<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1:6.2-7.4</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1:6.2-7.4</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="6"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἵνα γὰρ ἤδη τινὸς ἐχώμεθα τῶν ἀκολούθων <lb/>τοῖς ἔμπροσθεν, ὑποκείσθω
                            τις ἥκων πρὸς ἡμᾶς νενυγμένος <lb/>αὐτὸ μόνον τὸ δέρμα βελόνῃ· τοῦτον
                            τὸν ἄνθρωπον, <lb/>εἰ μὲν εὐελκὴς εἴη, κᾂν χωρὶς φαρμάκου, γυμνὸν ἔχοντα
                            τὸ <pb n="387"/> μέλος, ἐπὶ τὰς συνήθεις ἀπολύσῃς πράξεις, οὐδὲν
                            πείσεται <lb/>φαῦλον· εἰ δὲ δυσελκὴς εἴη, πρῶτα μὲν ὀδυνήσεται, μετὰ
                            <lb/>ταῦτα δὲ ἤδη καὶ σφύξει καὶ φλεγμανεῖ τὸ μέρος. ὁ μὲν οὖν
                            <lb/>ἐμπειρικὸς ἐξ ἀνακρίσεως εἴσεται τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου· <lb/>ἡμεῖς
                            δὲ κᾀκ ταύτης μὲν ἅπασί γε χρώμενοι τοῖς ἐκ τῆς <lb/>πείρας
                            εὑρισκομένοις, οὐδὲν δὲ ἧττον καὶ ἐξ ὧν ἔχομεν <lb/>γνωρισμάτων εὐχύμου
                            καὶ κακοχύμου φύσεως, εὐαισθήτου <lb/>τε καὶ δυσαισθήτου, πληθωρικῆς τε
                            καὶ συμμέτρως ἐχούσης <lb/>χυμῶν, εὖ εἰδότες ὡς ὁ μὲν πληθωρικὸς, ἢ
                            κακόχυμος, ἤ <lb/>εὐαίσθητος, ἤ τινα τούτων, ἢ πάντα ἔχων, φλεγμαίνει·
                            <lb/>ὅτῳ δ’ ὑπάρχει τἀναντία, δεινὸν οὐδὲν πείσεται. καὶ ταῦτα
                            <lb/>προγνόντες, οὐ μὰ Δία τὸ κολλητικὸν ἐπιθήσομεν φάρμακον, <lb/>ὁποῖα
                            τὰ πλεῖστα τῶν καλουμένων ἐναίμων ἐστὶν, ἃ <lb/>προσφάτοις ἐπιτίθενται
                            τραύμασιν, ἀλλὰ μαλακόν τε καὶ <lb/>παρηγορικὸν καὶ ἀνώδυνον. ἔνθα μὲν
                            γὰρ ἡ διαίρεσις ᾖ <lb/>μεγάλη, σπουδὴν χρὴ ποιεῖσθαι ξηραντικωτέροις
                            φαρμάκοις <lb/>εἰς σύμφυσίν τε καὶ ἕνωσιν ἄγειν τὰ χείλη τοῦ ἕλκους· <pb n="388"/> ἔνθα δ’ ἐκ βελόνης ἢ γραφίου διαίρεσις, ἑνὸς μόνου χρὴ
                            <lb/>φροντίζειν τοῦ μὴ φλεγμῆναι. κᾀν τῷδε δῆλον ὡς ὁ γεγραμμένος
                            <lb/>ὑπὸ Θεσσαλοῦ σκοπὸς τῶν ἐναίμων· ἑλκῶν οὐδὲν <lb/>ἡμᾶς οὐδέπω
                            διδάσκει πλέον οὗ καὶ τοῖς ἰδιώταις μέτεστιν. <lb/>οὐ γὰρ ὃ χρὴ
                            ποιεῖσθαι γιγνώσκειν μέγα, φύσει γε <lb/>ὑπάρχον ἅπασιν ἀνθρώποις, δι’
                            ὧν δ’ ἄν τις αὐτὸ ποιήσειεν <lb/>ἐπίστασθαι τῶν τεχνικῶν ἐστι. καὶ γὰρ
                            εἰ ναῦν τις <lb/>μέλλει πήξεσθαι καλῶς, ἴσμεν <milestone unit="ed2page" n="132"/>δήπου καὶ ἡμεῖς ἅπαντες <lb/>οὐκ ὄντες ναυπηγοὶ, ποῦ μὲν
                            χρὴ τάξαι τὰ πηδάλια, <lb/>ποῦ δὲ τὴν πρύμναν καὶ τὴν πρῶραν, ἕκαστόν τε
                            τῶν <lb/>ἄλλων· ἀλλ’ οὐδὲν ἡμῖν πλέον πρόσεστιν ἀγνοοῦσι πῶς <lb/>αὐτὰ
                            δημιουργήσομεν. οὕτω δὲ καὶ οἰκίαν κατασκευαζόμενός <lb/>τις οὐκ ἀγνοεῖ
                            δήπουθεν οὔθ’ ὡς πρῶτα χρὴ θέσθαι τὰ <lb/>θεμέλια τῶν τοίχων, οὔθ’ ὡς
                            ἐπ’ αὐτοῖς καὶ ἀκλινεῖς ἐγεῖραι <lb/>τοὺς τοίχους, οὔθ’ ὡς κατὰ τοῦτον
                            πήξασθαι τὴν <lb/>ὀροφὴν, οὔθ’ ὡς θύρας τε καὶ θυρίδας, ἕκαστόν τε τῶν
                            <lb/>ἄλλων μερῶν τῆς οἰκίας ἐν οἰκείῳ τάξαι χωρίῳ· ἀλλ’ οὐδὲν ﻿<pb n="389"/> τοῦτο πλέον οὐδὲν εἰς οἰκίας κατασκευὴν, ἄχρι περ ἂν
                            <lb/>ἀμαθὴς ὑπάρχων οἰκοδομικῆς, ἀγνοεῖ δημιουργεῖν αὐτά. <lb/>μόνῳ
                            τοίνυν τῶν ἁπάντων ἀνθρώπων σοφωτάτῳ ἀρκεῖ <lb/>Θεσσαλῷ πρὸς ἐπιστήμην
                            τεχνικὴν ὃ χρὴ ποιῆσαι γινώσκειν. <lb/>ἀλλ’ ἡμεῖς καὶ διὰ τῶν ἔμπροσθεν
                            ἐδείξαμεν, ὡς ἀρχὴ <lb/>μέν τίς ἐστι τοῦτο τῶν κατὰ τὰς τέχνας πράξεων,
                            οὔπω <lb/>μὴν ἴδιον οὐδὲν αὐτῶν μόριον, ἀλλ’ ἔτι κοινὸν ἰδιώταις
                            <lb/>ἅπασιν· αἱ γὰρ ἐνδείξεις αἱ πρῶται κατὰ πᾶσαν τέχνην <lb/>φύσει
                            πᾶσιν ἀνθρώποις ὑπάρχουσιν. <milestone unit="ed1page" n="96"/>ὥστε εἴπερ
                            εἰσὶν <lb/>ἱκαναὶ τεχνίτας αὗται ποιεῖν, οὐδὲν κωλύει καὶ ναυπηγεῖν
                            <lb/>ἡμᾶς καὶ τεκταίνεσθαι καὶ δύνασθαι πάντας ὑποδήματά τε
                            <lb/>κατασκευάζειν καὶ ἱμάτια καὶ οἰκίας ἀρχιτεκτονεῖν τε καὶ
                            <lb/>κιθαρίζειν καὶ ῥητορεύειν. ἀλλ’ οὐχ οὕτως ἔχει τὸ ἀληθές <lb/>οὐδ’
                            ὁ γινώσκων ὅτι τῷ τρωθέντι μορίῳ τὴν κατὰ <lb/>φύσιν ἕνωσιν ἐκποριστέον
                            ἰατρός ἐστιν, ἀλλ’ ὁ δι’ ὧν ἐκπορισθήσεται· <lb/>καίτοί γε οὐδὲ τοῦτό γ’
                            αὐτὸ μόνον ἱκανὸν, <lb/>ἐὰν ἀγνοῇ τις ὅπως χρηστέον αὐτοῖς ἐστιν, ἀλλ’ ὁ
                            τὴν <lb/>ὁδὸν ἅπασαν ἐπιστάμενος τῆς θεραπείας, ἄχρι τοῦ τυχεῖν <pb n="390"/> τοῦ σκοποῦ, μόνος οὗτός ἐστιν ὁ γινώσκων ἰᾶσθαι. συμβαίνει
                            <lb/>τοιγαροῦν γε τοῖς ἀμεθόδοις Θεσσαλείοις ἐξ ὧν <lb/>μείζω τολμῶσιν ἢ
                            δύνανται μηδὲ τῶν δυνατῶν ἐφικνεῖσθαι. <lb/>γραφείῳ γοῦν τινος ἔναγχος
                            εἰς τὴν χεῖρα πληγέντος, ὡς <lb/>διαιρεθῆναι μὲν ὅλον τὸ δέρμα, νυχθῆναι
                            δέ τι τῶν ὑποκειμένων <lb/>αὐτῷ νεύρων, ἐν ἀρχῇ μὲν ἐπέθηκεν ἔμπλαστόν
                            τι <lb/>φάρμακον ὁ σοφώτατος Θεσσάλειος, ᾧ πολλάκις ἐπὶ μεγίστων
                            <lb/>τραυμάτων εὐδοκίμει χρώμενος. ᾤετο γὰρ, οἶμαι, τῆς <lb/>αὐτῆς
                            δεῖσθαι θεραπείας ἅπαν τραῦμα. φλεγμονῆς δὲ ἐπιγενομένης, <lb/>ἐπὶ· τὸ
                            δι’ ἀλεύρου πυρίνου κατάπλασμα μεταβὰς, <lb/>ἐν τούτῳ τε σήπων τὸν
                            ἄνθρωπον, ἀπέκτεινεν ἐντὸς <lb/>τῆς ἑβδόμης ἡμέρας. οὐδ’ ἀριθμήσασθαι
                            δυνατὸν ὅσοι σπασθέντες <lb/>ἀπέθανον, εἰς τὰς Παιωνείας χεῖρας
                            ἐμπεσόντες <lb/>αὐτῶν· ἵνα δηλαδὴ σώζηται τὸ Θεσσάλειον θέσπισμα, πᾶν
                            <lb/>ἕλκος ἔναιμον ὁμοίως θεραπευθῆναι, μηδὲν τῶν πεπονθότων <lb/>μορίων
                            συνενδεικνυμένων. ἀλλ’ οὐχ ἥ γε ὄντως μέθοδος <lb/>εἰς τοσοῦτον ἀμέθοδός
                            ἐστιν εἰς. ὅσον ἡ Θεσσάλειος· εὑρίσκειν <lb/>δὲ δύναται καὶ νῦν ἔτι μετὰ
                            τοσούτους τε καὶ τηλικούτους <pb n="391"/> ἰατροὺς οὐ μόνον φάρμακα
                            βελτίω τῶν ἔμπροσθεν, <lb/>ἀλλὰ καὶ τὸν σύμπαντα τῆς θεραπείας τρόπον.
                            οὐδεὶς <lb/>γοῦν χρώμενος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς οἷς ἡμεῖς εὕρομεν φαρμάκοις
                            <lb/>ἐπὶ νεύρων τρώσεσιν ἐσπάσθη. κατενόησα γὰρ ὡς, <lb/>ἐπειδὰν νυγῇ
                            νεῦρον, ἀναγκαῖον αὐτῷ διὰ περιττὸν τῆς <lb/>αἰσθήσεως ὀδυνᾶσθαί τε
                            μειζόνως ἢ τἄλλα καὶ φλεγμαίνειν <lb/>ἐξ ἀνάγκης, εἰ μή τις ἐξεύροι ἄκος
                            τῶν ὀδυνῶν, ἐπίσχοι τε <lb/>τὴν γένεσιν τῆς <milestone unit="ed2page" n="133"/>φλεγμονῆς. εὔλογον οὖν ἐφαίνετό μοι τὴν <lb/>μὲν τοῦ
                            δέρματος τρῶσιν ἀκόλλητον φυλάττειν, ὅπως ἐκρέοιεν <lb/>δι’ αὐτῆς οἱ ἐκ
                            τῖς τοῦ νεύρου τρώσεως ἰχῶρες, ἀπέριττον <lb/>δ’ ἐργάζεσθαι τὸ σύμπαν
                            σῶμα καὶ τοῦ μηδεμίαν ὀδύνην ἐπιγίνεσθαι <lb/>τῷ τετρωμένῳ μορίῳ,
                            μεγάλην ποιεῖσθαι φροντίδα. <lb/>καὶ τοίνυν ἐξεῦρον οὐκ ὀλίγα φάρμακα
                            κατὰ τοῦ τραύματος <lb/>ἐπιτιθέμενα πρὸς ἄμφω θαυμαστῶς παρεσκευασμένα,
                            τό τε <lb/>τὴν ὀδύνην ἰᾶσθαι καὶ τὴν ἐκροὴν ἀναστομοῦν τοῖς ἰχῶρσιν.
                            <lb/>ἀσφαλέστερον δ’ ἂν εἴη καὶ προσανατέμνειν τὸ δέρμα, τὸ δ’ <lb/>ὅλον
                            σῶμα διὰ φλεβοτομίας ἐκκενοῦν, ἐῤῥωμένης τῆς δυνάμεως· <pb n="392"/> εἰ
                            δ’ εἴη κακόχυμον, ἐκαθαίρειν αὐτίκα. τὸ δὲ τὰς ἄλλας <lb/>φλεγμονὰς
                            ἱκανῶς παραμυθούμενον ὕδωρ θερμὸν πολεμιώτατον <lb/>ἡγεῖσθαι νεύρου
                            τρώσει, γεγενημένης γε τῆς οὐσίας αὐτοῦ <lb/>κατὰ ψύξιν τε καὶ πῆξιν ἐξ
                            ὑγροτέρας ὕλης· ἅπασαι γὰρ αἱ <lb/>τοιαῦται συστάσεις ὑπὸ τῶν
                            θερμαινόντων τε καὶ ὑγραινόντων <lb/>ἅμα διαλύονταί τε καὶ σήπονται. τοῦ
                            μὲν οὖν ὕδατος <lb/>τοῦ θερμοῦ παντάπασιν ἀπέσχον τοὺς οὕτω τρωθέντας·
                            <lb/>ἐλαίῳ δὲ καταιονᾷν ἄμεινον εἶναι κρίνας θερμῷ· διότι καὶ <lb/>τοῦτο
                            ἀποδέδεικταί μοι, ψυχρὸν μὲν προσφερόμενον ἐμπλάττειν, <lb/>θερμὸν δὲ
                            διαφορεῖν. ἔφυγον μὲν οὖν καὶ τούτου τό τε <lb/>ὠμοτριβὲς ὀνομαζόμενον
                            καὶ ὅλως τὸ στῦφον, εἱλόμην δὲ τὸ <lb/>λεπτομερέστατον, οἷόν πέρ ἐστι τὸ
                            Σαβῖνον· ἄμεινον δὲ εἴη, <lb/>εἰ καὶ δυοῖν, ἢ τριῶν ἐτῶν εἴη·
                            διαφορητικώτερον γὰρ τοῦτο <lb/>τοῦ προσφάτου· τὸ δ’ ἔτι παλαιότερον,
                            ἀεὶ μὲν καὶ μᾶλλον <lb/>ἑαυτοῦ γίνεται διαφορητικώτερον, ἀνώδυνον δὲ
                            ἧττον. ἐν <lb/>δὲ τοῖς φαρμάκοις ἐθέμην σκοπὸν, ὧν ἡ δύναμις λεπτομερής
                            <lb/>τέ ἐστι καὶ θερμὴ συμμέτρως καὶ ξηραίνειν ἀλύπως ἱκανή· <pb n="393"/> μόνη γὰρ αὕτη δύναιτ’ ἂν ἐκ βάθους ἕλκειν ἰχῶρας ἄνευ τοῦ
                            <lb/>συντείνειν καὶ δάκνειν τὸ μόριον. ἐχρησάμην δὲ πρῶτον μὲν <lb/>τῇ
                            τερμινθίνῃ ῥητίνῃ, καθ’ ἑαυτήν τε καὶ βραχὺ προσμίξας <lb/>εὐφορβίου.
                            καθ’ ἑαυτὴν μὲν ἐπί τε παίδων καὶ γυναικῶν καὶ <lb/>ὅλως τῶν
                            ἁπαλοσάρκων· σὺν εὐφορβίῳ δὲ ἐπὶ τῶν σκληροσάρκων. <lb/>οὕτω καὶ
                            προπόλει καθ’ ἑαυτήν τε καὶ σὺν <lb/>εὐφορβίῳ μαλάττων αὐτήν· εἴπερ δ’
                            εἴη σκληροτέρα, σύν <lb/>τινι τῶν λεπτομερῶν ἐλαίων. καὶ σαγαπηνῷ δὲ
                            ἐχρησάμην <lb/>κατὰ τὰ σκληρὰ σώματα μετ’ ἐλαίου τε καὶ τῇ τερεβινθίνῃ
                            <lb/>μιγνύς· καὶ ὀποπάνακί τε κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ὡς καὶ <lb/>ὁ
                            Κυρηναῖος ὀπὸς ὀνήσειν, εἴ τις δι’ αὐτοῦ σκευάσειε φάρμακον
                            <lb/>ἐπίπαστον ἐμπλαστὸν, ὁποῖον ἡμεῖς τὸ δι’ εὐφορβίου
                            <lb/>συνεθήκαμεν, ἀλλ’ οὐδέπω τοῦθ’ ἡμῖν ἐκρίθη τῇ πείρᾳ, καθάπερ
                            <lb/>τὰ ἄλλα σύμπαντα. χρὴ γὰρ ἡγεῖσθαι μὲν τὴν ἐκ τῆς <lb/>ἀληθινῆς
                            μεθόδου τῶν ἰασομένων εὕρεσιν, ἐπιμαρτυρεῖν δ’ <lb/>αὐτῇ καὶ τὴν πεῖραν
                            εἰς ἀκριβεστέραν πίστιν. ἀπὸ γοῦν <lb/>τῆς τοιαύτης μεθόδου καὶ τὸ θεῖον
                            τὸ ἄπυρον, ὅταν γε ﻿<pb n="394"/> μὴ λιθῶδες, ἀλλ’ ἱκανῶς ὑπάρχῃ
                            λεπτομερὲς, ἠλπίσαμεν <lb/>ὀνήσειν τοὺς τὰ νεῦρα τρωθέντας εἰς τοσοῦτον
                            ἐλαίῳ λεπτομερεῖ <lb/>μιγνύντες, ὡς ἐργάσεσθαι γλοιῶδες τὸ μικτὸν ἐξ
                            ἀμφοῖν. <lb/>ἐπὶ δὲ τῶν ἰσχυροτέρων τε καὶ σκληροτέρων σωμάτων, εἰ
                            <lb/>καὶ μελιτῶδες ἐργάσαιο τῇ συστάσει, καὶ οὕτως ὀνήσεις, <lb/>ἐκρίθη
                            γὰρ καὶ τοῦτο τῇ πείρᾳ. καὶ τὴν πεπλυμένην δὲ <lb/>τίτανον ἐπενοήσαμεν
                            ὁμοίως μιγνύντες ἐλαίῳ προσφέρειν <lb/>αὐτοῖς· καὶ μᾶλλόν γε ὀνίνησιν,
                            ἐπειδὰν θαλάττῃ πλυθῇ· <lb/>καλλίστη δὲ ἡ πλύσις ὥρᾳ θέρους ἐν τοῖς ὑπὸ
                            κύνα καύμασιν· <lb/>εἰ δὲ καὶ δὶς αὐτὴν ἢ τρὶς ἐκπλύναις, ἄμεινον ἐργάσῃ
                            <lb/>τὸ φάρμακον· ὅπως δὲ χρὴ σκευάζειν τὰ τοιαῦτα διὰ <lb/>τῆς τῶν περὶ
                            φαρμάκων συνθέσεως ὑπομνημάτων εἴρηται <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="134"/>νυνὶ δὲ ἀρκέσει μοι λεχθῆναι
                            τοσοῦτον, ὡς καὶ ταῦτα <lb/>καὶ τἄλλα πλείω φάρμακα πρὸς νεύρων τρώσεις
                            ἐξεῦρον, <lb/>οὔτε τῶν διδασκάλων τινὰ θεασάμενος χρώμενον οὔτε ἀναγνούς
                            <lb/>που γεγραμμένα κατά τι θεραπευτικὸν σύγγραμμα τῶν <lb/>πρεσβυτέρων,
                            ἢ τούτων δή τι τῶν ἐπιγεγραμμένων αὐτοῖς <lb/>δυνάμεων ἐξ ἰδίας σοφίας,
                            ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς τῶν πραγμάτων <pb n="395"/> τῆς φύσεως ἐνδεκτικῶς
                            ὁρμηθεὶς, ὅπερ ἐστὶν ἴδιον ἰατροῦ <lb/>μεθόδῳ χρωμένου. Θεσσαλὸς δὲ ὁ
                            θαυμασιώτατος οὐδὲν <lb/>φάρμακον εὑρὼν ἐγνῶσθαί φησι τὴν ὕλην αὐτῶν ἐκ
                            πολλοῦ. <lb/>καὶ μὴν οὐκ ἔγνωσταί τι παμπόλλων φαρμάκων ὧν <lb/>ἡμεῖς
                            εὑρήκαμεν, οὐ μόνον Θεσσαλῷ καὶ τοῖς πρὸ αὐτοῦ <lb/>πᾶσιν ἰατροῖς, ἀλλ’
                            οὐδὲ τοῖς μετ’ αὐτὸν ἄχρι δεῦρο. ὑπαχθεὶς <lb/>γοῦν ἐγὼ πρὸς τινά ποτε
                            τῶν σηπομένων ὑπὸ Θεσσαλείων <lb/>ἰατρῶν ἀμεθόδων καὶ θεασάμενος αὐτὸν
                            μέλλοντα <lb/>καταπλάττεσθαι τῷ δι’ ἀλεύρου πυρίνου καταπλάσματι, μηδὲν
                            <lb/>ἐν τῷ παραχρῆμα φάρμακον ἔχων, ᾔτησα΄ κονίαν στακτὴν, <lb/>ἑωρακὼς
                            ἐκ γειτόνων τοῦ κάμνοντος πηλοποιὸν, ἑψήσας <lb/>δὲ δι’ αὐτῆς ἄλευρον
                            κρίθινον, οὐχ ὡς ἐκεῖνοι δι’ ὑδρελαίου <lb/>τὸ πύρινον ἑψοῦσιν, ἐπέθηκα.
                            καὶ αὖθις ὀρόβινον <lb/>ἄλευρον ὁμοίως ἑψήσας, ἐπὶ <milestone unit="ed1page" n="97"/>φλεγμαίνοντός τε καὶ σηπομένου <lb/>τοῦ
                            νεύρου, διὰ τὰς καλὰς αὐτῶν θεραπείας ἐπιθεὶς, <lb/>ἔπαυσα ταύτης τῆς
                            σηπεδόνος τὸν ἄνθρωπον. ἀλλὰ <lb/>περὶ μὲν τῶν φλεγμαινόντων καὶ
                            σηπομένων ἕτερος μὲν <pb n="396"/> λόγος ἐκδέχεται μακρὸς, ἐν. ἰδίῳ
                            καιρῷ τῆς πραγματείας. <lb/>τῆς δὲ τοῦ νεύρου τρώσεως ἀρκεῖ τὰ εἰρημένα
                            φάρμακα. <lb/>καὶ πάμπολλοί γε τῶν εὑρημένων ἡμῖν ἑνὶ χρῶνται, μάλιστα
                            <lb/>τῷ δι’ εὐφορβίου καὶ κηροῦ καὶ φρυκτῆς ῥητίνης ἐμπλαστῷ
                            <lb/>φαρμάκῳ· εἶτα οὐκ οἶδ’ ὅπως ἔνιοι μὲν ἔμιξαν αὐτῷ Σινώπιδος,
                            <lb/>ἔνιοι δ’ ὤχρας, ὑπὲρ τοῦ χρωσθὲν ἐκ τίνων σύγκειται <lb/>λανθάνειν,
                            ἵνα μὴ δοκῇ εἶναι τὸ ἐμὸν φθονοῦντες· οὐ μὴν <lb/>ὑπ’ ἐμοῦ γε ἐξ ἀρχῆς
                            οὕτως συνετέθη. τινὲς δ’ ἂν ἴσως αὐτῷ <lb/>μίξειαν ἁλὸς ἄνθος, ἤ τι
                            τοιοῦτον ἕτερον ὃ καὶ τὴν χροιὰν <lb/>ὑπαλλάξει καὶ τὴν δύναμιν οὐ
                            βλάψει· δύναιτο δ’ ἄν τις <lb/>ὑπ’ ἀγνοίας μῖξαί τι καὶ τοιοῦτον, ὅπερ
                            βλάψει τὴν δύναμιν. <lb/>ἀλλ’ ἡμεῖς γε συνεθήκαμεν αὐτὸ διὰ κηροῦ καὶ
                            ῥητίνης τερμινθίνης <lb/>καὶ πίττης καὶ εὐφορβίου, τοῦ μὲν κηροῦ
                            βάλλοντες <lb/>μέρος ἓν, τῆς τερμινθίνης δὲ καὶ τῆς πίττης ἑκατέρας
                            ἥμισυ· <lb/>ὥστε τὸ ἐξ ἀμφοῖν ἶσον εἶναι τῷ κηρῷ. δύναιτο δ’ ἄν ποτε
                            <lb/>καὶ πλέον γίγνεσθαι τὸ ἐξ ἀμφοῖν τοῦ κηροῦ· δύναιτο δ’ <lb/>ἂν καὶ
                            τὸ ἕτερον αὐτῶν μόνον μίγνυσθαι τῷ κηρῷ. καὶ <pb n="397"/> μέντοι καὶ μὴ
                            παρούσης τερμινθίνης ἥ τ’ ἐκ τῶν κεραμίων <lb/>ὑγρὰ καὶ ἡ φρυκτὴ καλῶς
                            ἂν μιχθεῖεν· οὐδὲν δὲ ἧττον <lb/>αὐτῶν καὶ ἐλατίνη μιγνύοιτ’ ἄν. ἡ δὲ
                            στροβιλίνη μόνον <lb/>τῶν σκληρῶν σωμάτων ἐστὶ φάρμακον· ἐπὶ δὲ τῶν
                            μαλακωτέρων <lb/>[οὐ χρὴ μιγνύειν. εἰ μὲν οὖν ὑγρὰ ῥητίνη μιγνύοιτο,
                            <lb/>κόψας καὶ διασείσας τὸ εὐφόρβιον ἀναμίγνυε τοῖς <lb/>ἄλλοις
                            τακεῖσιν· ἔστω δὲ ὁ σταθμὸς αὐτοῦ τὸ δωδέκατον <lb/>μέρος τοῦ κηροῦ καί
                            ποτε καὶ πλέον, εἰ βούλοιο ποιεῖν <lb/>ἰσχυρότερον· εἰ δὲ ξηρὰ, καθάπερ
                            ἡ φρυκτὴ δεήσεται βραχέος <lb/>ἐλαίου τὸ εὐφόρβιον. ὥστ’ ἔγωγε τηνικαῦτα
                            λεῖον <lb/>αὐτὸ σὺν ἐλαίῳ καὶ γλοιῶδες ἐργαζόμενος ἐψυγμένοις τοῖς
                            <lb/>ἄλλοις μετὰ τὸ τακῆναι ξύσας μιγνύω, πολλάκις δὲ καὶ <lb/>ὕδατος
                            ἔμιξα σκευαζομένῳ τῷ φαρμάκῳ τοσοῦτον ὅσον ἐν <lb/>αὐτῷ τῷ τήκεσθαι τὰ
                            μιγνύμενα, δαπανηθῆναί τε δύναται <lb/>καὶ ἀφανισθῆναι τελέως. ἀλλὰ τὰ.
                            μὲν τοιαῦτα σύμπαντα <lb/>τῆς περὶ φαρμάκων πραγματείας ἐστὶν
                            οἰκειότερα. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="135"/>νυνὶ δ’ ἀρκεῖ, καθάπερ ἔμπροσθεν
                            ἐποιήσαμεν, ὁποῖον <lb/>εἶναι χρὴ τὸ γένος τῶν φαρμάκων δηλώσαντας,
                            ὀλίγα προστιθέναι <pb n="398"/> τῶν κατὰ μέρος ἕνεκα παραδείγματος.
                            ἄφθονον <lb/>γὰρ ἁπάντων τὴν ὕλην ἐν τῇ περὶ τῶν ἁπλῶν φαρμάκων
                            <lb/>ἔχεις πραγματείᾳ· σκευάζειν δ’ ὡς ἐν τῇ περὶ συνθέσεως εἴρηται.
                            <lb/>νῦν οὖν ἀρκεῖ τοῦτο εἰπόντι μόνον ἐπ’ ἄλλα μεταβαίνειν. <lb/>ἡ τοῦ
                            τετρωμένου νεύρου θεραπεία φαρμάκων δεῖται, <lb/>θερμασίαν μὲν
                            ἐγειρόντων χλιαρὰν, ξηραινόντων δ’ ἱκανῶς, <lb/>καὶ τῇ φύσει δὲ τῆς
                            οὐσίας ἑλκτικῶν τε ἅμα καὶ λεπτομερῶν. <lb/>οὐ μόνον δὲ εἰς εὕρεσιν
                            φαρμάκων τε καὶ διαιτημάτων ἡ θεραπευτικὴ <lb/>μέθοδος ἐπιτήδειός ἐστιν,
                            ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν τῶν <lb/>εὑρημένων χρῆσιν. ὥσπερ γὰρ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν
                            ἐδείκνυμεν <lb/>οὐδὲ τῷ τυχόντι φαρμάκῳ τῶν πρὸς ἕλκη καλῶς δύνασθαι
                            <lb/>χρήσασθαι τὸν ἄνευ μεθόδου μεταχειριζόμενον αὐτὰ, τὸν <lb/>αὐτὸν
                            τρόπον ἔνεστι καὶ νῦν ἐπιδεικνύναι. γνωρίζειν γὰρ εἰς <lb/>ὅσον ἤ τί γε
                            ἐξήρανεν, ἢ ἐθέρμηνεν, ἢ παρηγόρησεν, ἢ ἠρέθισε <lb/>τὴν διάθεσιν ἡ τοῦ
                            φαρμάκου προσφορὰ, μόνος ὁ κατὰ <lb/>μέθοδον ἰατρεύων ἱκανός ἐστιν.
                            οὗτος δ’ αὐτὸς οἶδε μόνος <lb/>ἤ τί γ’ ἐπιτεῖναι τὴν ἐξ ἀρχῆς χρῆσιν, ἢ
                            ἐκλῦσαι. τὸ γοῦν δι’ <lb/>εὐφορβίου φάρμακον ἐπιθείς τις παραχρῆμα
                            νευροτρώτῳ, ﻿<pb n="399"/> πολλάκις δὲ ἄρα πρόσθεν εὐδοκιμοῦντος αὐτοῦ
                            πεπείρατο, <lb/>τριταῖον ἐπεδείκνυέ μοι τὸ τετρωμένον μόριον, ὀδυνώμενόν
                            <lb/>τε ἅμα καὶ φλεγμαῖνον, ἀπορῶν ὅπως οὐδὲν ἤνυσε τὸ φάρμακον.
                            <lb/>ἠρόμην οὖν τὸν τετρωμένον εἰ θερμασίας τινὸς οἷον <lb/>ἐξ ἡλίου
                            πραέος ᾔσθετο, τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερῶν ἐπιβληθέντος <lb/>αὐτοῦ· ὁ δὲ
                            ἀπεκρίνατο μηδενὸς ᾐσθῆσθαι τοιούτου. <lb/>πάλιν οὖν ἠρόμην τὸν ἰατρὸν
                            ἐκ πόσου τε χρόνου τὸ φάρμακον <lb/>ἐσκευασμένον ἔχει καὶ τίνας αὐτῷ
                            θεραπεύσειεν. ὁ δὲ <lb/>τὸν μὲν χρόνον ἐνιαυτοῦ πλέονα, τοὺς, δὲ
                            θεραπευθέντας <lb/>ἔλεγε δύο μὲν παῖδας, ἓν δὲ μειράκιον εἶναι.
                            πυθομένου <lb/>δέ μου καὶ περὶ τῆς τοῦ μειρακίου σχέσεως τῆς κατὰ τὸ
                            <lb/>σῶμα, λευκὸν ἔφρασεν αὐτὸ καὶ μαλακὸν εἶναι. τούτων <lb/>ἀκούσας
                            ἐγὼ καὶ συνεὶς ἐλλείπειν ὡς πρὸς τὴν τοῦ παρόντος <lb/>νεανίσκου κρᾶσιν
                            τὸ εὐφόρβιον, αἰτήσας τε τὸ ἐμπλαστὸν <lb/>φάρμακον καὶ τὸ εὐφόρβιον
                            ἀνελόμενος, ὅσον ἤλπιζον αὐτάρκως <lb/>αὐτῶν ἀλλήλοις μιχθήσεσθαι;
                            μαλάττειν μὲν ταῖν <lb/>χεροῖν ἐκέλευσα τὸ φάρμακον, ἀκριβῶς δὲ λειῶσαι
                            τὸ εὐφόρβιον. <lb/>ὡς δὲ ταῦτα ἐγένετο, μιγνύειν αὐτὰ πρὸς ἄλληλα <pb n="400"/> κελεύσας, εἶτ’ αὐτὸς ἔλαιον Σαβῖνον ἠρέμα παλαιὸν θερμήνας
                            <lb/>συμμέτρως, κατήντλησα τὸ τετρωμένον μόριον, ἀνακείρας <lb/>τε βραχὺ
                            μεμυκυῖαν αὐτοῦ τὴν ὀπὴν τῆς νύξεως, <lb/>ἐπέθηκα τὸ φάρμακον, ἀσιτῆσαι
                            προστάξας τὸν ἄνθρωπον· <lb/>ἐς ἑσπέραν τε πάλιν ἐκέλευσα τὸν ἰατρὸν
                            ἐπιλῦσαί τε καὶ <lb/>χρήσασθαι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐλαίῳ καθ’ ὃν ἐμὲ
                            χρώμενον <lb/>ἐθεάσατο. τούτων οὖν γενομένων ἀνώδυνόν τε ἅμα <lb/>καὶ
                            ἀφλέγμαντον ἐφάνη κατὰ τὴν ὑστεραίαν τὸ πεπονθὸς <lb/>μόριον, ἔγνωσάν τε
                            πάντες οἱ παραγενόμενοι τῷ ἔργῳ τῷδε <lb/>τὸ πολλάκις ἡμῖν λεγόμενον
                            ἀληθέστατον ὑπάρχειν, ὡς οὐδέν <lb/>τι μέγα δύναιτο τὰ φάρμακα χωρὶς τῶν
                            χρωμένων ἐπιτηδείως <lb/>αὐτοῖς. τοῦτο δ’ αὐτὸ τὸ χρῆσθαι δεξιῶς,
                            εὔδηλον <lb/>δήπου μεθόδῳ γιγνόμενον, οἵαν ἡμεῖς ἤδη πολλάκις ἐν τοῖς
                            <lb/>πρὸ τοῦδε διήλθομεν ὑπομνήμασιν, ἐπὶ τὸ θερμὸν καὶ ψυχρὸν <lb/>καὶ
                            ξηρὸν καὶ ὑγρὸν ἁπάσης χρήσεως φαρμάκων ὡς <lb/>ἐπὶ κανόνας
                            ἀναφερομένης. ἣν οὐ μόνον οἱ ἀμέθοδοι Θεσσάλειοι <lb/>μεταχειρίζεσθαι
                            καλῶς ἀδυνατοῦσιν, ἀλλὰ καὶ οἱ <lb/>περὶ τὸν Ἐρασίστρατόν τε καὶ τοὺς
                            ἄλλους ἰατροὺς ὅσοι τὰ <pb n="401"/> στοιχεῖα τοῦ σώματος ἢ οὐδ’ ὅλως
                            ἐζήτησαν, ἢ ἄλλ’ ἄττα <lb/>τῶν εἰρημένων ἔθεντο. περὶ μὲν δὴ τούτων
                            ἅλις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="136"/>Εἰ δὲ μὴ νυγείη τὸ νεῦρον, ἀλλὰ
                            <lb/>τρωθείη σαφῶς τῇ τομῇ, σκέπτεσθαι τὴν τρῶσιν ὁποία τις
                            <lb/>ἐγένετο· πότερον ἐγκαρσία τις, ἢ κατὰ τὸ τοῦ νεύρου μῆκος·
                            <lb/>ὁπόσον τέ τι τοῦ προκειμένου διῄρηται δέρματος. ὑποκείσθω <lb/>δὴ
                            πρότερον ἀνεπτύχθαι πολὺ τοῦ δέρματος, ὡς γυμνὸν φαίνεσθαι <lb/>τὸ
                            νεῦρον, ὄρθιον, οὐκ ἐγκάρσιον διηρημένον. οὐ χρὴ <lb/>τούτῳ τῷ νεύρῳ τῶν
                            εἰρημένων φαρμάκων οὐδὲν προσφέρειν, <lb/>ὅσα δι’ εὐφορβίου καὶ τῶν οὕτω
                            δριμέων ἐμπλαστὰ γίνεται· <lb/>γεγυμνωμένον γὰρ οὐκ οἴσει τὴν δύναμιν
                            αὐτῶν, ὥσπερ ὅτε <lb/>διὰ μέσου τοῦ δέρματος ἔφερεν. ἄριστον οὖν
                            τηνικαῦτα τὴν <lb/>πεπλυμένην τίτανον ἐλαίῳ πλείονι δεύσαντα χρῆσθαι·
                            ἀγαθὸν <lb/>δὲ καὶ τὸ διὰ τοῦ πομφόλυγος φάρμακον ἐν πλέονι <lb/>ῥοδίνῳ
                            τακέν· ἄμεινον δὲ εἰ καὶ τὸ ῥόδινον εἴη καὶ τοὔλαιον <lb/>ἄναλον· σκοπὸς
                            γάρ σοι γιγνέσθω τῆς θεραπείας ἁπάσης ἐπὶ <lb/>νεύρου γεγυμνωμένου τὸ
                            ξηραίνειν ἀδηκτότατα· πάνυ δὲ <pb n="402"/> ὀλίγιστα φάρμακα τὸ τοιοῦτο
                                <milestone unit="ed1page" n="98"/>πέφυκε δρᾷν. ἔστω τοίνυν <lb/>ἡ
                            τίτανος τηνικαῦτα πολλάκις ὕδατι χρηστῷ πεπλυμένη <lb/>ὥρᾳ θέρους·
                            πεπλύσθω δὲ, ὡς εἴρηται, καὶ ἡ πομφόλυξ, <lb/> ὥσπερ οὖν καὶ πέπλυται
                            κατὰ τὸ σύνθετον φάρμακον, <lb/>ᾧ συνήθως χρώμεθα, πολλὰ καὶ ἄλλα
                            πεπλυμένα δεχόμενον. <lb/>ὅσα γὰρ ἐκ μετάλλων ἐστὶ, πεπλύσθαι χρὴ πάντα
                            μέλλοντά <lb/>γε ξηραίνειν ἀδήκτως. ἀγαθὸν δὲ καὶ τὸ διὰ μέλιτος
                            ἐμπλαστὸν <lb/>φάρμακον, ὅταν ἐκ καλλίστου μέλιτος ᾖ. λύειν δὲ καὶ
                            <lb/>τοῦτο χρὴ ῥοδίνῳ τά τε ἄλλα καλλίστῳ καὶ τῶν ἁλῶν ἥκιστα
                            <lb/>μετέχοντι· καὶ τὸν κηρὸν δὲ χρὴ πεπλύσθαι τὸν εἰς τὰ <lb/>τοιαῦτα
                            φάρμακα βαλλόμενον· εἰ δὲ καὶ τερμινθίνης τι ῥητίνης <lb/>μιγνύοιτο,
                            πεπλύσθαι χρὴ καὶ ταύτην· ἔτι δὲ μᾶλλον, <lb/>εἰ ἄλλης ἡστινοσοῦν. ἐξ
                            ἁπάντων γὰρ ὧν ἂν πλύνῃς φαρμάκων <lb/>οἱ δριμεῖς καὶ δακνώδεις ἰχῶρες
                            ἐκκλύζονταί τε καὶ <lb/>ἀποῤῥύπτονται. εἰ δ’ ἰσχυρὸς ὁ τετρωμένος εἴη
                            καὶ σὺν <lb/>τούτῳ καὶ ἀπέριττος τὸ σῶμα, δυνατὸν ἐπ’ αὐτοῦ χρῆσθαι
                            <lb/>καὶ τῶν ἰσχυροτέρων φαρμάκων ἐνίοις· ὥσπερ ἐγώ ποτε τοιαύτης <pb n="403"/> τρώσεως γενομένης ἐκ καρπῷ ἐπὶ νεανίσκου φιλοσοφοῦντος,
                            <lb/>εὐέκτου τε τἄλλα καὶ κατωπτηκότος ἐν ἡλίῳ θερινῷ <lb/>τὸ σῶμα τὸν
                            Πολυείδου τροχίσκον ἀνεὶς σιραίῳ, κᾄπειτα <lb/>χλιάνας ἐφ’ ὕδατος
                            θερμοῦ, βάψας ἐν αὐτῷ μοτοὺς ἐπέθηκα. <lb/>καὶ γὰρ καὶ τούτου χρὴ
                            μάλιστα φροντίζειν ἀεὶ, τοῦ μηδὲν <lb/>τῶν ψαυόντων τῆς τρώσεως ψυχρὸν
                            εἶναι, ἐπειδὴ τὸ πεπονθὸς <lb/>μόριον αἰσθητικώτατόν ἐστι καὶ τῇ
                            κυριωτάτῃ τῶν <lb/>ἀρχῶν συνεχὲς, ἔτι τε τῇ κράσει ψυχρότερον· ἐξ ὧν
                            ἁπάντων <lb/>ἑτοίμως μὲν ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ βλάπτεται, διαδίδωσι δὲ ἐπὶ
                            <lb/>τὸν ἐγκέφαλον τὸ πάθος. εἰ δὲ καὶ τῶν εἰς μῦς καθηκόντων <lb/>εἴη,
                            καὶ σπασμοὺς ἐπικαλεῖται ῥᾳδίως· ἐδείχθησαν γὰρ οἱ <lb/>μύες ὄργανα τῆς
                            κατὰ προαίρεσιν κινήσεως. οὕτω δὲ καὶ <lb/>ἐπὶ τῶν τενόντων προσδόκα
                            γενήσεσθαι διὰ τὰς αὐτὰς αἰτίας. <lb/>ἀλλὰ τό γε προειρημένον φάρμακον
                            ἐπιθεὶς τῷ νεανίσκῳ κατά <lb/>τε τοῦ τραύματος αὐτοῦ καὶ μέντοι καὶ τῶν
                            ὑπερκειμένων <lb/>μερῶν, οὐκ ὀλίγον ἐπιλαμβάνων αὐτῷ τὰ κατὰ μασχάλας
                            <lb/>καὶ τράχηλον καὶ κεφαλὴν, ἐλαίῳ θερμῷ διέβρεχον ἅπαντα
                            <lb/>συνεχῶς. ἀφεῖλον δὲ καὶ τοῦ αἵματος αὐτοῦ σχάσας τὴν ﻿<pb n="404"/>
                            φλέβα κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν εὐθέως. <milestone unit="ed2page" n="137"/>ἐν οὖν τῇ <lb/>τετάρτῃ τῶν ἡμερῶν οὗτος ὁ νεανίσκος ἔσχε καλῶς, ὥστε
                            <lb/>ῥυσσὸν καὶ βραχὺ καὶ προσεσταλμένον φαίνεσθαι τὸ ἕλκος. <lb/>οὐ μὴν
                            ἀλλὰ καὶ προμηθέστερον ἐδόκει μηδὲν νεωτεροποιεῖν <lb/>ἄχρι τῆς ἑβδόμης,
                            μεθ’ ἣν τελέως ἦν ὑγιής. ἐλαίῳ δ’ αἰονᾷν <lb/>οὐ χρὴ τὸ τοιοῦτον ἕλκος,
                            καὶ μάλισθ’ ὅταν ὡς νῦν εἴρηται <lb/>θεραπεύηται· τῇ γὰρ τοῦ τροχίσκου
                            δυνάμει τὸ ἔλαιον <lb/>ἐναντίον ἐστὶ καὶ ῥυπαίνει τὸ ἕλκος. οὐ γὰρ δήπου
                            ταὐτόν <lb/>ἐστιν ἢ γυμνῷ τῷ νεύρῳ προσφέρειν τοὔλαιον, ἢ διὰ
                            προβεβλημένου <lb/>τοῦ δέρματος. ἀποπλύνειν οὖν αὐτοῦ τοὺς ἰχῶρας,
                            <lb/>ἔριον μαλακὸν ὑπαλείπτρῳ περιελίττοντας· ἀποβρέχειν <lb/>δὲ εἰ
                            βούλοιο τὸ ἔριον, ὅπως μὴ ξηρῷ ψαύσῃς τὸ ἕλκος, <lb/>ἀρκέσει τὸ σίραιον,
                            ὅπερ καὶ ἕψημα καλοῦσι παρ’ ἡμῖν ἐπὶ <lb/>τῆς Ἀσίας συνήθως. ἐν τούτῳ
                            βάψας τὸ ἔριον, εἶτ’ ἀποθλίψας, <lb/>οὕτως ἀπομάττειν τὸ ἕλκος. ἔστω δὲ
                            καὶ αὐτὸ <lb/>τοῦτο χλιαρὸν ἐν ταῖς πρώταις μάλιστα ἡμέραις. εἰ δὲ πάντα
                            <lb/>κατὰ γνώμην περαίνοιτο, καὶ οἴνῳ γλυκεῖ βρέχειν ἀκίνδυνον,
                            <lb/>ἄδηκτος δὲ ὁ γλυκὺς οἶνος ἔστω παντάπασιν, οἷος ὁ Θηραῖός <pb n="405"/> τε καὶ Σκυβελίτης ἐστὶ καὶ μετ’ αὐτοὺς ὁ καρύϊνος
                            ὀνομαζόμενος· <lb/>ὅσοι δὲ γλυκεῖς τε ἅμα καὶ κιῤῥοὶ τῶν οἴνων εἰσὶν,
                            <lb/>ὥσπερ ὁ Φαλερῖνος, ἀνεπιτήδειοι, δριμεῖς γὰρ ἅπαντες οἱ
                            <lb/>τοιοῦτοι καὶ πέρα τοῦ μετρίου θερμοί· ἤδη δὲ εἰς οὐλὴν <lb/>ἰόντων
                            τῶν ἑλκῶν, ὅσοι λευκοὶ τῶν οἴνων εἰσὶν ἀκριβῶς καὶ <lb/>λεπτοὶ καὶ
                            ὀλιγοφόροι καὶ ἄνοσμοι, βελτίους τῶν γλυκέων <lb/>εἰσίν. ὕδατος δὲ
                            χρῆσιν ἀεὶ φεῦγε τρωθέντος νεύρου, καθάπερ <lb/>γε καὶ καταπλάσματος
                            χαλαστικοῦ. τῇ δὲ εἰρημένῃ τοῦ <lb/>τροχίσκου χρήσει πλησίον ἥκει τὸ διὰ
                            τῆς χαλκίτεος φάρμακον, <lb/>ᾧ συνήθως χρώμεθα· τετῆχθαι δὲ καὶ τοῦτο
                            χρὴ <lb/>θέρους μὲν ῥοδίνῳ, χειμῶνος δὲ Σαβίνῳ· γέγραπται δ’ ἐν <lb/>τῷ
                            πρώτῳ περὶ φαρμάκων συνθέσεως. ὁ δὲ Πολυείδου τροχίσκος, <lb/>ἢ
                            κυκλίσκος, ἢ ὅπως ἄν τις ὀνομάζειν ἐθέλοι, γιγνώσκεται <lb/>σχεδὸν
                            ἅπασι· καὶ εἰ μὴ παρείη, τὸν Ἄνδρωνος, ἢ <lb/>τὸν Πασίωνος ἀντ’ αὐτοῦ
                            περιλαμβάνειν, ἢ τὸν ἡμέτερον <lb/>ἰσχυρότερον ἁπάντων αὐτῶν ὑπάρχοντα.
                            προείρηται δὲ ὅτι <lb/>τοῖς μὲν ἰσχυροῖς σώμασι τὰ ἰσχυρὰ φάρμακα, τοῖς
                            δὲ ἀσθενέσι <lb/>τὰ μαλακὰ προσφέρειν χρή· ταῦθ’ εὑρίσκει μὲν ἡ ἀληθὴς
                                <pb n="406"/> μέθοδος, ἐπισφραγίζεται δὲ ἡ πεῖρα; Θεσσαλὸς δὲ ἅμα
                            <lb/>τοῖς ἑαυτοῦ σοφισταῖς ἐφ’ ὑψηλοῦ θρόνου καθήμενος ἐν
                            <lb/>κριομύξοις ἀνδράσιν, ὡς ὁ Κερκίδας φησὶν, εὐδοκιμήσει, κατασκευάζων
                            <lb/>τῷ λόγῳ παντὸς ἕλκους προσφάτου τὴν αὐτὴν <lb/>εἶναι θεραπείαν,
                            οὐδεμίαν ἔνδειξιν ἐκ τῆς τοῦ μορίου φύσεως <lb/>λαμβάνουσαν. εἷς δέ τις
                            τῶν ὑπὸ τῆς σοφίας αὐτοῦ κεκομισμένων <lb/>θαυμαστὴν ἐξεύρισκε θεραπείαν
                            τῶν νευροτρώτων· <lb/>αὐτίκα γὰρ ὅλα διέκοπτεν ἐξαίφνης αὐτὰ, μηδὲ
                            προειπών τι <lb/>τῷ τρωθέντι· καίτοι κᾀνταῦθα προεδίδου τὴν αἵρεσιν.
                            <lb/>ἐχρῆν γὰρ ἢ καὶ τοὺς μύας τρωθέντας καὶ τὰς ἀρτηρίας καὶ <lb/>τὰς
                            φλέβας καὶ πᾶν ὁτιοῦν ἄλλο διακόπτειν ὅλον, ἢ μηδὲ <lb/>τὸ νεῦρον. ἢ
                            οὕτως ἂν ὃ φεύγουσι πράττοντες ἁλίσκονται, <lb/>διάφορον ἐκ τῶν
                            διαφερόντων μορίων ἔνδειξιν θεραπείας <lb/>λαμβάνοντες. τούτων μὲν οὖν
                            ἀπαλλαγῶμεν ἤδη, τῆς δ’ <lb/>ἐγκαρσίας τρώσεως τῶν νεύρων μνησθῶμεν, ἐφ’
                            οἷς καὶ ὁ <lb/>κίνδυνος τοῦ σπασθῆναι μείζων, τῆς μὲν φλεγμονῆς ἐκ τῶν
                            <lb/>τετρωμένων ἰνῶν εἰς τὰς ἀτμήτους διαδιδομένης, τοῦ σπασμοῦ <lb/>δὲ
                            διὰ τὰς ἀτμήτους γιγνομένου τὰ μὲν δὴ τῆς θεραπείας τοῦ <pb n="407"/>
                            ἕλκους καὶ τούτοις τὰ αὐτά· κενοῦν δ’ αἵματος ἀφειδέστερον <lb/>αὐτῶν
                            καὶ λεπτότερον ἢ κατ’ ἐκείνους διαιτᾷν, ἐν ἡσυχίᾳ τε καὶ <lb/>στρωμνῇ
                            μαλακῇ συνέχειν τὸν ἄνθρωπον <milestone unit="ed2page" n="138"/>ἐλαίῳ
                            θερμῷ <lb/>δαψιλῶς χρώμενον ἐπὶ μασχαλῶν καὶ τραχήλου καὶ τενόντων
                            <lb/>καὶ συνδέσμων καὶ κεφαλῆς. εἰ δὲ τῶν ἐν σκέλει νεύρων εἴη <lb/>τὸ
                            τμηθὲν, ὥσπερ ἐπὶ χειρὸς μασχάλας, οὕτως ἐνθάδε βουβῶνας <lb/>ἐλαίῳ
                            πολλῷ τέγγειν, ἐπαναβαίνειν δὲ δι’ ὅλης τῆς <lb/>ῥάχεως ἐπὶ τράχηλόν τε
                            καὶ κεφαλήν. ἡ δὲ θλάσις ἡ τῶν <lb/>νεύρων, ὅταν μὲν ἅμα τῷ δέρματι
                            θλασθέντι τε καὶ ἑλκωθέντι <lb/>γίγνηται, φαρμάκων δεῖται τῶν μὲν τοῦ
                            ξηραίνειν <lb/>σκοπὸν ἐχόντων κοινὸν, συνάγειν δέ πως καὶ σφίγγειν
                            δυναμένων <lb/>τὰ διὰ τὴν θλάσιν ἀλλήλων ἀφεστῶτα μόρια. τὰ δὲ
                            <lb/>χωρὶς τοῦ θλασθῆναι τὸ δέρμα συνεχέστατα καταντλεῖν <lb/>ἐλαίῳ
                            θερμῷ διαφορητικῷ, τὴν δ’ ὅλην τοῦ σώματος ἐπιμέλειαν <lb/>ὁμοίαν
                            ποιεῖσθαι. ἅπαξ οὖν εἶδον τοῦτο γιγνόμενον, <lb/>ἰασάμην τε ταχέως αὐτὸ
                            διὰ τῆς καταντλήσεως. ἅμα μέντοι <lb/>τῷ δέρματι πάνυ πολλάκις ἐθεασάμην
                            νεῦρα θλασθέντα <lb/>καὶ διὰ τὸ συνεχὲς τοῦ συμπτώματος οἱ ἀθληταὶ τῇ
                            πείρᾳ <pb n="408"/> διδαχθέντες ἔχουσι κατάπλασμα τὸ δι’ ὀξυμέλιτος καὶ
                            τοῦ <lb/>τῶν κυάμων ἀλεύρου καὶ ἔστιν ὄντως ἀγαθὸν φάρμακον. εἰ <lb/>δ’
                            ὀδύνη τις συνείη τῇ θλάσει, πίττης ὑγρᾶς μιγνύειν ἕψοντάς <lb/>τέ καλῶς
                            ἐπιτιθέναι θερμόν· ὅταν δὲ ξη<milestone unit="ed1page" n="99"/>ραντικώτερον <lb/>ἐθέλῃς γίγνεσθαι, μιγνύειν ὀρόβων ἀλεύρου. καὶ εἰ
                            <lb/>μᾶλλον βούλοιο ξηραίνειν, ἴρεως τῆς Ἰλλυρίδος ἢ μυρίκης. <lb/>ἡ δὲ
                            τοῦ παντὸς σώματος ἐπιμέλεια καὶ τούτοις κοινή. διακοπέντος <lb/>δὲ ὅλου
                            τοῦ νεύρου κίνδυνος μὲν οὐκέτι οὐδεὶς, <lb/>ἀνάπηρον δ’ ἔσται τὸ μόριον.
                            ἡ δὲ ἴασις κοινὴ τοῖς ἄλλοις <lb/>ἕλκεσιν, ἣν μόνην ἴσασιν οἱ
                            Θεσσάλειοι. περὶ μὲν δὴ τῶν <lb/>νεύρων ἱκανὰ καὶ ταῦτα. τὰς δὲ
                            ἐπιγινομένας αὐτοῖς φλεγμονὰς <lb/>ὅπως χρὴ θεραπεύειν ἐν τῷ τῶν
                            φλεγμονῶν λόγῳ <lb/>διαιρησόμεθα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ὁμοιοτάτην δὲ τοῖς τένουσιν ἔχοντες ἰδέαν <lb/>οἱ σύνδεσμοι θεραπείας
                            ἰσχυροτάτης ἀνέχονται, διά τε τὸ <lb/>μὴ περαίνειν ἐπὶ τὸν ἐγκέφαλον
                            ἀναίσθητοί τε εἶναι· τὰ <lb/>μὲν γὰρ νεῦρα σύμπαντα τὰ μὲν ἄντικρυς ἐξ
                            αὐτοῦ πέφυκε ﻿<pb n="409"/> τοῦ ἐγκεφάλου, τὰ δὲ διὰ τοῦ νωτιαίου. καὶ
                            μέν γε καὶ οἱ <lb/>τένοντες, ἐπειδὴ σύνθετον αὐτῶν ἐπεδείκνυμεν εἶναι
                            τὴν <lb/>οὐσίαν ἐκ νεύρου καὶ συνδέσμου, καθ’ ὅσον μὲν νεύρου μετέχουσι,
                            <lb/>κατὰ τοσοῦτον ἐξ ἐγκεφάλου πεφύκασιν, οὐ μὴν <lb/>ἧττόν γε τῶν
                            νεύρων αὐτῶν ἐπιφέρουσι τοὺς σπασμούς. οἱ <lb/>σύνδεσμοι δὲ ἐξ ὀστοῦ
                            πεφυκότες, ὅσοι μὲν στρογγύλοι, νεύροις <lb/>ἐοίκασι, πολὺ δὴ τῇ
                            σκληρότητι διαφέροντες· ἀλλὰ τῷ <lb/>λευκοί τε εἶναι καὶ ἄναιμοι καὶ
                            ἀκοίλιοι, διαλύεσθαί τε εἰς <lb/>ἶνας, ἡ ὁμοιότης αὐτῶν ἐστι πρός τε τὰ
                            νεῦρα καὶ τοὺς <lb/>τένοντας. ἔνθα μὲν οὖν στρογγύλοι σύνδεσμοι καὶ
                            τένοντές <lb/>εἰσι, τοῖς ἀπείροις ἀνατομῆς ὡς νεῦρα φαντάζονται, καὶ
                            <lb/>μάλισθ’ ὅταν ἀγνοῶσιν ὅτι καὶ σκληρότεροι πολὺ τῶν νεύρων
                            <lb/>εἰσίν· ἔνθα δὲ πλατεῖς, ἐνταῦθ’ ὅτι μὲν νεύρων διαφέρουσιν
                            <lb/>ἐπίστανται, καίτοι γε οὐδὲ τοῦτο πάντες· οὐ μὴν γιγνώσκουσί <lb/>γε
                            διακρίνειν αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων. ἀλλὰ σύ γε τὴν φύσιν <lb/>ἑκάστου τῶν
                            τριῶν μορίων ἐπιστάμενος, ἔτι τε διάπλασιν <lb/>καὶ θέσιν ἣν ἔχουσιν ἐν
                            ἅπαντι τῷ σώματι καθ’ ἕκαστον <lb/>μέλος, ἐπειδάν ποτε τύχῃ κατ’ ἐκεῖνο
                            τραῦμα γενόμενον, ἑτοίμως <pb n="410"/> γνωριεῖς εἴτε νεῦρόν ἐστι τὸ
                            τετρωμένον, εἴτε σύνδεσμος, <lb/>εἴτε τένων. περὶ μὲν δὴ τῆς τῶν νεύρων
                            καὶ τενόντων θεραπείας <lb/>προείρηται. <milestone unit="ed2page" n="139"/>σύνδεσμος δὲ τρωθεὶς ὁ μὲν ἐξ <lb/>ὀστοῦ διήκων εἰς ὀστοῦν
                            ἀκινδυνότατός ἐστι, καὶ πάντῃ <lb/>ξηραίνων αὐτὸν ὁποίοις βούλοιο
                            φαρμάκοις οὐδὲν βλάψεις <lb/>τὸν ἄνθρωπον. ὁ δ’ εἰς μῦν ἐμφυόμενος ὅσον
                            ἀκινδυνότερός <lb/>ἐστι τένοντος καὶ νεύρου, τοσοῦτον τῶν ἄλλων
                            συνδέσμων <lb/>σφαλερώτερος, ἢν μὴ χρηστῶς θεραπεύηται. τούτων
                            <lb/>οὐδὲν οἷοί τέ εἰσι διαπράξασθαι μεθόδῳ τῶν ἰατρῶν <lb/>ὅσοι μήτε
                            τὴν ἀπὸ τῶν μορίων ἔνδειξιν εἰς τὰς τῶν ἑλκῶν <lb/>ἰάσεις χρήσιμον εἶναι
                            συγχωροῦσιν, οὔθ’ ὅσοι τοῦτο μὲν <lb/>ὁμολογοῦσιν, ἀγνοοῦσι δὲ τὴν
                            ἑκάστου φύσιν, ἥτις, ὡς <lb/>ἐδείκνυμεν, ἐκ τῆς τῶν στοιχείων γίνεται
                            κράσεως. ἀλλ’ <lb/>οὗτοι μὲν εἰ καὶ μηδὲν ἄλλο, τά γ’ ἐκ τῆς ὀργανικῆς
                            κατασκευῆς <lb/>τῶν μορίων ἐνδεικτικῶς λαμβανόμενα γιγνώσκουσι· <lb/>οἱ
                            δ’ ἀπὸ τοῦ Θεσσαλοῦ καὶ ταῦτ’ ἀγνοοῦσιν, οἷον αὐτίκα <lb/>διαιρεθέντος
                            ἐπιγαστρίου μέχρι τοσούτου βάθους ὡς προπεσεῖν <lb/>ἔντερον, ὅπως τε χρὴ
                            καταστεῖλαι τοῦτο· καὶ ἢν <pb n="411"/> ἐπίπλους προπέσῃ, πότερον
                            ἀποκόπτειν, ἢ οὐκ ἀποκόπτειν <lb/>αὐτὸν χρή καὶ πότερον βρόχῳ
                            διαλαμβάνειν, ἢ μή· καὶ εἰ <lb/>ῥάπτειν, ἢ μὴ ῥάπτειν τὸ τραῦμα· καὶ
                            ῥάπτοντας ὅτῳ χρὴ <lb/>τρόπῳ ῥάπτειν, οὐδὲν τούτων ἐπίστανται, οὐδὲ γὰρ
                            ἡμεῖς <lb/>ἂν ἔγνωμεν, εἰ μὴ δι’ ἀνατομῆς ἐμάθομεν ἁπάντων τῶν <lb/>τῇδε
                            μορίων τὴν φύσιν, ἣν καὶ διελθεῖν ἀναγκαῖόν ἐστιν οὐ <lb/>σαφηνείας
                            μόνης ἕνεκα τῶν λεχθησομένων, ἀλλὰ καὶ πίστεως. <lb/>δέρμα μὲν ἔξωθεν
                            ἁπάντων προβέβληται τελευτῶν <lb/>εἰς ὑμένα. μεθ’ ὃ κατὰ μὲν τὴν μέσην
                            χώραν ἀπονευρώσεις <lb/>μυῶν τέτανται διτταὶ δίκην ὑμένων· ἃς οὐδ’ ὅτι
                            δύο εἰσὶν <lb/>οἱ πολλοὶ τῶν ἀνατομικῶν ἐπίστανται. καὶ γὰρ καὶ
                            συμπεφύκασιν <lb/>ἀλλήλαις, ὡς ἔργον εἶναι χωρίσαι, καὶ λεπτότητος
                            <lb/>εἰς ἄκρον ἥκουσιν. ἐφεξῆς δὲ ταῖσδε δύο μύες ὄρθιοι σαρκώδεις
                            <lb/>ἀπὸ τοῦ στήθους ἐπὶ τὰ καλούμενα τῆς ἥβης ὀστᾶ <lb/>καθήκουσι.
                            ταῦτα μὲν δὴ σύμπαντα τὰ εἰρημένα συμφυῆ <lb/>τ’ ἐστὶ καὶ οἱ τὰς
                            καλουμένας γαστροῤῥαφίας ὅπως χρὴ ποιεῖσθαι <lb/>γράψαντες, ἐπιγάστριον
                            ὀνομάζουσι τὰ συγκείμενον <pb n="412"/> ἐξ αὐτῶν. ὅσον δ’ ἐφεξῆς τῷδε,
                            καλεῖται μὲν ὑπ’ αὐτῶν <lb/>περιτόναιον, οἰομένων ἕν ἁπλοῦν ἀσύνθετον
                            εἶναι σῶμα <lb/>τὸ δὲ οὐχ οὕτως ἔχει, σύγκειται γὰρ ἐκ δυοῖν σωμάτων,
                            <lb/>ἀναίμων μὲν ἀμφοῖν καὶ νευρωδῶν, ἀλλὰ τὸ μὲν ἕτερον <lb/>αὐτῶν
                            ἀπονεύρωσίς ἐστι μυῶν ἐγκαρσίων, τὸ δ’ ἕτερον <lb/>ὑμὴν ἀκριβῶς λεπτὸς,
                            οἷόν περ τὸ ἀράχνιον, ὅπερ δὴ τὸ <lb/>περιτόναιον ὄντως ἐστί. τοιοῦτον
                            μὲν ἐν τοῖς μέσοις ἑαυτοῦ <lb/>τὸ ἐπιγάστριον· ὅσον δὲ ἀποκεχώρηκεν
                            ἑκατέρωσε· <lb/>πρὸς τὸ πλάγιον ὡς ἐπὶ τέσσαρας δακτύλους, τοῦτο ἐφεξῆς
                            <lb/>τῷ δέρματι τοὺς λοξοὺς ἔχει μῦς· προτέρους μὲν τοὺς <lb/>ἀπὸ τοῦ
                            θώρακος καταφερομένους, δευτέρους δὲ τοὺς ἀπὸ <lb/>τῶν λαγόνων
                            ἀναφερομένους· εἶτα ἐπὶ τούτοις τὸν ἐγκάρσιον, <lb/>ἐφ’ ὧν τὸ
                            περιτόναιον. ἀκινδυνότερόν τε οὖν ἐστι <lb/>τοῦτο τὸ χωρίον. τοῦ μέσου,
                            μηδεμίαν ἔχον ἀπονεύρωσιν· <lb/>αἵ τε γαστροῤῥαφίαι κατὰ τὸ μέσον εἰσὶ
                            δυσμεταχείριστοι· <lb/>καὶ γὰρ καὶ προπίπτει τὰ ἔντερα ταύτῃ μάλιστα καὶ
                            δυσκάθεκτά <lb/>ἐστιν ἐν τούτῳ τῷ τόπῳ τὸ γὰρ σφίγγον αὐτὰ <lb/>καὶ
                            προστέλλον οἱ ὄρθιοι μύες ἦσαν οἱ σαρκώδεις, οὓς ἐκ <pb n="413"/> τοῦ
                            θώρακος ἐπὶ τὰ τῆς ἥβης ὀστᾶ καθήκειν ἔφαμεν. ὅταν <lb/>οὖν τις τούτων
                            τρωθῇ διὰ διττὴν αἰτίαν, ἀναγκαῖόν ἐστι <lb/>προπίπτειν ἔντερον, ἐκ μὲν
                            τῶν πλαγίων μερῶν ὑπὸ τῶν <lb/>ταύτῃ μυῶν σφιγγόμενον, ἐκ δὲ τῶν μέσων
                            οὔτε τὸν μῦν <lb/>ἐῤῥωμένον ἔχον, ἐπιτήδειόν τε χώραν εἰς πρόπτωσιν. εἰ
                            δὲ <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="140"/>καὶ μεῖζον εἴη τὸ τραῦμα, πλείω τε
                            προπίπτειν ἀναγκαῖόν <lb/>ἐστιν ἔντερα καὶ χαλεπώτερον καταστέλλεσθαι.
                            καθ’ <lb/>ἕτερον δ’ αὖ τρόπον αἱ βραχεῖαι τρώσεις δυσμεταχείριστοι.
                            <lb/>ἢν γὰρ μὴ παραχρῆμά τις εἰς τὴν ἑαυτοῦ χώραν ἐμβάλλῃ τὸ
                            <lb/>προπεπτωκὸς, εἰς ὄγκον αἴρεται πνευματούμενον· ὥστ’ οὐκ <lb/>ἔτι
                            οἷόν τε δι’ ὀπῆς στενῆς ἐμβάλλειν αὐτό. βέλτιον οὖν ἐν <lb/>ταῖς
                            τοιαύταις τρώσεσι τὸ σύμμετρον τραῦμα. ταυτὶ μὲν <lb/>δὴ προεπίστασθαι
                            χρή· ὡς δ’ ἄν τις ἄριστα μεταχειρίζοιτο <lb/>τὰς τοιαύτας τρώσεις,
                            ἐφεξῆς σκεπτέον. ὅτι μὲν γὰρ οὐκ <lb/>ἀρκεῖ τὸ Θεσσάλειον παράγγελμα τὸ
                            κολλᾷν τοῖς ἐναίμοις <lb/>φαρμάκοις αὐτὰς, οὕτως ἡγοῦμαι πρόδηλον
                            ὑπάρχειν ὡς <lb/>οὐδένα λαθεῖν τῶν ἐχόντων νοῦν. ἐπεὶ τοίνυν προηγεῖσθαι
                                ﻿<pb n="414"/> μὲν χρὴ ἐς τὴν οἰκείαν χώραν ἀποτίθεσθαι τὰ
                            προπεπτωκότα <lb/>ἔντερα, δεύτερον δὲ ἐπὶ τόδε ῥάψαι τὸ ἕλκος, εἶθ’ ἑξῆς
                            τρίτον <lb/>ἐπιθεῖναι τὸ φάρμακον, εἶτ’ ἐπ’ αὐτὸ τέταρτον ὅπως <lb/>μὴ
                            συμπάθῃ τι τῶν κυριωτέρων προνοεῖσθαι, περὶ τοῦ <lb/>πρώτου ῥηθέντος ἤδη
                            σκοποῦμεν. οὐσῶν δὲ, ὡς εἴρηται, τριῶν <lb/>ἐν τοῖς τραύμασι κατὰ
                            μέγεθος διαφορῶν, ἀφ’ ἑκάστης αὐτῶν <lb/>πειρᾶσθαι χρὴ λαβεῖν οἰκείαν
                            ἔνδειξιν. ἔστω δὴ πρότερον <lb/>μικρὸν οὕτως ὡς τὸ προπεσὸν ἔντερον
                            ἐμφυσηθὲν μηκέτι <lb/>οἷόν τε εἶναι καταστέλλειν, ἆρ’ οὐκ ἀναγκαῖον
                            ἐνταῦθα δυοῖν <lb/>θάτερον, ἤτοι τὴν φῦσαν ἐκκενοῦν ἢ τὸ τραῦμα μεῖζον
                            ἐργάζεσθαι; <lb/>βέλτιον οὖν οἶμαι τὸ πρότερον, ἐάν περ οἷόν τε ᾖ
                            <lb/>τυχεῖν αὐτοῦ. πῶς δ’ ἄν τις τύχοι μᾶλλον; εἰ τὴν αἰτίαν <lb/>ὑφ’ ἧς
                            ἐκφυσᾶται τὸ ἔντερον ἐκποδὼν <milestone unit="ed1page" n="100"/>ποιησαίμεθα. <lb/>τίς οὖν ἐστιν αὕτη; ἡ ἐκ τοῦ περιέχοντος ἀέρος
                            ψύξις· ὥστε <lb/>καὶ ἡ ἴασις ἐν τῷ θερμῆναι. σπόγγον οὖν χρὴ μαλακὸν
                            ὕδατι <lb/>θερμῷ βρέξαντας, εἶτ’ ἐκπιέσαντας ἐκθερμῆναι τούτῳ τὸ
                            <lb/>ἔντερον. εὐτρεπιζέσθω δὲ ἐν τῷ τέως οἶνος αὐστηρὸς θερμὸς, <pb n="415"/> καὶ γὰρ θερμαίνει μᾶλλον ὕδατος καὶ ῥώμην ἐντίθησι τῷ
                            <lb/>ἐντέρῳ. εἰ δὲ καὶ τούτῳ χρησαμένων ἔτι διαμένει τὸ ἔντερον
                            <lb/>ἐμπεφυσημένον, ἐπιτέμνειν τοῦ περιτοναίου τοσοῦτον <lb/>ὅσον δεῖται
                            τὸ προπεπτωκός. ἐπιτήδεια δ’ ἐστὶν εἰς τὴν <lb/>τοιαύτην τομὴν τὰ
                            καλούμενα συριγγοτόμα. τὰ δ’ ἀμφήκη <lb/>τῶν μαχαιρίων, ἢ κατὰ τὸ πέρας
                            ὀξέα παντὶ τρόπῳ φευκτέα. <lb/>σχῆμα δ’ ἐπιτήδειον τῷ κάμνοντι πρὸς μὲν
                            τοῖς κάτω μέρεσι <lb/>τῆς τρώσεως γεγενημένης τὸ ἀνάῤῥοπον, πρὸς δὲ τοῖς
                            ἄνω <lb/>τὸ κατάῤῥοπον. εἷς δ’ ἐπ’ ἀμφοῖν σκοπὸς, ὡς μὴ βαρύνοιτό
                            <lb/>τι πρὸς τῶν ἄλλων ἐντέρων, τὸ προπεπτωκός. ὥστε <lb/>καὶ τοῦ σκοποῦ
                            τοῦδε κατὰ μὲν τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ τραύματος <lb/>γεγονότος, ἐπὶ θάτερον
                            ῥέπειν· εἰ δὲ ἐκ τῶν ἀριστερῶν <lb/>ᾖ, πρὸς τὴν δεξιὰν ἐπικλίνεσθαι
                            πλευρὰν ὑψηλότερον <lb/>ἀεὶ ποιοῦντας τὸ τετρωμένον μόριον. τοῦτο μέντοι
                            καὶ <lb/>τοῖς μεγάλοις καὶ τοῖς μέσοις ἕλκεσι συνοίσει· κοινὸς γὰρ
                            <lb/>ἁπάντων ὁ σκοπός. αἱ δ’ ἀποθέσεις τῶν ἐντέρων εἰς τὴν <lb/>οἰκείαν
                            χώραν, ὅταν ἐπὶ τοῖς μεγάλοις γίγνωνται τραύμασιν, <pb n="416"/>
                            ὑπηρέτου δέονται δεξιοῦ. χρὴ γὰρ αὐτὸν ὅλον ἔξωθεν καταλαβόντα <lb/>τὸ
                            τραῦμα ταῖς ἑαυτοῦ χερσὶν εἴσω προστέλλειν <lb/>τε καὶ σφίγγειν, ὀλίγον
                            ἑκάστοτε τῷ ῥάπτοντι προγυμνοῦντα· <lb/>καὶ μέντοι καὶ τὸ ῥαφὲν αὐτὸ
                            μετρίως προστέλλειν, ἄχρι <lb/>περ ἂν ὅλον ἀκριβῶς ῥαφῇ. τίς δ’ ἂν εἴη
                            τρόπος ἐπιτήδειος <lb/>εἰς τὰ τοιαῦτα τῆς καλουμένης γαστροῤῥαφίας
                            ἐφεξῆς λέγωμεν. <lb/>ἐπειδὴ συμφῦσαι χρὴ τῷ περιτοναίῳ τὸ ἐπιγάστριον,
                            <lb/>ἀρκτέον μὲν ἀπὸ τοῦ δέρματος ἔξωθεν εἴσω διαπείροντα <lb/>τὴν
                            βελόνην. ἐπειδὰν δὲ τὸ δέρμα καὶ τὸν μῦν τὸν ὄρθιον <lb/>ὅλον διεξέλθοι,
                            τὸ παρακείμενον ὑπερβαίνοντα περιτόναιον, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="141"/>ὠθεῖν αὐτὴν ἔσωθεν ἔξω διὰ τοῦ λοιποῦ
                            ἀντικειμένου <lb/>περιτοναίου, κᾄπειτ’ ἐντεῦθεν ἔσωθεν ἔξω διαπείρειν
                            <lb/>τὸ ἕτερον ἐπιγάστριον. διεξελθούσης δὲ τελέως αὐτῆς, <lb/>ἔξωθεν
                            εἴσω τὸ ἐπιγάστριον τοῦτο διαιροῦντας, εἶτα τὸ <lb/>παρακείμενον αὐτῷ
                            περιτόναιον ὑπερβαίνοντας, ἐπί τε τὸ <lb/>ἀντικείμενον ἐλθόντας ἔσωθεν
                            ἔξω τοῦτο διακεντεῖν, ἅμα δ’ <lb/>αὐτῷ καὶ τὸ πλησίον ἐπιγάστριον ἅπαν·
                            εἶτ’ αὖθις ἀπὸ <lb/>τούτου πάλιν ἀρξαμένους συῤῥάπτειν αὐτὸ τῷ
                            ἀντικειμένῳ <pb n="417"/> περιτοναίῳ· κᾄπειτα διεκβάλλειν διὰ τοῦ
                            πλησίον δέρματος, <lb/>ἐκεῖθεν δ’ αὖ πάλιν εἴσω διείρειν, συῤῥάπτοντας
                            αὐτὸ τῷ <lb/>ἀντικειμένῳ περιτοναίῳ, διεκβάλλοντάς τε διὰ τοῦ πλησίον
                            <lb/>δέρματος. εἶτ’ αὖθις καὶ αὖθις ἐργάζεσθαι ταῦτα, μέχρι <lb/>περ ἂν
                            ὅλον ὁμοίως ῥάψωμεν τὸ τραῦμα. διάστημα δὲ τῶν <lb/>ῥαφῶν ὅσον μὲν ἐπὶ
                            τῷ σφίγγεσθαι τὰ ὑποκείμενα βραχύτατον <lb/>εἶναι χρεών· ὅσον δ’ ἐπὶ τῷ
                            τὸ μεταξὺ τῶν ῥαφῶν <lb/>δέρμα διαμένειν ἀσύῤῥηκτον οὐ χρηστὸν τὸ βραχύ.
                            <lb/>φεύγων οὖν ἑκατέρου τὴν ὑπερβολὴν ἀμφοῖν αἱρεῖσθαι τὸ <lb/>μέτριον.
                            ἤδη δὲ καὶ τοῦτο κοινόν πως ἁπάντων ἑλκῶν, <lb/>ὥσπέρ γε καὶ αὐτοῦ τοῦ
                            ῥάμματος ἡ σύστασις. τὸ μὲν γὰρ <lb/>σκληρότερον χρὴ ῥήσσειν τὸ δέρμα,
                            τὸ δὲ μαλακώτερον <lb/>αὐτὸ φθάνει ῥηγνύμενον. οὕτω δὲ καὶ τὸ μὲν
                            ἐγγυτάτω <lb/>τῶν ἄκρων χειλῶν διαπείρειν τὴν βελόνην, τὸ λοιπὸν τοῦ
                            <lb/>δέρματος ὀλίγιστον ὂν, ἀναγκάζεται καὶ βιάζεται ῥήγνυσθαι, <lb/>τὸ
                            δὲ ἐπὶ πλεῖστον ἀποχωρεῖν τοῦδε πολὺ τοῦ δέρματος <lb/>ἀκόλλητον
                            ἀπολείπει. ταυτὶ μὲν οὖν εἰ καὶ πάντων <pb n="418"/> ἑλκῶν ἐστι κοινὰ,
                            μάλιστα αὐτὰ φυλακτέον ἐν ταῖς γαστροῤῥαφίαις. <lb/>αὐτὰς δὲ τὰς
                            γαστροῤῥαφίας ἤτοι γε ὡς <lb/>προείρηται ποιητέον, ἐστοχασμένου τοῦ
                            συμφῦσαι τῷ περιτοναίῳ <lb/>τὸ ἐπιγάστριον, ἐπειδὴ μόγις αὐτῷ
                            συμφύσεται, <lb/>νευρῶδες ὑπάρχον, ἢ ὡς ἔνιοι, συνάγοντας ἀλλήλοις τὰ
                            <lb/>κατὰ φύσιν οἰκεῖα, περιτοναίῳ μὲν περιτόναιον, ἐπιγάστριον <lb/>δ’
                            ἐπιγαστρίῳ. ἔσται δὲ τοῦτο κατὰ τόνδε τὸν τρόπον. <lb/>ἀπὸ τοῦ πλησίον
                            ἡμῶν ἐπιγαστρίου διεκβάλλειν χρὴ τὴν <lb/>βελόνην ἔξωθεν εἴσω δι’ αὐτοῦ
                            μόνου· κᾄπειθ’ ὑπερβάντας <lb/>ἄμφω τὰ χείλη τοῦ περιτοναίου, πάλιν
                            ἀντεπιστρέψαι τὴν <lb/>βελόνην ἔξωθεν εἴσω, δι’ ἀμφοτέρων τῶν χειλῶν τοῦ
                            περιτοναίου· <lb/>κᾄπειτ’ αὖθις ἀντεπιστρέφοντας ἔσωθεν ἔξω διεκβάλλειν
                            <lb/>κατὰ τὸ ἀντικείμενον ἐπιγάστριον. οὗτος ὁ τρόπος <lb/>τοῦ κοινοῦ
                            καὶ προχείρου, καθ’ ὃν διὰ τῶν τεττάρων χειλῶν <lb/>ἐπιβολῇ μιᾷ
                            διεκβάλλουσι τὴν βελόνην, διαφέρει τῷ <lb/>κατακρύπτειν ὅλον ἀκριβῶς
                            ἔνδον τοῦ ἐπιγαστρίου τὸ περιτόναιον. <lb/>ἑξῆς δὲ περὶ τῶν φαρμάκων
                            εἴπωμεν. εἴη δ’ ἂν <lb/>δήπου καὶ ταῦτα τῆς αὐτῆς ὕλης τοῖς ἐναίμοις
                            ὀνομαζομένοις, ﻿<pb n="419"/> ἃ κᾀν τοῖς ἄλλοις μέρεσι συμφύειν τὰ
                            τραύματα διὰ <lb/>τῶν ἔμπροσθεν ὑπομνημάτων ἀπεδείξαμεν. ἡ δ’ ἔξωθεν
                            <lb/>ἐπίδεσις ἔτι δὴ καὶ μᾶλλον ἐπὶ τούτων ἀναγκαία. τὸ δὲ δὴ
                            <lb/>τέταρτον ἔτι τῆς θεραπείας μέρος οὐ σμικρῷ τινι τῶν ἄλλων
                            <lb/>ἀποκεχώρηκεν· ἐλαίῳ γὰρ χρὴ θερμῷ συμμέτρως ἔριον <lb/>ἁπαλὸν
                            δεύοντας ὅλον ἐν κύκλῳ περιλαμβάνειν τὸ μεταξὺ <lb/>βουβώνων τε καὶ
                            μασχαλῶν. ἄμεινον δὲ καὶ διὰ κλυστῆρος <lb/>ἐνιέναι τοῖς ἐντέροις ἕτερον
                            τοιοῦτον. εἰ δέ τι καὶ αὐτῶν <lb/>τῶν ἐντέρων τρωθείη, τὰ μὲν ἔξωθεν, ὡς
                            εἴρηται, πάντα <lb/>πράττειν ὡσαύτως, τὸ δὲ ἐνιέμενον οἶνος αὐστηρὸς
                            μέλας <lb/>χλιαρὸς ἔστω καὶ μᾶλλον εἰ διατρωθείη σύμπαν εἰς τὸν
                            <lb/>εἴσω πόρον. εὐίατα μὲν οὖν τὰ παχέα <milestone unit="ed2page" n="142"/>τῶν ἐντέρων, <lb/>δυσιατότερα δὲ τὰ λεπτά. παντάπασι δὲ
                            ἀνίατος ἡ νῆστις <lb/>διά τε τὸ πλῆθος καὶ τὸ μέγεθος τῶν ἀγγείων καὶ τὸ
                            λεπτὸν <lb/>καὶ νευρῶδες τοῦ χιτῶνος· ἀλλὰ καὶ τὴν χολὴν ἀκραιφνῆ
                            <lb/>πᾶσαν ἐκδέχεται τὸ ἔντερον τοῦτο, καὶ πάντων ἐστὶν <lb/>ἐγγυτάτω
                            τοῦ ἥπατος. γαστρὸς δὲ τὰ μὲν κάτω τὰ σαρκώδη <pb n="420"/> θεραπεύειν
                            τολμᾷν· ἐγχωρεῖ γὰρ καὶ τυχεῖν, οὐ μόνον ὅτι <lb/>παχύτερα ταῦτ’ ἐστὶν,
                            ἀλλὰ καὶ τοῖς ἰωμένοις φαρμάκοις <lb/>εὐπετὴς ἡ ἕδρα κατὰ τήνδε τὴν
                            χώραν αὐτῆς· τὰ δ’ ἐν τῷ <lb/>στόματι καὶ τῷ στομάχῳ τῇ παρόδῳ μόνῃ
                            ψαύει τῶν <lb/>πεπονθότων· τοῖς δὲ ἐν τῷ στόματι καὶ τὸ περιττὸν τῆς
                            <lb/>αἰσθήσεως ἐναντιοῦται πρὸς τὰς ἰάσεις. ὅπως δ’ ἐπιχειρεῖ
                            <lb/>γαστέρα τετρωμένην ὁ Ἱπποκράτης ἰᾶσθαι, σὺν καὶ τοῖς <lb/>ἄλλοις
                            ὀλεθρίοις τρώμασι, παρ’ ἐκείνου μανθάνειν ἄμεινον. <lb/>ἐγὼ γὰρ οὐχ ὑπὲρ
                            τοῦ μηδένα τοῖς Ἱπποκράτους συγράμμασιν <lb/>ὁμιλεῖν ἐπὶ τήνδε τὴν
                            πραγματείαν ἧκον, ἀλλ’ ὅτι μοι δοκεῖ <lb/>πρῶτος μὲν ἐκεῖνος ὁδῷ
                            χρήσασθαι προσηκούσῃ, μὴ μέντοι <lb/>γε ἅπαντα συμπληρῶσαι· καὶ γὰρ
                            ἀδιόριστά τινα τῶν ὑπ’ <lb/>αὐτοῦ γεγραμμένων ἐστὶν εὑρεῖν καὶ ἐλλιπῆ
                            καὶ ἀσαφῆ· διὰ <lb/>τοῦτο γοῦν ἐγὼ προὐθυμήθην ἅπαντά τε σαφῶς διελθεῖν,
                            <lb/>ἐξεργάσεσθαί τε τὰ χωρὶς διορισμῶν εἰρημένα καὶ προσθεῖναι <lb/>τὰ
                            λείποντα. προγυμνασάμενος οὖν τις ἐν τοῖς ἡμετέροις <lb/>ἐπὶ τὴν τῶν
                            Ἱπποκράτους συγγραμμάτων ἀνάγνωσιν ἴτω· <lb/>καὶ τότε τὸ περὶ τῶν ἑλκῶν
                            βιβλίον ἀναγνώτω τοῦ ἀνδρὸς <pb n="421"/> τό τε περὶ τῶν ὀλεθρίων
                            τρωμάτων. ἕξει δὲ εἰς αὐτὰ μεγίστας <lb/>ἀφορμὰς ἐκ τῶνδε τῶν
                            ὑπομνημάτων· ἔτι τε γνώσεται <lb/>βεβαίως ὅτι μήτε τις τῶν ἀπὸ τῆς
                            ὀνόματι μὲν σεμνῷ <lb/>κεκοσμηκυίας <milestone unit="ed1page" n="101"/>ἑαυτὴν αἱρέσεως τῆς μεθοδικῆς, ἔργῳ δὲ <lb/>ἀμεθοδωτάτης ὀρθῶς ἕλκος
                            ἰᾶσθαι δυνατός ἐστι, μήτε τῶν <lb/>ἄλλων λογικῶν, ὅσοι χωρὶς τοῦ γνῶναι
                            τὰ, τῶν ὁμοιομερῶν <lb/>στοιχεῖα μεταχειρίζεσθαι τὴν τέχνην δικαιοῦσιν.
                            ἀπορήσουσι <lb/>γὰρ καὶ οὗτοι λογικῆς θεραπείας ἐπὶ τῶν ἁπλῶν τοῦ ζώου
                            <lb/>μορίων, ἀπὸ τῶν ὀργανικῶν μόνων ἐνδείξεις λαμβάνοντες. <lb/>ὀλίγον
                            οὖν ἔτι πρὸς τοὺς μεθοδικοὺς εἰπόντες ὑπὲρ τῶν <lb/>κατὰ τὴν γαστέρα
                            τραυμάτων ἐφ’ ἕτερόν τι μεταβησόμεθα. <lb/>τρωθέντος τοῦ περιτοναίου
                            προπίπτει πολλάκις ἐπίπλους, <lb/>οὔτ’ εἰ κύριον ὑπάρχει μόριον, οὔτ’ εἰ
                            μὴ κύριον, οὔτ’ ἐξ <lb/>ὧντινων σύγκειται γινωσκόμενον αὐτοῖς, οὔθ’
                            ἥντινα ἔχων <lb/>ἐνέργειαν ἢ χρείαν, ἐὰν οὖν πελιδνὸν καὶ μέλαν γένηται
                            τὸ <lb/>προπεσὸν αὐτοῦ μέρος, ὅ τι ποτὲ πράξουσιν ἐπ’ αὐτοῦ καλὸν
                            <lb/>ἀκοῦσαι· πότερον ἀποτεμοῦσιν, ἢ καταθήσουσιν ἔσω τοῦ
                            <lb/>περιτοναίου; πάντως μὲν γὰρ ἤτοι γ’ ἐκ πείρας ἡ γνῶσις ἢ <pb n="422"/> ἐξ αὐτῆς τοῦ μορίου τῆς φύσεως ἡ ἔνδειξις αὐτοῖς ἔσται.
                            καίτοι <lb/>φεύγουσί γ’ ἑκατέρας· τὴν μὲν ἐκ τῆς πείρας γνῶσιν
                            <lb/>ἀνατεινόμενοι τὸ σεμνὸν δὴ τοῦτο τῆς αἱρέσεως αὐτῶν ὄνομα, <lb/>τὴν
                            μέθοδον· τὴν δ’ ἐκ τῆς φύσεως τοῦ μορίου, διότι μήτε <lb/>τὴν οὐσίαν
                            αὐτοῦ γινώσκουσι, μήτε τὴν ἐνέργειαν ἢ τὴν <lb/>χρείαν, ἀποστάντες ὡς
                            ἀχρήστου τῆς ἀνατομῆς. ὥστε οὐκ <lb/>ἴσασιν εἴτε τῶν ἀναγκαίων ἐστὶν εἰς
                            τὸ ζῇν εἴτε τῶν οὐκ <lb/>ἀναγκαίων μὲν, οὐ μὴν ἀκύρων γε παντάπασιν·
                            ἀλλ’ οὐδ’ <lb/>εἰ συμπάσχειν αὐτῷ τι μέλλει μέλος κύριον, ἢ μὴ
                            συμπάσχειν· <lb/>οὐδ’ εἰ τῶν ἀγγείων κατ’ αὐτὸ δύναταί τι δι’
                            αἱμοῤῥαγίας <lb/>ἀποκτεῖναι τὸν ἄνθρωπον· οὐδ’ εἰ μετὰ τὴν ἀποτομὴν τοῦ
                            <lb/>μελανθέντος, εἰ βρόχῳ διαληφθείη τὸ ὑγιὲς, ὑπὲρ τοῦ μηδεμίαν
                            <lb/>αἱμοῤῥαγίαν γενέσθαι, τοῦτ’ αὐτῷ κίνδυνον οἴσει τινά· καὶ <lb/>γάρ
                            τοι νευρώδης φαίνεται κατά γε τὴν πρόχειρον φαντασίαν. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="143"/>ὥστε εἰ μή τις ἀκριβῶς εἰδείη τὴν
                            φύσιν αὐτοῦ, μή <lb/>ποτ’ ἂν θαῤῥήσῃ βρόχῳ χρήσασθαι, φόβῳ σπασμοῦ.
                            τούτων <lb/>οὐδὲν οἱ θαυμασιώτατοι γιγνώσκοντες μεθοδικοὶ, τί ποτε <pb n="423"/> πράξονται ἐπίπλου μελανθέντος οὐκ ἔχουσι φάναι. ἀλλ’
                            <lb/>οὐχ ἡμεῖς γε παραπλησίως ἐκείνοις ἄπρακτοι καθεδούμεθα·
                            <lb/>γινώσκοντες δὲ τὴν μὲν χρείαν αὐτοῦ μικρόν τι τῷ ζώῳ
                            <lb/>συντελοῦσαν, τὴν δὲ οὐσίαν ἐξ ὑμένος τε λεπτοῦ καὶ ἀρτηριῶν
                            <lb/>καὶ φλεβῶν συγκειμένην, ἰδόντες δὲ καὶ τούτων τὰς ἀρχὰς <lb/>ἀπὸ
                            μεγίστων οὔσας ἀρτηριῶν καὶ φλεβῶν, αἱμοῤῥαγίαν μὲν <lb/>εὐλαβησόμεθα,
                            συμπάθειαν δὲ νεύρων οὐ φοβηθησόμεθα· <lb/>καὶ διὰ τοῦτο βρόχῳ τε
                            διαληψόμεθα τὸ πρὸ τοῦ μελανθέντος <lb/>ἀποτεμοῦμέν τε τὸ μετὰ τὸν
                            βρόχον ἐν τῷ κάτω πέρατι τῆς <lb/>προειρημένης γαστροῤῥαφίας, ἐκκρεμεῖς
                            τοῦ βρόχου τὰς ἀρχὰς <lb/>ποιησάμενοι, πρὸς τὸ κομίσασθαι ῥᾳδίως αὐτὰς,
                            ὅταν <lb/>ἀποπτυσθῶσιν ἐκπυήσαντος τοῦ τραύματος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Περὶ μὲν οὖν τῶν ἄλλων μορίων τοῦ <lb/>σώματος αὐτάρκως εἴρηται, περὶ δὲ
                            τῶν ὀστῶν ὑπόλοιπον <lb/>ἂν εἴη λέγειν. ἐγγίνεται γὰρ δὴ καὶ τούτοις τὸ
                            προκείμενον <lb/>ἐν τῷ λόγῳ νόσημα, τὸ καλούμενον ὑφ’ ἡμῶν ἑνώσεώς τε
                            <lb/>καὶ συνεχείας λύσις. ὄνομα δὲ ἴδιον αὐτῷ κεῖται κατὰ ταῦτα <lb/>τὰ
                            μόρια κάταγμα, σχεδὸν πᾶσιν ἀνθρώποις ὅσοι γε τὴν ﻿<pb n="424"/> Ἑλλάδα
                            γλῶσσαν ἐπίστανται σύνηθες· ἄπαγμα δὲ τῶν <lb/>ἰατρῶν ἴδιον ὄνομά ἐστι
                            τοῖς πολλοῖς ἀνθρώποις ἄηθες· <lb/>εἰώθασι δὲ οὕτω προσαγορεύειν, ὅταν
                            ἀποκαυλισθῇ τι πέρας <lb/>ὀστοῦ καθ’ ὃ διαρθροῦται μάλιστα. καὶ μὲν δὴ
                            καὶ τῶν <lb/>καταγμάτων ὅσα τελέως διέστησε τὰ μέρη τοῦ κατεαγότος
                            <lb/>ὀστοῦ, καυληδὸν γεγονέναι φασίν. εὔδηλον δὲ ὡς ἐγκάρσιος <lb/>ἡ
                            τοιαύτη διαίρεσις, ὥσπερ ἑτέρα κατὰ τὸ μῆκος μᾶλλόν <lb/>ἐστιν, οὐ
                            διακόπτουσα παντάπασιν ἀπ’ ἀλλήλων τὰ μόρια <lb/>τῶν οὕτω παθόντων, ἀλλ’
                            οἷον σχίζουσα κατ’ εὐθυωρίαν, <lb/>ἣν ὀνομάζειν αὐτοῖς ἔθος ἐστὶ
                            σχιδακηδόν· ἔνιοι δὲ τῶν <lb/>νεωτέρων ἰατρῶν ἄχρι τοσούτου
                            φιλοτιμοῦνται πάσας τῶν <lb/>καταγμάτων τὰς διαφορὰς ἰδίοις ὀνόμασιν
                            ἑρμηνεύειν, ὥστε <lb/>καὶ ῥαφανηδόν τι καὶ ἀλφιτηδὸν γίνεσθαι φασὶν, οὐκ
                            ἀρκούμενοι <lb/>τῷ λόγῳ δηλῶσαι τὸ πολυειδῶς συντετριμμένον ὀστοῦν.
                            <lb/>οὐ μὴν Ἱπποκράτης γε τοιοῦτος, ἀλλ’ ὡς ἔνι μάλιστα τοῖς
                            <lb/>συνηθεστάτοις ὀνόμασι χρώμενος, ἑρμηνεύειν οὐκ ὀκνεῖ λόγῳ <lb/>καὶ
                            ταύτας τῶν καταγμάτων τὰς διαφορὰς καὶ τούτων οὐδὲν <pb n="425"/> ἧττον
                            ὅσα κατὰ τὰ τῆς κεφαλῆς ὀστᾶ γίγνονται. καὶ εἴπερ <lb/>οὕτως αὐτῷ περὶ
                            πάντων τῶν παθῶν ὁ λόγος ἐξείργαστο, <lb/>σύντομος ἂν ἡμῖν ἡ προκειμένη
                            πραγματεία ἐγεγένητο. νυνὶ <lb/>δ’ ἐπειδὴ τῶν πλείστων ἐπιδείξας τὴν
                            ὁδὸν οἵαν δεῖ ποιεῖσθαι, <lb/>τὰ κατὰ μέρος ἀνεξέργαστα παρέλιπεν,
                            ἀναγκαῖον ἡμῖν ἐν <lb/>ἐκείνοις χρονίζειν· οὐ μὴν οὐδὲ ταῦθ’ ὑπερβῆναι
                            δίκαιον, <lb/>ἀλλ’ ὅσα μὲν εἴρηται τελέως Ἱπποκράτει διὰ κεφαλαίων
                            <lb/>ὑπομνῆσαι, προσθεῖναι δ’ ἐνίοις ἀπόδειξιν ἄνευ πίστεως ὑπ’
                            <lb/>αὐτοῦ ῥηθεῖσι· καί τι καὶ διορίσασθαι τῶν ἀδιορίστων, <lb/>καὶ
                            τάξαι τῶν ἀτάκτων, καὶ σαφέστερον ἑρμηνεῦσαί τι τῶν <lb/>ἀσαφεστέρων ὑπ’
                            ἐκείνου <milestone unit="ed2page" n="144"/>γραφέντων. ἀλλ’ εἰ μὲν τὰς
                            <lb/>ῥήσεις αὐτοῦ ἐφ’ ἑκάστου παραγράφοιμι, μῆκος ὑπομνημάτων
                            <lb/>ἐξηγητικῶν ὁ λόγος ἕξει· καί τις ἴσως ἡμῖν ἐγκαλέσει
                            <lb/>μακρολογίαν εὐλόγως τῶν οὐκ εὐλόγως ἤδη μεμψαμένων <lb/>ἐπὶ τῷ
                            τρίτῳ καὶ τετάρτῳ γράμματι· κατ’ ἐκεῖνα μὲν γὰρ <lb/>ἀναγκαῖον ἐγένετό
                            μοι πολλὰς ἐκ τοῦ περὶ τῶν ἑλκῶν βιβλίου <lb/>ῥήσεις Ἱπποκράτους
                            παραθεμένῳ δεικνύναι τοῖς ἄλλοις ἰατροῖς <pb n="426"/> ἅπασιν ὁποῖόν τι
                            τὸ κατὰ μέθοδον ἑλκῶν ἐστιν ἰάσεις γράφειν. <lb/>ἐν δὲ τῷ περὶ τῶν
                            καταγμάτων τίς οὕτως ἔμπληκτος <lb/>ὃς οὐκ ἐπαινεῖ τὴν διδασκαλίαν ὡς
                            σαφῆ τε ἅμα καὶ τελεώτατα <lb/>πᾶσαν ἐξειργασμένην; εἰ δὲ καὶ φαίη τις
                            εἷς ἢ δύο, <lb/>μὴ θαυμάζειν τὸ γράμμα, πρὸς τοὺς τοιούτους μάλιστα μὲν
                            <lb/>ἐν καιρῷ τὸ τοῦ ποιητοῦ λεχθείη, Τούσδε δ’ ἔα φθινύθειν <lb/>ἕνα
                            καὶ δύο. τίς οὖν ἐστιν ἡ τῆς καταγμάτων ἰάσεως ἀληθής <lb/>τε καὶ ὄντως
                            μέθοδος, ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων τῆς φύσεως <lb/>ἐνδεικτικῶς λαμβανομένη,
                            λέγειν ἂν εἴη καιρὸς ἀρχὴν τῶν <lb/>λόγων τήνδε θεμένους. ἐπειδή λέλυται
                            τῆς συνεχείας τὰ τοῦ <lb/>κατεαγότος ὀστοῦ μόρια, σκοπὸς μὲν τῆς
                            θεραπείας αὐτοῖς, <lb/>ὁ γοῦν πρῶτος, ἡ ἕνωσις· εἰ δ’ οὗτος ἀδύνατος
                            φαίνοιτο, διὰ <lb/>τὴν τῶν πεπονθότων μορίων ξηρότητα, δεύτερος ἄλλος ὁ
                            <lb/>τῆς δι’ ἑτέρου κολλήσεως ἀπόκειται σκοπός· ὃς εἰ μηδ’ <lb/>αὐτὸς
                            εὑρίσκοιτο δυνατὸς, ἀνίατον ἐροῦμεν εἶναι τὸ πάθος. <lb/>ὅτι μὲν οὖν
                            ἀδύνατόν ἐστι συμφῦναι τὸ οὕτως <lb/>σκληρὸν ὀστοῦν, οἷον ἐπὶ νεανίσκων
                            τ’ ἐστὶ καὶ μειρακίων <lb/>καὶ ἀνδρῶν καὶ πολὺ δὴ μᾶλλον ἐπὶ γερόντων,
                            εὔδηλον <pb n="427"/> δήπου παντί. μόνον δ’ ἐγχωρεῖ μαλακὸν ἱκανῶς
                            <lb/>ὀστοῦν, οἷον ἐπὶ τῶν παιδίων ἐστὶ, δέξασθαι σύμφυσιν. ὅτι <lb/>δὲ
                            καὶ δι’ ἑτέρας οὐσίας οἷον διὰ κόλλης ἐγχωρεῖ κολληθῆναί <lb/>τε καὶ
                            δεθῆναι πρὸς ἄλληλα τὰ διεστῶτα μορία τοῦ <lb/>κατεαγότος, ἐνθένδε
                            μάλιστα ἄν τις ἐλπίσειεν. ἕκαστον τῶν <lb/>τοῦ ζώου μορίων τὴν ἰδίαν
                            τροφὴν ὁμοίαν ἔχειν ἑαυτῷ <lb/>δέδεικται. εἴπερ οὖν ἀληθὲς τοῦτο, καὶ ἡ
                            τῶν ὀστῶν οἰκεία <lb/>τροφὴ παχυτάτη καὶ γεωδεστάτη τῶν ἄλλων ἁπασῶν
                            ἔσται <lb/>τῶν καθ’ ὅλον τὸ ζῶον. οὔκουν ἀδύνατον ἐξ αὐτῆς ταύτης
                            <lb/>τῇς οἰκείας τροφῆς περιττόν τι, <milestone unit="ed1page" n="102"/>τοῖς τοῦ κατάγματος <lb/>ἐπιπηγνύμενον χείλεσι, δι’ ἑαυτοῦ μέσου
                            κᾀκεῖνα κολλῆσαι. <lb/>καὶ δὴ καὶ φαίνεται γιγνόμενον οὕτως· καὶ
                            μαρτυρεῖ τῇ <lb/>λογικῇ τοῦ πράγματος ἐλπίδι καὶ ἡ πεῖρα. σκεπτέον οὖν
                            <lb/>ἐφεξῆς, ὅτῳ μάλισθ’ ἄν τις τρόπῳ τουτὶ τὸ σῶμα τὸ τοῖς
                            <lb/>κατάγμασιν ἐπιτρεφόμενον, ὅσον τε καὶ οἷον χρὴ γεννήσειεν. <lb/>ὅτι
                            μὲν γὰρ οὔθ’ ὁπόσον ἔτυχεν οὔθ’ ὁποῖον, ἀλλὰ συμμετρίας <lb/>τινὸς εἰς
                            ἄμφω δεόμενον, ἄντικρυς δῆλον. ἥτις δὲ ἡ <lb/>συμμετρία, κατά τε τὸ
                            ποιὸν αὑτὸ καὶ κατὰ τὸ ποσὸν ἔτυχεν <pb n="428"/> εὑρόντας, ἐφεξῆς χρὴ
                            ζητῆσαι τὸν τρόπον ᾧ μάλιστ’ ἄν τις <lb/>ἑκατέρου τυγχάνῃ. ζητῆσαι δὲ
                            οὐδὲν ἧττον ἀναγκαῖόν ἐστι <lb/>καὶ τὸν καιρὸν ἐν ᾧ ταῦτ’ ἐργάζεσθαι
                            χρή· πότερον εὐθέως <lb/>ἅμα τῷ γενέσθαι τὸ κάταγμα, καθάπερ ἐπὶ τῶν
                            τραυμάτων <lb/>αὐτίκα τὴν σύμφυσιν ἐποιοῦμεν, ἢ μοχθηρὸς μὲν ὁ τοιοῦτος
                            <lb/>καιρὸς, ἕτερον δέ τινα βελτίω χρὴ ζητεῖν. εὕροιμεν δ’ ἂν <lb/>καὶ
                            αὐτὸ τοῦτο πρὸς τῆς τοῦ πράγματος φύσεως, ὥσπερ <lb/>καὶ τἄλλα πάντα,
                            διδασκόμενοι. τίς οὖν ἡ τοῦ πράγματος <lb/>φύσις; ὀστοῦν κατεαγὸς ἅμα
                            τινὶ τῶν εἰρημένων ὀλίγον <lb/>ἔμπροσθεν διαφορῶν. ἴδωμεν οὖν εἴ τι παρ’
                            ἑκάστης τῶν <lb/>διαφορῶν εἰς τὴν θεραπείαν αὐτοῦ λαβεῖν ἐστιν, ἀπὸ τῆς
                            <lb/>καυληδὸν ὀνομαζομένης ἀρξάμενοι. παραλλάττει δ’ ἐπὶ ταύτης
                            <lb/>ἀλλήλων τὰ μέρη τοῦ κατεαγότος ὡς μὴ κεῖσθαι κατ’ <lb/>εὐθύ. δῆλον
                            οὖν ὅτι κατ’ εὐθὺ χρὴ πρότερον αὐτὰ ποιήσαντα <lb/>τῶν ἐφεξῆς τι
                            πράττειν. <milestone unit="ed2page" n="145"/>ἕξει δὲ δήπου τὴν τοιαύτην
                            <lb/>θέσιν, ἐὰν ἐπὶ τἀναντία παράγηται τὰ ἐξεστῶτα παραδείγματι
                            <lb/>χρωμένοις τῷ ὑγιεῖ· παρ’ ἐκείνου γὰρ ἀκριβὴς ἡ ἔνδειξίς <lb/>ἐστι
                            τῆς μεταθέσεως αὐτῶν. ἐγχωρεῖ γέ τοι καὶ πρόσω τοῦ <pb n="429"/> κώλου
                            καὶ ὀπίσω καὶ τῇδε καὶ τῇδε γενέσθαι τὴν μετάστασιν. <lb/>ὅσα μὲν οὖν
                            ὀπίσω μᾶλλον μετέστη, ταῦτ’ ὠθεῖν χρὴ πρόσω <lb/>μετὰ τοῦ τὸ ἕτερον
                            μέρος τοῦ κατεαγότος ἀντωθεῖν μετρίως <lb/>εἰς τοὐναντίον· ὅσα δὲ πρόσω,
                            ταῦτ’ εἰς τοὐπίσω μὲν αὐτὰ, <lb/>τὸ δὲ ὑπόλοιπον μέρος ἄγειν ἠρέμα
                            πρόσω. κατὰ ταὐτὰ δὲ <lb/>καὶ τῶν εἰς τὸ δεξίον μέρος ἐξεστώτων ἡ ἴασις
                            εἰς τὸ ἀριστερὸν <lb/>ἀγομένων· ὥσπερ καὶ τῶν ἐπὶ τὸ ἀριστερὸν εἰς τὸ
                            <lb/>δεξίον, ἀεὶ τοῦ ἑτέρου μέρους ἀντωθουμένου μετρίως. ἀλλ’ <lb/>ἐν τῷ
                            τὴν ἐναντίαν ὁδὸν ἄγειν ἑκάτερον οὐ σμικρὸς κίνδυνός <lb/>ἐστι
                            θραυσθῆναί τινας ἐξοχὰς αὐτῶν. οὐ γὰρ δὴ λεῖόν γε τὸ <lb/>πέρας ἑκατέρου
                            τοῦ μέρους ἐστὶν, ὡς ἐπὶ τῶν ἀποπριομένων <lb/>γίνεται. καὶ μὴν εἴπερ
                            αὗται θραυσθεῖεν, οὐκ ἂν ἀκριβῶς <lb/>ἔτι συναρμοσθεῖεν πρὸς ἄλληλα τοῦ
                            κατεαγότος ὀστοῦ τὰ <lb/>πέρατα, διὰ διττὴν αἰτίαν. αὐτά τε γὰρ, οἶμαι,
                            τὰ θραύσματα, <lb/>μεταξὺ τῶν συναγομένων μερῶν ἱστάμενα, διακωλύσει
                            <lb/>ψαύειν ἀλλήλων τὰ συναρμοττόμενα, καὶ εἵπερ ἅρα δυνηθείη <lb/>τι
                            πρὸς τοὐκτὸς τῶν ὀστῶν ἐκπεσεῖν, οὐδ’ οὕτως ἀκριβὴς ﻿<pb n="430"/> ἡ
                            ἁρμονία γενήσεται τῶν διαπλαττομένων, ὡς τὴν ἀρχαίαν <lb/>ἕνωσιν
                            μιμήσεσθαι· μόνως γὰρ ἂν ἐκείνη γένοιτο τῶν <lb/>ἐξοχῶν ἁρμοσθεισῶν ἐν
                            ταῖς κοιλότησιν. εἰ δ’ ἅπαξ ἀπόλοιντο <lb/>θραυσθεῖσαι, κενὴν χώραν
                            ἀναγκαῖον ἀπολειφθῆναι μεταξὺ <lb/>τῶν ἁρμοζομένων ἀλλήλοις ὀστῶν, εἰς
                            ἣν ἰχῶρας ἀθροιζομένους, <lb/>εἶτ’ ἐν τῷ χρόνῳ σηπομένους ὅλον ἅμ’
                            ἑαυτοῖς τὸ <lb/>κῶλον ἀνάγκη διαφθεῖραι. διὰ ταῦτα μὲν οὖν χρὴ τὴν
                            παραγωγὴν <lb/>τῶν ὀστῶν ποιεῖσθαι διεστώτων. αὐτὸ δὲ δὴ τοῦτο
                            <lb/>πάλιν οὐχ οἶόν τε καλῶς ἐργάσασθαι χωρὶς ἀντιτάσεως. χρὴ
                            <lb/>τοίνυν ἤτοι διὰ τῶν χειρῶν, εἰ μικρὸν εἴη τὸ κῶλον, ἢ διὰ
                            <lb/>βρόχων περιβαλλομένων, ἢ καὶ σὺν αὐτοῖς ὀργάνων οἵων
                            <lb/>Ἱπποκράτης ἡμᾶς ἐδίδαξε τὴν ἀντίτασιν ποιεῖσθαι τῶν ὀστῶν·
                            <lb/>ἐπειδὰν δὲ ἱκανῶς διαταθῇ καὶ μηκέτι κίνδυνος ἀλλήλοις
                            <lb/>ἐνερείδειν τῷ παράγεσθαι, κατ’ εὐθὺ θέμενον ἀνεῖναι τοὺς
                            <lb/>βρόχους, ἐπιτρέψαντα τοῖς μυσὶ συνάγειν εἰς ταὐτὸ τὰ διεστῶτα·
                            <lb/>συνεφάπτεσθαι δὲ ἐν τούτῳ ταῖς χερσὶ καὶ αὐτὸν εἴ <lb/>τί που
                            παραλλάττει μικρὸν ἐπανορθούμενόν τε καὶ διαπλάττοντα. <lb/>μετὰ δὲ
                            ταῦτα δεύτερος ἂν εἴη σκοπὸς ἀτρεμεῖν <pb n="431"/> ἀκριβῶς τὸ κῶλον, ὡς
                            μηδὲν κινοῖτο τῶν διαπλασθέντων· <lb/>ἀναγκαῖον γὰρ ἐν τῷδε παραλλάττειν
                            αὖθις. εἰ μὲν οὖν ἐπιτρέψαις <lb/>αὐτῶ τῷ κάμνοντι προνοεῖσθαι τῆς
                            ἡσυχίας αὐτοῦ, <lb/>περὶ μὲν τὸν τῆς ἐγρηγόρσεως χρόνον ἴσως ἂν τοῦτο
                            πράξειεν, <lb/>ὑπνώττων δ’ ἐξ ἀνάγκης κινήσει τὸ κῶλον. ὅπως οὖν
                            <lb/>ἀεὶ φυλάττοιτο τῶν διαπλασθέντων ἡ θέσις, οὐ μόνον
                            <lb/>ὑπνώττοντος, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄφοδον ἀνισταμένου τἀνθρώπου, <lb/>κᾀν
                            ταῖς μεθυποστρώσεσιν ἀσφαλεῖ δεσμῷ περιλαβεῖν <lb/>χρὴ τὸ κάταγμα,
                            σφίγγειν ἀκριβῶς δυναμένῳ πρὸς ἄλληλα <lb/>τὰ μέρη τοῦ κατεαγότος ὀστοῦ.
                            ἀλλ’ ἐπεὶ τῶν δεσμῶν ὁ <lb/>μὲν χαλαρὸς ἐπιτρέπει κινεῖσθαι τοῖς ὀστοῖς,
                            ὁ δ’ ἰσχυρὸς <lb/>σφιγγόμενος ὀδύνην ἀπεργάζεται, πειρατέον ἀπολαύοντα
                            τῆς <lb/>ἀφ’ ἑκατέρου χρείας, φυλάττεσθαι τὴν βλάβην. γένοιτο δ’ <lb/>ἂν
                            τοῦτο φευγόντων τὰς ἀμετρίας. μήτε οὖν εἰς τοσοῦτον <lb/>σφίγγειν ὣς ἤδη
                            καὶ θλίβειν, μήθ’ οὕτως ἐκλύειν τὴν σφίγξιν <lb/>ὡς χαλαρὸν ἐργάζεσθαι.
                            εἰ μὲν οὖν ἰσοπαχὲς εἴη ἕκαστον <lb/>τῶν μορίων, ὁ πλατύτατος ἂν
                            ἐπίδεσμος ἄριστος ὑπῆρχεν, <lb/>ὅλων ὁμαλῶς τε καὶ συνεχῶς ἐκ παντὸς
                            μέρους περιλαμβάνων <pb n="432"/> τὸ κατεαγός. <milestone unit="ed2page" n="146"/>ἐπεὶ δ’ οὐχ οὕτως ἔχει, τῷ μὲν θώρακι <lb/>περιβάλλειν
                            ἐγχωρεῖ τὸν πλατύτατον, οὔτε δ’ ἐπὶ τῶν κώλων <lb/>οὔτ’ ἐπὶ κλειδὸς,
                            ἀλλ’ ἐπὶ τῶν τοιούτων ὁ στενὸς ἀμείνων, <lb/>ὡς ἂν μήτε ῥυτιδούμενος
                            ἅπαντί τε μορίῳ ψαύων τοῦ δέρματος <lb/>ᾧ περιελήλικται· ἀλλ’ οὗτός γε
                            οὐκ ἀσφαλὴς, ὀλίγαις <lb/>λαβαῖς συνέχων τὸ κατεαγός. ὅσον οὖν εἰς
                            ἀσφάλειαν αὐτοῦ <lb/>διὰ τὴν στενότητα λείπει, τοῦτ’ ἐκ πλήθους τῶν
                            περιβολῶν <lb/>καὶ τῆς ἐπὶ τὸ ὑγιὲς νομῆς προστιθέναι. ἀλλ’ ἐπεὶ τῶν
                            ἐπιδέσμων, <lb/>ὅσοι πιλοῦσί τε καὶ σφίγγουσιν ἀλύπως τὴν σάρκα,
                            <lb/>φύσιν ἔχουσιν ἐκθλίβειν μὲν ἐξ ἐκείνων τῶν μορίων οἷς πρώτοις
                            <lb/>ἐπιβάλλονται τοὺς χυμοὺς, ἐναποτίθεσθαι δὲ καὶ στηρίζειν <lb/>εἰς
                            ἅπερ ἐτελεύτησαν, εὔλογον οἶμαι βάλλεσθαι μὲν τὴν <lb/>ἀρχὴν τῶν
                            ἐπιδέσμων ἐπ’ αὐτὸ τὸ κάταγμα· νέμεσθαι δὲ <lb/>ἐντεῦθεν ἐπὶ τὸ λοιπὸν
                            κῶλον. ὁ γὰρ ἔμπαλιν ἐπιδῶν <lb/>ἀπὸ τῶν ὑγιεινῶν ἐπὶ τὸ πεπονθὸς
                            ἐκθλίβει τὸ αἷμα. <lb/>καὶ μὴν εἴπερ ἀπὸ μὲν τοῦ πεπονθότος ἄρχεσθαι
                            προσήκει, <lb/>τελευτᾷν δὲ ἐπὶ τὸ ὑγιὲς, οὐ μόνον ἀβλαβὴς ἡ ἐπίδεσις
                            <lb/>εἰς ἅπερ εἴπομεν ἡ τοιαύτη γένοιτ’ ἂν, ἀλλὰ καὶ <pb n="433"/>
                            χρηστόν τι προσεκπορίζουσα· φλεγμονὴν γὰρ οὐδεμίαν ἐάσει <lb/>συστῆναι
                            περὶ τὸ κάταγμα· χρὴ δὲ, οἶμαι, καὶ τούτου φροντίζειν <lb/>ἐν τοῖς
                            μάλιστα. κίνδυνος γὰρ ἐπί τε ταῖς ἀντιτάσεσιν, <lb/>ἃς διαπλάττοντες τὸ
                            κῶλον ἐποιούμεθα, καὶ πρὸ τούτων, ὅτι <lb/>τὰ πλεῖστα τῶν ἐργαζομένων
                            αἰτίων τὸ κάταγμα τὴν περιβεβλημένην <lb/>τοῖς ὀστοῖς σάρκα πρότερον
                            ἀδικεῖ πιλοῦντα καὶ <lb/>θλῶντα, ὡς μεγάλας ἀκολουθῆσαι φλεγμονάς. οὐ
                            θαυμάσαιμι <lb/>δ’ ἂν οὐδ’ εἰ καὶ τοῖς ὀστοῖς αὐτοῖς τοῖς κατεαγόσιν
                            <lb/>ἀνάλογόν τι φλεγμονῇ συμπίπτει. καὶ γὰρ καὶ φαίνεται τά <lb/>γε μὴ
                            καλῶς ἰαθέντα σαφῶς ὑγρότερα τῶν κατὰ φύσιν, ὅταν <lb/>ἅμα τραύματι τὸ
                            κάταγμα γενόμενον ὑπὸ τὴν τῆς ὄψεως <lb/>ἥκῃ διάγνωσιν. οὐ μὴν οὐδὲ ὁ
                            σφάκελος ἐξ ἄλλης προφάσεως <lb/>ὁρμᾶται, <milestone unit="ed1page" n="103"/>φθορὰ καὶ αὐτὸς ὑπάρχων ὅλης τῆς οὐσίας <lb/>αὐτῶν. οὔκουν
                            ἀμελεῖν χρὴ τοῦ τὸ περιττὸν ὑγρὸν ἐκθλίβεσθαι <lb/>πάντων τῶν περὶ τὸ
                            κάταγμα μορίων. ἄρχεσθαί τε οὖν <lb/>ἀπὸ τοῦ πεπονθότος καὶ δὶς ἢ τρὶς
                            ἐν κύκλῳ περιβαλόντα <lb/>νέμεσθαι τοὐντεῦθεν ἐπὶ τὸ ὑγιές. ὁ γὰρ οὕτως
                            ἐπιδῶν <lb/>ἀπείργει τε τὴν ἐκ τῶν ὑγιῶν εἰς τὸ πεπονθὸς ἐπιῤῥοὴν τοῦ
                                <pb n="434"/> αἵματος, ἐκθλίβει τε τὸ φθάσαν ἠθροῖσθαι κατ’ αὐτό.
                            διττῶν <lb/>δὲ ὄντων χωρίων τῶν δυναμένων ἐνδέξασθαί τι παρὰ <lb/>τῶν
                            πεπονθότων καὶ πέμψαι τὰ μὲν ὑπερκείμενα διά τε τὸ <lb/>πλῆθος καὶ τὸ
                            μέγεθος ἱκανώτερα πρὸς ἄμφω, τὰ δὲ ἄκρα <lb/>διὰ τὰ ἐναντία, βραχὺ μέν
                            τι καὶ δέξασθαι καὶ πέμψαι δύναται; <lb/>πολὺ δὲ οὔτε χορηγῆσαί ποτε
                            τοῖς πεπονθόσιν οὔτε <lb/>παρ’ ἐκείνων λαβεῖν. ὥστε διὰ ταῦτα δύο
                            ἐπιδεύματα πρῶτα <lb/>ποιησάμενος ὁ Ἱπποκράτης, τῷ μὲν ἑτέρῳ προτέρῳ τό
                            τε <lb/>περιεχόμενον ἐν τοῖς πεπονθόσιν ἐκθλίβει πρὸς τὰ ὑπερκείμενα,
                            <lb/>τό τε ἐξ ἐκείνων ἐπιῤῥέον ἀνείργει. τῷ δὲ ὑπολοίπῳ <lb/>κατὰ μὲν
                            τὰς πρώτας ἐπιβολὰς, ἃς κατ’ αὐτοῦ τε τοῦ κατάγματος, <lb/>ἔτι τε τῆς
                            ἐπὶ τὰ κάτω νομῆς τῶν ὀθονίων <lb/>ποιεῖται, τὸ μὲν ἐκθλίβει πρὸς αὐτὰ,
                            τὸ δὲ ἀνείργει, κατὰ <lb/>δὲ τὰς ἑξῆς ἁπάσας, ἡνίκα ἐκ τῶν κατωτάτω
                            μερῶν ἄνω <lb/>παλινδρομεῖν ἀξιοῖ τὸν ἐπίδεσμον, ὡς εἰς ταὐτὸ τῷ προτέρῳ
                            <lb/>τελευτῆσαι τοῖς ὑπερκειμένοις ἐκθλίβων, τὰς ἐξ αὐτῶν ἐπιῤῥοὰς
                            <lb/>κωλύει. φρουρεῖ τ’ οὖν ἅμα καὶ στηρίζει τὸ κατεαγὸς,
                            <lb/>ἀφλέγμαντόν τε φυλάττει τὰ πρῶτα δύο τῶν ὀθονίων· οὐ ﻿<pb n="435"/>
                            μὴν ἱκανά γε μόνα τὰ εἰρημένα πρὸς ἀμφοτέρας τὰς χρείας. <lb/>ὅθεν εἰς
                            μὲν τὴν φρουρὰν ἐπικουρίαν αὐτοῖς ὁ Ἱπποκράτης <lb/>ἐξεῦρε τὴν τῶν
                            σπληνῶν ἐπιβολὴν, <milestone unit="ed2page" n="147"/>ἅμα καὶ τοῖς ἔξωθεν
                            <lb/>ὀθονίοις, ἃ τούτους αὐτοὺς στηρίζει. πρὸς δὲ τῷ μὴ φλεγμῆναι
                            <lb/>φαρμάκῳ τινὶ κελεύει χρῆσθαι τῶν ἀφλεγμάντων, οἵα <lb/>πέρ ἐστιν ἡ
                            ὑγρὰ κηρωτή. ταῦτά τε οὖν ἅπαντα τοῖς εἰρημένοις <lb/>λογισμοῖς εὑρέθη
                            καὶ πρὸς τούτοις ἔτι τὸ τῆς ἀποθέσεως <lb/>σχῆμα, διττῷ καὶ τοῦτ’
                            ἐνδείξεως ὑποπῖπτον τρόπῳ· <lb/>προτέρῳ μὲν ἐκ τῶν κοινῶν ἐννοιῶν
                            ἠρτημένῳ ψιλῷ, ἑτέρῳ <lb/>δὲ ἐκ τῆς τῶν θεραπευομένων ὀργάνων
                            κατασκευῆς. ὁ μὲν <lb/>οὖν πρότερος ἀνωδυνώτατον αἱρεῖσθαι συμβουλεύει
                            σχῆμα, <lb/>πρός τε τῷ μὴ φλεγμαίνειν τὰ μόρια καὶ διαμένειν ἀτρέμα ἐπ’
                            <lb/>αὐτοῦ μόνου δύνασθαι τὸν κάμνοντα χρόνῳ παμπόλλῳ. ὁ <lb/>δὲ
                            δεύτερος τρόπος ὁ ἐκ τῆς τῶν θεραπευομένων φύσεως <lb/>ὁρμώμενος
                            ἀρτηρίας καὶ φλέβας καὶ νεῦρα καὶ μῦς ὡς <lb/>εὐθύτατα κεῖσθαι κελεύει.
                            καὶ δὴ καὶ ὁμολογοῦσιν ἀλλήλοις <lb/>οἱ τρόποι· τό τε γὰρ εὐθύτατον
                            ἑκάστου μορίου σχῆμα μάλιστά <pb n="436"/> ἐστιν ἀνώδυνον, ὅ τι δ’ ἂν
                            ἑτέρου μᾶλλον ἀνώδυνον ᾖ, <lb/>κατὰ φύσιν μάλιστά ἐστι τῷ κώλῳ· χειρὶ
                            μὲν τὸ καλούμενον <lb/>ἐγγώνιον, σκέλει δὲ τὸ μικροῦ δεῖν ἐκτεταμένον.
                            εἰς ἀνωδυνίαν <lb/>δὲ οὐ μόνον τὸ κατὰ φύσιν ἑκάστου σχῆμα τῶν ὀργάνων,
                            <lb/>ἀλλά τι καὶ τὸ ἔθος ἔοικε συντελεῖν. αὕτη μὲν οὖν <lb/>σοι καὶ ἡ
                            τοῦ σχήματος εὕρεσις, ἐν ᾧ χρὴ διαφυλάττειν τὸ <lb/>κῶλον· ἡ δ’ αὐτὴ
                            κατὰ τὴν ἀντίτασίν τε καὶ διάπλασιν. <lb/>ἄμεινον γὰρ ἐν εὐθυτάτῳ καὶ
                            ἀνωδυνωτάτῳ διατείνειν καὶ <lb/>διαπλάττειν τὸ κῶλον· πολὺ δὴ μᾶλλον ἐν
                            τῷ αὐτῷ σχήματι <lb/>τὴν ἐπίδεσίν τε καὶ τὴν ἡσυχίαν τοῦ μορίου
                            ποιεῖσθαι προσήκει. <lb/>τὸ γὰρ ἐν ἄλλῳ μὲν ἐπιδεῖν, ὑπαλλάττειν δὲ εἰς
                            ἕτερον, <lb/>οὐκ ὀδύνην μόνον, ἀλλὰ καὶ διαστροφὴν ἐργάζεται τοῖς
                            <lb/>ὀστοῖς. εἰ γάρ τι μεμνήμεθα τῶν ἐν τοῖς περὶ μυῶν κινήσεως
                            <lb/>ὑπομνήμασιν εἰρημένων, ἀναγκαῖόν ἐστιν ὑπαλλαττόντων <lb/>τὸ σχῆμα
                            τινὰς μὲν τῶν μυῶν ἐντείνεσθαί τε καὶ οἷον <lb/>σφαιροῦσθαι
                            συναγομένους, ἐνίους δ’ ἐκλύεσθαί τε καὶ χαλᾶσθαι. <lb/>ἔνθα μὲν οὖν
                            ἐντείνονται, θλίβεσθαί τε πρὸς τῶν <lb/>ἐπιδέσμων αὐτοὺς ἀναγκαῖόν ἐστιν
                            ὀδυνᾶσθαί τε διὰ τὴν <pb n="437"/> θλίψιν· ἔνθα δὲ ἡ τάσις ἐκλύεται,
                            χαλαρὰν μὲν ἐν ἐκείνῳ <lb/>τῷ μέρει τὴν ἐπίδεσιν, ἀστήρικτον δὲ γίνεσθαι
                            τὸ κάταγμα. <lb/>διὰ ταῦτ’ οὖν ἅπαντα διατείνειν τε καὶ διαπλάττειν
                            ἐπιδεῖν <lb/>τε καὶ ἀποτίθεσθαι καθ’ ἓν σχῆμα τὸ ἀνωδυνώτατον, ἕλοιτ’
                            <lb/>ἄν τις. εἰς μὲν δὴ τὴν πρώτην ἐνέργειαν ἣν ἐνεργοῦμεν ἐν <lb/>τοῖς
                            κατεαγόσιν, οὐδὲν ἔτι λείπει παράγγελμα. λύειν δὲ <lb/>κελεύει διὰ
                            τρίτης ὁ Ἱπποκράτης, ὅπως μήτ’ ἄση τις γίγνοιτο, <lb/>μήτε κνῆσις ἀήθως
                            σκεπασθέντι τῷ μορίῳ, μήτ’ ἐπὶ πλέον <lb/>αἱ διαπνοαὶ κωλύοιντο τοῦ
                            φθάσαντος ἐστηρίχθαι κατὰ τὸ <lb/>κάταγμα· δι’ ἃς οὐ μόνον ἀσωδῶς
                            κνήσεσθαι συμβαίνει τισὶν, <lb/>ἀλλὰ καὶ διαβρωθέντος ὑπὸ τῆς τῶν ἰχώρων
                            δριμύτητος <lb/>ἐνίοτε τοῦ δέρματος ἕλκωσιν γενέσθαι. καταντλεῖν οὖν
                            <lb/>ὕδατος εὐκράτου τοσοῦτον, ὅσον ἱκανόν ἐστι διαφορῆσαι <lb/>τοὺς
                            τοιούτους ἰχῶρας. ἢν δὲ δὴ καὶ αὖθις ὁμοίως πράξῃς, <lb/>ἑβδόμῃ μὲν ἂν
                            εἴη μετὰ τὴν πρώτην ἀρχὴν ἡμέρᾳ, φαίνοιτο <lb/>δ’ ἂν ἤδη μηδενός γε
                            ἐμποδὼν γενομένου πάντ’ ἀφλέγμαντα, <lb/>καὶ αὐτοῦ γε τοῦ κατὰ φύσιν
                            ἐνίοτε μᾶλλον ἰσχνά. τότε <lb/>οὖν ἐγχωρεῖ νάρθηκάς τε περιτιθέναι καὶ
                            λύειν διὰ πλέονος· <pb n="438"/> ἔμπροσθεν μὲν γὰρ ὅθ’ ὁ τῆς φλεγμονῆς
                            ἐπεκράτει σκοπὸς, <lb/>οὐκ ἦν ἀσφαλὲς θλίβειν τοῖς νάρθηξι· νυνὶ δὲ
                            ἐπειδὴ πέπαυται <lb/>μὲν αὕτη, στηρίζεσθαι δὲ χρὴ τὸ κάταγμα, καλῶς ἄν
                            <lb/>τις αὐτοῖς χρῷτο. καὶ μὲν δὴ καὶ διὰ πλέονος ἐγχωρεῖ λύειν, <lb/>ὡς
                            ἂν μηκέτι χρῃζόντων τῶν μερῶν ἀποκρίνειν ἰχῶρας. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="148"/>ἀλλὰ καὶ ἡ πώρωσις ἄμεινον ἂν οὕτως
                            γίγνοιτο· χρὴ <lb/>γὰρ, ὡς ἔμπροσθεν εἴρηται, παγῆναί τι τῆς οἰκείας
                            τροφῆς <lb/>τῶν ὀστῶν, ἵνα γένηται πῶρος. οὔκουν χρὴ τοῦτ’ ἀποκλύζειν
                            <lb/>τῶν χειλῶν τοῦ κατάγματος, ἢ διαφορεῖν ἐκτὸς, <lb/>ὅπερ αἱ συνεχεῖς
                            λύσεις ἐργάζονται. οὐ μὴν οὐδ’ οὕτω πολὺ <lb/>διαλείπειν, ὡς μηδὲ γνῶναι
                            πᾶς προσχωρεῖ τὸ κάταγμα. <lb/>πολλάκις γοῦν ἐθεασάμην ἀκριβῶς
                            ξηρανθέντων τῶν ὀστῶν <lb/>δυσχερῶς γιγνομένην τὴν πώρωσιν. ἐπαντλεῖν
                            οὖν χρὴ τοῖσδε <lb/>μέτριον τῷ πλήθει, διὰ τρίτης ἢ τετάρτης ἡμέρας ὕδωρ
                            θερμὸν, <lb/>ὅρον ἔχοντα τοῦ παύσασθαι τῆς καταιονήσεως τὴν εἰς
                            <lb/>ὄγκον ἐρυθρὸν ἔπαρσιν τῶν σαρκῶν. ἐπὶ μὲν δὴ τούτων <lb/>πρὶν
                            ἄρχεσθαι καθίστασθαι παύσασθαι χρὴ, καθάπερ ἐφ’ <lb/>ὧν διαφορῆσαί τι
                            βουλόμεθα, μὴ παύεσθαι πρὸ τοῦ συμπεσεῖν <pb n="439"/> τὸν ἐκ τῆς
                            αἰονήσεως ὄγκον. ἐφ’ ὧν δ’ ὑγρότης ἐστὶ <lb/>πλείων καὶ διὰ ταύτην οὐ
                            πωροῦται τὰ κατεαγότα, ξηραίνειν <lb/>αὐτὴν, ὡς ἔμπροσθεν εἴρηται,
                            πειρᾶσθαι δι’ ἐπιδέσεως προσηκούσης <lb/>καὶ καταντλήσεως, ἤτοι γ’
                            ἐλαχίστης παντάπασιν <lb/>ἢ πλείστης. ἡ μὲν γὰρ ἐλαχίστη, πρὶν
                            ἐπιῤῥυῆναί τι παυομένη, <lb/>τά τε πρόχειρα τῶν ὑγρῶν διαφορεῖ, τά τε ἐν
                            τῷ <lb/>βάθει διαχεῖ μετρίως· συμφέρει δὲ οὕτω κεχύσθαι τοῖς ὑπὸ
                            <lb/>τῆς ἐπιδέσεως ἐκθλίβεσθαι μέλλουσιν. ἡ δὲ πλείστη διαφορεῖ
                            <lb/>πλέον ἢ ἕλκει. εὔδηλον δὲ δήπου καὶ ὡς ἐπὶ μὲν τῆς ἐκθλιβούσης
                            <lb/>ἐπιδέσεως ἧττον χρὴ πιέζειν τὰ τελευταῖα τῶν ὀθονίων, <lb/>ἐπὶ δὲ
                            τῆς ἀνατρεφούσης οὐχ ἧττον, ταῦτα καὶ <lb/>συμπάσας τὰς περιβολὰς
                            χαλαρωτέρας ποιεῖσθαι. ἐπεὶ δὲ <lb/>οὐ μόνον ἐν ᾧ χρὴ καιρῷ συμπράττειν
                            ταῖς πωρώσεσιν, ἀλλὰ <lb/>καὶ ὅπως ἐξεύρηται, λείποιτ’ ἂν ἔτι περὶ τῆς
                            συμπάσης διαίτης <lb/>εἰπεῖν. ὅτι μὲν οὖν ἐν ἀρχῇ λεπτοτάτως χρὴ διαιτᾷν
                            ἐν <lb/>τῇ τῶν φλεγμονῶν οἰκείᾳ θεραπείᾳ λεχθήσεται· λεχθήσεται <lb/>δὲ
                            καὶ ὡς φλέβα χρὴ τέμνειν, ἐνίοτε δὲ καὶ διὰ γαστρὸς ἐκκενοῦν ﻿<pb n="440"/> τὰ περιττά. κατὰ δὲ τὸν τῆς πωρώσεως <milestone unit="ed1page" n="104"/>καιρὸν <lb/>ἀνατρέφειν χρὴ τὸ σῶμα σιτίοις
                            εὐχύμοις καὶ τροφίμοις, ἐξ <lb/>ὧν εἴωθε γεννᾶσθαι χυμὸς οὐ μόνον
                            χρηστὸς, ἀλλὰ καὶ γλίσχρος, <lb/>ἐξ οἵου χρὴ μάλιστα γίγνεσθαι τὸν
                            πῶρον· ἐκ μὲν γὰρ <lb/>τῆς ὀῤῥώδους καὶ λεπτῆς ὑγρότητος οὐδ’ ἂν
                            γεννηθείη τὴν <lb/>ἀρχὴν, ἐκ δὲ τῆς παχείας μὲν, ἀλλὰ ψαθυρᾶς καὶ
                            ἀλιποῦς, <lb/>γεννηθείη μὲν ἂν οὐ βραδέως, ἀλλ’ ἐν τῷ χρόνῳ ξηραινόμενος
                            <lb/>κραυρότερος καὶ διὰ τοῦτο εὔθραυστος γίνεται. μεγέθει <lb/>δὲ ἔστω
                            τηλικοῦτος; ὡς ἀσφαλῆ τε ἅμα δεσμὸν εἶναι τοῖς <lb/>ὀστοῖς καὶ μὴ
                            θλίβειν τοὺς μῦς· ὁ μὲν γὰρ μικρότερος ἢ χρὴ <lb/>σφαλερὸς τοῖς ὀστοῖς;
                            ὁ δὲ μείζων τοῦ προσήκοντος ὀδυνηρὸς <lb/>τοῖς μυσί. προσέχειν οὖν
                            ἀκριβῶς αὐτῷ τὸν νοῦν, ἤτοι <lb/>προτρέπειν ἐνδεῶς γιγνόμενον, ἢ κωλύειν
                            ἀμέτρως αὐξανόμενον. <lb/>ἐξ ὧν δ’ ἐργάσῃ ταῦτα, τό τε ποσὸν τῆς
                            αἰονήσεως <lb/>ἐστι καὶ τὸ ποιὸν καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐδεσμάτων, αἵ τε
                            ἔξωθεν <lb/>ἐπιτιθέμεναι κατ’ αὐτοῦ δυνάμεις φαρμάκων. περὶ μὲν <lb/>οὖν
                            αἰονήσεως καὶ διαίτης προείρηται. τῶν δὲ φαρμάκων <lb/>ὅσα μὲν
                            ἐμπλαστικὰ ταῖς οὐσίαις ἐστὶ μετρίως θερμαίνοντα, <pb n="441"/>
                            προτρέπει τε καὶ συναύξει τοὺς πώρους· ὅσα δὲ διαφορητικὰ, <lb/>καὶ τοὺς
                            ὄντας ἤδη μεγάλους καθαίρει. μήτε δὲ ἀνατρέφειν <lb/>ἐθέλων μήτε
                            καθαίρειν τὸν πῶρον, ἀλλ’ ὡς αὐτὸς ὡρμήθη <lb/>δέχεσθαι, φαρμάκων
                            κέχρητο τῶν ἐναίμων ὀνομαζομένων· <lb/>ἃ δὴ μετρίως ξηραίνοντα καὶ τὴν
                            πῆξιν ἐργάζεται μετρίαν τοῦ <lb/>πώρου. περὶ μὲν δὴ τῶν ἐγκαρσίων
                            καταγμάτων ἱκανὰ καὶ <lb/>ταῦτα· <milestone unit="ed2page" n="149"/>περὶ
                            δὲ τῶν παραμήκων τὰ μὲν ἄλλα σύμπαντα <lb/>τὰ αὐτὰ, πιέζειν δὲ χρὴ
                            μᾶλλον ταῦτα κατ’ αὐτὸ τὸ <lb/>κάταγμα καὶ προστέλλειν εἴσω τὸ
                            ἀφεστηκός. ὅσα δὲ ἐθραύσθη <lb/>πολυειδῶς καὶ μάλιστα σὺν ἕλκεσιν, ὅπερ
                            ὡς τὰ πολλὰ <lb/>φιλεῖ γίγνεσθαι, σπλῆνα σκεπαρνηδὸν ὡς Ἱπποκράτης
                            ἐκέλευσε <lb/>περιβάλλειν, οἴνῳ τέγγοντας αὐστηρῷ τε καὶ μέλανι καὶ
                            <lb/>μάλιστ’ ἐν θέρει. σήπεται γὰρ εἴτε ἐλαίῳ τις εἴτε κηρωτῇ
                            <lb/>χρῷτο, δεόμενά γε ξηραίνεσθαι μειζόνως ἢ τἄλλα, διότι καὶ
                            <lb/>μεῖζον τὸ πάθημα. καὶ τοίνυν καὶ τὰ φάρμακα πάντα τῶν
                            <lb/>ξηραινόντων ἔστω, καθάπερ ἐκεῖνος ἐκέλευσεν, ἅμα καὶ τὸ <lb/>μέτρον
                            ἐπ’ αὐτοῖς ὁρίσας· ἐκ γὰρ τῶν ἐναίμων ὀνομαζομένων <pb n="442"/> εἶναι
                            κελεύει τὰ τοιαῦτα τῶν φαρμάκων. εἰ δὲ καὶ κατ’ ἀρχάς <lb/>τις εὐθέως
                            αὐτοῖς χρῷτο, τοιοῦτον εἶναι συνεβούλευε τὸ <lb/>ἔναιμον, ὃ σύντροφόν
                            ἐστιν ἐπιτέγξει. τὰ μὲν οὖν ἄλλα <lb/>σύμπαντα ταῖς ἐκείνου ποιητέον
                            ὑποθήκαις, οὐκ ἐν τοῖς εἰρημένοις <lb/>μόνον, ἀλλὰ κᾂν γυμνωθὲν τὸ
                            ὀστοῦν ἀποπρίσεως <lb/>δέοιτο, κᾂν παρασχίδας τινας ἤτοι γ’ αὐτὸν
                            ἀφαιρεῖν ἢ τῆς <lb/>φύσεως ἐξωθούσης συμπράττειν προσήκει. περὶ δὲ τῶν
                            ὑποτιθεμένων <lb/>σωλήνων τοῖς σκέλεσιν, ὅσα μὲν Ἱπποκράτης ἠπόρησεν,
                            <lb/>εἴτε χρηστέον εἴτε μὴ χρηστέον, ἅπαντές τε γινώσκουσιν,
                            <lb/>ἐπαινεῖν τε χρὴ τοὺς λογισμούς. ὃ δὲ τοῖς νεωτέροις <lb/>εὕρηται
                            γλωσσόκομον, ᾧ χρώμεθα μάλιστα κατὰ τὸν τῆς <lb/>πωρώσεως καιρὸν, ἐπαινῶ
                            μὲν εἴπερ τι καὶ ἄλλο τῶν τοιούτων <lb/>μηχανημάτων, οὐ μὴν ἔοικέ γε
                            Ἱπποκράτης γινώσκειν <lb/>αὐτὸ καίτοι γε οὐκ ἀμελὴς εἰς τὴν τῶν χρησίμων
                            ὀργάνων <lb/>εὕρεσιν. ἀλλὰ τό γε τοῖς σκέλεσιν ὑποτιθέμενον ὄργανον
                            <lb/>ὀρθῶς τοῖς μετ’ αὐτὸν ἐξεύρηται, δι’ ἑνὸς ἄξονος ἐπὶ τελευτῇ
                            <lb/>τοῦ μηχανήματος ἐν τοῖς κάτω μέρεσι τεταγμένου τὴν ἀντίτασιν <pb n="443"/> ἐργαζόμενον ὅλῳ τῷ κώλῳ ἐντάσεσι διτταῖς. ὀνομάζεται
                            <lb/>δὲ αὐτῶν ἡ μὲν κατ’ εὐθὺ τείνουσα τὸ κῶλον εὐθύπορος, <lb/>ἡ δ’ ἄνω
                            μὲν πρότερον, εὐθὺς δὲ κάτω μεταληπτική· <lb/>γίνονται δὲ ἀμφότεραι διὰ
                            περιθέσεως βρόχων. ἄριστος δ’ <lb/>εἰς τοῦτο βρόχος ὁ ἐκ δυοῖν διαρτῶν.
                            οὗτος οὖν ἐν μὲν τοῖς <lb/>κάτω τοῦ κατάγματος μέρεσι τοῦ κώλου
                            περιτιθεὶς τὴν <lb/>εὐθύπορον ἐργάζεται τάσιν, τῶν σκελῶν αὐτοῦ
                            περιτεθέντων <lb/>τῷ ἄξονι· ἐν δὲ τοῖς ἄνω μέρεσι τοῦ κατάγματος ὁ
                            <lb/>αὐτὸς οὗτος βρόχος εἰ περιβληθείη, τὴν μεταληπτικὴν ἀποτελεῖ
                            <lb/>τάσιν, ἀπαχθέντων αὐτοῦ τῶν σκελῶν, ἄνω μὲν πρότερον, <lb/>εἶτ’
                            αὖθις κάτω· περιβληθῆναι γὰρ χρὴ καὶ ταῦτα τῷ <lb/>ἄξονι. τὴν περιαγωγὴν
                            δὲ καὶ τὴν οἷον καμπὴν τῶν σκελῶν <lb/>τοῦ βρόχου, τὴν ἐκ τῶν ἄνω μερῶν
                            εἰς τὸ κάτω, διὰ τροχιλιῶν <lb/>γίγνεσθαι χρὴ κατὰ τὰς πλευρὰς τοῦ
                            γλωττοκόμου <lb/>τεταγμένων. ἔξεστι δὲ καὶ σωλῆνα καλεῖν τὸ τοιοῦτον
                            μηχάνημα <lb/>καὶ μετὰ προσθήκης σωλῆνα μηχανικὸν ἢ γλωττόκομον
                            <lb/>μηχανικόν. ἀλλὰ περὶ μὲν ὀργάνων ἐπὶ πλέον ἐροῦμεν ἐν <lb/>ταῖς τῶν
                            ἐξαρθρημάτων ἰάσεσιν· ὡσαύτως δὲ καὶ περὶ τῆς <pb n="444"/> ἐπιδέσμων
                            ποικιλίας ἐν ἐκείνοις λελέξεται. νυνὶ δὲ ἐπειδὴ <lb/>περὶ τοῦ μηχανικοῦ
                            σωλῆνος ἐμνημόνευσα, πολλὴν χρείαν <lb/>παρεχομένου τῷ σκέλει καὶ κατὰ
                            τὴν ἄλλην μὲν ἀπόθεσιν, <lb/>ἔτι δὲ μᾶλλον ἐπειδὰν ἀλλάττῃ τὴν κοίτην ὁ
                            κάμνων, ἢ <lb/>ἀποτρίβηταί τι τῶν κατὰ γαστέρα, καλῶς ἂν ἔχοι πρὸς τῷ
                            <lb/>μηδὲν ἔτι ἐνδεῖν εἰς τὸν ὑπὲρ τούτων λόγον, ἐπαινέσαι πολὺ
                            <lb/>μᾶλλον ἐκεῖνο τὸ γλωττόκομον, οὗ καὶ τὴν ἑτέραν τῶν <lb/>πλευρῶν
                            καὶ τὸ σανίδιον ἐφ’ ὃ τὸν πόδα στηρίζουσι, κινούμενα
                            <lb/>κατασκευάζουσιν, ὥστε ἁρμόζειν ἅπαντι μεγέθει κώλου. <lb/>περὶ μὲν
                            δὴ τῶν ἄλλων καταγμάτων ἀρκεῖ καὶ ταῦτα μετὰ <lb/>τῶν ὑφ’ Ἱπποκράτους
                            εἰρημένων γιγνώσκεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p><milestone unit="ed2page" n="150"/>Περὶ δὲ τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ γέγραπται
                            <lb/>μέν που καὶ περὶ τούτων Ἱπποκράτει βιβλίον ὅλον, <lb/>ἅπαντα
                            διδάσκοντι ὅσα χρὴ πράττειν ἐπ’ αὐτῶν· καὶ ἡμεῖς <lb/>δὲ ὅταν τήνδε τὴν
                            πραγματείαν ἐπιτελέσωμεν, ἐπιθησόμεθα. <lb/>ταῖς ἐξηγήσεσι τῶν
                            συγγραμμάτων αὐτοῦ. κατὰ δὲ τὸ παρὸν, <lb/>ἐπειδὴ τά τε προσευρημένα
                            τοῖς ὑπ’ ἐκείνου λεχθεῖσιν ἐν τοῖσδε <lb/>τοῖς ὑπομνήμασι προστίθεμεν,
                            ὅσα τε ἀδιορίστως εἶπε διοριζόμεθα, ﻿<pb n="445"/> πρῶτον μὲν ἀναγκαῖόν
                            ἐστι μνημονεῦσαι τῶν κοίλων <lb/>ἐκκοπέων, οὓς καὶ κυκλίσκους
                            ὀνομάζουσιν· εἶθ’ ἑξῆς τῶν <lb/>φακωτῶν· καὶ μετ’ αὐτοὺς τῶν στενῶν
                            ξυστήρων· εἶτα περὶ <lb/>τῆς τῶν φαρμάκων χρήσεως εἰπεῖν τι. τῶν τοίνυν
                            καταγμάτων <lb/>τοῦ κρανίου τινὰ μὲν ἄχρι τῆς διπλόης ἐξήκει, τινὰ δὲ
                            ἄχρι <lb/>τῆς ἔνδον ἐπιφανείας τῶν ὀστῶν· καὶ τινὰ μὲν ἁπλαῖ ῥωγμαὶ,
                            <lb/>τινὰ δὲ θλάσεις, τινὰ δὲ ἕδραι τῶν πληξάντων εἰσίν. αἱ μὲν <lb/>οὖν
                            ἁπλαῖ ῥωγμαὶ μέχρι τῆς διπλόης διασχοῦσαι τῶν νῦν εἰρημένων
                            <lb/>ξυστήρων χρῄζουσι τῶν στενῶν. εἶναι δ’ αὐτοὺς χρὴ <lb/>πολλοὺς μὲν
                            τὸ πλῆθος, ἀνίσους δὲ τὸ μέγεθος, ὡς μηδέποτε <lb/>ἀπορεῖν τοῦ
                            χρησιμωτάτου τῷ ἔργῳ· κἄπειτα γυμνωθέντος <lb/>κατὰ τὰ εἰθισμένα τοῦ
                            πεπονθότος ὀστοῦ, χρῆσθαι πρώτῳ <lb/>μὲν τῷ πλατυτέρῳ, δευτέρῳ δὲ τῷ
                            μετ’ αὐτὸν στενωτέρῳ, <lb/>κᾄπειθ’ οὕτως ἑξῆς τοῖς ἄλλοις ἄχρι τοῦ
                            στενωτάτου· τούτῳ <lb/>δὲ χρηστέον ἐπ’ αὐτῆς τῆς διπλόης. εἶτ’ ἰᾶσθαι
                            χρὴ ξηροῖς <lb/>φαρμάκοις αὐτίκα τε καὶ μέχρι τέλους· ἃ δὴ καὶ δι’ αὐτὸ
                            <lb/>τοῦτο προσηγόρευται κεφαλικά. σύγκειται δὲ διά τε τῆς <pb n="446"/>
                            Ἰλλυρίδος ἴρεως καὶ τοῦ τῶν ὀρόβων ἀλεύρου καὶ μάννης <lb/>ἀριστολοχίας
                            τε καὶ πάνακος ῥίζης φλοιοῦ, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν <lb/>ἁπάντων ὅσα ῥύπτειν
                            πέφυκεν ἄνευ τοῦ δάκνειν. αὕτη γὰρ <lb/>ἡ γεννωμένη σὰρξ, ἔργον τῆς
                            φύσεώς ἐστιν· ὥστε οὐδὲν εἰς <lb/>τοῦτο τῆς ἰατρικῆς ὁ κάμνων δεῖται. τὸ
                            δὲ τὴν γεννωμένην <lb/>συμφύεσθαί τε καὶ περιφύεσθαι πᾶσι τοῖς τῶν ὀστῶν
                            μέρεσιν <lb/>ἐκ τοῦ μήτε ῥύπον ἐπ’ αὐτοῖς εἶναι μήτ’ ἐλαιώδη τινὰ
                            λιπαρότητα <lb/>γίγνοιτ’ ἂν μάλιστα. τοῦτ’ οὖν ἐστιν ὃ παρὰ τῶν
                            <lb/>ἰατρῶν οἱ κάμνοντες ἴσχουσιν εἰς τὴν σάρκωσιν, ὡς ξηρὸν <lb/>μὲν
                                <milestone unit="ed1page" n="105"/>ἅπαν εἶναι τὸ χωρίον, ἕκαστον δὲ
                            μέρος τῶν πεπονθότων <lb/>ὀστῶν ἀκριβῶς καθαρόν. ταῦτα μὲν οὖν κοινὰ
                            <lb/>πάντων τῶν καταγμάτων, ὅταν ἄρχηται σαρκοῦσθαι. τῶν <lb/>δ’ ἄχρι
                            μήνιγγος διασχόντων, εἰ μὲν εἴη μόνη ῥωγμὴ, τοῖς <lb/>εἰρημένοις
                            ξυστῆρσι χρηστέον· εἰ δὲ μετὰ θλάσεώς τινος, <lb/>ἐκκόπτειν χρὴ τὸ
                            τεθλασμένον, ἤτοι διὰ τρυπάνων ἐν κύκλῳ <lb/>πρότερον κατατιτρῶντα,
                            κᾄπειθ’ οὕτω χρώμενον τοῖς ἐκκοπεῦσιν, <lb/>ἢ διὰ τῶν κυκλίσκων εὐθὺς ἐξ
                            ἀρχῆς. ἡ μὲν οὖν διὰ <lb/>τρυπάνων ἐνέργεια σφαλερὰ, διὰ τὸ πολλάκις
                            ἅψασθαί τινας, <pb n="447"/> ἀθροώτερον αὐτοῦ βαπτισθέντος, τῆς μήνιγγος
                            τῆς σκληρᾶς <lb/>τῆς ὑποτεταμένης τοῖς ὀστοῖς. ἡ δὲ διὰ τῶν κυκλίσκων
                            οὐδ’ <lb/>αὐτὴ παντάπασιν ἄμεμπτος, σείει γὰρ ἐπὶ πλεῖστον τὴν
                            <lb/>κεφαλὴν ἡσυχάζειν δεομένην. ἀρκεῖ δέ μοι κᾀνταῦθα μεγάλων <lb/>μὲν
                            οὐσῶν τῶν ῥωγμῶν καὶ τῶν ὀστῶν τῶν κατεαγότων <lb/>ἰσχυρῶς κεκινημένων
                            τοῖς κυκλίσκοις χρῆσθαι· βραχείαις <lb/>γὰρ ἐπιβολαῖς χώραν παρέξεις
                            τοῖς φακωτοῖς ἐκκοπεῦσιν· <lb/>ἰσχυρῶν δὲ κατὰ τὰ πλεῖστα τῶν ὀστῶν
                            ὑπαρχόντων κατατιτρῶναι <lb/>τοῖς τρυπάνοις αὐτά. τινὲς δὲ ὑπὲρ τοῦ
                            μηδέποτε <lb/>ἁμαρτεῖν ἀβάπτιστα τρύπανα κατεσκευάσαντο. καλοῦσι δὲ
                            <lb/>οὕτως αὐτὰ διὰ τὸ μὴ βα<milestone unit="ed2page" n="151"/>πτίζεσθαι· περιθεῖ γὰρ ἐν <lb/>κύκλῳ περιφερής τις ἴτυς, προὔχουσα
                            μικρὸν ὑπεράνω τοῦ <lb/>κατὰ τὸ τρύπανον ὀξέος πέρατος. εἶναι δὲ δήπου
                            χρὴ πολλὰ <lb/>καὶ ταῦτα πρὸς ἅπαν πάχος κρανίου παρεσκευασμένα· τοῖς
                            <lb/>μὲν γὰρ παχυτέροις τὸ μακρότερον ἁρμόσει τρύπανον· ὀνομάζω <lb/>δὲ
                            οὕτως ᾧ μεῖζόν ἐστι τὸ μεταξὺ τοῦ τ’ ἄκρου πέρατος <lb/>καὶ τῆς
                            κυκλοτεροῦς ἴτυος· τοῖς δὲ λεπτομερέσι τὸ μικρότερον· <lb/>ἔστι δὲ δήπου
                            καὶ τούτῳ τὸ μεταξὺ τοῦ πέρατός τε <pb n="448"/> καὶ τῆς ἴτυος ἔλαττον.
                            ἔνιοι δὲ τούτων, εἴτε δειλοτέρους <lb/>χρὴ λέγειν, εἴτ’ ἀσφαλεστέρους,
                            ταῖς καλουμέναις χοινικίσιν <lb/>ἐχρήσαντο. σὺ δὲ εἰ μήτε ἀφύλακτος
                            εἶναι μέλλοις τῶν ὄντων <lb/>σφαλερῶν μήτε πέρα τοῦ προσήκοντος φοβερὸς,
                            ἄριστόν σοι <lb/>τοῖς κυκλίσκοις χρῆσθαι, κατὰ μὲν τὴν πρώτην ἐπιβολὴν
                            <lb/>τοῖς πλατυτέροις, ἑξῆς δ’ αὐτῶν τοῖς στενωτέροις, ἄχρι <lb/>περ ἂν
                            ἐπὶ τὴν παχεῖαν μήνιγγα κατέλθῃς. οὐ μὴν οὐδ’ ἐν <lb/>κύκλῳ πᾶν ὅσον
                            ἐκκοπῆναι χρὴ τοῖς κυκλίσκοις γυμνωτέον, <lb/>ἀλλὰ κατ’ ἐκεῖνο μάλιστα
                            τὸ μέρος, ἔνθα τὸ κάταγμα βιαιότερον <lb/>αὐτοῦ γέγονε. πρὸς μὲν γὰρ αὖ
                            τοῖς ἄλλοις καὶ ἡ <lb/>μῆνιγξ ἀφίσταται τάχιστα τῶν ἰσχυρῶς παθόντων
                            ὀστῶν, <lb/>ὥστε οὐδεὶς ἔσται κίνδυνος ἅψασθαι τῆς ἀφεστώσης ἤδη. ἢν
                            <lb/>δ’ ἅπαξ ἕν τι γυμνώσῃς μέρος, ὑποβαλὼν ἐκκοπέα, τὸ μὲν
                            <lb/>φακοειδὲς ἐπὶ τῷ πέρατι προὖχον ἀμβλὺ καὶ λεῖον ἔχοντα, <lb/>τὸ δὲ
                            ὀξὺ κατὰ τὸ μῆκος ὄρθιον ὅταν στηρίξῃς κατὰ τῆς <lb/>μήνιγγος τὸ πλατὺ
                            τοῦ φακοειδοῦς, ἐπικρούων τῇ μικρᾷ <lb/>σφυρῷ, διαιρεῖν οὕτω τὸ κρανίον.
                            συμβαίνει γὰρ ἐπὶ ταῖς <lb/>τοιαύταις ἐνεργείαις πάντα ὅσων χρῄζομεν. ἡ
                            μέν γε μῆνιγξ, <pb n="449"/> οὐδ’ ἂν νυστάζων τις ἐνεργῇ, τρωθῆναι
                            δύναται, τῷ πλατεῖ <lb/>μέρει μόνῳ τοῦ φακοειδοῦς ὁμιλοῦσα· καὶ ἢν
                            προσέχηται <lb/>δέ που τῷ κρανίῳ, καὶ ταύτης τὴν προσάρτησιν ἀλύπως
                            <lb/>ἀποσπᾷ τὸ περιφερὲς πέρας τοῦ φακοειδοῦς· ἕπεται δὲ ἐξόπισθεν·
                            <lb/>αὐτῷ ποδηγοῦντι, διακόπτων τὸ κρανίον ὁ ἐκκοπεὺς <lb/>αὐτός. ὥστε
                            οὔτε ἀκινδυνότερον οὔτε θᾶττον ἐνεργοῦντα <lb/>τρόπον ἕτερον ἀνατρήσεως
                            εὑρεῖν ἐγχωρεῖ. μάλιστα <lb/>δ’ αὐτὸν ἐπαινέσεις ἐν τοῖς σφοδροτάτοις
                            κατάγμασιν· ἃ <lb/>δή τινες τῶν νεωτέρων ἰατρῶν ἐγγεισώματά τε καὶ
                            καμαρώσεις <lb/>ὀνομάζουσι, τὰ μὲν ἐγγεισώματα τῷ μέσῳ σφῶν <lb/>αὐτῶν
                            ἐρείδοντα κατὰ τῆς μήνιγγος, τὰ δὲ καμαρώματα <lb/>τουτὶ μὲν ὑψηλὸν
                            ἔχοντα, καθ’ ἃ δὲ πρῶτον ἀπὸ τῶν ὑγειῶν <lb/>τὸ πεπονθὸς ἤρξατο
                            χωρίζεσθαι ταῖς τοῦ κατάγματος ῥωγμαῖς, <lb/>εἴσω μᾶλλον ἀπεληλυθότα καὶ
                            κατὰ τῆς μήνιγγος ἐστηριγμένα. <lb/>τάχιστα γὰρ ἐπὶ τῶν τοιούτων
                            ἐκκόπτεται τὸ <lb/>πεπονθὸς ἅπαν, ἑτοιμότερον ὑποδυομένου τοῦ φακωτοῦ
                            πέρατος· <lb/>ἐν τοῖς ἐπὶ πλεῖστον ἐξεστηκόσι τοῦ κατὰ φύσιν. <lb/>ἀλλὰ
                            καὶ διὰ τῆς ὀστάγρας ἀνατείνοντες ἢ ἀνακλάσαντες ἔνια ﻿<pb n="450"/> τῶν
                            ἰσχυρῶς συντετρημένων ὀστῶν, κατ’ ἐκεῖνο μάλιστα τὸ <lb/>μέρος ὑποδῦναι
                            τὸν φακωτὸν παρασκευάσομεν. ἕπεται δὲ <lb/>τούτου γενομένου πάντα ἑξῆς
                            ὧν δεόμεθα σὺν ἀσφαλείᾳ τε <lb/>ἅμα καὶ τάχει· καὶ σχεδὸν, ὡς ἄν τις
                            εἴποι, κατὰ μὲν τἄλλα <lb/>σύμπαντα καλῶς εἴρηται τοῦτο δὴ τὸ
                            πολυθρύλητον, <lb/>Ἀρχὴ δὲ τὸ ἥμισυ παντός· ἐνταυθοῖ δ’ οὐχ ἥμισυ τοῦ
                            παντὸς, <lb/>ἀλλ’ ἤτοι πᾶν ἢ ὀλίγου δεῖν ἅπαν ἔχοις ἂν ἐνθεὶς τὸν
                            <lb/>φακωτόν. αὕτη μὲν οὖν ἀρίστη χειρουργία τῶν ἐν τῷ κρανίῳ
                            <lb/>καταγμάτων· ὁπόσον δὲ ἐκκόπτειν χρὴ τοῦ πεπονθότος, ἐφεξῆς <lb/>σοί
                            δίειμι. τὸ μὲν ἰσχυρῶς συντριβὲν ὅλον ἐξαίρειν <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="152"/>εἰ δ’ ἀπ’ αὐτοῦ τινες ἐπὶ πλέον
                            ἐκτείνοιντο ῥωγμαὶ, <lb/>καθάπερ ἐνίοτε φαίνεται συμβαῖνον, οὐ χρὴ
                            ταύταις ἕπεσθαι <lb/>μέχρι πέρατος, εὖ εἰδότας ὡς οὐδὲν βλάβος
                            ἀκολουθήσει <lb/>διὰ τοῦτο, τῶν ἄλλων ἁπάντων ὀρθῶς πραχθέντων. ἡμεῖς
                            <lb/>γοῦν οὐχ ἅπαξ οὐδὲ δὶς, ἀλλὰ πάνυ πολλάκις τοῦτο ποιήσαντες
                            <lb/>ἐτύχομεν τοῦ τέλους. ἡ δ’ ἔνδειξις ἡμῖν κᾀνταῦθα <lb/>εἰκότως τῶν
                            ποιητέων ἐκ τῆς φύσεως τῶν πεπονθότων μορίων <lb/>εὐπορήθη· ἣν γὰρ ἐπὶ
                            τῶν ἄλλων καταγμάτων ἐπίδεσιν <pb n="451"/> ὡς ἀφλεγμαντοτάτην ἐξεῦρεν ὁ
                            λόγος, ἐπὶ κεφαλῆς οὐχ οἷόν <lb/>τ’ ἐστὶ ποιήσασθαι. ὥστε οὔτε
                            ἀποστρέψαι τὸ ἐπιῤῥέον <lb/>οὔτε τὸ περιεχόμενον ἐν τοῖς πεπονθόσιν
                            ἐκθλῖψαι δυνατόν· <lb/>ὧν χωρὶς οὐδὲ τῶν ἄλλων ὀστῶν οὐδὲν ὑγιὲς
                            φυλαχθῆναι <lb/>δύναται. ὑποκείσθω γοῦν βραχίων ἄχρι τοῦ μυελοῦ ῥωγμὴν
                            <lb/>ἐσχηκὼς, εἶτα μηδεὶς αὐτὸν ἐπιδείτω νόμῳ καταγματικῷ, <lb/>πᾶσα
                            δήπουθεν ἀνάγκη τοὺς ἰχῶρας οὐκ ἔξω μόνον ὑπό τε <lb/>τὸ δέρμα καὶ τοὺς
                            μῦς ἀθροιζομένους, ἀλλὰ καὶ τῷ μυελῷ <lb/>περιεχομένους, ἐκεῖνόν τε
                            πρῶτον καὶ μάλιστα σῆψαι καὶ <lb/>σὺν αὐτῷ τὸ σύμπαν ὀστοῦν, ὅπου γε καὶ
                            νῦν ἁπάντων <lb/>προσηκόντως γιγνομένων, ἔστιν ὅτε τοιαῦτα συμπίπτει.
                            πῶς <lb/>οὖν οὐχὶ καὶ μαλλὸν ἂν ἐπὶ κεφαλῆς ταῦτα συμβαίνοι, μήτε
                            <lb/>καταγματικὴν ἐπίδεσιν ἐγχωρούσης δέξασθαι, τῶν τε ἰχώρων <lb/>ἐπὶ
                            τὸ κάταντες φερομένων ὡς ἀθροίζεσθαι πάντας ἐπὶ τῆς <lb/>μήνιγγος; ἐπὶ
                            μὲν οὖν τῶν ἄλλων καταγμάτων ἡ ἐπίδεσις <lb/>ὅταν ὀρθῶς γένηται,
                            τοσούτου δεῖ περιττὴν ὑγρότητα συγχωρεῖν <lb/>ἐπιτρέφεσθαι κατὰ τὸ
                            πεπονθὸς ὀστοῦν, ὥστε καὶ <lb/>τοῦ κατὰ φύσιν ἰσχνότερον ἀποφαίνειν τὸ
                            χωρίον. ἐπὶ δὲ <pb n="452"/> τῆς κεφαλῆς ὁ μὲν διὰ τῆς ἐπιδέσεως τρόπος
                            οὐχ οἷός τ’ <lb/>ἐστὶ ξηραίνειν οὕτω τό τε κατεαγὸς ὀστοῦν αὐτὸ καὶ τὰ
                            <lb/>πέριξ, ὡς μήτε φλεγμῆναι μήθ’ ὅλως ἐργάσασθαί τινα ἰχῶρα·
                            <lb/>φάρμακόν τε οὐδὲν οὐδ’ ἐπὶ τῶν ἄλλων μερῶν ἄνευ τῆς <lb/>ἐπιδέσεως
                            ἱκανὸν εἰς ὅσον εἴρηται ξηρὸν καὶ ἀπέριττον ἐργάσασθαι <lb/>τὸ κατεαγός.
                            ἀναγκαῖον οὖν ἡμῖν γίγνεται γυμνῶσαί <lb/>τι τοῦ κατάγματος, ἵν’ ἔχωμεν
                            ἀπομάττειν καὶ ἀποπλύνειν <lb/>ἀπὸ τῆς μήνιγγος τοὺς ἰχῶρας, ἐπειδὰν ὅ
                            τε τῆς φλεγμονῆς <lb/>παύσηται καιρὸς, ἀκριβῶς τε ᾖ ξηρὰ πάντα, σαρκῶσαι
                            καὶ <lb/>συνουλῶσαι τὸ χωρίον. οὐκ ἔστιν ὁ λόγος οὗτος ψιλὸς, οἷον
                            <lb/>οἱ μηδὲν ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἔργων εἰδότες σοφισταὶ ζητοῦσι, διὰ <lb/>τί
                            τὰ τῆς κεφαλῆς οὐ πωροῦται κατάγματα· πωροῦται μὲν <lb/>γὰρ ὦ βέλτιστοι·
                            καὶ ὑμεῖς οὕτως ἐστὲ ληρώδεις ὥστε τῶν <lb/>οὐκ ὄντων ὡς ὄντων λέγειν
                                <milestone unit="ed1page" n="106"/>αἰτίας. οἶδα γοῦν ποτε τὸ
                            <lb/>βρέγματος ὀστοῦν συντριβέν· τὸ δ’ ἐφεξῆς αὐτῷ τὸ τοῦ <lb/>κροτάφου
                            καλούμενον, ἐν ᾧ τὰς λεπιδοειδεῖς ἐπιβολὰς εἶναι <lb/>συμβέβηκεν, ἄχρι
                            πλείστου μεγίστην ἔχον ῥωγμὴν ἧς ἡμεῖς <pb n="453"/> ὅλως μὴ
                            προσαψάμενοι, μόνον δ’ ἐκκόψαντες τὸ τοῦ βρέγματος <lb/>ἰάσαμεν. τὸν
                            ἄνθρωπον, ὡς καὶ νῦν ἔτι ζῇν ἐξ ἐτῶν <lb/>πολλῶν. εἰ δὲ καὶ τὸ τοῦ
                            βρέγματος εἰάσαμεν, οὕτως ἐσάπη <lb/>ἂν θᾶττον ἡ κατὰ τοῦθ’ ὑποκειμένη
                            μῆνιγξ ἢ ἐπωρώθη τὸ <lb/>κάταγμα. ὡς εἴ γε μηδεὶς ἐκ τῶν πεπονθότων ἰχὼρ
                            ἐντὸς <lb/>ἔῤῥει, περιττὸν ἦν ἐκκόπτειν ὀστοῦν. ἐκεῖνοι μὲν οὖν ὡς
                            <lb/>σύνηθες αὐτοῖς ἐστι φλυαρείτωσαν, ἐγὼ δ’ ἐφ’ ἑτέρου κατάγματος
                            <lb/>ὁμοίως γεγονότος ἐνενόησα τὸ μὲν ὑψηλὸν ὀστοῦν <lb/>ἐᾶσαι, τὸ δ’ ἐν
                            τοῖς πλαγίοις ἐκκόψαι πρὸς ὑπόῤῥυσιν τῶν <lb/>ἰχώρων· <milestone unit="ed2page" n="153"/>εἶτ’ ἐννοήσας τό τε πάχος αὐτοῦ καὶ τὴν
                            <lb/>σκληρότητα βέλτιον ᾠήθην εἶναι τὸ μετέωρον ὀστοῦν ἐξελεῖν
                            <lb/>μᾶλλον ἢ τῆς ὑπποῤῥύσεως φροντίζων σεῖσαι σφοδρῶς <lb/>τὸν
                            ἐγκέφαλον. ἐνενόησα δὲ καὶ ὡς εἰς τὰ πλάγια γενηθείσης <lb/>ὀπῆς μεγάλης
                            τοῖς ὀστοῖς ἐξίσχειν ταύτῃ συμβήσεται τὸν <lb/>ἐγκέφαλον. ἔστι δὲ δήπου
                            πολλαχόθι κατὰ τὰ πλάγια καὶ <lb/>νεύρων τις ἔκφυσις ἐπικαίρων· ἐν δὲ
                            τοῖς ὑψηλοῖς τῆς κεφαλῆς, <lb/>οὐδὲ σμικρότατον οὐδαμόθεν νεῦρον
                            ἐκφύεται. διὰ <lb/>ταῦτα μὲν δὴ ἀπέστην ἐκκόπτειν τὸ πλάγιον ὀστοῦν τῆς
                            κεφαλῆς. <pb n="454"/> ἐπωρώθη δὲ ἀεὶ θεραπευόντων ὡς χρὴ. καὶ σχεδὸν
                            <lb/>ἔτι τοῦθ’ ἡμῖν ὑπολείπεται διασκέψασθαι, τίς ἡ τῶν φαρμάκων <lb/>τε
                            καὶ ὅλης τῆς μετὰ τὴν ἀνάτρησιν ἐπιμελείας ἀγωγὴ <lb/>βελτίστη πασῶν
                            ἐστιν· ἆρά γε ἡ πρᾳοτάτη καὶ παρηγορικωτάτη, <lb/>καθάπερ νῦν ὑπὸ τῶν
                            πλείστων γίνεται, ἢ ἡ ταύτης <lb/>ἐναντιωτάτη, διὰ τῶν ἰσχυρότατα
                            ξηραινόντων φαρμάκων, <lb/>οἷον καὶ Μέγης ὁ Σιδώνιος ἐπαινεῖ. καί τις
                            ἡμέτερος πολίτης <lb/>ἐχρῆτο διὰ παντὸς, ὡς καὶ τὴν Ἶσιν ἐπονομαζομένην
                            εὐθέως <lb/>ἐπιθεῖναι γυμνωθείσῃ τῇ μήνιγγι ἔμπλαστρον καὶ κατὰ ταύτης
                            <lb/>ἔξωθεν ὀξύμελι. πρεσβύτης δὲ ἦν οὗτος ἱκανῶς τρίβων τὰ <lb/>τοιαῦτα
                            τῆς τέχνης· οὐ μὴν οὔτε ἄλλον τινὰ χρώμενον εἶδον, <lb/>οὔτε αὐτὸς
                            ἐτόλμησα χρήσασθαι. τοσοῦτο μόνον ἔχω μαρτυρεῖν <lb/>τῷ Εὐδήμῳ, τοῦτο
                            γὰρ ὁ πρεσβύτης ἐκαλεῖτο, ὡς ἐσώζοντο <lb/>μᾶλλον οἱ ὑπ’ ἐκείνου
                            θεραπευόμενοι τῶν παρηγορικῶς <lb/>ἀγομένων. ἐπεχείρησα δ’ ἄν ποτε καὶ
                            αὐτὸς δι’ ἐμαυτοῦ <lb/>πειραθῆναι τῆς τοιαύτης ἀγωγῆς, εἰ διὰ παντὸς ἐν
                            Ἀσίᾳ <lb/>κατέμεινα· διατρίψας δ’ ἐν Ῥώμῃ τὰ πλεῖστα τῷ τῆς πόλεως <pb n="455"/> ἔθει συνηκολούθησα, παραχωρήσας τοῖς χειρουργοῖς
                            <lb/>καλουμένοις τὰ πλεῖστα τῶν τοιούτων ἔργων. τὴν μέντοι <lb/>φύσιν
                            τοῦ πράγματος ἐπισκοπούμενος ἐννοῶ τοιοῦτόν τινα <lb/>διορισμὸν, ὑπὸ
                            μακρᾶς πείρας ἡμετέρας μαρτυρούμενον· ὁ <lb/>καλούμενος ἀκουστικὸς
                            πόρος, οὐ μόνον ἄχρι τῆς σκληρᾶς <lb/>ἐξικνεῖται μήνιγγος, ἀλλὰ καὶ
                            αὐτοῦ τοῦ νεύρου ψαύει τοῦ <lb/>καθήκοντος ἐξ ἐγκεφάλου εἰς αὐτόν.
                            κείμενος δ’ οὕτως ἐγγὺς, <lb/>ὅμως ἰσχυροτάτων ἀνέχεται φαρμάκων, ὡς καὶ
                            πρόσθεν εἴρηται. <lb/>θαυμαστὸν οὖν οὐδὲν, εἰ καὶ μετὰ τὰς ἀνατρήσεις ἡ
                            <lb/>μῆνιγξ ἡ παχεῖα, πρὶν ἀξιολόγως φλεγμῆναι, τοῖς ἰσχυροτάτοις
                            <lb/>χαίρει φαρμάκοις, ὡς ἂν φύσει ξηρὰ τὴν οὐσίαν <lb/>ὑπάρχουσα. </p></div></div><pb n="456"/><div type="textpart" subtype="book" n="7"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ <lb/>ΒΙΒΛΙΟΝ Η.</head><p>Τὴν θεραπευτικὴν μέθοδον, ὦ Εὐγενιανὲ <lb/>φίλτατε, πάλαι μὲν ὑπηρξάμην
                            γράφειν Ἱέρωνι χαριζόμενος, <lb/>ἐπεὶ δὲ ἐξαίφνης ἐκεῖνος ἀποδημίαν
                            μακρὰν ἀναγκασθεὶς στείλασθαι, <lb/>μετ’ οὐ πολὺν χρόνον ἠγγέλθη
                            τεθνεὼς, ἐγκατέλιπον <lb/>κᾀγὼ τὴν γραφήν. οἶσθα γὰρ ὡς οὔτε ταύτην οὔτε
                            ἄλλην <lb/>τινὰ πραγματείαν ἔγραψα τῆς παρὰ τοῖς πολλοῖς ἐφιέμενος
                            <lb/>δόξης, ἀλλ’ ἤτοι φίλοις χαριζόμενος ἢ γυμνάζων ἐμαυτὸν, <lb/>εἴς τὲ
                            τὰ παρόντα χρησιμώτατον γυμνάσιον εἴς τε τὸ τῆς <lb/>λήθης γῆρας, ὡς ὁ
                            Πλάτων φησὶν, ὑπομνήματα θησαυρισόμενος. <pb n="457"/> ὁ γάρ τοι τῶν
                            πολλῶν ἀνθρώπων ἔπαινος εἰς μὲν <lb/>χρείας τινὰς ἐπιτήδειον ὄργανον
                            ἐνίοτε γίγνεται τοῖς ζῶσιν, <lb/>ἀποθανόντας δὲ οὐδὲν ὀνίνησιν, ὥσπερ
                            οὐδὲ τῶν ζώντων <lb/>ἐνίους. ὅσοι γὰρ ἥσυχον εἵλοντο βίον, ὠφελημένοι
                            μὲν ἐκ <lb/>τῆς φιλοσοφίας αὐτάρκη δ’ ἔχοντες τὰ πρὸς τὴν τοῦ σώματος
                            <lb/>θεραπείαν, τούτοις ἐμπόδιον οὐ σμικρόν ἐστιν ἡ παρὰ <lb/>τοῖς
                            πολλοῖς δόξα, περαιτέρω τοῦ προσήκοντος ἀπάγουσα <lb/>τῶν καλλίστων
                            αὐτούς. ὥσπερ ἀμέλει καὶ ἡμᾶς οἶσθα πολλάκις <lb/>ἀνιωμένους ἐπὶ τοῖς
                            ἐνοχλοῦσιν οὕτω συνεχῶς ἐνίοτε <lb/>χρόνον ἐφεξῆς πολήν, ὡς μηδ’ ἅψασθαι
                            δυνηθῆναι βιβλίου. <lb/>ἐγὼ <milestone unit="ed2page" n="155"/>δὲ οὐκ
                            οἶδ’ ὅπως εὐθὺς ἐκ μειρακίου θαυμαστῶς, <lb/>ἢ ἐνθέως, ἢ μανικῶς, ἢ ὅπως
                            ἄν τις ὀνομάζειν ἐθέλῃ, κατεφρόνησα <lb/>μὲν τῶν πολλῶν ἀνθρώπων δόξης,
                            ἐπεθύμησα δὲ <lb/>ἀληθείας καὶ ἐπιστήμης, οὐδὲν εἶναι νομίσας οὔτε
                            κάλλιον <lb/>ἀνθρώποις οὔτε θειότερον κτῆμα. διὰ ταῦτ’ οὖν οὐδ’ ἐπέγραψά
                            <lb/>ποτε τὸ ἐμὸν ὄνομα τῶν ὑπ’ ἐμοῦ γεγραμμένων <lb/>βιβλίων οὐδενί·
                            παρεκάλουν δ’, ὧς οἶσθα, καὶ ὑμᾶς μήτ’ <lb/>ἐπαινεῖν με παρὰ τοῖς
                            ἀνθρώποις ἀμετρότερον, ὥσπερ εἰώθατε, <pb n="458"/> μήτ’ ἐπιγράφειν τὰ
                            συγγράμματα. κατὰ ταῦτ’ οὖν <lb/>ἅπαντα καὶ ἡ θεραπευτικὴ μέθοδος
                            ἐγκατελείφθη μοι, τὰ <lb/>μὲν κεφάλαια τῶν εὑρημένων διὰ βραχέων
                            ὑπομνημάτων <lb/>ἐμαυτῷ γράψαντός μου, διεξοδικὴν δ’ οὐδεμίαν ἔτι
                            προσθέντος <lb/>διδασκαλίαν. νυνὶ δ’ ἐπειδὴ καὶ σὺ καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν
                            <lb/>ἑταίρων, ἅπερ ἐθεάσασθέ με πολλάκις ἐπὶ τῶν νοσούντων <lb/>ἔργῳ
                            διαπραττόμενον, ἐν ὑπομνήμασιν ἔχειν ἀξιοῦτε, προσθήσω <lb/>τὸ λεῖπον
                            ἔτι τῇδε τῇ πραγματείᾳ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἐν μὲν οὖν τῷ τρίτῳ καὶ τετάρτῳ καὶ <lb/>πέμπτῳ καὶ ἕκτῳ τῶνδε τῶν
                            ὑπομνημάτων τὸ κοινὸν νόσημα <lb/>τῶν ὁμοιομερῶν τε καὶ ὀργανικῶν μορίων
                            ὅπως χρὴ <lb/>θεραπεύειν ἐγεγράφειν· ἀρξάμενος μὲν οὖν ἀπ’ αὐτοῦ, διότι
                            <lb/>τε σαφέστερόν ἐστι τῶν ἄλλων ἐναργῆ τε τὸν ἔλεγχον <lb/>ἔχει τῶν
                            ἔμπροσθεν ἁπάντων σχεδὸν ἰατρῶν ὅσοι μεθόδῳ <lb/>μὲν ἐπαγγέλλονται
                            μεταχειρίζεσθαι τὴν τέχνην, ἀμέθοδοι <lb/>δέ εἰσιν ἐν ταῖς θεραπείαις.
                            πλὴν γὰρ Ἱπποκράτους τοῦ <lb/>πάντων ἡμῖν τῶν καλῶν παρασχόντος τὰ
                            σπέρματα, τῶν <lb/>ἄλλων οὐδεὶς οὐδ’ ἐπεχείρησε τὸ γένος τοῦτο τοῦ
                            νοσήματος <pb n="459"/> ἰάσασθαι μεθόδῳ. δεῖται δὲ καὶ τὰ Ἱπποκράτους
                            αὐτοῦ <lb/>γεωργῶν ἀγαθῶν, οἳ σπεροῦσί τε αὐτὰ καὶ αὐξήσουσι καὶ
                            <lb/>τελειώσουσι προσηκόντως. καὶ ὅτι πρὸ ἡμῶν οὐδεὶς τοῦτ’
                            <lb/>ἔπραξεν, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοί γε καὶ προσδιέφθειραν αὐτοῦ τὰ
                            <lb/>σπέρματα, νομίζω σαφῶς ἐπιδεδεῖχθαι τοῖς προσεσχηκόσι <lb/>τὸν
                            νοῦν. τοῦτο μὲν οὖν τὸ γένος τοῦ νοσήματος, εἴτε <lb/>συνεχείας λύσιν,
                            εἴθ’ ἑνώσεως, εἴθ’ ὁπωσοῦν ἄλλως ὀνομάζειν <lb/>τις ἐθέλοι, καλεῖν
                            ἐπετρέψαμεν ὡς ἑκάστῳ φίλον. οὐ γὰρ <lb/>ὑπὲρ ὀνομάτων σπουδάζομεν οὔτε
                            κατὰ ταύτην τὴν πραγματείαν <lb/>οὔτε καθ’ ἑτέραν τινὰ τῶν
                                ἰατρι<milestone unit="ed1page" n="107"/>κῶν, ἀλλ’ <lb/>ὅπως ἂν
                            μάλιστα τοῦ τέλους τῆς τέχνης τυγχάνωμεν. ἐπὶ δὲ <lb/>τὸ πρῶτον ἁπάντων
                            ἐπανερχώμεθα νῦν τῷ λόγῳ νόσημα, τὸ <lb/>τοῖς ὁμοιομερέσιν ἐγγινόμενον,
                            ὧν πρῶτόν εἰσιν αἱ κατὰ τὸ <lb/>ζῶον ἐνέργειαι. δέδεικται γὰρ ἐν ἄλλαις
                            πραγματείαις ὅπως <lb/>ἕκαστον τῶν ὀργανικῶν μορίων ἐνεργεῖν τι λέγομέν,
                            οἷον <lb/>ὀφθαλμὸν ὁρᾷν, ἢ βαδίζειν σκέλος. εἶναι γὰρ οὔτε ὅλου τοῦ
                            <lb/>σκέλους, ἀλλὰ τοῦ μυώδους ἐν αὐτῷ γένους τὸ κῦρος τῆς
                            <lb/>ἐνεργείας· οὔτε ὀφθαλμοῦ τι βλέπειν, ἀλλὰ τοῦ κρυσταλλοειδοῦς· <pb n="460"/> ἐπί τε τῶν ἄλλων ἁπάντων ὀργάνων ἀνάλογον. <lb/>ἐδείχθη δὲ
                            ἐν τῷ δευτέρῳ τῆσδε τῆς πραγματείας καὶ ὡς <lb/>ἀναγκαιότατόν ἐστι τὸ
                            γένος τοῦ νοσήματος τούτου, καὶ <lb/>ὡς οὐδεὶς αὐτὸ λογικῶς ἰάσαιτο τῶν
                            ἀγνοησάντων τὰ πρῶτα <lb/>στοιχεῖα, καὶ ὡς οὐδὲν ὧν φθέγγονται συνίασιν
                            ἔνιοι τῶν <lb/>λογικοὺς ἑαυτοὺς ὀνομαζόντων, ὅταν ἀτονίαν εἶναι φάσκωσιν
                            <lb/>ἢ κοιλίας, <milestone unit="ed2page" n="156"/>ἢ ἐντέρων, ἢ ἥπατος,
                            ἢ ὀφθαλμῶν, ἢ <lb/>ὁτουδηποτοῦν μέρους. εἰ μὲν γὰρ τὴν περὶ τὸ σύμφυτον
                            <lb/>ἔργον ἀσθένειαν οὕτως ὀνομάζουσιν, οὐδὲν ἰδιώτου πλέον <lb/>ἴσασιν·
                            ἀκοῦσαι γάρ ἐστι κᾀκείνων ἀτονεῖν ἑαυτῶν τὴν γαστέρα <lb/>φασκόντων, μὴ
                            πέττειν γοῦν αὐτὴν, μήτε τὰ σμικρότατα <lb/>καὶ κουφότατα τῶν
                            προσφερομένων. εἰ δὲ διάθεσίν τινα <lb/>λέγουσιν ἐν τῇ γαστρὶ τὴν
                            ἀτονίαν, ἐρμηνευσάτωσαν ἡμῖν <lb/>ἥν τινά ποτε ταύτην εἶναί φασιν, ὡς
                            ἐπὶ φλεγμονῆς ἐποίησαν. <lb/>τῷ μὲν γὰρ ἐμπειρικῷ τὰ συμπτώματα μόνον
                            ἀρκεῖ <lb/>τῶν πεπονθότων μορίων ἑρμηνεῦσαι, παρὰ φύσιν ὄγκον
                            <lb/>εἰπόντι καὶ ἀντιτυπίαν, ὀδύνην τε σφυγματώδη καὶ τάσιν ﻿<pb n="461"/> ἔρευθός τε καὶ ὅσα τοιαῦτα καὶ τίθενταί γε πολλάκις ἓν <lb/>ὄνομα
                            κατὰ τοῦ σύμπαντος ἀθροίσματος ἕνεκα διδασκαλίας <lb/>συντόμου, καθάπερ
                            ἐπὶ τοῦ προειρημένου φλεγμονήν. οἱ <lb/>δογματικοὶ δ’ οὐχ οὕτως, ἀλλ’
                            αὐτὴν τὴν οὐσίαν ἐπισκέπτονται <lb/>τοῦ νοσήματος ᾗ τὸ προειρημένον
                            ἄθροισμα τῶν <lb/>συμπτωμάτων ἐξ ἀνάγκης ἕπεται. δοκεῖ γοῦν Ἐρασιστράτῳ
                            <lb/>τὸ παρεμπεσὸν εἰς τὰς ἀρτηρίας αἷμα πρὸς τοῦ πνεύματος
                            <lb/>ὠθούμενον ἐν τοῖς πέρασιν αὐτῶν σφηνωθῆναι, καὶ τοῦτο <lb/>εἶναι
                            τὴν φλεγμονήν. ἀλλ’ ἦν, οἶμαι, δίκαιος ἢ Ἐρασίστρατος <lb/>αὐτὸς ἢ τῶν
                            ἀπ’ αὐτοῦ τις ὁμοίως ἐξηγήσασθαι καὶ τὴν ἐν <lb/>ταῖς. ἀτονίαις ἑκάστου
                            μορίου διάθεσιν ὥσπερ γὰρ ἐπὶ τῆς <lb/>φλεγμονῆς. εἰς ὅ τι μεταπέπτωκεν
                            ἡ φυσικὴ κατασκευὴ τοῦ <lb/>μέρους ἐδήλωσεν, οὕτως ὁ λόγος ἐπιζητεῖ
                            ῥηθῆναι καὶ τὴν <lb/>εἰς ἀτονίαν ἑκάστου μορίου μετάπτωσιν. οὐ γὰρ δὴ
                            κατὰ <lb/>φύσιν γε διακείμενον ἀτονεῖ περὶ τὴν οἰκείαν ἐνέργειαν, ἀλλά
                            <lb/>τι πάντως αὐτῷ, παρὰ φύσιν αἴτιον ἐγγενόμενον ἐξέλυσέ τε <lb/>καὶ
                            κατέβαλε καὶ νεκρῷ παραπλήσιον ἀπέφηνεν· ὃ οὔτε Ἐρασίστρατος <lb/>οὔθ’
                            Ἡρόφιλος οὔτ’ ἄλλος οὐδεὶς ἰατρὸς εἶπε <pb n="462"/> τῶν μὴ τολμησάντων
                            ἀποφήνασθαί τι περὶ τῆς τῶν πρώτων <lb/>σωμάτων φύσεως. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἀλλ’ οὐ χρὴ μηκύνειν ἐπὶ πλέον, αὐτάρκως <lb/>προαποδεδειχότας ἔμπροσθεν
                            ὡς χρησιμώτατόν τε τοῦτ’ ἐστὶ <lb/>τὸ γένος τοῦ νοσήματος ἐζητῆσθαι τοῖς
                            ἰατροῖς καὶ ἀναγκαῖον <lb/>τὸ περὶ στοιχείων πρότερον ἐπεσκέφθαι τὸν
                            μέλλοντα καλῶς <lb/>αὐτὸ μεταχειρίζεσθαι. ὥσθ’ ἡμῖν ὁ μέλλων νῦν
                            λεχθήσεσθαι <lb/>λόγος ἐπὶ τοῖς προαποδεδειγμένοις περανθήσεται
                            στοιχείοις, <lb/>ὑπὲρ ὧν ἓν, ὡς οἶσθα, βιβλίον ἐποιησάμεθα τὸ περὶ τῶν
                            <lb/>καθ’ Ἱπποκράτη στοιχείων ἐπιγεγραμμένον. ἔστι μὲν οὖν καὶ
                            <lb/>Διοκλεῖ καὶ Μνησιθέῳ καὶ Διευχεῖ καὶ Ἀθηναίω καὶ σχεδὸν <lb/>πᾶσι
                            τοῖς εὐδοκιμωτάτοις ἰατροῖς, ὥσπερ οὖν καὶ τῶν φιλοσόφων <lb/>τοῖς
                            ἀρίσταις, ἡ αὐτὴ δόξα περὶ φύσεως σώματος, ἐκ <lb/>θερμοῦ καὶ ψυχροῦ καὶ
                            ξηροῦ καὶ ὑγροῦ νομίζουσι κεκρᾶσθαι <lb/>τά τε ἄλλα σύμπαντα σώματα καὶ
                            τὰ τῶν ζώων οὐχ <lb/>ἥκιστα. τῷ δὲ περὶ τούτων ἁπάντων ἀποφηναμένῳ τε
                            καὶ <lb/>ἀποδείξαντι πρώτῳ δίκαιον, οἶμαι, μαρτυρεῖν ἐστι τὴν εὕρεσιν.
                            <lb/>καὶ διὰ τοῦθ’ ἡμεῖς ὀνομάζομεν αὐτὰ καθ’ Ἱπποκράτην στοιχεῖα, <pb n="463"/> κᾂν ὅτι μάλιστα Χρύσιππος, ἢ Ἀριστοτέλης, ἤ τις <lb/>ἄλλος
                            ἰατρὸς ἢ φιλόσοφος ὡσαύτως ὑπὲρ αὐτῶν δοξάζῃ. <lb/>καὶ τοίνυν ἐπειδὴ τῶν
                            τοῦ ζώου μορίων ἕκαστον ἰδίαν ἐνέργειαν <lb/>ἐνεργεῖ, τῶν ἄλλων
                            ἐνεργειῶν εἰς τοσοῦτον διαφέρουσαν <lb/>εἰς ὅσον καὶ αὐτὸ. διαφέρει τῶν
                            ἐνεργούντων αὐτὰς, <lb/>διαφέρει δὲ τῷ θερμότερον, <milestone unit="ed2page" n="157"/>ἢ ψυχρότερον, ἢ ὑγρότερον, <lb/>ἢ ξηρότερον
                            ὑπάρχειν, ἢ κατὰ συζυγίαν τι τούτων πεπονθέναι, <lb/>τὴν κρᾶσιν αὐτῶν
                            φυλακτέον ἐστὶ τῷ τὴν ἐνέργειαν <lb/>φυλάττοντι. φυλαχθήσεται δὲ
                            ψυχόντων μὲν, εἰ πρὸς τὸ <lb/>ψυχρότερον, ὑγραινόντων δὲ, εἰ πρὸς τὸ
                            ξηρότερον· οὕτω <lb/>δὲ καὶ ξηραινόντων μὲν, εἰ ὑγραίνοιτο, ξηραινόντων
                            δ’ ἅμα <lb/>καὶ θερμαινόντων, εἰ ὑγραίνοιτό τε ἅμα καὶ ψύχοιτο,
                            ξηραινόντων <lb/>δὲ καὶ ψυχόντων, εἰ πρὸς τὸ ὑγρότερόν τε καὶ θερμότερον
                            <lb/>ἐκτρέποιτο, καὶ κατὰ τὰς λοιπὰς δύο συζυγίας ἀνάλογον. <lb/>ἀεὶ γὰρ
                            χρὴ τῷ πλεονάζοντι τὸ ἐναντίον ἀντεισάγειν εἰς <lb/>τοσοῦτον, ἄχρις ἂν
                            εἰς τὸ σύμμετρόν τε καὶ κατὰ φύσιν ἀγάγῃς <lb/>τὸ μόριον. ἡ μὲν δὴ
                            καθόλου τοῦ γένους ἅπαντος νοσήματος <pb n="464"/> ἐν ὁμοιομερέσι
                            συνισταμένου μέθοδος ἰάσεως ἤδη μοι <lb/>λέλεκται. ὀκτὼ γὰρ ὄντων αὐτῶν,
                            ὡς ἐν τῷ περὶ τῆς τῶν <lb/>νοσημάτων ἀποδέδεικται διαφορᾶς, ὀκτὼ καὶ οἱ
                            τῆς ἰάσεως <lb/>ἔσονται τρόποι, κοινὸν ἔχοντες σκοπὸν τὴν ἀλλοίωσιν τοῦ
                            <lb/>πεπονθότος ὁμοιομεροῦς σώματος· ἐπειδὴ καὶ τὸ νόσημα <lb/>αὐτὸ κατὰ
                            δυσκρασίαν καὶ ἀλλοίωσιν ἐγένετο τῆς κατὰ φύσιν <lb/>ἑκάστου κράσεως· ἡ
                            δὲ τῶν κατὰ μέρος ἴασις ἐν δυοῖν τούτοιν <lb/>προερχομένη γίνεται, τῇ τε
                            τῆς ὕλης εὐπορίᾳ καὶ τῇ ταύτης <lb/>ἐπιδεξίᾳ χρήσει. τὴν μὲν δὴ τῶν
                            φαρμάκων εὐπορίαν ἔκ τε <lb/>τῆς περὶ τῶν ἁπλῶν φαρμάκων δυνάμεως, ἔτι
                            τε τῆς περὶ <lb/>συνθέσεως αὐτῶν πραγματείας ἔξεστί σοι λαμβάνειν
                            μεθόδῳ· <lb/>τὴν δὲ ὁδὸν τῶν διαιτημάτων ἐντεῦθεν. ἀλλὰ καὶ ὅπως χρὴ
                            <lb/>διαγινώσκειν ἑκάστου μορίου δυσκρασίαν, ἐκ τριῶν πραγματειῶν
                            <lb/>ἀναμιμνήσκου, πρώτης μὲν τῆς περὶ κράσεων, δευτέρας <lb/>δὲ τῆς
                            περὶ τῶν πεπονθότων μορίων· καὶ τρίτης, ἣν ἐπιγράφομεν <lb/>ἰατρικὴν
                            τέχνην. οὔκουν ἔτι δεῖ πολλῶν εἰς τὰ <lb/>νῦν ἐνεστῶτα τοῖς φύσει τε
                            συνετοῖς γεγυμνασμένοις τὸν <pb n="465"/> λογισμὸν ἐν τοῖς πρώτοις· ὅτῳ
                            δὲ οὐδέτερον ὑπάρχει τούτων, <lb/>ἔτι ἐνδεῖ τῷ λόγῳ πάμπολυ. εἰ δὲ καὶ
                            μοχθηρᾷ λόγων αἱρέσει <lb/>συνανετράφη, διττή γ’ οὕτω χρεία τοῦ χρόνου·
                            ἑτέρου <lb/>μὲν, ἵνα ἀποτρίψηται τὰς μοχθηρὰς δόξας, ἑτέρου δ’, ἵν’
                            <lb/>ἀσκηθῇ κατὰ τὰς βελτίους. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Σὺ μὲν οὖν εὖ οἶδ’ ὅτι καὶ αὐτὸς ἱκανὸς <lb/>ὑπάρχεις ἐκ τῶν καθόλου τοῦ
                            γένους εἰρημένων εὑρίσκειν <lb/>τὰ κατὰ μέρος· ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς ἐθεάσω
                            πολλὰ τῶν τοιούτων <lb/>νοσημάτων ἰωμένους, ὥστ’ ἐξ ἀμφοτέρων ἔχεις τὸ
                            μὴ δεῖσθαι <lb/>τῶν κατὰ μέρος. ἀλλ’ ἐπεί φησιν ὁ Πλάτων, οὐ γάρ
                            <lb/>ἐστι τὰ γραφέντα μὴ ἐκπεσεῖν, ἵν’ εἴποτε καὶ εἰς ἄλλον ἀφίκοιτο
                            <lb/>τὸ βιβλίον ἀγύμναστον τῷ λογισμῷ, ῥᾷον αὐτὸν διδάξειε,
                            <lb/>προσθεῖναι χρή τινα τῶν κατὰ μέρος· ἐξ ὧν εὐθέως <lb/>ἐνέσται καὶ
                            αὐτὸ τοῦτο πεισθῆναι σαφῶς, ὃ μικρὸν ἔμπροσθεν <lb/>εἴρηται, ὡς δυνατόν
                            ἐστι σαυτῷ τὰ κατὰ μέρος ἐξευρίσκειν. <lb/>ἐγὼ γοῦν ἐμαυτῷ πάντα ἐξεῦρον
                            αὐτὰ, τῷ λόγῳ ποδηγούμενος. <lb/>ὅσον μὲν γὰρ ἐπὶ τοῖς διδασκάλοις,
                            ἐχρῆν δήπου <lb/>κᾀμὲ τοῖς ἀτόνοις τὴν γαστέρα συμβουλεύειν ἐδέσματα μὲν
                                ﻿<pb n="466"/> τὰ στύφοντα καὶ ὑπόπικρα· καὶ <milestone unit="ed1page" n="108"/>οἶνον ὡσαύτως τὸν <lb/>αὐστηρόν· ἀψίνθιόν τε
                            καὶ τοῦ διὰ μήλων κυδωνίων χυλοῦ <lb/>καὶ ὅσα τοιαῦτα καταπίνεται
                            φάρμακα. τῶν δ’ ἔξωθεν ἐπιτιθεμένων <lb/>πρώτην μὲν τὴν δι’ ἀψινθίου καὶ
                            ὠμοτριβοῦς <lb/>ἐλαίου κατάντλησιν· εἶτ’ ἐπίδεσιν ἐρίου πιλήματος, ἐξ
                            αὐτῶν <lb/>τε τούτων καὶ προσέτι μύρου μηλίνου καὶ μαστιχίνου καὶ
                            <lb/>ναρδίνου· <milestone unit="ed2page" n="158"/>καὶ μετὰ ταῦτα κηρωτὴν
                            διὰ τῶν αὐτῶν <lb/>ἐσκευασμένην· εἶτ’ ἄλλα φάρμακα κηρωτῶν ἰσχυρότερα,
                            τὰ <lb/>πρὸς τῶν ἰατρῶν ἐπιθέματα καλούμενα, διά τε τῶν εἰρημένων
                            <lb/>μύρων συγκείμενα καὶ φαρμάκων τῶν παραπλησίων, ἐν <lb/>οἷς ἐστιν
                            ἤδη καὶ ἀρωμάτων πλῆθος οὐκ ὀλίγον, στάχυς νάρδου <lb/>καὶ ἄμωμον καὶ ὁ
                            ἀρωματικὸς κάλαμος, ἴρις τε καὶ <lb/>λάδανον καὶ τὸ τοῦ μαλαβάθρου
                            φύλλον καὶ στύραξ καὶ <lb/>βδέλλιον, ὀποβάλσαμόν τε καὶ βάλσαμον καὶ
                            ξυλοβάλσαμον, <lb/>ὅ τε λοιπὸς τῶν ἀρωμάτων κατάλογος. εἰ δὲ μηδὲ ταῦτα
                            μηδὲν <lb/>ἐνεργοίη, τὸ κοινὸν ἁπάντων τῶν ἀτονούντων ἐπὶ τέλει
                            <lb/>βοήθημα ποιοῦμεν, καλοῦσι δ’ αὐτὸ φοινιγμὸν, ἤτοι διὰ <lb/>θαψίας
                            γιγνόμενον, ἢ διὰ νάπυος, ἤ τινος τῶν τοιούτων· <pb n="467"/> εἶτ’
                            ἀποπέμψαι πρὸς ὑδάτων χρῆσιν αὐτοφυῶν. οὐδὲν γὰρ <lb/>τούτων οἶδε πλέον
                            ὁ ἐμπειρικὸς, ὡς καὶ τὰ συγγράμματα <lb/>αὐτῶν δηλοῦσι. Κόϊντος μέν γε
                            τοῖς ἀπεπτεῖν ἢ ἀνορεκτεῖν. <lb/>φάσκουσι πρῶτον μὲν γυμνάζεσθαι
                            συνεβούλευε καὶ ἐσθίειν <lb/>ὡς εὐπεπτότατά τε καὶ μὴ πολλὰ, μηδὲν δὲ
                            ὠφελουμένων <lb/>ἠναγκάζετο καὶ αὐτὸς εἰς τὰ τῶν ἐμπειρικῶν μετιέναι.
                            τίς <lb/>γὰρ οὐκ οἶδεν ὡς τὸ θερμὸν καὶ τὸ ψυχρὸν καὶ ξηρὸν καὶ
                            <lb/>ὑγρὸν εἰώθει σκώπτειν, βαλανείων ὀνόματα προσαγορεύων, <lb/>ὧν
                            χωρὶς ἀδύνατόν ἐστι θεραπεῦσαι μεθόδῳ τὰς ἀτονίας <lb/>τῶν μορίων ; ὥσθ’
                            ὅσον μὲν ἐπὶ τούτοις τὴν αὐτὴν ὁδὸν <lb/>ἐβάδιζον ἂν κᾀγὼ κατὰ τὴν τῶν
                            τοιούτων διαθέσεων ἴασιν, <lb/>ἀλλ’ ὁ λόγος ἐδίδαξέ με τὰς ὀκτὼ διαφορὰς
                            τῆς θεραπείας <lb/>ἀτόνου γαστρός. ἐθεάσω γοῦν καὶ σύ τινας μὲν ἡμέρᾳ
                            μιᾷ, <lb/>μᾶλλον δὲ ὥρᾳ, ψυχροῦ πόσει θεραπευθέντας· ὧν ἐνίοις μὲν
                            <lb/>οὐ μόνον τὸ πρόσφατον ἔδωκα πηγαῖον, ἀλλὰ καὶ τὸ διὰ <lb/>χιόνος
                            ἐψυγμένον, ὡς ἐν Ῥώμῃ σκευάζειν ἔθος ἔχουσι, προθερμαίνοντες <lb/>τὴν
                            κατασκευὴν ἣν αὐτοὶ προσαγορεύουσι δηκόκταν· <pb n="468"/> ἐδέσματά τε
                            τὰ οὕτως ἐψυγμένα πολλάκις ἐθεάσω <lb/>συγχωροῦντά με λαμβάνειν αὐτοῖς·
                            ἐν οἷς ἐστι καὶ ἡ μέλκα, <lb/>τῶν ἐν Ῥώμῃ καὶ τοῦτο ἓν εὐδοκιμούντων
                            ἐδεσμάτων, ὥσπερ <lb/>καὶ τὸ ἀφρόγαλα· τοῖς δ’ αὐτοῖς τούτοις καὶ τὰς
                            ψυχρὰς <lb/>κατὰ δύναμιν ὀπώρας ὁμοίως ἀποψύχων ἐδίδουν· καὶ πτισάνην
                            <lb/>καλῶς ὡσαύτως ἐψυγμένην, ἕτερά τε τοιαῦτα μυρία, <lb/>σκοπὸν ἕνα
                            ποιούμενος ἐπ’ αὐτῶν τὴν ψύξιν· ἐκώλυον δ’ <lb/>ἀψινθίου καὶ τῶν
                            στυφόντων ἅψασθαι· καθάπερ γε καὶ <lb/>ἄλλους ὁμοίως μὲν ἀπῆγον τῶν
                            ψυχόντων, ἐθέρμαινον δὲ <lb/>παντοίως οἶνον παλαιὸν τῶν ἱκανῶς θερμῶν τῇ
                            δυνάμει <lb/>διδοὺς, οἷοι μάλιστά εἰσι Φαλερῖνός τε καὶ Σουῤῥεντῖνος,
                            <lb/>καὶ τροφὰς θερμαινούσας μετὰ πεπέρεως συχνοῦ. ἐπί τινων <lb/>δ’, ὡς
                            οἶσθα, τὸν σκοπὸν τῆς θεραπείας ἐποιησάμην ἐν τῷ <lb/>ξηραίνειν· καὶ ἦν
                            αὐτοῖς ἐδέσματά τε τὰ φύσει ξηρὰ, καλᾶς <lb/>ὠπτημένα καὶ τὸ σύμπαν
                            ὀλίγιστον ποτόν ἥ τε τῶν στυφόντων <lb/>ἁπάντων χρῆσις, ἣν μόνην
                            γινώσκουσιν οἱ χωρὶς <lb/>λόγου θεραπεύοντες αὐτούς. ἄλλον δ’ οὐ πρὸ
                            πολλοῦ ξηρότατον <lb/>ἤδη γεγεννημένων, ὡς ὁμοιότατον εἶναι τὴν ἰδέαν
                                <pb n="469"/> τοῖς μαρασμώδεσιν, ἰασάμην, εἰς τὰ ἐναντία πάντα
                            μεταγαγὼν <lb/>ἢ ὡς οἱ θαυμασιώτατοι ἰατροὶ συνεβούλευον. οὐδὲ <lb/>γὰρ
                            οὐδὲ ἐξ ἄλλου τινὸς εἰς τοῦτο ἧκε κινδύνου, βραχεῖαν <lb/>τότε κατ’
                            ἀρχὰς ἔχων δυσκρασίαν ἐπὶ ξηρότητι δεομένην <lb/>ὑγράνσεως· ἀλλ’ οἱ
                            παραλαβόντες αὐτὸν, ἀψίνθιόν τε ποτίζοντες <lb/>καὶ πικροὺς ἀσπαράγους
                            καὶ βολβοὺς ἐσθίειν διδόντες, <lb/>ἔτι τε μῆλα κυδώνια καὶ κεστιανὰ καὶ
                            ῥοιὰς, ὕστερόν τε, ὡς <lb/>οὐδενὸς τούτων ἡ γαστὴρ ἐκράτει καὶ ῥοῦ χυλὸν
                            ἀναγκάζοντες <lb/>πιεῖν, ὅσα τε ὀλίγον ἔμπροσθεν εἶπον ἐπιτιθέντες
                            ἔξωθεν <lb/>ὀλίγου δεῖν ἀπεφήναντο ἀλίβαντα, <milestone unit="ed2page" n="159"/>τοῦτον ἡμεῖς ἰασάμεθα, <lb/>παντοίως ὑγραίνοντες αὐτοὶ τὴν
                            ὕλην ἐξευρίσκοντες, <lb/>ἐκ τῆς γεγραμμένης ἡμῶν μεθόδου κατὰ τὴν περὶ
                            τῶν φαρμάκων <lb/>πραγματείαν. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>