπέσῃ πυρετὸς ἐν <lb/>καταστάσει θερινῇ στομάχου μοχθηρῶς ἔχοντος, ἢ τοῦ
                        σώματος <lb/>ὅλου μαλακοῦ τε φύσει καὶ ὑγροῦ τὴν κρᾶσιν ὄντος. ﻿<pb n="270"/> διαφοροῦνται γὰρ οἱ τοιοῦτοι συγκόπτονταί τε τάχιστα, κᾂν <lb/>μὴ μέγας
                        αὐτοῖς ἐπιπέσῃ πυρετός. εἰ δὲ μηδὲν εἴη τούτων, <lb/>ἀλλ’ ὁ χειμὼν ἢ τὸ
                        χωρίον ὑπάρχει φύσει ψυχρὸν, ἥ τε φύσις <lb/>τἀνθρώπου ψυχροτέρα,
                        καταψύχονταί τε δεινῶς ὅλον τὸ <lb/>σῶμα φλεβοτομηθέντες, ἐμπίπτει τέ τινα
                        τῶν διὰ κατάψυξιν <lb/>ἰσχυρὰν ἑπομένων συμπτωμάτων. τοὺς οὕτω διακειμένους
                        <lb/>οὐ προσήκει διὰ φλεβοτομίας κενοῦν, ἀλλὰ τρίψεσί τε καὶ <lb/>χρίσμασι
                        μετρίως θερμαίνουσι καὶ πόμασι τέμνουσι τὸ πάχος <lb/>τῶν χυμῶν καὶ
                        θερμαίνουσι μετρίως. ὅσα γὰρ σφοδρῶς θερμαίνει <lb/>καταλύει τὴν δύναμιν
                        ἀθροότερον, ὡς μηκέτι ἐξαρκεῖν <lb/>τῇ θεραπείᾳ. πολλάκις δὲ καὶ τὸν πυρετὸν
                        συνηύξησεν, ὥστε <lb/>κἀντεῦθεν βλάβην γίνεσθαι τῇ δυνάμει. διὸ δὲ τῶν
                        τεμνόντων <lb/>τὸ πάχος χυμῶν, ἐδεσμάτων τε καὶ πομάτων ἡ κατὰ τὸ θερμαίνειν
                        <lb/>δύναμις ἔστω μετρία. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>