<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1:5.4-5.13</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1:5.4-5.13</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ταῦτα δὲ πράξαντα σαρκοῦν ὅτι τάχιστα <lb/>τὸ τραῦμα, πρὶν ἀποῤῥυῆναι τοῦ
                            ἀγγείου τὸν βρόχον. εἰ <lb/>μὴ γὰρ φθάσειεν ἡ ἐπιτραφεῖσα σὰρξ στεγνῶσαι
                            τὸ πέριξ <lb/>χωρίον τῆς ἀποτετμημένης ἀρτηρίας, ἀλλ’ εὑρεθείη που χώρα
                            <lb/>κενὴ, τὸ καλούμενον ἀνεύρυσμα γίνεται. διὰ τοῦτο καὶ τοῖς
                            <lb/>ἐμπλάττουσιν ἰσχαίμοις χρῆσθαι κελεύω μᾶλλον τῶν, ἐσχαρούντων,
                            <lb/>ὅτι θᾶττόν τε καὶ ἀκινδυνότερον ἐπ’ αὐτοῖς σαρκοῦται <lb/>τὸ
                            τραῦμα· κίνδυνος γὰρ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀποπιπτούσης <lb/>τῆς ἐσχάρας αὖθις
                            αἱμοῤῥαγῆσαι τὸ ἀγγεῖον. ἄριστον <lb/>οὖν ἁπάντων ὧν οἶδα φαρμάκων, ᾧ
                            καὶ πρὸς τὰς ἐκ μηνίγγων <lb/>αἱμοῤῥαγίας ἀσφαλέστερον χρῆσθαι, τὸ
                            λεχθησόμενον <lb/>ἐστί· λιβανωτοῦ μέρος ἓν ἀλόης ἡμίσει μεμίχθω μέρει·
                            κᾄπειτα <lb/>τῆς χρείας ἐπιστάσης ὠοῦ τῷ λευκῷ φυράσθῳ τοσούτῳ <lb/>τὸ
                            πλῆθος ὡς μελιτώδη σύστασιν ἔχειν· εἶτ’ ἀναλαμβανέσθω <lb/>τοῦτο λαγωαῖς
                            θριξὶ ταῖς μαλακωτάταις· κᾄπειτα τῷ ἀγγείῳ <lb/>καὶ τῷ ἕλκει παντὶ
                            πλεῖστον ἐπιτιθέσθω. καταδείσθω δ’ <lb/>ἔξωθεν ἐξ ὀθόνης ἐν ὑποδεσμίδι·
                            τὰς μὲν πρώτας ἐπιβολὰς <lb/>τέτταρας ἢ πέντε κατ’ αὐτοῦ αἱμοῤῥαγοῦντος
                            ἀγγείου ποιουμένων <pb n="321"/> ἡμῶν, ἐντεῦθεν δὲ ἐπὶ τὴν ῥίζαν αὐτοῦ
                            νεμομένων, <lb/>ἐφ’ ὧν ἐγχωρεῖ μερῶν ἐπὶ τὴν ῥίζαν νέμεσθαι· σχεδὸν δ’
                            ἐπὶ <lb/>πάντων ἐγχωρεῖ πλὴν μηνίγγων. εἶτα λύσαντα διὰ τρίτης, εἰ
                            <lb/>μὲν ἀσφαλῶς ἔτι προσέχοιτο τῷ ἕλκει τὸ φάρμακον, αὖθις <lb/>ἕτερον
                            ἐν κύκλῳ περιχέοντα καὶ ὥσπερ ἐπιτέγγοντα τὸν ἐκ <lb/>τῶν τριχῶν μοτὸν
                            ἐπιδεῖν, ὡς ἐξ ἀρχῆς <milestone unit="ed2page" n="109"/>ἐπέδησας· εἰ
                            <lb/>δ’ αὐτομάτως ὁ πρότερος ἀποπίπτοι μοτὸς, ἀτρέμα πιέζοντα <lb/>τῷ
                            δακτύλῳ τὴν ῥίζαν τοῦ ἀγγείου πρὸς τὸ μηδὲν ἐπιῤῥυῆναι, <lb/>τοῦτον μὲν
                            ἀφελεῖν ἠρέμα, προσθεῖναι δ’ ἕτερον. οὕτω σε θεραπεύειν <lb/>δεῖ μέχρι
                            περ ἂν σαρκωθῇ τὸ ἀγγεῖον, ἀνάῤῥοπον ἀπ’ <lb/>ἀρχῆς ἄχρι τέλους
                            φυλάττοντα τὸ μόριον. ἔστω δὲ μηδὲ τοῦτο <lb/>ἄμετρον τὸ σχῆμα· κίνδυνος
                            γὰρ ὀδύνην γενέσθαι καὶ αὖθις <lb/>αἱμοῤῥαγῆσαι τὸ ἀγγεῖον. οὐδὲν γὰρ
                            ὀδύνης μᾶλλον αἱμοῤῥαγίας <lb/>τε κινεῖ καὶ φλεγμονὰς αὐξάνει. τούτῳ τῷ
                            φαρμάκῳ πολυειδέστατα <lb/>χρῶμαι· ποτὲ μὲν, ὡς εἴρηται, μιγνύων ἀλόῃ
                            <lb/>τὸ διπλάσιον τοῦ λιβανωτοῦ, ποτὲ δ’ ἐξίσης ἀμφοτέροις
                            <lb/>χρώμενος, ἢ βραχεῖ πλείονι τῷ λιβανωτῷ τῆς ἀλόης, ἢ πλείονι
                            <lb/>μὲν, ἀλλ’ οὔπω τῶ διπλασίῳ· καὶ μάννην δ’ ἀντὶ λιβανωτοῦ <pb n="322"/> ποτ’ ἔβαλλον. ἔστι δὲ στυπτικώτερον μὲν φάρμακον ἡ μάννης.
                            <lb/>τοῦ λιβανωτοῦ· ὁ λιβανωτὸς δ’ ἐμπλαστικώτερος τῆς μάννης.
                            <lb/>εὔδηλον δ’ ὅτι τοῖς μὲν σκληροῖς σώμασι τὴν ἀλόην χρὴ
                            <lb/>προσφέρεσθαι πλείονα, τοῖς δὲ μαλακοῖς τὸν λιβανωτόν· ἔσται <lb/>δὲ
                            τὸ μὲν ἕτερον αὐτῶν στυπτικώτερον, τὸ δ’ ἕτερον ἐμπλαστικώτερον.
                            <lb/>διὸ καὶ τὸν γλισχρότερον καὶ ὡς ἂν εἴποι τις <lb/>ῥητινωδέστερον
                            αἱρεῖσθαι χρὴ λιβανωτὸν, ὅταν ἐμπλαστικώτερον <lb/>ἐργάσασθαι τὸ
                            φάρμακον ἐθέλῃς· ἔστι δ’ οὗτος ἁπαλώτερος <lb/>ἅμα καὶ λευκότερος καὶ
                            μασσώμενος οὐ θρύπτεται <lb/>δίκην ἀλόης καὶ μάννης, ἀλλὰ συνεχὴς ἑαυτῷ
                            μένει, καθάπερ <lb/>ἡ μαστίχη. ταυτὶ μὲν οὖν ἤδη τῆς περὶ συνθέσεως
                            φαρμάκων <lb/>πραγματείας ἐστὶν, ἧς ἀδύνατον μηδαμῶς ἅπτεσθαι κατὰ
                            <lb/>τὴν ἐνεστῶτα λόγον. ἢ γὰρ οὐδόλως ἐχρῆν ἡμᾶς μεμνῆσθαι <lb/>τῶν ἐν
                            μέρει παραδειγμάτων, ἀλλ’ αὐταῖς μόναις ἀρκεῖσθαι <lb/>ταῖς καθόλου
                            μεθόδοις, ἢ καὶ τῶν ἐν μέρει προσαπτομένους <lb/>ἅπτεσθαί ποτε καὶ τῆς
                            σκευασίας αὐτῶν, ἀλλ’ ὡς καὶ πρόσθεν <lb/>εἴρηται, παράδειγμα τοῦ γένους
                            τῶν φαρμάκων τῶν <lb/>κατὰ τὴν μέθοδον εὑρισκομένων, ἓν ἢ δύο ἐνταυθοῖ
                            γράφοντας <pb n="323"/> ἀρκεῖσθαι προσήκει. τούτου μὲν οὖν ἀεὶ χρὴ
                            μεμνῆσθαι· <lb/>πάλιν δ’ ἐπανέλθωμεν ἐφ’ ὅπερ λέγοντες ἀπελίπομεν.
                            ἐμνήσθην <lb/>γὰρ ἐπὶ πλέον τοῦ προειρημένου φαρμάκου, διότι πάντων
                            <lb/>αὐτὸ τῶν ἄλλων ἄμεινον εἶναι πέπεισμαι· καὶ θαυμάζοιμ’ <lb/>ἂν εἴ
                            τις εὑρεῖν δύναται βέλτιον. καὶ διὰ τοῦτ’ αὐτῷ <lb/>χρῶμαι κατά τε τῶν
                            μηνίγγων ἀεὶ καὶ τῶν ἐν τῷ τραχήλῳ <lb/>τρώσεων, ἄχρι καὶ τῶν σφαγιτίδων
                            αὐτῶν· καὶ γὰρ καὶ τούτων <lb/>ἐπέχει τὸ αἷμα χωρὶς βρόχου. χρὴ δὲ μὴ
                            σπεύδειν ἐν τῷ <lb/>ἔργῳ καθάπερ ἔνιοι τῶν ἐμπλήκτων χειρουργῶν, ἀλλὰ τῇ
                            <lb/>μὲν ἑτέρᾳ χειρὶ τὸ κάτω μέρος τοῦ ἀγγείου προστέλλειν ἢ
                            <lb/>περιλαβόντα κατέχειν, τῇ δ’ ἑτέρᾳ τὸ φάρμακον ἐπιθέντα <lb/>τῇ
                            τρώσει προστέλλειν ἀτρέμα, ἄχρι περ ἂν προσπαγῇ, κᾄπειθ’ <lb/>οὕτως
                            ἐπιδεῖν ἄνωθεν κάτω, μὴ καθάπερ ἐν τοῖς κώλοις <lb/>κάτωθεν ἄνω· πρὸς
                            γὰρ τὰς ῥίζας τῶν ἀγγείων ἀφικνεῖσθαι <lb/>χρὴ τὴν ἐπίδεσιν
                            ἀναστέλλουσαν τὸ ἐπιῤῥέον. ἔστι δὲ καὶ ἄλλα <lb/>πλείω φάρμακα τῶν
                            ἐμπλαττόντων ἀλύπως· ἀλλ’ οὐδὲν οὕτως <lb/>σαρκοῖ. χρεία δ’ ἐστὶ μάλιστα
                            κατὰ τὰ τοιαῦτα συμπτώματα <pb n="324"/> τοῦ περισαρκοῦσθαι τὸ ἀγγεῖον,
                            ἀποπίπτοντος τοῦ προτέρου <lb/>φαρμάκου. τὰ δέ γε τὰς ἐσχάρας
                            ἐπιπηγνύντα γυμνότερον <lb/>ἐργάζεται τὸ μέρος ἢ κατὰ φύσιν εἶχεν
                            ἀποπιπτούσης αὐτῆς. <lb/>ἔστι γὰρ ἡ γενέσις τῆς ἐσχάρας ἐκ τῶν
                            ὑποκειμένων καὶ <lb/>περικειμένων σωμάτων, ὡς ἂν εἴποι τις ἡμικαύτων
                            γενομένων, <lb/>ἵν’ ὁποῖόν τι χρῆμα τουτουσὶ τοὺς ἐσβεσμένους ἄνθρακας
                            <lb/>εἰς τὸν χειμῶνα παρασκευάζονται, τοιοῦτό ὑπάλειμμα <lb/>τῆς
                            διαπύρου σαρκὸς ἡ ἐσχάρα γένηται. <milestone unit="ed2page" n="110"/>ὥστ’ ἀπόλλυται <lb/>τοῦ μορίου το<milestone unit="ed1page" n="86"/>σοῦτον τῆς κατὰ φύσιν σαρκὸς, ὅσον <lb/>ἐσχαρούμενον ἐκαύθη. τοῦτ’ οὖν
                            ἅπαν λείπει τῷ μορίῳ τῆς <lb/>ἐσχάρας ἐκπιπτούσης, καὶ διὰ τοῦτο γυμνὸν
                            καὶ ἄσαρκον <lb/>φαίνεται, καὶ πολλοῖς αἱμοῤῥαγία δυσεπίσχετος
                            ἐπηκολούθησεν <lb/>ἐπὶ ταῖς τῶν ἐσχαρῶν ἀποπτώσεσιν. ὥστε κᾀν τούτοις
                            <lb/>ὅστις ἂν ἐθέλῃ μεθόδῳ πάντα πράττειν, ἐσκέφθω τε <lb/>πρὸ πολλοῦ
                            τοὺς τρόπους ἅπαντας οἷς ἐφέξει τὸ αἷμα, τόν <lb/>τ’ ἀκινδυνότερον
                            αἱρεῖσθαι πειράσθω χρώμενος καὶ τοῖς ἄλλοις <lb/>ἅπασιν, ὅταν ἀνάγκη
                            βιάζηται. μεγίστην δ’ ἀνάγκην οἶδα <lb/>τοῦ χρῆσθαι φαρμάκοις
                            ἐσχαρωτικοῖς ἢ καυτηρίοις διαπύροις, ﻿<pb n="325"/> ὅταν ἐξ ἀναβρώσεως
                            σηπεδονώδους ἡ αἱμοῤῥαγία γίγνηται. <lb/>καὶ μέντοι κᾀπειδὰν ἐν ταῖς
                            τοιαύταις διαθέσεσιν ἅπαν ἐκκόψωμεν <lb/>τὸ σηπόμενον, ἀσφαλέστερον ἤτοι
                            καίειν αὐτοῦ <lb/>τὴν οἷον ῥίζαν ἢ φαρμάκοις ἐσχαρωτικοῖς χρῆσθαι. καὶ
                            <lb/>κατὰ τοῦτο ἐπ’ αἰδοίων καὶ ἕδρας εἰς τὴν τοιαύτην ἀνάγκην
                            <lb/>ἀφικνούμεθα πολλάκις, ὅτι ῥᾳδίως σήπεται τὰ μόρια διά τε <lb/>τὴν
                            σύμφυτον ὑγρότητα καὶ ὅτι περιττωμάτων εἰσὶν ὀχετοί. <lb/>σκοπὸς δ’ ἔστω
                            σοι τῶν ἐσχαρούντων φαρμάκων οὐχ ἁπλῶς <lb/>ἡ θερμότης, ἀλλ’ ἄμεινον
                            ὅταν ἅμα τῷ στύφειν ὑπάρχῃ, καθάπερ <lb/>ἐν χαλκίτιδι καὶ μίσυϊ καὶ
                            χαλκάνθῳ καυθεῖσί τε <lb/>καὶ ἀκαύστοις εἰς χρείαν ἀγομένοις. τὰ δὲ διὰ
                            τῆς ἀσβέστου <lb/>τιτάνου σφοδρότερα μὲν τούτων, ἀλλ’ οὐ μέτεστι τῇ
                            τιτάνῳ <lb/>στυπτικῆς δυνάμεως. ἀποπίπτουσι τοιγαροῦν θᾶττον <lb/>αἱ
                            τοιαῦται τῶν ἐσχαρῶν, ἔχονται δὲ τῶν σωμάτων ἐπὶ <lb/>πλέον αἱ ἐκ τῶν
                            στυφόντων· ἄμεινον δὲ τοῦτο μακρῷ· φθάνει <lb/>γὰρ ὑποσαρκοῦσθαι τὰ κατὰ
                            τὴν βάσιν αὐτῶν καὶ γίνεσθαι <lb/>καθάπερ τι πῶμα τοῖς ἀγγείοις. ὅθεν
                            οὐδ’ ἡμᾶς αὐτοὺς <pb n="326"/> χρὴ σπεύδειν, ὥσπερ ἔνιοι, τὰς ἐσχάρας
                            ἐκβάλλειν, ἔνθα κίνδυνος <lb/>αἱμοῤῥαγίας, ἀλλ’ ἐπ’ ἐκείνων μόνων τῶν
                            διαθέσεων, <lb/>ἐφ’ ὧν διὰ σηπεδόνα τὸ καυτήριον ἠναγκάσθημεν ἐπιφέρειν
                            <lb/>ἀνθρώπου σώματι. καλεῖται δ’ οὐκ οἶδ’ ὅπως ἅπασιν <lb/>ἤδη τοῖς
                            ἰατροῖς ἡ τοιαύτη διάθεσις νομὴ, διότι νέμεσθαι <lb/>συμβέβηκεν αὐτὴν
                            ἀπὸ τῶν πεπονθότων μορίων ἐπὶ τὰ <lb/>κατὰ φύσιν ἔχοντα καὶ τούτων ἀεί
                            τι προσεπιλαμβάνειν, <lb/>ὡς ἀπὸ τοῦ συμβεβηκότος, οὐκ ἀπὸ τῆς οὐσίας
                            τοῦ δηλουμένου <lb/>πράγματος, ἔθεντο τὴν προσηγορίαν. ἡ δ’ εὐπορία
                            <lb/>τῆς ὕλης ἁπάντων τῶν τοιαύτην ἐχόντων δύναμιν <lb/>φαρμάκων ἐν ταῖς
                            οἰκείαις εἰρήσεται πραγματείαις. οἰκείαις <lb/>δὲ δηλονότι λέγω τήν τε
                            περὶ τῆς τῶν ἁπλῶν φαρμάκων <lb/>δυνάμεως καὶ τὴν περὶ συνθέσεως αὐτῶν.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ἀναλαβόντες οὖν αὖθις τὰ κεφάλαια τῆσδε <lb/>τῆς μεθόδου, καθ’ ἣν ἰᾶσθαι
                            χρὴ τὰς προχείρους αἱμοῤῥαγίας, <lb/>ἑξῆς ἐπὶ τὰς διὰ βάθους γιγνομένας
                            ἀφικώμεθα τῷ <lb/>λόγῳ. τὸ τοίνυν ἐκχεόμενον αἷμα τῶν ἀγγείων ἢ τῷ
                            μηκέτι <lb/>ἐπιῤῥεῖν αὐτὸ παύσαιτ’ ἂν, ἢ τῷ στεγνωθῆναι τὴν διαίρεσιν,
                                <pb n="327"/> ἢ ἅμα ἀμφοτέρων γιγνομένων, ὅπερ, οἶμαι, βέλτιστόν
                            ἐστιν. <lb/>ἐπιῤῥεῖν μὲν οὖν κωλύεται διά τε λειποθυμίαν καὶ ἀντίσπασιν
                            <lb/>καὶ παροχέτευσιν καὶ ψύξιν ὅλου τε τοῦ σώματος, καὶ <lb/>πολὺ δὴ
                            μᾶλλον αὐτοῦ τοῦ τετρωμένου μορίου. <milestone unit="ed2page" n="111"/>κατὰ <lb/>τοῦτον γοῦν τὸν λόγον καὶ τὸ ψυχρὸν ὕδωρ ποθὲν, ἐπέσχεν
                            <lb/>αἱμοῤῥαγίας πολλάκις, ἔξωθέν τε καταντλούμενον αὐτό τε <lb/>τὸ ὕδωρ
                            ψυχρὸν, ὀξύκρατόν τε καὶ οἶνος στρυφνὸς, ὅσα <lb/>τ’ ἄλλα στύφειν ἢ
                            ἁπλῶς ψύχειν πέφυκε. στεγνοῦται δὲ ἡ διαίρεσις <lb/>ἢ μύσαντος, ἢ
                            φραχθέντος τοῦ διηρημένου. μύει μὲν <lb/>οὖν στυφόμενόν τε καὶ
                            ψυχόμενον, ἐπιδέσει τε συναγόμενον <lb/>καὶ βρόχῳ διαλαμβανόμενον.
                            ἐμφράττεται δὲ ἢ ἔνδοθεν, ἢ <lb/>ἔξωθεν· ἔνδοθεν μὲν ὑπὸ θρόμβου, ἔξωθεν
                            δὲ ὑπό τε τούτου <lb/>καὶ μοτῶν καὶ σπόγγων, ἐσχάρας τε καὶ τῶν
                            ἐμπλαστικῶν <lb/>φαρμάκων, ἔτι τε τῶν περικειμένων σωμάτων προσταλέντων·
                            <lb/>ὅπως δ’ ἐργάσῃ τῶν εἰρημένων ἕκαστον εἴρηται. <lb/>τὰ δ’ ἐκ τοῦ
                            βάθους αἱμοῤῥαγοῦντα βρόχοις μὲν οὐκ ἄν <lb/>τις οὐδ’ ἐπιδέσει
                            θεραπεύσειεν, ὥσπερ οὐδὲ καυστηρίοις, <pb n="328"/> οὐδ’ ἁπλῶς εἰπεῖν
                            ὅσα διὰ τοῦ ψαύειν αὐτοῦ τοῦ διῃρημένου <lb/>σώματος ἢ μέρος
                            ἐπιτεχνώμεθα· δι’ ἀντισπάσεως δὲ καὶ παροχετεύσεως <lb/>ἐδεσμάτων τε καὶ
                            πομάτων ἐμπλαττόντων τε <lb/>καὶ ψυχόντων καὶ στυφόντων φαρμάκων·
                            ἄφθονον δὲ καὶ <lb/>τὴν τῶν τοιούτων ὕλην ἐν ταῖς οἰκείαις ἔχεις
                            πραγματείαις. <lb/>ἡ δ’ ἀπὸ τῶν μορίων ἔνδειξις τοῖς κοινοῖς τῆς
                            θεραπείας <lb/>σκοποῖς τοῖς εἰρημένοις ἐξ ἐπιμέτρου καθ’ ἕκαστον πάθημα
                            <lb/>πρόσεισιν· ὀργάνοις γοῦν ἐνίοτε χρώμεθα διὰ τὴν ἰδιότητα <lb/>τοῦ
                            μέρους, ἄλλοις μὲν ἐπὶ μήτρας, ἄλλοις δὲ ἐπὶ κύστεως, <lb/>ἄλλοις δὲ ἐπὶ
                            τῶν παχέων ἁπάντων ἐντέρων. εἰς ταῦτα μὲν <lb/>γὰρ διὰ κλυστῆρος, εἰς
                            μήτραν δὲ διὰ μητρεγχυτῶν τῶν ἐπιτηδείων <lb/>τι φαρμάκων ἐνίεμεν· ὥσπερ
                            γε καὶ εἰς κύστιν διὰ <lb/>τῶν εὐθυτρήτων καθετήρων. σπανιώτεραι μὲν οὖν
                            αἱ ἐκ <lb/>τούτων αἱμοῤῥαγίαι· γίγνονται δ’ οὖν ποτε κᾂν εἰ μὴ τῷ
                            <lb/>λαύρῳ κινδυνώδεις, ἀλλὰ τῷ γε χρονίζειν οὐκ ἀκίνδυνοι.
                            <lb/>τεττάρων γοῦν ἡμερῶν οἶδά ποτε διὰ μήτρας φερόμενον <lb/>αἷμα, πρὸς
                            οὐδὲν τῶν βοηθημάτων εἶξαν ἄχρι τῆς τετάρτης, <pb n="329"/> χυλῷ δὲ
                            χρησαμένων ἡμῶν ἀρνογλώσσου παντάπασιν ἐπαύσατο. <lb/>κάλλιστον μὲν οὖν
                            τοῦτο τὸ φάρμακόν ἐστι καὶ πρὸς <lb/>τὰς ἐξ ἀναβρώσεως αἱμοῤῥαγίας·
                            εἴωθα δ’ αὐτῷ μιγνύειν τι <lb/>τηνικαῦτα καὶ τῶν ἰσχυροτέρων φαρμάκων
                            ἄλλοτε ἄλλο, <lb/>πρὸς ὅλην ἀποβλέπων τὴν διάθεσιν, ὅπερ ἀεὶ χρὴ
                            πράττειν, <lb/>οὐ μικρὸν ἔχοντας εἰς ἅπαντα παράγγελμα. κατὰ γοῦν αὐτὰ
                            <lb/>ταῦτα τὰ ἐκ μήτρας, ἢ ἐκ κύστεως, ἢ ἐντέρων αἱμοῤῥαγοῦντα,
                            <lb/>σκέπτεσθαι μὲν χρὴ καὶ τὸ τῆς αἱμοῤῥαγίας ποσόν· <lb/>ἵν’ ἤδη τὸν
                            μὲν πρῶτον ἔχωμεν ἐν τῇ θεραπείᾳ σκοπὸν τοῦτον, <lb/>ἢ τὸν δεύτερον· οὐ
                            μὴν οὐδὲ τῆς ὅλης διαθέσεως ἀσκέπτως <lb/>ἔχειν. εἰ μὲν γὰρ ἔῤῥωγεν
                            ἀγγεῖόν τι τῶν μεγάλων, ἤ <lb/>ἰσχυρῶς ἀνεστόμωται, τῶν αὐστηρῶν
                            φαρμάκων ἐστὶ χρεία, <lb/>ὡς βαλαυστίου καὶ ὑποκυστίδος καὶ ῥοῦ καὶ
                            ὀμφακίου καὶ <lb/>ἀκακίας καὶ κηκῖδος ὀμφακίτιδος καὶ τῶν τῆς ῥοιᾶς
                            λεμμάτων· <lb/>εἰ δ’ ἤτοι μικρόν ἐστι τὸ ἐῤῥωγὸς ἀγγεῖον, ἢ ἀνεστόμωται
                            <lb/>μετρίως, ὡς ὀλίγον εἶναι τὸ φερόμενον αἷμα, καὶ ἀλόη καὶ <lb/>μάννα
                            καὶ ὁ τῆς πίτυος φλοιὸς, ἥ τε σφραγὶς ἡ Λημνία καὶ <lb/>ὁ τῆς Αἰγυπτίας
                            ἀκάνθης καρπὸς; ἔτι τε κρόκος καὶ λίθος ﻿<pb n="330"/> ὁ αἱματίτης
                            ὀνομαζόμενος, ὅσα τ’ ἄλλα τοιαῦτα δι’ οἴνου <lb/>μεγάλως αὐστηροῦ χρηστὰ
                            φάρμακα. μὴ παρόντος δὲ μήτ’ <lb/>οἴνου τοιούτου μήτ’ ἀρνογλώσσου μήτε
                            στρύχνου, καὶ γὰρ <lb/>καὶ ταῦτα ἐπιτήδεια, ἀφεψεῖν ἐν ὕδατι βλαστοὺς
                            βάτου καὶ <lb/>κυνοσβάτου καὶ μυρσίνης καὶ σχίνου καὶ κισσοῦ καὶ ἁπλῶς
                            <lb/>εἰπεῖν ἁπάντων τῶν στυφόντων, εἴτε ῥίζα τις, εἴτε καρπὸς, <lb/>εἴτε
                            φλοιὸς, εἴτε βλάστημα τύχοι· <milestone unit="ed2page" n="112"/>διὰ
                            τοῦτο καὶ τᾶν <lb/>στυφόντων μήλων καὶ μάλιστα τῶν κυδωνίων· ἔτι τε
                            μύρτων <lb/>καὶ μεσπίλων ἐπιτήδειόν ἐστιν εἰς τὰ παρόντα τὸ ἀφέψημα.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Εἰ δ’ ἐξ ἀναβρώσεώς τις αἱμοῤῥαγία γίγνοιτο, <lb/>τὰ πολλὰ μὲν οὐδὲ
                            λαῦρος αὐτοῖς ἐστιν, ἀλλ’ ὀλίγη <lb/>καὶ κατὰ βραχύ· καὶ διὰ τοῦτο τῷ
                            Πασίωνος, ἢ Ἄνδρωνος, <lb/>ἢ Πολυείδου τροχίσκῳ χρηστέον, ἢ ὡς εἴρηται
                            τῷ ἡμετέρῳ <lb/>τὴν αὐτὴν μὲν κατὰ γένος ἔχοντι δύναμιν, ἰσχυροτέρῳ δὲ
                            <lb/>ὑπάρχοντι. παύει γὰρ ταῦτα τὴν ἀνάβρωσιν ἅμα τῷ δηλονότι <lb/>καὶ
                            τοῦ παντὸς σώματος προνοεῖσθαι, ὡς ἔμπροσθεν <lb/>εἴρηται. λαύρου δὲ
                            ἐμπεσούσης αἱμοῤῥαγίας, τοῖς αὐστηροτάτοις <lb/>χρηστέον φαρμάκοις, ἄχρι
                            περ ἂν ἐπισχῶμεν αὐτῆς τὸ <pb n="331"/> σφο<milestone unit="ed1page" n="87"/>δρόν· εἶθ’ οὕτως ἅμ’ ἐκείνοις μιγνύναι τοὺς τροχίσκους·
                            <lb/>εἶθ’ ἑξῆς ἐπ’ αὐτοὺς μόνους μετέρχεσθαι μετά τινος <lb/>τῶν
                            εἰρημένων χυλῶν ἢ ἀφεψημάτων. ὅσα δὲ ἔξωθεν ἐπιτίθεται <lb/>τοῖς
                            αἱμοῤῥαγοῦσι στύφοντά τε καὶ χωρὶς στύψεως <lb/>ψύχοντα, ταῦτ’ οὐχ ἁπλῶς
                            ἐπαινῶ καθάπερ οἱ πολλοὶ τῶν <lb/>ἰατρῶν, ἀλλά μοι δοκεῖ τοὐναντίον
                            ἐνίοτε πᾶν οὗ δεόμεθα <lb/>διαπράττεσθαι, συνελαύνειν εἴσω τὸ αἷμα καὶ
                            πληροῦν τὰς <lb/>ἐν τῷ βάθει φλέβας. οἶδα γοῦν τινας ἐκ πνεύμονος
                            ἀναβήττοντας <lb/>αἷμα προφανῶς βλαβέντας ἐπὶ ταῖς τοῦ θώρακος
                            καταψύξεσιν· <lb/>οὕτω δ’ ἐνίους καὶ τῶν ἐμούντων αἷμα, τῆς <lb/>γαστρὸς
                            ἔξωθεν ψυγείσης· ὡσαύτως δὲ καὶ τῶν ἐκ ῥινὸς αἱμοῤῥαγούντων <lb/>ἔνιοι
                            φανερῶς ἐβλάβησαν ἐπὶ ταῖς τῆς κεφαλῆς <lb/>ψύξεσιν. οὔκουν ἁπλῶς, οὐδ’
                            ἀδιορίστως, οὐδ’ ἐν <lb/>παντὶ καιρῷ συμβουλεύω ψύχειν τὰ κύκλῳ τῶν
                            αἱμοῤῥαγούντων, <lb/>ἀλλ’ ἀποτρέψαντας εἰς ἕτερον πρότερον, οἷον ἐπὶ τῆς
                            <lb/>ῥινὸς ἤτοι φλεβοτομίᾳ χρησάμενον, ὡς εἴπομεν, ἢ τρίψει καὶ
                            <lb/>δεσμοῖς τῶν κώλων, ἢ σικύαις ἐπὶ τῶν ὑποχονδρίων. οὐ δεῖ <pb n="332"/> οὖν οὐδ’ οὕτω χρῆσθαι τοῖς ψύχουσιν εὐθέως ἐπὶ μετώπῳ
                            <lb/>καὶ κεφαλῇ, ἀλλὰ σικύᾳ πρότερον ἀντισπᾷν ἐρείδοντα κατ’ <lb/>ἰνίον.
                            διττὴ γὰρ ἡ ἀντίσπασις ἐπὶ ταῖς ἐκ μυκτήρων αἱμοῤῥαγίαις, <lb/>ἥ τε ἐπὶ
                            τὰ κάτω μόρια τοῦ σώματος ὅλου καὶ ἡ <lb/>ἐπὶ τὰ τῆς κεφαλῆς ὀπίσω·
                            διότι καὶ αὐτὸ τὸ μόριον ἡ ῥὶς <lb/>ἄνω τ’ ἐστὶ καὶ πρόσω, ἀντίκειται δὲ
                            τὸ μὲν ἄνω τῷ κάτω, <lb/>τὸ δὲ ὀπίσω τῷ πρόσω· ἀλλὰ περὶ μὲν αἱμοῤῥαγίας
                            ἱκανὰ <lb/>καὶ ταῦτα. δῆλον γὰρ ὅτι καὶ ἡ διαπήδησις ὑπὸ τῶν ψυχόντων
                            <lb/>καὶ στυφόντων θεραπευθήσεται· καὶ εἰ διὰ λεπτότητα <lb/>γίγνοιτό
                            ποτε τοῦ αἵματος, ὑπὸ τῆς παχυνούσης διαίτης· <lb/>ὁποία δ’ ἐστὶν αὕτη
                            λεχθήσεται μέν που κᾀν τοῖς ἑξῆς, <lb/>εἴρηται δὲ δυνάμει κᾀν τῷ περὶ
                            λεπτυνούσης διαίτης· ἐπὶ δὲ <lb/>τὴν θεραπείαν ἰτέον ἤδη τῶν εἰρημένων
                            διαθέσεων. τὸ μὲν <lb/>οὖν τῆς φλεβὸς ἕλκος ἐπειδὰν πρόχειρον ᾖ,
                            παραπλησίας δεῖται <lb/>θεραπείας τοῖς ἐν σαρκὶ γιγνομένοις, ὑπὲρ ὧν ἐν
                            δυοῖν <lb/>ὑπομνήμασι τοῖς πρὸ τοῦδε διελέχθην. εἴτε γὰρ ἐκ τρώσεως
                            <lb/>ὑπογυίου τυγχάνει γεγονὸς, ἐγχωρεῖ συμφύειν αὐτὸ τοῖς <pb n="333"/>
                            ἐναίμοις καλουμένοις φαρμάκοις· εἴτε κατ’ ἀνάβρωσιν, ὅσα <lb/>περὶ τῶν
                            κακοηθῶν ἑλκῶν εἴρηται, ταῦτα τῷ λόγῳ διορισάμενον, <lb/>ἑξῆς ἔργῳ
                            πράττειν αὐτὰ πειρᾶσθαι. καὶ μέντοι <lb/>καὶ ὁπότε βρόχῳ διαληφθείσης, ἢ
                            ἰσχαίμοις φαρμάκοις, ἢ· <lb/>καυτηρίοις χρησαμένων, ὁ σκοπὸς τῆς
                            θεραπείας ἐστὶ περισαρκῶσαι <lb/>τὰ χείλη τοῦ ἕλκους, τοῖς αὐτοῖς
                            χρησόμεθα πάντως <lb/>φαρμάκοις οἷς ἡ μέθοδος ἡμᾶς ἐδίδαξεν ἐπὶ τῶν
                            κοίλων <lb/>ἑλκῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="113"/>Ἐπ’ ἀρτηρίας μέντοι τρωθείσης
                            <lb/>ἐῤῥήθη καὶ πρόσθεν ὡς ἐνίοις τῶν ἰατρῶν ἀδύνατος ἡ σύμφυσις
                            <lb/>εἶναι δοκεῖ. καὶ λέγουσι τοῦτό τινες μὲν ἀρκεῖσθαι <lb/>φάσκοντες
                            μόνῃ τῇ πείρᾳ, τινὲς δὲ καὶ λόγῳ χρώμενοι τοιῷδε, <lb/>σκληρὸν καὶ
                            χονδρώδη φασὶν εἶναι τὸν ἕτερον τῶν χιτώνων τῆς <lb/>ἀρτηρίας· οὐδὲν δὲ
                            τῶν τοιούτων συμφῦναι δύνασθαι, μόνων <lb/>γὰρ τῶν μαλακῶν σωμάτων ἰδίαν
                            ὑπάρχειν τὴν σύμφυσιν, <lb/>ὡς ἐπί τε τῶν ἐκτὸς ἔνεστι θεάσασθαι, μήτε
                            λίθου πρὸς <lb/>λίθον ἑνωθέντος ποτὲ μήτε ὀστράκου πρὸς ὄστρακον· ἐπί
                            <lb/>τε τῶν ἐν ἡμῖν, μήτε χόνδρου χόνδρῳ συμφύντος οὔτ’ ὀστοῦ <pb n="334"/> πρὸς ὀστοῦν ἑνωθέντος. οὐδὲ γὰρ τὰ κατάγματα διὰ
                            συμφύσεως, <lb/>ἀλλὰ διὰ πώρου τὴν κόλλησιν ἴσχειν. ἀρξώμεθα οὖν
                            <lb/>καὶ ἡμεῖς ἀπὸ προτέρας τῆς ἡμετέρας πείρας, εἰς τὸ κοινὸν
                            <lb/>κατατιθέντες ὅσα τυγχάνομεν ἑωρακότες. ἐθεασάμεθα γὰρ <lb/>ἐπὶ μὲν
                            γυναικῶν καὶ παιδίων ἀρτηρίας κολληθείσας τε καὶ <lb/>περισαρκωθείσας ἐν
                            μετώπῳ καὶ σφυρῷ καὶ καρπῷ. νεανίσκῳ <lb/>δ’ ἀγροίκῳ ποτὲ καὶ τοιοῦτόν
                            τι συνέπεσε, φλέβα τμηθῆναι <lb/>βουληθέντι κατὰ τὴν ἐαρινὴν ὥραν, ἐν
                            ἔθει δὲ μάλιστα <lb/>τοῦτό ἐστι τοῖς παρ’ ἡμῖν ἀνθρώποις, δήσαντος τὸν
                            βραχίονα <lb/>τοῦ μέλλοντος αὐτὸν φλεβοτομεῖν ἰατροῦ, συνέβη κυρτωθῆναι
                            <lb/>τὴν ἀρτηρίαν, ὥστε καὶ διεῖλεν αὐτὴν ὁ ἰατρὸς ἀντὶ <lb/>φλεβός.
                            βραχεῖα μὲν οὖν ἡ διαίρεσις ἐγένετο, ξανθὸν δὲ καὶ <lb/>λεπτὸν καὶ
                            θερμὸν εὐθέως ἐξηκοντίζετο τὸ αἷμα σφυγμωδῶς. <lb/>ὁ μὲν οὖν ἰατρὸς, ἦν
                            δὲ καὶ πάνυ νέος καὶ ἄπειρος τῆς τέχνης <lb/>τῶν ἔργων, ᾤετο διῃρηκέναι
                            τὴν φλέβα. θεασάμενος δ’ <lb/>ἐγὼ τὸ γεγονὸς σὺν ἄλλῳ τινὶ τῶν παρόντων
                            ἰατρῶν πρεσβύτῃ, <lb/>τῶν ἐναίμων τι φαρμάκων τῶν ἐμπλαστῶν παρασκευάσας
                            <lb/>ἐπιμελῶς τε πάνυ συναγαγὼν τὴν διαίρεσιν, ἐπέθηκά τε τὸ ﻿<pb n="335"/> φάρμακον αὐτίκα καὶ σπόγγον μαλακώτατον ἔξωθεν ἐπέδησα.
                            <lb/>θαυμάζοντος δὲ τοῦ τέμνοντος τὴν ἀρτηρίαν τὸν λόγον τῆς
                            <lb/>ἐπελθούσης ἡμῖν περὶ τὰ τοιαῦτα προνοίας, ἐδηλώσαμεν αὐτῷ <lb/>τὸ
                            γεγονὸς, ἐξελθόντες τῆς καταγωγῆς τοῦ τμηθέντος· ἐκελεύσαμέν <lb/>τε
                            μήτε λῦσαι χωρὶς ἡμῶν μήτε θᾶττον πρᾶξαι <lb/>τοῦτο τῆς τετάρτης ἡμέρας,
                            ἀλλ’ ὡς εἶχεν ἡ ἐπίδεσις φυλάξαι <lb/>ἐπιτέγγοντα μόνον τὴν σπογγιάν·
                            ἐπεὶ δὲ λύσαντες ἐν τῇ <lb/>τετάρτῃ κεκολλημένην ἀκριβῶς εὕρομεν τὴν
                            διαίρεσιν, ἐπιθεῖναί <lb/>τε τὸ αὐτὸ φάρμακον αὖθις ἐκελεύσαμεν,
                            ἐπιδήσαντά <lb/>τε ὁμοίως ἡμερῶν πλειόνων μὴ λύειν. οὕτω μὲν ἐθεραπεύθη
                            <lb/>τὴν διαίρεσιν τῆς ἀρτηρίας ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος μόνος· ὃν <lb/>εἶδον
                            ἐν ἀγκῶνι τμηθέντα ἀρτηρίαν· ἅπασι δὲ τοῖς ἄλλοις <lb/>ἀνεύρυσμα τοῖς
                            μὲν μεῖζον ἐπεγένετο, τοῖς δ’ ἧττον. ὅπως <lb/>μὲν οὖν χρὴ θεραπεύειν
                            ἀνευρύσματα προϊόντος τοῦ λόγου <lb/>κατὰ τὸν οἰκεῖον εἰρήσεται καιρὸν,
                            ὅταν καὶ τῶν ἄλλων <lb/>ἁπάντων ὄγκων τῶν παρὰ φύσιν ἡ θεραπεία
                            γράψηται· <lb/>νυνὶ δὲ ἐπὶ τὸ συνεχὲς ἴωμεν τοῦ λόγου. ἡ γάρ τοι φύσις ἡ
                                <pb n="336"/> τῆς ἀρτηρίας ὄντως ἐνδείκνυται τὸ δυσσύμφυτον, οὐ τὸ
                            <lb/>παντάπασιν ἀσύμφυτον τοῦ σκληροῦ τῶν ἐν αὐτῇ χιτώνων· <lb/>οὐ γὰρ
                            οὕτως ἐστὶ ξηρὸς καὶ σκληρὸς ὡς ὀστοῦν ἢ χόνδρος, <lb/>ἀλλὰ πολὺ
                            μαλακώτερος τούτων καὶ σαρκωδέστερος. οὔκουν <lb/>εὐλόγως ἄν τις
                            ἀπογινώσκοι συμφῦναι τὴν διαίρεσιν, ὅταν <lb/>αὐτή τε γένηται μικρὰ καὶ
                            τὸ σῶμα τἀνθρώπου μαλακὸν <lb/>ὑπάρχει φύσει. ἔοικε δὲ καὶ ἡ πεῖρα τῷ
                            λόγῳ μαρτυρεῖν· <lb/>ἐπί τε γὰρ παίδων καὶ γυναικῶν ἐθεασάμην συμφύσασαν
                            αὐτὴν <lb/>διὰ τὴν ὑγρότητα καὶ μαλακότητα τῶν σωμάτων· ἐφ’ <lb/>ἑνός τε
                            νεανίσκου βραχεῖαν ἴσχοντος διαίρεσιν, ὡς εἴρηται. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="114"/>δυσιατοτέρα μὲν οὖν ἐστὶν ἡ ἀρτηρία
                            τῆς φλεβὸς, <lb/>οὐ μὴν ἐξήλλακταί γε πολλῷ τῶν φαρμάκων ἡ χρῆσις ἐφ’
                            <lb/>ἑκατέρου τῶν ἀγγείων, ἀλλ’ ἔστιν ἡ αὐτὴ κατ’ εἶδος, ἐν <lb/>τῷ
                            μᾶλλόν τε καὶ ἧττον διαφέρουσα· τοσούτῳ γὰρ δεῖται <lb/>ξηραντικωτέρων
                            φαρμάκων ἣ ἀρτηρία τῆς φλεβὸς, ὅσῳπερ <lb/>καὶ φύσει ξηροτέρα τὴν κρᾶσιν
                            ἐστίν. εἰ δὲ περισαρκοῦσθαι <lb/>δέοι, τῶν αὐτῶν ἀμφότεραι χρῄζουσι·
                            σαρκὸς γάρ ἐστι <lb/>γένεσις ἐν τῇ περισαρκώσει κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον
                            γεννωμένης, <pb n="337"/> ὡς κᾀν τοῖς κοίλοις ἕλκεσιν ἐδείχθη γιγνομένη.
                            <lb/>αἱ δὲ κατὰ τὴν μήτραν, ἢ κύστιν, ἢ ἔντερα φλέβες καὶ ἀρτηρίαι,
                            <lb/>τῶν αὐτῶν δεόμεναι κατὰ γένος φαρμάκων ὅταν <lb/>ἕλκω θῶσιν,
                            ὀργάνων χρήζουσι τῶν εἴσω παραπεμψόντων <lb/>αὐτὰ, μητρεγχυτῶν δηλονότι
                            καὶ καθετῆρος εὐθυτρήτου καὶ <lb/>κλυστῆρος. εἰς δὲ τὰ κατὰ τὸ
                            ἀπευθυσμένον ἕλκη· καὶ διὰ <lb/>κύστεως ἐγχωρεῖ ἐγχεῖν φάρμακον τηκτὸν
                            χλιαρὸν, αὐλίσκον <lb/>ἐχούσης κατὰ <milestone unit="ed1page" n="88"/>τὸ
                            πέρας αὐτῆς εὐθύτρητον. ἐξελεγχθήσεται <lb/>τοιγαροῦν. ἅμα τῇ τῶν
                            ὀργάνων ἰδέᾳ καὶ ἢ τῶν φαρμάκων <lb/>σύστασις· οὐ γὰρ οἷον τε παχέα
                            φάρμακα τοῖς τοιούτοις <lb/>ἐγχεῖν, ἀλλ’ ὑγροτέρων δηλονότι δέονται· καὶ
                            διὰ <lb/>τοῦτο συμμέτρως θερμῶν ὡς τὰ πολλά· διὰ τοῦτο δὲ καὶ <lb/>τῶν
                            τηκτῶν καλουμένων φαρμάκων ἐπιτηδειότερα τὰ ξηρά· <lb/>μίγνυται γὰρ
                            ἑτοίμως, εἴτ’ ἀρνογλώσσου τις, εἴθ’ ἑτέρου <lb/>τοιούτου βούλοιτο χυλῶ.
                            τὰ δὲ τοιαῦτα φάρμακα κρόκος <lb/>τ’ ἐστὶ καὶ πομφόλυξ καὶ ἀλόη καὶ τὰ
                            κεφαλικὰ καλούμενα· <lb/>κατὰ δὲ τὸν πρῶτον καιρὸν τῆς σαρκώσεως, τὸν
                            συνάπτοντα τῇ <lb/>ἐπισχέσει τοῦ αἵματος, καὶ ἡ Λημνία σφαγὶς ἀγαθὸν
                            φάρμακον. </p></div><pb n="338"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Τὰ δ’ ἐν τῷ πνεύμονι συνιστάμενα τῶν <lb/>ἑλκῶν χαλεπωτέραν ἔχει τὴν
                            ἴασιν. ἐνίοις δ’ οὐ χαλεπὴ <lb/>μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀδύνατος εἶναι δοκεῖ τῷ
                            τε λόγῳ τεκμαιρομένοις <lb/>καὶ τῇ πείρᾳ· τῷ λόγῳ μὲν, ἐπειδὴ διὰ τὴν
                            ἀναπνοὴν <lb/>ἀεικίνητόν ἐστι σπλάγχνον ὁ πνεύμων, ἡσυχίας δὲ <lb/>δεῖ
                            τοῖς μέλλουσιν ἰαθήσεσθαι· τῇ πείρᾳ δ’, ὅτι μηδὲ πώποτε <lb/>μηδένα τῶν
                            τοῦτο παθόντων ἐθεάσαντο θεραπευθέντα. <lb/>τὸ μὲν δὴ τῆς πείρας,
                            ἐντεῦθεν γὰρ ἄρξασθαι δίκαιον, ἀμφισβήτησιν <lb/>ἴσως ἔξει κατὰ τὴν
                            διάγνωσιν. ἡμεῖς γοῦν ἐθεασάμεθα <lb/>τὸν μέν τινα τῷ βοῆσαι μέγα, τὸν
                            δὲ τῷ καταπεσεῖν <lb/>ἀφ’ ὑψηλοῦ, τὸν δ’ ἐν παλαίστρᾳ πληγέντα,
                            παραχρῆμά τε <lb/>βήξαντα σφοδρότατα καὶ σὺν τῇ βηχὶ τοὺς μὲν μίαν ἢ δύο
                            <lb/>κοτύλας, ἐνίους δὲ καὶ πλείους πτύσαντας. αὐτῶν δὲ τῶν ταῦτα
                            <lb/>παθόντων ἔνιοι μὲν ἀνώδυνοι παντάπασιν ἦσαν, ἔνιοι δ’ ὠδυνῶντο
                            <lb/>κατὰ θώρακα. καὶ τοίνυν καὶ τὸ αἷμα τοῖς μὲν ὀδυνηθεῖσιν <lb/>οὔτ’
                            ἀθρόον ἦν οὔτε πολὺ καὶ ἧττον ἐρυθρὸν καὶ <lb/>ἦττον θερμὸν, ὡς ἂν
                            πόῤῥωθεν ἧκον τοῖς δ’ ἀνωδύνοις οὖσιν <pb n="339"/> ἀθρόον τε καί
                            πλεῖστον, ἐρυθρόν τε καὶ θερμὸν ἀνεβήττετο, <lb/>σαφῶς ἐνδεικνύμενον ὅτι
                            μὴ πόῤῥωθεν ἥκει. ἔχει μὲν οὖν <lb/>ἀπορίαν καὶ ἄλλην οὐ σμικρὰν ἡ ἐκ
                            τοῦ θώρακος εἴς τὰς <lb/>τραχείας ἀρτηρίας μετάληψις τοῦ αἵματος,
                            ἐζητημένην τοῖς <lb/>ἰατροῖς ὅσοι ἀδύνατον εἶναι νομίζουσι τὴν διὰ τοῦ
                            περιέχοντος <lb/>ὑμένος τὸν πνεύμονα φο<milestone unit="ed2page" n="115"/>ρὰν αὐτοῦ. καὶ τάχ’ ἂν, <lb/>εἰ μὴ πολλοῖς τῶν οὕτω παθόντων ὅ τε
                            παραχρῆμα πόνος <lb/>ἥ τ’ ἐξ ὑστέρου τισὶν αὐτῶν ἐπιγενομένη φλεγμονὴ
                            σὺν ἀποστάσει <lb/>σαφῆ τὴν ἔνδειξιν ἔφερε τοῦ κατὰ τὸν θώρακα πάθους,
                            <lb/>ἀπεφήναντο μηδέποτ’ ἐκ θώρακος αἷμα διὰ τῆς φάρυγγος
                            <lb/>ἀναβήττεσθαι. νυνὶ δ’ ὑπὸ τούτων δυσωπούμενοι <lb/>συγχωροῦσι μὲν
                            ἀπὸ τοῦ θώρακος φέρεσθαι, ζητοῦντες δ’ <lb/>ἑτέραν ὁδὸν τῆς διὰ τοῦ
                            περιέχοντος ὑμένος τὸν πνεύμονα, <lb/>πολλὰ καὶ ἄτοπα λέγειν
                            ἀναγκάζονται. καίτοι τό γε πῦον <lb/>ἐπὶ τῶν ἐμπύων ἐν τῇ μεταξὺ χώρᾳ
                            θώρακός τε καὶ πνεύμονος <lb/>ὁμολογοῦντες περιέχεσθαι βλέπουσιν, οἶμαι,
                            σαφῶς <lb/>ἀναβηττόμενον ἐκ πνεύμονος. ἡμεῖς δὲ κᾀπὶ τῶν ἀπόστημα
                            <lb/>τοιοῦτον ἐν θώρακι ἐχόντων, ὡς σφακελίσαι τι καὶ τῶν ﻿<pb n="340"/>
                            ὀστῶν, ἐπεδείξαμεν αὐτοῖς ἐναργῶς τὸ ἐνιέμενον τῷ θώρακι <lb/>μελίκρατον
                            ἀναβηττόμενον ἐκ πνεύμονος. ἴσμεν γὰρ δήπου <lb/>τὰς τοιαύτας διαθέσεις
                            ἐν θώρακι συνισταμένας οὐκ ὀλιγάκις <lb/>ἐν Ῥώμῃ μάλιστα τρόπῳ
                            ῥευματικῷ, ὡς ἀναγκασθῆναι <lb/>τὸ πεπονθὸς ἐκκόπτειν ὀστοῦν. ἐπὶ τῶν
                            πλείστων δ’ <lb/>εὐθὺς ἅμα τῇ διεφθαρμένῃ πλευρᾷ καὶ ὁ ὑπεζωκὼς αὐτὴν
                            <lb/>ὑμὴν ἔνδοθεν εὑρίσκεται διασεσηπώς. εἰώθεμεν οὖν ἐν τῇ
                            <lb/>θεραπείᾳ μελίκρατον ἐκχέοντες διὰ τοῦ ἕλκους, ἐνίοτε μὲν
                            <lb/>ἐγκελεύεσθαι βήττειν αὐτοῖς ἐπικεκλιμένοις τῷ πεπονθότι μέρει,
                            <lb/>πολλάκις δὲ κατασείειν ἠρέμα, καί ποτε καὶ πυουλκῷ <lb/>κομίζεσθαι
                            τὸ ὑπολειπόμενον ἔνδον τοῦ μελικράτου. ἐπειδὰν <lb/>δὲ τοῦτο ποιήσαντες
                            ἐκκεκλύσθαι τότε πῦον ἅπαν καὶ τοὺς <lb/>ἰχῶρας τοῦ ἕλκους ἐλπίσωμεν,
                            ἐντίθεμεν οὕτως τὰ φάρμακα. <lb/>κατὰ τὰς τοιαύτας οὖν διαθέσεις, εἴ τις
                            ἐάσειεν ἐν τῇ μεταξὺ <lb/>πνεύμονος καὶ θώρακος χώρᾳ τὸ ὑγρὸν, αὐτίκα
                            ἀναβηττόμενον <lb/>θεάσεται. θαυμάσαι δ’ ἐστὶν ἐπὶ τῇ τοῦ πνεύμονος
                            <lb/>ὁδῷ τῶν ἀπορούντων, πῶς οὐ μᾶλλον ἀποροῦσιν ἐπὶ τοῦ
                            <lb/>προχεομένου παχέος αἵματος ἐν ταῖς τῶν καταιμάτων πωρώσεσιν· <pb n="341"/> αὐτό τε γὰρ τὸ προχεόμενον οὐ σμικρῷ παχύτερόν <lb/>ἐστι
                            τοῦ κατὰ φύσιν, ἥ τε τοῦ δέρματος οὐσία παμπόλλῳ δή <lb/>τινι παχυτέρα
                            τοῦ παρὰ τῷ πνεύμονι χιτῶνος. ὅπερ οὖν <lb/>ἐλέγομεν ὅταν ἐκ
                            καταπτώσεως, ἢ μεγάλης ἅμα καὶ ὀξείας <lb/>φωνῆς, ἀγγείου ῥαγέντος ἐν
                            πνεύμονι χωρὶς ὀδύνης ἀθρόον <lb/>καὶ θερμὸν, εὐανθές τε καὶ πολὺ μετὰ
                            βηχὸς ἀναφέρηται <lb/>τὸ αἷμα, πεπεῖσθαι μὲν χρὴ τὸ τραῦμα κατὰ τὸ
                            σπλάγχνον <lb/>ἐνυπάρχειν, ἐπιχειρεῖν δὲ τῇ θεραπείᾳ καθάπερ ἡμεῖς
                            πολλάκις <lb/>ἐπιχειρήσαντες ὀλιγάκις ἀπετύχομεν. αὐτῷ μὲν οὖν <lb/>τῷ
                            κάμνοντι προστάξαι χρὴ μήτ’ ἀναπνεῖν μέγα καὶ σιωπᾷν <lb/>ἀεί· τέμνειν
                            δ’ αὐτίκα φλέβα κατ’ ἀγκῶνα τὴν ἔνδον· ἐπαφαιρεῖν <lb/>δὲ δίς που καὶ
                            τρὶς, ἀντισπάσεως ἕνεκα· τρίβειν τε <lb/>καὶ διαλαμβάνειν ὅλα τὰ κῶλα
                            δεσμοῖς, ὥσπερ εἰώθαμεν, <lb/>ἐπειδὰν δὲ ταῦτα πραχθῇ, πρῶτον μὲν
                            ὀξύκρατον ὑδαρές τε <lb/>καὶ χλιαρὸν διδόναι πίνειν· ὅπως εἴ τις εἴη
                            θρόμβος ἐν τῷ <lb/>σπλάγχνῳ διαλυθεὶς ἐκβηχθείη· καὶ τοῦτ’ οὐδὲν κωλύει
                            καὶ <lb/>δὶς καὶ τρὶς ἐν ὥραις τρισὶν ἐργάσασθαι. μετὰ δὲ ταῦτα διδόναι
                            <lb/>τι τῶν ἐμπλαττόντων τε ἅμα καὶ στυφόντων φαρμάκων, <pb n="342"/>
                            ἤτοι δι’ ὑδαροῦς ὀξυκράτου τὴν πρώτην ἢ δι’ ἀφεψήματος <lb/>μήλων, ἢ
                            μύρτων, ἤ τινος ἄλλου τῶν στυπτικῶν. εἰς <lb/>ἑσπέραν τε πάλιν ὁμοίως
                            διδόναι τὸ φάρμακον, εἴργοντας <lb/>ἁπάσης τροφῆς, ἐὰν ἰσχυρὸς ᾖ. εἰ δὲ
                            μὴ, ῥοφήματος αὔταρκες <lb/>διδόναι. κάλλιστον δὲ καὶ κατὰ τὴν ὑστεραίαν
                            ἐπαφελεῖν <lb/>αὖθις ὀλίγον αἵματος ἀπὸ τῆς τετμημένης φλεβὸς, ἐὰν
                            ἰσχυρὸς <lb/>ᾖ· καὶ τροφαῖς καὶ φαρμάκοις ὡσαύτως χρῆσθαι, μέχρι
                            <lb/>τῆς τετάρτης ἡμέρας, ἐπιβρέχοντας ἐν κύκλῳ τὴν θώρακα, <lb/>θέρους
                            μὲν μηλίνῳ ἢ ῥοδίνῳ, χειμῶνος δὲ μύρῳ ναρ<milestone unit="ed2page" n="116"/>δίνῳ. <lb/>εἰ δὲ καὶ τῶν ἐμπλαστῶν τινι χρήσασθαι βούλοιο
                            <lb/>φαρμάκων, κάλλιστον ἂν ἔχοις τὸ ἡμέτερον, ᾧ καὶ πρὸς τὰ <lb/>ἄλλα
                            τραύματα θαῤῥῶν χρῶ· σύγκειται δὲ ἐξ ἀσφάλτου καὶ <lb/>ὄξους ὅσα τ’ ἄλλα
                            μίγνυται τοῖσδε κατὰ τὰς καλουμένας <lb/>ὑπὸ τῶν ἰατρῶν ἐναίμους
                            βαρβάρους. εἰ δὲ γυναῖκα θεραπεύοις, <lb/>ἢ παῖδα, ἢ ὅλως μαλακόσαρκόν,
                            τινα τὸ διὰ τῆς <lb/>χαλκίτεως ἱκανὸν φάρμακον· οὗ κατὰ τὸ πρῶτον ἐν
                            τοῖς <lb/>περὶ φαρμάκων συνθέσεως ἐδήλωσα τὴν δύναμιν. οὕτως ἡμεῖς <pb n="343"/> ἐθεραπεύσαμεν οὐκ ὀλίγους, ἐπιφανέντες αὐτίκα τῷ
                            πεπονθότι. <lb/>τὸ γάρ τοι μέγιστον αὐτὸ τοῦτ’ ἔστιν, ᾧ πάνυ προσέχειν
                            <lb/>σε χρὴ τὸν νοῦν, εἰ παραχρῆμα τῆς ῥήξεως τῶν ἀγγείων
                            <lb/>γεγενημένης, ὑπάρξαις τῆς θεραπείας, ὥστ’ ἔναιμον ὂν κολληθῆναι
                            <lb/>τὸ τραῦμα πρὶν ἄρξασθαι φλεγμαίνειν. εἰ δέ γέ <lb/>φλεγμήνειεν,
                            ὀλίγη μὲν ἔτι τοῦ κολληθῆναι τὸ τοιοῦτον ἡ <lb/>ἐλπὶς, εἰς χρόνον δ’
                            ἐκπίπτει πλείονα. καὶ τὸ χαλεπὸν ἢ <lb/>ἀδύνατον τῶν ἐν τῷ τοιῷδε τῆς
                            ἰάσεώς ἐστι· ἐκπλύνειν γὰρ <lb/>δηλονότι χρὴ τό τε πῦον καὶ τοὺς ἰχῶρας
                            τοῦ ἕλκους, λυομένης <lb/>τῆς φλεγμονῆς. ἐκ μὲν δὴ τῶν κατὰ μήτραν καὶ
                            κύστιν <lb/>ἐκκρίνεται μὲν καὶ αὐτόματα τῷ κατάντει τῆς φορᾶς,
                            ἐκκλύζεσθαι <lb/>δὲ δύναται καὶ πρὸς ἡμῶν· ἐπὶ πνεύμονος δὲ γίνεσθαι
                            <lb/>ἑκάτερον ἀδύνατον. ἀπολείπεται οὖν ἔτι μόνη τοῖς ἐνταυθοῖ
                            <lb/>πᾶσιν ἕλκεσιν ἡ μετὰ τοῦ βήττειν κάθαρσις. ἀλλ’ <lb/>εἴπερ ὀρθῶς
                            τήν τ’ ἄλλην ἡσυχίαν αὐτοῖς συνεβουλεύομεν, <lb/>ἀναπνεῖν τε καὶ
                            καταβραχὺ καὶ μηδ’ ὅλως <milestone unit="ed1page" n="89"/>φθέγγεσθαι
                            <lb/>προσετάττομεν ὑπὲρ τοῦ κολληθῆναι τὸ τραῦμα, τίς ἂν εἴη <lb/>τοῖς
                            βήττουσι τῆς ἰάσεως ἡ ἐλπίς; οὔκουν ὅτι διὰ τὴν ἀναπνοὴν <pb n="344"/>
                            ἀεικίνητόν ἐστι τὸ σπλάγχνον, ὡς οἱ πρὸ. ἡμῶν φασιν <lb/>ἰατροὶ, ἄπορος
                            ἡ ἴασις, ἀλλὰ διὰ τὴν τῶν ἰχώρων τε καὶ τοῦ <lb/>πύου κένωσιν. καὶ διὰ
                            τοῦτο παραχρῆμα μὲν εἰς σύμφυσιν <lb/>ἀφικνεῖται καθ’ ὃν εἴρηται τρόπον
                            ἰαθέντα· φλεγμῆναι δὲ <lb/>φθάσαντα χαλεπὴν καὶ ἄπορον ἴσχει τὴν
                            ἐπανόρθωσιν· ὅ τε <lb/>γὰρ ἰχὼρ καὶ τὸ πῦον οὐκ ἀκριβῶς ἐκκενοῦται τῶν
                            κατὰ τὴν <lb/>πνεύμονα χωρίων, αἵ τε βῆχες ἱκανῶς σπαράττουσι τὰ
                            πεπονθότα. <lb/>τὰ δ’ ἐκ θώρακος τριχῆ τῶν κατὰ τὸ σπλάγχνον τοῦτο
                            <lb/>πλεονεκτεῖ· τά τε γὰρ ἀγγεῖα πολὺ σμικρότερα καὶ ἡ ἐκροὴ <lb/>τῶν
                            ἰχώρων εἰς τὴν εἴσω γίνεται χώραν, ὅλως τε σαρκωδέστερός <lb/>ἐστι τοῦ
                            πνεύμονος. οὐδὲ γὰρ οὐδ’ ἡ τῶν τραχειῶν <lb/>ἀρτηριῶν οὐσία κατ’ ἄλλό τι
                            τοῦ ζώου μόριόν ἐστιν, ἱκανῶς <lb/>ἀσάρκων καὶ ξηρῶν ὑπαρχουσῶν· ὧν καὶ
                            αὐτῶν δήπου ῥῆξις <lb/>ἐν ταῖς τοιαύταις πτώσεσι γίγνεται· ὡς εἴ γε τῶν
                            ἄλλων <lb/>μέν τι ῥαγείη, μένοιεν δ’ ἀπαθεῖς αἱ τραχεῖαι ἀρτηρίαι, κατὰ
                            <lb/>τὰς συναναστομώσεις μόνας ἡ μετάληψις γίνεται. ὥστε οὔτε
                            <lb/>θερμὸν οὔτ’ ἐρυθρὸν οὔτε πολὺ τοῖς τοιούτοις ἀναφέρεται <lb/>τὸ
                            αἷμα. καὶ δοκεῖ μὲν εἶναι μετριώτερα τὰ τοιαῦτα ﻿<pb n="345"/> παθήματα
                            τὴν γε πρώτην, ὡς ἂν μὴ καταπλήττοντα τῷ <lb/>πλήθει. τῆς κενώσεως· ἔστι
                            δὲ χείρω δι’ αὐτὸ τοῦτο· κωλύεται <lb/>γὰρ ἡ σύμφυσίς ὑπὸ τοῦ
                            περιθρομβουμένου τοῖς ἐῤῥωγόσιν <lb/>ἀγγείοις αἵματος, οὐκ ἔχοντος
                            εὐπετῆ τὴν εἰς τὰς τραχείας <lb/>ἀρτηρίας διέξοδον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ὡσαύτως δὲ καὶ τὰ τοῦ διαφράγματος <lb/>τραύματα, τά γε μὴ διασχόντα πρὸς
                            τοὐκτὸς, ἐν μὲν τοῖς <lb/>σαρκώδεσι <milestone unit="ed2page" n="117"/>μέρεσι πολλάκις ἐκολλήθη, μηδὲν ὑπὸ τῆς <lb/>κινήσεως αὐτοῦ
                            παρεμποδισθέντα· τὰ δ’ ἐν τοῖς νευρώδεσιν <lb/>ἀνίατα. χαλεπὴ δὲ καὶ ἡ
                            ἐν τοῖς σαρκώδεσιν ἴασις, εἰ <lb/>φλεγμῆναι φθάσειεν, οὐκ αὐτῷ τῷ
                            διαφράγματι μόνῳ, ἀλλὰ <lb/>καὶ τοῖς ἔνδον τοῦ περιτοναίου πᾶσιν· εἰς
                            ταῦτα γὰρ ἀποῤῥέουσιν <lb/>οἱ ἰχῶρες. ἀλλὰ χρὴ ξηραίνειν παντὶ τρόπῳ
                            πειρᾶσθαι, <lb/>διά τε τῶν ἔξωθεν ἐπιτιθεμένων φαρμάκων καὶ <lb/>τῶν
                            πινομένων δι’ ὕδατος ἢ οἴνου λεπτοῦ. ἔστι δ’ αὐτῶν <lb/>ἐπιτηδειότατα τά
                            τε διὰ σπερμάτων λεγόμενα καὶ τὸ σύνηθες <lb/>ἡμῖν, ᾧ καὶ πρὸς τὰς τοῦ
                            θώρακος συντρήσεις ἀεὶ <lb/>χρώμεθα, τῷ διὰ τῆς κασσίας. ἀλλὰ καὶ ταῦτα
                            καί τινες <pb n="346"/> ἐπιβροχαὶ τοῖς τοιούτοις τραύμασιν ἐπιτήδειοι
                            τῆς περὶ <lb/>φαρμάκων εἰσὶ πραγματείας· ἐνταυθοῖ δὲ τὰς μεθόδους
                            <lb/>λέγομεν μόνας ἐνδεικνυμένας τῶν φαρμάκων τὸ γένος· ὥστ’ <lb/>εἴποτε
                            λέγεταί τινα τῶν κατὰ μέρος, ὡς παραδείγματα σαφηνείας <lb/>ἕνεκα
                            γεγράφθαι χρὴ νομίζειν αὐτά. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Αὖθις οὖν ἐπὶ τὰς μεθόδους ἀνέλθωμεν, <lb/>ἐπιδεικνύντες ὅσον ἡ κοινὴ
                            πάντων ἑλκῶν ἴασις ἐξαλλάττεται <lb/>κατ’ εἶδος ἐν ἑκάστῳ τοῦ ζώου
                            μορίῳ. μαθησόμεθα <lb/>γὰρ ἐκ τοῦδε μάλιστα μὲν ὃ δι’ ὅλης πρόκειται τῆς
                            πραγματείας, <lb/>ἀναμαρτήτους εἶναι κατὰ τὰς ἰάσεις, ἐν παρέργῳ <lb/>δὲ
                            καὶ τὴν τῶν ἑαυτοὺς ὀνομασάντων μεθοδικοὺς τόλμαν. <lb/>εἰ γὰρ ἐμοὶ χρή
                            τι πιστεῦσαι, μηδὲν μήτε πρὸς χάριν εἰωθότι <lb/>μήτε πρὸς ἀπέχθειαν
                            λέγειν, ἁπάντων τῶν ἰατρῶν <lb/>ὄντες ἀμεθοδώτατοι κατεγνώκασιν, ὥς γε
                            δὴ γράφουσιν, <lb/>οὐ μόνον τῶν ἄλλων παλαιῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ πασῶν τῶν
                            <lb/>μεθόδων ἡμῖν ἡγεμόνος Ἱπποκράτους. ὁ μὲν οὖν ἐμπειρικὸς <lb/>ἰατρὸς
                            ἐκ πείρας φησὶν ἐγνῶσθαι πάνθ’ ἅπερ ἡμεῖς <pb n="347"/> δι’ ἐνδείξεως
                            εὑρίσκεσθαι δείκνυμεν. τρίτου δὲ οὐδενὸς ὄντος <lb/>οὐδεμιᾶς εὑρέσεως
                            ὀργάνου παρά τε. τὴν ἔνδειξιν καὶ τὴν <lb/>πεῖραν, οὐδετέρῳ χρώμενοι
                            μεθοδικοὶ καλεῖσθαι δικαιοῦσιν. <lb/>ἀκολουθησάτωσαν οὖν ἡμῖν καὶ νῦν
                            γοῦν εἰς τὴν τῶν <lb/>καθ’ ἕκαστον μέρος ἑλκῶν θεραπείαν, ἐπειδειξάτωσάν
                            τε <lb/>μίαν ἁπάντων ἴασι. ἀκούσωμεν αὐτῶν ὅπως θεραπεύουσιν <lb/>ἕλκος,
                            ἤ τινας ἐνδείξεις ἀπ’ αὐτοῦ λαμβάνουσιν· ἆρ’ <lb/>ἄλλας τινὰς ἢ τὸ μῖν
                            ὁμαλὲς ἐπουλῶσαι κελεύουσι, τὸ δὲ <lb/>κοῖλον σαρκῶσαι, τὸ δ’ ἔναιμον
                            συμφῦσαι; πῶς οὖν εὕρω <lb/>τά τε ἐπουλωτικὰ καὶ, τὰ κολλητικὰ καὶ τὰ
                            σαρκωτικὰ καὶ <lb/>τὰ συμφυτικά; μὴ κάμνε, φασίν· εὕρηται γὰρ, ἀλλ’ οὐκ
                            <lb/>οἶδ’ εἰ καλῶς ἢ εἰ πάντα· δύναται γὰρ ἤτοι γε εὑρῆσθαι <lb/>μέν
                            τινα τῶν φαυλοτέρων, οὐχ εὑρῆσθαι δὲ τὰ βελτίω· ἢ <lb/>καὶ τὰ δοκοῦντα
                            εὑρῆσθαι, καὶ αὐτὰ εἶναι μοχθηρά· καὶ <lb/>διὰ τοῦτο τὰ μὲν μηδόλως
                            θεραπεύεσθαι τῶν ἑλκῶν, τὰ <lb/>δὲ ἐν χρόνῳ πλέονι καὶ σὺν ἀλγηδόσι καὶ
                            λιμαγχονίαις οὐκ <lb/>ἀναγκαίαις. οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τολμᾷ τις ἐπιθέσθαι
                            νεωτέραν <pb n="348"/> πεῖραν, πρὶν ἢ ἑαυτὸν πεῖσαι τῆς ἔμπροσθεν ἀγωγῆς
                            ὀρθῶς <lb/>κατεγνωκέναι· οἷον αὐτίκα περὶ τῶν ἐν πνεύμονι συνισταμένων
                            <lb/>ἑλκῶν, ἃ μηδὲ διαγνῶναι <milestone unit="ed2page" n="118"/>τὴν
                            ἀρχὴν οἷόν τ’ <lb/>ἐστὶν ἄνευ τῆς ἀνατομῆς τε καὶ τῆς τῶν ἐνεργειῶν
                            γνώσεως, <lb/>ἅπερ ἀμφότερα φεύγουσιν. ἀλλὰ συγκεχωρήσθω κατά γε τὸ
                            <lb/>παρὸν ἐγνῶσθαι τοῖς περὶ. τὸν Θεσσαλιν ἕλκος ἐν πνεύμονι
                            <lb/>γεγονός. πότερον οὖν ὥσπερ τοῦτο ξυνεχωρήσαμεν αὐτοῖς, <lb/>οὕτω
                            καὶ ὅτι ῥυπαρὸν,. ἢ καθαρὸν, ἢ ὅτι κοῖλον, ἢ ὁμαλὲς, <lb/>ἢ ἰχώρων, ἢ
                            πύου μεστὸν, ἐπίστασθαι συγχωρήσομεν, ἤτοι <lb/>γ’ ἐξ ἐπινοίας ἐνθέου, ἢ
                            ὄναρ ἰδοῦσιν; ἢ κᾀν τούτῳ, γοῦν <lb/>ἐρωτήσομεν αὐτοὺς τὰς διαγνώσεις, ἢ
                            χωρὶς τοῦ διαγνῶναι <lb/>διδόναι συγχωρήσομεν ὅ τι βούλοιτο φάρμακον
                            εἰδέναι; ἐγὼ <lb/>μὲν γὰρ ἡγοῦμαι καθῆραι μὲν χρῆναι τῶν ῥυπαρῶν
                            πρότερον <lb/>τὴν ῥύπον· σαρκῶσαι δὲ τὸ καθαρὸν ἅμα καὶ κοῖλον·
                            ἀποκαθῆραι <lb/>δὲ τοὺς ἰχῶράς τε καὶ τὸ πῦον, ᾧ περικέχυται ταῦτα·
                            <lb/>κᾄπειθ’ οὕτως ἐπουλοῦν. οἱ δὲ οὐκ οἶδ’ ὅπως ἰάσονται <lb/>καὶ τὰ
                            τοιαῦτα τῶν ἑλκῶν· τὴν ἀρχὴν γὰρ οὐδ’ ἔγραψέ τι <pb n="349"/> Θεσσαλὸς
                            ὑπὲρ αὐτῶν, ἵν’ ἤτοι τὴν ἄγνοιαν ἢ τὴν ἀσυμφωνίαν <lb/>αὐτοῦ πρὸς ἑαυτὸν
                            ἐπιδείξῃ. ἤτοι γὰρ ἄλογα καὶ ψευδῆ <lb/>περὶ αὐτῶν ἐροῦσιν, ἢ εἴπερ
                            ἀληθῆ τίς φησι, τὴν ἔνδειξιν <lb/>αὐτῶν ἀναγκαῖον ἐκ τῆς οὐσίας γενέσθαι
                            τοῦ μορίου καὶ <lb/>προσέτι θέσεώς τε καὶ διαπλάσεως. ὑποκείσθω γὰρ
                            αὐτοὺς <lb/>ἐπίστασθαι διαγινώσκειν ἕλκος ἐν πνεύμονι ῥυπαρὸν καὶ
                            καθαρὸν, <lb/>ἀφλέγμαντόν τε καὶ φλεγμαῖνον, ὁμαλές τε καὶ κοῖλον·
                            <lb/>ἔτι δὲ καὶ τοῦτ’ αὐτοῖς συγχωρείσθω γιγνώσκειν· οὐ <lb/>μὴν οὐδ’
                            αὐτοῦ καίτοι γε μικροτάτου γε ὄντος ἔχουσιν εἰπεῖν <lb/>ἰδίαν εὕρεσιν,
                            ὅτι τὸ τοιοῦτον ἕλκος ὑπὸ τοῦ χλωροῦ φαρμάκου <lb/>γίγνεται καθαρὸν, εἰ
                            βούλει τοῦ Μαχαιρίωνος ἢ τῆς <lb/>Ἴσιδος, οὐδὲν γὰρ διαφέρει. τί ποτε
                            οὖν ποιήσουσιν ἐπὶ τοῦ <lb/>κατὰ τὸ· σπλάγχνον ἕλκους, ἀποκρινέσθωσαν
                            ἡμῖν. ἆρά γε <lb/>καταπιεῖν δώσουσι τοῦ χλωροῦ φαρμάκου; <milestone unit="ed1page" n="90"/>γελοῖον μὲν <lb/>ὅλως τὸ πρᾶγμα. ἐπειδὴ γὰρ
                            ἐκ τῆς ἀνατομῆς ἔγνωσται ἡ εἰς <lb/>τὸν πνεύμονα τῶν φαρμάκων δίοδος, οἱ
                            δ’ ἀπὸ τοῦ Θεσσαλοῦ <lb/>τὴν ἀνατομὴν· διαπτύουσι, πόθεν· γνώσονται ὅπως
                            εἰς <lb/>τὸν πνεύμονα τὸ φάρμακον πορεύεται; λεγέτωσαν οὖν ἡμῖν, ﻿<pb n="350"/> πόθεν ἴσασιν ἐνεχθησόμενον εἰς τὸν πνεύμονα τὸ τοιοῦτον
                            <lb/>φάρμακον; εἰ δ’ ἄρα καὶ τοῦτ’ ἴσασιν, ἀλλ’ ὅτι γε φυλάξει <lb/>τὴν
                            αὐτὴν δύναμιν, ἣν ἐπὶ τῶν ἑλκῶν τῶν ἐκτὸς εἶχεν, οὐχ <lb/>οἷόν τε
                            γιγνώσκειν αὐτοῖς. ἀλλὰ δὴ καὶ γινωσκέτωσαν ὅτι τε <lb/>φυλάξει τὴν
                            αὐτὴν δύναμιν ἣν ἐπὶ τῶν ἐκτὸς ἑλκῶν εἶχε <lb/>καὶ ὅτι καθαριεῖ τὸν
                            ῥύπον· οὐ μὴν ὅτι γε βῆχα κινήσει δυνατὸν <lb/>αὐτοῖς ἐπίστασθαι· χωρὶς
                            δὲ τοῦ διὰ βηχὸς ἐκκαθαρθῆναι <lb/>τὸν ῥύπον οὐδὲ τοῦ ῥύπτοντός ἐστὶ
                            χρεία φαρμάκου. <lb/>συγχωρείσθω δὲ οὖν καὶ τοῦτ’ αὐτοῖς. ἀλλὰ τό γε
                            διάφορον <lb/>ἐφ’ ἕλκους πεποιῆσθαι θεραπείαν ἐν μηρῷ καὶ πνεύμονι
                            γεγονότος <lb/>οὐ δύνανται φυγεῖν, εἴ γε τὸ μὲν ὕδατι περιπλύνουσι,
                            <lb/>τὸ δὲ ταῖς βηξὶν ἐκκαθαίρουσιν. ὑποκείσθω δὲ πάλιν <lb/>ἐν τῷ
                            πνεύμονι περικεχύσθαι τῷ ἕλκει παχὺ πῦον· ἆρά γε <lb/>καὶ νῦν τὸ χλωρὸν
                            δώσουσι φάρμακον, ἢ μέλιτος ἐκλείχειν <lb/>κελεύσουσιν; ἀλλὰ καὶ τοῦτ’
                            αὐτὸ πόθεν εὑρήκασι λεγέτωσαν. <lb/>οὐ γὰρ δὴ τοῦτό γε φήσουσιν, ὅτι
                            λεπτυντικήν τινα καὶ <lb/>τμητικὴν ἔχει δύναμιν, αὐτοί γε ἑκόντες
                            ἀποστάντες τοῦ ζητεῖν <lb/>τὰς τοιαύτας δυνάμεις. οὐ μὴν οὐδ’ ὅτι τοῖς
                            ἐμπειρικοῖς <pb n="351"/> εὕρηται τὸ μέλι κατὰ τοιάνδε συνδρομὴν
                            ἐπιτήδειον, <lb/>ἔνεστιν αὐτοῖς ὁμοίως ἐκείνοις χρῆσθαι· πρῶτον μὲν ὅτι
                            τῆς <lb/>ἐμπειρίας καταφρονοῦσιν· ἔπειτα δὲ ὅτι κατὰ τὰς τοιαύτας
                            <lb/>συνδρομὰς ὁ ἐμπειρικὸς ἥτις μέν ἐστιν ἡ ἐν τῷ πνεύμονι
                            <lb/>διάθεσις ἀγνοεῖν φησι, τετηρῆσθαι δ’ ἐκ πείρας ἑαυτῷ τὰ
                            <lb/>συμφέροντα. Θεσσαλῷ δὲ οὐκ ἀρκεῖ θεραπεύειν ὃ μηδ’ <lb/>ὅλως οἶδεν,
                            ἀλλ’ ἀπὸ τῆς τῶν παθῶν ἐνδείξεως <milestone unit="ed2page" n="119"/>ὁρμᾶται. <lb/>εἰ δὲ δὴ καὶ πάντ’ αὐτῷ συγχωρήσαιμεν, ὥσπερ <lb/>καὶ
                            πρόσθεν, ὁμοίως ἡμῖν ἐπίστασθαι, τό γ’ ἐπὶ τοῖς διαφέρουσι <lb/>μέρεσιν
                            ἐξαλλάττεσθαι τὴν θεραπείαν κατ’ εἶδος <lb/>οὐκ ἄν ποτε ἐκφύγοι. οὐ γὰρ
                            δήπου ταὐτόν ἐστιν ἢ μελίκρατον <lb/>εἰς μήτραν ἐγχέαι δι’ ἕλκος
                            ῥυπαρὸν, ἢ μέλιτος <lb/>ἐσθίειν, ἢ καταπλύνειν σπόγγῳ τὸ ἕλκος· ἀλλὰ
                            ταῦτα μὲν <lb/>ἔτι σμικρὰ, μέγιστα δὲ ἐκεῖνα. χρόνιον ἀφλέγμαντον ἕλκος
                            <lb/>ἐν πολλοῖς ὑποκείσθω μέρεσιν, ὀφθαλμῷ καὶ ἀκοῇ καὶ <lb/>μυκτῆρι καὶ
                            στόματι καὶ μηρῷ καὶ γαστρὶ καὶ μήτρᾳ καὶ <lb/>ἕδρᾳ καὶ αἰδοίῳ·
                            προσυποκείσθω δὲ, εἰ βούλει, τὸ ἕλκος ἢ <lb/>ὁμαλὲς ἀκριβῶς, ἢ ὀλίγου
                            δεῖν ὑπάρχειν ὁμαλές· ἀποκρινάσθωσαν <pb n="352"/> ἡμῖν οἱ ἀπὸ Θεσσαλοῦ,
                            τοῦ μηδὲν ὅλως περὶ <lb/>τῶν τοιούτων διορισαμένου, πῶς ἐπουλώσομεν αὐτὸ
                            τῷ <lb/>διὰ τῆς καδμείας νὴ Δία· τοῦτο γὰρ ἐπουλώσει καλῶς τὸ <lb/>κατὰ
                            τὸν μηρὸν ἕλκος· ἆρ’ οὖν καὶ τὸ κατὰ τὸν ἀκουστικὸν <lb/>πόρον; ἄπιστον
                            μὲν ἴσως ἐρῶ, ἀλλ’ ἴσασιν οἱ θεοὶ, <lb/>χρόνιον ἕλκος εὗρόν ποτε τῶν
                            σοφωτάτων τινὰ Θεσσαλείων <lb/>οὕτω θεραπεύοντα. θᾶττον δ’ ἂν ἐσάπη τὸ
                            οὖς <lb/>τἀνθρώπῳ καὶ σκώληκας ἔσχεν, ἢ τῷ διὰ τῆς καδμείας
                            <lb/>ἐπουλώθη φαρμάκῳ· συγχωρήσαντες δ’ ὅμως αὐτῷ πλείοσι <lb/>χρήσασθαι
                            ἡμέραις, ἐπειδὴ καθ’ ἑκάστην δυσωδέστερόν <lb/>τε τὸ οὖς ἐγένετο καὶ
                            ἰχώρων μεστὸν, ἀπιστότερον ἔτι <lb/>τοῦ πρόσθεν ἐθεασάμεθα τολμηθὲν.
                            οἰηθεὶς γὰρ φλεγμαίνειν <lb/>ἐν τῷ βάθει τὸν πόρον, ἐπὶ τὴν
                            τετραφάρμακον ἧκεν, <lb/>ὃ πολὺ δὴ μᾶλλον ἔμελλε σήψειν τὸ μόριον· οὐδὲ
                            γὰρ ξηραίνειν <lb/>ὅλως ἕλκη δυνατόν ἐστιν, ἀλλὰ πέττειν τὰ
                            φλεγμαίνοντα. <lb/>ἅτε δ’ ἐναντιωτάτῳ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ χρησαμένου
                            <lb/>φαρμάκῳ, μετὰ μίαν ἡμέραν ἢ δύο ἐπολυπλασιάσθη <pb n="353"/> μὲν
                            αὐτίκα τὸ τῶν ἰχώρων πλῆθος, ἀφόρητος δ’ <lb/>ἦν ἡ δυσωδία. οὔκουν ἔτι
                            συνεχώρουν οἱ οἰκεῖοι τοῦ <lb/>ὠτὸς ἅπτεσθαι τῷ Θεσσαλείῳ ὁ δ’ ὑπ’
                            ἀναισχυντίας τε <lb/>ἅμα καὶ ἀναισθησίας ἠξίου μὴ μόνον ἐντιθέναι τι τῆς
                            <lb/>τετραφαρμάκου δυνάμεως, ἀλλὰ καὶ καταπλάττειν ἔξωθεν <lb/>αὐτῷ
                            χαλαστικῷ καταπλάσματι. τῶν δ’ οἰκείων ἀπελαυνόντων <lb/>τε καὶ δεδιότων
                            ἐν μεγάλῳ κακῷ τὸν πάσχοντα <lb/>γενέσθαι, παρεκαλέσαμεν ἡμεῖς ἔτι μίαν
                            ἡμέραν ἐπιτρέψαι <lb/>τῷ Θεσσαλείῳ τὴν θεραπείαν αὐτοῦ. ἔμελλον δὲ δήπου
                            <lb/>κατὰ τὴν ὑστεραίαν ὅ τε ἰχὼρ ἔσεσθαι πολλαπλάσιος ἥ τε <lb/>ὀδμὴ
                            δυσωδεστάτη. καθ’ ἣν ἐπειράθην εἰ οἷόν τ’ εἴη μεταπεῖσαι <lb/>τὸν
                            Θεσσάλειον ὄνον, ὅπως μὴ πάντας ἐπιτρίβῃ <lb/>τοὺς πάσχοντας, ἀλλά τινας
                            ἤδη ποτὲ κᾂν ὀλίγους δυνηθείη <lb/>σῶσαι, τῆς ἀμεθοδωτάτου αἱρέσεως
                            ἀποστάς. ἠρξάμην <lb/>μὲν οὖν λόγου τοιοῦδε πρὸς αὐτόν. ἆρα οὐχὶ
                            φλεγμονή <lb/>σοι δοκεῖ κατὰ βάθος εἶναι τοῦ πόρου καὶ διὰ τοῦτο
                            <lb/>χαλαστικοῖς χρᾷ βοηθήμασιν; ὁ δὲ καὶ πάνυ διετείνετο καὶ <lb/>οὕτως
                            ἔχειν ἔφασκε καὶ ἀδύνατον ἄλλως. ἆρ’ οὖν, ἔφην, <pb n="354"/> ἐθεάσω σύ
                            ποτε φλεγμαῖνον ἕλκος, ὄξει δριμυτάτῳ μετὰ <lb/>Γλαυκίου θεραπευθέν; οὐ
                            μὲν οὖν, εἶπεν, ἀλλ’ εἰ τὸν Ἀνδρώνειόν <lb/>τις κυκλίσκον ὄξει δεύσας
                            χρῷτο, τάχα δ’ ἂν, ἔφη, <lb/>καὶ σπασθείη. ἐὰν οὖν, εἶπον, ἄλλο τι
                            φάρμακον οὐκ ὀλίγῳ <lb/>τοῦ Ἀνδρωνείου σφοδρότερον ὄξει τις δριμυτάτῳ
                            διεὶς χρήσηται <lb/>καὶ ταῦτ’ εἰς οὖς ἐγγὺς οὕτω μόριον ἐγκεφάλου καὶ
                            <lb/>μηνίγγων, ἆρ’ οὐκ <milestone unit="ed2page" n="120"/>ὄντως
                            σπασθήσεται κατὰ τὸν σὸν <lb/>λόγον, εἴπερ γε φλεγμονή τις ὑπόκειται;
                            ταῦτ’ ἐδόκει κᾀκείνῳ <lb/>καὶ τοῖς ἄλλοις τοῖς συμπαροῦσιν ἀληθῶς
                            εἰρῆσθαι. <lb/>ὅσον μὲν οὖν, ἔφην, ἐπὶ τῷ δεῖσθαι τὴν διάθεσιν τῶν
                            μορίων <lb/>ἐκτεθηλυσμένων ὑπὸ τῆς σῆς ἀγωγῆς ἐσχάτως ξηραινόντων
                            <lb/>φαρμάκων ἐχρησάμην ἂν ἤδη τοιούτῳ· νυνὶ δ’ ἐπειδὴ <lb/>κακὸν ἔθος
                            εἴθισας τὰ μόρια πλείοσιν ἡμέραις, ἐπὶ τοὐναντίον <lb/>αὐτὰ μετάγειν
                            ἀθρόως οὐκ ἔτ’ ἐγχωρεῖ. σοὶ μὲν γὰρ <lb/>καὶ Θεσσαλῷ καταφρονεῖν ἔθους
                            ἔξεστιν, ὥσπερ καὶ φύσεως <lb/>μερῶν· ἡμῖν δ’ οὐκ ἔξεστιν· ἀλλὰ τῇ μὲν
                            πρώτῃ τῶν ἡμερῶν <lb/>ὄξει χρήσομαι μετὰ Γλαυκίου, τῇ δὲ δευτέρᾳ τῷ
                            Ἀνδρωνείῳ, <lb/>τῇ τρίτῃ δ’ ἐπί τι σφοδρότερον ἔτι καὶ αὐτοῦ τοῦ ﻿<pb n="355"/> Ἀνδρωνείου παραγενήσομαι φάρμακον, ᾧ χρησάμενος ἡμέραις
                            <lb/>τρισὶν, ἢ καὶ τέτταρσιν, ἐάν μοι φαίνηται δεῖσθαι σφοδροτέρου
                            <lb/>φαρμάκου τὸ ἕλκος, οὐκ ὀκνήσω κᾀκείνῳ χρήσεσθαι. <lb/>ἔξωθεν δ’,
                            ἔφην, ἐπιθήσω τῇ κεφαλῇ κατὰ τὸ τοῦ <lb/>πεπονθότος ὠτὸς χωρίον οὐ μὰ
                            Δί’ ὡς σὺ κατάπλασμα χαλαστικὸν, <lb/>ἀλλά τι τῶν ξηραντικωτάτων
                            φαρμάκων, ὁποῖόν <lb/>ἐστι τὸ διὰ τῶν ἰτεῶν, ἢ καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἀνδρωνείου
                            καταχρίσω <lb/>μετ’ ὄξους, ἢ τῶν τούτου τινὶ ξηραντικωτέρων. ἐπεὶ
                            <lb/>γὰρ ξηρὸν ἐσχάτως ἐστὶ τὸ θεραπευόμενον μόριον, ἀναγκαῖον <lb/>αὐτὸ
                            ξηραίνειν ἐσχάτως· ἐνδείκνυται γὰρ ὥσπερ τὸ πάθος <lb/>τοὐναντίον ἑαυτῷ
                            πρὸς τὴν θεραπείαν, οὕτω τὸ μόριον ὅ τί, <lb/>περ ἂν ὁμοιότατον ἑαυτῷ
                            τυγχάνῃ. καὶ τοίνυν ὥσπερ εἶπον, <lb/>οὕτω καὶ ἔπραξα, καὶ ὁ ἄνθρωπος
                            ὑγιάσθη, μὴ δεηθεὶς <lb/>ἰσχυροτέρων ἄλλων φαρμάκων. ἐπ’ ἐνίων μέντοι
                            δεηθέντων, <lb/>οἷς ἐξ ἐνιαυτοῦ καὶ δυοῖν ἐτῶν ἦν ἕλκη ἐν τῷ ὠτὶ,
                            προσηνέγκαμεν <lb/>φάρμακον ἁπάντων τῶν ῥηθέντων ἰσχυρότερον· <lb/>ἔστι
                            δὲ καὶ ἡ καλουμένη σκωρία τοῦ σιδήρου, κοπτομένη τε <lb/>καὶ
                            διακοσκινομένη λεπτοτάτῳ κοσκίνῳ, κᾄπειτα λειουμένη <pb n="356"/> μέχρι
                            τοῦ χνοώδης γενέσθαι· μετὰ δὲ ταῦτα σὺν ὄξει δριμυτάτῳ <lb/>καθεψομένη
                            μέχρι τοῦ σύστασιν σχεῖν μελιτώδη τε <lb/>καὶ γλοιώδη. δῆλον δ’ ὅτι
                            πολλαπλάσιον εἶναι χρὴ τὸ ὄξος <lb/>ἐν τῇ μίξει· ἀλλ’ ὅπερ εἶπον ἤδη
                            πολλάκις, ἡ μὲν εὐπορία <lb/>τῆς ὕλης τῶν φαρμάκων ἐξ ἑτέρων ὑπομνημάτων
                            ἔσται σοι· <lb/>τὰ δὲ τῆς μεθόδου περαινέσθω. τὸ γάρ τοι τῆς ἀκοῆς
                            χωρίον, <lb/>ἐπειδὴ ξηρότατον ἐστι, διὰ τοῦτο τῶν ἄκρως ξηραινόντων
                            <lb/>δεῖται φαρμάκων, ὧν οὐδὲν οὐδενὶ τῶν ἄλλων μορίων <lb/>ἁρμόττει
                            προσφέρειν, ἀλλ’ ὀφθαλμῷ μὲν ἡλκωμένῳ τὸ <lb/>διὰ τοῦ λιβανωτοῦ
                            κολλύριον, εἰ οὕτως ἔτυχε· μυκτῆρσι <lb/>δὲ πολὺ μὲν ξηραντικώτερον ἢ
                            κατ’ ὀφθαλμοὺς, ἧττον δὲ <lb/>ἢ κατ’ οὖς. ὥστε καὶ οἱ κυκλίσκοι πάντες
                            οἱ προειρημένοι <lb/>χρηστοὶ, καὶ τὸ τοῦ Μούσα φάρμακον, ὅσα τ’ ἄλλα
                            τοιαῦτα. <lb/>τῶν δ’ ἐν τοῖς στόμασιν ἑλκῶν ὅσα μὲν ἱκανῶς πλαδαρὰ
                            <lb/>τῶν ξηραινόντων ἰσχυρῶς δεῖται φαρμάκων, οἷον τοῦ <lb/>διφρυγοῦς
                            αὐτοῦ τε καθ’ αὑτὸ καὶ μετὰ μέλιτος, οἴνου τε <lb/>καὶ οἰνομέλιτος·
                            ὡσαύτως δὲ καὶ τῆς ἴρεως καλουμένης· <lb/>ἔτι τε τῆς ἀνθηρᾶς, ἤτοι
                            ξηρῶν, ἢ μετὰ μέλιτος, ἢ οἰνομέλιτος, <pb n="357"/> ἢ οἴνου. ἀγαθὸν δ’
                            εἰς τὰ τοιαῦτα καὶ τὸ τοῦ Μούσα <lb/>φάρμακον, ὅ τε τοῦ ῥοῦ χυλὸς
                            ὀμφάκιόν τε καὶ ὅσα πέρ ἐστιν <lb/>ἄλλα γενναίως ξηραίνοντα. τί γὰρ δεῖ
                            τὰς ὕλας ἐπέρχεσθαι, <lb/>τὰ δ’ ἁπλούστερα τῶν ἐν τοῖς στόμασιν ἑλκῶν
                                <milestone unit="ed1page" n="91"/>ἱκανὰ <lb/>θεραπεύειν ἐστὶ καὶ τὰ
                            μετρίως ξηραίνοντα φάρμακα· καθάπερ <lb/>ταυτὶ τὰ διὰ τὸ συνεχὲς τῆς
                            χρείας ὀνομασθέντα στοματικά· <lb/>τό τε διὰ μύρων καὶ βάθου καρποῦ καὶ
                            καρύων χλωρῶν <lb/>λέμματος χυλοῦ, <milestone unit="ed2page" n="121"/>καὶ τούτων ἔτι μᾶλλον τὸ διὰ γλεύκους <lb/>τε καὶ τῶν τῆς κυπαρίττου
                            σφαιρίων. ὅσα δ’ ἱκανῶς <lb/>ὑγρὰ τῶν ἐν τοῖς στόμασιν ἑλκῶν πλησίον
                            ὀστῶν, ἔστι δὲ <lb/>καὶ κίνδυνος διὰ τοῦτο καὶ αὐτὸ τὸ ὀστοῦν
                            σφακελίσαι, σφοδροτάτων <lb/>ταῦτα δεῖται φαρμάκων διὰ τὴν τῶν ὀστῶν
                            οὐσίαν <lb/>ξηρὰν οὖσαν. ὥστ’ ἐγὼ λειαίνων ἀεὶ τοὺς προειρημένους
                            κυκλίσκους <lb/>ἐπιτίθημι τὸ φάρμακον ξηρόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Εἴρηται δ’ ὀλίγον ἔμπροσθεν καὶ τῶν <lb/>κατὰ κύστιν καὶ μήτραν ἔντερά τε
                            καὶ πνεύμονα τὰ γένη <lb/>τῶν φαρμάκων, οἷς ἐφ’ ἑκάστου χρηστέον ἐστὶ,
                            ἀπὸ μὲν τῆς <lb/>οὐσίας τῶν θεραπευσομένων μορίων τοῦ φαρμάκου
                            λαμβανομένου <pb n="358"/> μετὰ τοῦ προεπεσκέφθαι τὴν διάθεσιν, τοῦ
                            τρόπου <lb/>δὲ τῆς χρήσεως αὐτῶν ἀπό τε τῆς διαπλάσεως ἅμα καὶ τῆς
                            <lb/>θέσεως. ἐντεῦθεν γὰρ ἐπενοήθησαν ὠτεγχύται τε καὶ μητρεγχύται
                            <lb/>καὶ καθετῆρες καὶ κλυστῆρες. ἐντεῦθεν δὲ καὶ ὅτι τὰ <lb/>μὲν κατὰ
                            γαστέρα καὶ θώρακα καὶ πνεύμονα συνιστάμενα <lb/>τῶν ἑλκῶν διὰ τῶν
                            ἐσθιομένων καὶ πινομένων θεραπεύεσθαι <lb/>χρὴ, τὰ δὲ κατ’ ἔντερα ὅσα
                            μὲν ἐγγὺς τῇ γαστρὶ, διὰ τῶν <lb/>ἐσθιομένων καὶ πινομένων, ὅσα δ’ ἤδη
                            κατωτέρω, διὰ τῶν <lb/>ἐνιεμένων· οὔτε γὰρ τοῖς πλησίον τῆς γαστρὸς
                            ἐπαναβῆναι <lb/>δύναται τὸ διὰ τῆς ἕδρας ἐνιέμενον οὔτ’ εἰς τὰ κάτω τοῦ
                            <lb/>στόματος ληφθέντος ἡ δύναμις ἀκραιφνὴς ἐξικνεῖσθαι. διὰ <lb/>τοῦτο
                            καὶ ὅσα κατὰ θώρακα καὶ πνεύμονα συνίσταται τῶν <lb/>ἑλκῶν ἅμα τε
                            δυσιατότερα τῶν κατὰ τὴν γαστέρα, πόῤῥω <lb/>γὰρ αὐτῶν ἡ θέσις, ὡς
                            ἐκλύεσθαι τῶν φαρμάκων τὴν δύναμιν, <lb/>ἅμα τε δι’ αὐτὸ τοῦτο πολὺ
                            σφοδροτέρων χρῄζει τῶν <lb/>καταπινομένων φαρμάκων ἢ εἰ αὐτοῖς τοῖς
                            ἕλκεσιν ἄντικρυς <lb/>προσεφέρετο. καὶ διὰ τοῦτο ἐξεύρηται τοῖς ἰατροῖς,
                            ἡνίκα <lb/>ἐκκαθαίρειν δέονται πῦον ἐκ θώρακος ἢ πνεύμονος, ἰσχυρότατά
                                <pb n="359"/> τε καὶ τμητικώτατα φάρμακα καὶ τοιαῦτα τὴν δύναμιν
                            <lb/>ὡς παροξῦναι τὸ ἕλκος, εἴπερ ἦν ἐν τῇ γαστρί. καὶ μέν γε <lb/>τὸ
                            διὰ τῶν βηχῶν ἐκκαθαίρειν αὐτὰ ἐκ τῆς διαπλάσεως <lb/>ἐλήφθη τῶν μορίων,
                            οὐδεμίαν ἐχόντων ἐκροὴν τοιαύτην οἵαν <lb/>μήτρα καὶ κύστις καὶ ἕδρα καὶ
                            ὦτα καὶ μυκτῆρες καὶ στόμα. <lb/>διὰ τοῦτο καὶ ἡ γαστὴρ κατ’ ἄμφω τὰ
                            μέρη καθαίρεσθαι δύναται· <lb/>ἄνω μὲν διὰ τῶν ἐμέτων, κάτω δ’ ὡς ἡ
                            φύσις. ἀπὸ <lb/>γάρ τοι τῶν μορίων ὡς ὀργανικῶν αἱ τοιαῦται τῶν
                            ἐνδείξεων, <lb/>ὥσπερ αἱ κατὰ τὸ ξηραίνειν ἐνδείξεις, ἀπὸ τῆς οὐσίας
                            <lb/>αὐτῶν ὡς ὁμοιομερῶν. ἀπὸ δέ γε τῶν παθῶν αἱ τοιαῦται <lb/>πάλιν
                            οἷον ἀπὸ τῶν ἑλκῶν, ἐπειδὴ περὶ τούτων ὁ λόγος ἦν, <lb/>ὅτι τε
                            ξηραντέον, ὡς ἔμπροσθεν ἐδείκνυτο, καὶ ὅτι τῶν κατὰ <lb/>τὴν γαστέρα τὸ
                            πῦον ἀποπλῦναι βουλομένοις οὐκ ἀκίνδυνον <lb/>ἐμεῖν· ὥσπερ εἰ καὶ ἄλλως
                            ἀποῤῥίπτοις ἐμπεπλασμένον αὐτῇ <lb/>φλέγμα δι’ ὀξυμέλιτός τε καὶ
                            ῥαφανίδων, ἀλλὰ βέλτιον <lb/>ὑπάγειν κάτω· κίνδυνος γὰρ ἐμοῦντι καὶ
                            σπαράξαι τὸ ἡλκωμένον <lb/>καί τινα χυμὸν οὐ χρηστὸν ἐκ τῶν πλησίον
                            ἐπισπᾶσθαι. <lb/>διὰ τοῦτο δὲ, ὡς ἔφην, καὶ τὰ κατὰ πνεύμονα τῶν ﻿<pb n="360"/> ἑλκῶν δυσιατότατα· χωρὶς μὲν γὰρ τοῦ βήττειν οὐκ ἂν
                            <lb/>ἐκκαθαρθείη, βηττόντων δ’ ἐπιρήγνυται. δι’ ἀλλήλων οὖν <lb/>αὐτοῖς
                            κυκλεῖται τὸ κακόν· ἐπιφλεγμαίνοντα γὰρ αὖθις τὰ <lb/>σπαραχθέντα
                            δεύτερον αὖθις δεῖται πεφθῆναί τε τὴν <lb/>φλεγμονὴν ἀποκαθαρθῆναί τε τὸ
                            πῦον, ὥστ’ ἐκ πάντων <lb/>αὐτοῖς παρεσκευάσθαι τὸ δυσίατον, οὔτε τῶν
                            οἰκείων ἕλκεσι <lb/>φαρμάκων ψαῦσαι δυναμένων τοῦ ἕλκους, <milestone unit="ed2page" n="122"/>ὡς <lb/>ἐν γαστρὶ, καὶ φθανόντων ἐκλύεσθαι
                            μεταξύ· καὶ ὅτι κινεῖται <lb/>κατὰ τὰς ἀναπνοὰς καὶ σπαράττεται κατὰ τὰς
                            βῆχας. <lb/>ὥσθ’ ὅταν ἀγγεῖον ἐν πνεύμονι ῥαγῇ, γιγνώσκειν χρὴ
                            <lb/>σαφῶς εἰ μὴ παραχρῆμα πρὶν φλεγμῆναι κολληθείη, μετὰ <lb/>ταῦτά γε
                            ἀνίατον ἐσόμενον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>Ὅσα μέντοι τῶν ἑλκῶν ἐν ταῖς τραχείαις <lb/>ἀρτηρίαις γίγνεται κατὰ τὸν
                            ἔνδον αὐτῶν χιτῶνα, καὶ μάλισθ’ <lb/>ὅσα τοῦ λάρυγγος πλησίον, ἢ καὶ
                            κατ’ αὐτόν ἐστι, ταῦτα <lb/>θεραπεύεται· καὶ ἡμεῖς οὐκ ὀλίγους ἰασάμεθα
                            τῶν οὕτω καμνόντων. <lb/>εὕρομεν δὲ μάλιστα τὴν θεραπείαν αὐτῶν ἐνθένδε
                            <lb/>κατὰ τὸν μέγαν τοῦτον λοιμὸν, ὃν εἴη ποτὲ παύσεσθαι, πρῶτον <pb n="361"/> εἰσβάλλοντα. τότε νεανίσκος τις ἐνναταῖος ἐξήνθησεν
                            <lb/>ἕλκεσιν ὅλον τὸ σῶμα, καθάπερ καὶ οἱ ἄλλοι σχεδὸν ἅπαντες <lb/>οἱ
                            σωθέντες. ἐν τούτῳ δὲ καὶ ὑπέβηττε βραχέα. τῇ δ’ ὑστεραίᾳ
                            <lb/>λουσάμενος αὐτίκα μὲν ἔβηξε σφοδρότερον, ἀνηνέχθη <lb/>δ’ αὐτῷ μετὰ
                            τῆς βηχὸς, ἣν ὀνομάζουσιν ἐφελκίδα. καὶ ἡ <lb/>αἴσθησις ἦν τἀνθρώπῳ
                            σαφὴς κατὰ τὴν τραχεῖαν ἀρτηρίαν <lb/>τὴν ἐν τῷ τραχήλῳ πλησίον τῆς
                            σφαγῆς ἡλκωμένου τοῦ μέρους. <lb/>καὶ μέντοι καὶ διανοίξαντες αὐτοῦ τὸ
                            στόμα κατεσκεψάμεθα <lb/>τὴν φάρυγγα, μή που κατ’ αὐτὴν εἴη τὸ ἕλκος.
                            <lb/>οὔτ’ οὖν οὕτως ἐπισκοπουμένοις ἐφαίνετο πεπονθέναι, καὶ <lb/>πάντως
                            ἂν ἐδόκει τῇ διόδῳ τῶν ἐσθιομένων τε καὶ πινομένων <lb/>αἴσθησις ἔσεσθαι
                            τῷ κάμνοντι σαφὴς, εἴπερ ἕλκος ἦν <lb/>αὐτόθι. καὶ μέντοι καὶ δι’ ὄξους
                            καί τινα διὰ νάπυος ἐδώκαμεν <lb/>αὐτῷ προσενέγκασθαι βεβαιοτέρας ἕνεκα
                            διαγνώσεως. <lb/>οὔτ’ οὖν τούτων ἔδακνεν αὐτόν τι καὶ ἡ αἴσθησις ἦν ἐν
                            τῷ <lb/>τραχήλῳ σαφής· ἠρέθιζε τότε κατ’ ἐκεῖνο τὸ χωρίον ὡς ἐξορμᾷν
                            <lb/>εἰς βῆχας· συνεβουλεύομεν οὖν αὐτῷ ἀντέχειν καθόσον <lb/>οἷός τ’
                            ἐστὶ καὶ μὴ βήττειν. ἔπραττε δὴ τοῦτο. βραχύ τε γὰρ <pb n="362"/> ἦν τὸ
                            ἐρεθίζον, ἡμεῖς τε τρόπῳ παντὶ συνεπράττομεν εἰς <lb/>οὐλὴν ἀχθῆναι τὸ
                            ἕλκος, ἔξωθεν μὲν ἐπιτιθέντες τι τῶν ξηραινόντων <lb/>φαρμάκων, ὕπτιον
                            δὲ κατακλίναντες· εἶτα διδόντες <lb/>ὑγρὸν φάρμακον τῶν πρὸς ἕλκη
                            τοιαῦτα ποιούντων· καὶ <lb/>τοῦτ’ ἐν τῷ στόματι κατέχειν ἀξιοῦντες,
                            ἐπιτρέποντα βραχύ <lb/>τι παραῤῥεῖν εἰς τὴν τραχεῖαν ἀρτηρίαν. καὶ
                            τοίνυν οὕτω <lb/>πραττόντων αἰσθάνεσθαι σαφῶς ἔφασκε τῆς ἀπὸ τοῦ
                            φαρμάκου <lb/>στύψεως περὶ τὸ ἕλκος, εἴτε κατὰ διάδοσιν γιγνομένης,
                            <lb/>εἴτε καὶ αὐτοῦ τοῦ φαρμάκου περὶ τὸ ἕλκος δροσοειδῶς
                            <lb/>παραῤῥέοντος εἰς τὴν ἀρτηρίαν καὶ παρηθουμένου. ἦν δὲ <lb/>οὐδ’
                            αὐτὸς ὁ κάμνων ἄπειρος τῆς ἰατρικῆς, ἀλλά τις τῶν <lb/>ἐκ τριβῆς τε καὶ
                            γυμνασίας ἐμπειρικῶς ἰατρευόντων. αἰσθάνεσθαί <lb/>τε οὖν ἔλεγε
                            παραῤῥέοντος εἰς τὴν ἀρτηρίαν τοῦ φαρμάκου <lb/>καί ποτε καὶ βῆχα
                            κινοῦντος, ἀντεῖχε μέντοι πολλὰ <lb/>μὴ βήττων. καὶ τοίνυν αὐτὸς
                            προθυμηθεὶς ἐν Ῥώμῃ μὲν, <lb/>ἔνθα περ ἐλοίμωξεν, ἄλλας τρεῖς ἡμέρας
                            ἐπέμεινε μετὰ τὴν <lb/>ἐννάτην· μετὰ ταῦτα δ’ ἐνθεὶς ἑαυτὸν πλοίῳ
                            κατέπλευσε <lb/>μὲν πρῶτον ἐπὶ τὴν θάλατταν διὰ τοῦ ποταμοῦ, τετάρτῃ <pb n="363"/> δ’ ὕστερον ἡμέρᾳ πλέων ἐν ταῖς Ταβίαις γίγνεται, καὶ
                            κέχρηται <lb/>τῷ γάλακτι θαυμαστήν τινα δύναμιν ὄντως ἔχοντι καὶ <lb/>οὐ
                            μάτην ἐπῃνημένῳ. καί μοι δοκεῖ καιρὸς ἥκειν εἰπεῖν τι <lb/>περὶ γάλακτος
                            χρήσεως οὐ τοὺ κατὰ τὰς Ταβίας μόνον, <lb/>ἀλλὰ καὶ τοῦ ἄλλου παντός.
                            οὐδὲ γὰρ τοὺς ἐν Ἰταλίᾳ μόνῃ <lb/>χρὴ θεραπεύειν, ἀλλ’ ὅσον οἷόν τε τοὺς
                            πανταχόθι. <milestone unit="ed2page" n="123"/>τῷ <lb/>μὲν οὖν ἐν ταῖς
                            Ταβίαις γάλακτι πολλὰ συνετέλεσεν εἰς ἀρετήν· <lb/>αὐτό τε τὸ χωρίον
                            ὑψηλὸν ὑπάρχον αὐτάρκως, ὅ τε <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="92"/>πέριξ ἀὴρ ξηρὸς, ἥ τε νομὴ τοῖς ζώοις
                            χρηστή. ταύτην <lb/>μέν γε ἀλλαχόθι τεχνήσεσθαι δυνατὸν ἐν λόφῳ μετρίως
                            <lb/>ὑψηλῷ, φυτεύσαντας καὶ βοτάνας καὶ θάμνους, ὁπόσοι γάλα
                            <lb/>χρηστόν τε ἅμα καὶ στῦφον ἐργάσονται· λεχθήσεται δ’ αὐτῶν
                            <lb/>ὀλίγον ὕστερον παραδείγματα. τὸν μέντοι πέριξ ἀέρα κατασκευάσαι
                            <lb/>μὲν ὅμοιον ἀδύνατον, ἐκλέξασθαι δὲ τῶν ὄντων τὸν <lb/>ὁμοιότατον
                            οὐκ ἀδύνατον. ὁμοιότατος δ’ ἂν εἴη ὁ ταῦτ’ <lb/>ἔχων, ἅπερ ἐκείνῳ
                            πάρεστιν· ὕψος μὲν τοῦ λόφου μέτριον, <lb/>ὁδὸς δ’ ἐπ’ αὐτὸν ἀπὸ τῆς
                            θαλάττης εἰς τριάκοντα στάδια <lb/>καί τι πλέον οὐ πολλῷ. τὸ δὲ χωρίον
                            αὐτὸ τὸ ἐπὶ τῇ θαλάττῃ <pb n="364"/> αἱ Ταβίαι κατὰ τὸν πυθμένα τοῦ
                            κόλπου μάλιστά <lb/>ἐστι τοῦ μεταξὺ Σουῤῥέντου τε καὶ Νεαπόλεως, ἐν τῇ
                            πλευρᾷ <lb/>μᾶλλον τῇ κατὰ Σούῤῥεντον. αὕτη δ’ ἡ πλευρὰ πᾶσα λόφος
                            <lb/>ἐστὶν εὐμεγέθης, μακρὸς, εἰς τὸ Τυῤῥηνὸν ἐξήκων πέλαγος.
                            <lb/>ἐγκέκλιται δ’ ἠρέμα πρὸς τὴν δύσιν ὁ λόφος οὗτος, οὐκ ἀκριβῶς
                            <lb/>δ’ ἐπὶ τὴν μεσημβρίαν ἐκτέταται. οὗτος μὲν ὁ λόφος ἄκλειστον
                            <lb/>τοῖς ἀνατολικοῖς ἀνέμοις φυλάττει τὸν κόλπον, εὔρῳ <lb/>καὶ
                            ἀπηλιώτῃ καὶ βοῤῥᾷ· συνάπτει δ’ αὐτῷ κατὰ τὸν μυχὸν <lb/>τοῦ κόλπου
                            λόφος ἕτερος οὐ μικρὸς, ὃν ἔν τε τοῖς συγγράμμασιν <lb/>οἱ παλαιοὶ
                            Ῥωμαῖοι καὶ τῶν νῦν οἱ ἀκριβέστεροι Βεσούβιον <lb/>ὀνομάζουσι. τὸ δ’
                            ἔνδοξόν τε καὶ νέον ὄνομα τοῦ <lb/>λόφου Βέσβιον ἅπασιν ἀνθρώποις
                            γνώριμον διὰ τὸ κάτωθεν <lb/>ἀναφερόμενον ἐκ τῆς γῆς ἐν αὐτῷ πῦρ· ὅ μοι
                            δοκεῖ καὶ <lb/>αὐτὸ μεγάλα συντελεῖν εἰς ξηρότητα τῷ πέριξ ἀέρι· καὶ
                            χωρὶς <lb/>δὲ τοῦ πυρὸς οὔτε λίμνη τις ἐγγὺς οὔθ’ ἕλκος οὔτε ποταμὸς
                            <lb/>ἀξιόλογος οὐδαμόθι τοῦ κόλπου. τῶν δ’ ἀρκτικῶν πνευμάτων
                            <lb/>ἁπάντων ἄχρι δύσεως θερινῆς ὁ Βεσουβηνὸς λόφος <lb/>πρόβλημ’ ἐστὶ,
                            καὶ πολλὴ τέφρα μέχρι τῆς θαλάσσης ἀπ’ ﻿<pb n="365"/> αὐτοῦ καθήκει,
                            λείψανόν τι ἐν αὐτῷ κεκαυμένης τε καὶ νῦν <lb/>ἔτι καιομένης ὕλης. ταῦτα
                            πάντα ξηρὸν ἐργάζεται τὸν ἀέρα. <lb/>δύναιτ’ ἂν οὖν τις ἑτέρωθι τῆς
                            οἰκουμένης ἐκλέξασθαι λόφον <lb/>οὕτω ξηρὸν, οὐ πόῤῥω θαλάττης, οὔτε
                            μέγαν ὡς ἐγκεῖσθαι <lb/>ταῖς τῶν ἀνέμων εἰσβολαῖς, οὔτε πάνυ ταπεινὸν ὡς
                            τὰς ἐκ <lb/>τῶν ὑποκειμένων πεδίων ἀναθυμιάσεις ἑτοίμως δέχεσθαι.
                            πεφυλάχθω <lb/>δ’ αὐτὸν ἐστράφθαι πρὸς ἄρκτον· οὕτω γὰρ ἂν
                            <lb/>ἀπεστραμμένος εἴη τὸν ἥλιον. εἰ δὲ κᾀν τοῖς εὐκράτοις τῆς <lb/>ὅλης
                            οἰκουμένης ὁ λόφος ὑπάρχοι, καθάπερ ὁ κατὰ τὰς Ταβίας <lb/>ἐστὶν,
                            ἄμεινον μακρῷ. ἐν τοιούτῳ λόφῳ πόαι μὲν ἔστωσαν <lb/>ἄγρωστις καὶ λωτὸς
                            καὶ πολύγονον καὶ μελισσόφυλλον, <lb/>θάμνοι δὲ σχῖνος καὶ κόμαρος καὶ
                            βάτος καὶ κισσὸς καὶ κύτισος, <lb/>ὅσοι τ’ ἄλλοι τούτοις ἐοίκασιν. οὕτω
                            μέν σοι τὰ τοῦ <lb/>λόφου παρεσκευάσθω. τὰ δὲ ζῶα βόες μέν εἰσιν ἐν τῷ
                            κατὰ <lb/>Ταβίας, καὶ ἔστι τούτου τοῦ ζώου παχὺ τὸ γάλα, καθάπερ <lb/>τὸ
                            τῶν ὄνων λεπτόν. ἐγὼ δ’ ἂν καὶ βοῦς καὶ ὄνους καὶ αἶγας <lb/>ἀφείην ἐπὶ
                            τὰς νομὰς, ὥστ’ ἔχειν χρῆσθαι γάλακτι παντὶ, <lb/>παχεῖ μὲν ἐκ τῶν βοῶν,
                            λεπτῷ δ’ ἐκ τῶν ὄνων, μέσῳ δ’ <pb n="366"/> ἀμφοῖν ἐκ τῶν αἰγῶν. οἱ
                            παλαιοὶ δὲ καὶ γυναῖκα θηλάζουσαν <lb/>ἐφίστων τοῖς τῇ φθόῃ κάμνουσι·
                            κᾀγὼ δὲ ἀποδέχομαι τὴν <lb/>γνώμην αὐτῶν, ὅτι τε τὸ οἰκεῖον ᾑροῦντο καὶ
                            ὅτι πρὶν ψυγῆναι <lb/>τῷ πέριξ ἀέρι. καί σοι τοῦτ’ ἔστω μέγιστον
                            παράγγελμα <lb/>γάλακτος χρήσεως ἐπὶ πάντων οἷς γάλακτος χρεία, αὐτίκα
                            <lb/>πίνειν ἀμελχθὲν, τῷ ζώῳ παρεστῶτα· προσεπεμβάλλειν δὲ <lb/>καὶ
                            μέλιτος, ὅτῳ τυροῦσθαι πέφυκεν ἐν τῇ γαστρί· εἰ δ’ <lb/>ὑπελθεῖν αὐτό
                            ποτε θᾶττον βουληθείης, καὶ ἁλῶν. ἐκεῖνος <lb/>μέν γε οὖν ὁ νεανίας ἐκ
                            τῆς λοιμώδους νόσου κατὰ τὴν ἀρτηρίαν <lb/>ἕλκος ἔχων ὑγιὴς ἐγένετο καὶ
                            ἄλλοι μετ’ αὐτὸν ὁμοίως. <lb/>ἑτέρῳ δὲ μειρακίῳ περὶ ἔτος ὀκτωκαιδέκατον
                            ἐκ κατάῤῥου <lb/>πλείοσιν ἡμέραις γενομένου <milestone unit="ed2page" n="124"/>τὰ μὲν πρῶτα μετὰ βηχὸς <lb/>αἷμα θερμὸν εὐανθὲς οὐ πολὺ,
                            μετὰ δὲ ταῦτα ἀνεπτύσθη <lb/>τι καὶ τοῦ χιτῶνος αὐτοῦ μέρος, ὃς
                            ὑπαλείφων ἔνδοθεν <lb/>τὴν ἀρτηρίαν εἰς τὴν φάρυγγά τε καὶ τὸ στόμα διὰ
                            τοῦ <lb/>λάρυγγος ἀνεφέρετο. ἐδόκει δέ μοι τῷ τε πάχει τεκμαιρομένῳ
                            <lb/>καὶ τῇ τοῦ κάμνοντος αἰσθήσει τοῦ λάρυγγος ὑπάρχειν <lb/>τὸ ἔνδοθεν
                            σῶμα· καὶ μέντοι καὶ ἐβλάβη τοὐντεῦθεν <pb n="367"/> εἰς τὴν φωνὴν ὁ
                            ἄνθρωπος· ἀλλὰ καὶ οὕτως ἐν χρόνῳ μὲν <lb/>πλείονι διεσώθη καὶ αὐτός. οἱ
                            δ’ ἐκ τοῦ λοιμοῦ ῥᾳδίως <lb/>ὑγιάζεσθαί μοι δοκοῦσι τῷ προεξηράνθαι τε
                            καὶ προκεκαθάρθαι <lb/>σύμπαν τὸ σῶμα· καὶ γὰρ ἔμετός τισιν αὐτῶν
                            ἐγένετο <lb/>καὶ ἡ γαστὴρ ἅπασιν ἐταράχθη. καὶ οὕτως ἤδη κεκενωμένοις
                            <lb/>τοῖς σώζεσθαι μέλλουσιν ἐξανθήματα μέλανα διὰ <lb/>παντὸς τοῦ
                            σώματος ἀθρόως ἐπεφαίνετο· τοῖς πλείστοις μὲν <lb/>ἑλκώδη, πᾶσι δὲ ξηρά.
                            καὶ ἦν εὔδηλον ἰδόντι τοῦ σεσηπότος <lb/>ἐν τοῖς πυρετοῖς αἵματος εἶναι
                            τοῦτο λείψανον, οἷον τέφραν <lb/>τινὰ τῆς φύσεως ὠθούσης ἐπὶ τὸ δέρμα,
                            καθάπερ ἄλλα <lb/>πολλὰ τῶν περιττῶν. οὐ μὴν ἐδέησέ γε πρὸς τὰ τοιαῦτα
                            <lb/>τῶν ἐξανθημάτων φαρμάκου· καθίστατο γὰρ αὐτόματα τρόπῳ <lb/>τῷδε·
                            τινῶν μὲν, οἷς γε καὶ ἡλκώθη, τὸ ἐπιπολῆς ἀπέπιπτεν, <lb/>ὅπερ
                            ὀνομάζουσιν ἐφελκίδα· κᾀντεῦθεν ἤδη τὸ λοιπὸν <lb/>ἐγγὺς ἦν ὑγείας· καὶ
                            μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας ἐπουλοῦτο. <lb/>τινῶν δὲ, οἶς οὐχ ἡλκώθη, τὸ μὲν
                            ἐξάνθημα τραχύ τε καὶ <lb/>ψωρῶδες ἦν, ἀνέπιπτε καὶ οἷόν τι λέμμα, κᾀκ
                            τούτου πάντες <pb n="368"/> ὑγιεῖς ἐγίγνοντο. θαυμαστόν οὖν οὐδὲν εἰ καὶ
                            κατὰ τὸν <lb/>πνεύμονα τοιούτων ἐξανθημάτων γεγενημένων ἐσώζοντο
                            <lb/>διὰ τὴν ξηρότητα τῶν ἑλκῶν. ὃν γὰρ ἂν ἐπὶ τῶν ἄλλων <lb/>ἑλκῶν
                            ἁπάντων ὁ πρόσθεν λόγος ἐδείκνυε σκοπὸν εἶναι τῆς <lb/>θεραπείας, τοῦθ’
                            ὑπῆρχεν ἤδη τοῖς ἐκ τοῦ λοιμοῦ γεγενημένοις. <lb/>ἅπαντα γὰρ ἦν ξηρὰ καὶ
                            τραχέα, τὰ μὲν πλεῖστα ψώρᾳ, <lb/>τινὰ δ’ αὐτῶν καὶ λέπρᾳ παραπλήσια.
                            μαρτυρούσης οὖν <lb/>τῷ λόγῳ τῆς πείρας καὶ τοῖς ἕλκεσιν ἕνα τοῦτον
                            ἔχουσι <lb/>σκοπὸν τῆς ἰάσεως τὸ ξηρανθῆναι, δύναιτ’ ἄν τις σώζειν
                            <lb/>παμπόλλους τῶν αἷμα πτυσάντων ἐκ πνεύμονος, ὥσπερ καὶ <lb/>ἡμεῖς
                            ἐσώσαμεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Ὅπως μὲν οὖν χρὴ θεραπεύειν οἷς ἀγγεῖον <lb/>ἀξιόλογον ἐῤῥάγη
                            κατενεχθεῖσιν, ἢ μέγα βοήσασιν, ἢ βάρος <lb/>ἀραμένοις ὑπὲρ τὴν δύναμιν,
                            ἤ τινος ἐμπεσόντος τῷ θώρακι <lb/>σκληροῦ καὶ μεγάλου ἔξωθεν σώματος,
                            εἴρηται πρόσθεν. <lb/>ὡς δ’ ἄν τις κάλλιστα καὶ τοὺς ἐπὶ κατάῤῥου
                            πτύσαντας <lb/>αἷμα μεταχειρίζοιτο, νῦν εἰρήσεται, σαφηνείας ἕνεκα <pb n="369"/> προχειρισαμένων ἡμῶν ἣν ἐποιησάμεθα θεραπείαν ἐν Ῥώμῃ
                            <lb/>γυναικὸς τῶν ἐν τέλει. αὐτὴ γὰρ ἀκηκουῖα λόγων τοιούτων <lb/>οἵους
                            νῦν διεληλύθαμεν ὑπὲρ τῶν ἐκ πνεύμονος αἷμα πτυσάντων, <lb/>εἴτ’ ἐκ
                            κατάῤῥου τινὸς ἢ βηχὸς ἰσχυρᾶς ὀλίγον τι <lb/>πτύσασα διὰ νυκτὸς ἔπεμψεν
                            αὐτίκα πρός με παρέχειν ἑαυτὴν <lb/>φάσκουσα πᾶν ὅ τι ἂν ἐθέλοιμι
                            πράττειν. ἠκηκόει δὲ <lb/>κατὰ τοὺς ἔμπροσθεν χρόνους ὡς εἰ μή τις
                            αὐτίκα βοηθήσειε <lb/>δραστικῶς πρὶν ἢ φλεγμῆναι τὸ ἕλκος, οὐδὲν ἀνύσει,
                            <lb/>καὶ ὡς τοῦτ’ ἂν εἴη μάλιστα τὸ αἴτιον τοῦ διαφθείρεσθαι <lb/>τοὺς
                            ἀναβήξαντας τὸ αἷμα. φλέβα μὲν οὖν τεμεῖν αὐτῆς οὐκ <lb/>ἠξίωσα,
                                <milestone unit="ed2page" n="125"/>τεττάρων ἡμερῶν ἤδη διὰ τὸν
                            κατάῤῥουν ὀλίγου <lb/>δεῖν ἀσίτου γεγενημένης. κλύσματι δὲ δριμεῖ
                            κελεύσας <lb/>χρήσασθαι καὶ τρίψασθαί τε καὶ σκέλη καὶ τὰς χεῖρας ἐπὶ
                            <lb/>πλεῖστον ἅμα φαρμάκῳ θερμαίνοντι καὶ διαδήσας, εἶτα ξυρήσας
                            <lb/>τὴν κεφαλὴν ἐπέθηκα τὸ διὰ τῆς κόπρου τῶν ἀγρίων <lb/>περιστερῶν
                            φάρμακον. ὡρῶν δὲ μεταξὺ τριῶν γενομένων <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="93"/>ἐπὶ τὸ βαλανεῖον ἤγαγον καὶ λούσας
                            ἄνευ τοῦ ψαῦσαι <lb/>λίπους τῆς κεφαλῆς, εἶτα σκεπάσας αὐτὴν συμμέτρῳ
                            πίλῳ ﻿<pb n="370"/> πρὸς τὴν ἐνεστηκυῖαν ὥραν ἔθρεψα ῥοφήματι μόνῳ τῶν
                            <lb/>αὐστηρῶν ὀπωρῶν ἐπιδιδούς. εἶθ’ ὑπνοῦν μελλούσῃ τὸ διὰ <lb/>τῶν
                            ἐχιδνῶν ἔδωκα φάρμακον ὡς πρὸ τεττάρων μηνῶν <lb/>ἐσκευασμένον· ἔτι γὰρ
                            ἔχει τὸν τοῦ μήκωνος ὀπὸν ἰσχυρὸν τὸ <lb/>τοιοῦτον, ἐν δὲ τοῖς
                            κεχρονικόσιν ἐξίτηλος γίνεται, διὰ τοῦτο <lb/>οὖν ὑπνῶδές τέ ἐστι καὶ
                            ξηραίνει τὰ ῥεύματα σὺν τῷ καὶ <lb/>παχύνειν ἀτρέμα. παυσαμένου δὲ
                            τελέως τοῦ κατάῤῥου δῆλος <lb/>μὲν ὁ πνεύμων ἦν ἔκ τε τοῦ τῆς ἀναπνοῆς
                            εἴδους καὶ <lb/>τοῦ ψόφου τῆς γενομένης ἅπαξ που βηχὸς ἐκκαθάρσεως·
                            δεόμενος. <lb/>οὐ μὴν συνέπραξά γε εἰς τοῦτο κατὰ τὴν δευτέραν
                            <lb/>ἡμέραν, ἀλλ’ ἐφ’ ἡσυχίας τε καὶ σιγῆς ἁπάσης τὴν γυναῖκα
                            <lb/>φυλάξας καὶ τρίψας τὰ κῶλα καὶ διαδήσας ἐκέλευσα καὶ <lb/>τἄλλα
                            πάντα μέρη τρίψασθαι πλὴν τῆς κεφαλῆς, ἔτι γὰρ ἦν <lb/>ἀπὸ τοῦ φαρμάκου
                            θερμή. αὖθις δὲ εἰς τὴν ἑσπέραν ἔδωκα <lb/>τοῦ διὰ τῶν ἐχιδνῶν φαρμάκου
                            μέγεθος, ὅσον γε ὁ παρ’ ἡμῖν <lb/>κύαμος. ἦν δὲ πολὺ τούτου μεῖζον ὃ
                            κατὰ τὴν προτέραν <lb/>εἰλήφει. ὡς δὲ καὶ ταύτῃ τῇ νυκτὶ καλῶς ἐκοιμήθη,
                            τῇ τρίτῃ <lb/>τῶν ἡμερῶν ἕωθεν δοὺς μέλιτος ἑψημένου συχνὸν, ἐφ’ ἡσυχίας
                                <pb n="371"/> ἐφύλαξα. προηκούσης δὲ τῆς ἡμέρας ἅπαν ὁμοίως τρίψας
                            <lb/>τὸ σῶμα τροφὴν ἐκέλευσα λαβεῖν πτισάνης χυλὸν σὺν <lb/>ἄρτῳ βραχεῖ.
                            κᾄπειτα τῇ τετάρτῃ τῶν ἡμερῶν ἕωθεν μὲν <lb/>τοῦ διὰ τῶν. ἐχιδνῶν
                            φαρμάκου ἀκμαίου κατὰ τὴν ἡλικίαν <lb/>ἅμα σὺν χρηστῷ μέλιτι προσέδωκα.
                            τῇ κεφαλῇ δὲ τοῦ αὐτοῦ <lb/>φαρμάκου πάλιν ἐπιθεὶς, ὃ θερμαίνει τε καὶ
                            ξηραίνει σφοδρῶς, <lb/>εἶτα λούσας καὶ θρέψας μετρίως, ἐκκαθαίρειν ἤδη
                            <lb/>σφοδρότερον ἐπεχείρησα τὸν πνεύμονα τῇ πέμπτῃ τῶν ἡμερῶν. <lb/>εἶτ’
                            αὖθις καὶ αὖθις ἐχρησάμην ἐκ διαλειμμάτων κατὰ <lb/>μὲν τῆς κεφαλῆς τῇ
                            συνήθει κηρωτῇ, τῇ διὰ τῆς θαψίας. τὴν <lb/>δ’ ὅλην τοῦ σώματος
                            ἐπιμέλειαν ἀναθρεπτικὴν ἐποιησάμην <lb/>ἐν αἰωρήσεσι καὶ τρίψεσι καὶ
                            περιπάτοις καὶ ἀλουσίαις καὶ <lb/>διαίτῃ μετρίᾳ τε ἅμα καὶ εὐχύμῳ. αὕτη
                            καλῶς ἔσχεν ἡ γυνὴ <lb/>μηδὲ δεηθεῖσα τοῦ γάλακτος. ἄλλον δέ τινα
                            νεανίσκον οὐκ <lb/>ἐκ κατάῤῥου τῆς βηχὸς ὁρμηθείσης, ἀλλ’ ἐπὶ ψύξει τῶν
                            ἀναπνευστικῶν, <lb/>αἷμα καὶ αὐτὸν πτύσαντα πλῆθος ὅσον ἥμισυ
                            <lb/>κοτύλης, παραχρῆμα μὲν ἐφλεβοτόμησα καὶ δὶς τῆς αὐτῆς <pb n="372"/>
                            ἡμέρας ἐπαφεῖλον· εἶτα δὶς κατὰ τὴν ὑστεραίαν· τρίψει δὲ <lb/>τῶν κώλων
                            καὶ δεσμῷ ἐν τῇ πρώτῃ χρησάμενος, εἰς ἑσπέραν <lb/>ἔδωκα τὸ διὰ τῶν
                            σπερμάτων ἡμέτερον φάρμακον. ἐν δὲ τῇ <lb/>δευτέρᾳ μετὰ τὴν ἐπαφαίρεσιν
                            ἐπέθηκα παντὶ τῷ θώρακι <lb/>τὴν διὰ τῆς θαψίας κηρωτὴν, εἶτ’ ἄρας αὐτὴν
                            εἰς ἑσπέραν, <lb/>ὅπως μὴ θερμήνειε περαιτέρω τοῦ δέοντος, ἐν τῇ τρίτῃ
                            πάλιν <lb/>ἐπιθεὶς ὥραις που τρισὶν ἔλουσα τὸν ἄνθρωπον, ἔθρεψά τε
                            <lb/>ταῖς τρισὶν ἡμέραις παραπλησίως, ῥοφήματα μὲν ἐν ταῖς <lb/>πρώταις
                            δύο, τῇ τρίτῃ δὲ χυλὸν μὲν πτισάνης προδοὺς, <lb/>ἰχθὺν δέ τινα τῶν
                            εὐπέπτων δοὺς ἁπλῶς ἠρτυμένον. ἔδωκα <lb/>δὲ καὶ τὸ διὰ τῶν σπερμάτων
                            φάρμακον, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ <lb/>καὶ τῇ τρίτῃ τῶν ἡμερῶν ὁμοίως εἰς
                            ἑσπέραν· ὑπνοποιόν <lb/>τε γάρ ἐστι καὶ ἀνώδυνον καὶ ξηραντικόν.
                                <milestone unit="ed2page" n="126"/>ἤδη δὲ καὶ <lb/>τῶν ἀναπνευστικῶν
                            ἐν εὐκρασίᾳ τῇ κατὰ φύσιν ὄντων καὶ <lb/>τοῦ παντὸς σώματος κεκενωμένου
                            καὶ μηδὲ μιᾶς ὑποψίας <lb/>φλεγμονῆς ὑπολειπομένης κατὰ τὸ ἐῤῥωγὸς
                            ἀγγεῖον, ἀνακαθαίρειν <lb/>ἠρξάμην. εἶτα πίνοντα τὸ διὰ τῶν ἐχιδνῶν
                            φάρμακον <lb/>ἀκμαῖον κατὰ τὴν ἡλικίαν ἐπὶ τὰς Ταβίας ἐξέπεμψα. <pb n="373"/> πάντας οὕτως ἐγὼ τοὺς κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν ἑαυτοὺς.
                            <lb/>ἡμῖν ἐγχειρίσαντας ἰασάμην. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>