<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg070.1st1K-grc1:17-18</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg070.1st1K-grc1:17-18</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg070.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>Ἐγὼ γοῦν οἶδα ποτὲ παρακληθεὶς ὑπό <lb/>τινος οἰκοῦντος ἐν προαστείῳ τῆς
                        Ῥωμαίων πόλεως ἀνδρὸς <lb/>πλουσίου, θεάσασθαι τινὰ τῶν διοικούντων αὐτοῦ τὰ
                        πράγματα, <lb/>κινδυνεύοντα τυφλωθῆναι, τοῦτο γὰρ ἐκεῖνος ἔλεγεν,
                        <lb/>ὀδυνώμενόν τε μεγάλως καὶ τοῦτο πάσχοντος σχεδὸν ἡμερῶν κ΄. <lb/>ἦν δ’
                        ὁ τῆς οἰκίας τοῦ πλουσίου προϊστάμενος ἰατρὸς Ἐρασιστράτειος, <lb/>ἔργον
                        πεποιημένος ἀπέχεσθαι φλεβοτομίας ἀεί. <lb/>θεασάμενος οὖν ἐγὼ τὸν πάσχοντα,
                        νεανίσκον ὄντα πο<milestone unit="ed1page" n="25"/>λύαιμον, <lb/>ἀνελκώτους
                        μὲν ἔτι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔχοντα, ﻿<pb n="300"/> φλεγμονὴν δὲ μεγίστην ἔχοντα
                        καὶ ῥεῦμα καὶ δασύτητα ἐν <lb/>ἀμφοτέροις τοῖς βλεφάροις, ἐν θατέρῳ καὶ
                        τραχύτητας ἤδη <lb/>τινὰς, ὑφ’ ὧν ἐπισκοτούμενος ἔτι καὶ μᾶλλον ὠδυνᾶτό τε
                        <lb/>καὶ παρωξύνετο τὴν φλεγμονὴν καὶ τὸ ῥεῦμα, ταῦτα θεασάμενος <lb/>ἐγὼ
                        καὶ γνοὺς ἅπασαν ἣν ἐποιεῖτο τῆς θεραπείας <lb/>ἀγωγὴν ὁ ἰατρὸς, αὐτὸν μὲν
                        οὐκ ἔφη δύνασθαι συνεχῶς εἰς <lb/>τὸ προαστεῖον ἰέναι, χρῄζειν δὲ τὸν
                        ἄνθρωπον ἄχρι τῶν <lb/>τριῶν ἡμερῶν τοὐλάχιστον οὐκ ἐκ μακρῶν διαλειμμάτων
                        ὑπ’ <lb/>ἐμοῦ θεωρεῖσθαι. δὸς οὖν αὐτὸν, εἶπον, τὰς τρεῖς ταύτας ἡμέρας
                        <lb/>ἐμοί. καὶ μὴν, ἔφη, παρακαλῶ τοῦτο καὶ χάριν εἴσομαι καὶ <lb/>ἤδη πρὸς
                        τὴν σὴν οἰκίαν ἄπαγε τὸν ἄνθρωπον, ἧκέ τέ που <lb/>ὥρας ε΄ καὶ ἀφῃρέθην τὴν
                        πρώτην ἀφαίρεσιν εὐθέως αἵματος <lb/>λίτρας γ΄, εἶτα ἄλλην μίαν ὥρας θ΄. ἐν
                        αἷς ἀνακαλύψας μεγάλως <lb/>ὑπηλείφθη κατὰ τὴν ὑστεραίαν ἑνὶ τῶν ἁπαλῶν
                        κολλυρίων <lb/>μιχθέντος αὐτοῦ τοῦ δι’ οἴνου, καθάπερ εἰώθαμεν ἐπὶ <lb/>τῶν
                        τοιούτων πράττειν, καθ’ ὑπερβολὴν τῆς μίλης τοῦ πυρῆνος <lb/>ὑπὸ τὰ βλέφαρα
                        τῆς ὑπαλείψεως γιγνομένης. ἐπράχθη δὲ <lb/>τοῦτο πρῶτον μὲν ἕωθεν, εἶτα
                        τετάρτης ὥρας, εἶτα θ΄. ἐφ’ <pb n="301"/> αἷς ὑπαλείψεσιν ἐλούσατο περὶ
                        δυσμὰς ἡλίου, κἄπειτα κατὰ <lb/>τὴν ὑστεραίαν ἐκστραφέντων τῶν βλεφάρων,
                        ὑπηλείψατο δὶς <lb/>ἐπιμιχθέντος τῷ ἁπαλῷ κολλυρίῳ πολὺ πλείονος τοῦ δι’
                        <lb/>οἴνου, καὶ μετὰ ταῦτα εἰς ἑσπέραν ἐλούσατο. κατὰ δὲ τὴν ἑξῆς
                        <lb/>ἡμέραν ἕωθεν ἁπαντήσας τῷ πλουσίῳ κατά τι χωρίον <lb/>ἔνθα τῶν ὀχημάτων
                        ἀποβαίνειν εἰσὶν εἰθισμένοι, προσηγόρευσεν <lb/>αὐτῷ, ἀνεωγόσι τε καὶ
                        ἀφλεγμάντοις καὶ ἀρευματίστοις <lb/>τοῖς ὀφθαλμοῖς, ὁ πρὸ δύο ἡμερῶν οὐδὲ
                        διανοῖξαι τὰ <lb/>βλέφαρα δυνάμενος ὑπὸ τοῦ ῥεύματός τε καὶ τῆς ὀδύνης.
                        <lb/>ἔδοξεν οὖν τὸ πρᾶγμα μαγείᾳ τινὶ γεγονέναι παραπλήσιον, <lb/>ὥστε
                        ἐκεῖνόν τε αὐτὸν ἀνακραγεῖν θαυμάζοντά τε τὸ τάχος <lb/>τῆς θεραπείας,
                        ἅπαντάς τε τοὺς μετ’ αὐτοῦ παραπλησίως <lb/>βοᾷν, οὐχ ἡμῶν μέγα τι
                        ποιησάντων, ἀλλ’ ἐκ τῆς <lb/>πρὸς τὸν οἰκεῖον ἰατρὸν αὐτοῦ παραβολῆς μέγιστα
                        κακὰ <lb/>ὁρῶντα διὰ τὸ τῆς φλεβοτομίας δέος. ἔχρῃζε μὲν γὰρ ὁ <lb/>κάμνων
                        ἀποσμηχθῆναι τὰς ἐκ τῶν βλεφάρων δασύτητάς τε <lb/>καὶ τραχύτητας, ἀδύνατον
                        δ’ ἦν τοῦ<milestone unit="ed2page" n="447"/>το γενέσθαι χωρὶς <lb/>φαρμάκου
                        δάκνοντος. οὐδὲν δ’ ἐδύνατο φέρειν τοιοῦτον <pb n="302"/> ἄνευ τοῦ
                        προκενωθῆναι. λέλεκται γὰρ ἤδη καὶ δέδεικται <lb/>πολλάκις ἡμῖν ὡς ἅπαντα τὰ
                        δριμέα φάρμακα προσφερόμενα <lb/>μορίοις τισὶν, ἐὰν μὴ κενὸν ᾖ τὸ σῶμα πᾶν
                        καὶ <lb/>ἀκριβῶς ἀπέριττον, ἐπισπᾶται ῥεῦμα καὶ φλεγμονὴν ἐργάζεται.
                        <lb/>τότε δ’ ὁ πλούσιος ἐπυνθάνετο τίς ἡ οὖν μαγεία <lb/>τῆς θεραπείας
                        ἐγίνετο, καὶ πάντ’ ἀκούσας τὰ πραχθέντα, <lb/>ἀπ’ ἐκείνου τὸν Ἐρασιστράτειον
                        ἰατρὸν αἱμοφόβον ὠνόμαζεν. <lb/>αὕτη μὲν οὖν ἡ διήγησις ἀμφοῖν ἔνδειξιν
                        ἔχει, τοῦ τε <lb/>χρῆναι φλεβοτομεῖν τὰς τοιαύτας διαθέσεις, ὅπερ οὐκ ἦν
                        ἡμῖν <lb/>προκείμενον ἐν τῷ παρόντι λόγῳ, τοῦ τε φλεβοτομεῖν χρῆναι
                        <lb/>κατ’ εὐθὺ τῶν πασχόντων μορίων καὶ τὰς ὠμιαίας ἐντέμνειν <lb/>φλέβας
                        ἐπὶ τῶν ἀνωτέρων μερῶν τοῦ θώρακος πασχόντων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>Ὥσπερ δὲ τὰ προειρημένα πάντα μόρια <lb/>ταῖς κατ’ ἀγκῶνα φλεβοτομίας, ὡς
                        εἴρηται, γιγνομέναις <lb/>ὠφελεῖται, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὅσα κατωτέρω
                        τούτων <lb/>ἐστὶ ταῖς ἐπ’ ἰγνύων τε καὶ σφυρῶν. ἔστι δὲ τῶν προειρημένων
                        <lb/>κατωτέρω τὰ κατ’ ἰσχίον τε καὶ κύστιν καὶ μήτραν. <lb/>νεφροὶ δὲ
                        ἐπαμφοτερίζουσι κάτω μὲν ὄντες ἤδη τῶν πρότερον <pb n="303"/> εἰρημένων, ἄνω
                        δὲ τῶν δεύτερον, διὸ καὶ ταῖς ἐπ’ ἀγκῶνος <lb/>ἐνίοτε φλεβοτομίας
                        ὑπακούουσιν, ὅταν ἥ τε φλεγμονὴ <lb/>πρόσφατος εἴη καὶ πλῆθος αἵματος. ἐφ’
                        ὧν δ’ ἡ διάθεσίς <lb/>ἐστιν ἣν ἰδίως καλοῦσι νεφρῖτιν, τὴν κατ’ ἰγνύαν ἐπὶ
                        τούτου <lb/>χρὴ τέμνειν, ἢ πάντως γε τὰς κατὰ σφυρὰ φλέβας. αἱ δέ τῆς
                        <lb/>μήτρας φλεγμοναὶ μᾶλλον ἔτι νεφρῶν ὑπὸ τῶν ἐν τοῖς σκέλεσι <lb/>φλεβῶν
                        τεμνομένων ὠφελοῦνται. ταῖς γὰρ ἐπ’ ἀγκῶνος <lb/>κενώσεσι καὶ ἄλλο τι
                        πρόσεστι μοχθηρόν. ἐπέχουσι γὰρ ἐμμήνους <lb/>καθάρσεις, ἀντισπῶσαι τὸ αἷμα
                        πρὸς τὰ τοῦ σώματος <lb/>ὑψηλότερα. ταῖς δ’ ἀπὸ τῶν σκελῶν οὐ μόνον
                        ἀντισπάσαι, <lb/>ἀλλὰ καὶ προτρέπειν ὑπάρχει τὰ καταμήνια. καὶ ὅταν γε
                        <lb/>τοῦτο πρᾶξαι βουληθῇς κατὰ τὸν καιρὸν τῆς εἰωθυίας τῇ <lb/>γυναικὶ
                        περιόδου, προλαβὼν ἡμέρας ὡσεὶ γ΄, ἢ δ΄, ἤτοι φλέβα <lb/>τεμῶν ἢ ἀποσχάσας
                        τὰ σφυρὰ τοῦ ἑτέρου τῶν σκελῶν ἀποκένωσον <lb/>ὀλίγον, εἶτα κατὰ τὴν
                        ὑστεραίαν ὡσαύτως ἀπὸ <lb/>θατέρου σκέλους, αὖθις ὁμοίως κένωσον ἅμα τῷ καὶ
                        προνοεῖσθαι <lb/>τῆς λεπτυνούσης διαίτης, ἐν αὐταῖς ταῖς ἡμέραις, <lb/>ἐν
                        αἷς οὕτως κενοῖς, καὶ πρὸ αὐτῶν ἄλλαις ἤδη τέσσαρσιν ἢ <lb/>πέντε. γέγραπται
                        δέ μοι περὶ τῆς λεπτυνούσης διαίτης εἷς <pb n="304"/> κατὰ ἰδίαν λόγος. ἀλλὰ
                        γυναιξὶ καὶ ἄνευ τοιαύτης διαίτης <lb/>ἱκανὰ προτρέψαι καταμήνια καὶ
                        καλαμίνθην καὶ γλήχωνα. <lb/>διδόναι δὲ αὐταῖς ἀφεψῶν ἐν μελικράτῳ καὶ ξηρὰ
                        κόπτων <lb/>καὶ διάττων λεπτῷ κοσκίνῳ καὶ τρίβων γε πάλιν χάριν τοῦ
                        <lb/>ποιῆσαι χνοῶδες, ἐπίπαττε τῷ μελικράτῳ. καιρὸς δὲ τῆς <lb/>πόσεως
                        ἄριστός ἐστι μετὰ τὸ βαλανεῖον, περιβεβλημέναις <lb/>ταῖς σίνδοσι. ταῦτα μὲν
                        οὖν ἐπιεικῆ φάρμακα, σφοδρότερα <lb/>δὲ βράθυ καὶ δίκταμον. ἡ δὲ χρῆσις
                        ὁμοία τοῖς προειρημένοις. <lb/>δίδοται δ’ ἐν τούτῳ τῷ καιρῷ καὶ τὸ πικρὸν
                        ἰδίως <lb/>ὀνομαζόμενον φάρμακον, ὅ τὰς ρ΄ ἔχει (Λ) τῆς ἀλόης
                        <lb/>μιγνυμένας ταῖς τῶν ἄλλων φαρμάκων ἓξ ἑκάστου. κάλλιστον <lb/>δ’ ἐστὶν
                        ὅταν λάβῃ κινάμωμον. ταῦτα <milestone unit="ed2page" n="448"/>μὲν ἐν
                        <lb/>παρέργῳ λελέχθω, καίτοι γ’ οὐκ ὄντα πάρεργα, διότι τῇ τοῦ <lb/>αἵματος
                        ἐκ μήτρας φορᾷ συνεργεῖ, μετὰ τῆς ἀπὸ τῶν σκελῶν <lb/>κενώσεως, ἤτοι τῶν
                        σφυρῶν ἀμυττομένων ἢ φλεβὸς <lb/>τεμνομένης παρὰ τὸν ἀστράγαλον ἢ κατ’
                        ἰγνύαν. οἶδα δὲ <lb/>καὶ ἰσχιάδας ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ θεραπευθείσας ὑπὸ τῆς διὰ τῶν
                        <lb/>σκελῶν κενώσεως, ὅσαι μὴ διὰ ψύξιν, ἀλλὰ πεπληρωμένων ﻿<pb n="305"/>
                        αἵματος τῶν κατ’ ἰσχίον ἀγγείων ἐγένοντο. διὸ καὶ συμφορώτερον <lb/>τῆς ἀπὸ
                        τῶν σφυρῶν φλεβοτομίας ἢ ἀπὸ τῆς <lb/>ἰγνύας ἐστὶ τοῖς οὕτω διακειμένοις.
                        ἀποχάραξις δ’ αὐτοὺς <lb/>οὐδὲν ὀνίνησι σαφὲς. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>