<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1:7.5-7.13</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1:7.5-7.13</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="7"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ὡς γὰρ κᾀν τῷ περὶ τῆς ἀποδεικτικῆς εὑρέσεως <lb/>εἴρηται γράμματι,
                            περιαντληθεὶς ὑπὸ τοῦ πλήθους τῆς <lb/>τῶν ἰατρῶν διαφωνίας, εἶτ’ ἐπὶ τὸ
                            κρίνειν αὐτὴν τραπόμενος, <lb/>ἔγνων χρῆναι πρότερον ἐν ἀποδεικτικαῖς
                            μεθόδοις γυμνάσασθαι. <lb/>καὶ τοῦτο πράξας ἔτεσιν ἐφεξῆς πολλοῖς
                            ὑπέβαλλον <pb n="470"/> οὕτως ἕκαστον τῶν δογμάτων αὐτῇ καὶ ὡς ἡ τῶν
                            εὑρεθέντων <lb/>ἔνδειξις ἐποδήγει με, τὰς θεραπείας ἐποιούμην. ἀλλὰ γὰρ
                            οὐ <lb/>πάντες γε τοιοῦτοι, χρὴ τοίνυν γράφειν αὐτοῖς γυμνάσια τῆς
                            <lb/>ἐν τοῖς κατὰ μέρος εὐπορίας τῶν ὑλῶν, ἐπὶ τοῖς ὀκτὼ σκοποῖς
                            <lb/>τῆς θεραπείας, ἀρξαμένους αὖθις ἀπὸ τῆς κοιλίας, <lb/>ἐπειδὴ πρώτης
                            ταύτης ἔτυχον ἄρτι μνησθείς. εὐιατότατοι μὲν <lb/>οὖν εἰσιν αἱ κατὰ
                            θερμότητα καὶ ψύξιν ἀλλοιώσεις, ὅτι ταῖς <lb/>δραστικωτάταις
                            ἐπανορθοῦνται ποιότησι· δυσιατότεραι δὲ <lb/>αἱ καθ’ ὑγρότητα καὶ
                            ξηρότητα· ταῖς γὰρ ἀσθενέσι καὶ ὡς <lb/>ἂν εἴποι τις ὑλικωτέραις
                            ποιότησιν ἡ ἴασις αὐτῶν ἐπιτελεῖται, <lb/>καὶ μάλισθ’ ὅταν ὑγραίνειν
                            δέῃ. τὰ μὲν δὴ τοῦ χρόνου <lb/>τῆς ἐπανορθώσεως ἴσα πώς ἐστι θερμότητί
                            τε καὶ ψυχρότητι, <lb/>τὸ δὲ τῆς ἀσφαλείας οὐκ ἴσον. εἰ μὴ γὰρ ἰσχυρὰ
                            πάντα εἴη <lb/>τὰ πέριξ μόρια τοῦ θεραπευομένου, κίνδυνος αὐτοῖς ὑπὸ
                            <lb/>τῶν ψυχόντων οὐ σμικρὰν πληγῆναι πληγήν. ἐπὶ δὲ τῶν <lb/>ὑπολοίπων
                            δυοῖν ποιοτήτων ἡ μὲν ἀσφάλεια παραπλήσιος, <lb/>ὁ δὲ χρόνος τῆς
                            θεραπείας πολλαπλάσιος ἐπὶ ταῖς ξηραῖς <lb/>δυσκρασίαις· οἷον γάρ τι τὸ
                            γῆράς ἐστιν ἐπὶ τῶν ὑγιαινόντων, ﻿<pb n="471"/> τοιοῦτον ἡ· ξηρὰ
                            δυσκρασία τοῖς νοσοῦσιν, ὥστε καὶ <lb/>ἀνίατον ὑπάρχειν, ὅταν ἀκριβῶς
                            συμπληρωθῇ. τὸ δ’ ἀκριβὲς <lb/>τῆς συμπληρώσεως ἐστιν ἐν τῷ τὰ τῆς
                            στερεᾶς οὐσίας τῶν <lb/>ὁμοιομερῶν σωμάτων γεγονέναι ξηρότερα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἑτέρα γάρ ἐστιν ἡ ξηρότης τῶν ἐκ τῆς <lb/>ὑγροπαγοῦς οὐσίας συνεστώτων,
                            ὁποῖόν ἐστι πιμελὴ καὶ σὰρξ, <lb/>ἐκτακέντων. καὶ τρίτη γε πρὸς ταύταις
                            τῆς οἰκείας ὑγρότητος, <lb/>ἐξ ἧς τρέφεται τὰ μόρια, τελέως ἀπολλυμένης.
                            περιέχεται <lb/>δ’ αὐτὴ κατὰ πάντα τοῦ ζώου τὰ μόρια δροσοειδῶς ἐν
                            αὐτοῖς <lb/>παρεσπαρμένη, καὶ λέλεκται πολλάκις ἤδη περὶ αὐτῆς ἑτέρωθι·
                            <lb/>ταύτην οὖν ἐνθεῖναι τοῖς μορίοις οὐχ οἷόν τε χωρὶς τροφῆς· <lb/>καὶ
                            διὰ τοῦτο χαλεπωτάτη τῶν τοιούτων ἐστὶ διαθέσεων ἡ <lb/>ἴασις· ἄλλη δὲ
                            ξηρότης ἐστὶν ἡ κατὰ τὰς ἀρτηρίας καὶ φλέβας <lb/>τὰς ἰδίας ἑκάστου τῶν
                            μορίων συνισταμένη. γίγνεται δὲ <lb/>καὶ αὕτη δηλονότι κατὰ τὴν τοῦ
                            αἵματος ἔνδειαν. ἁπάσας <lb/>ταύτας ξηρότητας ἐσχάτως βλάπτουσιν αἱ τῶν
                            αὐστηρῶν <lb/>ἐδεσμάτων καὶ πομάτων καὶ φαρμάκων προσφοραί· ἐκδαπανῶσι
                            <lb/>γὰρ εἰ καί τι λείποιτο τῆς ἐν αὐτοῖς ὑγρότητος ἐμφύτου, <pb n="472"/> τὸ μὲν ἐκπίνουσαι, τὸ δὲ ἐκθλίβουσαι διὰ τῶν πόρων εἰς <lb/>τὴν ἐντὸς
                            εὐρύτητα τῆς κοιλίας, τὸ δ’ ἐπὶ τὰ συνεχῆ μόρια <lb/>διωθούμεναι.
                                <milestone unit="ed2page" n="160"/>θεραπεύειν οὖν αὐτὰς προσήκει, τὸ
                            μὲν <lb/>συνιζηκὸς τῶν πόρων ἀναπεταννύντα, τὸ δ’ εἰς τὰ παρακείμενα <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="109"/>μόρια διωσθὲν ἐπισπώμενον, ὑγραινούσῃ
                            τε <lb/>τροφῇ πληροῦντα τῆς οἰκείας ὑγρότητος ἕκαστον τῶν ὁμοιομερῶν,
                            <lb/>ὥσπερ καὶ ἡμεῖς τὸν ἐξηρασμένον ὑπὸ τῶν ἰατρῶν <lb/>ἐθεραπεύσαμεν
                            ἄνθρωπον. ἐν μὲν γὰρ τῇ κατὰ τὸ θερμὸν <lb/>καὶ ψυχρὸν ἀντιθέσει
                            μηδεμίαν ἐπικρατοῦσαν ἐναργῶς ἔχοντα <lb/>δυσκρασίαν μήτε καθ’ ὅλον τὸ
                            σῶμα μήτε κατὰ τὴν γαστέρα, <lb/>ξηρὸν δὲ καὶ λεπτὸν ἱκανῶς γεγενημένον,
                            ἐκ τοῦ μὴ <lb/>πέττειν καλῶς ἀτονούσης τῆς κοιλίας ἐπὶ τῇ κατὰ ξηρότητα
                            <lb/>δυσκρασίᾳ. τούτου γὰρ ὁ μὲν σκοπὸς τῆς θεραπείας ἦν <lb/>ὑγρᾶναι
                            τήν τε γαστέρα καὶ σύμπαν τὸ σῶμα. τίσι δ’ ἐνεργείαις <lb/>ἐχρησάμεθα
                            ταῖς κατὰ μέρος, ἐπὶ τίσι τε μάλισθ’ ὕλαις <lb/>ὑπὲρ τοῦ τυχεῖν τοῦ
                            σκοποῦ διελθεῖν ἄμεινον. οἴκημα μὲν <lb/>αὐτῷ παρεσκευασάμην ἐγγυτάτω
                            τοῦ βαλανείου· τοιαῦτα δ’ <lb/>ἐστὶν, ὡς οἶσθα, πολλὰ κατὰ τὰς τῶν
                            πλουσίων οἰκίας· ἐξ <pb n="473"/> αὐτοῦ δ’ εὐθέως ἕωθεν εἰς τὸ βαλανεῖον
                            εἰσεφερόμην ἐπὶ <lb/>σινδόνων, ὅπως μὴ καταξηραίνοιτό τε δι’ ἑαυτοῦ
                            κινούμενος <lb/>ἐκλύοιτό τε πρὸ τοῦ δέοντος καιροῦ· τούτων γὰρ τὸ μὲν
                            <lb/>εἰς αὐτὴν τὴν διάθεσιν συντελεῖ, τὸ δὲ συντέμνει τὴν ἐν τῷ
                            <lb/>βαλανείῳ διατριβήν. ἐπὶ, πλεῖστον γὰρ χρὴ τὸν ἄνθρωπον
                            <lb/>ἐνδιατρίβειν τῷ ὕδατι· καὶ διὰ τοῦτο καὶ αἱ κολυμβῆθραι
                            <lb/>βελτίους εἰσὶ τῶν μικρῶν πυέλων καὶ μάλισθ’ ὅσαι πλησίον
                            <lb/>ὑπάρχουσι τῆς ἔξωθεν θύρας, ὡς μηδὲ διὰ μακροῦ τὴν ἐκ <lb/>τοῦ
                            ὕδατος αὐτῷ πρὸς τοὐκτὸς εἶναι φοράν· οὐ γὰρ δὴ τοῦ <lb/>ἀέρος ἐπὶ τῶν
                            οὕτως ἐχόντων χρῄζομεν. ἔστω δ’ ἀκριβῶς <lb/>εὔκρατον τὸ ὕδωρ· τὸ μὲν
                            ψυχρότερον λεληθυῖαν ψύξιν <lb/>ἐναπεργάζεται τοῖς ἀσθενοῦσι σώμασι, τὸ
                            δὲ θερμότερον <lb/>συνάγει καὶ σφίγγει τοὺς πόρους καὶ πυκνοῖ. ἡμεῖς δ’
                            ἀνεῖναι <lb/>καὶ χαλάσαι καὶ ἀνευρῦναι δεόμεθα συνιζηκότας αὐτούς· ὅπερ
                            <lb/>ἡ τῶν εὐκράτων ὑδάτων ἐργάζεται ποιότης· ἡδίστη γὰρ οὖσα
                            <lb/>προκαλεῖται τὴν φύσιν ἐξαπλοῦσθαι καὶ ἀποτείνεσθαι πανταχόσε
                            <lb/>πρὸς τὸ τερπνὸν, ἀνάπαλιν τοῖς ἀήδεσιν· ἀποχωρεῖ, <lb/>γὰρ ἀπὸ
                            τούτων καὶ φεύγει πρὸς τὸ βάθος. οὐδὲν οὖν θαυμαστὸν <pb n="474"/> ἐπὶ
                            μὲν τῇ τῶν ἀνιώντων ὁμιλίᾳ πιλεῖσθαι καὶ <lb/>σφίγγεσθαι καὶ
                            σκληρύνεσθαι τὰ σώματα καὶ τοὺς πόρους αὐτῶν <lb/>συνάγεσθαι καὶ
                            πυκνοῦσθαι, τοῖς δ’ ἐναντίοις τοῖς ἥδουσιν <lb/>ἕπεσθαι τὰ ἐναντία·
                            χεῖσθαι μὲν γὰρ καὶ μαλάττεσθαι <lb/>τὰ σώματα, τοὺς πόρους δ’
                            εὐρύνεσθαι. μετὰ δὲ τὸ τοιοῦτον <lb/>λουτρὸν εὐθέως. ἐδίδομεν ὄνειον
                            γάλα τὴν ὄνον εἰς τὸν <lb/>οἶκον εἰσάγοντες ἐν ᾧ κατέκειτο. ἐπεπείσμεθα
                            γὰρ ὡς μάλιστα <lb/>μὲν, εἰ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον οἷόν τε ἦν θηλάζειν τὴν
                            <lb/>ὄνον, οὕτως ἂν ἐθεραπεύθη τάχιστα τούτου δ’ ἔχοντος· <lb/>ἀηδίαν
                            ἐλάχιστον χρόνον ὁμιλεῖν αὐτὸ τῷ πέριξ ἀέρι, τάχιστα <lb/>μεταβάλλεσθαι
                            πεφυκὸς, ὁμοίως τῷ σπέρματι· καὶ γὰρ καὶ <lb/>τοῦτο χρόνον οὐδένα χρὴ
                            διαμένειν ἔξω τῶν οἰκείων ὀργάνων, <lb/>εἰ μέλλει τὴν ἑαυτοῦ φυλάξειν
                            δύναμιν· ἀλλ’ ἢ ἐν τοῖς <lb/>τοῦ ἄῤῥενος εἶναι μορίοις, ἢ τοῖς τῆς
                            θηλείας συνῆφθαι. καὶ <lb/>δὴ καὶ τὸ γάλα κάλλιστον μὲν εἰ ἐξ αὐτῶν τῶν
                            θηλῶν ἐπισπῷτό <lb/>τις, ὥσπερ Εὐρυφῶν καὶ Ἡρόδοτος καὶ Πρόδικος
                            <lb/>ἀξιοῦσιν· οἳ τοσοῦτον ἄρα τεθαῤῥήκεσαν αὐτῷ πρὸς ἀνάθρεψιν
                            <lb/>σωμάτων ὥστε καὶ τοὺς ὑπὸ φθόης συντετηκότας ἐκέλευον <pb n="475"/>
                            ἐντιθεμένου τοῦ τιτθοῦ τῆς γυναικὸς τὴν θηλὴν βδάλλειν <lb/>τὸ γάλα.
                            τοῦτο δὲ οὐχ ὑπομενόντων ποιεῖν τῶν πλείστων <lb/>ἄμεινόν ἐστιν ὅτι
                            τάχιστα θερμὸν μεταφέρειν ἐκ τῶν <lb/>τιτθῶν εἰς τὴν κοιλίαν τοῦ
                            κάμνοντος αὐτό. τὸ μὲν οὖν <lb/>ἀνθρώπειον ὡς ἂν ὁμόφυλον ἄριστον. ἐπεὶ
                            δ’ ὑπομένουσιν <lb/>οἱ πόλλοι γάλα γυναικὸς προσφέρεσθαι δίκην παιδίων,
                            ὡς <lb/>ὄνοις αὐτοῖς δοτέον ὄνειον γάλα. <milestone unit="ed2page" n="161"/>τοῦτο γάρ ἐστι πάντων <lb/>τῶν ἄλλων ἄριστον εἰς τὴν
                            ἐνεστῶσαν διάθεσιν· λεπτότατον <lb/>γὰρ ὑπάρχει, ἥκιστά τε τυροῦται καὶ
                            τάχιστα διαδίδοται <lb/>πανταχόσε. δεῖται δ’ ἀμφοῖν τούτοιν ὁ πεπονθὼς
                            τὴν <lb/>γαστέρα· τοῦ μὲν μὴ τυροῦσθαι, διὰ τὴν κοινὴν χρείαν·
                            <lb/>ἅπαντας γὰρ βλάπτει τοῦτο· τοῦ διαδίδοσθαι δὲ, διά τε τὸ
                            <lb/>δεῖσθαι ταχείας θρέψεως καὶ ὅτι μεμύκασιν αὐτῆς αἱ διέξοδοι.
                            <lb/>τοῦτό τε οὖν δοτέον αὐτὸ καθ’ αὑτὸ καὶ μέλι χλιαρὸν ὀλίγον
                            <lb/>ἐπιμιγνύειν αὐτῷ. μεγίστη δ’ ἔστω φροντὶς ἀμφοῖν τῆς ἀρετῆς <lb/>ἐν
                            ταῖς τοιαύταις διαθέσεσι. τὸ μὲν οὖν μέλι τὸ ξανθὸν <lb/>τὴν χροιὰν καὶ
                            ἡδὺ τὴν ὀσμὴν καὶ καθαρὸν οὕτως ὡς ὅλον ﻿<pb n="476"/> διαυγεῖσθαι καὶ
                            γευομένοις ἐπ’ ὀλίγον δριμὺ καὶ ἥδιστον· εἰς <lb/>τοσοῦτό τε συνεστὼς ὡς
                            ἐπαρθὲν τῷ δακτύλῳ καταῤῥεῖν <lb/>χαμᾶζε, συνεχὲς ἑαυτῷ διαμένον ἁπάντων
                            ἄριστον. εἰ δ’ <lb/>ἀποῤῥηγνύοιτο κατά τι καὶ μὴ μένοι συνεχὲς, ἐπὶ τὴν
                            γῆν <lb/>κατατεινόμενον ἤτοι παχύτερόν ἐστιν ἢ λεπτότερον ἢ
                            ἀνομοιομερές. <lb/>ὀνομάζω δὲ ἀνομοιομερὲς, ὥσπερ οὖν καὶ αὐτὰ
                            <lb/>τοὔνομα ἐνδείκνυται, τὸ συγκείμενον ἐξ ἀνομοίων μερῶν.
                            <lb/>εὑρήσεις οὖν αὐτὸ διαθεώμενος ἤτοι παχύτητας ἢ ὑγρότητας
                            <lb/>ἐμφερομένας ἔχον, οὐχ ὁμοίας ἀλλήλαις τε καὶ τῷ παντί.
                            <lb/>κηρωδέστερον οὖν μέλι τό τε παχὺ καὶ ᾧ τοιαῦταί τινες
                            <lb/>ἐμφέρονται παχύτητες. περιπτωματικώτερον δὲ καὶ ἀκατεργαστότερον
                            <lb/>καὶ δυσπεπτότερον τό θ’ ὑγρὸν ὅλον ᾧ τε πολλαὶ <lb/>κατὰ τὰ μόρια
                            κατεσπαρμέναι φαίνονται σταγόνες ὑγρότητος· <lb/>ᾧ δ’ ἐμφέρεταί τις ἢ
                            κηροῦ ποιότης, ἢ προπόλεως, <lb/>ἤ τις ἄλλη τοιαύτη γευομένοις οὐ μόνον
                            οὐκ ἄριστον, ἀλλ’ <lb/>ἤδη καὶ φαῦλον. ὅλως γὰρ οὐδεμίαν ἐξέχουσαν
                            ἑτέρου οὐδενὸς <lb/>πράγματος ἐν αὐτῷ χρὴ περιέχεσθαι ποιότητα. διόπερ
                                <pb n="477"/> οὐδὲ τὸ τῶν θύμων ὄζον ἐναργῶς ἐπαινῶ·
                            ἀκατεργαστότερον <lb/>γάρ ἐστι τοῦτο καὶ οὐκ ἀκριβῶς πως μέλι· καίτοι
                            τινας οἶδα <lb/>τὸ τοιοῦτον ἐπαινοῦντας, ὥστε καὶ τῶν πιπρασκόντων ἔνιοι
                            <lb/>κόπτοντες τὸν θύμον ἐπιβάλλουσιν, ὅπως αὐτοῦ ὄζοι καὶ <lb/>δόξειεν
                            εἶναι κάλλιστον. ἀλλ’ ἐγὼ τὸ μὲν οὕτως ἀναιδῶς <lb/>ὄζον οὐκ ἐπαινῶ· καὶ
                            πολὺ δὴ μᾶλλον, εἰ ἐπεμβληθείη τι <lb/>θύμου τὸ δ’ ἀμυδράν τινα ποιότητα
                            κατ’ ὀσμὴν ἢ γεῦσιν <lb/>φέρον οὐ μέμφομαι. κατὰ ταὐτὰ δὲ καὶ τὸ γάλα
                            μηδεμίαν <lb/>ἔξωθεν ἐπιδεικνύσθω ποιότητα κατ’ ὀσμὴν ἢ γεῦσιν· ἀλλ’
                            <lb/>ἔστω γλυκὺ μὲν ὡς ἔνι μάλιστα καὶ συνεχὲς ἑαυτῷ καὶ λαμπρὸν,
                            <lb/>ὡς γάλακτι πρέπει· πρὸ πάντων δ’ ὁμοιομερὲς εἰς ὅσον <lb/>ἐγχωρεῖ
                            γάλακτι γενέσθαι τοιούτῳ· τελείαν γὰρ οὐκ ἐπιδέχεται <lb/>τὴν ἀρετὴν,
                            ὥσπερ τὸ μέλι τὸ ἄριστον. ὅπως δ’ εἴη <lb/>τοιοῦτον, καὶ τροφὰς τῷ ζώῳ
                            παρασκευαστέον ἐπιτηδείους καὶ <lb/>γυμνάσια γυμναστέον σύμμετρα, καὶ εἴ
                            τινα θηλάζει πῶλον, <lb/>ἀφαιρετέον. ὅτι δὲ καὶ ἡλικίᾳ τὸ ἀκμαιότατον
                            εἶναι προσήκει <lb/>παντί που δῆλον. ἐπιμελητέον δὲ καὶ ὅπως
                            εὐπεπτότατον <pb n="478"/> ἔσται, καταφρονοῦντας τῶν γελασόντων, εἰ καὶ
                            τὰς ὄνους <lb/>διαιτήσειν μέλλομεν. εἰ γὰρ οἱ περὶ Βαίνετον καὶ Πράσινον
                            <lb/>ἐσπουδακότες ὀσφραίνονται τὰς κόπρους τῶν ἵππων ἕνεκα <lb/>τοῦ
                            γνῶναι πῶς κατεργάζονται τὰς τροφὰς, ὡς ἐκ τούτου <lb/>τὴν ὅλην αὐτῶν
                            εὐεξίαν κατανοήσωσι, καὶ ἡμᾶς δήπου χρὴ <lb/>πολὺ δὴ μᾶλλον εἰς ἀνθρώπου
                            σωτηρίαν ἅπαντα προορᾶσθαι <lb/>τὰ τοιαῦτα, καὶ πόας τε παρέχειν τῷ ζώῳ
                            μὴ λίαν ὑγρὰς <lb/>καὶ χόρτου καὶ κριθῆς τὸ σύμμετρον· οὐκ ἀμελεῖν δὲ
                            οὐδὲν <lb/>ψύχειν καὶ ἀνατρίβειν καὶ ἀποῤῥύπτειν καὶ καθαίρειν τὸ τῆς
                            <lb/>ὄνου σῶμα. εἰ μὲν οὖν ἀποπατήσειεν ὑγρότερα καὶ δυσωδέστερα
                            <lb/>καὶ μετὰ φύσης μεστὰ φαίνοιτο, πρόδηλον δήπουθεν <lb/>ὡς οὐκ ἔπεψε
                            καλῶς· <milestone unit="ed2page" n="162"/>ὥστε ἤ τι τῶν τροφῶν ἀφελεῖν, <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="110"/>ἢ προσθεῖναι τοῖς γυμνασίοις, ἢ
                            ὑπαλλάξαι χρὴ τὰς <lb/>ποιότητας, ἢ τὴν περὶ τὰς τρίψεις τε καὶ ψύξεις
                            ἐπιμέλειαν <lb/>οὐ τὴν αὐτὴν ποιεῖσθαι, σκληρότερα δ’ ἀποπατήσαντος τοῦ
                            <lb/>ζώου πρὸς τἀναντία βλέπειν κᾀκείνων τι μετακοσμεῖν. ἐγὼ <lb/>γὰρ εἰ
                            πάνθ’ ὅσα χρὴ σκοπεῖσθαι περὶ τὸ ζῶον οὗ τῷ γάλακτι <lb/>χρῆσθαι
                            μέλλοιμεν ἑξῆς ἅπαντα λέγοιμι, τῆς ὑγιεινῆς <pb n="479"/> ὅλης
                            ὑπομνήσομαι πραγματείας, ἣν ἀναγκαῖον μέν ἐστι γινώσκειν <lb/>τὸν
                            χρηστὸν παρασκευάσοντα τὸ γάλα, λέγειν δ’ οὐ <lb/>νῦν καιρὸς, ἑτέρωθί γε
                            διειλεγμένον τελεώτατα ὑπὲρ αὐτῆς. <lb/>ἀλλ’ ἐπὶ τὸ προκείμενον
                            ἐπάνειμι. καί μοι πάλιν ἀναμιμνήσκου <lb/>τοῦ λελουμένου τε καὶ τὸ γάλα
                            προσενεγκαμένου. τοῦτον <lb/>οὖν τὸν ἄνθρωπον ἡσυχάζειν ἐάσαντες ἄχρι
                            τοῦ δευτέρου <lb/>λουτροῦ τρίψομεν τηνικαῦτα μετρίως τε ἅμα καὶ λιπαρῶς,
                            <lb/>εἰ ἀκριβῶς κατείργασται τὸ δοθὲν γάλα ταῖς ἐρυγαῖς τε <lb/>καὶ τῷ
                            τῆς γαστρὸς ὄγκῳ τεκμηράμενοι. σύμμετρος δὲ ἀπὸ <lb/>τοῦ πρώτου λουτροῦ
                            πρὸς τὸ δεύτερον, ὡρῶν ἰσημερινῶν <lb/>τεττάρων ἢ πέντε χρόνος, εἴ γε τὸ
                            τρίτον ἔτι μέλλοις <lb/>λούειν αὐτὸν, εἰ δὲ μὴ, πλεόνων. λούσεις δὲ τὸ
                            τρίτον, <lb/>ἢν εἰθισμένος ᾖ λουτροῖς χρῆσθαι πλείοσιν· οὗτοι γὰρ καὶ
                            <lb/>χαίρουσι καὶ ὀνίνανται πολλάκις λουόμενοι. καὶ μὲν δὴ καὶ
                            <lb/>ἐπαλείψομεν αὐτὸν ἐλαίῳ πρὶν ἀμφιέννυσθαι καθ’ ἕκαστον
                            <lb/>λουτρόν· εἰς ἀνάθρεψιν γὰρ συντελεῖ καὶ τοῦτο, καθάπερ καὶ <lb/>αἱ
                            τρίψεις. εἴρηται δὲ ὑπὲρ ἁπάντων τῶν τοιούτων τῆς δυνάμεως <lb/>ὁ
                            λογισμὸς ἐν τοῖς ὑγιεινοῖς· οὐδὲν μὴν χεῖρον ἀναμνῆσαι <pb n="480"/> καὶ
                            νῦν ἐπὶ κεφαλαίων αὐτῶν. εἴτε γὰρ ὕδωρ ἐπιχέοις <lb/>θερμὸν εὔκρατον
                            ὁτῳδήποτε μορίῳ τοῦ σώματος, εἴτε τρίβοις, <lb/>εἴτε λούοις, εἴθ’
                            ὁπωσοῦν ἄλλως θερμαίνοις, ὄψει γιγνόμενον <lb/>ὅπερ Ἱπποκράτης ἐπὶ τῶν
                            ὕδατι θερμῷ καταντλουμένων <lb/>εἶπε· τὸ μὲν γὰρ πρῶτον ἀείρεται, ἔπειτα
                            δὲ ἰσχναίνεται. <lb/>διὰ τοῦτο σαρκῶσαι μὲν ἡμῖν βουλομένοις ὁτιοῦν σῶμα
                            <lb/>μέχρι τοσούτου θερμαντέον ὡς εἰς ὄγκον ἀρθῆναι. διαφορῆσαι <lb/>δὲ
                            καὶ κενῶσαι μέχρι τοσούτου χρονιστέον ὡς ἰσχνωθῆναι <lb/>τὸ πρότερον
                            ὀγκωθέν. ἀκριβῶς δὲ τὸν νοῦν προσέχειν <lb/>χρὴ τὸν ἐπιστατοῦντα ταῖς
                            τοιαύταις ἐνεργείαις καὶ μάλιστα <lb/>ἐφ’ ὧν βούλεται σαρκῶσαι· τοῦ μὲν
                            γὰρ διαφορῆσαι πλατὺς <lb/>ὁ καιρὸς, ὥστε οὐδ’ ἑκὼν ἁμάρτοις ἂν αὐτοῦ·
                            τοῦ σαρκῶσαι <lb/>δ’ ὀξύς· ὅταν γὰρ πρῶτον ὀγκωθῇ, τότε παύσασθαι χρή·
                            <lb/>τὸ δ’ ὀγκωθῆναι τοῦτο καθ’ ἕκαστον τῶν σωμάτων ἴδιόν <lb/>ἐστιν. οὐ
                            γὰρ οἷόν τε τὸν τῷ λόγῳ προκείμενον νῦν τὸν <lb/>ἰσχνὸν εἰς ὄγκον
                            ἀφικέσθαι τοῖς ὑγιαίνουσιν ἴσον· ἀλλ’ ὅταν <lb/>ἐπ’ ὀλίγον ἀρθῇ,
                            διαφορεῖται παραυτίκα. χρὴ τοίνυν ἀκριβῶς ﻿<pb n="481"/> προσέχειν τὸν
                            νοῦν, ὅπως μὴ λάθῃ σε παρελθὼν ὁ καιρός. <lb/>ἐὰν γοῦν ἀνατρίβῃς τὸν
                            ἄκρως ἰσχνὸν, ἀρκεῖ τὸ ἐρύθημα <lb/>μόνον· ἐάν τε λούῃς, τὸ θερμῆναι
                            μετρίως· ἐπέκεινα δὲ <lb/>τοῦδε χρονίζων καταλύσεις μᾶλλον ἢ θρέψεις
                            αὐτόν. ἐπαλείφειν <lb/>δὲ ἐλαίῳ μετὰ τὰ λουτρὰ χάριν τοῦ μὴ διαπνεῖσθαι
                            πλέον <lb/>τοῦ προσήκοντος, ἀλλ’ ἐμπεφράχθαι τοῦ δέρματος τοὺς πόρους.
                            <lb/>εἴη δ’ ἂν εὐθέως αὐτὸ τοῦτο τῆς μὲν ξηρότητος ἄκος, <lb/>οἷον
                            πρόβλημα δέ τι πρὸς τὴν ἐκ τοῦ περιέχοντος βλάβην. <lb/>καὶ εἰ μὲν οὖν
                            ἥδοιτο τῷ γάλακτι, καὶ μετὰ τὸ δεύτερον αὐτῷ <lb/>δώσομεν λουτρόν· εἰ δὲ
                            μὴ, πτισάνην ἀκριβῶς καθεψημένην, <lb/>ἢ χόνδρον ὡς πτισάνην
                            κατεσκευασμένον. εἶτ’ αὖθις ἡσυχάσαντα <lb/>πάλιν πρὸς τὸ τρίτον ἄξομεν
                            λουτρὸν ἢ ἄντικρυς ἐπὶ <lb/>τὸ δεῖπνον. <milestone unit="ed2page" n="163"/>ἄρτος δ’ ἔστω παρεσκευασμένος αὐτῷ κλιβανίτης <lb/>καθαρὸς
                            ἐπιμελῶς μὲν ὠπτημένος, ἔχων δὲ ζύμης <lb/>τε καὶ ἁλῶν αὐτάρκων. ὄψον τε
                            τῶν πετραίων ἰχθύων, ἢ <lb/>ὀνίσκος ἐκ λευκοῦ ζωμοῦ. καὶ μὴν καὶ τὰ
                            πτερὰ καὶ οἱ ὄρχεις <lb/>τῶν ἐν γάλακτι τρεφομένων ἀλεκτρυόνων
                            ἐπιτήδειοι, μὴ <pb n="482"/> παρόντων δὲ τούτων ἄλλοις χρηστέον. οὕτω δὲ
                            καὶ πέρδιξι <lb/>καὶ στρουθοῖς χρῆσθαι τοῖς ὀρείοις τε καὶ
                            μαλακοσάρκοις, <lb/>φυλάττεσθαι δὲ τά θ’ ἕλεια καὶ σκληρόσαρκα·
                            συνελόντι δὲ <lb/>φάναι, τὸ κεφάλαιον τῆς τροφῆς, εὔπεπτος ἔστω καὶ
                            τρόφιμος, <lb/>ἥκιστα δὲ καὶ γλίσχρος καὶ περιττωματική. τροφιμώτατον
                            <lb/>οὖν ἐστιν ἁπάντων ὧν ἴσμεν ἐδεσμάτων χοίρειον κρέας, <lb/>ἀλλ’ οὐχ
                            ὁμοίως τοῖς εἰρημένοις εὔπεπτον καὶ χυμοῦ γλίσχρου <lb/>καὶ παχέος
                            γεννητικόν. οὐδὲ γὰρ οὐδ’ ἄλλως οἷόν τε διακεῖσθαι <lb/>τὸ ἄκρως
                            τρόφιμον. ἴσχεσθαι γὰρ αὐτὸ χρὴ καὶ προσπλάττεσθαι <lb/>δυσαπολύτως, οὐ
                            διαῤῥεῖν ὑπὸ λεπτότητος. <lb/>οὐ μὴν εἴς γε τὰ παρόντα χρηστόν. εἰ μὲν
                            γὰρ ἡ τροφὴ ἑαυτὴν <lb/>πέττουσα καὶ ἀναδιδοῦσα καὶ τοῖς τρεφομένοις
                            ὁμοιοῦσα, <lb/>προσεφύετο τοῖς πλείστης ἀναθρέψεως δεομένοις,
                            τροφιμωτάτων <lb/>ἂν ἔδει σιτίων. ἐπεὶ δ’ οὐκ ἄλλο μέν ἐστι τὸ τρέφεσθαι
                            <lb/>δεόμενον, ἄλλο δὲ τὸ ταῦτα κατεργαζόμενον, ἀλλ’ <lb/>ἑαυτῷ τε τὴν
                            τροφὴν ἐπισπᾶται τὸ τρέφεσθαι μέλλον, ἑαυτῷ <lb/>τε μεταβάλλει καὶ
                            πέττει καὶ προσφύει καὶ ἐξομοιοῖ, διττὸν <pb n="483"/> ἕξει σκοπὸν τῆς
                            τῶν σιτίων ἐπιτηδειότητος· ἕνα μὲν οὖν <lb/>αὐτοῦ τοῦ σιτίου τὴν φύσιν,
                            ἕτερον δὲ τὴν οἰκείαν τε αὐτῷ <lb/>καὶ σύμφυτον δύναμιν. ἐξ οὖν τῶν
                            εἰρημένων εὔδηλον ὡς <lb/>οὔτε τὸ τροφιμώτατον σιτίον ἄριστον εἰς τὰ
                            δεόμενα σώματα <lb/>πλείονος ἀναθρέψεως· οὐ γὰρ ὑπάρχει τῷ τοιούτῳ τὸ
                            <lb/>πέττεσθαι ῥᾳδίως· οὔτε τὸ εὐπεπτότατον, ὅτι γε μηδὲ τοῦτο
                            <lb/>δυνατὸν εἶναι τροφιμώτατον. ἐναντιουμένων οὖν ἀλλήλοις <lb/>τῶν
                            σκοπῶν οὐ χρὴ τοῦ ἑτέρου τῆς ἀκρότητος ὀριγνώμενον <lb/>ἐπιλαθέσθαι
                            θατέρου παντάπασιν, ἀλλ’ ἀμφοῖν ἀεὶ μεμνημένον, <lb/>εἰς ὅσον οἷόν τέ
                            ἐστι μιγνύειν αὐτούς. τούτου μὲν <lb/>δή μοι διαπαντὸς μέμνησο τοῦ
                            παραγγέλματος. οἴνου δ’ <lb/>ἐφεξῆς ποιότητός τε καὶ ποσότητος
                            μνημονεύσωμεν, μεγίστην <lb/>ἔχοντος εἰς τὰ τοιαῦτα δύναμιν, ἐπειδὴ καὶ
                            μόνῳ τούτῳ <lb/>ποτῷ χρηστέον εἶναί φημι πᾶσι τοῖς ἀναθρέψεως δεομένοις
                            <lb/>σώμασιν ἄνευ τοῦ πυρέττειν. ἔστω τοίνυν ὡς ἐν παραδείγματι <lb/>μὲν
                            εἰπεῖν, οἷος ὁ Σαβῖνος μὲν ἐπὶ τῆς Ἰταλίας, Ἀρσύνιος <lb/>δὲ κατὰ τὴν
                            Ἀσίαν, ὡς δὲ τύπῳ τε καὶ ὅλῳ τῷ γένει <lb/>περιλαβεῖν, ὁ ὑδατώδης μὲν
                            τἄλλα, βραχεῖαν δ’ ἔχων τὴν <pb n="484"/> στύψιν. ὑδατώδη δ’ οἶνον
                            ὀνομάζω τὸν λεπτὸν καὶ λαμπρὸν <lb/>τὸν λευκὸν, ὃς καὶ καθαρὸν καὶ
                            ὀλιγοφόρον, ὡς Ἱπποκράτης <lb/>ἐκάλεσεν. ὀλιγοφόρος δ’ ἐστὶν, ὡς ἂν ἐν
                            τῷ κεράννυσθαι, <lb/>τὴν τοῦ ὕδατος μίξιν ὀλιγίστην φέρει. τουτέστιν ὁ
                            <lb/>ἀσθενέστατός τε καὶ ὑδατωδέστατος ὡς ἐν οἴνοις· ὁ γὰρ
                            <lb/>ἀνεχόμενος ὕδατος πλείστου μίξιν ἐν τῷ κεράννυσθαι σφοδρότατός
                            <lb/>ἐστι καὶ ἰσχυρότατος. ὠνόμαζε τὸν τοιοῦτον ὁ <lb/>Ἱπποκράτης
                            οἰνώδη. ἀλλὰ τοῦτον μὲν φυλάττεσθαι, πλήττοντα <lb/>τὰς ἀσθενεῖς
                            δυνάμεις. ὁ δ’ ὑδατώδης μὲν, αὐστηρὸς <lb/>δὲ, ἐπιτήδειος, ὡς ἂν τὴν τοῦ
                            ὕδατος ἐκπεφευγὼς ἀσθένειαν <lb/>καὶ μηδέπω τὴν οἴνου βλάβην ἔχων. ἐκ
                            τούτων οὖν τῶν σκοπῶν <lb/>εὑρήσεις αὐτοῦ καὶ τὴν ἡλικίαν καὶ τὴν
                            κρᾶσιν. ὁ μὲν <lb/>γὰρ νέος ὑδατωδέστερός τε καὶ ἀσθενέστερός πως ἢ ὡς
                            οἴνῳ <lb/>πρέπει, μετὰ καὶ τοῦ δυσπεπτότερος εἶναι καὶ
                            περιττωματικώτερος. <lb/>ὁ δὲ πρεσβύτερος οἰνωδέστερός τε καὶ
                            ἰσχυρότερος <lb/>ἢ ὡς τοῖς παροῦσιν ἁρμόττει. <milestone unit="ed2page" n="164"/>διὸ καὶ θᾶττον ἐτῶν <lb/>ἓξ ὁ εὐγενὴς Σαβῖνος οὐκ
                            ἐπιτήδειος, ἐμπλέων ἐπὶ πλεῖστον <lb/>ἔν τε τῷ στομάχῳ καὶ τῇ γαστρὶ καὶ
                            κλύδωνας ἐργαζόμενος. <pb n="485"/> εὐγενῆ δ’ ὀνομάζω τὸν αὐστηρὸν,
                            ὁμοίως μὲν Σαβῖνον, <lb/>ὁμοίως δὲ Ἀδριανόν τε καὶ Ἀλβανὸν, ὁμοίως
                                <milestone unit="ed1page" n="111"/>δὲ <lb/>Ἀρσύνιόν τε καὶ
                            Τιτακαζηνὸν, ὅσοι τε ἄλλοι τοιοῦτοι· λέλεκται <lb/>γὰρ ἐπὶ πλέον ὑπὲρ
                            ἁπάντων οἴνων ἰδίᾳ. πρὸς τούτους <lb/>οὖν ἀναφέρων τοὺς σκοποὺς καὶ τὴν
                            πρὸς τὸ ὕδωρ <lb/>αὐτοῦ ποιεῖσθαι κρᾶσιν· ἔτι δ’ ἂν μᾶλλον ἀκριβῶς
                            στοχάζοιο <lb/>τῶν εἰρημένων, εἰ τῆς τοῦ ὕδατος κακίας τὰ κεφάλαια διὰ
                            <lb/>μνήμης ἔχοις· ἤρτηται δὲ ἐκ τῆς ψυχρότητος αὐτοῦ πάντα, <lb/>δι’ ἣν
                            ἐν τοῖς ὑποχονδρίοις τε μέχρι πλείστου παραμένει καὶ <lb/>κλύδωνας
                            ἐργάζεται καὶ πνευματοῦται καὶ διαφθείρεται καὶ <lb/>τῆς γαστρὸς ἐκλύει
                            τὸν τόνον, ὡς καὶ τὰς πέψεις διὰ τοῦτο <lb/>χείρους γίγνεσθαι·
                            συμπράττει δ’ οὐδὲ ταῖς ἀναδόσεσι τῆς <lb/>τροφῆς οὐδὲν ὅ τι καὶ ἄξιον
                            λόγου. καὶ μέν γε καὶ αἱ τῶν <lb/>προειρημένων οἴνων ἀρεταὶ ταῖς νῦν
                            εἰρημέναις κακίαις ἐξ <lb/>ὑπεναντίου τὴν φύσιν ἔχουσιν· οὔτε γὰρ
                            ἐμφυσῶσι τὸ ὑποχόνδριον, <lb/>ἀλλ’ εἰ καὶ φυσωδέστερόν πως εἴη
                            προστέλλουσιν, <lb/>οὔτε χρονίζουσιν αὐτόθι τῷ τῆς θερμασίας συμμέτρῳ,
                            τάς θ’ <lb/>ὁδοὺς τῆς ἀναδόσεως ἀνοιγνύντες, αὐτοί τε συνεπωθοῦντες ﻿<pb n="486"/> ἅμα καὶ συναναφέροντες τὴν τροφὴν εἰς τάχος τῇ κατὰ τὴν
                            <lb/>ἀνάδοσιν ἐνεργείᾳ συντελοῦσιν, εὔχυμοι τ’ εἰσὶ καὶ κατακεραστικοὶ
                            <lb/>καὶ πεπτικοὶ τῶν κατὰ γαστέρα τε καὶ φλέβας. αὐξάνουσι <lb/>δὲ καὶ
                            τὴν δύναμιν τῶν ὀργάνων καὶ τὰ περιττώματα <lb/>πρὸς τὰς ἐκκρίσεις
                            ποδηγοῦσι. ταῦτ’ ἄρα καὶ οὐρητικοὶ τῶν <lb/>ἄλλων οἴνων οἱ τοιοῦτοι
                            μᾶλλόν εἰσιν, ὡς ἂν αὐτοί τε ταχέως <lb/>διερχόμενοι τὸ σύμπαν σῶμα καὶ
                            τὰ περιττώματα τῇ ῥύμῃ τῆς <lb/>φορᾶς ἑαυτοῖς συνεκκρίνοντες. εἴρηται
                            μὲν οὖν ἑτέρωθι τελεώτερον <lb/>ὑπὲρ τῆς τῶν οἴνων δυνάμεως, ὥσπέρ γε
                            καὶ περὶ <lb/>τῆς τῶν σιτίων· καὶ χρὴ τὸν μεθόδῳ τὴν τέχνην ἐργάζεσθαι
                            <lb/>βουλόμενον ἰδίας τῶν ὑλῶν ἁπασῶν ἐκμαθόντα τὰς δυνάμεις <lb/>μηκέτι
                            καθ’ ἕκαστον πάθος ἀκούειν ἀξιοῦν, ἀλλ’ αὐτὸ <lb/>μόνον ἐπιγνόντα τὸ τῆς
                            θεραπείας εἶδος εὑρετικὸν εἶναι τῆς <lb/>ἁρμοζούσης διαίτης. ἐγὼ δ’ οὐκ
                            ὀκνήσω, κηδόμενος τῶν <lb/>τἀληθῆ σπευδόντων ἐκμανθάνειν, ἐφάψασθαι καὶ
                            τῆς τοιαύτης <lb/>διδασκαλίας, ἕνεκα τοῦ τοὺς ἀγυμναστοτέρους τὸν
                            λογισμὸν <lb/>ἀπὸ τῶν καθόλου μεταβαίνειν ἐπὶ τὰ κατὰ μέρος ὑπὸ <lb/>τῶν
                            παραδειγμάτων ποδηγουμένους. ὅσον οὖν ὑπόλοιπόν <pb n="487"/> ἐστι
                            προσθετέον αὖθις. ὁ σκοπὸς τῆς ποσότητος ἐπὶ μὲν <lb/>τοῦ πόματος, ὡς
                            μηδέ ποτ’ ἐμπλεῦσαι τῇ γαστρὶ καὶ κλύδωνος <lb/>ἐργάζεσθαί τινα
                            αἴσθησιν, ἐπὶ δὲ τῶν σιτίων, μάλιστα <lb/>μὲν εἰ οἷόν τε, μηδὲ βαρῦναί
                            ποτε αὐτήν· χαλεπὸν δὲ τὸ <lb/>τοιοῦτον ἢ ἴσως ἀδύνατον, ἐν ἀτόνῳ γαστρὶ
                            φυλάξασθαι <lb/>παντάπασιν, δεύτερον δ’ ὅτι τάχιστα παύσασθαι τὸ βάρος·
                            <lb/>ἐφεξῆς δὲ διάτασίν τε καὶ πνευμάτωσιν ὑποχονδρίων φυλάττεσθαι.
                            <lb/>εἰ μὲν δὴ συμπέσοι τοιοῦτό τι κατὰ τὴν πρώτην <lb/>ἡμέραν, ἀνάλογον
                            τῷ μεγέθει τοῦ συμπτώματος ἀφελεῖν χρὴ <lb/>τῶν σιτίων ἐπὶ τῆς
                            ὑστεραίας· εἰ δ’ ἀμέμπτως ἅπαντα γίγνοιτο, <lb/>προσθεῖναι βραχύ τι.
                            κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν λόγον ἐπὶ <lb/>τῆς τρίτης ἡμέρας ἢ ἀφαιρεῖν ἢ
                            προσθεῖναι, τῇ προηγουμένῃ <lb/>παραβάλλοντας. καὶ οὕτως ἄχρι παντὸς
                            ἀναθρεπτικῶς τε <lb/>καὶ ἀναληπτικῶς ἅπαντα διαπράττεσθαι κινήσεσιν,
                            αἰωρήσεσι <lb/>καὶ περιπάτοις ἀνάλογον τῇ τοῦ σώματος ἐπιδόσει,
                            προστιθέντα <lb/>καὶ τἄλλα πάντα κατὰ τὸν ἀναληπτικὸν ὀνομαζόμενον
                            <lb/>τρόπον, ὃς οὐ τῷ γένει διενήνοχε τοῦ νῦν ἡμῖν ἐνεστῶτος, <lb/>ἀλλὰ
                            τῷ σύμπαν ὡσαύτως ἔχειν ἐπ’ ἐκείνου τὸ σῶμα, καθάπερ <pb n="488"/> ἡ
                            γαστὴρ ἐπὶ τοῦδε. <milestone unit="ed2page" n="165"/>συμβαίνει δὲ
                            μάλιστα κατὰ <lb/>τὰ χρόνια τῶν ἀῤῥωστημάτων, ὅταν ἡ σύμφυτος ὑγρότης
                            <lb/>ἑκάστου μέρους, ἐξ ἧς πρώτης τρέφεται, κινδυνεύει μηκέτι
                            <lb/>εἶναι· τὴν μὲν γὰρ αὐτῶν τῶν στερεῶν σωμάτων ξηρότητα <lb/>τῶν
                            ἀδυνάτων ἐστὶν ἐπανορθώσασθαι, καθάπερ καὶ τὸ γῆρας, <lb/>ὡς κᾀν τῷ περὶ
                            μαρασμοῦ δέδεικται λόγῳ· τὴν ὑγρότητα <lb/>δὲ κᾂν ἀπόληται τελέως, οἷόν
                            τε γεννῆσαι κατὰ τὴν <lb/>εἰρημένην ἀρτίως δίαιταν. ἐν μὲν οὖν ταῖς
                            ἄλλαις ἀναλήψεσιν <lb/>οὐδὲν ἐξαίρετον ἡ γαστὴρ πέπονθεν· ἐν δὲ τῇ νῦν
                            προκειμένῃ <lb/>διαθέσει τὸ νόσημα μέν ἐστι τῆς γαστρὸς, λεπτύνεται
                            <lb/>δὲ τῷ χρόνῳ τὸ σύμπαν σῶμα μὴ καλῶς τρεφόμενον· εὔλογον <lb/>οὖν
                            ἀκριβεστέρας δεῖσθαι διαίτης τούσδε, διὰ τὸ περὶ τὰς <lb/>πέψεις
                            ἄῤῥωστον, ἀλλ’ ὅταν γε βελτίους γένωνται, κατὰ <lb/>βραχὺ μετάγειν
                            αὐτοὺς ἐπὶ τὴν ἀναθρεπτικὴν καὶ ἀναληπτικὴν <lb/>ὀνομαζομένην ἀγωγήν.
                            γίγνοιτο δ’ ἂν τοῦτο τρίψεσί <lb/>τε πλείοσιν ἢ πρόσθεν αἰωρήσεσί τε
                            χρωμένων. ὑπαλλάττειν <lb/>δ’ ἐν τούτῳ χρὴ καὶ τῶν τροφῶν τό τε ποσὸν
                            καὶ τὸ ποιὸν, <lb/>ὡς καὶ πλείω καὶ ἰσχυρότερα σιτία τῶν ἔμπροσθεν
                            διδόναι. <pb n="489"/> καὶ τοῦ χρόνου δὲ προϊόντος, ὅταν ἤδη πλησίον
                            ἥκωσι τῆς <lb/>ὑγιεινῆς καταστάσεως, ἀποχωρῆσαι πτισάνης καὶ γάλακτος·
                            <lb/>ἔτι δὲ τῶν ἐκ χόνδρου ῥοφημάτων ἐπὶ τὰ συνήθη προσάγοντας
                            <lb/>σιτία· εἶτα καὶ τοὺς ἰχθύας ἀφελεῖν, εἰ μὴ δι’ ἔθους εἶεν, <lb/>ἐπὶ
                            τοῖς πτηνοῖς διαιτωμένους· ἐδωδῆς τε χοιρείων κρεῶν, <lb/>ἄρξασθαι μὲν
                            ἀπὸ ποδὸς ἐν πτισάνῃ καθεψημένου· μετὰ <lb/>ταῦτα δὲ καὶ ὁ κωλὴν ἂν
                            ληφθείη καλῶς, ἔπειτα ἤδη καὶ <lb/>τἄλλα μόρια· τὸ μὲν πρῶτον ἱερείου
                            νέου καὶ, εἰ χειμὼν εἴη, <lb/>πρὸ μιᾶς ἡμέρας ἐσφαγμένου· τὸ γὰρ ἕωλον
                            εὐπεπτότερόν <lb/>ἐστι τοῦ προσφάτου. θέρους δ’ ἀρκεῖ τεθύσθαι μὲν ἕωθεν
                            <lb/>τὸ ἱερεῖον, ἐσθίεσθαι δὲ περὶ δυσμὰς ἡλίου· πειρατέον γὰρ <lb/>ἄχρι
                            παντὸς μὲν διαφυλάττειν ὃ παρῃνέσαμεν ἐν τοῖς ἔμπροσθεν, <lb/>ἡνίκ’ εἰς
                            ἑσπέραν ἠξιοῦμεν, δίδοσθαι τὴν ἰσχυροτέραν <lb/>τροφὴν, οὐ μικρῶν ἀγαθῶν
                            ἀπολαβόντων τῶν οὕτω διαιτωμένων· <lb/>γνώσῃ δ’ ἐπισκεψάμενος
                            ἀκριβέστερον· ἄμεινον γὰρ <lb/>ἐπ’ ἀρχὴν ἀναγαγεῖν τὸν λόγον. ἐπειδὴ
                            δέονται μὲν οἱ οὕτως <lb/>ἔχοντες ὅτι πλείστου τοῦ θρέψαντος, οὐ
                            δύνανται δὲ πέττειν <lb/>οὐδὲ τὰ μέτρια, κατὰ βραχὺ καὶ πολλάκις ἄμεινον
                            αὐτοῖς <pb n="490"/> διδόναι. διὰ τοῦτο οὖν οὐ μόνον ἅπαξ οὐχ οἷόν τ’
                            ἐστὶ τρέφειν <lb/>αὐτοὺς ἱκανῶς, ἀλλ’ οὐδὲ δὶς, ἕως ἂν ὦσιν ἰσχνότατοι·
                            <lb/>καὶ διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν εἴωθα τρὶς αὐτοὺς τρέφειν. ὅταν
                            <lb/>μέντοι βελτίους ἑαυτῶν ἐναργῶς ἤδη φαίνονται γεγονότες, <lb/>ἀρκεῖ
                            καὶ δὶς αὐτοὺς τρέφειν. τοσαύτην οὖν εὔλογον εἶναι <lb/>αὐτοῦ τὴν πρώτην
                            τροφὴν, ὡς ἀκριβῶς ἅπασαν πεπέφθαι <lb/>πρὶν ἢ τὴν δευτέραν λαμβάνεσθαι.
                            τοῦτο δὲ οὐχ οἷόν τε ταῖς <lb/>ἰσχυροτέραις ὑπάρξαι. ληπτέον οὖν ἀσθενῆ
                            τὴν πρώτην, ὡς <lb/>πεφθῆναί τε τάχιστα καὶ ὑπελθεῖν αὐτῆς τὸ περίττωμα
                            καὶ <lb/>κενῇ καὶ καθαρᾷ τῇ γαστρὶ τὴν δευτέραν δοθῆναι τροφήν.
                            <lb/>ἀλλ’ ἐπεὶ μὴ μόνον ἡσυχία καὶ ὕπνος, ἀλλὰ καὶ χρόνος μακρότερος
                            <lb/>ἐκδέχεται τὴν ταύτης οἰκονομίαν, εὔλογον ὅσα τῶν <lb/>σιτίων
                            ἰσχυρότερα κατὰ τοῦτον μάλιστα δίδοσθαι τὸν καιρόν. <lb/>ἀμέλει καὶ οἱ
                            ἀθλοῦντες οὕτω πράττουσιν ἅπαντες, οὐ <lb/>λόγου μόνον ἐξευρόντος αὐτοῖς
                            τινος, ἀλλὰ καὶ τῆς πολυχρονίου <lb/>πείρας μαρτυρούσης. καὶ μέντοι καὶ
                            ὅπερ ἐκεῖνοι πράττουσιν, <lb/>οὐδὲν χεῖρόν ἐστι καὶ τοὺς ἀναληπτικῶς
                            ἀγομένους <lb/>ποιεῖν καὶ μὴ πίνειν ἐπὶ τῷ δείπνῳ παραυτίκα, πρὶν
                            πεφθῆναι ﻿<pb n="491"/> τὴν τροφήν· ἐμπλέει γὰρ τὰ σιτία πινόντων, ὡς μὴ
                            <lb/>ψαύειν αὐτῶν τὸ τῆς γαστρὸς σῶμα, μέσης ἱσταμένης τῆς
                            <lb/>ὑγρότητος. εἰ δὲ διψώδεις εἶεν, ἀπέχειν μὲν αὐτοὺς τὸ πάμπαν
                            <lb/>ἀνιαρόν τε ἅμα καὶ ἀλυσιτελές· <milestone unit="ed2page" n="166"/>ὀλίγον δὲ δοτέον <lb/>ὡς παραμυθήσασθαι τὴν ἀνίαν καὶ πραῧναι τὸ
                            δίψος. ἐπειδὰν <lb/>δὲ πέψωσι τὴν <milestone unit="ed1page" n="112"/>τροφὴν, ἐπιτρέπειν αὐτάρκως <lb/>πιεῖν· ἀναδίδοται γὰρ οὕτω πραξάντων
                            τάχιστα. μετὰ δὲ <lb/>τὸν ὕπνον, ἕωθεν μὲν ἀποπατήσαντα καὶ βραχύ τι
                            περιπατήσαντα <lb/>τρῖψαι συμμέτρως. ἡ δὲ σύμμετρος ἐπὶ τούτων
                            <lb/>τρίψις ἐστὶν, ὡς θερμῆναι τὸ σῶμα· κᾄπειτα αἰώραις χρηστέον·
                            <lb/>εἶτ’ αὖθις λουτέον τε καὶ τριπτέον ἐντὸς τοῦ μέσου <lb/>τῆς ἡμέρας,
                            ἢ πάντως γε περὶ τὸ μέσον ὡς ἱκανὸν γίγνεσθαι <lb/>τὸ πρὸς τὴν ἑσπέραν
                            διάστημα. τὸ δ’ ὅτι καὶ τῶν οἴκων ἐν <lb/>οἷς ὁ ἀναλαμβανόμενος
                            διαιτᾶται φροντιστέον ἐστὶν ἐν τοῖς <lb/>μάλιστα, ὅπως μὴ ψυχρότεροι τοῦ
                            προσήκοντος ἢ θερμότεροι <lb/>γενηθῶσιν, οὐδὲν δέομαι λέγειν· ὅσα τ’
                            ἄλλα τοιαῦτα <lb/>δυνατὸν ἑαυτῷ τινα χωρὶς ἡμῶν εὑρίσκειν, οὐ μόνον ἐκ
                            τῶν <lb/>ἐνταῦθα λελεγμένων ὁρμώμενον, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ὑγιεινῆς <pb n="492"/> πραγματείας. ἔστι γὰρ ἡ ἀναληπτικὴ δίαιτα μέση τῆς
                            ὑγιεινῆς <lb/>τε καὶ θεραπευτικῆς. ὥστε ἐκ τῶν καθ’ ἑκατέραν λεγομένων
                            <lb/>οὐδὲν ἔτι χαλεπὸν ἑαυτῷ τινα τὸ μέσον ἐξευρίσκειν. τά τε <lb/>γὰρ
                            ἄλλα καὶ οὐχ ἓν εἶδος ἅπασι διαίτης ἐν ἔθει· τοῖς μὲν <lb/>γὰρ ἅπαξ,
                            τοῖς δὲ δὶς σιτεῖσθαι, καὶ τοῖς μὲν θᾶττον, τοῖς δ’ <lb/>εἰς ἑσπέραν
                            ἄρχεσθαι τῆς προσφορᾶς ἔθος ἐστί. καὶ δὴ καὶ <lb/>τὰ ἐσθιόμενα τοῖς μὲν
                            ἰχθύες εἰσὶ τὸ πλεῖστον ἢ ὅλως τὰ ἐκ <lb/>τῆς θαλάττης, τοῖς δὲ λάχανα
                            μᾶλλον ἢ ὅλως τὰ ἐκ κήπων <lb/>τοῖς δὲ ὀπῶραι, τοῖς δὲ ὄσπρια, τοῖς δὲ
                            ἀκρόδρυα, τοῖς δὲ <lb/>κρέα τετραπόδων ζώων, ἄλλοις ἄλλα, τοῖς δὲ
                            ὀρνίθων, ἄλλων <lb/>ἄλλοις καὶ ταῦτα. καὶ δὴ καὶ τυρῷ καὶ γάλακτι
                            χρῶνταί <lb/>τινες, οἱ πλεῖστοι μὲν αἰγῶν τοὐπίπαν ἢ βοῶν, ἔνιοι δὲ καὶ
                            <lb/>ἑτέρων τινῶν. καὶ πίνουσιν οἱ μὲν θερμὸν, οἱ δὲ ψυχρόν· <lb/>καὶ
                            οἶνον ἢ πολὺν, ἢ ὀλίγον, ἢ οὐδόλως, ἢ τοῖον, ἢ τοῖον. <lb/>εἰς ταῦτ’ οὖν
                            ἐπανάγειν ἕκαστον εἰς ἅπερ εἴθισται. γέγραπται <lb/>δὲ καὶ περὶ ἔθους
                            ἀκριβέστερον ἰδίᾳ· καὶ νῦν ἀρκεῖ τό <pb n="493"/> γε τοσοῦτον εἰπεῖν, ὡς
                            οὐ μόνον ἐπὶ τῆς ἀναληπτικῆς διαίτης, <lb/>ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς νόσους
                            παμπόλλην μοῖραν εἰς ὕλης <lb/>τροφῆς καὶ φαρμάκου ἔκλεξιν ἐκ τῶν ἐθῶν
                            ἐστι λαβεῖν. ὁ <lb/>μὲν γὰρ λόγος ὅλου τοῦ γένους ὑπαγορευτικώτερός
                            ἐστι· <lb/>τὰς δὲ ὕλας ἔκ τε τῶν ἄλλων ὧν εἶπον, ἀτὰρ οὐχ ἥκιστα καὶ
                            <lb/>ἐκ τῶν ἐθῶν ληπτέον. ἐπιβλέπειν δὲ καὶ τὰς τῶν φύσεων
                            <lb/>ἰδιότητας. οἶδα γοῦν τινας, εἰ διὰ τῆς νυκτὸς ὁτιοῦν ἀναγκασθεῖεν
                            <lb/>ἐγρηγορικὸν διαπράξασθαι, μηκέτι κοιμηθῆναι δυναμένους.
                            <lb/>ἐκείνοις οὖν οὐ χρὴ συμβουλεύειν ἐν τῇ νυκτὶ πίνειν, <lb/>μή πως
                            δι’ αὐτὸ τοῦτο περιπεσόντες ἀγρυπνίᾳ βλαβῶσι τὰ <lb/>μέγιστα· ξηραίνει
                            γὰρ ὅλου τοῦ σώματος τὴν ἕξιν ἡ ἀγρυπνία <lb/>καὶ διὰ τοῦτό ἐστι
                            βλαβερωτάτη τοῖς κατὰ ξηρότητα <lb/>νοσοῦσιν. ἔνιοι δὲ εἰ γεύσαιντο
                            πτισάνης, αὐτίκα ναυτιῶσιν· <lb/>ἐνίοις δ’ ὀξύνεται ῥᾳδίως. ὅτι δὲ καὶ
                            τὰ βόεια κρέα <lb/>πέπτουσί τινες ῥᾳδίως, ἕν τι τῶν τεθρυλημένων ἐστί·
                            καὶ <lb/>ὡς ἄλλοι πρὸς ἄλλα βρώματά τε καὶ πόματα διάκεινται εὖ <lb/>τε
                            καὶ κακῶς. οὐ μόνον δ’ ἐκ τούτων, ἀλλὰ κᾀκ τῶν ὡρῶν <lb/>τε καὶ χωρῶν
                            εὐπορία τῆς ὕλης τῶν διαιτημάτων γίγνεται. <lb/>καὶ ἤδη πολλοῖς τῶν πρὸ
                            ἐμοῦ πρεσβυτέρων γέγραπται <pb n="494"/> ταῦτα· διὸ κᾀγὼ παρατρέχω μὲν
                            τὰ τοιαῦτα, μόνον ἀναμιμνήσκων <lb/>αὐτῶν, ὑπὲρ τοῦ μηδὲν παραλείπεσθαι.
                            τὸ παραλελειμμένον <lb/>δὲ τοῖς νεωτέροις ἰατροῖς ἅπασιν ἐπέξειμι, τὸ
                            τὰς <lb/>διαθέσεις τῶν σωμάτων θεραπεύειν μεθόδῳ τῶν παλαιῶν, <lb/>ὡς
                            εἶπον καὶ πρόσθεν, ἀρξαμένων μὲν καλῶς, οὐ συντελεσάντων <lb/>δὲ τὴν
                            μέθοδον. ἀλλ’ ἐπὶ τὸ προκείμενον ἰτέον αὖθις. <lb/>αἱ ξηραὶ δυσκρασίαι
                            τῶν σωμάτων αὐτῶν ἁψάμεναι τῶν στερεῶν, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="167"/>εἰ μὲν περί τι μόριον συσταῖεν, ὥσπερ
                            ὑπόκειται <lb/>νῦν κατὰ τὴν γαστέρα, τελέως οὐκ ἄν ποτε θεραπευθεῖεν,
                            <lb/>οὐδ’ ἐπανέλθοιεν εἰς τὴν πρὸ τοῦ νοσῆσαι διάθεσιν. ἀλλ’ <lb/>ὅπερ
                            εἴωθε λέγεσθαι συνήθως ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ πράγματος <lb/>διδαχθεῖσι τοῖς
                            πολλοῖς, ὡς ἡ νόσος ἐκάκωσε τὴν γαστέρα <lb/>καὶ ἀσθενῆ παρεσκεύασεν εἰς
                            τὸν ἔπειτα βίον, ἐπὶ ταῖς τοιαύταις <lb/>μάλιστα συμπίπτει δυσκρασίαις.
                            γέροντος γὰρ οὗτοι <lb/>ἴσχουσι γαστέρα πρὶν γηρᾶσαι· διὸ καὶ βλάπτονται
                            ῥᾳδίως <lb/>ὑπὸ σμικρῶν αἰτιῶν, ὥσπερ οἱ γέροντες, καὶ πέττειν οὐ
                            δύνανται <lb/>καλῶς· ἐξ οὗ συμβαίνει καὶ τὸ σύμπαν αὐτοῖς σῶμα <pb n="495"/> χεῖρον ἴσχειν· οὕτως δὲ κᾂν ἄλλο τι πάθωσι μόριον, ἂν δὲ
                            <lb/>καὶ τὴν καρδίαν αὐτὴν, ἐν τάχει μαραίνονται· καὶ καλεῖ τὸν
                            <lb/>τοιοῦτον μαρασμὸν ὁ Φίλιππος ἐκ νόσου γῆρας. οὗτος μὲν <lb/>οὖν ὁ
                            μαρασμὸς ἐπὶ θάνατον ἄγει συντόμως· ἐφεξῆς δὲ καὶ <lb/>ὁ ἀπὸ τοῦ ἥπατος
                            ἀρξάμενος· εἶθ’ ὁ ἀπὸ τῆς γαστρός· οἱ <lb/>δ’ ἐπ’ ἄλλοις μορίοις εἰς
                            τοσοῦτον χρονιώτεροι εἰς ὅσον <lb/>ἕκαστον αὐτῶν ἀκυρώτερόν ἐστι τῶν
                            εἰρημένων. εἰ δὲ βραχύ <lb/>τι τὸ τῆς καρδίας σῶμα ξηρανθείη, ταχύγηροι
                            μὲν γίγνονται, <lb/>διαρκοῦσι δ’ εἰς ἔτη πλείω τῶν ἰσχυρῶς βλαβέντων.
                            μετὰ <lb/>ταῦτα δ’ ἐφ’ ἥπατι καὶ γαστρὶ, καθάπερ εἴρηται, κᾀπὶ τοῖς
                            <lb/>ἄλλοις ἅπασιν ἀνάλογον. ἀλλ’ ἥ γε δίαιτα κατὰ γένος ἡ αὐτὴ <lb/>καὶ
                            ταύτῃ τῇ ξηρότητι καὶ τῇ τὴν ὑγρότητα μόνην ἐκδαπανώσῃ, <lb/>τὴν
                            τρέφουσαν τὰ στερεά· καὶ πρὸς ταύταις γέ τοι <lb/>τῇ τρίτῃ ῥηθείσῃ
                            ξηρότητι κατὰ τὸν ἔμπροσθεν λόγον. εὐιατοτάτη <lb/>δὲ πασῶν ἐστιν ἡ
                            τετάρτη, καθ’ ἣν αἱ φλέβες ἐκκενοῦνται <lb/>τῶν χυμῶν. καὶ μᾶλλον ὡς
                            ψυχρότης ἕξεως ἡ <lb/>τοιαύτη θεραπεύεται διάθεσις ἤπερ ὡς ξηρότης· καὶ
                            ἵνα <lb/>σαφέστερον εἴπω, τὸ μὲν τῆς ψύξεως ἐπικρατεῖ καὶ ὁ κίνδυνος
                                ﻿<pb n="496"/> κατὰ τοῦτο. δευτέρα δ’ ἐστὶν ἡ ξηρότης, ὅθεν καὶ ἡ
                            <lb/>ἴασις ἑτοίμη τε καὶ ταχίστη. δύο γὰρ ἡμέραις εἴ τις αὐτοὺς
                            <lb/>διαιτήσειε πεφυλαγμένως θερμαίνων τε ἅμα τὰ μέτρια καὶ
                            <lb/>ἀνατρέφων ἀσφαλῶς, εὐθέως τῇ τρίτῃ προσίενται δίαιταν
                            <lb/>ἁδροτέραν ἀβλαβῶς· καὶ πολὺ δὴ μᾶλλον τῇ τετάρτῃ καὶ τῇ
                            <lb/>πέμπτῃ. καὶ τοῦτο ἄρα ἦν τὸ ὑφ’ Ἱπποκράτους λεγόμενον, <lb/>τὰ ἐν
                            πολλῷ χρόνῳ λεπτυνόμενα νωθρῶς ἐπανατρέφειν, τὰ <lb/>ἐν ὀλίγῳ ὀλίγως.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Ἰστέον δ’ ὅτι ταῖς ξηρότησι τῶν στερεῶν σωμάτων <lb/>ψύξις ἐξ ἀνάγκης
                            ἀκολουθεῖ χρονιζούσαις. διαμένειν γὰρ <lb/>αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ ξηρότης,
                            ἀμέμπτου τῆς κατὰ τὸ θερμὸν <lb/>καὶ ψυχρὸν ἀντιθέσεως ὑπαρχούσης, οὐ
                            δύναται. τάχιστα γὰρ <lb/>ἐπὶ ταῖς ἀτροφίαις ἀποψύχεται τὰ μόρια, διότι
                            καὶ ἡ θρέψις <lb/>αὐτοῖς ἐστιν ἐκ θερμοῦ χυμοῦ τοῦ αἵματος. ἀλλ’ ὅπερ ἐν
                            <lb/>ἀρχῇ λέλεκται, ξηρότητος ἴασιν ἐποιησάμεθα νῦν ἐξ ἀρχῆς τε
                            <lb/>συστάσης μόνης ἄχρι πλείστου τε μηδεμίαν ἀξιόλογον ἀκολουθοῦσαν
                            <lb/>ἐχούσης ψύξιν. ἑξῆς ἂν οὖν εἴη μιγνύειν αὐτῇ <lb/>ψύξιν ἐναργῆ μὲν
                            ἔχουσαν τὰ γνωρίσματα, μὴ μέντοι μεγάλα. <pb n="497"/> ἔσται τοίνυν ὁ
                            σκοπὸς τῆς θεραπείας οὐκέθ’ ἁπλοῦς, <lb/>ὡς ὁ καὶ πρόσθεν· οὐ γὰρ
                            ὑγραίνειν μόνον, ἀλλὰ καὶ θερμαίνειν <lb/>δεήσει. προσέχειν οὖν ἀκριβῶς
                            ταῖς ὕλαις τῶν βοηθημάτων <lb/>μή τι λάθωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἐπιπλέκοντές
                            τι τῶν <lb/>ἄγαν θερμαινόντων τοῖς ὑγραίνουσιν· ὑπάρχει γὰρ τούτοις
                            <lb/>τὸ ξηραῖνον ἰσχυρῶς. ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τῆς βλάβης ἐν ἑκατέρᾳ
                            <lb/>δυσκρασίᾳ πρὸς τὴν <milestone unit="ed2page" n="168"/>τῆς ὕλης
                            εὕρεσιν ἱκανὸν ἔσται <lb/>ποδηγεῖν· οἷον αὐτίκα μεγίστης μὲν ξηρότητος
                            ἴασιν ἄρτι <lb/>πέπαυμαι γράφων· αἱ μέτριαι δὲ τῆς οὕτως ἀκριβοῦς οὐ
                            <lb/>δέονται διαίτης, ὅτι μηδὲ τὰ τῆς <milestone unit="ed1page" n="113"/>δυνάμεως ἐπ’ αὐτῶν <lb/>ἐσχάτως καταπέπτωκεν. οὐδὲ γὰρ οὐδὲ δι’ ἄλλο
                            τι χαλεπὸν <lb/>γίγνεται θεραπεῦσαι καλῶς ἰσχυρὰν ξηρότητα σώματος ἢ
                            <lb/>ὅτι χρῄζει μὲν ἀναθρέψεως, ἡ τροφὴ δ’ οὐ πέφυκεν ἑαυτὴν
                            <lb/>προσφύειν, ἀλλ’ αὐτοῦ δεῖται τοῦ τρεφομένου δημιουργοῦντος
                            <lb/>αὐτὴν, ὅπερ ἐστὶν ἄτονον. ὅταν οὖν ᾖ μετρίως τοῦτο <lb/>ξηρὸν, ἅτε
                            μηδὲ τῆς δυνάμεως ἐσχάτως καταπεπτωκυίας, <lb/>ἁδρότερόν τε διαιτᾷν
                            ἐγχωρεῖ καὶ κίνδυνος οὐδεὶς ἁμαρτεῖν <lb/>τοῦ μέτρου. διὰ τοῦτο καὶ
                            ἡμεῖς ἐπὶ τὴν χαλεπωτάτην δυσκρασίαν <pb n="498"/> τὸν λόγον ἀγαγόντες
                            ἐγυμνάσαμεν τοὺς φιλομαθεῖς <lb/>ἐπ’ αὐτῆς ὡς ἐπὶ παραδείγματος·
                            ἐντεῦθεν γὰρ ὁρμηθέντες <lb/>αὐτοὶ ἐξευρήσουσιν ὕλας ἐπιτηδείας εἰς
                            ἐπανόρθωσιν ξηροτήτων <lb/>μετρίων. ὑποκείσθω δὲ καὶ νῦν ἔτι παραπλησία
                            μὲν ἡ <lb/>ξηρότης τῇ πρόσθεν, ἐζεύχθω δ’ αὐτῇ ψυχρότης. εἰς τοσοῦτον
                            <lb/>οὖν ἐπιμίξομεν τοῖς ἔμπροσθεν εἰρημένοις τὴν τῶν θερμαινόντων
                            <lb/>ὕλην εἰς ὅσον ἔψυκται τὸ μόριον. ὑποκείσθω <lb/>δὴ πρῶτον ἐψῦχθαι
                            μετρίως αὐτό· προσθήσομεν οὖν τοῖς <lb/>εἰρημένοις ὀλίγον ἔμπροσθεν, ἐν
                            μὲν τῇ τοῦ γάλακτος χρήσει <lb/>τὸ μέλι πλέον, ἐν δὲ τῇ τοῦ οἴνου τὸν
                            αὐτὸν μὲν τῷ γένει <lb/>δώσομεν, ἧττον δ’ ὑδαρῆ τοῦ πρόσθεν, ἐτῶν δὲ
                            πλειόνων. <lb/>ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἐδέσματα σύμπαντα θερμότερα δοτέον οὐ
                            <lb/>ταῖς φυσικαῖς κράσεσι μόνον, ἀλλὰ καὶ ταῖς προσφάτοις
                            <lb/>ποιότησι. καὶ ναρδίνῳ μύρῳ συνεχῶς ἐπαλειπτέον τὴν κοιλίαν <lb/>ὡς
                            μηδέποτε γενέσθαι ξηράν. εἰ δὲ τοῦτο μὴ παρείη, τὸ <lb/>μαστίχινον
                            ἱκανόν· ἀλλὰ καὶ ὀποβαλσάμῳ χρίσομεν αὐτὴν, <lb/>αὐτῷ τε καθ’ ἑαυτὸ καὶ
                            μιγνύντες τοῖς προειρημένοις. καὶ εἰ <lb/>μᾶλλον ἐθέλοιμεν ἔχεσθαι τοῦ
                            χρωτὸς αὐτὰ, καὶ κηροῦ τι <pb n="499"/> προσμίξομεν. εἰ δὲ καὶ τὸ
                            περιέχον εἴη ψυχρὸν, ἔριον βρέξαντες <lb/>ἐπιθήσομεν. ἀλλὰ καὶ τὴν Χίαν
                            μαστίχην ἐν ὀποβαλσάμῳ <lb/>λειώσαντες, ἢ μύρῳ ναρδίνῳ, κᾄπειτα ἔριον
                            δεύσαντες ἐπιθήσομεν <lb/>τῇ γαστρί. κάλλιον δὲ τὸ δευόμενον ἀρίστην
                            εἶναι <lb/>πορφύραν οἵα πέρ ἐστιν ἡ Τυρία· στύφειν τε γὰρ χρὴ μετρίως
                            <lb/>αὐτὴν, ἐμπλάττειν τε τοῦ δέρματος τοὺς πόρους. τὰ <lb/>μὲν γὰρ
                            ἀραιοῦντα καὶ χαλῶντα διαφορεῖ τε ἅμα καὶ τοῖς <lb/>ἔξωθεν προσπίπτουσι
                            ψυχροῖς εὐάλωτα παρασκευάζει τὰ <lb/>μόρια· τὰ δ’ ἐπὶ πλέον στύφοντα
                            ξηραίνει. ὅθεν οὔτε διαφορητικῆς <lb/>εἶναι προσήκει δυνάμεως τὸ
                            θερμαῖνον φάρμακον <lb/>τὰ οὕτως διακείμενα σώματα καὶ μὴ πολλὴν ἔχειν
                            ἐπιμεμιγμένην <lb/>στύψιν. ἀναμνήσθητι γὰρ ὧν ἐπί τε τῶν ἀῤῥώστων
                            <lb/>ἐθεάσω κᾀν ταῖς περὶ τῶν φαρμάκων πραγματείαις ἐδιδάχθης, <lb/>ὡς
                            κατὰ μὲν τὴν ἑαυτῆς δύναμιν ἡ στρυφνὴ ποιότης <lb/>ψύχει τε καὶ
                            ξηραίνει· ξυμμιγνυμένη δέ τινι τῶν ἰσχυρῶς θερμαινόντων <lb/>τὸ
                            συγκείμενον ἐξ ἀμφοῖν ἧττον μὲν ἐργάζεται <lb/>θατέρου θερμαῖνον, οὐχ
                            ἧττον δ’ ἑκατέρου ξηραῖνον. ἐναντιώτατα <pb n="500"/> δὲ τούτων οἱ νῦν
                            ἰατροὶ διαπράττονται, ξηρῷ καὶ <lb/>ἀτρόφῳ μορίῳ πολλάκις ἐπιτιθέντες ἐκ
                            θερμῆς καὶ στρυφνῆς <lb/>ὕλης σύνθετον φάρμακον. ἔστι δὲ οὐδὲν τῶν
                            στρυφνῶν μετρίως <lb/>στῦφον, ὅθεν οὐδὲ ξηραίνει μετρίως· ἀφεκτέον οὖν
                            <lb/>ἐστιν αὐτῶν ἐπὶ τῶν προκειμένων διαθέσεων. εἰ δὲ καὶ ἡ <lb/>ψύξις
                            εἴη πολλὴ μετὰ τῆς κατὰ ξηρότητα δυσκρασίας, ὡς <lb/>ἀναγκάζειν ἐπὶ
                            πλέον θερμαίνειν, πρῶτον μὲν ἀναμιμνήσκου <lb/>τοῦ τῆς δυσκρασίας
                            εἴδους· ἐδείχθη γὰρ ἁπάντων χαλεπώτατον· <lb/>ὥστε δυσεπανόρθωτον αὐτὸ
                            γίνωσκε καὶ πολλῆς ἀκριβείας <lb/>δεόμενον. <milestone unit="ed2page" n="169"/>ἀπέχεσθαι δὲ ὁμοίως τῶν ἰσχυρῶς θερμῶν <lb/>καὶ στρυφνῶν
                            πειρῶ, ἐλπίζων ἐν χρόνῳ πλείονι διὰ <lb/>τῶν ἀσφαλεστέρων ἰᾶσθαι τὴν
                            διάθεσιν. ἀσφαλέστεραι δέ <lb/>εἰσιν αὗται, αὖθις γὰρ εἰπεῖν ὑπὲρ τῶν
                            ὄντως ἀναγκαίων <lb/>ἄμεινον, ἐν ναρδίνῳ μύρῳ λειώσας μαστίχην Χίαν ὡς
                            λιπαρωτάτην, <lb/>ἀναλαμβάνων πορφύρᾳ χρῶ. μιγνύναι δ’ ἄμεινον <lb/>εἰ
                            παρείη καὶ τὸν ὀπὸν τοῦ βαλσάμου. διδόναι δὲ καὶ τὸ <lb/>μέλι πλέον ἅμα
                            τῷ γάλακτι προαπηφιρσμένον, ὅπως ἧττόν ﻿<pb n="501"/> τε εἴη
                            περιττωματικὸν καὶ μᾶλλον τρόφιμον. ἀλλὰ καὶ <lb/>αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ
                            ἀφηψημένον τὸ μέλι τροφὴ καλλίστη ψυχρᾷ <lb/>γαστρὶ, πολεμιώτατον δὲ τῇ
                            θερμῇ. καὶ χρὴ μεμνῆσθαι <lb/>τούτων ἀμφοτέρων ἐν τοῖς μάλιστα, μὴ
                            γινωσκομένων τοῖς <lb/>πλείστοις ἰατροῖς, καὶ μήθ’ αἱρεῖσθαί τι μέλιτος
                            μᾶλλον ἐν <lb/>ψυχροῖς σώμασι μήτε φεύγειν ἐν θερμοῖς. ἡ μὲν δὴ πλείστη
                            <lb/>τροφὴ τῆς τοιαύτης διαθέσεως ἔστω μὲν μέλι τὸ κάλλιστον
                            <lb/>ἀφηψημένον ἐπ’ ἀνθράκων δρυΐνων, ἢ ἀμπελίνων εἰς τέλος
                            <lb/>διακαῶν, ἀφῃρημένου παντὸς τοῦ ἀφροῦ. τὸν δ’ οἶνον ἀεὶ <lb/>καὶ
                            μᾶλλον αἱρεῖσθαι παλαιότερον ὅσῳ περ ἂν ἡ ψύξις ἐπὶ <lb/>μᾶλλον κρατῇ.
                            καὶ εἰ δεήσειεν ὅλον τὸ γένος ὑπαλλάττειν, <lb/>Ἀδριανὸν μὲν τὸ πρῶτον,
                            εἶτ’ αὖθις Τιβουρτῖνον, ἤ τινα <lb/>τῶν ὁμοίων αἱρούμενον ἅπαντας
                            παλαιοὺς μὲν, ἀλλ’ οὐχ <lb/>οὕτως ὥστε πικροὺς ὑπάρχειν ἤδη· ξηραίνουσι
                            γὰρ οἱ πικροὶ, <lb/>περαιτέρω τοῦ δέοντος. ἄριστον δὲ φάρμακον ἐπὶ τῶν
                            τοιούτων <lb/>ἁπάντων ᾧ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν οἱ πιττωταὶ χρῶνται.
                            <lb/>καταχρίειν οὖν αὐτῷ προσήκει τὴν γαστέρα σύμπασαν· <lb/>εἶτ’
                            ἀποσπᾷν πρὶν ψυχθῆναι· καὶ τοῦτο ἀρκεῖ ποιῆσαι δὶς <pb n="502"/> ἐφεξῆς
                            ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ· πλεονάκις δ’ οὐ χρή· διαφορήσεις γὰρ <lb/>οὕτως, οὐ
                            πληρώσεις αἵματος χρηστοῦ τὸ μόριον· ἡμεῖς δὲ <lb/>οὐ διαφορεῖν τὸ
                            περιεχόμενον, ἀλλ’ ἐκ τῶν πλησίον ἐπισπᾶσθαι <lb/>βουλόμεθα. τοῦτο καὶ
                            ἐπὶ τῶν ἠτροφηκότων πάντων <lb/>μορίων θαυμαστὸν φάρμακον, ἤν τις
                            ἐπίστηται μετρίως <lb/>χρῆσθαι. καὶ μέντοι καὶ τὸ θερμαίνειν τὴν
                            γαστέρα, μὴ <lb/>ποιότητι παραύξοντα τὸ θερμὸν, ἀλλ’ ὅτι μάλιστα
                            φυλάττοντα <lb/>μὲν αὐτοῦ τὴν κατὰ φύσιν εὐκρασίαν, αὐξάνοντα δὲ
                            <lb/>τὴν οὐσίαν, οὐχ ὁ φαυλότατός ἐστι τῶν ἐν ταῖς τοιαύταις
                            <lb/>διαθέσεσι σκοπῶν. ἐργάζεται δὲ τοῦτο κατὰ μὲν τὴν δίαιταν <lb/>ἅμα
                            τοῖς εἰρημένοις ἔμπροσθεν οἶνος μάλιστα· τῶν δ’ ἔξωθεν <lb/>τῇ γαστρὶ
                            προσφερομένων εὔσαρκον παιδίον συγκοιμώμενον, <lb/>ὡς ψαύειν ἀεὶ τῶν
                            κατ’ ἐπιγάστριον. ἔνιοι δὲ καὶ <lb/>κυνίδια λιπαρὰ τῆς αὐτῆς ἕνεκα
                            χρείας ἔχουσιν, οὐκ ἐν τῷ <lb/>νοσηλεύεσθαι μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑγιαίνοντες.
                            τὰ μὲν οὖν τοιαῦτα <lb/>καὶ τοῖς διὰ ξηρότητα μόνην ἀτονοῦσι τὴν κοιλίαν
                            <lb/>ἐπιτήδεια. καὶ χρὴ περὶ παντὸς ποιεῖσθαι τὸ παιδίον ἄνικμον
                            <lb/>ἔχειν τὸν χρῶτα· τὰ γὰρ ἐφιδροῦντα διὰ νυκτὸς ψύχει μᾶλλον <pb n="503"/> ἢ θερμαίνει. βλάπτουσι δὲ καὶ αἱ θερμαὶ πυρίαι τὰς
                            τοιαύτας <lb/>διαθέσεις, αἱ μὲν οὖν ἅμα ξηρότητι συνιστάμεναι,
                            <lb/>διότι τῶν ὁμοιομερῶν σωμάτων ἐκβόσκονται τὰς νοτίδας· αἱ <lb/>δὲ
                            σὺν ὑγρότητι τῷ διαφορεῖν τε ταύτας, καὶ μάλισθ’ ὅταν <lb/>ἐπὶ πλέον
                            χρησώμεθα, καὶ τῷ σφόδρα μανὸν ἐργάζεσθαι καὶ <lb/>τὸ σῶμα καὶ εὔψυκτον.
                            περὶ μὲν οὖν ταύτης τῆς συζυγίας <lb/>τῶν δυσκρασιῶν ἱκανὰ καὶ ταῦτα.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p><milestone unit="ed2page" n="170"/>Μιγνύσθω δ’ ἐφεξῆς δαψιλεῖ ξηρότητι,
                            <lb/>καθάπερ ὑπόκειται, μὴ πάνυ πολλὴ θερμότης. ἐπὶ μὲν τῆς
                            <lb/>τοιαύτης ὑπαλλάξεως τὴν πρώτην ἀγωγὴν φυλάξομεν, οὐχ <lb/>ὅπως
                            αὐξάνοντες ἢ τὴν τοῦ οἴνου δύναμιν, ἢ τὸ πλῆθος τοῦ <lb/>μέλιτος, ἀλλὰ
                            καὶ καθαιροῦντες ὡς μέλιτος μὲν μηδόλως <lb/>γεύεσθαι, τὸν δ’ οἶνον
                            ἥκιστα παλαιὸν προσφέρεσθαι. χλιαρὰ <lb/>δὲ τὰ ἐδέσματα προσοίσομεν, ἃ
                            καλεῖν ἔθος ἐστὶ τοῖς ἰατροῖς <lb/>γαλακτώδη· θέρους δ’ ὄντος ἃ
                                κα<milestone unit="ed1page" n="114"/>λοῦσι κρηναῖα· καὶ <lb/>τὴν
                            κοιλίαν ἐπαλείψομεν ὀμφακίνῳ τε καὶ μηλίνῳ· πολὺ δὲ <lb/>δὴ μᾶλλον ἐὰν
                            πλείων ἡ θερμότης ᾖ, τὸν οἶνον ὑδαρέστερόν <lb/>τε δώσομεν καὶ οὕτως
                            ἔχοντα ψύξεως ὡς τὸ κρηναῖον ὕδωρ <pb n="504"/> ἐν ἦρι μέσῳ, γινώσκοντες
                            ὡς ἡ τοιαύτη διάθεσις ἀνάλογός <lb/>ἐστι πυρετῷ· ὅπερ γὰρ ἐκεῖνος ἢ κατὰ
                            σύμπαν τὸ ζῶον, ἢ <lb/>κατὰ τὴν καρδίαν ἐστὶ, τοῦθ’ ἡ νῦν προκειμένη
                            διάθεσις ἐν <lb/>τῇ γαστρί. καὶ ἐγὼ πρῶτον μὲν ἁπάντων οἶδά τινα
                            θεασάμενος <lb/>ἅμα τοῖς διδασκάλοις ἄνδρα τῆς καθεστώσης ἡλικίας,
                            <lb/>ἐνοχλούμενον ἤδη μηνῶν οὐκ ὀλίγων· ἀλλ’ οὔτ’ ἐκείνων τις
                            <lb/>ἐγίνωσκε τὴν διάθεσιν οὔτ’ ἐγώ· μετὰ ταῦτα δ’ ἀνεμνήσθην
                            <lb/>εὑρηκὼς ἤδη τὴν θεραπευτικὴν μέθοδον, ὡς τοῦτ’ ἄρ’ ἦν <lb/>ἐκεῖνο
                            τὸ θεωρηθέν μοι πάλαι. κάλλιον δ’ αὐτὸ καὶ διηγήσασθαι, <lb/>πάντως γὰρ
                            δή που καὶ τοὺς ἀκούσαντας ὀνήσει, <lb/>καθάπερ κᾀμέ. τετταρακοντούτης
                            μὲν ἦν ὁ ἄνθρωπος, <lb/>ἕξεως δὲ συμμέτρου κατὰ πάχος καὶ λεπτότητα κατὰ
                            τὸν τῆς <lb/>ὑγείας χρόνον. ἐδίψα δὲ σφόδρα καὶ μισεῖν ἔφασκε τὸ θερμὸν,
                            <lb/>ἐδίδου δ’ αὐτῷ οὐδεὶς ψυχρὸν ἱκανῶς λιπαροῦντι· πυρέττειν
                            <lb/>μέντοι τοῖς ἰατροῖς οὐκ ἐδόκει· καὶ ἡ γαστὴρ ἐξέκρινε τὰ
                            <lb/>ληφθέντα τριῶν ἢ τεττάρων ὡρῶν ὕστερον ἅμα τῷ ποτῷ. <lb/>ταῦτ’ ἄρα
                            καὶ ἰσχνὸς ἦν ἤδη καὶ πλησίον ἀφῖκτο κινδύνου, <pb n="505"/> μηδὲν
                            ὀνινάμενος ὑπὸ τῶν αὐστηρῶν καὶ στρυφνῶν ἐδεσμάτων <lb/>τε καὶ φαρμάκων.
                            ἐλάμβανε δὲ καὶ οἶνον αὐστηρὸν ἐπὶ <lb/>τῇ τροφῇ οὗτος ὁ ἄνθρωπος, ἅμα
                            μὲν οὐκέτι φέρων τὸ δίψος, <lb/>ἅμα δὲ καὶ, ὡς ἔφασκεν, ἑλόμενος
                            ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῇν <lb/>ἀνιώμενος. ὕδατος ψυχροῦ δαψιλὲς ἀθρόως ἐπὶ
                            τῇ τροφῇ <lb/>προσενεγκάμενος αὐτίκα μὲν ἐπαύσατο διψῶν, ἐξήμεσε δ’
                            <lb/>ὀλίγον ὕστερον τὸ πλεῖστον. φρικῶδες δὲ τοὐντεῦθεν γίνεται <lb/>τὸ
                            σύμπαν σῶμα καὶ δεῖται σκεπασμάτων πλειόνων ἀποῤῥίπτων <lb/>ἔμπροσθεν
                            ἅπαντα· τό τε οὖν λοιπὸν ἅπαν τῆς ἡμέρας <lb/>ἐφεξῆς τοῦτο ἔπραξε καὶ
                            δι’ ὅλης νυκτὸς ἐφ’ ἡσυχίας ἔμεινεν, <lb/>ἐνθάλπων ἑαυτὸν ἐπιβλήμασιν.
                            ἐξέκρινε δ’ ἅπαξ ἡ <lb/>γαστὴρ αὐτῷ μετρίως συνεστῶτα διὰ μέσης νυκτός·
                            ὥστε <lb/>οὐδὲ διψώδης ἦν ἔτι κατὰ τὴν ὑστεραίαν, εὐχρούστερός τε
                            <lb/>μακρῷ καὶ ἰσχυρότερος ἀπείργαστο. καὶ σκέψις μὲν ἐγένετο <lb/>τοῖς
                            ἰατροῖς εἰ λουστέον αὐτὸν, ἐνίων μὲν κελευόντων, ἐνίων <lb/>δ’
                            ἀπαγορευόντων· ἐκράτει δὲ ἡ τοῦ λούειν δόξα. καὶ τοίνυν <lb/>λουσάμενος
                            εὐφόρως, μετρίως τε διῃτήθη καὶ κρεῖττον ἢ <lb/>κατὰ τὴν προτεραίαν
                            ἔπεψεν ἡ γαστήρ. ἐμέμψατο δὲ τὴν ﻿<pb n="506"/> κατάποσιν ὡς δυσχερῆ καὶ
                            πᾶσιν ἐδόκει διὰ τὸν ἔμετον <lb/>ἀήθως γενόμενον ἐσπαράχθαι τε καὶ
                            κάμνειν τὸν στόμαχον, <lb/>ὡς δὲ καὶ τῶν ἑξῆς ἡμερῶν ἔμενε τὸ σύμπτωμα,
                            δῆλον ἐγίγνετο <lb/>πᾶσιν ἡμῖν ὡς ἡ μὲν γαστὴρ ἐθεραπεύθη τὴν ἀτονίαν,
                            <lb/>ὁ στόμαχος δὲ ἐψύχθη. καὶ οὐδὲν ἄρα θαυμαστὸν ἦν εἰς
                            <lb/>συμμετρίαν μὲν ἐπανελθεῖν τῇ πόσει τὸ ὑπερτεθερμασμένον,
                            <lb/>ψυχθῆναι δὲ τὸ μετρίως θερμόν. <milestone unit="ed2page" n="171"/>οὐ μὴν οὐδὲ ἠδυνήθη <lb/>τις αὐτοῦ θεραπεῦσαι τὸν στόμαχον, ἀλλ’
                            ἕτερον ἀνθ’ ἑτέρου <lb/>κακὸν ἀνταλλαξάμενος ἐτελεύτα τῷ χρόνῳ. ἄλλον δὲ
                            τοιοῦτον <lb/>ἔτεσιν ὕστερον οὐκ ὀλίγοις ἐθεασάμην, ἤδη διαγινώσκειν
                            <lb/>εἰδὼς ἁπάσας τῆς γαστρὸς τὰς δυσκρασίας, ἐδόκει μοι δὴ <lb/>ψύχειν
                            ἀγωνιστικώτερον εὐθέως πρὶν ἐπὶ πλέον λεπτυνθέντα <lb/>παραπλήσιόν τι τῷ
                            πρόσθεν ἐπὶ τῇ ψύξει παθεῖν. ἀσφαλέστερον <lb/>οὖν ἐφαίνετό μοι τὴν
                            πρώτην ἀποπειραθῆναι τῶν <lb/>κατὰ τὸ ὑποχόνδριον ἐπιτιθεμένων ψυκτηρίων
                            φαρμάκων. <lb/>καὶ οὕτω πράξαντος ἠλαττώθη μὲν τὸ καῦμα τῆς κοιλίας,
                            <lb/>ἀνέπνει δὲ τοῖς στενάζουσιν ὁμοίως ὁ ἄνθρωπος, ὡς μόλις <lb/>κινῶν
                            ὅλον τὸν θώρακα. καὶ μέντοι καὶ αὐτὸς ἀνερωτώμενος <pb n="507"/>
                            ὡμολόγει τοιούτου τινὸς αἰσθάνεσθαι παθήματος. ἔγνων <lb/>οὖν ἐψῦχθαι
                            τὰς φρένας αὐτῷ· καὶ διὰ τοῦτο ἀποῤῥίψας <lb/>τὰ ψυκτήρια, κατήντλουν
                            ἐλαίῳ θερμῷ. τάχιστα δὲ τῆς <lb/>ἀναπνοῆς ἀπολαβούσης τὸν κατὰ φύσιν
                            ῥυθμὸν, ἐπαυσάμην <lb/>μὲν τῆς αἰονήσεως, ἔγνων δὲ μετρίως αὐτὸν ψύχειν
                            ἐν χρόνῳ <lb/>πλείονι. τά τε οὖν ἔξωθεν ἐπιτιθέμενα κάτω μᾶλλον ἐπετίθην
                            <lb/>ἀποχωρῶν τοῦ διαφράγματος, ὡς ἐπὶ τὸν ὀμφαλόν· <lb/>ἅπαντά τε τὰ
                            ἐσθιόμενα καὶ τὰ πινόμενα πλὴν τοῦ γάλακτος <lb/>ἐδίδων ψυχρὰ,
                            παραπλησίως ὕδατι κρηναίῳ. καὶ οὕτως <lb/>ἐν χρόνῳ πλείονι κατέστη,
                            μηδὲν τῶν ἄλλων βλαβείς. ἰστέον <lb/>δέ σοι καὶ τοῦτο πρὸ πάντων, ὡς
                            ἐπειδὰν μὲν ἰσχυρῶς ἀλλοιωθῇ <lb/>κατ’ ἀμφοτέρας τὰς ποιότητας ὁτιοῦν
                            μόριον, ἀπόλλυται <lb/>τὸ ἔργον αὐτοῦ σύμπαν. οὐ ῥᾴδιον δὲ οὐδὲ τὸ οὕτω
                            <lb/>διατεθὲν ἐπανελθεῖν εἰς τὸ κατὰ φύσιν. ἐπειδὰν δὲ ἡ ἑτέρα <lb/>μόνη
                            ποιότης ἐπὶ πλέον ὑπαλλαχθῇ, καθάπερ νῦν ὑπεθέμεθα <lb/>τὴν ξηρότητα,
                            τῶν δ’ ἄλλων τις ᾖ μετρία, δυνατὸν ἰάσασθαι <lb/>τὸν οὕτω διακείμενον
                            ἄνθρωπον. </p></div><pb n="508"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>’Υποκείσθω δὴ πάλιν ἐπικρατεῖν μὲν τὴν <lb/>θερμὴν δυσκρασίαν, μίγνυσθαι
                            δ’ αὐτῇ ποτὲ μὲν ὑγρότητα, <lb/>ποτὲ δὲ ξηρότητα, μετρίαν ἑκατέραν, καὶ
                            προτέραν γε τὴν <lb/>ὑγρότητα. τὴν τοιαύτην δυσκρασίαν ἀδεέστερον ὕδατι
                            θεραπεύσομεν <lb/>ψυχρῷ διὰ τὸ μὴ βλάπτεσθαι πρὸς αὐτοῦ τὰ γειτνιῶντα
                            <lb/>μετρίως διακείμενα. κατὰ γὰρ τὰς ξηρὰς διαθέσεις <lb/>ἀναγκαῖόν
                            ἐστιν οὐ τὰ πλησιάζοντα μόνον, ἀλλὰ τὸ σύμπαν <lb/>ἰσχνότερον γενέσθαι
                            τὸ σῶμα· τῆς κοιλίας δ’ αὐτῆς μηδέπω <lb/>κατεξηρασμένης, ὡς ὑπόκειται
                            νῦν, οὐδὲ τὸ σύμπαν σῶμα <lb/>λεπτύνεσθαι δυνατόν· ὥστε οὐδὲ βλάπτεσθαι
                            τῇ πόσει τοῦ <lb/>ψυχροῦ. εἰ δ’ οὕτω ποτὲ ἰσχυρὰ δυσκρασία θερμότητος
                            εἴη <lb/>κατὰ τὴν κοιλίαν ὡς μέχρι τῆς καρδίας ἐξικνεῖσθαι, πυρέττειν
                            <lb/>ἀνάγκη τὸν ἄνθρωπον· ὥστε καὶ τὸν κίνδυνον ὀξύτερον εἰκὸς
                            <lb/>ἕπεσθαι ταῖς τοιαύταις δυσκρασίαις· ἡ δ’ ἴασις ἡ αὐτὴ μὲν <lb/>κατὰ
                            γένος, εἰρήσεται δὲ αὖθις ἐν ταῖς θεραπείαις τῶν πυρετῶν. <lb/>ἡ δὲ μετὰ
                            ξηρότητος θερμότης τοῖς αὐτοῖς μὲν ὑπάγεται <lb/>κατὰ γένος, οὐ μὴν
                            ὁμοίως γε ἀδεὴς τῶν ψυχόντων ἡ <lb/>χρῆσίς ἐστι, δι’ ἃς εἶπον αἰτίας. ἡ
                            δὲ ὑγρὰ δυσκρασία καὶ <pb n="509"/> μόνη συστᾶσα πασῶν ἐστιν εὐιατοτάτη
                            καὶ μετὰ θερμότητος <lb/>ἢ ψυχρότητος ἐπιπλεκομένη. καὶ διότι γε συνεχῶς
                            αἱ τρεῖς <lb/>αὗται δυσκρασίαι καταλαμβάνουσι τὴν γαστέρα καί εἰσιν
                            <lb/>ἰαθῆναι ῥᾷσται, τὴν θεραπείαν δὲ ἀεὶ τούτων ἔχοντες ἐν <lb/>μνήμῃ,
                            πάντες οἱ χωρὶς μεθόδου θεραπεύοντες τὰς νόσους <lb/>ἐπὶ τὰς ἄλλας, ὡς
                            εἴρηται, μεταφέρουσιν ἀγνοοῦντες ὅτι <lb/>πλείους εἰσίν. <milestone unit="ed2page" n="172"/>ἔστι δὲ δήπου τῆς μὲν ὑγρᾶς δυσκρασίας
                            <lb/>μόνης συνισταμένης βοηθήματα τὰ ξηραίνοντα τῶν <lb/>ἐδεσμάτων, ἄνευ
                            τοῦ θερμαίνειν ἢ ψύχειν ἰσχυρῶς· ἔτι τε <lb/>πρὸς τούτοις ἔνδεια τῶν
                            συνηθῶν ποτῶν· τῶν δὲ μετὰ θερμότητος <lb/>ἡ στυφόντων ἐδεσμάτων καὶ
                            ποτῶν χρῆσις· ἔστω <lb/>δὲ καὶ ταῦτα χωρὶς τοῦ θερμαίνειν αὐστηρὰ, καὶ
                            μὲν δὴ καὶ <lb/>τὸ ψυχρὸν ποτὸν ἐπιτήδειον αὐτοῖς. τῆς δὲ μετὰ ψύξεως
                            <lb/>ὑγρᾶς δυσκρασίας ἄριστα μὲν ἰάματα τὰ δριμέα σύμπαντα·
                            <lb/>μιγνύσθω δ’ αὐτοῖς καὶ τὰ στρυφνὰ χωρὶς τοῦ ψύχειν σαφῶς.
                            <lb/>ἄριστον δ’ ἴαμα καὶ τούτοις ὀλίγιστον πόμα καὶ τοῦτό <lb/>τις τῶν
                            θερμαινόντων ἰσχυρῶς οἴνων· εὔδηλον δὲ καὶ ὡς <lb/>ὁ τοιοῦτος οὐδὲ νέος
                            ἐστίν. ἀνάλογον δὲ τοῖς ἐσθιομένοις <pb n="510"/> καὶ πινομένοις
                                <milestone unit="ed1page" n="115"/>καὶ τἄλλα ἔστω σύμπαντα τὰ ἔξωθεν
                            <lb/>προσαγόμενα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ἐπεὶ δὲ καὶ περὶ τούτων αὐτάρκως εἴρηται, <lb/>πάλιν ἐπ’ ἀρχὴν τὸν λόγον
                            ἀναγαγόντες, ἀθροίσωμεν αὐτοῦ <lb/>τὰ κεφάλαια. τὴν μὲν οὖν θερμὴν
                            δυσκρασίαν ψυκτέον ἐστὶ, <lb/>τὴν δὲ ψυχρὰν θερμαντέον· οὕτω δὲ καὶ τὴν
                            μὲν ὑγρὰν ξηραντέον, <lb/>τὴν δὲ ξηρὰν ὑγραντέον. εἰ δὲ κατὰ συζυγίαν
                            τινὰ <lb/>εἴη γεγενημένη, μιγνύειν ἀμφοτέρους τοὺς σκοποὺς, τὴν μὲν
                            <lb/>ὑγρὰν καὶ θερμὴν ξηραίνοντας καὶ ψύχοντας, τὴν δ’ ὑγρὰν <lb/>καὶ
                            ψυχρὰν ξηραίνοντας καὶ θερμαίνοντας· οὕτως δὲ καὶ <lb/>ξηρὰν καὶ θερμὴν
                            ὑγραίνοντας καὶ ψύχοντας, τὴν δὲ ψυχρὰν <lb/>καὶ ξηρὰν ὑγραίνοντας καὶ
                            θερμαίνοντας. ἁπασῶν δὲ <lb/>χειρίστην ἰστέον εἶναι τῶν μὲν ἁπλῶν τὴν
                            ξηρὰν, τῶν δὲ <lb/>συνθέτων τὴν ξηράν τε ἅμα καὶ ψυχράν. ἐν τούτῳ μὲν
                            ἡμῖν <lb/>τέλος ἐχέτω τὰ περὶ τῆς δυσκρασίας τῆς γαστρὸς, ἄνευ περιττῆς
                            <lb/>τινος ἔξωθεν ὑγρότητος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Ἑξῆς δ’ ἐπὶ τὰς διά τι τοιοῦτο γιγνομένας <lb/>ἴωμεν τῷ λόγῳ. πολλάκις
                            μὲν οὖν ἐν αὐτῷ τῷ κύτει τῆς ﻿<pb n="511"/> κοιλίας τι περιεχόμενον
                            ὑγρὸν ἤτοι θερμαίνειν, ἢ ψύχειν, ἢ <lb/>ὑγραίνειν, ἢ ξηραίνειν αὐτὴν
                            πεφυκὸς, ἢ κατὰ συζυγίαν τινὰ <lb/>τούτων ποιεῖν· ἐνίοτε δ’ εἰς αὐτοὺς
                            τοὺς χιτῶνας, ὡς ἂν <lb/>εἴποι τις, ἀναπεπωμένον, ἢ ἐμπεπλασμένον
                            ἐργάζεται τὴν <lb/>δυσκρασίαν. ἡ μὲν οὖν προτέρα διάθεσις εἰ μὲν ἅπαξ
                            συσταίη, <lb/>δι’ ἐμέτων ἐκκαθαρθεῖσα καθίσταται ῥᾳδίως· εἰ δ’
                            <lb/>αὖθις καὶ αὖθις ἐξ ἑτέρου τινὸς ἢ ἑτέρων ἐπιῤῥέοι μορίων,
                            <lb/>ἀκριβοῦς δεῖται τῆς διαγνώσεως. ἡ θεραπεία δ’ εὐθέως ἐπακολουθήσει
                            <lb/>τῇ γνώσει τῆς ποιούσης αἰτίας. ἐλέχθη γὰρ ἡμῖν <lb/>ἐν ἄλλοις τέ
                            τισι κᾀν ταῖς τῶν πυρετῶν διαφοραῖς ὡς <lb/>ἐπιῤῥεῖ πολλάκις ἐξ ἑτέρων
                            μορίων ἑτέροις, ἡ περιουσία· καθάπερ, <lb/>εἰ οὕτως ἔτυχε, τῶν κατὰ τὴν
                            κεφαλὴν τοῖς ὀφθαλμοῖς. <lb/>ἔνθα χρὴ τὰ πέμποντα θεραπεύοντα μόρια
                            μόνου τοῦ <lb/>τόνου προνοεῖσθαι τῶν ὀφθαλμῶν, ὡς μὴ ῥᾳδίως δέχοιντο
                            <lb/>μηδὲν τῶν ἐπιῤῥεόντων αὐτοῖς. οὕτως οὖν χρὴ καὶ ἐπὶ τῆς
                            <lb/>κοιλίας εὑρόντα τὸ πέμπον τὰ περιττὰ σύμπασαν μὲν ἐκείνῳ
                            <lb/>προσάγειν τὴν θεραπείαν, τῆς γαστρὸς δὲ προνοεῖσθαι τοσοῦτον <pb n="512"/> μόνον, ὡς μὴ ῥᾳδίως δέχοιτο τὰ ἐπιῤῥέοντα. γένοιτο δ’
                            <lb/>ἂν, οἶμαι, τοῦτο κατὰ διττὸν τρόπον· ἕνα μὲν τὸν κοινὸν
                            <lb/>ἁπάντων ῥευμάτων, ἀναστέλλεται γὰρ ὑπὸ τῶν στυφόντων· <lb/>ἕτερον
                            δὲ καὶ τοῦτον κοινὸν ἁπάντων τῶν εἰς εὐεξίαν ἀγομένων <lb/>μορίων ὑπὸ
                            τῆς ἐν τῇ κράσει συμμετρίας. <milestone unit="ed2page" n="173"/>ἐπισκέπτεσθαι <lb/>τοιγαροῦν ὅλον μὲν τὸ σῶμα πρότερον χρὴ, εἰ
                            περιττωματικὸν <lb/>ἢ πληθωρικὸν ὂν ἐπιπέμπει ῥεῦμα τῇ γαστρί·
                            <lb/>δεύτερον δ’, εἰ μὴ τοῦτο φαίνοιτο, τὸ καθ’ ἕν ἕκαστον τῶν
                            <lb/>μορίων σκοπεῖσθαι. κατὰ μὲν δὴ τὴν τοῦ παντὸς σώματος
                            <lb/>ἐπίσκεψιν ἔμαθες μὲν καὶ τὰ τοῦ πλήθους καὶ τὰ τῶν περιττωμάτων
                            <lb/>γνωρίσματα διά τε τῆς ὑγιεινῆς πραγματείας καὶ <lb/>τοῦ περὶ
                            πλήθους βιβλίου. προσεπισκέπτου δ’ αὐτοῖς καὶ <lb/>τάδε· πρῶτον μὲν ἐπὶ
                            γυναικῶν, εἰ μὴ καθαίρονται κατὰ <lb/>φύσιν· ἑξῆς δ’ ἐπ’ ἀνδρῶν, εἰ ἡ
                            συνήθης ἔκκρισις ἐπέσχηται. <lb/>πολλοῖς μὲν γὰρ αἱμοῤῥοῒς εἴθισται τὸ
                            περιττὸν ἐκκενοῦν· <lb/>ἐνίοις δ’ αἱμοῤῥαγίαι διὰ ῥινῶν, ἢ ἔμετος, ἤ τι
                            κατ’ ἄλλον <lb/>τινὰ τόπον ἐν ὡρισμέναις περιόδοις ἀποστομούμενον
                            ἀγγεῖον· <lb/>οἶδα γοῦν ἐν στόματι καὶ φάρυγγι πολλοῖς τοῦθ’ ὑπάρχον.
                                <pb n="513"/> ἔστι δ’ οἷς καὶ διὰ γαστρὸς αἵματος ἔκκρισις ἀνὰ
                            χρόνον <lb/>γίγνεται, καὶ μάλισθ’ ὅσοι γυμνασίων ἰσχυρῶν ἀποστάντες
                            <lb/>οὐκ ἀπέστησαν τῆς ἔμπροσθεν διαίτης, ἤ τι κῶλον ὅλον ἀφῃρέθησαν,
                            <lb/>ὡς ἐδήλωσε καὶ ὁ Ἱπποκράτης. ἐνίοις δὲ καὶ διάῤῥοιαι <lb/>καὶ
                            χολέραι διὰ χρόνων τινῶν γιγνόμεναι κενοῦσιν <lb/>ἅπαντος τοῦ σώματος
                            τὴν περιουσίαν. ἐπὶ δὲ τοῖσδε σκεπτέον <lb/>ὁποίᾳ τινὶ κέχρηται διαίτῃ·
                            πότερον ἀπεψίαις πλείοσιν, <lb/>ἢ πλησμοναῖς, ἐν ἀργῷ βίῳ καὶ μάλιστα
                            παρὰ τὸ ἔθος, ἢ <lb/>τοὐναντίον. εἶθ’ ἑξῆς ἐπισκεπτέον εἰ μέλος ἄλλο τοῦ
                            σώματος <lb/>ἐνοχλούμενον ἐν περιόδοις τισὶ χρόνων οὐκ ἐνοχλεῖται
                            <lb/>νῦν. ἐνίοις μὲν γὰρ ἀρθρῖτις, ἢ ἰσχιὰς, ἢ ποδάγρα· κεφαλαία <lb/>δ’
                            ἄλλοις, ἢ εἰς ὀφθαλμοὺς ἢ εἰς ὦτα κατασκῆπτον <lb/>ῥεῦμα μετέστη νῦν εἰς
                            τὴν γαστέρα. πολλοῖς δὲ καὶ κατάῤῥοι <lb/>καὶ κόρυζαι συνεχῶς γινόμεναι
                            μεθίστανται κατά τινα <lb/>χρόνον εἰς τὰ κατὰ τὴν γαστέρα χωρία. ταῦτ’
                            οὖν ἅπαντα <lb/>κατασκεψάμενος, εἰ μὲν ἐξ ἀκυρωτέρων ἡ μετάστασις εἴη
                            γεγενημένη, <lb/>πρὸς ἐκεῖνα πάλιν ἀντισπάσεις τὸ περιττεῦον· εἰ δ’ <pb n="514"/> ἐκ κυριωτέρων, ἀμφοῖν ὁμοίως προνοήσεις τὴν ἐργαζομένην
                            <lb/>τὸ ῥεῦμα διάθεσιν ἐκκόπτων ἀεί. γίγνοιτο δ’ ἂν τοῦτο πάντα <lb/>μὲν
                            εἰς εὐεξίαν ἀγόντων ἡμῶν τὰ τοῦ σώματος μόρια, πάσας <lb/>δὲ τὰς φυσικὰς
                            ἐκκρίσεις εὔρους ἀεὶ παρασκευαζόντων. ὅπως <lb/>δ’ ἄν τις ἐργάζοιτο
                            ταῦτα διὰ τῆς ὑγιεινῆς πραγματείας <lb/>δεδήλωται. πρόδηλον δ’ ὅτι κᾂν
                            εἰ διὰ πληθώραν ὅλου τοῦ <lb/>σώματος ἡ γαστὴρ δέχηται ῥεῦμα, τὸ σύμπαν
                            σῶμα κενωτέον <lb/>ἐστίν. ὥσπερ γε καὶ εἰ διὰ κακοχυμίαν, ἐκείνην
                            ἐκκαθαίρειν <lb/>προσήκει, κᾄπειθ’ οὕτως ἐπ’ αὐτὴν ἰέναι τὴν γαστέρα.
                            <lb/>πάντως γὰρ δήπου πλείοσιν ἡμέραις εἰς αὐτὴν ἐνηνεγμένων <lb/>τῶν
                            περιττῶν ἀπήλαυσέ τι τῆς μοχθηρίας αὐτῶν. <lb/>ὥστε ἐν καιρῷ χρήσαιτ’ ἂν
                            ὁ οὕτω κάμνων ἀψινθίῳ ποτῷ. <lb/>δήλη δ’ οἶμαί σοι καὶ ἡ μετὰ ταῦτα
                            πρόνοια μέχρι τοῦ <lb/>τὴν ἔμπροσθεν ἕξιν ἀνακτήσασθαι τῇ γαστρί. κατὰ
                            γάρ τοι <lb/>τὴν κρᾶσιν τοῦ λυπήσαντος αὐτὴν ῥεύματος ἔστιν ὅτε
                            δύσκρατος <lb/>γενομένη τῶν ἐναντίων εἰς ἐπανόρθωσιν ἰαμάτων
                            <lb/>δεῖται. ῥᾷστον δὲ δήπου τὴν τοιαύτην ἰάσασθαι βλάβην, <pb n="515"/>
                            ὅταν ὀλίγων ἡμερῶν ᾖ. ὡς εἴ γε δι’ ἀπορίαν τῶν ἰασομένων <lb/>διαμείνῃ
                            χρόνῳ πλείονι, ποτὲ μὲν οἱ χιτῶνες αὐτῆς ἐμπίπλανται <lb/>τῆς
                            κακοχυμίας, ἔστι δ’ ὅτε καὶ αὐτὸ τὸ ὁμοιομερὲς <lb/>αὐτῶν σῶμα δύσκρατον
                            ἱκανῶς γενόμενον ὁμοίας χρῄζει <lb/>θεραπείας τῇ λελεγμένῃ πρόσθεν ἐν
                            τῷδε τῷ λόγῳ τῶν <lb/>δυσκρασιῶν. ὑπόλοιπον οὖν ἐστι διελθεῖν ὅπως ἄν
                            τις ἰῷτο <lb/>τὰς ἐν τοῖς χιτῶσι τῆς γαστρὸς κακοχυμίας. ἔστι δὲ
                            ἐπιτήδεια <lb/>πρὸς τὰς τοιαύτας διαθέσεις φάρμακα <milestone unit="ed2page" n="174"/>τῷ γένει μὲν <lb/>ἐκ τῶν καθαιρόντων
                            μετρίως, ὡς μὴ προϊέναι τὴν δύναμιν <lb/>αὐτῶν ἀνωτέρω τῶν κατὰ γαστέρα
                            τε καὶ τὰ ἔντερα χωρίων· <lb/>ἢ εἴπερ ἄρα πρὸς τούτοις, ἅπτεσθαι τῶν
                            κατὰ τὸ μεσεντέριον <lb/>ἀγγείων. ἐν εἴδει δὲ τὰ διὰ τῆς ἀλόης ἐστὶ
                            κάλλιστα καὶ <lb/>αὐτὴ καθ’ αὑτὴν ἡ ἀλόη, μὴ παρόντων ἐκείνων. ἄπλυτος
                            <lb/>μὲν οὖν ἱκανώτερον ἐκκενοῖ, πλυθεῖσα δὲ ἧττον μὲν καθαίρει,
                            <lb/>ῥώννυσι δὲ μᾶλλον τὴν γαστέρα. χρὴ τοίνυν ἔχειν τὴν <lb/>καλουμένην
                            ἤδη πρὸς ἁπάντων τῶν ἰατρῶν πικρὰν, ἐσκευασμένην <lb/>διττῶς, ἐξ ἀπλύτου
                            τε καὶ πεπλυμένης ἀλόης. μίγνυται <lb/>δὲ αὐτῇ κινναμώμου τε καὶ
                            ξυλοβαλσάμου καὶ ἀσάρου ﻿<pb n="516"/> καὶ νάρδου στάχυος καὶ κρόκου καὶ
                            Χίας μαστίχης. ἔστωσαν <lb/>δὲ ἓξ μὲν τούτων ἑκάστου δραχμαὶ, μόνης δὲ
                            τῆς ἀλόης ἑκατόν. <lb/>ἄριστον δὲ τοῦτο τὸ φάρμακον εἰς τὰς τῶν χιτώνων
                            τῆς <lb/>γαστρὸς κακοχυμίας· ἄμεινον δὲ χρῆσθαι ξηρῷ δι’ ὕδατος
                            <lb/>ὅσον δυοῖν κοχλιαρίων μικρῶν τὸ πλῆθος, ὅταν γε μετρίως <lb/>καὶ
                            μέσως αὐτῷ χρῆσθαι προαιρώμεθα· τὸ γὰρ δὴ πλεῖστον <lb/>καὶ τελεώτατον
                            οὐ σμικρῶν δυοῖν, ἀλλὰ μεγάλων ἡ <milestone unit="ed1page" n="116"/>πόσις, <lb/>ἐν ὕδατος εὐκράτου τρισὶ κυάθοις· ἐλαχίστη δὲ δόσις
                            <lb/>ἑνὸς κοχλιαρίου μικροῦ. χρῆσθαι δ’ ἐν τῷ καιρῷ τῷδε καὶ
                            <lb/>πτισάνης χυλῷ, πρῶτον αὐτὸν ἀπὸ τοῦ βαλανείου λαμβάνοντα. <lb/>τὸ
                            μὲν γὰρ φάρμακον αὐτὸ κατὰ τὸν συνήθη τοῖς <lb/>καθαίρουσι διδόσθω
                            καιρόν. ἐπ’ αὐτῷ δὲ περιπατήσαντα <lb/>σύμμετρα καὶ κινηθέντα μέτρια τῶν
                            ἄλλων τῶν κατὰ τὴν <lb/>δίαιταν ὑπαλλάττειν μηδέν. ἔνιοι δ’ ἀποτίθενται
                            τὸ φάρμακον, <lb/>ἀναλαμβάνοντες ἀπηφρισμένῳ μέλιτι, καὶ γίνεται μὲν
                            <lb/>οὕτω μονιμώτερον, οὐ μὴν δὲ ὁμοίως γε πρὸς τὰς ὑποκειμένας <lb/>ἐν
                            τῷ παρόντι λόγῳ διαθέσεις ἀγαθόν· ἧττον γὰρ ῥώννυσι <lb/>τὴν κοιλίαν καὶ
                            μᾶλλον ὑπάγει. γλίσχρου μέντοι φλέγματος <pb n="517"/> ἐμπεπλασμένου τῇ
                            γαστρὶ δοτέον αὐτοῖς πρότερον <lb/>ὅσα τέμνει τοῦτο, κᾄπειτα οὕτω
                            καθαρτέον. εἰ δὲ καὶ πρὸς <lb/>ἔμετον ἐπιτηδείως ἔχοιεν, οὐδὲν ἂν εἴη
                            χεῖρον ἐμεῖν ἀπὸ ῥαφανίδων <lb/>δι’ ὀξυμέλιτος. εἰ δὲ μήτε γλίσχρος ὁ
                            χυμὸς εἴη <lb/>μήτε παχὺς, ἀρκεῖ καὶ ὁ ἀπὸ χυλοῦ τῆς πτισάνης ἔμετος
                            <lb/>μόνου καὶ ὁ ἀπὸ τοῦ μελικράτου· λαμβάνειν δ’ ἑκατέρου <lb/>πλέον ἢ
                            ὡς ἄν τις ἔλαβεν, ἤτοι τροφῆς ἕνεκεν ἢ ὑπαγωγῆς <lb/>γαστρός. ἐπιτήδειον
                            δὲ καὶ τὸ μελίκρατόν ἐστιν, ἀφηψημένου <lb/>καθ’ αὑτὸ τοῦ ἀψινθίου
                            πίνεσθαι· καὶ γὰρ καὶ τοῦτο καλῶς <lb/>ὑπάγει κάτω τοὺς λεπτοὺς χυμοὺς,
                            ὅσοι περ ἂν ἐν τῷ στόματι <lb/>τῆς γαστρὸς αὐτῆς περιέχονται. κοινωνεῖ
                            δὲ ὁ λόγος ὅδε <lb/>σύμπας ὁ περὶ τῆς δυσκρασίας τοῖς ὑγιεινοῖς
                            παραγγέλμασι, <lb/>καθ’ ἕν τι μέρος ἑαυτοῦ τὸ τῶν ἀσθενῶν ἐνεργειῶν, οὐ
                            γὰρ <lb/>δὴ τῶν γε ἀπολωλυιῶν, ἢ πλημμελῶς γιγνομένων· ἐκπέπτωκε
                            <lb/>γὰρ ἐκεῖνο τελέως τῶν ὑγιεινῶν· ἡ δ’ ἀσθενὴς ἐνέργεια κατὰ <lb/>τὸ
                            μᾶλλόν τε καὶ ἧττον τῆς ὑγιεινῆς ἐστι πραγματείας ἢ <lb/>τῆς
                            θεραπευτικῆς, ὀλίγον μέν τι παραποδιζομένη τῆς ὑγιεινῆς, <lb/>ἐπὶ πλέον
                            δὲ τῆς θεραπευτικῆς. ὅρος δ’ ἑκατέρας τὸ <pb n="518"/> τῶν συνηθῶν
                            πράξεων ἤτοι γε ἀφίστασθαι διὰ τὸ μέγεθος <lb/>τῆς βλάβης ἢ μή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>Λέλεκται δὲ καὶ περὶ τούτων ἐν τοῖς ὑγιεινοῖς· <lb/>καὶ χρὴ καὶ διὰ τοῦτο
                            θᾶττον ἀφίστασθαι τοῦ λόγου, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="175"/>γεγραμμένης γε δὴ συμπάσης ἤδη τῆς
                            μεθόδου, καθ’ <lb/>ἣν χρὴ τὰς δυσκρασίας ἰᾶσθαι τῆς γαστρὸς, εἴτε καθ’
                            ἕξιν, <lb/>εἴτε κατὰ σχέσιν ἐν αὐτῇ γένοιντο. δῆλον δὲ ὡς καὶ μικτή
                            <lb/>ποτ’ ἐστὶ διάθεσις ἐν τῇ γαστρὶ τῶν εἰρημένων τριῶν τῶν <lb/>ἁπλῶν·
                            ὥστε καὶ αὐτὰ τὰ στερεὰ μόρια δυσκράτως ἔχειν <lb/>καὶ χυμοὺς μοχθηροὺς
                            ἐμπεπλάσθαι δυσεκνίπτως τῇ γαστρὶ <lb/>καὶ κατὰ τὴν ἔνδον εὐρυχωρίαν
                            ἑτέρους περιέχεσθαι. δύναται <lb/>μὲν γάρ ποτε καὶ τὸ πρῶτον ἅμα τῷ
                            δευτέρῳ ῥηθέντι συστῆναι· <lb/>δύναται δὲ καὶ τὸ δεύτερον ἅμα τῷ τρίτῳ·
                            καὶ αὖθίς <lb/>γε τὸ πρῶτον ἅμα τῷ τρίτῳ· καὶ πάνθ’ ἅμα πολλάκις. ἐφ’
                            <lb/>ὧν ἀναμνησθήσῃ μὲν δήπου καὶ τῆς ἔμπροσθεν εἰρημένης <lb/>μεθόδου
                            ἐν τοῖς περὶ τῶν ἑλκῶν λόγοις ἁπασῶν τῶν ἐπιπλεκομένων <lb/>ἀλλήλαις
                            διαθέσεων, οὐδὲν δ’ ἂν εἴη χεῖρον καὶ νῦν <lb/>αὐτὴν διελθεῖν. ἐπίσκεψαι
                            γὰρ ἐν ταῖς τοιαύταις ὑπαλλάξεσι <pb n="519"/> πρῶτον μὲν ἀφ’ οὗ μάλιστα
                            κινδυνεύειν εἰκός ἐστι τὸν κάμνοντα, <lb/>δεύτερον δὲ, τί μὲν ἐξ αὐτῶν ἢ
                            τίνα λόγον αἰτίας <lb/>ἔχει, τίνα δὲ ἀποτελεῖται πρὸς αὐτῶν, καὶ τρίτον
                            οἷς τ’ ἀδύνατόν <lb/>ἐστιν ἰαθῆναι πρὸ τῶν ἄλλων καὶ ὅσοις δυνατὸν,
                            <lb/>ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἑλκῶν ἐδείκνυμεν τῶν ἅμα φλεγμοναῖς συνισταμένων.
                            <lb/>ἔνθα μὲν γὰρ ἀπό τινος τῶν διαθέσεων οὐ μικρὸς ὁ <lb/>κίνδυνός
                            ἐστιν, ὁ πρὸς τὸ κατεπεῖγον σκοπὸς αἱρετέος· ἔνθα <lb/>δὲ τὸ μὲν ποιοῦν
                            ἐστι, τὸ δὲ γιγνόμενον, ὁ πρὸς τὸ αἴτιον· ἔνθα <lb/>δὲ οὐχ οἷόν τε
                            θεραπευθῆναι τόδε πρὸ τοῦδε, ὁ ἀπὸ τῆς <lb/>τάξεως. ἐν μὲν οὖν τῷ πρὸς
                            τὸ κατεπεῖγον σκοπῷ τὸ μέγεθος <lb/>τῆς διαθέσεως σκεπτέον. ἔστι δὲ τρία
                            μεγέθη, τὸ μέν τι <lb/>κατὰ τὸ τῆς βεβλαμμένης ἐνεργείας ἀξίωμα, τὸ δέ
                            τι κατὰ <lb/>τὴν οἰκείαν οὐσίαν τῆς διαθέσεως, καὶ τρίτον ἐπὶ τοῖσδε τὸ
                            <lb/>πρὸς τὴν διοικοῦσαν τὸ βεβλαμμένον σῶμα δύναμιν. ἐν δὲ <lb/>τῷ πρὸς
                            τὸ αἴτιον σκοπῷ θεωρητέον τί μὲν ἐκ τῶν ἐπιπεπλεγμένων <lb/>ἀλλήλοις
                            αὐξάνειν ἤ γεννᾷν πέφυκε τὰ λοιπὰ, τίνα <lb/>δ’ ἤτοι τὴν γένεσιν, ἢ τὴν
                            αὔξησιν ὑπ’ ἐκείνου λαμβάνει. ἐν <lb/>δὲ τῷ κατὰ τὴν τάξιν, τί πρὸ
                            τίνος, ἢ τί σὺν τίνι, ἢ τί μετὰ <pb n="520"/> τί δυνατὸν ἰᾶσθαι.
                            ὑποκείσθω γοῦν εἰς τὴν γαστέρα καταῤῥέουσά <lb/>τις ἐξ ἐγκεφάλου
                            περιουσία ψυχρὰ καὶ διὰ ταύτην <lb/>ἤδη μέν τις οὖσα δυσκρασία κατὰ τὴν
                            κοιλίαν· ἔτι δὲ μᾶλλον <lb/>καὶ χυμοὶ μοχθηροὶ καθ’ ὅλον αὐτῆς τὸ σῶμα
                            τὰς μεταξὺ <lb/>χώρας ἁπάσας τῶν ὁμοιομερῶν κατειληφότες. ἐν ταῖς
                            τοιαύταις <lb/>ἐπιπλοκαῖς ἀξιώματι μέν ἐστι μείζων ἡ δυσκρασία, διότι
                            <lb/>καὶ ἡ εὐκρασία· κατὰ δὲ τὴν οἰκείαν οὐσίαν ὅ τι περ ἂν <lb/>αὐτῶν
                            τύχῃ περὶ τὸν ὑποκείμενον ἄῤῥωστον ἐν τῷ λόγῳ. καὶ <lb/>κείσθω πρός γε
                            τὸ παρὸν ἐν τοῖς εἰρημένοις τρισὶ μείζων <lb/>εἶναι διάθεσις ἡ τῶν ἐν
                            τοῖς χιτῶσι τῆς γαστρὸς χυμῶν. ἔστω <lb/>δ’, εἰ βούλει, καὶ τοῦτο αὐτὸ
                            πάθημα δῆξιν ἐργαζόμενον, καὶ <lb/>διὰ τοῦτο αὐτὸ λειποψυχίαν τε καί
                            τινας ἱδρῶτας ἅμα συγκοπτικαῖς <lb/>ἐκλύσεσιν, ὡς εἶναι μεῖζον αὐτὸ τῶν
                            ἄλλων, καθ’ <lb/>ὅσον ὑπὲρ τὴν δύναμίν ἐστιν. εὔδηλον οὖν ὅτι τὴν μὲν
                            πρώτην <lb/>ἄν τις ἐπιμέλειαν ἀντιτάξαιτο πρὸς τὸ καταλῦον τὴν
                            <lb/>δύναμιν. ἑξῆς δ’ ἐπειδὴ μέγιστον τῶν ἄλλων ὑπέκειτο τοῦτο <lb/>κατὰ
                            τὴν οἰκείαν οὐσίαν, ἐπὶ πρῶτον ἄν τις αὐτὸ παραγίγνοιτο ﻿<pb n="521"/>
                            καὶ πρῶτον ἰῷτο. εἰ δ’ ἡμῖν ἤδη μετρίως ἔχει τοῦτο <lb/>καὶ μήθ’ ἡ
                            δύναμις ἔτι καταπίπτει μήτε ἡ κατὰ τὴν γαστέρα <lb/>κακοχυμία παμπόλλη
                            τις εἴη, τότε ἐπὶ τὴν αἰτίαν ἀφιξόμεθα, <lb/>γιγνώσκοντες ὡς οὐχ οἷόν τ’
                            ἐστὶ τελέως ἰαθῆναι <lb/>διάθεσιν οὐδεμίαν, ἔτι μενούσης τῆς ἐργαζομένης
                            αὐτὴν αἰτίας. <lb/>ἡ δέ γε τάξις τῆς θεραπείας ἐνίοτε μὲν ὡς ἐπὶ
                            φλεγμονῆς <lb/>καὶ ἕλκους ἐναντίων ἐστὶν ἐνδεικτικὴ βοηθημάτων·
                            <lb/>ἐδείκνυτο γὰρ ὡς τὰ τὴν φλεγμονὴν θεραπεύοντα μεῖζον <lb/>ἀποφαίνει
                            τὸ ἕλκος, ἐνίοτε δ’ <milestone unit="ed2page" n="176"/>οὐδὲν βλάπτει τὴν
                            ἑτέραν <lb/>διάθεσιν, ὥσπερ ἐπὶ τῆς ἐνεστώσης ὑποθέσεως. ὁ γὰρ
                            <lb/>ἐκκενῶν τὸ περιεχόμενον ὑγρὸν ἐν τῷ τῆς γαστρὸς κύτει, τῶν <lb/>ἐν
                            τοῖς χιτῶσι περιεχομένων ὑγρῶν ὑποτέμνεται τὴν τροφήν· <lb/>ὥσπερ γε καὶ
                            ὁ τὸν ἐγκέφαλον ἰώμενος, ὡς μηδεμίαν ἐν <lb/>ἑαυτῷ γεννᾷν αἰσθητὴν
                            περιουσίαν, ἐκκόπτει τὴν οἷον πηγὴν <lb/>τῶν εἰς τὴν γαστέρα ῥευμάτων.
                            ἐπὶ μὲν δὴ τούτων ἡ τάξις <lb/>τῆς θεραπείας τῇ τάξει τῶν αἰτίων
                            ὁμολογεῖ, κᾂν ἐν ἄλλοις <lb/>διαφέρηται. τὸ δ’ ἀπὸ τοῦ μεγέθους χρὴ
                            διορίζεσθαι, καθάπερ <lb/>εἴρηται. καὶ πρῶτον μὲν πειρᾶσθαι τῷ μεγίστῳ
                            τὴν <pb n="522"/> οἰκείαν ὕλην ἐφαρμόζειν τῶν βοηθημάτων· ἑξῆς δὲ κατὰ
                            τὸν <lb/>τῶν αἰτιῶν στοῖχον ἰᾶσθαι τὸ σύμπαν. ὅταν γὰρ μήτε πλῆθος
                            <lb/>ἀξιόλογον ᾖ τῶν κατὰ τὴν γαστέρα περιττωμάτων μήτ’ <lb/>ἐν τῇ
                            κοιλότητι περιεχομένων αὐτῆς μήτ’ ἐν τοῖς χιτῶσι, μήτε <lb/>δῆξις
                            ἀδικοῦσα τὴν δύναμιν, ἁπάντων μὲν χρὴ πρῶτον ἐκνοσηλεῦσαι <lb/>τὸν
                            ἐγκέφαλον, ἐφεξῆς δὲ τὸ κύτος τῆς γαστρὸς <lb/>ἐκκενῶσαί τε καὶ
                            διαῤῥῦψαι, καὶ μετὰ ταῦτα ἐκκαθῆραι τοὺς <lb/>χιτῶνας, εἶτα τὴν
                            δυσκρασίαν ἰᾶσθαι. εἴρηται δὲ ἑκάτου <lb/>τὰ ἰάματα πρόσθεν, ὥστε οὐ χρὴ
                            μηκύνειν ἔτι τὰ κατὰ τὸν <lb/>λόγον, ἀλλ’ ἤδη τέλος ἐπιθεῖναι τῷ
                            γράμματι. τὰς γὰρ τῶν <lb/>ἄλλων ἁπάντων μορίων δυσκρασίας ἀνάλογον ἄν
                            τις ἰῷτο <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="117"/>τοῖς ἐπὶ τῆς γαστρὸς εἰρημένοις. ἀεὶ
                            γὰρ χρὴ τό τ’ ἐναντίον <lb/>τῇ διαθέσει πορίζεσθαι βοήθημα καὶ τὴν ἀπὸ
                            τῆς φύσεως <lb/>τοῦ πεπονθότος ἔνδειξιν τῶν ὠφελησόντων προστιθέναι,
                            περὶ <lb/>ἧς εἴρηται μὲν ἤδη καὶ διὰ τῶν ἔμπροσθεν, εἰρήσεται δὲ καὶ
                            <lb/>διὰ τῶν ἑξῆς ἐπὶ πλέον. ἀναγκαῖον δ’ ἂν εἴη καὶ νῦν ἐπ’ ὀλίγον
                            <lb/>αὐτῆς μνημονεῦσαι. </p></div><pb n="523"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Πρώτη μὲν ἔνδειξις ἀπὸ τῆς τοῦ πεπονθότος <lb/>τόπου κράσεώς ἐστι, τὸ
                            μέτρον ὁρίζουσα τοῦ θερμαίνειν, <lb/>ἢ ψύχειν, ἢ ξηραίνειν, ἢ ὑγραίνειν,
                            ἢ κατὰ συζυγίαν <lb/>τι πράττειν αὐτῶν. δευτέρα δὲ ἀπὸ τοῦ κοινὸν εἶναι
                            τὸ <lb/>ἔργον ἅπασι τοῖς τοῦ ζώου μορίοις, ἢ κοινὴν τὴν δύναμιν
                            <lb/>χορηγεῖν. καὶ τρίτη παρὰ τῆς διαπλάσεως αὐτοῦ. καὶ τετάρτη
                            <lb/>παρὰ τῆς θέσεως ἧς μέρος ἐστὶν ἡ πρὸς τὰ πλησιάζοντα <lb/>τοῦ ζώου
                            μόρια κοινωνία· καὶ πρὸς τούτοις ἅπασι τὸ <lb/>τῆς αἰσθήσεως ποσόν.
                            λεχθήσεται μὲν οὖν κᾀν τοῖς ἑξῆς <lb/>ὑπὲρ ἑκάστου τῶν εἰρημένων ἐπὶ
                            πλέον· ἐπέλθωμεν δὲ καὶ <lb/>νῦν αὐτὰ διὰ βραχέων. ὅσα μὲν θερμότερα
                            φύσει μόρια, <lb/>κατὰ τὴν ψύξιν νοσεῖ, μειζόνως τε ταῦτα καὶ μέχρι
                            πλείονος <lb/>χρόνου θερμαίνεσθαι δεῖται, καθάπερ γε καὶ τὰ ψυχρότερα
                            <lb/>κατὰ θερμότητα νοσοῦντα ψύχεσθαι, καὶ τὰ ξηρότερα καθ’
                            <lb/>ὑγρότητα ξηραίνεσθαι· καὶ δὴ κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ὑγραίνεσθαι
                            <lb/>τὰ φύσει μὲν ὑγρότερα, κατὰ ξηρότητα δὲ νοσοῦντα, <lb/>μειζόνως τε
                            καὶ μέχρι πλείονος χρῄζει τοῦ χρόνου. τοσοῦτον <lb/>γὰρ ἐπανελθεῖν εἰς
                            τὸ κατὰ φύσιν ἕκαστον αὐτῶν ἀναγκαῖόν <pb n="524"/> ἐστιν, ὁπόσον εἰς τὰ
                            παρὰ φύσιν ἐξετράπετο· καὶ καθάπερ <lb/>ὁδόν τινα παλινδρομοῦσαν εἰς
                            τοὐπίσω τῆς γενομένης αὐτῷ <lb/>μεταστάσεως. ἔμπαλιν δὲ τῷ μὲν θερμοτέρῳ
                            φύσει μορίῳ <lb/>θερμὸν νόσημα νοσοῦντι βραχείας ἢ ὀλιγοχρονίου δεῖται
                            τῆς <lb/>ψύξεως, τῷ δὲ ψυχροτέρῳ τῆς θερμάνσεως· ὡσαύτως δὲ <lb/>κᾀπὶ
                            τῶν ὑγρῶν τε καὶ ξηρῶν. <milestone unit="ed2page" n="177"/>ὀλίγη γὰρ ἡ
                            εἰς τὸ <lb/>παρὰ φύσιν ἐκτροπὴ τοῖς τοιούτοις ἐστὶ καὶ ἡ εἰς τὸ κατὰ
                            <lb/>φύσιν ἐπάνοδος. ὅθεν καὶ κινδυνεύουσιν ἧττον οἷς ἂν οἰκεία <lb/>τῆς
                            φύσεως ἡ νόσος ὑπάρχει. δῆλον δ’ ὅτι καὶ κατὰ συζυγίαν <lb/>αἱ
                            δυσκρασίαι γιγνόμεναι τηλικαύτην ἕξουσι τὴν εἰς <lb/>τὸ κατὰ φύσιν
                            ἐπάνοδον ἡλίκην ἐποιήσαντο τὴν εἰς τὸ παρὰ <lb/>φύσιν ἐκτροπήν. οὕτω μὲν
                            οὖν ἀπὸ τῆς κράσεως τῶν πεπονθότων <lb/>μορίων ἡ τῶν βοηθημάτων ἔνδειξις
                            γίγνεται, ἀπὸ <lb/>δὲ τοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν ἤτοι χρήσιμον ἅπασι τοῖς
                            τοῦ <lb/>ζώου μορίοις ὑπάρχειν, ἢ ὀλίγοις τισὶν, ἢ ἑαυτῷ μόνῳ κατὰ
                            <lb/>μὲν τὰς ἄνευ χυμῶν δυσκρασίας οὐδὲν ἐκ τούτου τοῦ σκοποῦ
                            <lb/>λαμβάνεται. καὶ γὰρ ψύχεσθαι καὶ θερμαίνεσθαι καὶ <pb n="525"/>
                            ξηραίνεσθαι καὶ ὑγραίνεσθαι καὶ κατὰ συζυγίαν πάσχειν τι <lb/>τούτων,
                            ἕκαστον τῶν μορίων ἀνάλογον δεῖται τοῦ νοσήματος. <lb/>κατὰ μέντοι τὰς
                            ἐπὶ τοῖς χυμοῖς, εἰ μὲν ἑαυτῷ μόνῳ <lb/>τὸ μόριον ἐνεργοίη, θαῤῥῶν
                            ποιήσεις τὰς κενώσεις, ὡς ἂν ἡ <lb/>διάθεσις ὑπαγορεύῃ, συνεπιβλέπων τὴν
                            δύναμιν· εἰ δ’ ἀναγκαῖον <lb/>εἴη τὸ ἔργον αὐτοῦ πᾶσι τοῖς τοῦ ζώου
                            μορίοις, ὥσπερ <lb/>τὸ τῆς γαστρός τε καὶ τοῦ ἥπατος, οὐ μικρὰν χρὴ
                            φροντίδα <lb/>ποιεῖσθαι τοῦ τόνου τῆς δυνάμεως, μή πως καταλύσωμεν
                            <lb/>αὐτὸν ἀθροωτέρᾳ κενώσει χρησάμενοι. κοινὸν δὲ τὸ ἔργον <lb/>ἐστὶ
                            καὶ φλεψὶ καὶ ἀρτηρίαις καὶ καρδίᾳ καὶ θώρακι καὶ <lb/>νεφροῖς καὶ
                            κύστει τῇ τε τὸ οὖρον ὑποδεχομένῃ καὶ τῇ χοληδόχῳ, <lb/>σὺν τοῖς ἀπ’
                            αὐτῆς ἀγγείοις. ἐγκεφάλου δὲ τὸ ἔργον <lb/>ὑγιαινόντων μὲν ἡμῶν εἰς τὰς
                            καθ’ ὁρμὴν ἐνεργείας ἀναγκαῖόν <lb/>ἐστι τοῖς τὰς τοιαύτας ἐνεργείας
                            διαπραττομένοις <lb/>ὀργάνοις, οὐκ ἀναγκαῖον δὲ νοσούντων, ὅτι μὴ μόνον
                            τοῖς <lb/>ἀναπνευστικοῖς. ἄλλων δ’ ὀργάνων ἐνέργεια μὲν οὐκ ἔστιν,
                            <lb/>ὑπηρεσία δὲ ἀναγκαία πρὸς τὸ ζῇν, ὡς πνεύμονος καὶ τραχείας
                            <lb/>ἀρτηρίας καὶ φάρυγγος. ἐκ μὲν δὴ τῶν τοιούτων μορίων ﻿<pb n="526"/>
                            ὅτι τάχιστα τὰς περιουσίας ἐκκενοῦν ἔξεστιν ὡς ἂν <lb/>ἐθέλῃς· ἐκ
                            γαστρὸς δὲ καὶ ἥπατος οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ <lb/>σὺν τῷ φροντίζειν μηδὲν
                            βλάψαι τὴν δύναμιν. ἐπεὶ δ’ <lb/>οὐκ ἴσον ἐστὶ τὸ τῶν ἔργων ἀξίωμα πρὸς
                            τὸ διασώζεσθαι <lb/>τοὺς νοσοῦντας, ἀλλὰ τὸ μὲν μᾶλλον αὐτοῖς ἐστι, τὸ
                            δὲ <lb/>ἧττον χρηστὸν, ἀνάλογον χρὴ τῶν ἀξιωμάτων ἑκάστου μορίου
                            <lb/>προνοεῖσθαι τοῦ τόνου. μέγιστον μὲν οὖν ἀξίωμα τὸ <lb/>τῆς καρδίας
                            ἐστὶν ἔργον, καὶ πάντων ἀναγκαιότατον τοῖς <lb/>νοσοῦσι· τοῦ δ’
                            ἐγκεφάλου πρὸς μὲν τὴν ζωὴν ὁμότιμον, <lb/>οὐ μὴν τῆς ἴσης ῥώμης ἐπὶ
                            νοσούντων αὐτοῦ χρῄζομεν· οὐ <lb/>γὰρ ἀναγκαῖον πᾶσιν ἐνεργεῖν νεύροις
                            καὶ μυσίν. ὥστ’ ἀρκεῖ <lb/>τοσοῦτον αὐτοῦ διασωζόμενον ᾧ μέλλει μόνον
                            ἐπιτελεῖσθαι <lb/>τὸ τῆς ἀναπνοῆς ἔργον. ἡ δ’ ἥπατος ἐνέργεια <lb/>πᾶσι
                            μὲν ἀναγκαία τοῖς μορίοις ἐστὶν, οὐ μὴν οὕτω γε <lb/>διηνεκῶς ἔχει τὸ
                            ἀναγκαῖον ὡς ἡ τῆς καρδίας. ἀνάλογον <lb/>δ’ αὐτῷ καὶ ἡ τῆς γαστρός.
                            ἐπιστάμενος οὖν ἁπάντων <lb/>τῶν μορίων τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς χρείας ἐν
                            ἑτέροις ὑπομνήμασιν <lb/>ἀποδεδειγμένας οὐ χαλεπῶς ἂν εὑρίσκοις εἰς ὅσον
                                <pb n="527"/> ἑκάστου φυλάττειν χρὴ τὸν τόνον. οὕτω δὲ καὶ ὅσα τῶν
                            <lb/>μορίων ἑτέροις ἀρχαὶ δυνάμεών εἰσι, διασώζειν αὐτῶν χρὴ <lb/>τὸν
                            τόνον ἀνάλογον τῇ χρείᾳ τῶν δυνάμεων, ἵν’ ὑπηρετῇ <lb/>τοῖς τοῦ ζώου
                            μέρεσιν. ἔμαθες δὲ καὶ περὶ τῶν τοιούτων <lb/>μορίων ὡς ἐγκέφαλός ἐστι
                            καὶ καρδία καὶ ἧπαρ· ὁ μὲν <lb/>τοῖς νεύροις τε καὶ μυσὶν, ἡ δὲ ταῖς
                            ἀρτηρίαις, τὸ δ’ ἧπαρ <lb/>ταῖς φλεψὶ χορηγὰ τῆς δυνάμεως. ἀπὸ δὲ τῆς
                            διαπλάσεως <lb/>ἡ ἔνδειξις γίγνεται τοῦ τρόπου τῆς κενώσεως τῶν περιττῶν
                            <lb/>ὧδέ πως. ἐμέτοις μὲν καὶ διαχωρήμασιν ἡ γαστὴρ <lb/>ἐκκενοῦται, τὰ
                            δ’ ἔντερα μόνοις τοῖς κάτω διερχομένοις, <lb/>ὥσπερ γε καὶ τοῦ ἥπατος τὰ
                            σιμά. νεφροὶ δὲ καὶ <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="178"/>κύστις καὶ τοῦ ἥπατος τὰ κυρτὰ πολλῆς
                            μὲν ἐμπεπλησμένα <lb/>κακοχυμίας διὰ τῶν ὑπηλάτων τε καὶ κατωτερικῶν
                            <lb/>ὀνομαζομένων ἐκκαθαίρεται φαρμάκων, μετρίας δὲ <lb/>διὰ τῶν
                            οὐρητικῶν πόρων, ἐγκέφαλος δὲ δι’ ὑπερώας καὶ <lb/>ῥινῶν καὶ ὠτῶν, θώραξ
                            δὲ καὶ πνεύμων διὰ τραχείας <lb/>ἀρτηρίας καὶ φάρυγγος. ἀπὸ δὲ τῆς
                            θέσεως ἔνδειξις ἔσται <lb/>εἴς τε τὰς δυσκρασίας τῶν στερεῶν, οὐχ ἥκιστα
                            δὲ καὶ τὰς <pb n="528"/> κακοχυμίας, οὐ μικρά. τοῖς μὲν γὰρ ἐπιπολῆς
                            δυσκράτοις, <lb/>οἵων δεῖται φαρμάκων, τοιαῦτα προσοίσομεν· τοῖς δ’ ἐν
                            <lb/>τῷ βάθει προσλογιούμεθα τὸ διάστημα· εἰ γὰρ οἵων δεῖται,
                            <lb/>τοιούτοις χρῷτο, πολὺ ἂν ἀσθενέστερα τῆς χρείας γιγνόμενα <lb/>πρὸς
                            τὸν πεπονθότα τόπον ἀφίκοιτο. καὶ πρὸς τὰς <lb/>κενώσεις δὲ ἡ θέσις
                            συνενδείκνυταί τι διδάσκουσα τὴν κοινωνίαν <lb/>τοῦ πεπονθότος μορίου
                            πρὸς τὰ ἄλλα. εἰ μὴ γὰρ <lb/>εἰδείημεν ὅτι τοῖς σιμοῖς τοῦ ἥπατος
                            ὑπόκειται τὰ κατὰ <lb/>τὴν γαστέρα καὶ τὴν νῆστιν, ὅτι τε τὴν μὲν νῆστιν
                            ἐκδέχεται <lb/>τὸ λεπτὸν ἔντερον, ἐκεῖνο δὲ τὸ κῶλον, εἶτ’ αὖθις
                            <lb/>ἐκεῖνο τὸ ἀπευθυσμένον, οὐκ ἂν οἷοί τε εἴημεν εὑρεῖν, ἐκκαθαίρεσθαι
                            <lb/>μὲν δύνασθαι, καὶ διὰ τῆς κάτω γαστρὸς καὶ <lb/>δι’ ἐμέτων τὸ ἧπαρ,
                            ἀμείνω δ’ εἶναι τὴν προτέραν κένωσιν, <lb/>ἀνέχεσθαι μεμελετηκότων τῶν
                            ἐντέρων ἀεὶ τῆς ἐξ ἥπατος <lb/>περιουσίας. οὐ σμικρὰ δ’ ἔνδειξις οὐδὲ
                            παρὰ τῆς εὐαισθησίας <lb/>τε καὶ δυσαισθησίας τῶν μορίων ἐστί·
                            καταφρονεῖ <lb/>μὲν γὰρ πάντων τῶν φαρμάκων τὰ δυσαίσθητα, κᾂν ἱκανῶς
                            <lb/>ᾖ δακνώδη· τὰ δ’ εὐαίσθητα μόρια καταλύεται τὴν <pb n="529"/>
                            δύναμιν ἀνιώμενα. χρὴ τοίνυν ταῦτα <milestone unit="ed1page" n="118"/>μὲν οὐκ ἀθρόως <lb/>οὐδ’ ἅπαξ ἰσχυροῖς ἐπιχειρεῖν ἰᾶσθαι φαρμάκοις,
                            ἀλλ’ ἐν <lb/>χρόνῳ μᾶλλον ἀσφαλῶς. ἐπὶ δὲ τῶν δυσαισθήτων οἶόν <lb/>τ’
                            ἐστὶ καὶ διὰ ταχέων ἀκοῦσαι τὸ δέον, εἰσάπαξ χρησαμένους <lb/>τῷ
                            προσήκοντι βοηθήματι. ἀλλ’ ὥσπερ ἔφην εἰρήσεται <lb/>καὶ αὖθις ἐπὶ πλέον
                            ὑπὲρ τῆς ἀπὸ τῶν τόπων <lb/>ἐνδείξεως, καὶ μάλισθ’ ὅταν ἡμῖν ὁ λόγος
                            γίγνηται περὶ τῆς <lb/>τῶν παρὰ φύσιν ὄγκων ἰάσεως. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>